ΔΗΜΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. VARNAVIDES THISEAS, Αρ. Υπόθεσης: 12614/2016, 30/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12614/2016 ΔΗΜΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ -εναντίον- VARNAVIDES THISEAS Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κουσταή. Για τον Κατηγορούμενο: κος Αιμιλιανίδης. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό εξέταση υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για παραβάσεις του Περί Δήμων Νόμου του 1985, (Ν.111/85). Μαρτυρία για το Δήμο Λευκωσίας έδωσε ο Ανδρέας Πιτσιλλίδης (πλέον ΜΚ1), ο οποίος στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, παρέδωσε στο Δικαστήριο Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Α). Ο ΜΚ1, εργάζεται ως λειτουργός φορολογίας στο Τμήμα Φορολογιών του Δήμου Λευκωσίας και είναι υπεύθυνος για την περιοχή Αγίων Ομολογητών, η οποία είναι θέση του ότι, ευρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων του εν λόγω Δήμου. Μεταξύ των καθηκόντων του είναι η καταγραφή επαγγελματικών υποστατικών στην πιο πάνω περιοχή με σκοπό την έκδοση και επιβολή από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Λευκωσίας των σχετικών φορολογιών σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ασκούν επάγγελμα εντός του Δήμου, όπως επίσης είναι και η έκδοση φορολογιών σε σχέση με την αποκομιδή σκυβάλων. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του μάρτυρα, ο Κατηγορούμενος για την επίδικη περίοδο, ενοικίαζε, διατηρούσε και χρησιμοποιούσε επαγγελματικό υποστατικό στην οδό Επαμεινώνδα 7, στους Αγίους Ομολογητές, εντός του οποίου ασκούσε επιχείρηση. Για το έτος 2015, στον Κατηγορούμενο επιβλήθηκαν τέλη αποκομιδής σκυβάλων για το ποσό των €168 και τέλη διατήρησης χρήσης επαγγελματικού υποστατικού για το ποσό των €34,
- Για τα ποσά αυτά εκδόθηκε από το Δήμο σχετικό τιμολόγιο (επανεκτύπωση του εν λόγω τιμολογίου από τον προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή του μάρτυρα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1). Το εν λόγω τιμολόγιο αποστάληκε ταχυδρομικώς και δεν επιστράφηκε (ως Τεκμήριο 2 κατατέθηκε αντίγραφο ημερήσιας κατάθεσης ταχυδρομικών αντικειμένων ταχυδρομείου). Στον Κατηγορούμενο επίσης αποστάληκε τιμολόγιο ημερομηνίας 6/10/2015, το οποίο αφορά τέλη διατήρησης/χρήσης επαγγελματικού υποστατικού στις 15/10/2015 (επανεκτύπωση του εν λόγω τιμολογίου από τον προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή του μάρτυρα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3). Το εν λόγω τιμολόγιο αποστάληκε ταχυδρομικώς και δεν επιστράφηκε (ως Τεκμήριο 4 κατατέθηκε αντίγραφο ημερήσιας κατάθεσης ταχυδρομικών αντικειμένων ταχυδρομείου). Επειδή τα πιο πάνω τέλη δεν καταβλήθηκαν κατά την ημερομηνία που ήταν πληρωτέα, επιβλήθηκε πρόσθετη επιβάρυνση 10% επί του ποσού των τιμολογίων. Τα σχετικά τιμολόγια με το ποσό των πρόσθετων επιβαρύνσεων αποστάληκαν εκ νέου στον Κατηγορούμενο (επανεκτύπωση του εν λόγω τιμολογίου από τον προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή του μάρτυρα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5). Το εν λόγω τιμολόγιο αποστάληκε ταχυδρομικώς και δεν επιστράφηκε (ως Τεκμήριο 6 κατατέθηκε αντίγραφο ημερήσιας κατάθεσης ταχυδρομικών αντικειμένων ταχυδρομείου). Ο μάρτυρας επισήμανε ότι τα αντίστοιχο τέλος για το έτος 2014, το οποίο είχαν επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, πληρώθηκε. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του ο μάρτυρας κατάθεσε το τιμολόγιο του έτους 2014 και την απόδειξη πληρωμής του (Τεκμήριο 7). Επισήμανε ότι το εν λόγω πληρωθέν τιμολόγιο είχε εκδοθεί στο όνομα του Κατηγορουμένου, αποστάληκε στην ίδια διεύθυνση με τα Τεκμήρια 1,3, και
- Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται ο μάρτυρας επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Κατηγορούμενο και τον ενημέρωσε ότι υπάρχουν καθυστερήσεις στις πληρωμές του. Η απάντηση του Κατηγορουμένου, ως ο ισχυρισμός του μάρτυρα ήταν ότι τα τέλη για τα σκύβαλα είναι υψηλά και για αυτό δεν τα πληρώνει. Ο Κατηγορούμενος ουδέν ποσό πλήρωσε και ούτε έχει καταχωρήσει προσφυγή για την επιβληθήσα φορολογία. Κατά την αντεξέτασή του, ερωτήθηκε τι αφορά το επίδικο υποστατικό. Είπε ότι πρόκειται περί μουσικού ωδείου. Σε ερώτηση, από πού ξέρει ότι το εν λόγω υποστατικό το ενοικιάζει ο Κατηγορούμενος, ως ο σχετικός ισχυρισμός του κατά την κυρίως εξέτασή του, η απάντηση του μάρτυρα ήταν ότι μίλησε με τον ίδιο τον Κατηγορούμενο. Έξω από το υποστατικό, υπήρχε πινακίδα με τηλέφωνο. Κάλεσε τον αριθμό και μίλησε με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος του είπε ότι το κτίριο είναι ιδιοκτησίας του πατέρα του. Το ότι είναι ιδιοκτησίας του πατέρα του το επίδικο υποστατικό το γνωρίζει επίσης από το γεγονός, ότι είναι καταχωρημένο στα αρχεία τους, ως ιδιοκτησία εταιρείας που ανήκει στον πατέρα του Κατηγορουμένου. Κατά την τηλεφωνική τους επικοινωνία ο Κατηγορούμενος, έδωσε στο μάρτυρα τον αριθμό δελτίου ταυτότητός του και του είπε για ό,τι αφορά το εν λόγω υποστατικό να επικοινωνεί μαζί του. Σημείωσε ότι είχε πάει στο κτήριο για να εισπράξει τις καθυστερημένες οφειλές. Το επίδικο υποστατικό ευρίσκεται στον 2ο όροφο. Ο μάρτυρας πήγε στον 3ο όροφο και ρώτησε ποιος έχει το μουσικό ωδείο και του είπαν να έρθει σε επαφή με το Θησέα (Κατηγορούμενο). Σε σχέση με το Τεκμήριο 7, το οποίο αφορά επιβολή τελών προηγούμενης χρονιάς τα οποία έχουν πληρωθεί, ρωτήθηκε ο μάρτυρας κατά πόσον τα πλήρωσε προσωπικά ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Η θέση του μάρτυρα ήταν πως δεν μπορεί να το γνωρίζει αυτό, εκείνο που ξέρει είναι ότι τα αντίστοιχα τέλη της προηγούμενης χρονιάς τα οποία αφορούσαν το επίδικο υποστατικό και είχαν εκδοθεί στο όνομα του Κατηγορουμένου, είχαν πληρωθεί. Η θέση του δικηγόρου του Κατηγορουμένου ήταν ότι τα τέλη της προηγούμενης χρονιάς δεν τα πλήρωσε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Επίσης ρωτήθηκε εάν μίλησε με τον Κατηγορούμενο προσωπικά για τα τέλη του 2015 και για ποια τέλη συγκεκριμένα. Ο μάρτυρας είπε ότι μίλησε με τον Κατηγορούμενο για τα τέλη σκυβάλων για το έτος
- Μάλιστα ο Κατηγορούμενος διαμαρτυρήθηκε ότι το επιβληθέν ποσό ήταν υψηλό και ο μάρτυρας τον ενημέρωσε ότι θα μπορούσε να καταχωρήσει ένσταση. Σε εκείνη τη συνομιλία, επισήμανε επίσης στον Κατηγορούμενο ότι το επιβληθέν τέλος για το υποστατικό είναι το ελάχιστο. Μετά το τέλος της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, το Δικαστήριο αφού άκουσε σχετική εισήγηση του δικηγόρου της Υπεράσπισης, έκρινε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου και τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, καταχώρησε Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Β). Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, το επίδικο κτίριο ανήκει στην εταιρεία Α. Βαρναβίδης, στην οποία δεν είναι διευθυντής. Δεν ενοικιάζει κάποιο μέρος της οικοδομής. Στο εν λόγω κτίριο διαμένει ο πατέρας του. Ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με μουσική. Η σύζυγός του η οποία είναι δασκάλα μουσικής έχει εγγράψει εταιρεία, την Rims Ltd (Τεκμήριο 8), από το έτος 2010 και παραδίδει μουσικά μαθήματα. Είναι η θέση του ότι είναι σε διάσταση με τη σύζυγό του τα τελευταία δύο έτη. Ξέρει ότι ο πατέρας του, έχει παραχωρήσει στη σύζυγό του χώρο στην οικοδομή προκειμένου να παραδίδει μουσικά μαθήματα, αλλά δε γνωρίζει τίποτα περισσότερο. Εφόσον είναι σε διάσταση με τη σύζυγό του, ούτε ρωτά ούτε ξέρει κάτι σχετικώς με τη χρήση του διαμερίσματος. Ο ίδιος αρνείται την οποιαδήποτε σχέση με το υποστατικό στην οδό Επαμεινώνδα
- Κατά το έτος 2014 εργαζόταν στο ξενοδοχείο Holiday Inn. Δεν είχε ξεχωριστή θυρίδα για τις επιστολές του. Η οποιαδήποτε επιστολή παραδιδόταν στην υποδοχή του ξενοδοχείου και σε περίπτωση που αφορούσε «μικροτιμολόγιο», παραδιδόταν απευθείας στο λογιστήριο το οποίο προχωρούσε σε πληρωμή του τιμολογίου με αντίστοιχη χρέωση της μερίδας του. Με αναφορά στο ποσό των €34, που αφορά το Τεκμήριο 7, η θέση του ήταν ότι ουδέποτε είδε το εν λόγω τιμολόγιο και ουδέποτε έδωσε έγκριση για πληρωμή του και το πιο πιθανόν είναι ότι πληρώθηκε από το λογιστήριο χωρίς να ερωτηθεί. Σε σχέση με τα τιμολόγια και τις επιστολές οι οποίες αναφέρονται ως Τεκμήρια 1 έως και 6, η θέση του είναι ότι ουδέποτε τα παρέλαβε, τον δε μάρτυρα για το Δήμο Λευκωσίας δεν τον γνωρίζει και πρώτη φορά τον είδε στο Δικαστήριο. Δεν γνωρίζει εάν μίλησε μαζί του στο τηλέφωνο αφού δεν αναγνωρίζει τη φωνή του. Πριν από περίπου 2 έτη, του τηλεφώνησε κάποιος στο κινητό του, ο οποίος του ανάφερε ότι είναι από το Δημαρχείο και του ζήτησε τον αριθμό ταυτότητάς του για σκοπούς φορολογίας. Δε θυμάται κάτι άλλο σχετικό με το τηλεφώνημα αυτό. Είναι η θέση του, ότι δεν γνωρίζει εάν η επίδικη οικοδομή ευρίσκεται στο Δήμο Λευκωσίας ή στο Δήμο Στροβόλου. Δεν αποδέχεται τη θέση του ΜΚ1, ότι κατόπιν τηλεφωνικής των επικοινωνίας, συμφώνησε όπως καταβάλλει τα επίδικα τέλη και είναι η θέση του ότι ουδεμία υποχρέωση έχει να καταβάλλει τέλη υποστατικού το οποίο χρησιμοποιεί η εν διαστάσει σύζυγός του. Αρνείται ότι παρέλαβε τα Τεκμήρια 1-
- Αν τα είχε παραλάβει, τότε θα έδιδε άμεσα οδηγίες προς το λογιστήριο του Holiday Inn ή στο δικηγόρο του, όπως καταχωρήσουν ένσταση. Τέλος σημειώνει ότι έχει ζητήσει από το δικηγόρο του να ελέγξει κατά πόσο υπάρχει εγγεγραμμένη επωνυμία Royal Inter Music ή Royal International (δηλ. η επωνυμία που αναγράφεται στα τιμολόγια δίπλα από το όνομά του) και τέτοιες επωνυμίες δεν είναι εγγεγραμμένες (Τεκμήρια 9 και 10). Κατά την αντεξέτασή του, του υποβλήθηκε ότι έχει λάβει γνώση του Τεκμηρίου 7 και για αυτό το λόγο είναι που πληρώθηκε. Η θέση του ήταν ότι δεν έχει λάβει γνώση και ότι δεν έδωσε οδηγίες για την πληρωμή του εν λόγω τεκμηρίου. Ερωτήθηκε εάν η διεύθυνση που αναγράφεται στα Τεκμήρια 1,3 και 5 είναι η ίδια με αυτή του Τεκμηρίου 7 και όταν συμφώνησε, του υποβλήθηκε ότι ως παραλήφθηκε το Τεκμήριο 7 και πληρώθηκε κατά τον ίδιο τρόπο έχουν παραληφθεί και τα Τεκμήρια 1,3 και 5 τα οποία όμως δεν πλήρωσε. Ο μάρτυρας διαφώνησε. Επίσης του υποβλήθηκε ότι από τη στιγμή που για το έτος 2014 πλήρωσε το Τεκμήριο 7 χωρίς διαμαρτυρία, θα έπρεπε να αναμένει ότι θα εκδίδονταν επονόματί του τέλη για το έτος
- Ο μάρτυρας επίσης διαφώνησε. Τέλος του υποβλήθηκε ότι θα έπρεπε να γνωρίζει ότι το επίδικο υποστατικό ευρίσκεται στο Δήμο Λευκωσίας. Επίσης διαφώνησε. Μετά το τέλος της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η υπεράσπιση δήλωσε ότι δεν θα έχει άλλο μάρτυρα και τα μέρη προχώρησαν με αγορεύσεις. Μεταφέρω επιγραμματικά αμέσως πιο κάτω τις θέσεις εκάστης πλευράς, όπως αυτές προκύπτουν από τις αγορεύσεις τους. Εάν και εφόσον χρειαστεί, θα γίνεται εκτενής αναφορά σε μεταγενέστερο στάδιο. Το πρώτο σημείο που ανέδειξε με την αγόρευσή του, ο δικηγόρος της υπεράσπισης, αφορά στη δεύτερη κατηγορία. Είναι η θέση του ότι το άρθρο 103, δημιουργεί αδίκημα την εξάσκηση επαγγέλματος εντός των ορίων Δήμου, χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση άδειας. Επισημαίνει ότι σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο Κατηγορούμενος δεν είναι για αυτό που κατηγορείται, αλλά για τη μη καταβολή τέλους €
- Εφόσον για την επιβολή τέλους είναι απαραίτητη προϋπόθεση η προηγούμενη παραχώρηση άδειας και εφόσον κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, το αδίκημα όπως αυτό καταγράφεται στο κατηγορητήριο δεν μπορεί να στοιχειοθετείται, εφόσον το αναφερόμενο άρθρο 103 δεν αναφέρεται σε επιβολή τελών και σε υποχρέωση πληρωμής τους αλλά σε εξασφάλιση άδειας για εξάσκηση επαγγέλματος. Επισημαίνει ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ1, έχει επιβληθεί και πληρωθεί τέλος €34, για επαγγελματική άδεια για το
- Επομένως, σημειώνει για να εκδοθεί το τέλος αυτό σημαίνει ότι σε κάποιο προγενέστερο στάδιο εξασφαλίστηκε άδεια και διερωτάται πως είναι δυνατόν σήμερα να κατηγορείται για μη εξασφάλιση άδειας. Επίσης, ο δικηγόρος της υπεράσπισης, επαναλαμβάνει τη θέση που προώθησε και στα πλαίσια της διαδικασίας ότι, δεν έχει αποδειχθεί ότι το επίδικο υποστατικό εμπίπτει εντός των ορίων του Δήμου Λευκωσίας. Τέλος, εισηγείται ότι η μαρτυρία που έχει προσφέρει η Κατηγορούσα Αρχή δεν είναι τέτοιας ποιότητας που να αποδεικνύει την υπόθεσή της. Από την πλευρά της η δικηγόρος του Δήμου Λευκωσίας, παρέδωσε γραπτή αγόρευση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε πλήρως. Εισηγείται δε, ότι έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της και ζητεί από το Δικαστήριο να προχωρήσει σε καταδίκη του Κατηγορουμένου. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Προχωρώ αμέσως πιο κάτω, σε αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθειμένης μαρτυρίας, έχοντας βεβαίως πάντοτε κατά νου, τις σχετικές νομολογιακές αρχές που άπτονται του ζητήματος αυτού. Ο ΜΚ1, ομολογουμένως, προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ανάφερε με ειλικρίνεια και λεπτομέρεια, τη διαδικασία επιβολής τελών, την αποστολή σχετικών επιστολών στον Κατηγορούμενο, οι οποίες δεν επιστράφηκαν πίσω. Εξήγησε επίσης, πως αντίστοιχη επιστολή αναφορικά με τα τέλη της προηγούμενης χρονιάς αποστάληκε στον Κατηγορούμενο και πληρώθηκε. Επίσης, το γεγονός ότι μίλησε μαζί με τον Κατηγορούμενο, υπενθυμίζοντας τον για τις καθυστερημένες οφειλές και το ότι ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ο λόγος που δεν πληρώνει τα τέλη σκυβάλων είναι επειδή είναι υψηλά, επίσης είναι αποδεκτή ως μαρτυρία. Το Δικαστήριο αποδέχεται τον ισχυρισμό αυτό του μάρτυρα τόσο από την όλη στάση του η οποία έπεισε ότι ήταν ειλικρινής, όσο και από το γεγονός ότι δεν είχε κανένα λόγο να πει ψέμα αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Η μαρτυρία του, η οποία ήταν σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα είναι αποδεχτή. Ο Κατηγορούμενος από την άλλη, δεν προκάλεσε καθόλου θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Απαντούσε με υπεκφυγές, σε πολλές περιπτώσεις δίσταζε πριν απαντήσει και η όλη συμπεριφορά του, μάλλον άτομο που ήρθε στο Δικαστήριο για να μην πει την αλήθεια δείχνει. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 7, του έχουν επιβληθεί ξανά τέλη τα οποία έχει καταβάλει. Το ότι δεν γνώριζε την επιβολή και πληρωμή των τελών αυτών δεν είναι αποδεχτό. Τα τέλη αποστάληκαν στη διεύθυνση της εργασίας του, παραλήφθηκαν και πληρώθηκαν. Ο ισχυρισμός του ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε αναφορικά με το τιμολόγιο Τεκμήριο 7, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός καθότι είναι σε πλήρη αντιδιαστολή με τη μαρτυρία που ο ίδιος έδωσε. Ακόμα όμως, και εάν ισχύουν τα όσα ανάφερε ο ίδιος, ότι δηλαδή πληρώθηκαν από το λογιστήριο χωρίς να ενημερωθεί με αντίστοιχη χρέωση της μερίδας του, με τη χρέωση στο λογαριασμό του υπάρχει η ανάλογη ενημέρωση σε αυτόν ότι από τη μερίδα του αφαιρέθηκε ποσό για πληρωμή τελών του Δήμου. Το εν λόγω τιμολόγιο, Τεκμήριο 7, παραλήφθηκε και πληρώθηκε χωρίς να υπάρξει η παραμικρή διαμαρτυρία. Εάν ο Κατηγορούμενος λέει αλήθεια, τότε το λογικό αναμενόμενο ήταν ότι και σε σχέση με τα επίδικα τιμολόγια, θα ακολουθείτο η ίδια διαδικασία. Παραλαβή από την υποδοχή, παραπομπή στο λογιστήριο και πληρωμή τους με χρέωση στη μερίδα του. Δεν έγινε όμως πληρωμή, το πιο πιθανόν γιατί κάποιος τους είπε να μην πληρώσουν. Εφόσον η επιστολή δεν έχει επιστραφεί, υπάρχει τεκμήριο παραλαβής της, όπως ακριβώς έγινε και την προηγούμενη χρονιά. Τα επίδικα τιμολόγια δεν έχουν πληρωθεί. Στο σημείο αυτό είναι που η μαρτυρία του ΜΚ1 καθίσταται αποδεκτή ως η πιο λογική, ότι ο Κατηγορούμενος δεν πλήρωσε τα τέλη και διαμαρτυρήθηκε για το ύψος των τελών των σκυβάλων και επομένως είχε γνώση των τελών. Επαναλαμβάνω ότι ο μάρτυρας δεν προκάλεσε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, τόσο με τη στάση του, όσο και με τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις, τις υπεκφυγές του και το δισταγμό του να απαντήσει. Επίσης, η εκδοχή που προωθεί, συνίσταται στην επίκληση αλλεπάλληλων ενδεχομένων, σε βαθμό μάλιστα που αναιρείται κάθε πιθανότητα να λέει την αλήθεια. Δε γνωρίζει τίποτα τόσο για τα επίδικα τιμολόγια, όσο και για το τιμολόγιο της προηγούμενης χρονιάς άσχετο εάν αυτό έχει εκδοθεί στο όνομα του και έχει πληρωθεί. Η μερίδα του έχει χρεωθεί το ποσό του εν λόγω τιμολογίου, αλλά δε γνωρίζει πως έχει πληρωθεί το εν λόγω τιμολόγιο και πιθανολογεί τους τρόπους αλλά ουδέποτε ζήτησε να ενημερωθεί. Αν και το κτίριο σε σχέση με το οποίο έχουν εκδοθεί τα επίδικα τέλη είναι οικογενειακό και εκεί κατοικεί ο πατέρας του, επίσης δε γνωρίζει τίποτα σχετικά. Η όλη του στάση συνίσταται σε μια συνεχή άρνηση γεγονότων στο επίκεντρο των οποίων ευρίσκεται ο ίδιος, αλλά παρόλα αυτά επικαλείται πλήρη άγνοια. Απορρίπτω χωρίς δισταγμό τη μαρτυρία του. Σε σχέση με το ζήτημα του εάν το επίδικο υποστατικό εμπίπτει εντός των ορίων του Δήμου Λευκωσίας, εντελώς συνοπτικά αναφέρω ότι, πρώτον έχει γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΚ1, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι το επίδικο υποστατικό ευρίσκεται εντός του Δήμου Λευκωσίας και περαιτέρω σημειώνω ότι τα επίδικα τιμολόγια έχουν εκδοθεί από το Δήμο Λευκωσίας και δεν έχει αμφισβητηθεί με οποιοδήποτε τρόπο ότι αυτά έχουν εκδοθεί από την αρμόδια αρχή (το αρμόδιο διοικητικό όργανο). Ισχύει επί του προκειμένου το τεκμήριο της κανονικότητας και κατ΄ αναλογία έχουν εφαρμογή τα όσα έχουν αποφασιστεί επί του σημείου στις Δήμος Αγίας Νάπας ν. Στέλλας Ιωάννη Καραγιάννη, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 6857, 22 Ιανουαρίου, 2001 , Δήμος Λεμεσού ν. Ανδρέα Λοφίτη, υπό την ιδιότητά του ως Διευθυντής της Εταιρείας Polycast (Panels) Ltd και Άλλης
(2000)2 ΑΑΔ 162 ,Ιωάννου ν. Δήμου Λάρνακος
(1996)2 ΑΑΔ 315, Δήμος Aγία Nάπας ν. Στέλλας Iωάννη Kαραγιάννη
(2001)2 ΑΑΔ 42, Δήμος Λεμεσού ν. Ανδρέα Λοφίτη κ.α., ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΦΕΣΕΙΣ ΑΡ. 6693 + 6696, 15 Μαρτίου
- Έχοντας αξιολογήσει την ενώπιον μου τεθειμένη μαρτυρία, μπορώ με ασφάλεια πιστεύω, να καταλήξω στα ακόλουθα ευρήματα:
- Στον Κατηγορούμενο έχουν επιβληθεί τέλη για σκύβαλα και τέλη για διατήρηση επαγγελματικού υποστατικού, σε σχέση με το υποστατικό το οποίο ευρίσκεται στην οδό Επαμεινώνδα 7, Άγιοι Ομολογητές.
- Το εν λόγω υποστατικό ευρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λευκωσίας.
- Τα επίδικα τιμολόγια έχουν αποσταλεί στην οδό Ρηγαίνης 70, Λευκωσία, ως η διεύθυνση εργασίας του Κατηγορουμένου.
- Οι σχετικές επιστολές οι οποίες περιείχαν τα επίδικα τιμολόγια δεν έχουν επιστραφεί πίσω.
- Ο Κατηγορούμενος έλαβε γνώση των σχετικών τελών.
- Ο Κατηγορούμενος δεν καταχώρησε ένσταση.
- Η προθεσμία για καταχώρηση προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146.3 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας παρήλθε πριν την καταχώρηση του Κατηγορητηρίου και ο Κατηγορούμενος δεν καταχώρησε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο, εναντίον της πιο πάνω επιβολής τελών.
- Ο Κατηγορούμενος μέχρι σήμερα, δεν έχει πληρώσει τα επιβληθέντα τέλη. Κατόπιν της αξιολόγησης της μαρτυρίας και της συνεπακόλουθης εξαγωγής ευρημάτων, θα προχωρήσω σε υπαγωγή αυτών στη νομική πτυχή της υπόθεσης, προκειμένου να αποφανθώ κατά πόσο τα αδικήματα στοιχειοθετούνται. Για πρακτικούς κυρίως λόγους θα ξεκινήσω με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. 2η Κατηγορία: Σύμφωνα με την Έκθεση Αδικήματος της δεύτερης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το ακόλουθο αδίκημα: «Διατήρηση εντός των εντός των Δημοτικών ορίων του Δήμου Λευκωσίας, χώρου ή οικοδομής ήτοι ιδιωτική σχολή χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση σχετικής άδειας από το Δημοτικό Συμβούλιο κατά παράβαση των άρθρων 83, 84(κ, ) 103, 126, 129,, 134 και 135 του Περί Δήμων Νόμου 111/85 ως ετροποποιήθηκε έως σήμερα.» Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, στοιχειοθετείται σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 103 του Περί Δήμων Νόμου του 1985 (Ν.111/85), σύμφωνα με το οποίο ουδείς «διατηρεί εντός των δημοτικών ορίων οποιουδήποτε δήμου οποιαδήποτε οικοδομή ή χώρο ή υποστατικό, εντός των οποίων ασκείται οποιαδήποτε επιχείρηση, βιομηχανία, εμπόριο, επάγγελμα ή επιτήδευμα, εκτός εάν έχει προηγουμένως εξασφαλίσει σχετική άδεια από το συμβούλιο του δήμου αυτού, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 112.» Σημειώνεται ότι το άρθρο 112 αναφέρεται σε χώρους αναψυχής. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, είναι ικανοποιητικό να αποδειχθεί (α) η ύπαρξη υποστατικού στο οποίο ασκείται η οποιαδήποτε επιχείρηση, επάγγελμα κλπ, (β) χωρίς να έχει εξασφαλιστεί σχετική άδεια. Το αδίκημα επομένως που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο με βάση την έκθεση αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, είναι ότι αυτός λειτουργεί Ιδιωτική Σχολή, χωρίς προηγούμενη εξασφάλιση άδειας κατά παράβαση του άρθρου 103 του Περί Δήμων Νόμου του 1985 (Ν.111/85). Σε αυτή την περίπτωση, σύμφωνα με το ίδιο το άρθρο στο εδάφιο
(3)«Οιovδήπoτε πρόσωπov παραβαίvov τας διατάξεις τoυ παρόvτoς άρθρoυ υπόκειται, επί τη καταδίκη τoυ, εις χρηματικήv πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας £500.» Δεν διαφεύγει την προσοχή μου, ότι το άρθρο 103 (όχι όμως το εδάφιο
(3)), έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 78(Ι)/2015 στις 5/6/2015 (περίοδο που εμπίπτει στη χρονική περίοδο του Κατηγορητηρίου). Σύμφωνα με το Κατηγορητήριο ο Κατηγορούμενος, κατηγορείται ότι από 1/1/2015 μέχρι και 31/12/2015 διατηρούσε Ιδιωτική Σχολή χωρίς προηγούμενη εξασφάλιση άδειας. Το άρθρο 103
(1)του Ν.111/85 ως έχει σήμερα καταγράφεται πιο πάνω. Πριν την τροποποίηση το άρθρο 103
(1), είχε: «Ουδέv πρόσωπov διατηρεί εvτός τωv δημoτικώv oρίωv oιoυδήπoτε δήμoυ oιαvδήπoτε oικoδoμήv ή χώρov εvτός τωv oπoίωv ασκείται oιαδήπoτε επιχείρησις, βιoμηχαvία, εμπόριov, επάγγελμα ή επιτήδευμα, άvευ αδείας λαμβαvoμέvης πρoηγoυμέvως από τo συμβoύλιov τoυ τoιoύτoυ δήμoυ». Είναι ξεκάθαρο ότι ο Νόμος τόσο ως είχε πριν την τροποποίηση όσο και ως έχει σήμερα, επιβάλλει υποχρέωση εξασφάλισης άδειας για τη διατήρηση επαγγελματικού υποστατικού και σε περίπτωση παράβασης της υποχρέωσης αυτής στοιχειοθετείται αδίκημα το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο 3 του εν λόγω άρθρου (ήτοι χρηματική ποινή μη υπερβαίvoυσαv τας £500). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι: «Ο Κατηγορούμενος μεταξύ της 1/1/2015 και 31/12/2015 εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λευκωσίας διατηρούσεν χώρον ή οικοδομη ήτοι Ιδιωτική Σχολή χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση σχετικής άδειας από το Δημοτικόν Συμβούλιον Λευκωσίας τα δικαιώματα της οποίας καθορίσθηκαν εις €34,00 συν προσεπιβάρυνση ίση προς 10% ήτοι €3,40 ήτοι συνολικό ποσό €37,40». Η έκθεση αδικήματος ως αναφέρεται πιο πάνω, αποδίδει στον Κατηγορούμενο το αδίκημα του άρθρου 103
(3), δηλαδή παράβαση του άρθρου 103
(1), δηλαδή διατήρηση επαγγελματικού υποστατικού χωρίς προηγούμενη εξασφάλιση άδειας. Οι λεπτομέρειες αδικήματος παρόλαυτα είναι συγκεχυμένες. Αναφέρονται τόσο στο αδίκημα του άρθρου 103 όσο και του άρθρου 109 του Νόμου 111/1985. Πλην όμως, η μαρτυρία που έχει δοθεί από το Δήμο Λευκωσίας προς απόδειξη της υπόθεσής του, καταλογίζει στον Κατηγορούμενο το αδίκημα της μη καταβολής τελών, ήτοι αποδίδει στον Κατηγορούμενο το αδίκημα του άρθρου 109 του Ν.111/85, σύμφωνα με το οποίο: «Οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο αρνείται ή παραλείπει ή αμελεί να παράσχει στο συμβούλιο τα επιβαλλόμενα δικαιώματα εντός της καθορισμένης χρονικής περιόδου, δυνάμει των άρθρων 104 και 106, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ.» Το άρθρο 104 του Ν.111/85, διαλαμβάνει: «Το συμβούλιο επιβάλλει σε νομικά πρόσωπα τα οποία ασκούν οποιαδήποτε επιχείρηση, βιομηχανία, βιοτεχνία, εργασία, εμπόριο, επιτήδευμα ή επάγγελμα, εντός των δημοτικών ορίων, ετήσια δικαιώματα σύμφωνα με τον Τρίτο Πίνακα.» Το Δικαστήριο, εκείνο που οφείλει να εξετάσει είναι εάν στοιχειοθετείται το αδίκημα το οποίο αποδίδεται στον Κατηγορούμενο με βάση το Κατηγορητήριο. Στην προκείμενη, αυτό ξεκάθαρα αναφέρεται στο αδίκημα της διατήρησης επαγγελματικού υποστατικού χωρίς προηγούμενη εξασφάλιση άδειας. Εφόσον το δικόγραφο (στην παρούσα περίπτωση το Κατηγορητήριο) είναι και οι «ράγες» πάνω στις οποίες κινείται η διαδικασία(Παπαγεωργίου ν. Κλάππα,
(1991)1 Α.Α.Δ. 24), αυτό ρητά και ξεκάθαρα περιορίζεται στο άρθρο 103 του Νομού 111/85. Η μαρτυρία που έχει δοθεί αφορά έτερο διακριτό αδίκημα από το νόμο και δεν έχει δοθεί καμία απολύτως μαρτυρία, η οποία να είναι σε συνάρτηση με το αδίκημα που καταγράφεται στην έκθεση αδικήματος. Με προβλημάτισε το κατά πόσον δικαιολογείται η τροποποίηση του Κατηγορητηρίου με βάση το άρθρο 85
(4)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155. Θεωρώ, όμως ότι από τη στιγμή που η Υπεράσπιση, προώθησε την υπεράσπισή της επί τη βάση των λεπτομερειών του Κατηγορητηρίου, επισημαίνοντας μάλιστα ότι ουδέποτε ο Κατηγορούμενος αποτάθηκε για εξασφάλιση άδειας, η οποιαδήποτε παρέμβαση του Δικαστηρίου ως προς αυτή την κατεύθυνση, θα συνιστούσε δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του Κατηγορουμένου (βλ.σχετικά Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαυρονικόλα,
(1990)2 Α.Α.Δ. 480) Εφόσον, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αναφορικά με μη αδειούχο υποστατικό, ως η έκθεση και εν μέρει οι λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, αλλά μαρτυρία για μη καταβολή τελών για επαγγελματικό υποστατικό, τότε η δεύτερη κατηγορία δεν έχει αποδειχθεί και είναι υποκείμενη σε απόρριψη. 1η Κατηγορία: «Παράλειψη πληρωμής των τελών για αποκομιδή σκυβάλων κατά παράβαση των άρθρων 84(ζ), 87
(1)(γ)
(2), 126, 129, 134 και 135 του Περί Δήμων Νόμου 111/85 ως ετροποποιήθηκε έως σήμερα.» Η παράβαση για την οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος στην πρώτη Κατηγορία, συνίσταται στην παράλειψη καταβολής των επιβληθέντων τελών. Το αδίκημα της πρώτης Κατηγορίας, δημιουργείται με βάση το άρθρο 129 του Ν.111/85 (James Peter ν. Δήμος Αγίου Αθανασίου, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 6966, 4.9.01) Προκειμένου, να στοιχειοθετηθεί η δεύτερη κατηγορία εναντίον του Κατηγορουμένου, το Δικαστήριο, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι: Η πράξη επιβολής των τελών στον Κατηγορούμενο, του έχει κοινοποιηθεί. Η πράξη αυτή κατέστη ανέκκλητη (είτε επειδή παρήλθε το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα και αυτή δεν αμφισβητήθηκε, είτε επειδή επικυρώθηκε δυνάμει απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατόπιν άσκησης προσφυγής). Τα τέλη δεν έχουν πληρωθεί. Η επιβολή τελών, είναι διοικητική πράξη και ως τέτοια η μόνη δυνατότητα αμφισβήτησής της, είναι με την καταχώρηση προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο εντός της καθορισμένης από το άρθρο 146 του Συντάγματος προθεσμίας των 75 ημερών. Προϋπόθεση ενεργοποίησης της ανατρεπτικής προθεσμίας των 75 ημερών, είναι η γνώση του διοικουμένου. Ο Κατηγορούμενος, έλαβε τα τιμολόγια Τεκμήριο 1,3 και 5, τα οποία απεστάλησαν στην διεύθυνση εργασίας του, Ρηγαίνης 70, Λευκωσία. Οι επιστολές δεν έχουν επιστραφεί (Τεκμήρια 2,4 και 6). Επίσης, ο Κατηγορούμενος ενημερώθηκε τηλεφωνικά για τα τέλη από τον ΜΚ1, όταν τον κάλεσε για να του υπενθυμίσει τις καθυστερημένες οφειλές. Ο Κατηγορούμενος ως η, αποδεχτή, θέση του ΜΚ1, διαμαρτυρήθηκε για το ύψος των σκυβάλων. Δεν κατέβαλε το επιβληθέν τέλος. Ο Κατηγορούμενος περαιτέρω, επέλεξε να μην καταχωρήσει προσφυγή. Τέλη για το προηγούμενο έτος αποστάληκαν με επιστολή στην ίδια διεύθυνση με παραλήπτη τον Κατηγορούμενο, η επιστολή δεν επιστράφηκε και τα τέλη πληρώθηκαν. Στην υπόθεση Δήμος Αγίου Αθανασίου ν James Peter (Pazaraki)
(2004)2 A.A.Δ. 524, έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Δεν αποτελεί έργο μας η υπόδειξη τρόπου πληροφόρησης των ενδιαφερομένων. Υπενθυμίζουμε ότι υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is prima facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed ..").» Εφόσον το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι η πράξη επιβολής των τελών, δηλαδή τα τιμολόγια έχει κοινοποιηθεί στον Κατηγορούμενο, ο οποίος δεν τα έχει αμφισβητήσει με τον ενδεδειγμένο τρόπο και τα ποσά των τιμολογίων δεν έχουν πληρωθεί, τότε για σκοπούς του παρόντος Δικαστηρίου τα αποδιδόμενο στον Κατηγορούμενο αδίκημα, της πρώτης κατηγορίας έχει αποδειχθεί. Είναι πάγια και ξεκαθαρισμένη η θέση της νομολογίας, όπως αυτή έχει αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων (μεταξύ άλλων, Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού,
(1994)2 Α.Α.Δ. 145, Γιαννάκης Ιωάννου και άλλοι ν. Της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω
- του Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
- του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)3 Α.Α.Δ. 493, Μάριος Ι. Κυριακίδης, Ιάκωβος Αβρααμίδης ν. Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 75, Άριστος Χριστοδούλου ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 128 κ.α.), ότι, όχι μόνο εκφεύγει από το δικαιοδοτικό πλαίσιο του ποινικού Δικαστηρίου, αλλά αποκλείεται η δυνατότητα διερεύνησης της νομιμότητας διοικητικής πράξης. Επίσης, καταγράφω το ακόλουθο απόσπασμα από την James Peter ν. Δήμος Αγίου Αθανασίου, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 6966, 4.9.01, το οποίο θεωρώ ότι τυγχάνει εφαρμογής και στην υπό εξέταση υπόθεση: «Θέματα όπως αυτά που εγέρθηκαν από το συνήγορο του εφεσείοντα, δηλαδή ιδιοκτησία ή κατοχή, το είδος του υποστατικού και το ύψος των τελών, είναι σαφώς θέματα που αφορούν την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του τέλους και έτσι δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στην παρούσα διαδικασία. Η εγκυρότητα της διοικητικής πράξης παραμένει ως δεδομένο, εφόσον αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί εντός της προνοούμενης από το Σύνταγμα προθεσμίας με αίτηση ακυρώσεως. Κατά συνέπεια και εφόσον ήταν αδιαμφισβήτητη η μαρτυρία για την επιβολή του τέλους και την παράλειψη πληρωμής της, η έφεση απορρίπτεται» Επίσης, στην υποθεση Χριστοδούλου ν. Έπαρχος Λεμεσού,
(2000)2 Α.Α.Δ. 128, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε τα ακόλουθα: «Η δικαιοδοσία του ποινικού δικαστηρίου για αξιόποινες πραλείψεις καταβολής φορολογίας προϋποθέτει το ανέκκλητο της φορολογίας, με μόνο παρεπόμενο την είσπραξή της. Προσλαμβάνει αυτό το χαρακτήρα η επιβληθείσα φορολογία, εφόσον περιέλθει σε γνώση του διοικουμένου και αφού παρέλθει ο χρόνος για την προσβολή της ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προϋπόθεση για το ανέκκλητο της υποχρέωσης καταβολής της φορολογίας αποτελεί η γνωστοποίησή της στο διοικούμενο ή, έστω, η λήψη γνώσης του περιεχομένου της εκ μέρους του και η πάροδος, από την ημέρα εκείνη, του χρονικού διαστήματος των 75 ημερών για την άσκηση προσφυγής - (Άρθρο 146.3 του Συντάγματος).» Εκ του περισσού ίσως, προσθέτω το αυτονόητο, ότι τα υπό εξέταση αδικήματα, είναι αδικήματα αυστηρής ποινικής ευθύνης, τα οποία στοιχειοθετούνται με μόνη τη διαπίστωση της συνδρομής του actus reus. (Βλ. σχετικά Sea Island Tours Ltd ν. KOT,
(1995)2 Α.Α.Δ. 196, Δημοκρατία ν. Δημητρίου
(2010)2 Α.Α.Δ. 298, AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 78/2014, 79/2014, 3/9/2015. ) Το παρόν Δικαστήριο σε καμία περίπτωση μπορεί να ασκήσει έλεγχο στο κύρος της πράξης επιβολής τελών. Αυτή η αμφισβήτηση της Υπεράσπισης, μπορούσε να γίνει μόνο δια προσφυγής η οποία θα καταχωρείτο στο Διοικητικό Δικαστήριο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ενόψει των όσων έχω καταγράψει πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή έχει πετύχει στο καθήκον της να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρώτης Κατηγορίας, όπως αυτά έχουν καταγραφεί και συνεπώς, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της σε σχέση με την πρώτη Κατηγορία και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη Κατηγορία. Αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στη δεύτερη κατηγορία. (Υπ) ...................................... Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο