Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Evtim Iliev, Υποθ. αρ.: 15204/16, 9/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:28 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 15204/16 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v. Evtim Iliev Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9 Νοεμβρίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Ματθαίου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ρ. Μαππουρίδης Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν παραδοχής ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες 1,3 και 4 οι οποίες αφορούν τα αδικήματα της ληστείας. Ειδικότερα ο Κατηγορούμενος διέπραξε ληστείες σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις μεταξύ Δεκεμβρίου 2014 και Μαΐου 2015 σε μια υπεραγορά και δύο περίπτερα στη Λευκωσία. Σημειώνεται ότι η κατηγορία 2 για το αδίκημα της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου έχει ανασταλεί. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, έχουν ως εξής: Στις 14.12.14 και περί ώρα 19:00, ενώ η Βασιλική Παπαλοΐζου εργαζόταν στο κεντρικό ταμείο της υπεραγοράς Carrefour στο Πέρα Χωρίο της Επαρχίας Λευκωσίας, την προσέγγισε ο Κατηγορούμενος ο οποίος κρατούσε ένα τενεκεδάκι ποτού Shark. Ο Κατηγορούμενος πλήρωσε την αξία του ποτού και όταν η κα Παπαλοΐζου άνοιξε την ταμειακή μηχανή για να του δώσει ρέστα, αυτός πρόταξε με το δεξί του χέρι ένα πιστόλι εναντίον της. Αμέσως κατευθύνθηκε προς την ταμειακή μηχανή και, υπό την απειλή του πιστολιού, έκλεψε το ποσό των €1.
- Αμέσως μετά ο Κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς την έξοδο της υπεραγοράς για να διαφύγει, όμως η πόρτα εξόδου η οποία λειτουργεί αυτόματα δεν άνοιξε. Εκείνη τη στιγμή η κα Παπαλοΐζου φώναξε «βοήθεια, βοήθεια» και ο Κατηγορούμενος, στην προσπάθεια του να διαφύγει, άρχισε να τρέχει εντός της υπεραγοράς με αποτέλεσμα να τον δουν και ακόμα τρεις υπάλληλοι που εργάζονταν εκεί. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος κατευθύνθηκε εκ νέου προς την έξοδο και κατάφερε να διαφύγει. Μέλη της αστυνομίας κλήθηκαν στο μέρος και παρέλαβαν ένα ψηφιακό δίσκο του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης της υπεραγοράς, στον οποίο καταγράφηκαν οι κινήσεις και το πρόσωπο του Κατηγορουμένου. Επίσης λήφθηκε το τενεκεδάκι Shark το οποίο στάληκε στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής για επιστημονικές εξετάσεις, καθώς επίσης και έγινε απόσπαση δακτυλικών αποτυπωμάτων τα οποία στη συνέχεια παραδόθηκαν στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας (ΥΠ.ΕΓ.Ε). Στις 20.4.15 και περί ώρα 04:35 ο Κατηγορούμενος μαζί με άλλο πρόσωπο μετέβησαν στο περίπτερο Omega Kiosk στην οδό Θερμοπυλών 1 στη Λευκωσία. Φορούσαν κουκούλα και ήταν οπλισμένοι με επιθετικά όπλα, ο μεν Κατηγορούμενος με πιστόλι και το άλλο πρόσωπο με μαχαίρι. Εκεί εργαζόταν ο Ντότσιο Ντόσιεβ. Ο Κατηγορούμενος πρόταξε το πιστόλι στον κ. Ντόσιεβ και υπό την απειλή χρήσης βίας εναντίον του, μαζί με το άλλο πρόσωπο έκλεψαν το χρηματικό ποσό των €900 από την ταμειακή μηχανή, τσιγάρα αξίας €18 και σοκολάτες αξίας €
- Ακολούθως οι δύο δράστες κατευθύνθηκαν προς την έξοδο και καταφέραν να διαφύγουν τρέχοντας. Η αστυνομία κλήθηκε στο μέρος όπου μέλη της απέσπασαν αποτυπώματα από τον πάγκο του ταμείου τα οποία στις 4.5.15 παραδόθηκαν στην ΥΠ.ΕΓ.Ε. Στις 11.5.15 και περί ώρα 05:20 ο Κατηγορούμενος, έχοντας το πρόσωπο καλυμμένο με κασκόλ, εισήλθε εντός του περιπτέρου Express Ακροπόλεως στη Λεωφ. Ακροπόλεως 64 στη Λευκωσία, όπου εργάζετο ο Λοΐζος Πιπερίδης. Ο Κατηγορούμενος πρόταξε πιστόλι λέγοντας του «φέρμου τα λεφτά». Ο κ. Πιπερίδης του είπε ότι δεν υπάρχουν χρήματα και τότε ο Κατηγορούμενος, υπό την απειλή βίας προς αυτόν, κατευθύνθηκε προς την ταμειακή μηχανή την οποία άνοιξε και έκλεψε το χρηματικό ποσό των €
- Ακολούθως τράπηκε σε φυγή. Μέλη της αστυνομίας που κλήθηκαν στη σκηνή διενήργησαν δακτυλοσκοπικές εξετάσεις με θετικό αποτέλεσμα και έλαβαν αριθμό τεκμηρίων τα οποία στάληκαν στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και στην ΥΠ.ΕΓ.Ε για επιστημονικές εξετάσεις. Οι τρεις πιο πάνω υποθέσεις αρχειοθετήθηκαν προσωρινά ως ανεξιχνίαστες εφόσον τα δακτυλικά αποτυπώματα και το γενετικό υλικό ανήκε σε άγνωστο τότε άνδρα. Στις 16.7.16 ο Κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης στα πλαίσια άλλης διερευνώμενης υπόθεσης. Την επομένη, κατόπιν συγκατάθεσης του, τού λήφθηκαν παρειακά επιχρίσματα και δακτυλικά αποτυπώματα. Οι επιστημονικές εξετάσεις κατέδειξαν ότι:
- Το γενετικό υλικό που εντοπίστηκε στο τενεκεδάκι Shark ανήκει στον Κατηγορούμενο
- Τα δακτυλικά αποτυπώματα που είχαν παραληφθεί και από τα τρία προαναφερθέντα σημεία ληστειών ταυτίζονται με αυτά του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη στις 20.7.16 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού πληροφορήθηκε για τους λόγους της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε «δεν έχω ιδέα για τι μου μιλάς». Την επόμενη διενεργήθηκε έρευνα στην οικία και στο αυτοκίνητο του, χωρίς να ανευρεθεί το πιστόλι που κρατούσε. Κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του, στις 22.7.16 μετέβησαν η κα Παπαλοΐζου και οι άλλοι τρεις υπάλληλοι της υπεραγοράς Carrefour στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου όπου αναγνώρισαν τον Κατηγορούμενο ως τον δράστη. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε κυρίως στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου και στους λόγους που τον ώθησαν να προβεί στην επίδικη αξιόποινη συμπεριφορά την οποία απέδωσε σε μια περίοδο ψυχολογικής αναστάτωσης. Ο κ. Μαππουρίδης απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός πως ο Κατηγορούμενος αποζημίωσε πλήρως και τους τρεις παραπονούμενους, ως ένδειξη της έμπρακτης μεταμέλειας του. Χαρακτήρισε τον τρόπο δράσης του Κατηγορουμένου ως πρόχειρο και ερασιτεχνικό, τονίζοντας πως το πιστόλι που κρατούσε ήταν ομοίωμα όπλου. Τέλος αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου και κάλεσε το Δικαστήριο να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Η σοβαρότητα του αδικήματος της ληστείας εμφαίνεται τόσο από την ίδια τη φύση του αδικήματος όσο και από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή. Ειδικότερα, για το αδίκημα της ληστείας προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 14 έτη ενώ στις περιπτώσεις όπου ο υπαίτιος είναι οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο ή συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα, όπως συνέβη στην παρούσα υπόθεση, η προβλεπόμενη ποινή είναι η φυλάκιση δια βίου. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Μακρή v. Δημοκρατίας,
(2013)2 Α.Α.Δ. 15, από την ίδια τη φύση του αδικήματος το οποίο εμπεριέχει τις διά της βίας και της επίδειξης βίας προς εκφοβισμό και εξαναγκασμό ενέργειες που παραβιάζουν κάθε έννοια της πολιτισμένης συμπεριφοράς, δικαίως το αδίκημα της ένοπλης ληστείας θεωρείται από τα σοβαρότερα του Ποινικού Κώδικα. Πέραν της εγγενούς σοβαρότητας του εν λόγω αδικήματος, παρατηρείται ότι δυστυχώς αυτό παρουσιάζει έξαρση ούτως ώστε να επιβάλλεται αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, όπως επισημάνθηκε και στην υπόθεση Giannakov v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 220/12, ημ. 24.2.14. Στην υπόθεση Abed v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 128 η σοβαρότητα και η έξαρση του αδικήματος θεωρήθηκαν ως στοιχεία βαρύνουσας σημασίας κατά την επιμέτρηση της ποινής. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Το έγκλημα έχει, δυστυχώς, προσλάβει νέα μορφή. Εν πολλοίς, εξελίχτηκε, σε επάγγελμα. Μισθοφόροι διαπράττουν εγκλήματα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εγκληματίες αποσπούν με τη χρήση βίας, ενίοτε σκληρής και άγριας, περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε φιλήσυχους και ανυποψίαστους πολίτες, όπως στην περίπτωση που είναι ενώπιον μας. Η ποινή που επέβαλε στον εφεσείοντα το κακουργιοδικείο είναι αυστηρή. Επικροτούμε όμως και την αυστηρότητα και το ύψος της. Οι προσωπικές περιστάσεις, με τα γνωστά στοιχεία που αφορούν στις οικογενειακές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες όταν το έγκλημα και οι περιστάσεις που διεπράχθη δεν είναι του είδους που περιγράφουμε πιο πάνω. Σε εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους, χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων, μόνο η παραδοχή και απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι πράγματι περιθωριακοί.» Επιπλέον, για τον καθορισμό της ποινής για τέτοιας φύσης αδικήματα προσμετρούν ο βαθμός βίας που χρησιμοποιήθηκε και η έκθεση ή μη σε κίνδυνο ανθρώπινης ζωής, καθώς επίσης το ύψος του ποσού ή η αξία της περιουσίας που κλάπηκαν (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Τσαπατσάρης
(2000)2 Α.Α.Δ. 304 και Σταύρου «Φάντης» v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 61). Η θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει πως οι ποινές ποικίλλουν αναλόγως των συνθηκών της κάθε περίπτωσης. Στην προαναφερόμενη υπόθεση Φάντη το Εφετείο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης των 10 ετών σε περίπτωση στην οποία ο κατηγορούμενος, μεταμφιεσμένος και υπό την απειλή όπλου, εξανάγκασε τον υπάλληλο της τράπεζας να πέσει στο έδαφος, τον κλείδωσε στο αποχωρητήριο και ανενόχλητος πήρε όλα τα χρήματα από το χρηματοκιβώτιο της τράπεζας. Από το κλαπέν κατά τη ληστεία ποσό πέραν των Λ.Κ.60.000 δεν ανευρέθηκε. Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με μια προηγούμενη καταδίκη για ληστεία. Στη Zak κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 854, οι κατηγορούμενοι, φορώντας κουκούλες και κρατώντας πιστόλια, εισήλθαν σε υποκατάστημα του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Δασκάλων Λτδ και, υπό την απειλή των πιστολιών, ζήτησαν να τους παραδοθούν τα χρήματα. Πήραν όσα χρήματα μπορούσαν και κατά την αναχώρηση τους έδωσαν οδηγίες στους υπαλλήλους να πέσουν στο έδαφος. Το Κακουργιοδικείο τους επέβαλε ποινή φυλάκισης 8 ετών, αφού έλαβε υπόψιν την άμεση παραδοχή τους, την επιπόλαιη δράση τους αν και είχαν σχεδιάσει το αδίκημα, τη μη πρόκληση βλάβης και το γεγονός ότι δεν αποκόμισαν οποιοδήποτε ποσό. Το Εφετείο επικύρωσε την ποινή. Στις υποθέσεις Μακρή v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Κυριάκου v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 154 επικυρώθηκαν οι ποινές φυλάκισης 8 ετών για ληστεία με έμφορτο εκεί όπλο κατόπιν παραδοχής. Στην υπόθεση Giannakov v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) η ποινή φυλάκισης 4 ετών που επιβλήθηκε πρωτοδίκως στον εφεσείοντα, 33 ετών, ο οποίος υποβάλλετο σε διαδικασία απεξάρτησης ναρκωτικών, για ληστεία σε οικία και μάλιστα με χρήση βίας επικυρώθηκε αν και χαρακτηρίστηκε επιεικής. Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Ερωτοκρίτου κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 149/12 και 150/12, ημ. 25.6.14, η εφεσείουσα είχε διαπράξει δύο ληστείες σε αρτοποιεία εντός της ίδιας μέρας όπου υπό την απειλή μαχαιριού απέσπασε συνολικά το ποσό των €370, ενώ είχε διαπράξει ακόμα μια με τον εφεσείοντα κατά την οποία χρησιμοποίησαν βία και απέσπασαν ποσό €10.
- Και οι δύο αντιμετώπιζαν και σωρεία κατηγοριών για διαρρήξεις και κλοπές και βαρύνοντο και με μια προηγούμενη καταδίκη. Η ποινή των 8 ετών σε κάθε κατηγορία για ληστεία επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση ο Κατηγορούμενος επιδόθηκε σε τρεις ληστείες στο μικρό χρονικό διάστημα των πέντε μηνών, ήτοι από τον Δεκέμβριο του 2014 μέχρι και τον Μάιο του
- Μάλιστα στόχος του ήταν μια υπεραγορά και δύο περίπτερα εν ώρα λειτουργίας τους, τα δε περίπτερα εντός της πόλης της Λευκωσίας κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, όπου ευλόγως ανέμενε προφανώς αραιότερη κίνηση πελατών. Είναι σημαντικό να λεχθεί πως και στις τρεις περιπτώσεις ο Κατηγορούμενος κρατούσε πιστόλι, το οποίο χρησιμοποίησε ως απειλή και μέσο για να εκφοβίσει τους υπαλλήλους και αποσπάσει τα χρήματα. Δεν έχει αντικρουστεί και δεν διαφεύγει την προσοχή μας πως το πιστόλι και στις τρεις περιπτώσεις ήταν ομοίωμα, γεγονός το οποίο αφ΄ εαυτού απομακρύνει τον κίνδυνο τραυματισμού οποιουδήποτε προσώπου, πλην όμως, αναμφίβολα, αυτό (το πιστόλι) προκάλεσε φόβο και τρόμο ως προς τις συνέπειες πιθανής χρήσης του σε οποιοδήποτε πρόσωπο βρέθηκε αντιμέτωπο με αυτό και με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν κουκουλοφόρος στις δύο περιπτώσεις. Σημειώνουμε βεβαίως πως στα πλαίσια και των τριών ληστειών δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε βία και πως το συνολικό ύψος του κλαπέντος ποσού δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο. Μάλιστα κατά τη διάπραξη της ληστείας στο περίπτερο Omega Kiosk ο Κατηγορούμενος ενήργησε με ακόμα ένα πρόσωπο, το οποίο μετέφερε μαχαίρι. Αυτό το στοιχείο αποδυναμώνει ακόμη περισσότερο το πρόσωπο που βρίσκεται αντιμέτωπο με τους δράστες χωρίς βασικά να έχει επιλογή παρά να υποκύψει στις όποιες απειλές και επιθυμίες των δραστών. Γενικά όμως δεν πρέπει να λησμονείται πως η αντίδραση οποιουδήποτε ανυποψίαστου πολίτη βρεθεί αντιμέτωπος με έναν επίδοξο ληστή υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις δεν δύναται να προκαθοριστεί και υπ΄ αυτή την έννοια οι κίνδυνοι από τέτοιου είδους συμπεριφορές, ακόμα και με τη χρήση ομοιωμάτων εν αγνοία των θυμάτων, είναι δυνητικά αυξημένοι. Η εικόνα που αναδύεται για τον Κατηγορούμενο είναι ενός δράστη ο οποίος συμμετείχε σε τρεις ληστείες, τη μια μαζί με άλλο πρόσωπο, και με τη χρήση ψεύτικου πιστολιού κατάφερε να ακινητοποιήσει τους υπαλλήλους και να κλέψει τα προαναφερόμενα ποσά και περιουσία. Με άλλα λόγια δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό, το οποίο ενδεχομένως θα μπορούσε να αποδοθεί στην αδυναμία της στιγμής, αλλά σε μια συνεχή, επαναλαμβανόμενη και επικίνδυνη αξιόποινη συμπεριφορά. Είναι γεγονός πως ο Κατηγορούμενος ενήργησε αφελώς και επιπόλαια όσον αφορά τον σχεδιασμό και των τριών εγκλημάτων, εφόσον κατά το πρώτο είχε ακάλυπτο το πρόσωπο ενώ και στα τρία άφησε τα αποτυπώματα του στη σκηνή. Δεν δεχόμαστε όμως την εισήγηση της υπεράσπισης ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε προσχεδιασμός. Αντιθέτως τα γεγονότα σαφώς καταδεικνύουν κάποιου είδους οργάνωση και προετοιμασία τόσο με την εξασφάλιση πιστολιού και κουκούλας όσο και με τη συνεννόηση και συμμετοχή και άλλου προσώπου στο ένα εξ αυτών. Ο δε ερασιτεχνικός τρόπος διάπραξης των αδικημάτων δεν υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων, κυρίως λαμβανομένου υπόψιν πως ο Κατηγορούμενος κατάφερε να διαφύγει άμεσα και από τις τρεις σκηνές και μόνο στα πλαίσια άλλης υπόθεσης ταυτίστηκε με αυτές και έτσι διαπιστώθηκε η σύνδεση του. Παρά τη διαπιστωθείσα ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, εντούτοις το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση δεν ατονεί, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Στα πλαίσια του καθήκοντος μας αυτού κατ΄ αρχάς λαμβάνουμε υπόψιν τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, όπως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψιν πως ο Κατηγορούμενος είναι 31 ετών, κατάγεται από τη Βουλγαρία και προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Όταν ήταν 10 ετών οι γονείς του χώρισαν και έκτοτε ο πατέρας του δεν διατηρεί επαφή μαζί τους. Ο Κατηγορούμενος πέρασε μέχρι τότε δύσκολα παιδικά χρόνια αφού έζησε τη βία του αλκοολικού πατέρα του προς τη μητέρα του. Μετά τη φοίτηση του στη μέση εκπαίδευση ο Κατηγορούμενος αναγκάστηκε να εργάζεται για να συνεισφέρει οικονομικά στη συντήρηση της μητέρας και των δύο αδελφών του. Το 2008 ήρθε στην Κύπρο με τη μητέρα του, όπου βρίσκονται και τα αδέλφια του. Διέμεναν μαζί με τον αδελφό, τη σύζυγο και τα δύο παιδιά τους. Εργάστηκε για κάποιο χρονικό διάστημα αλλά πριν ένα έτος απολύθηκε και δεν βρήκε άλλη εργασία. Η μητέρα του αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και τώρα δεν εργάζεται. Όπως ανέφερε ο συνήγορος του, τότε ο Κατηγορούμενος άρχισε να αισθάνεται ότι ήταν βάρος στην οικογένεια του, κάτι το οποίο επηρέασε αρνητικά την ψυχολογία του με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει λιποθυμικά επεισόδια για τα οποία όμως δεν ζήτησε ιατρική συμβουλή. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου απέδωσε την επίδικη αξιόποινη συμπεριφορά του στις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε και στην συνακόλουθη προκληθείσα ψυχική του αναστάτωση. Ειδικότερα ανέφερε πως κατά την περίοδο διάπραξης των αδικημάτων ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε διάφορα οικονομικά προβλήματα τα οποία, σε συνάρτηση με τα αισθήματα ενοχής που ένιωθε λόγω της αδυναμίας του να βρει εργασία, τον οδήγησαν σε απώλεια της αυτοπεποίθησης του, σε αισθήματα απόρριψης, σε τάσεις αυτοκτονίας και τελικώς οδηγήθηκε στη διάπραξη αυτών. Ήταν η θέση του συνηγόρου του πως λόγω ακριβώς της ψυχολογικής του κατάστασης ο Κατηγορούμενος δεν έλαβε τις στοιχειώδεις προφυλάξεις κατά τη διενέργεια των αξιόποινων ενεργειών του και πως αυτό υποδηλοί πως δεν είναι ένας εγκληματίας. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τα δύσκολα και τραυματικά παιδικά χρόνια του Κατηγορουμένου και γενικά όλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο ίδιος και η μητέρα του, αδυνατούμε να δεχθούμε πως τα όποια οικονομικά προβλήματα αποτελούν βάσιμο λόγο και επαρκή δικαιολογία για τη διάπραξη αδικημάτων, και δη τόσο σοβαρών. Από τη στιγμή που τα οικονομικά προβλήματα οδήγησαν στην ψυχική αναστάτωση του Κατηγορουμένου, αυτός έπρεπε να αναζητούσε ιατρική βοήθεια και στήριξη και όχι να καταφύγει στο έγκλημα και δη με τη μορφή που αυτό εξέλαβε στην παρούσα περίπτωση προκαλώντας οικονομική και άλλη βλάβη, ήτοι φόβο και ανησυχία, σε άλλους συμπολίτες του. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), κανείς δεν μπορεί λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκλημα και ιδιαίτερα σε εγκλήματα όπως το υπό εξέταση τα οποία σαφώς πλήττουν το θεμέλιο της όλης ασφάλειας των πολιτών. Τα ίδια επισημάνθηκαν και στις υποθέσεις Μixaylov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.175 και Φάντης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Μακρή ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω): «Όμως, αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου.» Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Περικλέους v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 397 η οποία αφορούσε πλαστογραφία, η φόρτιση που δημιουργεί η οικονομική ανάγκη «πρέπει να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο, που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο». Είναι γεγονός πως, παρά τις οικονομικές δυσκολίες του και με τη βοήθεια και συνεισφορά της οικογένειας του, ο Κατηγορούμενος αποζημίωσε πλήρως και τους τρεις παραπονούμενους με την καταβολή των κλαπέντων ποσών. Αυτό επιβεβαιώνεται από τις τρεις Δηλώσεις Παραπονουμένων και συνεκτιμούμε δεόντως πως αυτοί δεν έχουν οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του Κατηγορουμένου, Τεκμήρια 1-3. Το γεγονός της αποζημίωσης αναμφίβολα αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής αφού συνιστά και στοιχείο της έμπρακτης μεταμέλειας του δράστη για την αξιόποινη πράξη του. Όπως έχει υπογραμμισθεί στην υπόθεση Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 252: «Η επανόρθωση της ζημιάς είναι πάντοτε ελαφρυντικός παράγοντας, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, παρόλο ότι η επανόρθωση αυτή δεν μειώνει τη βαρύτητα του αδικήματος. Η μεταμέλεια είναι στοιχείο μείωσης της ποινής. Η επανόρθωση περιέχει το στοιχείο της μετάνοιας, της συντριβής και επενεργεί προς όφελος της πολιτείας και των θυμάτων του αδικήματος. Ο δράστης δεικνύει, έτσι, έμπρακτα και όχι απλά τη μεταμέλεια του. Τα Δικαστήρια με την επιβολή των ποινών ενθαρρύνουν τους αδικοπραγούντες να επανορθώσουν τη ζημιά των παραπονουμένων.» Θα πρέπει όμως να σημειώσουμε παράλληλα πως όπως προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση, καθώς και από τις υποθέσεις Μενελάου άλλως Καραμανλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 248 και Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 46 δεν συνιστά βαρυσήμαντο στοιχείο κατά την επιμέτρηση. Ως ελαφρυντικό παράγοντα λαμβάνουμε επίσης υπόψιν την άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «. η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης». Σημειώνουμε όμως και εδώ πως δεδομένης της ταυτοποίησης του Κατηγορουμένου μέσω επιστημονικών εξετάσεων, ήτοι δακτυλικώς και γενετικώς, ήταν κάπως περιορισμένες και οι επιλογές του. Ακόμη λαμβάνουμε υπόψιν το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, διαφαίνεται πως αυτός ενήργησε εντός μιας συγκεκριμένης σχετικά σύντομης περιόδου ενώ μεταγενέστερα αναγνώρισε το λάθος του και έμπρακτα έδειξε τη μεταμέλεια του. Ο συνήγορος υπεράσπισης παρέπεμψε σε τρεις υποθέσεις οι οποίες, κατά την άποψη του, αποτελούν χρήσιμο οδηγό ως προς τον καθορισμό της ποινής στην παρούσα. Η πρώτη είναι η Πόρας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 452, η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων, το αδίκημα της ένοπλης ληστείας το οποίο είχε διαπραχθεί από δύο νεαρά πρόσωπα ηλικίας 20 και 19 ετών αντίστοιχα, τα οποία αφού συνωμότησαν να διαπράξουν ληστεία, εισέβαλαν στο κατάστημα της Σ.Π.Ε. Στροβόλου κρύβοντας το πρόσωπο τους με μάλλινα σκουφάκια και προτάσσοντας ομοιώματα πιστολιού και περιστρόφου, ενώ τρίτο άτομο τους ανέμενε με το αυτοκίνητο. Αφού απέσπασαν το ποσό των Λ.Κ.22.091, το τοποθέτησαν σε τσάντα και έτρεξαν σε παρακείμενη οδό όπου, όπως είχαν συμφωνήσει, τους ανέμενε τρίτο άτομο αλλά δεν πρόλαβαν να διαφύγουν γιατί συνελήφθηκαν από αστυνομικούς που περνούσαν τυχαία. Είχαν επιβληθεί πρωτόδικα ποινές φυλάκισης 4 και 3,5 ετών αντιστοίχως για το αδίκημα της ένοπλης ληστείας. Κατ΄ έφεση οι επιβληθείσες ποινές μειώθηκαν σε 3 και 3,5 έτη αντίστοιχα διότι κρίθηκε ότι υπήρχαν ιδιάζοντα περιστατικά και λόγω του νεαρού των κατηγορουμένων και των προσωπικών τους περιστάσεων. Μεταξύ των ελαφρυντικών στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη ήταν ο πρόχειρος σχεδιασμός, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και η εξέλιξη που ακολούθησε που, όπως επισημάνθηκε, δεν έδειχναν δράση από σκληρούς εγκληματίες. Προς την ίδια κατεύθυνση κρίθηκε ότι κατέτεινε και το προσωπικό τους ιστορικό. Ακόμη λήφθηκε υπόψιν η άμεση παραδοχή τους όσο και αν δεν υπήρχαν άλλες επιλογές, και το ότι τα ομοιώματα όπλων που χρησιμοποιήθηκαν απέκλειαν το ενδεχόμενο πρόκλησης βλάβης από αυτά, όσο και αν δικαίως οι υπάλληλοι της Συνεργατικής είχαν τρομοκρατηθεί. Τέλος είχε ληφθεί υπόψιν και η συμπωματική έστω ανάκτηση του συνόλου του χρηματικού ποσού που είχαν κλέψει. Η δεύτερη είναι η υπόθεση Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 83 στην οποία επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών για ληστεία στον εφεσείοντα ηλικίας 16 ετών. Αυτός μαζί με συνεργό, ηλικίας 18 ετών, έχοντας τα πρόσωπα καλυμμένα με κουκούλα εισήλθαν στο κατάστημα όπου ο συνεργός ακινητοποίησε τη μόνη υπάλληλο με μαχαίρι ενώ ο εφεσείων, καθοδηγούμενος από τον συνεργό, αποκόμισε το ποσό των Λ.Κ.14.500. Αναφορά έγινε και στην υπόθεση Αργυρίδης κ.ά. v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449, στην οποία επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 15-30 μηνών στους έξι εφεσείοντες, ηλικίας 18-20 ετών, για ένοπλες ληστείες με χρήση μαχαιριών και άλλων αντικειμένων. Το Εφετείο αποφάσισε να αναστείλει τις ποινές κυρίως λόγω της επιπολαιότητας της όλης δράσης των εφεσειόντων, του χαμηλού ποσού που αποκομίστηκε και της πρόθεσης των εφεσειόντων για αποζημίωση. Όσον αφορά όλες τις προαναφερόμενες αποφάσεις, αρχικά επισημαίνουμε τη γνωστή νομολογιακή αρχή πως οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής καθότι η ποινή σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της και του παραβάτη. Σχετική είναι η υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1. Οι υποθέσεις στις οποίες έγινε αναφορά από την υπεράσπιση σαφώς διαφοροποιούνται από την υπό κρίση περίπτωση λόγω κυρίως της ηλικίας του Κατηγορουμένου, ο οποίος είναι ηλικίας 31 ετών, σε αντίθεση με τους δράστες των εν λόγω υποθέσεων οι οποίοι ήταν πολύ νεαρά πρόσωπα. Αυτό άλλωστε αναφέρθηκε και στην υπόθεση Σώζου v. Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 12/16, ημ. 29.3.16, στην οποία επιβλήθηκε ποινή 15 μηνών για ληστεία στον εφεσείοντα, ο οποίος ήταν χρήστης ναρκωτικών και, προκειμένου να εξοφλήσει οφειλές προς τον προμηθευτή του, θέμα για το οποίο δεχόταν πιέσεις και απειλές, αποφάσισε να λύσει το πρόβλημα που αντιμετώπιζε με τη διάπραξη ληστείας. Αφού λοιπόν διαμόρφωσε τέτοια απόφαση κάλυψε το πρόσωπο του με κουκούλα και φορώντας γάντια μπήκε σε αρτοποιείο, κατευθύνθηκε προς το μέρος της υπαλλήλου, την οποία άρπαξε από το μπράτσο και την τράβηξε προς το ταμείο όπου και την έσπρωξε βίαια για να το ανοίξει. Ο εφεσείων άρπαξε από το ταμείο €325 και τράπηκε σε φυγή. Ακολούθησε καταδίωξη του από πολίτες και στη συνέχεια αναζήτηση του από μέλη της αστυνομίας τα οποία τον εντόπισαν σε περβόλι. Παραδέχθηκε αμέσως τη διάπραξη των αδικημάτων και απολογήθηκε. Η έφεση αφορούσε μόνο το ζήτημα αναστολής της επιβληθείσας ποινής και ο συνήγορος του εφεσείοντος παρέπεμψε στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Το Εφετείο ανέφερε πως «Σ΄ ότι δε αφορά την επίκληση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εφεσείοντα της υπόθεσης Αργυρίδης (ανωτέρω) είναι αρκετό να επαναλάβουμε ότι η κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών και το γεγονός και μόνο ότι οι κατηγορούμενοι στην εν λόγω υπόθεση ήταν νεαρά πρόσωπα 18-20 χρονών διαφοροποιεί ουσιωδώς την εν λόγω υπόθεση από την παρούσα όπου ο εφεσείων είναι ηλικίας 30 ετών.» Συνεκτιμώντας αφενός τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνάρτηση με τις προβλεπόμενες ποινές και αφετέρου όλες τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του Κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με όλους τους παράγοντες που έχουμε αναπτύξει πιο πάνω, μη παραγνωρίζοντας την ανάγκη για αποτροπή, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Ως εκ τούτου στον Κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 1 ποινή φυλάκισης 4 ετών. Στην Κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 4 ετών. Στην Κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης 4 ετών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Η έκτιση των ποινών να αρχίζει από τις 29.7.16 που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση. Όσον αφορά τα Τεκμήρια, τα παρειακά επιχρίσματα και τα δακτυλικά αποτυπώματα να καταστραφούν ενώ τα προσωπικά αντικείμενα του Κατηγορουμένου να επιστραφούν στον ίδιο. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο