Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Ανδρέα Μυλωνά, Υποθ. αρ.: 477/16, 8/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:34 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 477/16 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v. Ανδρέα Μυλωνά Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Δεκεμβρίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Δημητρίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Χ΄΄Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά τέσσερις κατηγορίες για τα ακόλουθα αδικήματα: 1) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, και συγκεκριμένα 7563 δισκίων της ουσίας MDMA (ecstacy) συνολικού βάρους 1642,5468 γρ. (κατηγορία 1), 2) Εισαγωγή στην Κυπριακή Δημοκρατία από την Ολλανδία του προαναφερόμενου ελεγχόμενου φαρμάκου (κατηγορία 2), 3) Κατοχή του εν λόγω ελεγχόμενου φαρμάκου (κατηγορία 3), και 4) Κατοχή αυτού με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία 4). Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας φέρεται να έχει διαπραχθεί μεταξύ των ημερομηνιών 1.5.14 και 6.6.14 και τα υπόλοιπα αδικήματα στις 6.6.14. Ι. Μαρτυρία Στα πλαίσια της ακρόασης της παρούσας υπόθεσης κατέθεσαν συνολικά τρεις μάρτυρες για την Κατηγορούσα Αρχή ενώ δηλώθηκε και σειρά παραδεκτών γεγονότων. Συνοπτικά, ο Αστ. 1455 Θεοχάρης Πολεμίτης, Μ.Κ.1, ήταν ο χειριστής τεκμηρίων και κατέθεσε τα πλείστα τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης. Ο επόμενος μάρτυρας ήταν ο Αστ. 3867 Σώζος Σώζου, M.K.2, της Υ.ΚΑ.Ν. Λευκωσίας, ανακριτής της υπόθεσης. Αυτός κατέθεσε τεκμήρια και την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου και αναφέρθηκε στη μαρτυρία που εξασφάλισε η Αστυνομία στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Η κα Μαρία Αυξεντίου, Μ.Κ.3, Χημικός Α΄ Τάξης στο Κρατικό Γενικό Χημείο, κατέθεσε την Έκθεση της στην οποία καταγράφονται τα αποτελέσματα των εξετάσεων της και επεξήγησε τη μέθοδο εξέτασης η οποία χρησιμοποιήθηκε. Αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κάλεσε τον Κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπιση του, αυτός επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. ΙΙ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας κατατέθηκε υπό τη μορφή παραδεκτών γεγονότων. Ειδικότερα, πέραν του κειμένου παραδεκτών γεγονότων, Τεκμήριο Α, δηλώθηκαν ως παραδεκτά τα περιεχόμενα της κατάθεσης της κας Νεκταρίας Μιχαήλ και της κατάθεσης του Α/Αστ. 3031 Χρίστου Χριστοφόρου της Υ.ΚΑ.Ν. Αρχηγείου, Τεκμήρια 6 και 9, αντίστοιχα. Από το σύνολο των παραδεκτών γεγονότων, προκύπτουν τα ακόλουθα τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου: 1. Στις 6.6.14, κατόπιν πληροφορίας ότι το όχημα με αρ. εγγραφής KQW740 θα μετέφερε ναρκωτικά από τη Λάρνακα προς Λευκωσία, ο δρόμος Λάρνακας-Λευκωσίας τέθηκε υπό διακριτική παρακολούθηση. Ο Α/Αστ. 3031 με τον Υπαστ. Π. Σταύρου, τον Αστ. 3539 και άλλα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. βρίσκονταν στον κυκλικό κόμβο Ριζοελιάς στη Λάρνακα και ανέμεναν οδηγίες. 2. Περί τις 10:30 θεάθηκε το εν λόγω όχημα και διαπιστώθηκε ότι εντός αυτού επέβαιναν τρία άτομα με οδηγό τον Remus Spataru. Κατόπιν οδηγιών ο Α/Αστ. 3031 έθεσε το όχημα υπό παρακολούθηση με σκοπό την ανακοπή του για έρευνα. 3. Το όχημα κατευθύνθηκε προς Λευκωσία μέσω του αυτοκινητόδρομου από τον οποίο εξήλθε χρησιμοποιώντας τον κυκλικό κόμβο Καλαμών με κατεύθυνση τη Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού προς τα φώτα Ορφανίδη, κινήθηκε στην περιοχή Στροβόλου και στις 11:15 ανακόπηκε στη συμβολή των οδών Πτολεμαΐδος και Νικολάου Δημαρά. 4. Ο Α/Αστ. 3031 υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα στον οδηγό του οχήματος και τον πληροφόρησε ότι θα προέβαινε σε έρευνα. Διαπίστωσε ότι ο οδηγός ήταν ο Remus Spataru, συνοδηγός ο Δημήτρης Κυριάκου και συνεπιβάτης ο πατέρας του πρώτου, Dan Spataru. 5. Σε σωματική έρευνα και των τριών αυτών προσώπων δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε το ύποπτο. 6. Στη συνέχεια στην παρουσία και των τριών, ο Α/Αστ. 3031 ερεύνησε το όχημα. Στο πορτ-παγκάζ υπήρχαν δύο ταξιδιωτικές βαλίτσες, μια κόκκινη και μια μπλε του ιδίου μεγέθους. Αφού τους ρώτησε σε ποιον ανήκουν, ο Remus Spataru απάντησε ότι ήταν του πατέρα του ο οποίος αφίχθη στην Κύπρο από τη Ρουμανία μέσω κατεχομένων. 7. Ο Α/Αστ. 3031 άνοιξε τις βαλίτσες και αφού αφαίρεσε τα ρούχα που υπήρχαν διαπίστωσε ότι στους μηχανισμούς χειρολαβής οι βίδες φαίνονταν χρησιμοποιημένες. Στις 11:25 αφαίρεσε τις βίδες από την κόκκινη βαλίτσα και διαπίστωσε ότι στον μηχανισμό χειρολαβής υπήρχε εσωτερική κοιλότητα εντός της οποίας υπήρχαν δύο νάιλον συσκευασίες κατά μήκος της βαλίτσας. Οι συσκευασίες ήταν περιτυλιγμένες με πλαστική διαφανή κολλητική ταινία και εντός αυτών υπήρχε νάιλον διαφανές σακούλι που περιείχε μπλε χάπια όμοια με χάπια ecstasy. Οι δύο συσκευασίες περιείχαν συνολικά 3790 δισκία. 8. Αμέσως ο Α/Αστ. 3031 τους πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπρατταν, τους επέστησε την προσοχή στον Νόμο και αυτοί δεν έδωσαν απάντηση. Τότε τους συνέλαβε για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ναρκωτικών και κατόπιν επίστησης δεν έδωσαν απάντηση. 9. Στις 11:35 έγινε η ίδια διαδικασία με τη μπλε βαλίτσα όπου και πάλι στην εσωτερική κοιλότητα του μηχανισμού χειρολαβής υπήρχαν αντίστοιχα άλλες δύο συσκευασίες όπως στην κόκκινη. Αυτές περιείχαν συνολικά 3773 δισκία. Κατόπιν επίστησης αυτοί δεν έδωσαν απάντηση. 10. Στις 11:40 ο Α/Αστ. 3031 βρήκε στο συρτάρι μπροστά από τη θέση του συνοδηγού ένα κινητό τηλέφωνο, ένα αεροπορικό εισιτήριο στο όνομα Dan Spataru με την εταιρεία Turkish Airlines από το Άμστερνταμ με προορισμό την Κωνσταντινούπολη για τις 5.6.14 και ώρα 23:55, ακόμα ένα εισιτήριο με τις ίδιες αερογραμμές από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό το Ercan στις 6.6.14 και ώρα 08:45, και μια άδεια εισόδου στις κατεχόμενες περιοχές ημ. 6.6.14 στο όνομα Dan Spataru. 11. Στη συνέχεια ο Α/Αστ. 3031 παρέδωσε τους συλληφθέντες σε μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. Λευκωσίας που είχαν μεταβεί στη σκηνή και τα τεκμήρια στον Αστ. 1455 Θ. Πολεμίτη, Μ.Κ.1. 12. Για τα προαναφερόμενα γεγονότα, ο Remus Spataru καταδικάστηκε, κατόπιν παραδοχής του, στην Ποινική Υπόθεση Λευκωσίας υπ΄ αρ. 13134/14. 13. Η κόκκινη βαλίτσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 και ο μηχανισμός χειρολαβής της ως Τεκμήριο 4. Η μπλε βαλίτσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 και ο μηχανισμός χειρολαβής της ως Τεκμήριο 2. Επίσης συσκευασία από πλαστικό διαφανές σακούλι περιτυλιγμένο από πλαστική κολλητική ταινία η οποία περιέχει γαλάζια σκόνη σημειώθηκε ως Τεκμήριο 5. Το Τεκμήριο 5 αποτελεί μία εκ των δύο νάιλον συσκευασιών που περιείχαν δισκία εντός της κοιλότητας της μπλε βαλίτσας, Τεκμήριο 3. 14. Τα Τεκμήρια 1, 3 και 5 στάληκαν στο Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής και έτυχαν εξέτασης από τον Καθηγητή και Διευθυντή του Εργαστηρίου, Δρα Μάριο Καριόλου. Ο Δρ Καριόλου προέβη στις ακόλουθες δειγματοληψίες γενετικού υλικού και διαπιστώσεις: (
- i)Στο σημείο 1.7, το οποίο βρίσκεται στο κάτω εσωτερικό μέρος της κόκκινης βαλίτσας, Τεκμήριο 1, από την πλευρά όπου εξωτερικά είναι η χειρολαβή, απομονώθηκε μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού και διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είναι κύριος δότης του υλικού αυτού. (
- ii)Στο σημείο 1.8, το οποίο βρίσκεται στο πάνω μέρος του ρούχινου διαχωριστικού μεταξύ του κάτω και πάνω μέρους της κόκκινης βαλίτσας, Τεκμήριο 1, απομονώθηκε μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού. Ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να αποκλεισθεί από δότης μέρους του εν λόγω υλικού. (iii) Από το κάτω εσωτερικό πλαϊνό μέρος της μπλε βαλίτσας, Τεκμήριο 3, από την πλευρά όπου εξωτερικά είναι η χειρολαβή, απομονώθηκε μικτό γενετικό υλικό με κύρια συνεισφορά, η οποία ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του Κατηγορουμένου. (
- iv)Στο σημείο 9.1 επί του Τεκμηρίου 5 απομονώθηκε μικρή ποσότητα γενετικού υλικού και διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είναι δότης μέρους του υλικού αυτού. 15. Από την κόκκινη βαλίτσα, Τεκμήριο 1, ανασύρθηκαν δακτυλικά αποτυπώματα από τον Αστ. 3116 Μ. Φυλακτού, στα οποία δόθηκαν τα διακριτικά 3348 Μ.Φ.1.Α, 3348 Μ.Φ.1.Β, 3348 Μ.Φ.1.Γ και 3348 Μ.Φ.1.Δ. Το αποτύπωμα 3348 Μ.Φ.1.Δ βρίσκεται στο εσωτερικό δεξιό πλαϊνό μέρος από την πλευρά όπου εξωτερικά είναι η χειρολαβή και ανήκει στον Κατηγορούμενο. 16. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι επιστημονικά δεν μπορεί να καθοριστεί πότε, πώς και κάτω από ποιες συνθήκες έγινε η εναπόθεση τόσο του γενετικού υλικού όσο και των αποτυπωμάτων του Κατηγορουμένου στα Τεκμήρια 1,3 και 5. 17. Η κα Νεκταρία Μιχαήλ εργάζεται στην εταιρεία G.A.P. Vasilopoulos στο τμήμα Western Union και τα καθήκοντα της είναι η εξυπηρέτηση πελατών για τη διενέργεια εμβασμάτων προς και από το εξωτερικό. Κατόπιν αιτήματος της Αστυνομίας για έλεγχο οποιωνδήποτε συναλλαγών από και προς την Κύπρο για την περίοδο 1.5.14-6.6.14 αναφορικά με τους Remus Spataru, Δημήτρη Κυριάκου και Dan Spataru, προκύπτουν τα ακόλουθα: (
- i)Στις 3.5.14 ο Δημήτρης Κυριάκου ευρισκόμενος στην Κύπρο παρέλαβε το ποσό των €600 από την Ολλανδία με αποστολέα τον Γεώργιο Σωφρονίου. (
- ii)Στις 24.5.14 ο Remus Spataru ευρισκόμενος στην Κύπρο έστειλε το ποσό των €2.099 στην Ολλανδία με παραλήπτη τη Despina Andrea Spataru. (iii) Στις 25.5.14 ο Remus Spataru ευρισκόμενος στην Κύπρο παρέλαβε το ποσό των €478 από την Ολλανδία με αποστολέα τον Κατηγορούμενο. (
- iv)Στις 3.6.14 ο Remus Spataru ευρισκόμενος στην Κύπρο παρέλαβε το ποσό των €30 από τη Ρουμανία με αποστολέα τον Dan Spataru. Αντίγραφα των εν λόγω συναλλαγών επισυνάπτονται στην κατάθεση της κας Μιχαήλ, Τεκμήριο 6. 18. Πέραν του κειμένου, Τεκμήριο Α, στην πορεία της ακροαματικής διαδικασίας και ειδικότερα κατά τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός πως στις καταθέσεις τους τόσο ο Remus Spataru όσο και ο Dan Spataru προέβησαν στις ακόλουθες δηλώσεις: § πως ο πρώτος αγόρασε τα 7563 δισκία στην Ολλανδία, τα συσκεύασε και τα άφησε σε ξενοδοχείo § πως ακολούθως στις 5.6.14 εξασφάλισε εισιτήριο για τον πατέρα του τον Dan Spataru, για να μεταβεί από τη Ρουμανία στην Ολλανδία, παραλάβει από το ξενοδοχείο τις βαλίτσες με τα δισκία (χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο) και τις μεταφέρει στην Κύπρο μέσω Κωνσταντινουπόλεως και του παράνομου αεροδρομίου των κατεχομένων § πως όταν ο Dan Spataru αφίχθη στο αεροδρόμιο των κατεχομένων με τις δύο βαλίτσες, μετέβη στην Πύλα όπου τον παρέλαβαν ο γιος του (Remus) με τον Δημήτρη Κυριάκου και στη συνέχεια όλοι κατευθύνθηκαν με το όχημα του Remus στη Λευκωσία μέχρι και την ανακοπή τους από την Αστυνομία. Τονίζεται πως το παραδεκτό γεγονός περιορίζεται μόνο στο ότι έγιναν αυτές οι αναφορές και στο ότι αυτή η μαρτυρία προέκυψε στα πλαίσια των ερευνών της Αστυνομίας. 19. Στις 25.6.14 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορουμένου και ακολούθως ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης λόγω μη εντοπισμού του. Συνελήφθη δυνάμει του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στις 21.12.15 και κατόπιν συναίνεσης του παραδόθηκε στις Αρχές της Δημοκρατίας στις 11.1.16, όταν και συνελήφθη δυνάμει του εθνικού δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Τα Τεκμήρια 1-5 κατατέθηκαν κατά την προφορική μαρτυρία του Αστ. 1455 Θ. Πολεμίτη, Μ.Κ.1, η οποία περιορίστηκε αποκλειστικά και μόνο στην κατάθεση των τεκμηρίων. Ενόψει του ότι αυτή η μαρτυρία ήταν καθαρά τυπική και συνάδει πλήρως με τα παραδεκτά γεγονότα και ότι ο μάρτυρας δεν έτυχε οποιασδήποτε αντεξέτασης, η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται καθόλα αποδεκτή. Εδώ είναι κατάλληλο να σχολιάσουμε τη θέση της υπεράσπισης πως υπάρχει κενό στη διακίνηση των προαναφερομένων τεκμηρίων. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός και επομένως υπερισχύει κάθε άλλης μαρτυρίας, πως τα Τεκμήρια 1-5 ανευρέθηκαν και παραλήφθηκαν από το όχημα του Remus Spataru, είναι αυτά που έτυχαν επιστημονικών εξετάσεων και αυτά που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 τα παραδεκτά γεγονότα είναι δεσμευτικά για όλες τις πλευρές και για το Δικαστήριο. Επομένως δεν εγείρεται ζήτημα ύπαρξης οποιουδήποτε κενού στη διακίνηση των τεκμηρίων από τον χρόνο ανεύρεσης και παραλαβής τους από την Αστυνομία μέχρι και την κατάθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο θα δημιουργούσε αμφιβολία ότι αυτά που ανευρέθηκαν είναι αυτά που εξετάστηκαν. Κατά την κυρίως εξέταση του ο Αστ. 3867 Σ. Σώζου, Μ.Κ.2, κατέθεσε τις τέσσερις συσκευασίες οι οποίες περιέχουν συνολικά 7563 τριγωνικά γαλάζια δισκία τα οποία φέρουν σε κάθε μια εκ των δύο πλευρών τους το λογότυπο «S», Τεκμήριο
- Κατέθεσε επίσης την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου ημ. 11.1.16, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο της κατάθεσης, σε όλες τις ερωτήσεις ο Κατηγορούμενος απάντησε «ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Ο Μ.Κ.2 πρόσθεσε πως σύμφωνα με τις εξετάσεις που έγιναν στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, προέκυψε πως μεταξύ 1.5.14-6.6.14 ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην Ολλανδία. Στην αντεξέταση του ο Μ.Κ.2 είπε πως δεν γνώριζε το ακριβές χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην Ολλανδία, εξ ου και ανέφερε πως δεν γνωρίζει κατά πόσον αυτός ήταν εκεί στις 5 και 6.6.
- Συμφώνησε πως η Despina είναι αδελφή του Remus και πρώην φίλη του Κατηγορουμένου. Συμφώνησε επίσης πως η Despina διέμενε στο ίδιο σπίτι με τον αδελφό της, προσθέτοντας ότι δεν γνώριζε κατά πόσον ο Κατηγορούμενος φιλοξενείτο στο σπίτι της και μάλιστα αρκετά συχνά και για μεγάλα διαστήματα, ως η υποβολή της υπεράσπισης. Αντεξεταζόμενος ως προς το περιεχόμενο των ερωτήσεων τις οποίες ο μάρτυρας υπέβαλε προς τον Κατηγορούμενο στα πλαίσια λήψης της ανακριτικής κατάθεσης, ο Μ.Κ.2 δήλωσε ότι δεν υπέδειξε τις βαλίτσες και τα δισκία στον Κατηγορούμενο και πως οι ερωτήσεις υποβλήθηκαν όπως αυτές καταγράφονται στην εν λόγω κατάθεση. Σε υποβολή πως δεν τέθηκε ερώτηση για την ανεύρεση γενετικού υλικού και αποτυπωμάτων του Κατηγορουμένου ούτως ώστε ο Κατηγορούμενος να δύναται να δώσει ξεκάθαρη απάντηση, ο μάρτυρας αρχικώς παρέπεμψε στην ερώτηση 21, στην οποία γίνεται αναφορά περί ύπαρξης μαρτυρίας ότι ο Κατηγορούμενος συσκεύασε και τοποθέτησε τα χάπια στις ταξιδιωτικές βαλίτσες. Στις συνεχείς υποβολές περί τούτου ο μάρτυρας επισήμανε πως ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να δώσει οποιαδήποτε απάντηση και αρνείτο ανάμειξη στην υπόθεση. Τέλος, δέχθηκε πως και ο Δημήτρης Κυριάκου, (που ήταν το πρόσωπο που συνόδευε τον Remus και τον Dan Spataru στις 6.6.14), στη δική του κατάθεση σε ουδεμία αναφορά προέβη για εμπλοκή του Κατηγορουμένου κατά τη συγκεκριμένη μέρα. Στην επανεξέταση του ο Μ.Κ.2 αναφέρθηκε και πάλι στο περιεχόμενο της κατάθεσης του Remus Spataru στην οποία είχε πει πως την ίδια μέρα πήρε τα δισκία, και μετά πήγε και αγόρασε βαλίτσες εντός των οποίων έβαλε τα ναρκωτικά. Η γενική εντύπωση που προκάλεσε ο Μ.Κ.2 είναι θετική. Αυτός ουσιαστικά κατέθεσε τα δισκία και την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου, καθώς επίσης έκανε αναφορά σε μαρτυρικό υλικό που συλλέγηκε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Ο μάρτυρας κατέθεσε με αμεσότητα και συνέπεια και δεν δίστασε να αναγνωρίσει πως δεν γνώριζε πότε ακριβώς ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην Ολλανδία ούτε και κατά πόσον αυτός διέμενε στο σπίτι της Despina Spataru. Δήλωσε ευθαρσώς πως δεν υπέδειξε τις βαλίτσες και τα δισκία στον Κατηγορούμενο κατά τη λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης. Αυτή η στάση του καταδεικνύει πως κατέθεσε με αντικειμενικότητα και αμεροληψία. Επίσης οι απαντήσεις που έδωσε αναφορικά με τη φύση των ερωτήσεων οι οποίες υποβλήθηκαν στα πλαίσια λήψης της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορουμένου παρουσιάζουν συνέπεια και λογική. Ο μάρτυρας τόνισε επανειλημμένα πως οι ερωτήσεις τέθηκαν ακριβώς όπως καταγράφονται και πως ο Κατηγορούμενος διατήρησε μια σταθερή στάση άρνησης να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση του είχε τεθεί. Η θέση του πως, ανεξαρτήτως ερώτησης, ο Κατηγορούμενος δεν ήταν πρόθυμος να δώσει οποιαδήποτε απάντηση πράγματι επιβεβαιώνεται από τις ίδιες τις καταγραφείσες απαντήσεις του Κατηγορουμένου (οι οποίες δεν έτυχαν αμφισβήτησης) και κρίνεται καθόλα βάσιμη. Είναι όντως προφανές πως ο Κατηγορούμενος, ως ήταν απόλυτο δικαίωμα του, εξαρχής και καθόλη τη διάρκεια της λήψης της κατάθεσης του δεν επιθυμούσε να δώσει οποιαδήποτε απάντηση, ακόμα και σε απλά ζητήματα, όπως π.χ. πού διέμενε (ερ. 1), πότε έφυγε από την Κύπρο (ερ. 2), κατά πόσο γνωρίζει τη Δέσποινα και ποια η σχέση τους (ερ. 4), γιατί έστειλε χρήματα από την Ολλανδία στον Remus Spataru στις 24.5.14 (ερ. 7) και κατά πόσο έκανε ή κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών (ερ. 20). Ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε πως οι ερωτήσεις που τέθηκαν είναι ψευδείς με σκοπό την παγίδευση του Κατηγορουμένου. Ειδικότερα ο συνήγορος ισχυρίστηκε πως δεν υπήρχε μαρτυρία η οποία να δικαιολογεί την υποβολή των ερωτήσεων, όπως π.χ. ότι η Δέσποινα έδωσε χρήματα στον Κατηγορούμενο (ερ. 8) και ότι αυτός (ο Κατηγορούμενος) άνοιξε τις βαλίτσες (ερ. 9). Είναι γεγονός πως ο μάρτυρας προέβη σε κάποιες αναφορές σε καταθέσεις που λήφθηκαν στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, χωρίς όμως να διαφανεί πως αυτές οι αναφορές αποτελούσαν το σύνολο της υπάρχουσας μαρτυρίας. Είναι όμως αξιοπερίεργο πως ο συνήγορος υπεράσπισης ασχολήθηκε μόνο σε περιορισμένη έκταση με τις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στα πλαίσια της κατάθεσης, και συγκεκριμένα μόνο με τις βαλίτσες, τα δισκία και την επιστημονική σύνδεση του Κατηγορουμένου με τα τεκμήρια. Ουδέποτε υπεβλήθη η θέση πως οι ερωτήσεις δεν υποστηρίζονταν από την υπάρχουσα μαρτυρία ούτως ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον μάρτυρα να τοποθετηθεί. Όσον αφορά την ερώτηση 12, ήτοι πως ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην Ολλανδία στις 5.6.14 και συναντήθηκε με τον Remus Spataru, έγινε εισήγηση πως αυτή διαψεύδεται από την αναφορά του ιδίου του μάρτυρος ότι δεν γνωρίζει πού βρισκόταν ο Κατηγορούμενος κατ΄ εκείνη την ημερομηνία. Διαφεύγει όμως την προσοχή του συνηγόρου πως ο μάρτυρας είχε ήδη αναφερθεί στην ύπαρξη τέτοιας μαρτυρίας καθώς επίσης πως η ερώτηση επεκτείνεται και περιλαμβάνει επιπρόσθετα στοιχεία με τα οποία ο συνήγορος δεν ασχολήθηκε, ήτοι πως είναι ο Κατηγορούμενος που έδωσε τις βαλίτσες στον Remus. Ούτε η ερώτηση 21 κρίνεται παραπλανητική. Όντως σε αυτή δεν γίνεται εξειδικευμένη αναφορά στην ανεύρεση γενετικού υλικού και αποτυπωμάτων στις βαλίτσες και συσκευασίες, όμως η ερώτηση ήταν σαφής και κατανοητή και παρέπεμπε σε επαφή τόσο με τις βαλίτσες όσο και με τα δισκία ούτως ώστε παρείχετο κάθε ευχέρεια στον Κατηγορούμενο να τοποθετηθεί επί αυτού του ζητήματος. Έτσι αδυνατούμε να δεχθούμε πως σε τέτοια βάση οι ερωτήσεις ήταν ψευδείς και παραπλανητικές. Βεβαίως, ανεξαρτήτως των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, είναι άξιον απορίας πώς η υπεράσπιση επικαλείται παγίδευση του Κατηγορουμένου από τη στιγμή που αυτός δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση που είτε να τον ενοχοποιεί είτε να τον θέτει σε δυσμενή θέση. Αντιθέτως, προκύπτει πως ο Κατηγορούμενος παρέμεινε σταθερός εκφράζοντας την επιθυμία του να μιλήσει μόνο στο Δικαστήριο, ασκώντας το αναφαίρετο δικαίωμα της σιωπής προς την Αστυνομία και εκπλήρωσε αυτή την επιθυμία του εφόσον όντως έθεσε τους ισχυρισμούς του ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Επομένως, η εισήγηση περί ψευδών ερωτήσεων και κυρίως παγίδευση του Κατηγορουμένου από τον Μ.Κ.2 κρίνεται παντελώς αβάσιμη. Στην υπόθεση Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 23/13, ημ. 22.5.14, στην οποία αναφέρθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης, όντως επισημαίνεται πως το δικαίωμα για δίκαιη δίκη επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων τονίζοντας ότι στην κατάλληλη περίπτωση σοβαρές παραλείψεις των ανακριτικών αρχών δυνατό να οδηγήσουν και σε απαλλαγή του κατηγορουμένου και πως για να γίνει αυτό οι παραλείψεις θα πρέπει να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση. Στην προκειμένη περίπτωση, και σύμφωνα με τις πιο πάνω διαπιστώσεις, δεν εντοπίσαμε οποιεσδήποτε παραλείψεις και δη σοβαρές, και κυρίως οποιοδήποτε επηρεασμό του Κατηγορουμένου. Τέλος, σημειώνεται πως οι αναφορές του Μ.Κ.2 στο περιεχόμενο των καταθέσεων των Remus Spataru και Dan Spataru αποτέλεσαν παραδεκτό γεγονός ως προς το ότι έγιναν οι συγκεκριμένες δηλώσεις (υπ΄ αρ. 18 ανωτέρω) ενώ οι υπόλοιπες αναφορές του στην κατάθεση του Δημήτρη Κυριάκου είχαν τεθεί στον μάρτυρα από την υπεράσπιση και έτσι αποτέλεσαν κοινό έδαφος και από τις δύο πλευρές. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας του δεν διαπιστώσαμε την ύπαρξη οποιασδήποτε προσπάθειας ή κινήτρου εκ μέρους του μάρτυρος να παραποιήσει ή αποκρύψει μαρτυρία ή γεγονότα. Έτσι η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Από αυτή εξάγεται πως στις 11.1.16 ο Μ.Κ.2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο 8, στην οποία ο Κατηγορούμενος δήλωσε σε όλες τις ερωτήσεις πως ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Περαιτέρω αποτελεί εύρημα μας το γεγονός πως ο Δημήτρης Κυριάκου στη δική του κατάθεση δεν προέβη σε οποιαδήποτε αναφορά για εμπλοκή του Κατηγορουμένου στα επίδικα γεγονότα της 6.6.
- Δεχόμαστε επίσης πως οι τέσσερις συσκευασίες που περιέχουν συνολικά 7563 τριγωνικά γαλάζια δισκία με το λογότυπο «S» και στις δύο πλευρές τους, Τεκμήριο 7, είναι αυτές που ανευρέθηκαν εντός των δύο βαλιτσών στο όχημα του Remus Spataru, όπως άλλωστε δηλώθηκε και από την υπεράσπιση. Όσον αφορά τη Μ.Κ.3 σημειώνουμε πως η Έκθεση της ημ. 16.6.14, Έγγραφο 1, αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σε αυτή αναγράφεται πως η μάρτυρας εξέτασε τα ακόλουθα: · Τέσσερις συσκευασίες, οι οποίες περιείχαν 3420, 370, 1759 και 2014 γαλάζια τριγωνικά δισκία με λογότυπο «S» και στις δύο πλευρές. Αυτές φέρουν αρίθμηση Γ.Χ.Κ. 1882/F/14-1885/F/14 αντίστοιχα. · Τρεις συσκευασίες οι οποίες αποτελούντο από έξω προς τα μέσα από διαφανή κολλητική ταινία περιτυλιγμένη πάνω από πολλαπλά στρώματα διαφανούς πλαστικού σακουλιού, στο εσωτερικό των οποίων υπήρχαν ίχνη γαλάζιας ουσίας. Αυτές φέρουν αρίθμηση Γ.Χ.Κ. 1919/F/14-1921/F/14 αντίστοιχα. Σημειώνεται πως το Τεκμήριο 5 φέρει την αρίθμηση Γ.Χ.Κ. 1921/F/
- · Μια συσκευασία η οποία αποτελείτο από έξω προς τα μέσα με διαφανή κολλητική ταινία, τεμάχια λαδόκολλας, διαφανή κολλητική ταινία και πολλαπλά στρώματα διαφανούς πλαστικού, στο εσωτερικό των οποίων υπήρχαν ίχνη γαλάζιας ουσίας. Το αποτέλεσμα των εξετάσεων των δισκίων και των ιχνών γαλάζιας σκόνης είναι ότι πρόκειται για (+-)-Ν-α-Διμέθυλο-3,4(μεθυλενοδιόξυ)φαιναιθυλαμίνη (MDMA). Προφορικά η μάρτυρας πρόσθεσε πως ήλεγξε όλα τα δισκία και οπτικά ήταν όλα ίδια. Κατά την αντεξέταση της διευκρίνισε πως το αναγραφόμενο συνολικό βάρος των 1642,5468 γρ. αφορά μόνο τα δισκία και όχι τη σκόνη. Εξήγησε τη μέθοδο εξέτασης που είναι η ΜΕΘ 03 07 87 με τίτλο «Ποιοτικός Προσδιορισμός Ελεγχόμενων Ουσιών σε Αστυνομικά Τεκμήρια με Χρωστικές Αντιδράσεις και τις Τεχνικές Χρωματογραφίας Λεπτής Στιβάδας και Αέριας Χρωματογραφίας σε Συνδυασμό με Φασματογράφο Μάζας». Συγκεκριμένα ανέφερε πως γίνεται πρώτα οπτικός έλεγχος των δισκίων για να διαφανεί κατά πόσον αυτά αποτελούνται από τον ίδιο πληθυσμό. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την οπτική εξέταση διαφάνηκε πως όλα ήταν ακριβώς τα ίδια. Σε τέτοιες περιπτώσεις εφαρμόζονται οι Οδηγίες δειγματοληψίας του Ευρωπαϊκού Δικτύου «European Network of Forensic Science Institutes» (ENFSI), το οποίο είναι Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δικανικών Εργαστηρίων. Αυτές είναι Οδηγίες για τη δειγματοληψία τέτοιων πληθυσμών δισκίων, οι οποίες στηρίζονται στη στατιστική επεξεργασία και στην υπεργεωμετρική κατανομή. Το ENFSI εξέδωσε πρόγραμμα ηλεκτρονικώς, στο οποίο καταχωρείται ο αριθμός των δισκίων του πληθυσμού και αυτό αναφέρει πόσα δισκία πρέπει να αναλυθούν ούτως ώστε το συμπέρασμα να είναι στατιστικά αποδεκτό και να αφορά ολόκληρο τον πληθυσμό. Στην υπό κρίση περίπτωση, βάσει του στατιστικού προγράμματος αναλύθηκαν: · από τα 3420, 29 δισκία · από τα 370, 27 δισκία · από τα 1759, 29 δισκία, και · από τα 2014, 28 δισκία. Η ανάλυση έγινε με χρωματογραφία λεπτής στοιβάδας και χρωστικές αντιδράσεις, με αεροχρωματογράφο και φασματογράφο μάζας, δηλαδή έγινε με τρεις διαφορετικές τεχνικές. Όλες κατέδειξαν πως τα δισκία περιείχαν την ουσία MDMA. Κατά τη διαδικασία της ανάλυσης τα δισκία που ελέγχονται είτε συνθλίβονται ολόκληρα είτε λαμβάνεται ένα τεμάχιο από αυτά το οποίο αναλύεται. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πόσα δισκία συνθλίβηκαν ή πόσα δισκία επιστράφηκαν, πλην όμως δήλωσε ότι κατέγραψε το συνολικό βάρος των δισκίων που παρέλαβε και αυτών που επέστρεψε, όπως για παράδειγμα παρέλαβε τα 1882 δισκία με βάρος 744,1 γρ. και τα παρέδωσε στην Αστυνομία με βάρος 734,4 γρ. Ανέφερε ακόμη πως το κάθε δισκίο έφερε βάρος 0,22 γρ. Σε υποβολή πως οι εξετάσεις αφορούν μόνο τα εξεταζόμενα 113 δισκία, η μάρτυρας είπε πως οι αναφερθείσες διαδικασίες τηρούνται σε όλη την Ευρώπη, πως η στατιστική διαδικασία είναι διεθνώς αναγνωρισμένη, πως χρησιμοποιείται σε όλα τα εργαστήρια και πως κανένα εργαστήριο δεν αναλύει όλα τα δείγματα, τόσο λόγω χρόνου όσο και λόγω κόστους. Επέμενε πως τα αποτελέσματα δείχνουν στατιστικά ότι αυτά αφορούν ολόκληρο τον πληθυσμό και έτσι δεν υπάρχει λόγος για να αναλυθούν όλα τα δισκία. Κατά την επανεξέταση της η μάρτυρας διευκρίνισε πως αναφορικά με τα 1882 δισκία και με βάση το παραληφθέν και το επιστραφέν βάρος, προκύπτει πως δεν συνθλίβηκε ολόκληρο δισκίο. Η ιδιότητα, η ειδίκευση και η εμπειρία της Μ.Κ.3 ουδόλως αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση. Έτσι δεχόμαστε πως αυτή είναι εμπειρογνώμονας σε θέματα Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας και, ως εκ τούτου, υπό αυτήν την ιδιότητα θα προσεγγισθεί η μαρτυρία της. Σχετικά παραπέμπουμε στην υπόθεση Σιακόλα ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110. Όπως έχει νομολογιακά αναγνωριστεί ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προσφέρει στο Δικαστήριο τα απαιτούμενα στοιχεία ούτως ώστε το Δικαστήριο να δύναται να προβεί σε έλεγχο ορθότητας των συμπερασμάτων του και όχι να αντικαθιστά την κρίση του Δικαστηρίου. Για να μπορέσει δε το Δικαστήριο να εξαγάγει τη δική του ανεξάρτητη κρίση θα πρέπει ο εμπειρογνώμονας να το εφοδιάσει με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και να παρουσιάσει τη βάση επί της οποίας εργάστηκε. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Anastasiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97 και Fouris and another v. R.
(1983)2 C.L.R.
- Εν σχέσει με τη μαρτυρία της σημειώνουμε κατ΄ αρχάς πως αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός πως η Μ.Κ.3 εξέτασε τα ανευρεθέντα δισκία, Τεκμήριο 7, επομένως δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε κενό στην αλυσίδα διακίνησης του εν λόγω Τεκμηρίου. Θεωρούμε πως η Μ.Κ.3 κατέθεσε με ολοκληρωμένο και πλήρως εμπεριστατωμένο τρόπο, αναλύοντας με λεπτομέρεια τη μέθοδο διεξαγωγής της εξέτασης. Ήταν ιδιαίτερα σαφής και επεξηγηματική ως προς την εγκυρότητα της μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε τονίζοντας επανειλημμένα και με χαρακτηριστική βεβαιότητα πως πρόκειται για διεθνώς αναγνωρισμένη μέθοδο από Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο η οποία βασίζεται στη στατιστική επεξεργασία. Αυτό το σκέλος της μαρτυρίας της δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία πως η μέθοδος ανάλυσης είναι επιστημονικά διεθνώς αναγνωρισμένη και έγκυρη και κυρίως πως ο δειγματοληπτικός έλεγχος που διενεργείται είναι καθόλα αξιόπιστος και αποδεκτός και οδηγεί σε ασφαλές και ολοκληρωμένο συμπέρασμα. Άλλωστε είναι κατανοητό γιατί τα διεθνή εργαστήρια έχουν δημιουργήσει και εφαρμόζουν Οδηγίες βασιζόμενες σε ελεγμένα στατιστικά πρότυπα καθότι θα ήταν εντελώς παράλογο να απαιτείται η εξέταση ολόκληρης της ποσότητας, ειδικότερα στις περιπτώσεις μεγάλων ποσοτήτων ξηρής φυτικής ύλης ή δισκίων. Σημειώνεται επίσης πως η μέθοδος εξέτασης αφ΄ εαυτής δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Η μάρτυρας ήταν επίσης σε θέση να δώσει όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις και διευκρινίσεις κατά την αντεξέταση της και έτσι η μαρτυρία της κρίνεται αξιόπιστη και πλήρως αποδεκτή. Επομένως, τόσο το αξιόπιστο όσο και η εγκυρότητα της μεθόδου η οποία χρησιμοποιήθηκε όσο και τα αποτελέσματα των εξετάσεων της μάρτυρος καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Ειδικότερα καθίσταται εύρημα μας πως όλα τα δισκία του Τεκμηρίου 7 περιείχαν την ουσία (+-)-Ν-α-Διμέθυλο-3,4(μεθυλενοδιόξυ)φαιναιθυλαμίνη (MDMA). ΙII. Καταθέσεις και Δηλώσεις Συνεργών - Παραδοχή Συνεργού Όπως έχει ήδη διαφανεί, μέρος της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης αφορά τις δηλώσεις των Remus Spataru, Dan Spataru και Δημήτρη Κυριάκου στις καταθέσεις τους καθώς επίσης τη δήλωση του Remus Spataru προς τον Α/Αστ. 3031 κατά την έρευνα του οχήματος του και εντοπισμό των δύο βαλιτσών. Καθίσταται αναγκαία η εξέταση του κατά πόσον αυτή αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία και ενδεχομένως της βαρύτητας που θα πρέπει να της αποδοθεί. Οι δηλώσεις των τριών αυτών προσώπων που περιέχονται στις καταθέσεις τους έχουν ήδη παρατεθεί σε προηγούμενο σημείο της απόφασης μας. Όσον αφορά τις δηλώσεις των Remus Spataru και Dan Spataru (οι οποίες εκτίθενται στην παρ. 18 των παραδεκτών γεγονότων) έχει ήδη σημειωθεί ότι κατέστη παραδεκτό το γεγονός ότι έγιναν αυτές οι δηλώσεις και όχι το περιεχόμενο των δηλώσεων αυτών, δηλαδή τα γεγονότα που τυχόν εξάγονται από αυτές. Στην πραγματικότητα δηλαδή πρόκειται για μεταφορά στο Δικαστήριο γραπτών δηλώσεων άλλων προσώπων, όχι όμως προς τον σκοπό απόδειξης της αλήθειας του περιεχομένου τους αλλά απλώς για να αποδείξει ότι υπήρξαν αυτές οι δηλώσεις (βλ. Κακογιάννη, Η Απόδειξη, σελ. 343-349, παρ. 13-06 - 13-10). Η πιο πάνω διαπίστωση μας στηρίζεται στο λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε κατά τη δήλωση των σχετικών παραδεκτών γεγονότων, όπως αυτό έγινε αντιληπτό στο Δικαστήριο. Στην περίπτωση που θεωρείτο ότι οι ως άνω δηλώσεις κατέστησαν παραδεκτά γεγονότα με σκοπό να αποδείξουν την αλήθεια του περιεχομένου των δηλώσεων που έγιναν από τρίτα πρόσωπα (τα οποία δεν κατέθεσαν) σίγουρα θα απαιτείτο αξιολόγηση τους ως εξ ακοής μαρτυρία και σε ένα τέτοιο εγχείρημα θα εγείρετο το ζήτημα της ιδιότητας των προσώπων από τα οποία προέρχονται οι δηλώσεις. Παρόμοιο ζήτημα εγείρεται και αναφορικά με τις δηλώσεις του Δημήτρη Κυριάκου, οι οποίες μεταφέρθηκαν στο Δικαστήριο από τον Μ.Κ.
- Σημειώνουμε πως το εύρημα μας αφορά μόνο το γεγονός πως ο Δημήτρης Κυριάκου προέβη σε αυτές τις δηλώσεις και όχι την αλήθεια του περιεχομένου τους. Δεν χωρεί αμφιβολία πως ο Remus Spataru είναι συνεργός καθότι αυτός καταδικάστηκε κατόπιν παραδοχής του σε άλλη υπόθεση. Και ο Dan Spataru και ο Δημήτρης Κυριάκου θεωρούνται συνεργοί ενόψει της εμπλοκής και συμμετοχής τους στα επίδικα γεγονότα. Σχετικά παραπέμπουμε στις υποθέσεις Mousoulides v. Republic
(1983)2 C.L.R. 336 και Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 24. Παρόλο που οι καταθέσεις των εν λόγω προσώπων και η δήλωση του Remus Spataru δεν περιέχουν οποιαδήποτε ρητή ή έμμεση αναφορά στον Κατηγορούμενο ούτε και τον εμπλέκουν ονομαστικά με οποιοδήποτε τρόπο, εντούτοις αυτές περιέχουν γεγονότα τα οποία εάν γίνουν δεκτά ενδεχομένως να αποτελούσαν υπόβαθρο κατηγοριών εναντίον του. Ειδικότερα η αναφορά πως ο Remus Spataru έλαβε τα ναρκωτικά στην Ολλανδία, αγόρασε βαλίτσες και τα τοποθέτησε εντός αυτών την ίδια μέρα, θα μπορούσαν ενδεχομένως να οδηγούσαν στο συμπέρασμα πως ο Κατηγορούμενος άγγιξε τόσο τις βαλίτσες όσο και το Τεκμήριο 5, ήτοι τη νάιλον συσκευασία που περιείχε τα δισκία, ήτοι ναρκωτικά, ενόσω ο ίδιος βρισκόταν στην Ολλανδία και δη στην παρουσία και σε συνεργασία με τον Remus Spataru. Είναι καλά γνωστή η νομική αρχή πως η κατάθεση ενός κατηγορουμένου δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία εναντίον άλλου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κίτα v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209 και Malik κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 36. Η ίδια αρχή φαίνεται να εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις όπου οι συνεργοί δεν εκδικάζονται μαζί στα πλαίσια της ίδιας υπόθεσης ή ακόμα όταν αυτοί προβαίνουν σε δηλώσεις προς την Αστυνομία πέραν των καταθέσεων τους. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Η Απόδειξη (ανωτέρω), σελ. 566, παρ. 20-67, «Όταν ένας που συμμετείχε με τον κατηγορούμενο στη διάπραξη του αδικήματος για το οποίο δικάζεται ο κατηγορούμενος καλείται από την κατηγορούσα αρχή είτε από την υπεράσπιση να καταθέσει ως μάρτυρας, η κατάσταση είναι ακριβώς η ίδια∙ σε κανένα στάδιο δεν μπορούν οι προηγούμενες καταθέσεις του μάρτυρα τούτου να θεωρηθούν ως επιτρεπτή μαρτυρία ενάντια στον κατηγορούμενο, έστω κι αν για τον ένα ή άλλο λόγο μπορεί να χρειαστεί να τεθεί το περιεχόμενο τους προς το μάρτυρα». Η ίδια αρχή περιέχεται και στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, 2016, όπου στη σελ. 2763, παρ. F17.80, αναφέρονται τα ακόλουθα: «A confession made by an accused person that is admitted in evidence is evidence against him.. It is not, at common law, admissible against any other person implicated in it (Rhodes
(1959)44 Cr App R 23) unless it is made in the presence of that person and he acknowledges the incriminating parts, so as to make them, in effect, his own. The evidence of a co-accused on oath was, by contrast, admissible for all purposes, including the purpose of being evidence against the accused (Rudd
(1948)32 Cr App R 138).» Σημειώνεται βεβαίως πως η κατάσταση έχει διαφοροποιηθεί στην Αγγλία με τη θέσπιση του Police and Criminal Evidence Act 1984 και τις τροποποιήσεις του, ενώ στην Κύπρο εξακολουθεί να εφαρμόζεται η πιο πάνω αρχή. Ως εκ τούτου και ανεξαρτήτως της πιο πάνω επισήμανσης μας για τον σκοπό, οι όποιες δηλώσεις των συνεργών είτε στις καταθέσεις τους είτε προφορικώς προς την Αστυνομία δεν θα αποτελούσαν ούτως ή άλλως αποδεκτή μαρτυρία εναντίον του Κατηγορουμένου και έτσι το περιεχόμενο τους δεν θα ληφθεί υπόψιν, δεδομένου πάντοτε ότι δεν πρόκειται για μαρτυρία συνεργού που δόθηκε ή υιοθετήθηκε από τον ίδιο ενώπιον μας. Ούτε και η παραδοχή του Remus Spataru στα πλαίσια άλλης ποινικής υπόθεσης αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία εναντίον του Κατηγορουμένου για σκοπούς της παρούσας και ως εκ τούτου δεν θα ληφθεί υπόψιν. Όπως αναφέρεται και πάλι στο σύγγραμμα Η Απόδειξη (ανωτέρω), σελ. 565, παρ. 20-66, «Ούτε και η ομολογία ενοχής (PLEA OF GUILTY) του ενός συγκατηγορούμενου μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να θεωρηθεί ως μαρτυρία ενάντια σε άλλο συγκατηγορούμενο του (R -V- Moore
(1956)40 CR. APP. R. 50.» IV. Ανώμοτη Δήλωση Κατηγορουμένου Μετά την κλήση του σε απολογία και την επεξήγηση των δικαιωμάτων του ο Κατηγορούμενος προέβη στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: «Όπως γνωρίζετε ήταν φιλενάδα μου η Δέσποινα. Πήγα να μείνω στη Λευκωσία μαζί της, εκεί έμενε και ο αδελφός της. Πήρα τα ρούχα μου, που τα πήρα τα είχα μέσα σε τσέντες, νάιλον τσέντες. Και που πήγα δεν είχε χώρο το ερμάρι για να τα βάλω τα ρούχα μου και μου έδωσαν δυο βαλίτσες μικρές για να βάλω τα ρούχα μου. Τα έβαλα μέσα, οι βαλίτσες είναι αυτές που αναφέρονται στο Δικαστήριο. Η ροζ ήταν της Δέσποινας και η άλλη του αδελφού της, η μπλε του αδελφού της. Που ήταν να φύγω για να ταξιδέψω, πήγα και αγόρασα μια τσάντα δική μου για να βάλω τα πράγματα μου μέσα και ήθελα να πακετάρω τα αρώματα μου, τις οδοντόβουρτσες μου, τα καλλυντικά μου και πήγα και ρώτησα πού μπορώ να βρω μια ταινία. Μου είπαν έχει στην κουζίνα, άνοιξα το συρτάρι της κουζίνας, μέσα στο συρτάρι είχε τα πλαστικά, είχε αυτή τη λαδόκολλα και εγώ πήρα ένα πλαστικό σακούλι και την ταινία, έβαλα τα πράγματα μου μέσα και τα τέλλαρα. Δηλώνω ότι ήμουν χρήστης ναρκωτικών, δεν έχω καμία σχέση με εμπορία και αυτά τα πράγματα. Ότι ήμουν χρήστης, ναι ήμουν χρήστης. Έφυγα από την Κύπρο, έμενα εκεί καμία 25αριά μέρες. Έφυγα από την Κύπρο, πήγα στην Ολλανδία που είχαμε συμφωνήσει με τη Δέσποινα να πάμε για διακοπές και τέλη Μαΐου έφυγα από την Ολλανδία και πήγα στην Αγγλία.» Είναι νομολογιακά καθιερωμένο πως η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν εξομοιώνεται, όμως, με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο μέσω αντεξέτασης και επί της οποίας το Δικαστήριο δύναται να προβεί σε ανάλυση και ευρήματα για την αξιοπιστία του προσώπου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Vrakas and Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 199, Anastassiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 132, Onisiforou v. Police
(1987)2 C.L.R 261, Ιωάννου κ. ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 και Δρουσιώτης v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 505. Γενικά η άσκηση του δικαιώματος ανώμοτης δήλωσης δεν μπορεί και δεν θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Αναγνωρίζεται όμως πως υπάρχουν εξαιρέσεις σε περιπτώσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρειάζεται να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Χρήσιμη παραπομπή γίνεται στις υποθέσεις Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 354 και Αχτάρ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397. Οι αρχές που διατυπώθηκαν στις πιο πάνω υποθέσεις υιοθετήθηκαν πολύ πρόσφατα στην υπόθεση Α.Δ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 91/14, ημ. 22.6.16, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Ομολογουμένως . δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). ... Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑ.Δ. 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan (ανωτέρω).» Η αποδοχή του Κατηγορουμένου ότι διατηρούσε δεσμό με τη Despina αποτελεί κοινό έδαφος εφόσον αυτό αναφέρθηκε και από τον Μ.Κ.2 και έτσι κρίνεται βάσιμη. Επίσης η θέση του πως τόσο η Despina όσο και ο ίδιος μετέβησαν στην Ολλανδία γίνεται δεκτή καθότι επιβεβαιώνεται από τα παραδεκτά γεγονότα αναφορικά με τις αποστολές χρημάτων από και προς το εξωτερικό. Σύμφωνα με αυτά η Despina τοποθετείται στην Ολλανδία στις 24.5.14 και ο Κατηγορούμενος στις 25.5.
- Έτσι και η εκδοχή του πως αυτοί βρίσκονταν μαζί στην Ολλανδία κρίνεται βάσιμη. Στα πλαίσια της ανώμοτης δήλωσης του ο Κατηγορούμενος επίσης αναφέρεται στις επίδικες βαλίτσες, Τεκμήρια 1 και 3, καθώς επίσης και σε νάιλον σακούλια, κολλητική ταινία (τέλλα) και λαδόκολλα. Είναι αξιοσημείωτο πως όλα αυτά τα αντικείμενα αποτελούν Τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης. Υπενθυμίζεται πως οι βαλίτσες και το Τεκμήριο 5, αποτελούμενο από νάιλον σακούλια και κολλητική ταινία, είναι κατατεθειμένα ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην εσωτερική κοιλότητα και στις δύο βαλίτσες, μετά την αφαίρεση του μηχανισμού χειρολαβής και εκεί όπου βρίσκονταν τοποθετημένες οι συσκευασίες των δισκίων, υπάρχουν τοποθετημένα και κολλημένα τεμάχια λαδόκολλας, ενώ λαδόκολλα περιείχε και το τελευταίο τεκμήριο το οποίο περιγράφεται στην Έκθεση της Μ.Κ.
- Προβαίνοντας στην ανώμοτη του δήλωση ο Κατηγορούμενος σαφέστατα είχε επίγνωση της προσαχθείσας μαρτυρίας και ειδικότερα γνώριζε όλα τα τεκμήρια, καθώς και τα συγκεκριμένα σημεία σε αυτά με τα οποία είχε συνδεθεί είτε μέσω γενετικού του υλικού είτε μέσω δακτυλικών αποτυπωμάτων του. Είναι προφανές πως δεν αμφισβητεί καθόλου τα επιστημονικά ευρήματα. Το σημαντικότερο όμως είναι πως αποδέχεται για όλες τις περιπτώσεις πως υπήρξε άμεση επαφή του με τα αντικείμενα αυτά, είτε προβάλλοντας το ευθέως είτε αφήνοντας το να νοηθεί εμμέσως, πλην σαφώς. Ειδικότερα, στη δήλωση του ο Κατηγορούμενος ευθέως δέχεται την άμεση επαφή του με τις επίδικες βαλίτσες, Τεκμήρια 1 και
- Σχετικά με το σακούλι και την ταινία, Τεκμήριο 5, αποδέχεται εμμέσως την άμεση επαφή του όταν αναφέρει ότι πήρε την ταινία για να «τελλάρει» και υπονοώντας με αυτό τον τρόπο ότι το γενετικό του υλικό στο σημείο 9.1 του Τεκμηρίου 5 αφέθηκε κατά την επαφή του με την ταινία που κατ΄ ισχυρισμόν του βρήκε στο συρτάρι. Ουσιαστικά δηλαδή ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην ανώμοτη δήλωση του παραδέχεται το είδος της εναπόθεσης του γενετικού του υλικού και των αποτυπωμάτων του επί των Τεκμηρίων, δηλαδή αν ήταν άμεση ή έμμεση μεταφορά. Έτσι γίνεται δεκτό πως ο Κατηγορούμενος άγγιξε τα Τεκμήρια 1, 3 και 5 στα σημεία στα οποία εντοπίστηκε το γενετικό υλικό του και τα δακτυλικά αποτυπώματα του όπως αναφέρεται ανωτέρω. Ως προς τις συνθήκες που έγινε αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε πως το Τεκμήριο 5 βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο έχει τη δυνατότητα επιθεώρησης και εξέτασης του. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Η Απόδειξη (ανωτέρω), σελ. 19-20, παρ. 2-09, το Τεκμήριο 5 αποτελεί ενσώματη απόδειξη (real evidence) της οποίας στόχος «είναι να πείσει τους δικαστές, με τις πέντε αισθήσεις τους, και να τους δώσει ν΄ αντιληφθούν τι ακριβώς συνέβηκε. Απ΄ αυτά που θα ακούσει, θα δει, θα μυριστεί, θ΄ αγγίξει, και πιθανό θα γευτεί, ο δικαστής θα φτάσει σ΄ ένα συμπέρασμα, σε μια ετυμηγορία». Στη σελ. 709, παρ. 28-33, περιέχεται ένα ιδιαίτερα διαφωτιστικό απόσπασμα ως προς τον ρόλο του Δικαστηρίου αναφορικά με αντικείμενο το οποίο παρουσιάζεται ως μαρτυρία ενώπιον του: «Όταν το αντικείμενο παρουσιάζεται, δεν ζητείται από το δικαστήριο ούτε να δεχτεί τις εκδοχές των μαρτύρων ούτε να βγάλει συμπεράσματα από τα σχετικά γεγονότα∙ εκείνο που του ζητείται είναι να στηριχτεί στη δική του παρατηρητικότητα και να βγάλει τα συμπεράσματα του εξετάζοντας το συζητούμενο αντικείμενο και γι΄ αυτό το λόγο η ενσώματη απόδειξη θεωρείται ότι ανήκει σε διαφορετική κατηγορία από την εμμάρτυρη και περιστατική απόδειξη.» Yπενθυμίζουμε πως αποτελεί ήδη εύρημα μας, με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, ότι το Τεκμήριο 5 αποτελεί μια σχετικά μικρών διαστάσεων συσκευασία από πλαστικό διαφανές σακούλι περιτυλιγμένο από πλαστική κολλητική ταινία η οποία περιέχει γαλάζια σκόνη. Όντως επιθεώρηση του εν λόγω Τεκμηρίου καταδεικνύει πως αυτό είναι περιτυλιγμένο, και μάλιστα όχι μόνο μία αλλά αρκετές φορές, με διάφανη κολλητική ταινία. Είναι φανερό πως υπάρχουν πολλαπλά στρώματα ταινίας με τα οποία είναι περιτυλιγμένη η συσκευασία. Είναι δε αξιοσημείωτο πως το σημείο 9.1 βρίσκεται επί του τελευταίου άκρου της τελικής στρώσης της κολλητικής ταινίας, δηλαδή στο τέλος αυτής. Με άλλα λόγια φαίνεται ξεκάθαρα πως το συγκεκριμένο σημείο βρίσκεται στην άκρη του χρησιμοποιηθέντος τμήματος της ταινίας, ήτοι στο τέλος ακριβώς του περιτυλίγματος, δηλαδή αυτό που επικολλήθηκε από τον ή τους δράστες τελευταίο, πάνω από τα άλλα. Με τη θέση που πρόβαλε ο Κατηγορούμενος σαφώς εννοεί και υποστηρίζει πως χρησιμοποιώντας νόμιμα ο ίδιος το ρολό της ταινίας που βρήκε σε συρτάρι εναπόθεσε σε αυτήν γενετικό υλικό και όταν κάποιος άλλος προέβη σε μεταγενέστερη χρήση της για παράνομο σκοπό χρησιμοποίησε το τμήμα της στο οποίο υπήρχε το γενετικό υλικό του (Κατηγορουμένου). Σημειώνουμε πως ο Κατηγορούμενος δεν πρόβαλε οποιαδήποτε άλλη περιγραφή της ταινίας, όπως π.χ. ότι αυτή αποτελείτο από ένα μακρύ και ανοικτό κομμάτι, προφανώς διότι αναφερόταν στη συνήθη μορφή κυλίνδρου ταινίας, ήτοι το ρολό. Αυτό το εξωτερικό μέρος του ρολού σε συνδυασμό με τις διαστάσεις του νάιλον σακουλιού και το γεγονός πως το σακούλι περιτυλίχθηκε αρκετές φορές, αποκλείει την όποια πιθανότητα το εξωτερικό μέρος του κυλίνδρου της ταινίας- ρολού, στο οποίο κατ΄ ισχυρισμόν αθώα άγγιξε ο Κατηγορούμενος να είναι το τελικό και πάνω στρώμα της ταινίας στη συσκευασία. Εάν δηλαδή όντως ο Κατηγορούμενος είχε χρησιμοποιήσει ρολό αφήνοντας γενετικό υλικό στην άκρη τότε αυτό το πάνω τμήμα του ρολού σε μια επόμενη χρήση από οποιονδήποτε άλλον σαφώς θα περιείχετο σε ένα από τα εσωτερικά στρώματα περιτύλιξης με κολλητική ταινία της συσκευασίας και δεν θα ήταν στην εξωτερική επιφάνεια της περιτύλιξης της συσκευασίας και δη στο τελικό άκρο του κομματιού της κολλητικής ταινίας επί αυτής (της συσκευασίας). Με βάση την κοινή λογική και έχοντας υπόψιν τον τρόπο που είναι περιτυλιγμένο («τελλαρισμένο») το Τεκμήριο 5, αναμφίβολα κρίνουμε πως η εκδοχή την οποία πρόβαλε ο Κατηγορούμενος είναι εντελώς αβάσιμη και ανυπόστατη. Δεν μπορούμε, ενόψει αυτών των διαπιστώσεων μας, να δεχθούμε ότι η επαφή του Κατηγορουμένου με το πιο πάνω αντικείμενο έγινε υπό τις συνθήκες που ο ίδιος πρόβαλε. Έχουμε την ακράδαντη πεποίθηση πως ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο το οποίο εναπόθεσε με άμεση επαφή το γενετικό του υλικό στο Τεκμήριο 5 κάποια στιγμή και σε κάποιο χώρο κατά, ή μετά που ολοκληρώθηκε, το περιτύλιγμα της συσκευασίας με τα δισκία. Αναμφίβολα δε αυτή η εναπόθεση έγινε υπό περιστάσεις τις οποίες δεν θέλησε να αποκαλύψει προβάλλοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς στη δήλωση του. Από τη στιγμή που η εκδοχή του Κατηγορουμένου αναφορικά με τις συνθήκες εναπόθεσης του γενετικού του υλικού επί του Τεκμηρίου 5 δεν κρίνεται βάσιμη και πειστική, αδυνατούμε να δεχθούμε ως βάσιμη και την εκδοχή του αναφορικά με τις συνθήκες ανεύρεσης του γενετικού του υλικού στις βαλίτσες, οι οποίες σημειώνεται πως συνδέονται με τις συσκευασίες των δισκίων και συγκεκριμένα με την επιμελή απόκρυψη και διακίνηση των συγκεκριμένων συσκευασιών. V. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της συνωμοσίας το οποίο προβλέπεται στο άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 και Eminiyet κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 216. Σύμφωνα με την υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ΄ ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια, είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ΄ ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Στυλιανού v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646, η πρόθεση δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα αναδύεται ως εξυπακουόμενο στοιχείο μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα τα οποία και αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Το άρθρο 4
(1)(α) του Ν.29/77 προνοεί ότι η εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου απαγορεύεται. Συστατικά στοιχεία του αδικήματος της εισαγωγής, είναι: (α) η εισαγωγή, (β) ελεγχόμενου φαρμάκου (γ) χωρίς αυτό να εξαιρείται από την απαγόρευση σύμφωνα με το εδάφιο 2 του άρθρου 4. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Κλεομενής ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 350, εξυπακούεται ότι ο όρος αυτός καλύπτει τη μεταφορά εντός της Δημοκρατίας από την αλλοδαπή ελεγχόμενου και ταυτόχρονα απαγορευμένου φαρμάκου. Τα αδικήματα της κατοχής και της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια προβλέπονται από το άρθρο 6
(1)
(2)και
(3)του Ν.29/77. Για να αποδειχθεί η κατοχή του ελεγχόμενου φαρμάκου στη βάση των προνοιών του προαναφερόμενου άρθρου, απαιτείται η γνώση του περιεχομένου και η άσκηση, συγχρόνως, ελέγχου επί του ελεγχόμενου φαρμάκου. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Oueiss v. Republic
(1987)2 C.L.R. 49, «Possession imports, as the trial Court correctly directed itself, knowledge of the content and a degree of control over the prohibited substance». Αυτή η αρχή υιοθετήθηκε και στις υποθέσεις Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301, Λυσάνδρου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 672 και Eminiyet κ.ά. v. Αστυνομίας (ανωτέρω). Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία είναι προφανές πως η κατοχή αποδεικνύεται είτε με φυσική φύλαξη του αντικειμένου είτε με έλεγχο επί αυτού. Όπως αναφέρθηκε πιο πρόσφατα στην υπόθεση Κούκος v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 64, η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) της κατοχής, συνίσταται είτε σε άμεση φυσική φύλαξη του αντικειμένου, είτε σε εξυπακουόμενη κατοχή, σύμφωνα με το άρθρο 2
(3)του Ν.29/77, το οποίο προβλέπει ότι αντικείμενα που τελούν υπό τον έλεγχο προσώπου, θεωρούνται ότι βρίσκονται στην κατοχή του, ανεξάρτητα αν βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Όμως, η κατοχή, είτε υπό τη μία είτε υπό την άλλη έννοια, θα πρέπει να συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση (mens rea) της φύσεως του αντικειμένου, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής. Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια της κατοχής: «Κατοχή» σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 211). Στον όρο «κατοχή» η νομολογία είχε δώσει ευρεία έννοια. Καλύπτει και τις περιπτώσεις όπου η απαγορευμένη ουσία, βρίσκεται μεν στη φυσική κατοχή ή φύλαξη τρίτου, ο κατηγορούμενος όμως συνεχίζει να διατηρεί τον έλεγχο της. Συνεπώς η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για στήριξη καταδίκης (Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409). Η συγκεκριμένη νομολογιακή θέση βρίσκει έρεισμα και σε νομοθετικές πρόνοιες. Σχετικό είναι το Άρθρο 2
(3)του Νόμου 29/77, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου «. παν πρόσωπο θεωρείται ως έχων εν τη κατοχή αυτού οιαδήποτε αντικείμενα, τελούντα υπό τον έλεγχο αυτού καίτοι ταύτα ευρίσκονται υπό τη φύλαξη ετέρου προσώπου». Τέλος, η νομολογία καθιστά δυνατή την εξ αποστάσεως εμπλοκή (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256).» Το πιο πάνω απόσπασμα αναφέρεται και στην υπόθεση Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 231. Στην παρούσα περίπτωση είναι προφανές πως για τη στοιχειοθέτηση όλων των αδικημάτων είναι απαραίτητο να καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι αυτά αφορούσαν ελεγχόμενο φάρμακο. Έχοντας υπόψιν τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 1 θεωρούμε πως αυτό ισχύει ακόμα και για τη συνωμοσία, για την οποία κανονικά, όπως προαναφέραμε, δεν απαιτείται οτιδήποτε πέραν από την κατάδειξη συμφωνίας προς διάπραξη κακουργήματος. Επισημαίνουμε λοιπόν πως η ουσία (+-)-Ν,α-διμεθυλο-3,4-(μεθυλενοδιοξυ) φαιναιθυλαμίνη (MDMA) η οποία περιέχεται σε όλη την επίδικη ποσότητα των 7563 δισκίων αποτελεί ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α εν τη εννοία του άρθρου 3
(1)του Ν.29/77, εφόσον αυτή περιλαμβάνεται στο Μέρος Ι του Πρώτου Πίνακος του Νόμου και κατά συνέπεια κρίνουμε ότι πληρούται το συστατικό αυτό στοιχείο για όλα τα αδικήματα. Ο τρόπος τοποθέτησης και απόκρυψης των συσκευασιών εντός των βαλιτσών αποκαλύπτει πως αφαιρέθηκε ο μηχανισμός χειρολαβής αφού αφαιρέθηκαν οι βίδες που τον κρατούσαν στερεωμένο και ενσωματωμένο στη βαλίτσα, τοποθετήθηκαν λαδόκολλες, συσκευάστηκαν τα δισκία ανά δύο συσκευασίες με διαστάσεις τέτοιες που να χωρούν εντός του συγκεκριμένου χώρου των βαλιτσών, μετά τοποθετήθηκαν ανά δύο οι συσκευασίες των ναρκωτικών σε κάθε βαλίτσα και επανατοποθετήθηκε (βιδώθηκε) ο μηχανισμός της χειρολαβής κατά τρόπο που θα ήταν αδύνατο να τις αντιληφθεί ή αγγίξει κάποιος που άνοιγε για κάποιο νόμιμο σκοπό τις βαλίτσες. Αναμφίβολα, με βάση την κοινή λογική, πρόκειται για καλά προμελετημένο και επιτηδευμένο σχέδιο και τρόπο απόκρυψης παράνομων αντικειμένων, ο οποίος βεβαίως, πέραν από τη νοητική σύλληψη του (σχεδίου) απαιτεί και κάποιο χρόνο, προσοχή, επιμέλεια, καθώς και ικανότητα εφαρμογής του στην πράξη. Ο εξειδικευμένος αυτός τρόπος εναπόθεσης σε ταξιδιωτικές βαλίτσες τείνει να δείξει πως επιδιώκετο αποφυγή αυστηρότερων ελέγχων, όπως αυτοί που παρατηρούνται συνήθως σε αεροδρόμια, παρά να διευκολύνει απλώς τη διακίνηση ναρκωτικών από μια πόλη σε άλλη μέσω του αυτοκινητόδρομου. Η πιο πάνω ένδειξη από μόνη της προφανώς και δεν θα οδηγούσε σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα για την προέλευση των βαλιτσών. Η κατάσταση όμως διαφοροποιείται εάν το πιο πάνω στοιχείο συνεκτιμηθεί με τις συνθήκες που περιβάλλουν τον εντοπισμό των βαλιτσών από την Αστυνομία. Στις 6.6.14 οι βαλίτσες βρίσκονταν εντός του οχήματος του Remus Spataru και μεταφέροντο από τη Λάρνακα προς τη Λευκωσία. Με βάση τα στοιχεία από τις αποστολές χρημάτων, προκύπτει πως ο Remus Spataru βρισκόταν στην Κύπρο και δη στη Λευκωσία, κατά τις 24 και 25.5.14 καθώς επίσης και στις 3.6.14. Ο εντοπισμός των αεροπορικών εισιτηρίων και της άδειας εισόδου εντός του οχήματος και τα περιεχόμενα σε αυτά στοιχεία εύλογα οδηγούν στο συμπέρασμα πως στις 5.6.14 και ώρα 23:55 ο Dan Spataru ταξίδεψε από το Άμστερνταμ στην Κωνσταντινούπολη και την επομένη το πρωί στις 08:45 ταξίδεψε από την Κωνσταντινούπολη στο Ercan στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας. Επίσης είναι βέβαιο πως προηγουμένως, ήτοι στις 3.6.14, ο Dan Spataru βρισκόταν στη Ρουμανία από όπου έστειλε χρήματα στον Remus στην Κύπρο. Είναι επομένως λογικό το συμπέρασμα πως ο Dan Spataru είτε στις 3.6.14 είτε στις 4.6.14 ταξίδεψε από τη Ρουμανία στην Ολλανδία, από όπου στις 5.6.14 ξεκίνησε το ταξίδι του για την Κύπρο και πως είναι αυτός που μετέφερε τις βαλίτσες με τις επίδικες συσκευασίες και μπήκε εντός του οχήματος του Remus την επίδικη μέρα, πριν την ανακοπή τους από την Αστυνομία. Σημειώνεται επίσης για ό,τι αξίζει πως στις αποδείξεις αποστολής χρημάτων, η φερόμενη διεύθυνση του Remus Spataru είναι η οδός Τυρταίου 3, Λευκωσία. Κρίνεται επομένως παράλογο η συσκευασία με τα δισκία να βρισκόταν στη Λευκωσία, στο σπίτι του Spataru, όπου κατ΄ ισχυρισμόν την άγγιξε ο Κατηγορούμενος, και αυτή μετά να έκανε «γύρο» εντός Κύπρου, δηλαδή να πέρασε από Λάρνακα για να καταλήξει και πάλι Λευκωσία. Είναι αυτονόητο πως η διακίνηση απαγορευμένων ουσιών θα γινόταν όσο το δυνατόν συντομότερη με απώτερο σκοπό τη μείωση στο ελάχιστο του κινδύνου εντοπισμού τους. Θα πρέπει να προσθέσουμε πως κατά την άποψη μας και με δεδομένες τις δυσκολίες αστυνομικού ελέγχου από τη Δημοκρατία λόγω της συνεχιζόμενης κατοχής, ούτε και η επιλογή άφιξης των ναρκωτικών από τα κατεχόμενα υπήρξε τυχαία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Elhamian v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 605, η οποία αφορούσε μεταξύ άλλων παράνομη είσοδο αλλοδαπού μέσω των κατεχομένων στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, «Πολλοί αλλοδαποί εκμεταλλευόμενοι τη δυσκολία του κράτους να ελέγξει πλήρως την γραμμή αντιπαράταξης φθάνουν στην Κύπρο στις περιοχές των κατεχομένων και από εκεί εισέρχονται παράνομα στις περιοχές που ελέγχει το κράτος.» Η αδυναμία της Δημοκρατίας στον τομέα αυτό επισημάνθηκε επίσης στην πιο πρόσφατη υπόθεση Najjar v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Υπό αυτές τις συνολικές περιστάσεις οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα, όπως π.χ. ότι τις μετέφερε μαζί του ο Remus από τη Λευκωσία πηγαίνοντας να παραλάβει τον πατέρα του που έφθασε από το εξωτερικό θα ήταν κατά τη γνώμη μας εκτός λογικής πραγματικότητας. Σημειώνουμε επίσης για ό,τι αξίζει πως δεν εντοπίστηκε κατά την ανακοπή οποιαδήποτε άλλη αποσκευή την οποία ενδεχομένως θα είχε μαζί του ο Dan πραγματοποιώντας το συγκεκριμένο ταξίδι. Οι δύο αυτές βαλίτσες κινήθηκαν μαζί και επομένως προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα πως η όλη διεργασία συσκευασίας των ναρκωτικών μέχρι και την τοποθέτηση τους εντός των βαλιτσών και επανατοποθέτησης του μηχανισμού χειρολαβής, έγινε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και για τις δύο βαλίτσες. Άλλωστε θα ήταν παράλογο να θεωρηθεί πως η συσκευασία, Τεκμήριο 5, έγινε σε χρόνο ανεξάρτητο και ασύνδετο από τη δεύτερη συσκευασία που τελικώς τοποθετήθηκε με την πρώτη εντός της μπλε βαλίτσας και το ίδιο συμπέρασμα εξάγεται όσον αφορά τις δύο συσκευασίες που τοποθετήθηκαν εντός της κόκκινης βαλίτσας. Με δεδομένο ότι οι βαλίτσες με τις συσκευασίες των ναρκωτικών αφίχθηκαν αεροπορικώς με τον πιο πάνω τρόπο, έπεται πως πριν τις 6.6.14 βρίσκονταν εκτός Κύπρου. Δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία για το σημείο έναρξης της διαδρομής των βαλιτσών με τον Dan για Κύπρο. Με περαιτέρω δεδομένο όμως πως κατά ή πριν την τοποθέτηση των συσκευασιών με τα ναρκωτικά εντός των βαλιτσών, ο Κατηγορούμενος άγγιξε στη μια συσκευασία, Τεκμήριο 5, εξάγεται ως μόνο εύλογο συμπέρασμα ότι ο μόνος τόπος στον οποίο αυτό μπορούσε να γίνει είναι η Ολλανδία εφόσον είναι ο μόνος κοινός τόπος μετάβασης και των δύο. Με άλλα λόγια είναι αδύνατο ο Κατηγορούμενος να ήρθε σε επαφή με τη συσκευασία είτε στη Ρουμανία, είτε στην Κωνσταντινούπολη (όπου τοποθετείται ο Dan), εφόσον ο Κατηγορούμενος διακινήθηκε από την Κύπρο στην Ολλανδία και μετά στην Αγγλία. Έτσι εξάγεται το λογικό συμπέρασμα πως μεταξύ της περιόδου 25.5.14 (που ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην Ολλανδία) και 5.6.14 (που ο Dan έφυγε από την Ολλανδία με τις βαλίτσες) ο Κατηγορούμενος άγγιξε το Τεκμήριο 5 στην Ολλανδία. Από τη στιγμή που η προβαλλόμενη εκδοχή του Κατηγορουμένου περί αθώας επαφής του με τις βαλίτσες στην Κύπρο δεν κρίθηκε πειστική, και ιδιαίτερα ελλείψει οποιουδήποτε άλλου βάσιμου ισχυρισμού, είτε προερχομένου από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο είτε αναδυομένου από το σύνολο της μαρτυρίας, καταλήγουμε πως το μόνο πλέον λογικό συμπέρασμα είναι πως και η επαφή του με τις βαλίτσες έγινε και πάλι στην Ολλανδία. Εξάγεται ακόμα πως τα ναρκωτικά μεταφέρθηκαν από την Ολλανδία μέσω του Dan στην Κύπρο, ήτοι πως αυτά εισήχθησαν στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 6.6.
- Στη βάση των πιο πάνω καταλήγουμε με κάθε βεβαιότητα πως νωρίτερα εκείνη τη μέρα, δηλαδή στις 6.6.14, υπήρξε εισαγωγή των επίδικων ναρκωτικών στη Δημοκρατία, ευρισκομένων εντός των βαλιτσών, Τεκμήρια 1 και
- Είναι προφανές πως το ουσιώδες ερώτημα στην παρούσα είναι το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος εμπλέκεται στα υπό κρίση αποδειχθέντα αδικήματα. Σαφώς δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία η οποία να τον εμπλέκει σε αυτά. Αναπόφευκτα το θέμα αυτό διερευνάται μόνο στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας και ειδικότερα τυχόν περιστατικής μαρτυρίας. Στην παρούσα εκείνο το οποίο εξάγεται είναι πως ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε δεσμό με τη Despina, διέμενε για κάποιο διάστημα στο σπίτι της όπου διέμενε και ο αδελφός της Remus. Ο ίδιος περί τα τέλη Μαΐου του 2014 μετέβη με τη Despina στην Ολλανδία. Εκεί ο Κατηγορούμενος ήρθε σε επαφή, ήτοι άγγιξε στις βαλίτσες, Τεκμήρια 1 και 3, καθώς επίσης στη συσκευασία, Τεκμήριο 5, τα οποία μαζί και με τις άλλες τρεις συσκευασίες ναρκωτικών στις 5.6.14 μεταφέρθηκαν από την Ολλανδία και κατέληξαν στην Κύπρο στις 6.6.14 από τον πατέρα της Despina και του Remus, Dan. Το πρώτο στοιχείο το οποίο θα πρέπει να εκτιμηθεί είναι η επιστημονική σύνδεση του Κατηγορουμένου με τα Τεκμήρια 1, 3 και
- Η επιστημονική μαρτυρία, υπό τη μορφή γενετικού υλικού και ή δακτυλικών αποτυπωμάτων, αξιολογείται και τυγχάνει εφαρμογής αναλόγως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Είναι δε δυνατόν να θεμελιώσει γεγονός για το οποίο προβάλλεται ως αποδεικτική σε βαθμό που κυμαίνεται ανάλογα με την περίπτωση «από την απλή πιθανότητα ως την ουσιαστική βεβαιότητα». Σχετική είναι η υπόθεση Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Νικολάου
(2010)2 Α.Α.Δ. 525: «Περιστατική μαρτυρία δε που προέρχεται από επιστημονικές εξετάσεις, όπως αυτές σε επίπεδο μοριακής γενετικής, είναι ιδιαιτέρως σημαντική ως προς τη δυναμική που αναπτύσσει λόγω της φύσης της ώστε να επαρκεί στην κατάλληλη περίπτωση να θεμελιώσει ενοχή. (R. V. Melias The Times 14.11.87, Σάββας Πλαστήρας Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ 195 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ.2
(2001)2 Α.Α.Δ 571). Παρά τη δυναμική της δεν έχει βεβαίως οποιοδήποτε εγγενές διαφοροποιητικό στοιχείο που να την διακρίνει από οποιαδήποτε άλλης φύσεως περιστατική μαρτυρία και κατά συνέπεια πρέπει, δίχως άλλο, να είναι δυνατή η σύνδεση της με την ενοχή του κατηγορουμένου κατά τρόπο άμεσο και ταυτόχρονα ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία επ' αυτής. (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R 73.» Στην προαναφερόμενη υπόθεση επαναλήφθηκε η νομική αρχή πως η επιστημονική μαρτυρία αξιολογείται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εάν κατά την αξιολόγηση αυτής προκύπτουν πιθανά λογικά και υπαρκτά σενάρια τα οποία συμβιβάζονται με άλλη εξήγηση εκτός από τη σύνδεση του κατηγορουμένου με το αδίκημα, τότε το Δικαστήριο οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Από την άλλη όμως, όπως λέχθηκε στην ίδια υπόθεση, «Ένα Δικαστήριο δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με σενάρια που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση όπως έγινε εδώ, όπου υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση, η θεωρία ότι αν ο εφεσίβλητος είχε δίδυμο αδελφό ή συγγενικό πρόσωπο, δυνατόν το ανευρεθέν γενετικό υλικό να μην ήταν του εφεσίβλητου, στην οποία υποβολή ο Δρ. Καριόλου απάντησε ότι αυτό θα ίσχυε μόνο αν ο εφεσίβλητος είχε μονοζυγοτικό δίδυμο αδελφό και όχι για άλλο συγγενικό πρόσωπο. Σενάριο, βεβαίως, που έμεινε στη σφαίρα της εικασίας εφόσον ούτε ο ίδιος ο εφεσίβλητος στην ανόμωτη του δήλωση δεν είπε ότι έχει δίδυμο αδελφό, ούτε άλλη μαρτυρία δόθηκε προς τούτο.» Όπως λέχθηκε και στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41: «.. διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται εύλογα από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς τα συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι το έργο του Δικαστηρίου.» Σχετική είναι και η πιο πρόσφατη απόφαση στην Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τη μαρτυρία στην ολότητα της και να την αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει, πόσον μάλλον να αξιολογεί, διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν μπορούν να αναδυθούν σε μια ενδεχόμενη κατάσταση πραγμάτων, στην απουσία μαρτυρικού υλικού, ως αναγκαίου βεβαίως υπαρκτού υπόβαθρου, πάνω στο οποίο να κτίζεται η διαφορετική αυτή συλλογιστική. Προς τούτο συνηγορούν οι υποθέσεις Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 και Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104.» Στην προκειμένη περίπτωση, όπως και στην Αθηνής (ανωτέρω), ο Κατηγορούμενος επέλεξε το απόλυτο του δικαίωμα να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Σε αυτή πρόβαλε ως μοναδική εξήγηση για την ανεύρεση του γενετικού υλικού και των αποτυπωμάτων του στα Τεκμήρια 1,3 και 5, την αθώα επαφή του με τις βαλίτσες, τα σακούλια και την κολλητική ταινία στην Κύπρο. Αυτή η εκδοχή του δεν κρίθηκε πειστική και βάσιμη. Αντιθέτως, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος βρέθηκε στην Ολλανδία περί τα τέλη Μαΐου του 2014 όπου και ήρθε σε επαφή με τη συσκευασία, Τεκμήριο 5. Πέραν του ότι δεν προβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο η θέση για την όποια αθώα ή τυχαία επαφή του με την ίδια τη συσκευασία, με βάση τα ενώπιον μας δεδομένα είναι προφανές πως τόσο ο τρόπος και η φύση της συσκευασίας όσο και το περιεχόμενο αυτής σαφώς οδηγούν στο συμπέρασμα πως η επαφή του με τη συσκευασία δεν ήταν αθώα ή τυχαία και πως αυτός είχε γνώση του περιεχομένου της. Η γνώση δύναται να αποδειχθεί είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211 και Πολυδώρου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 492. Στην υπόθεση Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «Επειδή βέβαια το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του.» Είναι παραδεκτό πως το Τεκμήριο 5, αποτελεί τη μία εκ των δύο συσκευασιών που περιείχαν δισκία και οι οποίες βρίσκονταν στη μπλε βαλίτσα, Τεκμήριο 3, και πως η συνολική ανευρεθείσα ποσότητα εντός αυτής είναι 3773 δισκία. Με γνώμονα και τον συνολικό αριθμό των δισκίων που ανευρέθηκαν στην κόκκινη βαλίτσα, ήτοι 3790 δισκία, εξάγεται χωρίς δυσκολία το συμπέρασμα πως οι δύο πρώτες ποσότητες δισκίων με αρ. Χημείου 1882/F/14 και 1883/F/14 είναι αυτές που εντοπίστηκαν εντός της κόκκινης βαλίτσας και οι άλλες δύο με αρ. Χημείου 1884/F/14 και 1885/F/14 αυτές που εντοπίστηκαν εντός της μπλε βαλίτσας. Επομένως, εξάγεται με ασφάλεια πως το Τεκμήριο 5 περιείχε μια εκ των δύο τελευταίων ποσοτήτων, ήτοι 1759 ή 2014 δισκία. Δεν υπάρχει όμως οποιαδήποτε μαρτυρία ποια εκ των δύο αυτών ποσοτήτων βρισκόταν εντός του Τεκμηρίου
- Ούτε και στην Έκθεση της Μ.Κ.3 παρέχεται οποιαδήποτε αντιστοιχία του Τεκμηρίου 5, με αρ. 1921/F/14, με τη μία εκ των δύο ποσοτήτων δισκίων που εντοπίστηκαν εντός της μίας βαλίτσας, ήτοι με αρ. 1884/F/14 και 1885/F/
- Ως εκ τούτου καθίσταται αδύνατο να προσδιοριστεί ποια τελικώς από τις δύο αυτές συσκευασίες περιείχετο εντός του Τεκμηρίου
- Από τη στιγμή που η συσκευασία, Τεκμήριο 5, περιείχε τουλάχιστον 1759 γαλάζια δισκία, τόσο η φύση αυτής (η οποία επέτρεπε την οπτική επαφή με το περιεχόμενο) όσο και το περιεχόμενο της επιβεβαιώνουν χωρίς δυσκολία τη γνώση του Κατηγορουμένου ότι επρόκειτο για ναρκωτικά. Επισημαίνουμε πως ο ίδιος δεν πρόβαλε άγνοια του για το περιεχόμενο εφόσον η θέση του ήταν εντελώς διαφορετική και έχει ήδη κριθεί μη πειστική. Και τούτο καθότι δεν επρόκειτο για μια συνήθη απλή συσκευασία περιέχουσα ένα μικρό αριθμό δισκίων που πιθανόν να παρέπεμπε σε μια εναπόθεση και συσκευασία κάποιων αθώων δισκίων για νόμιμη χρήση. Η συσκευασία αφ΄ εαυτής σαφώς και η τεράστια ποσότητα των δισκίων παρέπεμπε σε κάτι ασύνηθες και δη παράνομο. Ανεξαρτήτως δε της πιο πάνω κατάληξης μας κρίνουμε ότι με αυτά τα δεδομένα τίθεται σε εφαρμογή το άρθρο 32
(2)του Ν.29/77 που δημιουργεί μαχητό τεκμήριο περί της γνώσης, το οποίο ο Κατηγορούμενος δεν κατάφερε να αποσείσει. Σχετική είναι η υπόθεση Κούκος v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 64 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε υπό την κατοχή ή τον έλεγχό του, εν γνώσει του, ένα δέμα, το οποίο περιείχε κάτι. Αυτό στοιχειοθετεί την απαραίτητη κατοχή. Περαιτέρω, η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι το δέμα περιείχε το επίδικο ναρκωτικό. Αν αυτά αποδειχθούν, τότε εναποτίθεται το βάρος στους ώμους του κατηγορούμενου «να αποδείξει» ότι η υπόθεση εμπίπτει στα πλαίσια του Άρθρου 32 του Νόμου.» Έτσι μέχρι στιγμής έχει καταδειχθεί πως ο Κατηγορούμενος ήρθε σε επαφή με την επίδικη συσκευασία, Τεκμήριο 5, εν γνώσει του πως αυτή περιείχε ναρκωτικά. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως το Τεκμήριο 5 τοποθετήθηκε με ακόμα μια συσκευασία εντός του χώρου του μηχανισμού της χειρολαβής της μπλε βαλίτσας και πως οι άλλες δύο παρόμοιες συσκευασίες τοποθετήθηκαν με τον αντίστοιχο τρόπο εντός της κόκκινης βαλίτσας. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, αυτό αποτέλεσε μια ενιαία και ταυτόχρονη διαδικασία. Η παρουσία του Κατηγορουμένου στην Ολλανδία και η επιστημονική σύνδεση του τόσο με την επίδικη συσκευασία όσο και με τις δύο βαλίτσες οι οποίες συνδέονται άμεσα με την τοποθέτηση των τεσσάρων συσκευασιών των ναρκωτικών εντός αυτών αναμφίβολα οδηγεί στο συμπέρασμα πως και η επαφή του Κατηγορουμένου με τις βαλίτσες δεν ήταν τυχαία. Η εκδοχή του περί αθώας επαφής του με αυτές έχει ήδη κριθεί ως μη πειστική και έχουμε προβεί σε εύρημα πως η επαφή του με όλα τα αντικείμενα έλαβε χώρα στην Ολλανδία. Η ύπαρξη των δύο βαλιτσών και της επίδικης συσκευασίας στην Ολλανδία με τελικό σκοπό την τοποθέτηση και μεταφορά ναρκωτικών στην Κύπρο δεν δύναται να απομονωθεί από τις υπόλοιπες τρεις συσκευασίες οι οποίες τελικώς τοποθετήθηκαν εντός των βαλιτσών. Με άλλα λόγια, θεωρούμε πως η πιθανότητα επαφής του Κατηγορουμένου με τις δύο βαλίτσες και με μια μόνο συσκευασία ναρκωτικών ενόσω ήταν κατ΄ ισχυρισμόν σε διακοπές με τη φίλη του είναι εξωπραγματική και ευλόγως οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως τελικώς η επαφή του με αυτά δεν ήταν απομονωμένη αλλά σχετίζεται και με τις υπόλοιπες συσκευασίες και τοποθέτηση αυτών εντός των δύο βαλιτσών. Είναι όντως παράλογο ο Κατηγορούμενος να άγγιξε τις δύο βαλίτσες και τη μια μόνο συσκευασία στην απουσία των υπόλοιπων συσκευασιών και για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από την τοποθέτηση όλων των ναρκωτικών εντός των δύο βαλιτσών. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ξυδάς v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 807: «Διαζευκτική εκδοχή μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης πρωτοδίκως οδηγώντας στην αθώωση κατηγορουμένου, όταν εμφιλοχωρεί αμφιβολία ως προς την ενοχή του, όταν η εκδοχή αυτή αποκτά υπόσταση με βάση την αξιολόγηση και την αξιοπιστία των μαρτύρων. Εκεί όμως όπου το Κακουργιοδικείο, όπως και εδώ, αποδέχεται σαφώς τη μια και όχι την άλλη εκδοχή τότε εφόσον τα γεγονότα εμπίπτουν κάτω από κάποια νομική απαγόρευση, η καταδίκη είναι αναπόφευκτη.» Στην υπόθεση Ξυδάς (ανωτέρω) η εκδοχή του εφεσείοντα ως προς την τυχαία εναπόθεση γενετικού υλικού στα αντικείμενα στα οποία αυτό εντοπίστηκε δεν έγινε αποδεκτή. Αυτό βεβαίως δεν ήταν ικανό από μόνο του να αποδείξει την ενοχή του, και τούτο καθότι το βάρος απόδειξης ενοχής έχει η Κατηγορούσα Αρχή. Το Εφετείο έκανε παραπομπή στην υπόθεση Fournaris v. Republic
(1978)2 C.L.R. 20, στην οποία αναφέρθηκε πως «αποτελεί νομική αρχή σύμφωνα με την οποία η υπεράσπιση αρκεί να δώσει εξήγηση που να εισηγείται μια διαζευκτική θεωρία η οποία κρίνεται ως πιθανή, συνάδουσα βεβαίως με τη μαρτυρία, έτσι ώστε να προκληθεί μια υποβόσκουσα αμφιβολία». Έτσι το Εφετείο επικύρωσε την καταδίκη η οποία δεν βασίστηκε μόνο στον εντοπισμό γενετικού υλικού και δακτυλικών αποτυπωμάτων αλλά και σε κάποια άλλα δεδομένα της υπόθεσης, όπως το γεγονός ότι ο ίδιος κατέβαλλε το ενοίκιο και επίπλωσε τον χώρο εντός του οποίου ανευρέθηκαν τα ναρκωτικά. Υπό το φως των ευρημάτων του Δικαστηρίου πως η επιστημονική σύνδεση του Κατηγορουμένου προέκυψε λόγω της άμεσης επαφής του στην Ολλανδία με τα Τεκμήρια, ήτοι τις βαλίτσες και την τελική συσκευασία των ναρκωτικών, και πως οι βαλίτσες σαφώς προορίζονταν για εισαγωγή και μεταφορά της συνολικής επίδικης ποσότητας στην Κύπρο, το Δικαστήριο οδηγείται στο μόνο λογικό συμπέρασμα πως η επαφή του Κατηγορουμένου με αυτά δεν ήταν καθόλου τυχαία. Αντίθετο συμπέρασμα απλώς θα οδηγούσε το Δικαστήριο στην κατασκευή ευφάνταστων σεναρίων αναφορικά με το όλο ζήτημα τα οποία όμως θα παρέμεναν απλή εικασία χωρίς να υποστηρίζονται από τα υπό κρίση δεδομένα της υπόθεσης. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος δεν πρόβαλε την εκδοχή πως πιθανόν αυτός τυχαία να άγγιξε τις βαλίτσες και ακόμα τη συσκευασία, Τεκμήριο 5, στην Ολλανδία και υπό το φως των ευρημάτων του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε άλλη εξήγηση θα αποτελούσε μια απομακρυσμένη και παράλογη πιθανότητα. Βασικά οποιαδήποτε σενάρια αρχίζουν πλέον να ξεφεύγουν της εύλογης πιθανολόγησης αλλά εμπίπτουν εντός της σφαίρας ευφάνταστων σεναρίων τα οποία όμως δεν υποστηρίζονται από την υπόλοιπη μαρτυρία ούτε και βρίσκουν έρεισμα στην προβαλλόμενη εκδοχή του Κατηγορουμένου. Με δεδομένη την ακράδαντη πεποίθηση μας ότι τα ναρκωτικά εισήχθησαν στις 6.6.14 σε αεροδρόμιο των κατεχομένων περιοχών, η όλη εκδοχή του Κατηγορουμένου καταλήγει να σημαίνει πως, στα πλαίσια νόμιμων δραστηριοτήτων του, αυτός ευρισκόμενος σε σπίτι της φίλης του για προσωρινή διαμονή έτυχε να αγγίξει σε ρολό κολλητικής ταινίας και σε δύο βαλίτσες, τα οποία αυτά αντικείμενα έτυχε σε σύντομο χρονικό διάστημα αργότερα να βρεθούν στην Ολλανδία, όπου συμπτωματικά βρισκόταν και ο ίδιος με τη φίλη στης οποίας το σπίτι είχε αγγίξει τα αντικείμενα και εκεί αυτά να χρησιμοποιηθούν από άλλα πρόσωπα για τη συσκευασία, απόκρυψη και μεταφορά ναρκωτικών στην Κύπρο από τον πατέρα της φίλης του, ο οποίος και πάλι συμπτωματικά ταξίδεψε μια-δύο μέρες προηγουμένως από τη Ρουμανία στην Ολλανδία με προφανή αποκλειστικό σκοπό να παραλάβει αυτές τις δύο βαλίτσες και χωρίς άλλη αποσκευή στις 6.6.14 να ταξιδέψει μεταφέροντας τις μέσω κατεχομένων στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας. Είναι αρκετό να πούμε πως, ανεξαρτήτως της μη αποδοχής της εκδοχής του Κατηγορουμένου, ο συνδυασμός όλων των περιστατικών της υπόθεσης, ήτοι · της παρουσίας του Κατηγορουμένου πλησίον και της επαφής του με αντικείμενα τα οποία χρησιμοποίησαν οι δράστες κατά τη διάπραξη των αδικημάτων · της παρουσίας του στη χώρα από την οποία ξεκίνησαν το ταξίδι τους τα ναρκωτικά προς την Κύπρο, κατά ή πολύ σύντομα πριν αυτά σταλούν · της σχέσης του με την κόρη του προσώπου το οποίο, έστω και εν αγνοία του, χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά των ναρκωτικών, με τον εντοπισμό γενετικού του υλικού στο εξωτερικό μέρος διάφανης συσκευασίας ναρκωτικών, καταρρίπτουν την όποια πιθανότητα απλών συμπτώσεων και εξαφανίζουν κάθε αμφιβολία περί της εμπλοκής του Κατηγορουμένου. Αντιθέτως η μόνη λογική ερμηνεία όλων των πιο πάνω είναι πως αυτός είχε συμμετοχή στη διάπραξη τους. Στην Αθηνής (ανωτέρω) τονίστηκε ότι η μαρτυρία πρέπει να εκτιμάται στο σύνολο της και όχι τεμαχισμένα. Μάλιστα στην εν λόγω υπόθεση έγινε σαφής διαφοροποίηση από την προγενέστερη υπόθεση Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428, καθότι κρίθηκε πως τα δεδομένα εκείνης ήταν πολύ διαφορετικά «εφόσον ο δράστης της ληστείας σε τράπεζα, στο πάγκο του ταμείου της οποίας εντοπίστηκε γενετικό υλικό του εφεσείοντος, στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας έφερε μαύρη κουκούλα, φορούσε μεγάλα γυαλιά με φακούς καθρέφτη χρώματος μπλε βαθύ, καθώς και μαύρα γάντια. Ο εφεσείων, το γενετικό υλικό του οποίου ταυτίστηκε με αυτό στον πάγκο, ήταν αποδεδειγμένα πελάτης της τράπεζας, είχε κάμει την τελευταία του συναλλαγή εκεί προ πενταμήνου, ο πάγκος δεν καθαριζόταν κατ' ανάγκην από την καθαρίστρια καθ' ολοκληρίαν, ενώ η εναπόθεση του γενετικού υλικού ήταν δυνατή μόνο με έμμεση μεταφορά από τα επιμολυσμένα με το υλικό ρούχα ή γάντια του δράστη. Στα δεδομένα εκείνα ενώ ήταν δυνατή η διασύνδεση του εφεσείοντα με το γενετικό υλικό που βρέθηκε στον πάγκο, δεν ήταν επιτρεπτό και το ταυτόχρονο συμπέρασμα ότι το υλικό εναποτέθηκε κατά τη διάρκεια της ληστείας από τον εφεσείοντα ώστε αυτός να ταυτιζόταν με το δράστη.» Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Vedat v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 1, στην οποία ο εφεσείων είχε κριθεί ένοχος για διάρρηξη και κλοπή περιπτέρου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε συμπέρασμα ενοχής του εφεσείοντος, στηριζόμενο ως επί το πλείστον σε περιστατική μαρτυρία, ήτοι, στην ανεύρεση του γενετικού του υλικού σε μία μάλλινη κουκούλα η οποία είχε ανευρεθεί εντός του κιβωτίου όπου είχαν τεθεί τα κλαπέντα από το περίπτερο προϊόντα και σε ένα ζεύγος μάλλινα γάντια τα οποία είχαν ανευρεθεί κοντά στο κιβώτιο αυτό. Το Εφετείο ακύρωσε την καταδίκη στηριζόμενο στην απουσία άμεσης εναπόθεσης του γενετικού υλικού του εφεσείοντος στον χώρο της διάρρηξης αλλά μόνο σε αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάπραξη της, σε συνδυασμό με το ότι τα εν λόγω αντικείμενα ήταν στην κατοχή άλλου προσώπου, στην αδυναμία προσδιορισμού του χρόνου εναπόθεσης του γενετικού υλικού, και στο ότι ο εφεσείων δεν μπορούσε άλλως να συνδεθεί με τη διάρρηξη. Στην υπόθεση Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 687 κρίθηκε ότι η ύπαρξη του γενετικού υλικού του εφεσείοντα σε σακούλι μπορούσε, εφόσον επρόκειτο για «μεταφερόμενο αντικείμενο», να συμβιβαστεί με επαφή του με το σακούλι σε κάποιο άλλο, άσχετο με τα ναρκωτικά, χρονικό σημείο. Όπως δε επισημάνθηκε στην εν λόγω υπόθεση, το σακούλι ως εκ της φύσεως του ήταν ουδέτερο και μη προσωπικό στοιχείο το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από διάφορα άτομα για ποικίλους σκοπούς. Η δε ευκολία (readiness) με την οποία ένας κατηγορούμενος μπορεί αθώα να είχε έρθει σε επαφή με ένα τέτοιο αντικείμενο μπορεί, όπως λέχθηκε, να είναι τέτοια που, ακόμα και στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης εκ μέρους του, να μην μπορεί να οδηγήσει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα επαρκούς σύνδεσης μεταξύ του και του εγκλήματος. Τονίζεται βεβαίως πως στην υπό κρίση περίπτωση και για τους λόγους που αναλύονται ανωτέρω κρίθηκε αδύνατο ο Κατηγορούμενος να ήρθε σε επαφή με το σακούλι και την κολλητική ταινία ως ξεχωριστά και ουδέτερα αντικείμενα, αλλά πως αυτός ήρθε σε επαφή με αυτά ως μέρος πλέον της συσκευασίας των ναρκωτικών και υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες. Αυτό το στοιχείο σαφώς διαφοροποιεί την παρούσα περίπτωση από τις προαναφερόμενες υποθέσεις. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Δημοκρατία ν. Νικολάου (ανωτέρω) όπου η καταδίκη βασίστηκε στο ότι το γενετικό υλικό του κατηγορουμένου είχε βρεθεί στον μηχανισμό ανοίγματος του ιδίου του φορητού χρηματοκιβωτίου που βρισκόταν στον χώρο της διάρρηξης και, σύμφωνα με την ειδική επιστημονική μαρτυρία, είχε εναποτεθεί άμεσα, ώστε η απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος στην ανώμοτη δήλωση του είχε ισχυριστεί ότι δεν ήταν στην σκηνή του αδικήματος και ότι δεν γνώριζε πώς βρέθηκε το γενετικό του υλικό στο συγκεκριμένο σημείο, να μην άφηνε περιθώρια αμφιβολίας. Όπως είχε δε τονισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο υπήρχε στα δεδομένα της υπόθεσης ικανή περιστατική μαρτυρία που διασύνδεε τον Εφεσίβλητο με τα υπό κρίση αδικήματα αφού αποδείκνυαν την παρουσία του στον χώρο, σε αντίθεση με τα όσα ο ίδιος, έστω ανωμοτί, είχε αναφέρει. Όπως επισημάνθηκε στην Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 485 η ταύτιση αποτυπωμάτων στη σκηνή χωρίς να δοθεί από τον Κατηγορούμενο οποιαδήποτε δικαιολογία θεμελιώνει ότι αυτός συνδέεται με τη διάπραξη του αδικήματος. Για παράδειγμα στην υπόθεση Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746 γενετικό υλικό του Κατηγορουμένου βρέθηκε στην εσωτερική επιφάνεια δακτυλίου περόνης ασφαλείας της χειροβομβίδας που προκάλεσε την έκρηξη, καθώς και στην εξωτερική επιφάνεια του μοχλού όπλισης της. Επίσης στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 571 υπήρξε σαφής διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τόσο στην κουκούλα την οποία φορούσε ο δράστης της ένοπλης ληστείας, όσο και στη μοτοσικλέτα που χρησιμοποίησε, βρέθηκε γενετικό υλικό του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Γεωργίου (ανωτέρω) γενετικό υλικό εντοπίστηκε στο χερούλι της πόρτας του αυτοκινήτου από το οποίο έγινε η κλοπή εμπορευμάτων και η κακόβουλη ζημιά. Όπως επισημάνθηκε από το Εφετείο, ενώ η απομόνωση του γενετικού υλικού του εφεσείοντα επέτρεπε λογικά την ταύτιση του με αυτό αλλά και την παρουσία του κοντά στο αυτοκίνητο, δεν αποδεικνύετο ο τόπος και ο χρόνος της παρουσίας αυτής. Κρίθηκε δε ότι σε εκείνη την περίπτωση δεν δικαιολογείτο το αναμφισβήτητο συμπέρασμα (που είχε οδηγήσει στην καταδίκη του εφεσείοντα) ότι το γενετικό υλικό εναποτέθηκε κατά τη διάπραξη του αδικήματος. Όπως τονίστηκε, η μόνη μαρτυρία που υπήρχε ήταν ότι ο εφεσείων είχε ακουμπήσει, ίσως, το χερούλι της πόρτας του αυτοκινήτου. Επισημάνθηκε δε ότι η ανεύρεση του γενετικού υλικού δεν είχε στην περίπτωση εκείνη την αμεσότητα και τη σύνδεση με το αδίκημα που υπήρχε στις υποθέσεις Αντωνίου (ανωτέρω) και Γρηγορίου (ανωτέρω). Όπως επαναβεβαιώθηκε και στη Γεωργίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), η περιστατική μαρτυρία πρέπει απαραιτήτως να συνδέει αιτιωδώς και άμεσα τον κατηγορούμενο όταν «. τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του». Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου συνάγεται χωρίς δυσκολία πως η επαφή του Κατηγορουμένου με τη συσκευασία, Τεκμήριο 5, περιέχουσα ναρκωτικά, αλλά και τις δύο βαλίτσες, εντός των οποίων τοποθετήθηκαν τα ναρκωτικά, αποκαλύπτει γνώση και συμμετοχή του στο όλο σχέδιο συσκευασίας και τοποθέτησης των ναρκωτικών στις δύο βαλίτσες με σκοπό τη μεταφορά τους στην Κύπρο. Η όλη ανάμειξη του καταδεικνύει πως αυτός γνώριζε πως η επίδικη ποσότητα θα κατέληγε στην Κύπρο. Έτσι ικανοποιούμαστε πως έχει αποδειχθεί πως ο Κατηγορούμενος σε κάποιο στάδιο απέκτησε φυσική κατοχή της συσκευασίας, Τεκμήριο 5, καθώς επίσης πως από εκείνη τη στιγμή μέχρι και την άφιξη των ναρκωτικών στην Κύπρο στις 6.6.14, ο Κατηγορούμενος είχε ταυτόχρονα και συμμετοχή στον έλεγχο ολόκληρης της επίδικης ποσότητας εφόσον γνώριζε πως αυτή προορίζετο για εισαγωγή στην Κύπρο. Αναμφίβολα από τη στιγμή που ο ίδιος δεν προέβη στη μεταφορά και εισαγωγή αλλά τρίτο πρόσωπο, και υπό τις συνθήκες που περιγράφονται ανωτέρω αναφορικά με την παραλαβή και διακίνηση των ναρκωτικών στην Κύπρο, προκύπτει πως αυτός ήταν σε συνεννόηση και είχε συμφωνήσει με τρίτα πρόσωπα την εισαγωγή των ναρκωτικών στην Κύπρο. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 30(Α) του Ν.29/77, η ποσότητα των ναρκωτικών δημιουργεί το μαχητό τεκμήριο πως αυτός κατείχε την εν λόγω ποσότητα με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Σύμφωνα με την απόφαση Hurbanek κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 524, για την ανατροπή του πιο πάνω μαχητού τεκμηρίου ο Κατηγορούμενος έπρεπε να αποσείσει με πιθανολόγηση ή εύλογη αμφιβολία το βάρος που έχει ότι δεν κατείχε τα ναρκωτικά με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Ο Κατηγορούμενος σαφώς δεν κατάφερε να ανατρέψει το τεκμήριο εφόσον δεν πρόσφερε οποιαδήποτε εξήγηση προς τούτο. VI. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγουμε πως η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό όλες τις κατηγορίες εναντίον του Κατηγορουμένου. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις τέσσερις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο