ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ν. ΑΙΜΙΛΙΟΣ Ν. ΚΑΜΕΝΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16615/14, 1/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16615/14 ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ -εναντίον-
- ΑΙΜΙΛΙΟΣ Ν. ΚΑΜΕΝΟΣ ΛΤΔ
- ΜΑΡΙΑ ΚΑΜΕΝΟΥ
- ΕΛΕΝΗ ΚΑΜΕΝΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 1 Νοεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Προδρόμου. Για τους Κατηγορούμενους: κος Μαυροκέφαλος. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούσα Αρχή στα πλαίσια της υπό εξέταση υπόθεσης, προωθεί παράπονο του Σάββα Μίλλερ εναντίον της Κατηγορουμένης 1 (πλέον η Κατηγορουμένη), για μη καταβολή του 13ου μισθού για το έτος 2013 (τρίτη κατηγορία) και μη καταβολή του μισθού για τον Ιανουάριο 2014 (πέμπτη κατηγορία). Στο κατηγορητήριο υπάρχουν ακόμη 2 κατηγορίες, τις οποίες η Κατηγορουμένη έχει παραδεχτεί. Επίσης πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η υπόθεση απορρίφθηκε σε σχέση με τις Κατηγορούμενες 2 και
- Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: Η Κατηγορουμένη εταιρεία είναι νόμιμα εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών. Ο Παραπονούμενος Σάββας Μίλλερ ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορουμένης εταιρείας. Ο μισθός του Παραπονουμένου για το Ιανουάριο 2014 και ο 13ος μισθός του για το έτος 2013, ήταν €2.020 καθαρά. Προκαταρτικά και πριν την παράθεση της μαρτυρίας εκάστης πλευράς, σημειώνεται ότι η μη καταβολή των ποσών που αναφέρονται στο Κατηγορητήριο, δεν αμφισβητείται. Η Κατηγορουμένη προωθεί υπεράσπιση ότι τα ποσά αυτά δεν έχουν καταβληθεί στον Παραπονούμενο για τους λόγους που θα καταγραφούν πιο κάτω στα πλαίσια παράθεσης της μαρτυρίας και ότι υπήρχε αποδοχή του Παραπονουμένου για τη μη καταβολή. Πρώτη μάρτυρας κατηγορίας, ήταν η Αγγέλα Σιέκερη, η οποία εργάζεται στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων ως επιθεωρήτρια από 17/4/
- Στα πλαίσια των καθηκόντων της, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται η διερεύνηση παραπόνων, η διεξαγωγή επιθεωρήσεων, η ετοιμασία φακέλων κ.α. Αναφορικά με την υπό εξέταση υπόθεση, σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, έχει υποβληθεί παράπονο στις 11/2/2014 (Τεκμήριο 1) και στις 12/2/14 της δόθηκε για επίλυση. Ακολούθως, στις 18/2/2014, είχε επικοινωνία με τη διευθύντρια της Κατηγορουμένης, Μαρία Καμένου (πρώην Κατηγορουμένη 2), στην οποία ανάφερε τους ισχυρισμούς του Παραπονουμένου. Περαιτέρω, η Σιέκερη της απέστειλε σχετική επιστολή στις 21/2/2014 (Τεκμήριο 2) με την οποία της ζητούσε όπως έχει τις θέσεις της αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Παραπονουμένου, σύμφωνα με τους οποίους οι εργοδότες του κατακρατούν τον 13ο μισθό του για το έτος 2013 και το μισθό για τον Ιανουάριο
- Η Καμένου της απάντησε γραπτώς την ίδια μέρα. Η σχετική επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στην εν λόγω επιστολή η μάρτυρας απάντησε στις 5/3/2014 (Τεκμήριο 4) στην οποία δεν έλαβε καμία απάντηση. Έστειλε εκ νέου επιστολή Τεκμήριο 5 και λόγω του ότι δεν υπήρξε ανταπόκριση καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση. Κατά την κυρίως εξέτασή της επισημάνθηκε στη μαρτυρά ότι υπάρχουν ισχυρισμοί της πλευράς της Κατηγορουμένης για ζημιά που έχει προκαλέσει ο Παραπονούμενος. Σε σχέση με αυτό τον ισχυρισμό, ερωτήθηκε κατά πόσον υποβλήθηκε παράπονο για επίλυση, δηλαδή για μεσολάβηση του Τμήματός της σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία. Η απάντηση της μάρτυρος ήταν ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε. Δεν γνωρίζει εάν ακολούθως της καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης καταβλήθηκε κάποιο ποσό στον Παραπονούμενο. Κατά την αντεξέτασή της, της υποδείχθηκε ότι από την πλευρά της Κατηγορουμένης, υπάρχει ισχυρισμός ότι ουδέν ποσό οφείλεται στον Παραπονούμενο, λόγω του ότι τα ποσά που αφορούν τον Ιανουάριο 2014 και 13ο μισθό του 2013, έχουν συμψηφιστεί προκειμένου να καλυφθούν οφειλές του Παραπονουμένου προς την εταιρεία και αυτό έχει γίνει κατόπιν προφορικής συμφωνίας μαζί του. Η θέση της μάρτυρος ήταν πως προκειμένου να είχε αποδεχτεί η ίδια αυτό το συμψηφισμό και να μην προωθούσε την υπόθεση, θα έπρεπε στο φάκελό της να υπήρχε η ανάλογη δήλωση αποδοχής του Παραπονουμένου, η οποία δεν υπάρχει. Της υποβλήθηκε επίσης, η θέση της Κατηγορουμένης, πως υπήρχε προφορική συμφωνία μεταξύ αμφοτέρων μερών ότι η Κατηγορουμένη θα προχωρούσε σε μη πληρωμή των επίδικων ποσών προς κάλυψη οφειλών του Παραπονουμένου προς την Κατηγορουμένη εταιρεία. Η θέση της μάρτυρος ήταν ότι τέτοια συγκατάθεση ουδέποτε της παρουσιάστηκε. Τέλος σημείωσε ότι σύμφωνα με το νόμο προκειμένου να γίνει πλήρης αποκοπή μισθού θα πρέπει να προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία της διαβούλευσης. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο ίδιος ο Παραπονούμενος, Σάββας Μίλλερ. Στην Κατηγορουμένη εταιρεία εργαζόταν από το Μάρτιο του 2003 μέχρι τον Φεβρουαρίου του
- Μέχρι και το Δεκέμβριο του 2013 του έχουν καταβληθεί όλοι οι μισθοί του. Τον Φεβρουάριο 2014, υπέβαλε παράπονο στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων, επειδή από τον Ιανουάριο του 2014, ζητούσε επανειλημμένα την καταβολή του 13ου μισθού του και η Μαρία Καμένου, του απάντησε ότι δεν δικαιούται 13ο μισθό και επιπλέον του δήλωσε ότι εφεξής ο μισθός του θα είναι €850 πλέον 4% προμήθεια, κάτι το οποίο δεν αποδέχτηκε. Δήλωσε ότι έπαιρνε 13ο μισθό κατά τα προηγούμενα χρόνια που εργαζόταν στην Κατηγορουμένη. Στην Κατηγορουμένη εργαζόταν ως πωλητής. Ο μισθός του, ως ο ισχυρισμός του, του καταβαλλόταν διακεκομμένα. Μπορούσε να πάρει λεφτά του προηγούμενου μήνα μέσα του επόμενου μήνα και γύρω στις 15 με 20 του επόμενου να έπαιρνε τα λεφτά του προηγούμενου μήνα. Κάποιες φορές έπαιρνε έναντι λεφτά του μισθού του από την εταιρεία. Ο τρόπος πληρωμής του ποικίλε, μπορεί να ήταν με μετρητά, μπορεί να ήταν με επιταγή, μπορεί με τραπεζικό έμβασμα. Σημείωσε ότι ήταν για πολλά χρόνια υπάλληλος στην Κατηγορουμένη, χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Τα προβλήματα του, με την Καμένου συγκεκριμένα, ξεκίνησαν το Μάρτιο
- Καθόλη τη διάρκεια της εργοδότησής του, δεν έλαβε καμία προειδοποιητική επιστολή από τους εργοδότες του. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 1, το οποίο αναγνώρισε, με τη μονή διαφορά, ότι αρνείται ότι είπε στη λειτουργό, ότι οφείλει €15.000 στην Κατηγορουμένη 1, όπως αναγράφεται στο εν λόγω τεκμήριο. Ο λόγος που υπέγραψε το Τεκμήριο 1 είναι ότι δεν πρόσεξε την εν λόγω αναγραφή. Είναι η θέση του, πως όταν έφυγε ο προηγούμενος διευθυντής της εταιρείας, Μίλτος Μαρκαντώνης, περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2012, τη διεύθυνση της εταιρείας ανέλαβε η Καμένου. Εκείνο το διάστημα, το ποσό το οποίο του αναφέρθηκε ότι χρωστούσε στην εταιρεία ήταν €13.
- Είναι η θέση του ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε χρήματα τα οποία έπαιρνε έναντι των «bonus» που του χρωστούσαν για τα έτη 2009, 2010 και
- Το ποσό των «bonus», το είχε συμφωνήσει με τον προηγούμενο διευθυντή πριν φύγει και η νέα διευθύντρια, Μαρία Καμένου, αποδέχτηκε αυτή τη συμφωνία. Αργότερα το έτος 2013, η Καμένου, του είπε ότι οφείλει στην εταιρεία €16700, ποσό με το οποίο ο Παραπονούμενος δε συμφώνησε, αλλά δεν μπορούσε να αποδείξει το αντίθετο. Προχώρησε τότε σε συμφωνία, όπως από το μισθό του, ο οποίος ήταν €2.000 να του αποκόπτεται ποσό €500 το μήνα, μέχρι να μειωθεί το ποσό που φαινότανε ότι οφείλει στην εταιρεία (κατέθεσε δε ως Τεκμήριο 7 έγγραφο στο οποίο φαίνονται οι εν λόγω αποκοπές). Σκοπός του ήταν να ξεκαθαρίσει η οφειλή του και μετά όπως ανάφερε να βρούνε τα «bonus» τα οποία, είναι ισχυρισμός του ότι ανέρχονται σε €
- Αντί να συμβεί αυτό, αρχές Ιανουαρίου 2014, η Κατηγορουμένη πρόβαλε ισχυρισμό ότι ο Παραπονούμενος της οφείλει ποσό €15.
- Σε σχέση με την κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία την οποία έκανε με την Κατηγορουμένη για αποκοπή του 13ου μισθού του, δήλωσε ότι απορρίπτει αυτή τη θέση και πως επίσης ουδέποτε αποδέχτηκε την προτεινόμενη μείωση του μισθού του στα €850 πλέον 4% προμήθεια. Του υποδείχθηκε η επισυνημμένη στο Τεκμήριο 3 επιστολή, η οποία απευθύνεται σε αυτόν, την οποία δεν αναγνώρισε και δήλωσε ότι πρώτη φορά τη βλέπει. Σημείωσε πως ο λόγος που καταχώρησε το παράπονό του, ήταν λόγω του ότι δε συμφωνούσε με τη μείωση του μισθού του. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, ρωτήθηκε αναφορικά με τους ισχυρισμούς της Κατηγορουμένης για οφειλές του προς την εταιρεία τόσο σε στοκ ρολογιών όσο και σε χρήματα και η θέση του ήταν ότι μέσα Ιανουαρίου 2014, έγινε καταγραφή του στοκ και η Καμένου βρήκε ότι λείπουν 34 ρολόγια. Ο Παραπονούμενος αρνήθηκε ότι παρέλαβε ο ίδιος αυτά τα ρολόγια, τα οποία τελικά βρέθηκαν. Κάποια άλλα ρολόγια που ήταν χρεωμένα πάνω του ήταν μέσα στο αυτοκίνητο της εταιρείας το οποίο χάλασε και το πήραν για επιδιόρθωση, το οποίο ο ίδιος ουδέποτε ξαναείδε. Περαιτέρω ανάφερε ότι κάποια ρολόγια τα οποία του «χρεώνουν», ήταν ρολόγια τα οποία δόθηκαν από τον προηγούμενο διευθυντή σε άτομα φιλικά προς τον Παραπονούμενο με την ευκολία να τα πληρώνουν με δόσεις, αλλά τελικά επειδή έχασαν τη δουλειά τους, δεν μπορούσαν να τα πληρώσουν και σε κάποιες περιπτώσεις ανέλαβε ο Παραπονούμενος να τα πληρώσει. Κατά την αντεξέτασή του, ερωτήθηκε κατά πόσον υπάρχει σε εξέλιξη εναντίον του διαδικασία, αναφορικά με το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, κατόπιν καταγγελίας της Κατηγορουμένης και είπε πως υπάρχει. Επίσης ερωτήθηκε κατά πόσον έχει καταχωρήσει στις 7/5/2014, αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών με την οποία ζητεί τα δεδουλευμένα και "bonus" €9.500 και συμφώνησε πως έχει καταχωρήσει σχετική αίτηση, στην οποία συμπεριλαμβάνονται και περαιτέρω αξιώσεις του, όπως για οδοιπορικά κλπ. Του υποβλήθηκε ότι οι τυχόν οικονομικές αξιώσεις του από την Κατηγορουμένη αναμένει να εκδικαστούν από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και συμφώνησε. Περαιτέρω σε σχέση με την επισυνημμένη στο Τεκμήριο 3 επιστολή, η οποία απευθύνεται σε αυτόν, την οποία δήλωσε ότι δεν έχει ξαναδεί του υποβλήθηκε ότι του δόθηκε και αρνήθηκε να την παραλάβει, θέση την οποία απέρριψε. Ρωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι οφείλει προς την Κατηγορουμένη εταιρεία, έστω κάποιο ποσό και συμφώνησε πως οφείλει, αλλά όχι το ποσό το οποίο του καταλογίζουν. Συμφώνησε ότι με τη συγκατάθεση των εργοδοτών του έπαιρνε χρήματα έναντι του μισθού του, σε διάφορα ακανόνιστα χρονικά διαστήματα. Του υποδείχθηκαν ακολούθως αντίγραφα σημειώσεων και του υποβλήθηκε ότι αυτά ήταν σημειώσεις αναφορικά με τα ποσά τα οποία έπαιρνε έναντι, υπογράφοντας τη σχετική σημείωση (Τεκμήριο 8). Συμφώνησε ότι οι εν λόγω σημειώσεις αφορούσαν χρήματα τα οποία λάμβανε κατόπιν συγκατάθεσης του εργοδότη του, δε ξέρει όμως ποια περίοδο αφορούν και, όπου υπήρχε υπογραφή, αναγνώρισε την υπογραφή του σε αυτές. Ακολούθως του υποδείχθηκε επιστολή ημερομηνίας 21/1/2014, την οποία δεν αναγνώρισε και κατατέθηκε Έγγραφο I προς αναγνώριση. Σε σχέση με το πιο πάνω έγγραφο, με το οποίο η Κατηγορουμένη εταιρεία προβάλλε αξίωση για το ποσό των €15.000, του έγινε υποβολή ότι παρά τις προσπάθειες να το παραλάβει αυτός αρνήθηκε και έτσι του διαβάστηκε από τους διευθυντές της Κατηγορουμένης. Ο Παραπονούμενος απέρριψε τη θέση αυτή. Σε σχέση με το θέμα της διαφοροποίησης του μισθού του, συμφώνησε ότι τον Ιανουάριο του 2013 συμφωνήθηκε μεταξύ του Παραπονουμένου και της εταιρείας ότι πλέον ο μισθός του θα είναι €2020 καθαρά χωρίς προμήθειες. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν €862 καθαρά πλέον προμήθειες 4% επί των εισπράξεων. Μέχρι εκείνη τη στιγμή του υποβλήθηκε ότι υπήρχε προς την εταιρεία χρέος €17.000 περίπου. Απέρριψε το ποσό της οφειλής. Του υποβλήθηκε ότι εξαιτίας των διαφορών του με τους διευθυντές της Κατηγορουμένης, από ένα σημείο και έπειτα σταμάτησε να πηγαίνει στο γραφείο και ότι οι σχέσεις του με τους εργοδότες του ήταν διαταραγμένες εξαιτίας της συμπεριφοράς του και ιδιαίτερα λόγω συνεργασίας με ανταγωνιστές της εργοδότριάς του. Ο Παραπονούμενος απέρριψε τις πιο πάνω θέσεις. Παραδέχτηκε όμως, ότι πλέον συνεργάζεται με τον πρώην διευθυντή της Κατηγορουμένης . Ο Παραπονούμενος απέρριψε τέλος θέσεις της Κατηγορουμένης ότι, πέραν της αποκοπής των €500 ό ίδιος συμφώνησε σε περαιτέρω αποκοπή και συγκεκριμένα, όπως μέρος του μισθού του για τον Ιανουάριο 2014, και ειδικότερα ποσό €1.400 θα συμψηφιζόταν με το ποσό που είσπραξε από τον πελάτη του εργοδότη του τον κύριο Άβο Τερζιάν και δεν τα έδωσε στον εργοδότη του και ότι το υπόλοιπο ποσό του Ιανουαρίου 2014 συν ο 13ος μισθός του για το έτος 2013 θα συμψηφιζόταν με άλλες οφειλές του. Κατά την επανεξέταση ρωτήθηκε πότε έγινε από πλευράς της Κατηγορουμένης η καταγγελία στην Αστυνομία σε σχέση με το πρόσωπό του και απάντησε πως έγινε τον Απρίλιο
- Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Παραπονουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεσή της. Το Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι με βάση το άρθρο 74(γ) του Κεφ. 155 έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης, την κάλεσε να προβάλει την υπεράσπισή της. Πρώτος έδωσε μαρτυρία για την Κατηγορουμένη ο Αλέξης Ανδρέου, ο οποίος είναι σύζυγος της Μαρίας Καμένου, ιδιοκτήτριας και διευθύντριας της Κατηγορουμένης. Από το έτος 2012 και μετά παρείχε αμισθί συμβουλευτικές υπηρεσίες στην Κατηγορουμένη. Γνωρίζει τον Παραπονούμενο, ο οποίος εργάζεται από το 2003 στην Κατηγορουμένη. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας, ο Παραπονούμενος μέχρι το 2012 λάμβανε μισθό και προμήθεια. Εκείνη την περίοδο, έκανε παράπονο ότι λόγω της κρίσης η προμήθεια που παίρνει είναι μικρή και ότι επιθυμούσε να λαμβάνει σταθερό μισθό χωρίς προμήθεια. Επειδή στο μεταξύ, ποσά τα οποία ο Παραπονούμενος έπαιρνε έναντι του μισθού του, είχαν μαζευτεί σε περίπου €15.000 συμφωνήθηκε όπως από τον σταθερό πλέον μισθό του, ο οποίος συμφωνήθηκε στις €2.000, να αποκόπτεται ποσό €500 μηνιαίως και μέχρι εξόφλησης. Ο λόγος που κατέληξαν σε αυτό το ποσό ήταν για να παραμείνει διαθέσιμο στον Παραπονούμενο ικανοποιητικό ποσό από το μισθό του προς κάλυψη των αναγκών του. Πέραν του μισθού του λάμβανε και οδοιπορικά €
- Αν και η πιο πάνω διευθέτηση τηρήθηκε για κάποιο διάστημα, ο Παραπονούμενος εξακολούθησε να παίρνει και να δανείζεται χρήματα από την Κατηγορουμένη. Ως παράδειγμα ανέφερε, ότι ο Παραπονούμενος προείσπραττε χρήματα από πελάτες τα οποία δεν παρέδιδε στο λογιστήριο της εταιρείας. Όταν το λογιστήριο το ανακάλυπτε αυτό και του ζητούσε να επιστρέψει τα χρήματα η θέση του Παραπονουμένου, ήταν να μπουν και αυτά στο χρέος του. Αυτό ήταν μια συνήθης πρακτική του Παραπονουμένου από τον Ιούνιο
- Σημείωσε ότι εξαιτίας της κρίσης ο τζίρος της Κατηγορουμένης μειώθηκε κατά 80%, αλλά παρόλες τις δυσκολίες προσπαθούσε να ανταποκριθεί και να πληρώνει τους μισθούς των υπαλλήλων. Ο Παραπονούμενος είχε γίνει εχθρικός και απαιτούσε όπως η πληρωμή του προηγείται των πληρωμών των υπολοίπων υπαλλήλων. Εξαιτίας του γεγονότος ότι παρά την αποκοπή του ποσού των €500 προκειμένου να ξοφληθούν οι οφειλές του προς την Κατηγορουμένη, ο Παραπονούμενος εξακολούθησε να δανείζεται χρήματα από την εταιρεία με αποτέλεσμα η οφειλή του να αυξάνεται, ο μάρτυρας και η σύζυγός του, είπαν στον Παραπονούμενο ότι η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Ο Παραπονούμενος ζήτησε τότε να απολυθεί ως πλεονάζων κάτι το οποίο αρνήθηκαν. Ο Παραπονούμενος τότε έγινε ακόμη πιο εχθρικός και άρχισε να αμελεί να πηγαίνει στο γραφείο ούτε και απαντούσε στα τηλεφωνήματα που του έκαναν. Είχε επίσης τσακωθεί με όλους τους υπαλλήλους στην εταιρεία. Περί τα Χριστούγεννα του 2013, η γυναίκα του ανακάλυψε ότι ο Παραπονούμενος είχε πληρωθεί από πελάτη το ποσό των €1.400 το οποίο δεν επέστρεψε στην εταιρεία. Σε σχέση με όλες τις οφειλές του Παραπονούμενου, σημείωσε ότι κάθε φορά που έπαιρνε χρήματα, κρατούσαν τις σχετικές σημειώσεις. Με αναφορά στο Τεκμήριο 8, εξήγησε ότι κάθε φορά που ο Παραπονούμενος έπαιρνε χρήματα εκτός από το μισθό του, στην Κατηγορουμένη κρατούσαν σχετική σημείωση. Επειδή πλέον το χρέος του είχε μεγαλώσει και η εταιρεία δεν επιθυμούσε την περαιτέρω αύξηση του, ο Παραπονούμενος ενημερώθηκε ότι για τις περιπτώσεις που παρακράτησε εισπράξεις, αυτές θα αφαιρεθούν από το μισθό του. Ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι δεν θα του καταβληθεί 13ος μισθός για το έτος 2013 και ούτε ο μισθός Ιανουαρίου
- Σημείωσε επίσης ότι είχαν και άλλα προβλήματα με τον Παραπονούμενο, ο οποίος είχε ξεκινήσει να συνεργάζεται και με ανταγωνιστή της Κατηγορουμένης εταιρείας. Τα προβλήματα με τον Παραπονούμενο ήταν αρκετά και έτσι αναγκαστήκαν να του δώσουν την επιστολή Τεκμήριο 10 (πρώην Έγγραφο Ι προς αναγνώριση), την οποία αρνήθηκε να πάρει και για αυτό του τη διάβασε δυνατά και με την οποία τον καλούσαν να διευθετήσει τις οφειλές του προς την Κατηγορουμένη. Το ίδιο έγινε και με την επιστολή Τεκμήριο 11 (πρώην Έγγραφο ΙΙ προς αναγνώριση), την οποία επίσης αρνήθηκε να παραλάβει και του τη διάβασε δυνατά με τη οποία του ζητούν όπως δώσει πίσω στην Κατηγορουμένη εταιρεία τις εισπράξεις που έλαβε και δεν παρέδωσε. Σημείωσε ότι σε αρκετές περιπτώσεις ζητήθηκε από τον Παραπονούμενο, όπως γίνει μια επιστολή αναφορικά με το συνολικό ποσό που οφείλει, πλην όμως ο Παραπονούμενος δήλωνε πως οι σημειώσεις (Τεκμήριο 8) είναι αρκετές. Σε σχέση με το κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενο "bonus", ανέφερε ότι αυτό αφορούσε συμφωνία την οποία έκανε με τον προηγούμενο διευθυντή της εταιρείας και για λόγους ηθικής μετά την αποχώρηση του προηγούμενου διευθυντή την τήρησαν (αν και δεν συμφωνούσαν με αυτήν). Του πρότειναν το εν λόγω ποσό να αφαιρεθεί από τα οφειλόμενα αλλά δεν δέχτηκε. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους το ποσό του bonus ήταν €5.500, αλλά ο Παραπονούμενος δεν αποδεχόταν αυτό το ποσό και ισχυριζόταν ότι ήταν περισσότερο. Τελείωσε την κυρίως εξέτασή του, σημειώνοντας ότι για τα ποσά που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, αυτά έχουν αποκοπεί με τη σύμφωνη γνώμη του Παραπονουμένου. Κατά την αντεξέτασή του, του επισημάνθηκε ότι είπε ότι ο λόγος που έγινε αποκοπή ποσού €500 μόνο από το μισθό του ήταν για να μπορεί να καλύπτει βασικές του ανάγκες. Ο μάρτυρας συμφώνησε. Ρωτήθηκε τότε πως θα μπορούσε ο Παρπαονούμενος να καλύψει βασικές του ανάγκες με την αποκοπή όλου του μισθού του για τον Ιανουάριο 2014 και όλου του 13ου για το έτος
- Η θέση του μάρτυρα ήταν ότι τα χρήματα αυτά τα είχε ήδη πάρει ο Παραπονούμενος αφού τα είσπραξε από πελάτες της εταιρείας αλλά δεν τα παρέδωσε στην εταιρεία. Αυτός είναι ο λόγος που έγινε η αποκοπή και όχι το ότι αφήσαν τον Παραπονούμενο για τον Ιανουάριο 2014 χωρίς κανένα εισόδημα. Για την εν λόγω αποκοπή η θέση του ήταν ότι την αποδέχτηκε ο Παραπονούμενος και μάλιστα τους ευχαρίστησε που δεν προχώρησαν με καταγγελία στην αστυνομία. Δεν έχει οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να το αποδεικνύει αυτό καθότι είναι η θέση του ότι ο Παραπονούμενος ουδέποτε αποδεχόταν να υπογράφει οτιδήποτε. Σε ερωτήσεις αναφορικά με το πότε αναπτύχθηκε αυτή η εριστική συμπεριφορά του Παραπονουμένου προς την εταιρεία, η θέση του μάρτυρα ήταν πως τα πρώτα προβλήματα εμφανίστηκαν περίπου από τον Ιούνιο του
- Συνεχώς ζητούσε λεφτά δανεικά ή προσπαθούσε να εισπράξει με ψεύτικες αποδείξεις λεφτά και ανέφερε ως παράδειγμα ζήτημα που προέκυψε με τα καύσιμα που του πλήρωνε η εταιρεία όπως και περιστατικό με το αυτοκίνητο της εταιρείας το οποίο το πήρε σε γκαράζ φίλου του για επιδιορθώσεις και το ποσό που ζητούσε ήταν υπερβολικό για την εργασία που θα παρέχετο. Τόσο η σύζυγός του όσο και ο ίδιος του έδωσαν σε πολλές περιπτώσεις προφορικές ειδοποιήσεις, πλέον τις δύο γραπτές που κατατεθήκαν ως τεκμήρια. Υπήρξε επίσης ισχυρισμός του μάρτυρα, ότι μετά την αποχώρηση του Μαρκαντώνη (πρώην διευθυντής στην Κατηγορουμένη) από την Κατηγορουμένη, σε διάφορες περιπτώσεις έμαθαν ότι ο Παραπονούμενος, μαζί με τον Μαρκαντώνη επισκέφθηκαν πελάτες της Κατηγορουμένης. Μάλιστα υπήρξε θέση του, ότι ο Παραπονούμενος με τον πιο πάνω, μεθόδευσαν προσπάθειες προκειμένου συγκεκριμένη μάρκα ρολογιών να δείχνει ότι έχει πολύ χαμηλές πωλήσεις, έτσι ώστε να καταφέρουν να πάρουν αυτοί την αντιπροσωπεία από την Κατηγορουμένη. Τελείωσε τη μαρτυρία του λέγοντας ότι ενημέρωσαν το Παραπονούμενο, ο οποίος συμφώνησε ότι δεν θα λάμβανε 13ο μισθό για το έτος 2013 γιατί αυτός θα εξυπηρετούσε το χρέος του και ούτε μισθό για τον Ιανουάριο 2014, γιατί είχε ήδη εισπράξει από πελάτη ποσό €1.400 και δεν τα έδωσε στην εταιρεία. Η θέση του δικηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή, ήταν ότι ο Παραπονούμενος ουδέποτε αποδέχτηκε την πιο πάνω διευθέτηση ενώ ο μάρτυρας είπε ότι την αποδέχτηκε σε συνάντηση που έγινε στην παρουσία του ιδίου, της γυναίκας του και της λογίστριας της εταιρείας. Επόμενη μάρτυρας ήταν η Μαρία Καμένου, διευθύντρια της Κατηγορουμένης
- Διαφωνεί με τις θέσεις του Παραπονουμένου, περί οφειλομένων μισθών από την Κατηγορουμένη. Η θέση της είναι ότι για το μισθό του Ιανουαρίου ο Παραπονούμενος εισέπραξε από πελάτη της Κατηγορουμένης (τον Άβο Τερζιάν) ποσό €1.400 χωρίς να το αποδώσει, ενώ ο 13ος μισθός για το 2013, αφαιρέθηκε από χρέος το οποίο ο Παραπονούμενος είχε προς την Κατηγορουμένη. Μάλιστα υπήρξε ισχυρισμός της, ότι ο Παραπονούμενος αποδέχτηκε την πιο πάνω διευθέτηση και μάλιστα την ευχαρίστησε που δεν προχώρησε με καταγγελίες στην αστυνομία. Αναφέρθηκε ακολούθως στο γεγονός ότι μετά την αποχώρηση του από την εταιρεία (Κατηγορουμένη 1) και χωρίς καμία περαιτέρω ενημέρωση, ο Παραπονούμενος προχώρησε με καταγγελία στο Υπουργειο Εργασίας και καταχώρηση αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Της υποδείχθηκε και αναγνώρισε την υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης (Τεκμήριο 12). Ο λόγος που τερμάτισαν τη συνεργασία τους με τον Παραπονούμενο, ήταν εξαιτίας της συμπεριφοράς του, την οποία χαρακτήρισε ως κάκιστη. Είχαν παράπονα τόσο από το προσωπικό της Κατηγορουμένης, όσο και από πελάτες σε σχέση με τη συμπεριφορά του Παραπονουμένου. Σε σχέση με τις οφειλές του Παραπονουμένου προς την εταιρεία η μάρτυρας, εξήγησε ότι είχε συσσωρεύσει πολλές οφειλές προς την εταιρεία οι οποίες αφορούσαν χρήματα τα οποία είτε ο Παραπονούμενος αρνείτο να πληρώσει στις αρχές του κράτους (όπως τη φορολογική του δήλωση και αναγκαστικά και η εταιρεία πλήρωνε τον Φόρο Εισοδήματος του για να μην υποστεί κυρώσεις), είτε χρήματα τα οποία είσπραττε ο ίδιος από τους πελάτες και δεν τα απέδιδε στην εταιρεία. Όταν τον ρωτούσαν, τους έλεγε ότι, επειδή δεν είχε λεφτά κράτησε τις εισπράξεις και να τα «γράψουν κάτω». Υπήρχαν περαιτέρω περιπτώσεις που τους έλεγε ότι δεν είχε λεφτά και ότι η τράπεζα θα του πάρει το σπίτι και επειδή τον λυπόντουσαν του έδιδαν κάποια χρήματα για να τον βοηθήσουν. Για όλα αυτά τα χρήματα δεν υπάρχουν αποδείξεις, παρά μόνο σημειώσεις τις οποίες υπέγραφε ο Παραπονούμενος, Υπέδειξε ως προς τούτο το Τεκμήριο
- Σε σχέση με τα κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενα "bonus", η μάρτυρας εξήγησε ότι πριν φύγει από την εταιρεία ο προηγούμενος διευθυντής, υποσχέθηκε "bonus" στον Παραπονούμενο, υπόσχεση η οποία αν και έγινε εν αγνοία της, αποφάσισε να την τηρήσει. Σε σχέση με τις κατηγορίες που παραδέχτηκε δηλαδή για το μισθό του Φεβρουαρίου 2014 και αναλογία 13ου για το 2014, η μάρτυρας είπε ότι αυτά είχε σκοπό να τα δώσει στον Παραπονούμενο, πλην όμως έφυγε από την εταιρεία και δεν ξαναεμφανίστηκε. Για τα ποσά 13ου μισθού του 2013 και του μισθού του Ιανουαρίου 2014 δεν αποδέχεται οφειλή γιατί είναι η θέση της, ότι ο Παραπονούμενος αποδέχτηκε να μην του δοθούν. Κατά την αντεξέτασή της, εξήγησε ότι πάντοτε είχε ενημέρωση για τα τεκτενόμενα στην Κατηγορουμένη εταιρεία, ενεργή ανάμειξη όμως είχε μετά την αποχώρηση του Μαρκαντώνη. Σημείωσε πως μετά τη φυγή του διάφορα ζητήματα για τα οποία δεν τους είχε συμβουλευθεί αλλά τα συμφώνησε με τους υπαλλήλους όπως το ζήτημα των "bonus", τα τήρησε. Σε σχέση με το μισθό του Παραπονουμένου, ο οποίος ήταν ο βασικός πλέον προμήθειες, επειδή αυτό δεν τον βόλευε οικονομικά συμφώνησαν σε αυξημένο ποσό χωρίς τις προμήθειες. Για την τακτική του να παίρνει χρήματα από πελάτες και να μην τα αποδίδει στην εταιρεία του έγιναν παρατηρήσεις. Επειδή ο Παραπονούμενος συνέχιζε αυτή την τακτική, ετοίμασαν επιστολή την οποία αρνείτο να παραλάβει και του διαβάστηκε. Σημείωσε επίσης ότι υπήρξε και μια προσπάθεια να κρατήσουν χαμηλούς τόνους και να μην τραβήξουν τα πράγματα στα άκρα, καθότι ο Παραπονούμενος όφειλε σεβαστό ποσό στην εταιρεία και η προσπάθεια ήταν να εισπράξουν πίσω το ποσό αυτό. Η μεταξύ τους συμφωνία ήταν ο μισθός του να γίνει €2.200 χωρίς προμήθειες και από το ποσό αυτό να αποκόπτεται ποσό €500 το μήνα. Διευθέτηση στην οποία συμφώνησε ο Παραπονούμενος, πλην όμως εξακολουθούσε να ζητεί και να παίρνει χρήματα από την εταιρεία. Ανάφερε επίσης περιστατικό με το αυτοκίνητο της εταιρείας το οποίο το πήγε σε φίλο του για επιδιορθώσεις και το ποσό που ζήτησε ήταν υπερβολικό. Σε σχέση με τα ποσά που αφορούν την παρούσα υπόθεση ήταν παρούσα όταν ο σύζυγός της ανακοίνωσε στον Παραπονούμενο ότι δεν θα του καταβληθεί 13ος μισθός για το 2013 ούτε και ο μισθός Ιανουαρίου 2014 και ο Παραπονούμενος αποδέχτηκε την εν λόγω διευθέτηση. Η πιο πάνω μάρτυρας, ήταν και το τελευταίο άτομο το οποίο έδωσε μαρτυρία στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις. Θα μεταφέρω επιγραμματικά τις βασικές θέσεις και των δύο πλευρών, έτσι όπως αυτές καταγράφονται στις αγορεύσεις του. Εάν και εφόσον χρειαστεί σε μεταγενέστερο στάδιο θα γίνεται πιο εκτενής αναφορά. Με την αγόρευσή του ο δικηγόρος της Υπεράσπισης αποδέχεται ότι, δεν έχουν καταβληθεί προς τον Παραπονούμενο τα χρήματα τα οποία αναφέρονται στις κατηγορίες, καταγράφει όμως τους λόγους μη καταβολής επεξηγώντας τη θέση της Κατηγορουμένης, όπως διαφάνηκε μέσα από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ότι δηλ. υπήρχε συμφωνία μεταξύ του Παραπονούμενου και της κατηγορούμενης εταιρείας για συμψηφισμό αυτών των ποσών, με οφειλές που είχε ο Παραπονούμενος προς την εργοδότρια εταιρεία. Είναι η θέση του ότι τα επίδικα αδικήματα δεν είναι αδικήματα αυστηρής ποινικής ευθύνης και πως στην προκειμένη δεν έχει αποδειχθεί ένοχη διάνοια της Κατηγορουμένης και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προχωρήσει σε καταδίκη της Κατηγορουμένης
- Περαιτέρω εισηγείται ότι η όλη διαφορά άπτεται της αξιολόγησης μαρτύρων και εισηγείται πως η μαρτυρία για την Κατηγορουμένη, είναι τέτοιας ποιότητας που θα πρέπει να γίνει αποδεκτή, σε αντίθεση με τη μαρτυρία της πλευράς του Παραπονουμένου η οποία στερείται αξιοπιστίας. Τέλος είναι η θέση του ότι η μη καταβολή των επίδικων ποσών είναι καθόλα νόμιμη και εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου 10 του Νόμου 35(Ι)/
- Από την πλευρά του ο δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής, προβάλλει θέση ότι τα επίδικα αδικήματα είναι αυστηρής ποινικής ευθύνης. Η υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλλει το μισθό υφίσταται και οι οποιεσδήποτε άλλες διαφωνίες μεταξύ των μερών, είναι ζητήματα τα οποία δεν άπτονται της παρούσης διαδικασίας αλλά εμπίπτουν στην αρμοδιότητα και έλεγχο άλλου Δικαστηρίου και άλλης διαδικασίας. Εισηγείται ότι το άρθρο 10 του Νόμου, δεν επιτρέπει την πλήρη αποκοπή του μισθού και καταλήγει προβάλλοντας τη θέση ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει πετύχει στο καθήκον της να αποδείξει την υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Προχωρώ αμέσως πιο κάτω, σε αξιολόγηση της ενώπιον τεθειμένης μαρτυρίας, έχοντας βεβαίως πάντοτε κατά νου, τις σχετικές νομολογιακές αρχές που άπτονται του ζητήματος αυτού. Η πρώτη μάρτυρας Κατηγορίας, η οποία είναι η επιθεωρήτρια, αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε άμα τη λήψη του παραπόνου από τον Παραπονούμενο και πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση υπόθεσης. Οι ενέργειές της αυτές παρέμειναν αναντίλεκτες και αποδέχομαι ότι ανέλαβε την εξέταση παραπόνου το οποίο της διαβίβασε άλλος συνάδελφός της, αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Σάββα Μίλλερ για μη πληρωμή ποσών όπως αυτά καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Αποδέχομαι επίσης ότι επικοινώνησε με τη διευθύντρια της Κατηγορουμένης τόσο προφορικά όσο και με την επιστολή της Τεκμήριο 2 και έλαβε την απάντηση Τεκμήριο 3, όπως επίσης ότι ακολούθησαν και οι επιστολές Τεκμήριο 4 και Τεκμήριο 5 πριν από την καταχώρηση της παρούσας διαδικασίας. Στο μέτρο αυτό και αναφορικά με αυτά τα γεγονότα αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Επίσης, παρέμεινε αναντίλεκτη και είναι αποδεκτή η θέση της, ότι δεν έγινε η διαδικασία μεσολάβησης που προβλέπεται από το άρθρο 10 του Νόμου 35(Ι)/
- Η όλη στάση του Παραπονουμένου, δεν προκάλεσε θετική εντύπωση. Υπήρξε εριστικός σε πολλά σημεία όταν έδιδε μαρτυρία, οι απαντήσεις του δεν ήταν άμεσες, υποπίπτοντας σε αντιφάσεις σε σχέση με ορισμένα ζητήματα. Ως ενδεικτικά παραδείγματα αυτής του της στάσης αναφέρω τα εξής: Αφού είδε το Τεκμήριο 1, δηλαδή το παράπονο που υπέβαλε, το αναγνώρισε και συμφώνησε ότι το υπέγραψε. Στο εν λόγω έγγραφο υπάρχει καταγεγραμμένη η θέση του ότι οφείλει €15.000 στην Κατηγορουμένη. Όταν του υποδείχθηκε το θέμα αυτό της οφειλής του, ανασκεύασε τη θέση του προβάλλοντας ισχυρισμό ότι δεν είπε κάτι τέτοιο στην λειτουργό που έλαβε το παράπονό του. Πέραν του ότι η λειτουργός, έστω κατά την κυρίως εξέτασή της δε ρωτήθηκε για πιο λόγο έγραψε την εν λόγω δήλωση, σημειώνω το αυτονόητο ότι θα ήταν παράλογο μια λειτουργός από μόνη της, όταν της υποβάλλεται κάποιο παράπονο να συμπληρώνει αυθαίρετα και αυτόβουλα ισχυρισμούς περί οφειλών του Παραπονουμένου προς τον εργοδότη του, χωρίς να της έχει λεχθεί κάτι τέτοιο. Επίσης σημειώνω ότι ο Παραπονούμενος υπέγραψε το εν λόγω τεκμήριο και αμφισβητώ τον ισχυρισμό του ότι δεν πρόσεξε τι υπέγραφε. Κοιτάζοντας και μόνο το εν λόγω τεκμήριο. ένας μέσος νοήμων άνθρωπος θα παρατηρήσει ότι στην τελευταία σελίδα όπου είναι η υπογραφή του Παραπονουμένου, στο σημείο που αναφέρεται ότι έχει παράπονο ότι δεν έχει πληρωθεί το μισθό του, υπάρχει προσθήκη, πάνω από το αρχικό κείμενο, προκειμένου να προστεθεί και περαιτέρω αξίωση του, ήτοι «+ travel exp. €100». Πριν υπογράψει ο Παραπονούμενος, το εν λόγω έγγραφο πρόσεξε τη μη καταγραφή της αξίωσης για μη καταβολή €100, αλλά τη δήλωσή του ότι χρωστά €15.000 δεν την πρόσεξε. Ας σημειωθεί ότι το ποσό €15.000, στο Τεκμήριο 1, ευρίσκεται ακριβώς πάνω από την υπογραφή του, επομένως προκαλεί τουλάχιστον εντύπωση ο ισχυρισμός του, ότι δεν πρόσεξε τη σχετική αναφορά. Άλλο σημείο στο οποίο εντοπίζω αντιφάσεις του Παραπονουμένου, είναι το γεγονός ότι κατά την κυρίως εξέτασή του, η θέση του ήταν ότι τα χρήματα τα οποία έπαιρνε έναντι του μισθού του ήταν ποσά τα οποία κατά τον ισχυρισμό του, αντιστοιχούσαν στα οφειλόμενα προς αυτών "bonus" των προηγούμενων ετών. Κατά την αντεξέτασή του, παραδέχτηκε ότι οφείλει χρήματα στην Κατηγορουμένη Εταιρεία, από ποσά που έπαιρνε έναντι του μισθού του. Τέλος δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι ενώ συνεχώς κάνει αναφορές σε δύσκολη οικονομική του κατάσταση, όταν ερωτήθηκε για ρολόγια τα οποία έδωσε σε φιλικά του πρόσωπα χωρίς να καταβληθεί το τίμημα στην Κατηγορουμένη, η θέση του ήταν ότι τα έδωσε στους φίλους του με τη διευθέτηση να τα πληρώνουν με δόσεις και όταν τελικά δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν, ανέλαβε ο ίδιος να πληρώσει. Εύλογα γεννάται το ερώτημα, πως θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε μια περαιτέρω υποχρέωση, όταν με τα εισοδήματά του, αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις υφιστάμενες του υποχρεώσεις. Ήταν εμφανής η προσπάθειά του, να δημιουργήσει εντυπώσεις και να παρουσιάσει μια ιδιαίτερα μελανή εικόνα για τον επί δεκαετία εργοδότη του, όπως και να παρουσιάσει σε σχέση με τον ίδιο την εντύπωση του «θύματος». Όλα αυτά υπήρξαν υπερβολικά και ομολογουμένως αχρείαστα, τόσο από τη φύση της επίδικης διαδικασίας εν γένει (με την αντιστροφή του βάρους απόδειξης), όσο και από τη φύση της επίδικης διαδικασίας ειδικά, εφόσον τα επίδικα θέματα είχαν από την αρχή περιοριστεί σε ένα και μόνο ζήτημα, κατά πόσον ήταν δικαιολογημένη η μη καταβολή των επίδικων ποσών. Σημειώνεται δε, ότι το εύλογο ή μη της μη καταβολής δεν εξαρτάται από γενικές και αόριστες θεωρίες του τι εστί εύλογο, αλλά από τον ίδιο το νόμο καθορίζονται ξεκάθαρα, ρητά και συγκεκριμένα σε ποιες περιπτώσεις επιτρέπεται η μη καταβολή, ή καλύτερα η αποκοπή μισθού. Επισημαίνοντας το πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι η μαρτυρία του Παραπονουμένου δεν έχει περιοριστεί στα επίδικα θέματα, αλλά επεκτάθηκε σε θέματα που άπτονται στην ίδια τη ρίζα της εργασιακής σχέσης μεταξύ των μερών. Αν και υπερβολική και εγωκεντρική η μαρτυρία του και με όλες τις αντιφάσεις της, ο Παραπονούμενος υπήρξε σαφής, ξεκάθαρος και σταθερός σε όλο το διάστημα που κατέθετε ως μάρτυρας σε ένα πράγμα. Είχε μεν συμφωνήσει, σε χρόνο προγενέστερο του επίδικου, σε αποκοπή μισθού €500 προς κάλυψη οφειλών του έναντι της Κατηγορουμένης, ουδέποτε όμως δέχτηκε την ολοκληρωτική μη καταβολή των επίδικων ποσών. Η θέση του αυτή, είναι σε συνάρτηση με την όλη στάση του και την όλη μαρτυρία που έχει τεθεί σε σχέση με τον Παραπονούμενο, ότι δηλαδή, λόγω της οικονομικής του στενότητας δεν ήταν διατεθειμένος να απεμπολήσει το παραμικρό οικονομικό του δικαίωμα. Παρόλη την κακή εντύπωση που δημιούργησε ο Παραπονούμενος, αποδέχομαι τη θέση του, ότι από την πλευρά του, δεν υπήρξε αποδοχή για αποκοπή των επίδικων ποσών. Οι δύο μάρτυρες για την Κατηγορουμένη, παρέθεσαν στο Δικαστήριο την ίδια εκδοχή, παραδέχτηκαν δηλαδή την οφειλή και περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι ο Παραπονούμενος σε συνάντηση που είχε στην παρουσία και των δύο τους, όταν του ανακοίνωσαν τη μη καταβολή των επίδικων ποσών, αυτός αποδέχτηκε. Όπως και ο Παραπονούμενος και οι δύο μάρτυρες υπεράσπισης, επεκτάθηκαν σε ζητήματα τα οποία εκφεύγουν παντελώς των επιδίκων, αλλά συναρτώνται με θέματα που αφορούν τη σχέση εργοδότησης και την «αντιδεοντολογική», κατά τη θέση τους συμπεριφορά που επεδείκνυε ο Παραπονούμενος τους τελευταίους μήνες πριν από τη λήξη της συνεργασίας του. Η μαρτυρία που έδωσαν σε σχέση με τη στάση του Παραπονουμένου, τη συμπεριφορά του έναντι της Κατηγορουμένης και τις συσσωρεμένες οφειλές είναι αποδεχτή. Αυτά τα ζητήματα δεν εξετάζονται βεβαίως από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο στα πλαίσια εξέτασης της υπόθεσης αυτής, αποφαίνεται με βάση τις πρόνοιες και μόνο του Ν.35(Ι)/2007 και τυχούσας παραβίασης αυτών. Σημειώνω, ότι βεβαίως εκ των πραγμάτων, το γεγονός της αποδοχής ή όχι του Παραπονουμένου, είναι και το μόνο αμφισβητούμενο ζήτημα, εφόσον η μη πληρωμή είναι αποδεκτή. Σε γενικές γραμμές ως μάρτυρες παρουσίασαν καλή εικόνα, πλην όμως ότι η θέση τους, ότι η αποκοπή των επίδικων ποσών έγινε με τη συγκατάθεση του Παραπονουμένου δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή, καθότι αυτή ανατρέπεται από τα ίδια τα γεγονότα και ούτε βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία που η ίδια η Κατηγορούμενη έχει προσφέρει. Και εξηγώ: Ήταν η θέση των δύο μαρτύρων της Κατηγορουμένης, ότι ο Παραπονούμενος αποδέχτηκε τη διευθέτηση που του προτάθηκε για μη πληρωμή του 13ου μισθού για το έτος 2013 και του μισθού για τον Ιανουάριο 2014 και μάλιστα τους ευχαρίστησε που δεν προχωρήσαν σε καταγγελίες. Εάν όμως ήταν αποδεχτή αυτή η διευθέτηση από τον Παραπονούμενο, σίγουρα δεν θα προχωρούσε σε καταγγελία στο Υπουργείο Εργασίας, χωρίς μάλιστα να έχει προηγηθεί καμία καταγγελία από την πλευρά της Κατηγορουμένης, ρισκάροντας έτσι τυχόν προώθηση καταγγελίας σε βάρος του, όπως και έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο. Από μόνη της αυτή η στάση του Παραπονουμένου (της υποβολής δηλ. παραπόνου), δεικνύει μη αποδοχή της αποκοπής του 13ου μισθού του 2013 και του μισθού Ιανουαρίου για το έτος
- Εάν υπήρχε συμφωνία για μη καταβολή των επίδικων ποσών και υπόσχεση από τον πρώην εργοδότη του, η οποία του εξασφάλιζε ότι δεν θα γινόταν καταγγελία σε βάρος του για ποινικό αδίκημα σε σχέση με το ποσό των €1.400, τότε δεν υπήρχε λόγος να προχωρήσει σε υποβολή παραπόνου στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, παραβαίνοντας έτσι μια συμφωνία, με ευνοϊκή για αυτόν διευθέτηση. Ακολούθως της καταγγελίας του Παραπονουμένου και όταν κλήθηκε πλέον η Κατηγορουμένη από την Κατηγορούσα Αρχή (Τεκμήριο 2) να δώσει τις θέσεις της αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Παραπονουμένου, η θέση της Κατηγορουμένης, έτσι όπως αυτή καταγράφεται στη γραπτή της απάντηση Τεκμήριο 3, είναι ότι «Πράγματι οφείλουμε στον Κον Μίλλερ τον μισθό Ιανουαρίου 2014 και τον 13ο του
- Το πιο πάνω ποσό δεν καταβλήθηκαν στον Κον Μίλλερ γιατί διαπιστώθηκε ότι συστηματικά παρακρατούσε χρήματα τα οποία εισέπραττε σε μετρητά από πελάτες. Του έγιναν πολλαπλές προφορικές παρατηρήσεις το τελευταίο διάστημα, ενώ του δόθηκε γραπτή προειδοποίηση με ημερομηνία 21/1/2014 η οποία και επισυνάπτεται. Περαιτέρω, μετά από έλεγχο που έγινε, έχει διαπιστωθεί ότι από το στοκ που είναι χρεωμένος, ελλείπουν 13 ρολόγια αξίας περίπου 3.162€, εκ των οποίων κάποια από αυτά έχουν πωληθεί σε πρόσωπα φιλικά προς αυτόν, χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στην εταιρεία». Αμέσως μετά που ενημερώθηκε για την υποβολή παραπόνου, προς υπεράσπισή της η Κατηγορουμένη δεν προβάλλει θέση της περί συμφωνίας του Παραπονουμένου για τις αποκοπές, αλλά προωθεί ισχυρισμό για αποκοπές που έγιναν από την Κατηγορουμένη για τους λόγους που αναφέρει στην εν λόγω επιστολή, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ισχυρισμός περί αποδοχής του Παραπονουμένου.. Έχοντας παραθέσει πιο πάνω τη μαρτυρία και ακολούθως την αξιολόγησή της, σε σχέση με το μόνο αμφισβητούμενο γεγονός, το οποίο είναι και ουσιώδες για την επίλυση της παρούσας διαφοράς, δηλαδή την ύπαρξη αποδοχής του Παραπονουμένου για πλήρη αποκοπή των επίδικων ποσών, η διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι ότι για αποκοπή ποσού €500 μηνιαίως από το μισθό του Παραπονουμένου, υπήρξε αποδοχή, συναίνεση και συγκατάθεση του. Δεν υπήρξε όμως, αποδοχή του Παραπονουμένου της φύσης που επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί από την Κατηγορουμένη για πλήρη μη καταβολή των επίδικων ποσών. Είναι περαιτέρω διαπίστωση του Δικαστηρίου, ότι η αποκοπή έγινε από την Κατηγορουμένη, ασκώντας ως πίστευε δικαίωμά της έναντι του Παραπονουμένου, εξαιτίας συσσωρεμένων οφειλών του προς αυτή, οι οποίες προέκυψαν είτε εξαιτίας χρημάτων που έπαιρνε έναντι από το μισθό του, είτε εξαιτίας χρημάτων που έπαιρνε από πελάτες και δεν απέδιδε πίσω στην Κατηγορουμένη. Από την ενώπιον μου μαρτυρία, διαπιστώνω ότι ο Παραπονούμενος έχει οφειλές προς την Κατηγορουμένη, το ακριβές ποσό δεν αφορά την παρούσα διαδικασία προκειμένου να διαπιστωθεί. Είναι ακριβώς εξαιτίας αυτών των οφειλών που ο Παραπονούμενος αποδέχτηκε αποκοπή από το μισθό του, ύψους €500 μηνιαίως. Εύρημα επίσης, του Δικαστηρίου συνιστά και το γεγονός ότι η διαφορά δεν έχει παραπεμφθεί στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για μεσολάβηση, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 10
(3)του Νόμου 35(Ι)/2007. Ως το Τεκμήριο 9, υπάρχει στο Δικαστήριο Εργαστικών Διαφορών σε εκκρεμότητα αίτηση του Παραπονουμένου, εναντίον της Κατηγορουμένης. Τέλος σημειώνω, ότι η ύπαρξη σχέσης εργασίας μεταξύ του Παραπονουμένου και της Κατηγορουμένης, ως εργοδότριας αυτού, είναι δεδομένη εφόσον έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός. Κατόπιν της αξιολόγησης της μαρτυρίας και της συνεπακόλουθης εξαγωγής ευρημάτων, θα προχωρήσω σε υπαγωγή αυτών στη νομική πτυχή της υπόθεσης, προκειμένου να αποφανθώ κατά πόσο τα αδικήματα στοιχειοθετούνται. Τα αδικήματα, τα οποία αποδίδονται στην Κατηγορουμένη, στοιχειοθετούνται με συνδυασμό των άρθρων 9, 10 και 20 του Περί Προστασίας του Μισθού Νόμου του 2007(Ν.35(Ι)/2007). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12
(3)του εν λόγω νόμου, το βάρος απόδειξης ότι έχει καταβληθεί ο μισθός το φέρει ο εργοδότης (στο ισοζύγιο εννοείται των πιθανοτήτων). Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι αποδεχτό ότι δεν έχει καταβληθεί ο μισθός που αφορά τις υπό εκδίκαση κατηγορίες. Η Κατηγορουμένη, προς υπεράσπισή της ισχυρίζεται ότι υπάρχει συμφωνία με τον Παραπονούμενο για την αποκοπή των επίδικων ποσών. Εννοείται ότι το βάρος απόδειξης και αυτού του ισχυρισμού το φέρει η Κατηγορουμένη. Σε σχέση με τα αμέσως πιο πάνω, σημειώνω πως βεβαίως έχω πάντοτε υπόψη το γενικό και βασικό κανόνα ότι στην ποινική δίκη, το βάρος απόδειξης το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Υπάρχουν βέβαια εξαιρέσεις στον κανόνα αυτό, μεταξύ των οποίων, εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες συγκεκριμένο ή επιμέρους βάρους(στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων) μετατίθεται στους ώμους του κατηγορουμένου, δυνάμει συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης. Καταγράφω ενδεικτικά τα ακόλουθα από το ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλας Σάντης, σελ.179: «Έτσι, όταν συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη δημιουργεί ποινικό αδίκημα που όμως δεν συνιστά αδίκημα εάν η πράξη εκτελείται από πρόσωπο που κατέχει τα προσόντα ή την άδεια συγκεκριμένης αρχής, τότε ο κατηγορούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι κατέχει τα προσόντα ή τη σχετική άδεια και τούτο γιατί οι λεπτομέρειες βρίσκονται μόνο στην προσωπική γνώση ή κατοχή του και είναι δύσκολο (αν όχι αδύνατο) για την Κατηγορούσα Αρχή να τις αντικρούσει. Σε τέτοια περίπτωση, ο κατηγορούμενος μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (R v Carr-Braint
(1943)2 All ER 156)» Η δυνατότητα μετατόπισης του βάρους απόδειξης σε ποινικές υποθέσεις, στους ώμους του Κατηγορουμένου στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, έχει καταγραφεί σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά αναφέρω τις Αστυνομία ν. Νικολάου 15 Α.Α.Δ. 78, Zavos Michael Demetriou V The Police
(1963)1 CLR 57, Protopapas loannis v The Police
(1985)2 CLR 254 , Δήμος Λεμεσού ν Στέλιου Χριστοφίδη και άλλων
(1994)2 CLR 206, Λειτ. Εργ. Λάρνακας ν. Πολυκόλορ Λτδ άλλος,
(1995)2 Α.Α.Δ. 88. Με βάση την αρχή αυτή, η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το γενικό βάρος να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Στην περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή επιτύχει στο καθήκον της αυτό, τότε η υπεράσπιση φέρει το ειδικό βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Οι κατηγορίες οι οποίες αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη (σημ. η αναφορά γίνεται στις κατηγορίες 4 έως και 7) αφορούν παράβαση των άρθρων 2, 9
(1)και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 (35(I)/2007). Το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται η Κατηγορούμενη, συνίσταται στην παράβαση διατάξεων του Νόμου, δηλαδή των άρθρων 2 και 9, η οποία τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 20 του Νόμου. Όπως ήδη έχει επισημανθεί, σύμφωνα με το άρθρο 12
(3)του Νόμου: "Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης." Τα υπό εξέταση αδικήματα, είναι αδικήματα αυστηρής ευθύνης, για αυτό και ο νομοθέτης και η νομολογία, ρητά καθορίζουν ότι το αδίκημα αυτό μόνο από τον εργοδότη διαπράττεται (Βλ. σχετικά Peppis Company Ltd κ.α. ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 272). Το Δικαστήριο, εξετάζει κατά πόσο ο εργοδότης έχει παραβεί υποχρέωση τεθειμένη υπό της παρούσης νομοθεσίας και εάν ναι, σε περίπτωση που δεν συντρέχει κάποιος λόγος προβλεπόμενος από τον ίδιο το νόμο, προχωρεί σε τιμωρία για την παραβίαση. Εξού και ο νομοθέτης δεν κάνει διαχωρισμό στην περίπτωση του άρθρου 20
(1)μεταξύ εργοδότη φυσικού ή νομικού προσώπου, όπως κάνει πιο κάτω στο ίδιο άρθρο, ακριβώς επειδή το εν λόγω αδίκημα είναι αδίκημα αυστηρής ποινικής ευθύνης και η ύπαρξη του mens rea δεν είναι απαραίτητη. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, θα διαφωνήσω με την προσέγγιση του δικηγόρου της Υπεράσπισης, ότι για να καταστεί αδίκημα η μη καταβολή μισθού από την Κατηγορουμένη 1, θα πρέπει να αποδειχθεί και η υποκειμενική υπόσταση (mens rea). Τα αδικήματα τα οποία κατηγορείται η Κατηγορουμένη ότι διέπραξε, από την ίδια τη φύση τους, δεν μπορεί παρά να είναι «απόλυτης ευθύνης». Δεν απαιτείται η συνδρομή mens rea για τη διάπραξή τους, αλλά μόνο actus reus. Για τα αδικήματα απόλυτης ευθύνης έχει λεχθεί στην, κλασική, θα έλεγα, για το ζήτημα, απόφαση Sea Island Tours Ltd ν. KOT,
(1995)2 Α.Α.Δ. 196: "Το πώς προσεγγίζεται ερμηνευτικά μια ποινική διάταξη προκειμένου να διαγνωστεί το κατά πόσο επιβάλλει ή όχι αυστηρή ευθύνη, εξετάστηκε από το Εφετείο, με αναφορά σε Αγγλική νομολογία, στην υπόθεση Hailis v. The Polide
(1982)2 C.L.R. 99 όπου τέθηκαν οι ακόλουθες γενικές κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες συνοψίζουμε, προσθέτοντας και κάποιες επεξηγήσεις. Το θέμα κρίνεται κατ' αρχήν από το λεκτικό της διάταξης και έπειτα, εν αμφιβολία, από τη φύση του νομοθετήματος - ρυθμιστικής ή αυστηρώς ποινικής - όπως και από το πρόβλημα προς το οποίο το νομοθέτημα απευθύνεται για επίλυση - αν π.χ. ανάγεται σε τομέα που αφορά, γενικά θα λέγαμε, την κοινή ευημερία: βλ. σχετικά την πολύ σημαντική απόφαση της Νομικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Alphacell Ltd v. Woodward [1972] 2 All E.R. 475, απόφαση που επιβεβαιώθηκε πρόσφατα στην National Rivers Authority v. Yorkshire Water Services Ltd [1995] 1 All E.R. 225. To ζήτημα εδώ δεν απαιτεί εκτενή συζήτηση δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μας, το λεκτικό της διάταξης, ερμηνευόμενο από μόνο του χωρίς αναφορά προς οτιδήποτε άλλο, καταδείχνει τη δημιουργία αδικήματος αυστηρής ευθύνης. Αναδύεται ευκρινώς πως με την εκδήλωση της προσδιορισθείσας ενέργειας, εφόσον προκύπτει η παράβαση, τελείται το αδίκημα." Πέραν του ότι από το ίδιο το λεκτικό του νόμου τον οποίο η Κατηγορουμένη κατηγορείται ότι έχει παραβεί φαίνεται ξεκάθαρα, ότι δεν απαιτείται η συνδρομή υποκειμενικής υπόστασης, η ίδια η φύση του αδικήματος, για το οποίο κατηγορείται η Κατηγορούμενη, είναι τέτοια η οποία το κατατάσσει στα αδικήματα απόλυτης ευθύνης, εφόσον το αδίκημα, συνίσταται σε παράλειψη (μη καταβολή μισθού) η οποία απαγορεύεται από το Νόμο και τιμωρείται απ' αυτόν, για λόγους που εμπίπτουν στα όρια του δημοσίου συμφέροντος ή της δημόσιας ευημερίας. Βλ. σχετικά και Δημοκρατία ν. Δημητρίου
(2010)2 Α.Α.Δ. 298, AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 78/2014, 79/2014, 3/9/
- Εφόσον τα επίδικα αδικήματα, συγκαταλέγονται στα αδικήματα αυστηρής ευθύνης, η ύπαρξη actus reus και μόνο είναι ικανοποιητική να οδηγήσει σε καταδίκη. Στην υπό εξέταση περίπτωση, έχει αποδειχθεί (και ούτε έχει αμφισβητηθεί) ότι ΔΕΝ έχουν καταβληθεί ο 13ος μισθός για το έτος 2013 και ο μισθός για τον Ιανουάριο
- Η υπεράσπιση που προβάλλει η Κατηγορουμένη, η οποία συνίσταται στη θέση της ότι δεν υπήρχε ένοχη διάνοια (mens rea), δεν μπορεί να επιτύχει από την ίδια τη φύση του αδικήματος. Ακόμα και εάν δεχτώ ότι καλόπιστα η Κατηγορουμένη, θεωρούσε ότι μπορούσε να μην καταβάλει τα επίδικα ποσά, λόγω του ότι είχε αξιώσεις από τον Παραπονούμενο, αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση «Offences of strict liability (absolute offences) In respect of those offenses in relation to which there is no requirement of mens rea, a mistake of fact, whether based on reasonable grounds or not, will not provide a defence.» (Archbold 2015, 17-15). Θα εξετάσω περαιτέρω, κατά πόσο η μη καταβολή των επίδικων ποσών είναι αποδεχτή ακολούθως διατάξεων του νόμου 35(Ι)/
- Η Κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι η αποκοπή έχει γίνει λόγω ζημιών που έχει υποστεί από τον Παραπονούμενο και περαιτέρω ότι ο Παραπονούμενος, έχει αποδεχτεί αυτή την αποκοπή. Ο μισθός είναι η αντιπαροχή του εργοδότη για την εργασία που του παρέχει ο εργοδοτούμενός του, στα πλαίσια της σύμβασης εργασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 (35(I)/2007), στο οποίο γίνεται ερμηνεία του όρου μισθός: "μισθός" σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές. Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τον πιο πάνω ορισμό, μισθός είναι κάθε παροχή του εργοδότη οποιασδήποτε μορφής ή ονομασίας ή ειδικότερης αιτίας, η οποία χορηγείται ως αντάλλαγμα για την εργασία του εργοδοτουμένου. Περαιτέρω, από τον πιο πάνω ορισμό προκύπτει ότι η παροχή πρέπει να είναι «τακτική», κάτι το οποίο λογικά συνεπάγεται παροχή η οποία χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως τακτικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Από τη στιγμή που υπάρχει παραδοχή ότι υπήρχε για όλο το χρονικό διάστημα καταβολή 13ου μισθού, τότε αυτή ως τακτική καταβολή αποτελεί μέρος του μισθού του Παραπονουμένου, ο οποίος μαζί με το μηνιαίο μισθό σύμφωνα με το άρθρο 10, δεν δύναται να αποκοπεί παρά μόνο ως το εν λόγω άρθρο διαλαμβάνει. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του πιο πάνω νόμου δεν επιτρέπονται αποκοπές από το μισθό παρά μόνο με τη συγκατάθεση του εργοδοτουμένου. Το άρθρο 10, διαλαμβάνει: «10.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο: (α) αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός· (β) αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης· (γ) αποκοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης˙ (δ) αποκοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και (ε) άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.
(2)Πριν από την αποκοπή από τον μισθό, για λόγους αποζημίωσης του εργοδότη, σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου
(1), πρέπει να γίνεται διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, που θα έχουν ως στόχο, μεταξύ άλλων, τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης και τον τρόπο καταβολής της και, σε περίπτωση που δεν υπάρχει αναγνωρισμένος μηχανισμός εκπροσώπησης των εργοδοτουμένων μέσα στην επιχείρηση, πρέπει να γίνεται διαβούλευση με τον ίδιο τον εργοδοτούμενο.
(3)Σε περίπτωση που οι διαβουλεύσεις, δυνάμει του εδαφίου
(2), δεν καταλήξουν σε διευθέτηση της διαφοράς, τότε η διαφορά θα παραπέμπεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για μεσολάβηση και, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία στο στάδιο της μεσολάβησης, τότε το Υπουργείο θα παραπέμπει την διαφορά στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.
(4)Οι αποκοπές από το μισθό δυνάμει του παρόντος άρθρου περιορίζονται στο βαθμό που ο εργοδοτούμενος θα μπορεί να συντηρήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του.» Επισημαίνεται, ότι η αποκοπή που έγινε στην υπό εξέταση περίπτωση δεν εμπίπτει στα στοιχεία α, β και γ του εδαφίου 1 του πιο πάνω άρθρου. Σε σχέση με αποκοπή για κατ΄ ισχυρισμό ζημιές η οποία προβλέπεται στο στοιχείο δ, του εδαφίου 1, που αφορά και την παρούσα υπόθεση, αυτή γίνεται ακολούθως της διαδικασίας των εδαφίων 2 και 3 του πιο πάνω άρθρου 10 του Ν.35(Ι)/2007, διαδικασία η οποία ως αναφέρεται πιο πάνω, είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν έχει γίνει. Ίσως εκ του περισσού, σημειώνω ότι σε αυτή την περίπτωση, εφόσον προκύψει διαφωνία αναφορικά με τις αποκοπές, τότε η διαφορά δεν άγεται ενώπιον ποινικού Δικαστηρίου προς επίλυση, κάτι το οποίο είναι λογικό εφόσον το ποινικό δικαστήριο εξετάζει παραβάσεις νομοθεσίας και δεν αποφαίνεται επί αμφισβητούμενων ποσών και δικαιωμάτων. Όταν ακολουθείται η διαδικασία της μεσολάβησης, με παραπομπή της διαφοράς στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, σύμφωνα με τον ίδιο το Νόμο, καθορίζεται ως αρμόδιο το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Περαιτέρω, σε σχέση τη θέση που προωθεί η Κατηγορουμένη ότι όλες οι αποκοπές έγιναν με τη σύμφωνη γνώμη του Παραπονουμένου, η θέση αυτή αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι δεν είναι αποδεχτή, εφόσον από τη μαρτυρία δε στοιχειοθετείται τέτοια αποδοχή. Έστω και εάν αποδεχτώ, που αποδέχομαι, ότι οι προηγούμενες αποκοπές ήταν με τη συγκατάθεση του, για τις συγκεκριμένες δύο επίδικες αποκοπές για τις οποίες υπάρχει παράπονο δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συγκατάθεση, άρα δεν θα μπορούσα να θεωρήσω ότι συμπεριλαμβάνονται στο σημείο (ε) του άρθρου10 του Νόμου. Ακόμα όμως και εάν θεωρείτο ότι υπάρχει συγκατάθεση και λαμβάνοντας υπόψη το όλο πνεύμα του επίδικου νόμου, διατηρώ επιφυλάξεις κατά πόσο είναι επιτρεπτό να γίνει πλήρης αποκοπή μηνιαίου μισθού. Οι εν λόγω αποκοπές έχουν γίνει προς κάλυψη των ζημιών που έχει υποστεί ο εργοδότης όπως αυτές έχουν επεξηγηθεί από τους μάρτυρες για την Κατηγορουμένη χωρίς ουσιαστικά να αμφισβητηθούν. Οι αποκοπές αυτές όμως εμπίπτουν στο γράμμα του εδαφίου (δ) του άρθρου 10 και επομένως για αυτές θα έπρεπε να προηγηθεί η προβλεπόμενη από το Νόμο διαδικασία της μεσολάβησης κάτι το οποίο δεν έχει γίνει. Επισημαίνεται ότι ο παρών νόμος σκοπό έχει την προστασία του μισθού και τη διασφάλιση ότι παρέχονται μέσω του τα εχέγγυα για τιμωρία του εργοδότη ο οποίος δεν καταβάλλει το μισθό στον εργοδοτούμενο. Για αυτό το λόγο, με το άρθρο 10, προβλέπονται ρητά συγκεκριμένα και περιορισμένα οι αποκοπές που γίνονται από το μισθό, οι οποίες είναι καθορισμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να μη υπάρξει στρέβλωση του ρόλου του παρόντος ποινικού Δικαστηρίου, με τέτοιο τρόπο που η φύση της απόφασης του να εμπίπτει στα πλαίσια άλλης δικαιοδοσίας. Για ό,τι αφορά την παρούσα διαδικασία, ο μισθός του Παραπονονουμένου δεν έχει καταβληθεί για λόγους άλλους από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 10 του Νόμου 35(Ι)/2007. Επαναλαμβάνεται, επισημαίνεται και εκ νέου εμφαντικά τονίζεται ότι, το παρών Δικαστήριο δεν εξετάζει οικονομικές διαφορές ούτε και εκδίδει αποφάσεις αναφορικά με αμφισβητούμενα ποσά ούτε και εκδίδει διατάγματα αναφορικά με μη αποκρυσταλλωμένα ζητήματα. Εκείνο που εξετάζει στα πλαίσια του συγκεκριμένου ειδικού νομοθετήματος και με βάση τα ενώπιον του επίδικα ζητήματα, είναι κατά πόσον υπάρχει παράβαση της νομοθεσίας και ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση εάν έχει καταβληθεί ή όχι ο μισθός του εργοδοτουμένου, με το βάρος απόδειξης να μετατίθεται στους ώμους του Κατηγορουμένου (αρ.12) και με συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους επιτρέπεται η αποκοπή. Το εάν ο υπάλληλος έπραξε κάτι ενάντια στα συμφέροντα της εταιρείας του ή κατά παράβαση των υποχρεώσεων του έναντι του εργοδότη του, δεν δίδει αυτόματο και αυτοδίκαιο δικαίωμα στο εργοδότη να παραβεί και αυτός τις νόμιμες του υποχρεώσεις και δη τη καταβολή του ανταλλάγματος της εργασίας που έχει λάβει από τον υπάλληλό του. Ο νομοθέτης έχει προνοήσει για τη διαδικασία που ακολουθείται σε περίπτωση που υπάρχουν αξιώσεις για κατ΄ ισχυρισμό ζημιές. Οι αξιώσεις αυτές δεν ικανοποιούνται αυτόβουλα από τον εργοδότη με αποκοπή του μισθού, αλλά υπάρχει μηχανισμός ο οποίος πρέπει να ακολουθηθεί. Επίσης εάν ο υπάλληλος έχει επιφέρει ζημιές στον εργοδότη, σαφέστατα και υπάρχουν και άλλες διαδικασίες τις οποίες μπορεί ο εργοδότης να ακολουθήσει. Οι θέσεις που προβάλλει η Κατηγορουμένη, αφορούν στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και συνιστούν θα έλεγα ζητήματα, τα οποία το Δικαστήριο θα λάμβανε υπόψη του στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής. Δεν συνιστούν όμως, λόγους άρσης του αξιόποινου. Όπως επίσης το εάν ο Παραπονούμενος προωθεί υπόθεση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών για ανάκτηση ποσών, ποσά τα οποία ειρήσθω εν παρόδω σημειώνεται ότι είναι αμφισβητούμενα, είναι θέμα που δεν ενδιαφέρει στο στάδιο αυτό της διαδικασίας (επισημαίνεται πως στην εν λόγω αίτηση όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 9 δεν συμπεριλαμβάνονται τα επίδικα ποσά. Σε σχέση με το παρόν Κατηγορητήριο στο Τεκμήριο 9 περιλαμβάνεται μόνο η αξίωση που αναφέρεται στην έκτη κατηγορία). Ενδεχομένως είναι κάτι το οποίο θα μπορούσε ίσως να ληφθεί υπόψη, σε μεταγενέστερο στάδιο εάν και εφόσον ζητηθεί διάταγμα καταβολής όλων των αναφερόμενων στο Κατηγορητήριο ποσών από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της σε σχέση με τα όσα έφερε βάρος απόδειξης. Σε σχέση με τη μη καταβολή του 13ου μισθού για το έτος 2013 και τη μη καταβολή του μισθού Ιανουαρίου 2014, το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της, το έφερε η Κατηγορούμενη στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και δεν κατάφερε να αποσείσει αυτό. Επομένως, η Κατηγορουμένη, κρίνεται ένοχη στις δύο κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει, δηλαδή, η Κατηγορουμένη 1 κρίνεται ένοχη στην τρίτη και στην πέμπτη Κατηγορία. (Υπ) ................................. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο