← Κύπρος

C.P.H. INVESTMENTS LIMITED ν. ΛΙΝΑ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 9621/2014, 25/11/2016

C.P.H. INVESTMENTS LIMITED ν. ΛΙΝΑ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 9621/2014, 25/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9621/2014 C.P.H. INVESTMENTS LIMITED -εναντίον- ΛΙΝΑ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ Κατηγορουμένη Ημερομηνία: 25 Νοεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Παραπονουμένη: κα Θωμά Για την Κατηγορουμένη: κα Ξυψιτή Κατηγορουμένη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην ιδιωτική ποινική αυτή υπόθεση, η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες. Ως καταγράφεται στις λεπτομέρειες όλων των κατηγοριών, εφαλτήριο της ποινικής αυτής δίωξης υπήρξε η κατ΄ ισχυρισμό εξασφάλιση πίστωσης από την Κατηγορουμένη στις 21/01/2010, ενώ ήταν σε πτώχευση από τις 28/5/2009 και δεν είχε αποκατασταθεί. Με βάση το πιο πάνω κατ΄ ισχυρισμό γεγονός, διαμορφώθηκαν οι τρεις κατηγορίες οι οποίες συνίστανται σε παράβαση του άρθρου 117(α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφάλαιο 5 (πρώτη κατηγορία), σε εξασφάλιση πίστωσης δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση του άρθρου 299 του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154 (δεύτερη κατηγορία) και επίσης εξασφάλιση πίστωσης δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση του άρθρου 301 του Κεφ.154 (τρίτη κατηγορία). Ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία, στα πλαίσια της οποίας μαρτυρία έδωσαν δύο μάρτυρες. Ο διευθυντής της Παραπονουμένης, σύμφωνα με τη μαρτυρία του οποίου, ο πατέρας της κατηγορουμένης του ζήτησε να δώσει σε αυτόν και σε άλλα δύο άτομα δάνειο ύψους €21.

  1. Ο μάρτυρας αφού εξέτασε τα στοιχεία που του δόθηκαν, αποφάσισε όπως αποδεχτεί το αίτημα του πατέρα της Κατηγορουμένης και παραχωρήσει σε αυτόν και σε δύο άλλα άτομα δάνειο για το πιο πάνω ποσό. Η συμφωνία δανείου υπογράφηκε στις 21/1/2010 και παραχωρήθηκε το δάνειο στους συνοφειλέτες, μεταξύ των οποίων και η Κατηγορουμένη. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι η Κατηγορουμένη στις 21/1/2010 όταν και υπέγραφε το δάνειο ήταν πτωχεύσασα η οποία δεν είχε αποκατασταθεί, δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 28/5/2009 στα πλαίσια της αίτησης 301/
  2. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Στέλιος Ευτυχίου, ο οποίος εργάζεται στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, στον κλάδο πτωχεύσεων από το
  3. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης της Κατηγορουμένης στις 28/5/2009, το οποίο δεν της επιδόθηκε από την υπηρεσία που εργάζεται (ήτοι Επίσημο Παραλήπτη). Το εν λόγω διάταγμα δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 16/3/
  4. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του δεύτερου μάρτυρα κατηγορίας, η πλευρά των Παραπονουμένων ζήτησε να τροποποιήσει το κατηγορητήριο ως ακολούθως: Με την τροποποίηση των λεπτομερειών αδικήματος στην 2η κατηγορία με διαγραφή της ημερομηνίας 28/5/2009 και την αντικατάσταση της από την ημερομηνία 6/7/2006 και τη διαγραφή της λέξης «πτώχευση» και την αντικατάστασή της με τις λέξεις «παραλαβή της περιουσίας της». Με την ίδια τροποποίηση ως άνω και στην τρίτη κατηγορία. Με την προσθήκη τέταρτης κατηγορίας ως ακολούθως: ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Εξασφάλιση πίστωσης δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 118(α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 ως ετροποποιήθη μέχρι το νόμο 74(Ι)/2008 ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η Κατηγορουμένη την 21/01/2010 στη Λευκωσία, ενώ ήτο πρόσωπο εναντίον της περιουσίας του οποίου είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής, εξασφάλισε πίστωση δια ψευδών παραστάσεων, ήτοι δάνειο ύψους €21.960 από τους παραπονουμένους, χωρίς να αποκαλύψει σε αυτούς ότι από 06/07/2006 εκδόθηκε εναντίον της περιουσίας της διάταγμα παραλαβής. Το πιο πάνω αίτημα συνάντησε την ένσταση της δικηγόρου της Κατηγορουμένης και το Δικαστήριο προχώρησε και άκουσε τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών επί του θέματος. Και οι δύο πλευρές κατέθεσαν Γραπτή Αγόρευση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησαν πλήρως. Θα μεταφέρω πιο κάτω συνοπτικά τις θέσεις και τα επιχειρήματά τους, έτσι όπως αυτά καταγράφονται στις αγορεύσεις τους. Η πλευρά της Παραπονουμένης, στηρίζει το αίτημα της στο άρθρο 83

(1)του Κεφ.155. Με αναφορά στη σχετική νομολογία, εισηγείται ότι η ανάγκη για τροποποίηση μπορεί να εγερθεί για διάφορους λόγους όπως: ασυμφωνία μεταξύ των λεπτομερειών αδικήματος με τη μαρτυρία που ήδη προσφέρθηκε. για να δοθούν περαιτέρω και ακριβέστερες λεπτομέρειες ώστε να καταστεί δυνατή η ετοιμασία της υπεράσπισης με βεβαιότητα. για να προστεθεί κατηγορία που να περιλαμβάνει αδίκημα που αποκαλύφθηκε από τη μαρτυρία. Είναι η θέση της Παραπονουμένης ότι το επίδικο κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό λόγω του ότι παρουσιάζει ασυμφωνία με τη μαρτυρία που δόθηκε, υπό την έννοια ότι η μαρτυρία που δόθηκε αποκαλύπτει αδίκημα το οποίο δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο και είναι εισήγησή της ότι το άρθρο 83
(1)όπως και η σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα νομολογία δικαιολογεί την αιτούμενη τροποποίηση. Σε σχέση με το εάν επηρεάζονται από την τροποποίηση τα δικαιώματα της Κατηγορουμένης, η θέση της δικηγόρου της Παραπονουμένης είναι ότι δεν προκαλείται δυσμενής επηρεασμός της υπεράσπισης, εφόσον οι επιχειρούμενες τροποποιήσεις δεν επηρεάζουν την Κατηγορουμένη ούτε και αφορούν ζητήματα άσχετα με τα επίδικα ή με τη μαρτυρία η οποία έχει προσφερθεί. Επισύρει μάλιστα την προσοχή του Δικαστηρίου, στη δυνατότητά του, να προχωρήσει ακόμα και το ίδιο αυτεπάγγελτα σε τροποποίηση κατηγορητηρίου εκεί όπου με τη μαρτυρία αποκαλύπτεται αδίκημα το οποίο δεν περιλαμβάνεται στο Κατηγορητήριο. Από την πλευρά της, η δικηγόρος της υπεράσπισης ισχυρίζεται ότι εάν επιτραπεί η τροποποίηση του κατηγορητηρίου τα δικαιώματα της κατηγορουμένης επηρεάζονται αρνητικά. Επισημαίνει δε ότι η επιχειρούμενη τροποποίηση ευρίσκεται εκτός του πλαισίου της μαρτυρίας που έχει δοθεί από το διευθυντή της Παραπονουμένης, η οποία κάνει αναφορά σε διαφορετικά αδικήματα. Είναι η θέση της ότι στη υπό εξέταση περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα ελαττωματικού κατηγορητηρίου αλλά μη απόδειξης συστατικών στοιχείων των αδικημάτων όπως αυτά καταγράφονται στο κατηγορητήριο. Περαιτέρω, επισημαίνει ότι δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 85
(4)για τροποποίηση του Κατηγορητηρίου, ήτοι:
  1. Η προσαχθήσα μαρτυρία να αποδεικνύει διάπραξη αδικήματος το οποίο δε συμπεριλαμβάνεται στο κατηγορητήριο.
  2. Να είναι αδύνατη η καταδίκη του κατηγορουμένου για το αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου.
  3. με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο κατηγορούμενος δεν υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης του θα του είχε επιβληθεί εάν καταδικαζόταν βάση του αρχικού κατηγορητηρίου.
  4. Η μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν επηρεάζει δυσμενώς την υπεράσπιση. Είναι η θέση της δικηγόρου της Κατηγορουμένης, ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την τροποποίηση του Κατηγορητηρίου δεν συντρέχουν στην παρούσα περίπτωση και ζητεί απόρριψη του σχετικού αιτήματος τροποποίησης. Το δικονομικό πλαίσιο για τροποποίηση κατηγορητηρίου καθορίζεται από τα άρθρα 83 επόμενα του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  5. Το άρθρο 83 του Κεφαλαίου 155 αναφέρεται σε μεταβολή ελαττωματικού κατηγορητηρίου σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης. Το άρθρο 84 αναφέρεται στη διαδικασία ακολούθως τροποποίησης δυνάμει του άρθρου
  6. Η δε τροποποίηση κατηγορητηρίου που προβλέπεται από το άρθρο 85 του Κεφ.155, συνίσταται σε τροποποίηση μετά το τέλος της Δίκης (Παπαγεωργίου Κώστας και Άλλοι ν. Αστυνομίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 180), εφόσον με τη μαρτυρία έχει αποκαλυφθεί αδίκημα το οποίο δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, με την τροποποίηση του κατηγορητηρίου να είναι απαραίτητη προκειμένου να καταδικασθεί ο Κατηγορούμενο για το αδίκημα αυτό και νοουμένου ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία για τέτοια τροποποίηση (Aνθία Xριστάκης Aνδρέου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1),
(1999)2 Α.Α.Δ. 404 ). Είναι ξεκάθαρο, πως στην υπό εξέταση περίπτωση το Δικαστήριο εκείνο που θα εξετάσει είναι κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 83 του Κεφ.155, δηλαδή για τροποποίηση ελαττωματικού κατηγορητηρίου κατά τη διάρκεια της δίκης. Με την αγόρευση της δικηγόρου της Παραπονουμένης, παρατηρώ μια σύγχυση σε σχέση με την καταγραφή των αρχών που καταγράφονται ότι έχουν εφαρμογή σε περιπτώσεις τροποποίησης του κατηγορητηρίου, υπό την έννοια ότι αναφέρονται τόσο οι αρχές που αφορούν στο άρθρο 83 όσο και οι αρχές που αφορούν στο άρθρο 85 του Κεφ. 155. Από την πλευρά της, η δικηγόρος για την Κατηγορούμενη επιχειρηματολογεί στη βάση αποκλειστικά και μόνο του άρθρου 85 του Κεφ. 155, το οποίο δεν έχει εφαρμογή στην υπό εξέταση περίπτωση και στο στάδιο αυτό της διαδικασίας. Η προσέγγιση της δικηγόρου της Παραπονουμένης, είναι ότι η μαρτυρία που δόθηκε αποκαλύπτει αδίκημα το οποίο δεν καταγράφεται στο κατηγορητήριο και για αυτό είναι που ζητεί την τροποποίηση προκειμένου το κατηγορητήριο να είναι σε συμφωνία με τη μαρτυρία. Πλην όμως εκείνο που παρατηρώ με την μέχρι στιγμής ενώπιον μου μαρτυρία, είναι ότι δεν αποκαλύπτεται άλλο αδίκημα, ούτε και υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ της μαρτυρίας και των λεπτομερειών του αδικήματος. Αντιθέτως, με την επιχειρούμενη τροποποίηση προστίθενται περισσότερα συστατικά στοιχεία αδικήματος, τα οποία ως αυτό το στάδιο τουλάχιστον δεν έχουν αποκαλυφθεί με τη μαρτυρία. Το αίτημα ενώπιον του Δικαστηρίου, στο παρόν στάδιο, είναι τροποποίηση προκειμένού να διορθωθεί ασυμφωνία μεταξύ μαρτυρίας και κατηγορητηρίου. Κάτι τέτοιο αντικειμενικά, δεν υφίσταται. Η επιχειρούμενη τροποποίηση σε σχέση με τις κατηγορίες 2 και 3, ακόμα και εάν επιτρεπόταν θα ήταν σε πλήρη αντιδιαστολή με τη μαρτυρία του διευθυντή της Παραπονουμένης, ο οποίος σύμφωνα με τη μαρτυρία του, το αδίκημα το οποίο αποδίδει στην Κατηγορουμένη είναι η εξασφάλιση πίστωσης ενώ ήταν πτωχεύσασα που δεν αποκαταστάθηκε. Πουθενά στη μαρτυρία ο ΜΚ1 κάνει αναφορά σε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της Κατηγορουμένης. Ακόμα όμως και εάν επιτρεπόταν η επιχειρούμενη τροποποίηση, ο μάρτυρας για την Παραπονουμένη δεν θα είχε δεύτερη ευκαιρία να δώσει μαρτυρία, επομένως η μαρτυρία του θα παρέμενε ως είχε σε σχέση με το αδίκημα το οποίο απέδωσε στην Κατηγορουμένη. Δεν θα προχωρήσω σε περαιτέρω σχολιασμό καθότι το στάδιο της διαδικασίας είναι πρώιμο, υπό την έννοια ότι η πλευρά της Παραπονουμένης δεν έκλεισε ακόμα την υπόθεσή της. Περαιτέρω, ούτε η επιχειρούμενη προς καταχώρηση 4η κατηγορία, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι καλύπτεται από τη μαρτυρία που έχει δώσει και τα γεγονότα που παρουσίασε ο διευθυντής της Παραπονουμένης και βασικός μάρτυρας κατηγορίας. Η προτεινόμενη προς καταχώρηση νέα κατηγορία αφορά το αδίκημα του άρθρου 118(α) του Κεφαλαίου 5 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος αποδίδεται στην Κατηγορουμένη αδίκημα ότι ενώ εναντίον της είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής, εξασφάλισε πίστωση δια ψευδών παραστάσεων. Η μέχρι στιγμής μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί το αίτημα αυτό της τροποποίησης, εφόσον ουδείς τέτοιας φύσης ισχυρισμός έχει τεθεί από τους μάρτυρες κατηγορίας και το αίτημα της Παραπονουμένης έτσι όπως διατυπώνεται δεν αναφέρεται σε περαιτέρω προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία ενδεχομένως να δικαιολογούσε την αιτούμενη τροποποίηση. Στο υπό κρίση Κατηγορητήριο, όλες οι κατηγορίες αφορούσαν αδικήματα τα οποία πυρήνα έχουν το γεγονός ότι Κατηγορούμενη ενώ ήταν πτωχεύσασα στις 21/1/2010 εξασφάλισε πίστωση. Με αφετηρία το πιο πάνω το οποίο η πλευρά της Παραπονουμένης θεωρεί ως το ουσιώδες ζήτημα προχωρεί και αποδίδει στην Κατηγορουμένη αδικήματα. Το τι είχε επομένως να αντιμετωπίσει η υπεράσπιση ήταν κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν πράξεις της κατηγορουμένης οι οποίες τελέστηκαν ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος ότι η Κατηγορουμένη την 21/1/2010 ήταν σε πτώχευση. Παραθέτω πιο κάτω απόσπασμα από την Θωμά Θάσος ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 465, επισημαίνοντας ότι τα όσα αναφέρονται κατ΄ αναλογία έχουν ισχύ και στην παρούσα περίπτωση: «Ο εφεσείων είχε κάθε δικαίωμα, και ορθά έπραξε, να περιορίσει την υπεράσπισή του στα σημεία που, κατά την κρίση του δικηγόρου του, αντέκρουαν τη μόνη κατηγορία που αντιμετώπιζε. Ακριβώς δε για το λόγο ότι «η υπεράσπισή του έγκειτο αλλού», αφού στόχευε την πρώτη και μόνη κατηγορία, χωρίς να καλύπτει, ταυτόχρονα, και τα περιστατικά που στοιχειοθετούσαν τη δεύτερη κατηγορία, ο πρωτόδικος δικαστής δεν μπορούσε να τροποποιήσει το κατηγορητήριο, με την προσθήκη της δεύτερης κατηγορίας και, ακολούθως, να βρει ένοχο τον εφεσείοντα, χωρίς ο τελευταίος να επηρεαστεί δυσμενώς στην υπεράσπισή του, εφόσον, σε τέτοια περίπτωση, θα καταδικαζόταν χωρίς να του έχει δοθεί η ευκαιρία να στρέψει την προσοχή του, να εγκείψει, με άλλα λόγια, και κατευθύνει την υπεράσπισή του, στη δεύτερη αυτή κατηγορία.» Στην Κλεοβούλου Κλείτος Β. ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 65 , έχουν λεχθεί τα ακόλουθα σε σχέση με την ευχέρεια του Δικαστηρίου να προχωρεί σε τροποποίηση του Κατηγορητηρίου με βάση το άρθρο 83 του Κεφ. 155: «Τα θέματα της μεταβολής ελαττωματικού κατηγορητηρίου ρυθμίζονται από το άρθρο 83
(1)του περί της Ποινικής Δικονομίας Nόμου, Κεφ. 155. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, να προχωρήσει στην τροποποίηση του κατηγορητηρίου, εκδίδοντας σχετικό διάταγμα ως κρίνει αναγκαίο, ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης, νοουμένου, πάντοτε, ότι, με την τροποποίηση, δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του κατηγορουμένου.» To κατά πόσο ένα κατηγορητήριο (charge ή information), είναι ή όχι ελαττωματικό, αποτελεί θέμα το οποίο δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με τη διατύπωση των κατηγοριών αλλά και με το πώς η Κατηγορούσα Αρχή αντικρύζει τις κατηγορίες, έχοντας ως κριτήριο της το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεση της (Άκης Φάντης
(1995)1 ΑΑΔ 714 ). Η μέχρι στιγμής μαρτυρία δεν συναρτάται ούτε και δικαιολογεί τις επιχειρούμενες τροποποιήσεις, ούτε και υπάρχει ισχυρισμός από την πλευρά της Παραπονουμένης ότι το αποδειχτικό υλικό το οποίο έχει στα χέρια της και η μετέπειτα μαρτυρία θα είναι τέτοια που δικαιολογεί το αίτημά της. Με βάση το άρθρο 83
(1), το οποίο αποτελεί και τη βάση του αιτήματος της Παραπονουμένης, το Δικαστήριο δύναται, δεν υποχρεούται να τροποποιήσει κατηγορητήριο και πράττει τούτο εάν ικανοποιείται ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης (βλ. σχετικά Γεν. Εισαγγελέας ν. 'Αβισσινός'',
(1993)2 Α.Α.Δ. 104 ) . Στην υπό εξέταση περίπτωση, η οποιαδήποτε τυχόν ασυμφωνία υπάρχει μεταξύ του Κατηγορητηρίου και της μαρτυρίας που έχει δοθεί δεν δικαιολογεί την τροποποίηση εφόσον η μέχρι στιγμής μαρτυρία δεν αποκαλύπτει τα αδικήματα για τα οποία επιχειρείται η τροποποίηση. Από τη στιγμή που η Παραπονουμένη επέλεξε να προωθήσει ιδιωτική ποινική, βάζοντας τον εαυτό της στο ρόλο του ανακριτή χωρίς να αποταθεί στις επιφορτισμένες με αυτό το ρόλο αρχές του κράτους, το λιγότερο που όφειλε να κάνει ήταν να δείξει τη δέουσα επιμέλεια πριν την καταγραφή των κατηγοριών εναντίον της κατηγορουμένης έτσι ώστε αυτές να βρίσκονται σε πραγματική και λογική αντιστοιχία με τις πράξεις που επιχειρεί να της προσάψει. Με πλήρη επίγνωση, ότι ακόμα δε βρισκόμαστε ούτε καν στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, σημειώνεται ότι οι επιχειρούμενες τροποποιήσεις ακόμα και εάν γίνουν αποδεκτές δεν βρίσκουν το παραμικρό έρεισμα στη μαρτυρία που έχει μέχρι στιγμής παρουσιαστεί, στην οποία ειρήσθω εν παρόδω, ας σημειωθεί ότι συμπεριλαμβάνεται και η μαρτυρία του διευθυντή της Παραπονουμένης. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, θεωρώ ότι το αίτημα της άλλης πλευράς, έτσι όπως έχει τεθεί στο Δικαστήριο δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. (Υπ) ...................................... Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.