Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Γιώργου Κωνσταντίνου, Υποθ. αρ.: 17814/15, 14/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:35 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 17814/15 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v. Γιώργου Κωνσταντίνου Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14 Δεκεμβρίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Κυθραιώτου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Κληρίδης με κα Ο. Σαμπάζοβα Κατηγορούμενος παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στις πρώτες δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της κατοχής παιδικής πορνογραφίας σε ηλεκτρονική μορφή κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 11
(1)(δ) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Ν.87(Ι)/07. Ειδικότερα παραδέχθηκε πως: (
- i)Στις 27.1.14 κατείχε παιδική πορνογραφία σε ηλεκτρονική μορφή, ήτοι 99 αρχεία φωτογραφίας και 3 αρχεία βίντεο τα οποία απεικόνιζαν υπαρκτά παιδιά που συμμετείχαν ή επιδίδονταν σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένης της άσεμνης επίδειξης γεννητικών οργάνων ή της ηβικής χώρας παιδιών (κατηγορία 1). (
- ii)Μεταξύ 13.10.12 και 26.1.14 κατείχε παιδική πορνογραφία σε ηλεκτρονική μορφή, ήτοι 2563 αρχεία φωτογραφίας και 14 αρχεία βίντεο τα οποία απεικόνιζαν υπαρκτά παιδιά που συμμετείχαν ή επιδίδονταν σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένης της άσεμνης επίδειξης γεννητικών οργάνων ή της ηβικής χώρας παιδιών (κατηγορία 2). Σημειώνεται πως η τρίτη κατηγορία, την οποία επίσης αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος, ανεστάλη κατόπιν της παραδοχής του στις πρώτες δύο κατηγορίες. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής προέβη σε έκθεση των γεγονότων με τα οποία ο συνήγορος Υπεράσπισης δήλωσε ότι συμφωνεί. Αξίζει να σημειωθεί πως σύμφωνα με τα εκτεθέντα και παραδεκτά γεγονότα, τα υπό κρίση αρχεία κατηγοριοποιούνται ως ακολούθως: 1) Τα 102 αρχεία παιδικής πορνογραφίας περιλαμβάνουν · 99 αρχεία παιδικού πορνογραφικού υλικού όπου απεικονίζονται παιδιά να επιδίδονται σε ερωτικές πόζες · 2 αρχεία παιδικού πορνογραφικού υλικού όπου απεικονίζεται σεξουαλική συμπεριφορά μεταξύ παιδιών και ή αυνανισμός από παιδί · 1 αρχείο παιδικού πορνογραφικού υλικού όπου απεικονίζεται διεισδυτική σεξουαλική συμπεριφορά μεταξύ παιδιών και ενηλίκων. 2) Τα 2577 αρχεία παιδικής πορνογραφίας περιλαμβάνουν · 2557 αρχεία παιδικού πορνογραφικού υλικού όπου απεικονίζονται παιδιά να επιδίδονται σε ερωτικές πόζες · 3 αρχεία παιδικού πορνογραφικού υλικού όπου απεικονίζεται σεξουαλική συμπεριφορά μεταξύ παιδιών και ή αυνανισμός από παιδί · 13 αρχεία παιδικού πορνογραφικού υλικού όπου απεικονίζεται μη διεισδυτική σεξουαλική συμπεριφορά μεταξύ ενηλίκων και παιδιών · 4 αρχεία παιδικού πορνογραφικού υλικού όπου απεικονίζεται διεισδυτική σεξουαλική συμπεριφορά μεταξύ παιδιών και ενηλίκων. Στα πλαίσια της αγόρευσης για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος κατέθεσε Ιατρική Έκθεση του Δρος Χρίστου Κυπριανού, ημ. 17.11.16, Τεκμήριο Β, εν σχέσει με την ψυχική υγεία του Κατηγορουμένου. Η Κατηγορούσα Αρχή αμφισβήτησε το περιεχόμενο της εν λόγω Έκθεσης και επομένως διενεργήθηκε η αντίστροφη διαδικασία Newton με σκοπό την κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς την αποδοχή αυτού του σκέλους της εκδοχής της υπεράσπισης. Ο Δρ Κυπριανού ήταν ο μοναδικός μάρτυρας που κλήθηκε από την υπεράσπιση ενώ η Κατηγορούσα Αρχή δεν πρόσφερε οποιαδήποτε μαρτυρία. Η κυρίως εξέταση του μάρτυρος περιορίστηκε στην υιοθέτηση της Έκθεσης του. Ουσιαστικά σε αυτή ο Δρ Κυπριανού αναφέρεται στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο παρακολουθεί τον Κατηγορούμενο, στις διαπιστώσεις του όσον αφορά τον Κατηγορούμενο σε συνάρτηση με την αξιόποινη συμπεριφορά του, παραπέμποντας σε μελέτες και άρθρα, καθώς επίσης περιγράφει την πορεία και τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα της θεραπείας του και τις τυχόν συνέπειες ενδεχόμενης φυλάκισης του. Η βασική θέση η οποία προωθείται μέσα από την Έκθεση είναι πως ο Κατηγορούμενος πάσχει από κατάθλιψη τα τελευταία χρόνια και πως η κατάθλιψη του είναι η γενεσιουργός αιτία της εξάρτησης του στην παιδική πορνογραφία. Αναφέρεται επίσης πως αυτή η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου είναι μεμονωμένη, πως ο ίδιος δεν είναι παιδόφιλος και δεν εντάσσεται στην ομάδα υψηλού κινδύνου, πως εκφράζει έντονα αισθήματα ενοχής και ντροπής για την αξιόποινη συμπεριφορά του και τέλος πως λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και παρουσιάζει σημαντική βελτίωση. Κατά τη μακρά αντεξέταση του υπήρξε έντονη αμφισβήτηση τόσο της ειδικότητας του μάρτυρος όσο και των ευρημάτων και απόψεων του αναφορικά με τον Κατηγορούμενο. Έτσι ο Δρ Κυπριανού κλήθηκε να αναφερθεί στην εκπαίδευση και στην ειδικότητα του, καθώς επίσης να εξηγήσει και τεκμηριώσει επιστημονικά τα συμπεράσματα του αναφορικά με τον Κατηγορούμενο. Ο ίδιος επέμενε πως είναι Ειδικός Ψυχίατρος - Ψυχοθεραπευτής και πως οι διαπιστώσεις του στηρίζονται κυρίως στην κλινική εικόνα του ασθενούς, ενώ έλαβε υπόψιν τα Διαγνωστικά Κριτήρια DSM και άλλα συγγράμματα. Υποστήριξε πως διενήργησε μια εις βάθος διερεύνηση και ψυχοδυναμική εκτίμηση του Κατηγορουμένου και πως οι διαπιστώσεις του βρίσκουν έρεισμα και στα άρθρα και στις μελέτες που περιλαμβάνονται στην Έκθεση του. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε πως ο Δρ Κυπριανού ήταν καθόλα αξιόπιστος μάρτυρας και ότι η μαρτυρία του θα πρέπει να γίνει αποδεκτή στο σύνολο της, ειδικότερα εφόσον αυτή είναι η μοναδική επιστημονική μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντίθετη θέση εξέφρασε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής η οποία ισχυρίστηκε πως η εκτίμηση του Δρος Κυπριανού δεν είναι αντικειμενική και πως εν πάση περιπτώσει δεν υποστηρίζεται από επιστημονικά κριτήρια ούτε και από το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο. Η διεξαγωγή δίκης για τη διαπίστωση γεγονότων όπου υπάρχει διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών έχει αναγνωριστεί στην Αγγλική υπόθεση Newton 77 Cr. App. R. 13
(1984). Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Haggag v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 52, τέτοια διαδικασία ακολουθείται «για τη διαπίστωση γεγονότων ουσιωδών για τον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος και, επακόλουθα, της ποινής». Η αναγκαιότητα διεξαγωγής τέτοιας δίκης στις περιπτώσεις όπου η Κατηγορούσα Αρχή αμφισβητεί ή δεν αποδέχεται ισχυρισμούς της υπεράσπισης επί ουσιωδών γεγονότων αφέθηκε να νοηθεί στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17 και Γενικός Εισαγγελέας v. Παύλου
(1997)2 Α.Α.Δ. 170, στις οποίες το Εφετείο επισήμανε πως η Κατηγορούσα Αρχή δεν αντιτάχθηκε στον ισχυρισμό της υπεράσπισης επί πραγματικού θέματος, ούτως ώστε αυτή η σύγκρουση να αποτελούσε αντικείμενο απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου στη βάση προσκομισθείσας μαρτυρίας. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης και Σάντης, σελ. 1033, «υπάρχουν περιπτώσεις όπου η Υπεράσπιση πιθανόν να κληθεί να στηρίξει την εκδοχή της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (R. v. Guppy and Another
(1965)16 Cr App R(S) 25)». Στο ίδιο σύγγραμμα γίνεται παραπομπή στην υπόθεση R. v. Ogunti
(1987)9 Cr. App. R.(S) 325, στην οποία ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή για κατοχή ηρωίνης με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα. Κατά την αγόρευση για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίστηκε πως τα ναρκωτικά δόθηκαν στον κατηγορούμενο από άγνωστο πρόσωπο που τον είχε εκφοβίσει και απειλήσει με χρήση βίας σε περίπτωση που δεν τα μετέφερε σε συγκεκριμένη πόλη για να τους παραλάβει από εκεί τρίτο πρόσωπο, εκδοχή την οποία ο κατηγορούμενος προέβαλε στην κατάθεση του προς την Αστυνομία. Η Κατηγορούσα Αρχή εξέφρασε τη δυσπιστία της ως προς αυτή την εκδοχή της υπεράσπισης και το Δικαστήριο έδωσε χρόνο στην υπεράσπιση για να προσκομίσει μαρτυρία, κάτι το οποίο δεν κατέστη δυνατό. Ούτε και η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μαρτυρία εις αντίκρουση αυτής της εκδοχής παρόλο που επέμενε στη μη αποδοχή της. Το Εφετείο έκρινε πως επρόκειτο για περίπτωση αντίστροφης διαδικασίας Newton με το βάρος απόδειξης στους ώμους της υπεράσπισης και πως ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή του κατηγορουμένου καταλήγοντας σε εύλογα συμπεράσματα με βάση της δηλώσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Τέτοια διαδικασία ακολουθήθηκε στην υπόθεση Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.ά. v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 282 στην οποία το Εφετείο έκανε μνεία στο ότι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ακολουθήθηκε η διαδικασία «reverse Newton situation» πριν την αγόρευση για μετριασμό της ποινής με σκοπό να διευκρινιστούν τα προβλήματα υγείας των εφεσειόντων. Το Εφετείο, υιοθετώντας τα ανάλογα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατέληξε πως τα προβλήματα υγείας και οι προσωπικές συνθήκες των εφεσειόντων δεν δικαιολογούσαν ούτε μείωση της ποινής φυλάκισης ούτε και αναστολή έκτισης αυτής. Στην υπόθεση Τσιάκκας v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 349, το Κακουργιοδικείο, μετά τη διεξαγωγή δίκης σύμφωνα με τις αρχές Newton, έκρινε ότι δεν μπορούσε να αποκλείσει τη θέση της υπεράσπισης ότι ο εφεσείων δεν μετέφερε το φονικό όπλο στη σκηνή του εγκλήματος και δέχθηκε την εκδοχή του εφεσείοντος όπως διατυπώνεται στην κατάθεση του στην Αστυνομία ως προς τα συμβάντα στη σκηνή του εγκλήματος. Το Εφετείο επικρότησε και επικύρωσε τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου. Στην Έκθεση του ο Δρ Κυπριανού φέρεται ως Ψυχίατρος-Ψυχοθεραπευτής. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του η ιδιότητα του ως Ψυχίατρου δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης. Αξίζει να σημειωθεί επίσης πως στην Έκθεση του αναγράφεται πως αυτός είναι τέως Διευθυντής Ψυχιατρικών και Ιατρικών Υπηρεσιών Εθνικής Φρουράς (Γενικός Αρχίατρος), κάτι το οποίο επίσης ουδόλως αμφισβητήθηκε και υποδηλοί την ειδικότητα του. Έτσι η ιδιότητα του ως Ψυχίατρου γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Όσον αφορά την ιδιότητα του ως Ψυχοθεραπευτή, ο Δρ Κυπριανού ανέφερε πως η ψυχοθεραπεία αποτέλεσε μέρος της αρχικής εκπαίδευσης του ως Ψυχιάτρου στα πλαίσια του πτυχίου του στην Ιταλία, ακολούθως έτυχε εκπαίδευσης με υποτροφία στην Ελληνική Εταιρεία Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας και μετά στην Κυπριακή Εταιρεία Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας. Δήλωσε ακόμα πως τυγχάνει συνεχούς εκπαίδευσης καθότι, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, τα πράγματα αλλάζουν ραγδαία σε αυτό τον τομέα. Παρά τις επίμονες ερωτήσεις και υποβολές πως για να χορηγεί κάποιος ψυχοθεραπεία πρέπει να κατέχει πιστοποιητικό ή βεβαίωση από μια Ψυχαναλυτική Εταιρεία, ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στο ότι η ψυχοθεραπεία αποτελεί μέρος της εκπαίδευσης της Ψυχιατρικής και πως το μόνο που απαιτείται είναι να είσαι μέλος μιας Ψυχαναλυτικής Εταιρείας. Ήταν σαφής και κατηγορηματικός επί αυτού του ζητήματος και μάλιστα εξέφρασε την προθυμία να παρουσιάσει συστατικές επιστολές για την ποιότητα της εργασίας του, τονίζοντας πως αρκετοί Ψυχίατροι και Ψυχολόγοι κάνουν Ψυχοθεραπεία. Στη βάση των πιο πάνω ικανοποιούμαστε πως ο μάρτυρας έχει και την αναγκαία εκπαίδευση και την ειδικότητα του Ψυχοθεραπευτή. Στην Έκθεση του ο Δρ Κυπριανού αρχικά αναφέρει πως παρακολουθεί συστηματικά τον Κατηγορούμενο τους τελευταίους έξι μήνες για σοβαρό πρόβλημα κατάθλιψης από το οποίο υποφέρει τα τελευταία χρόνια. Κατά την αντεξέταση του, ερωτηθείς να προσδιορίσει για πόσο χρονικό διάστημα παρακολουθεί τον Κατηγορούμενο, αυτός απάντησε πως τον παρακολουθεί για περισσότερο από έξι μήνες, όμως δεν ήταν σε θέση να δώσει ακριβή ημερομηνία έναρξης της παρακολούθησης του καθότι δεν είχε μαζί του τις σημειώσεις του. Θεωρούμε πως η απουσία των σημειώσεων του γι΄ αυτό το θέμα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία εφόσον η απάντηση του συνάδει χρονικά κατά προσέγγιση με τη σχετική καταγραφή στην Έκθεση του. Όμως οι σημειώσεις του ήταν άκρως απαραίτητες για να καθορίσει χρονικά την αναφορά του πως ο Κατηγορούμενος υποφέρει από κατάθλιψη τα τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας δήλωσε αδυναμία να αναφέρει πότε ακριβώς ο Κατηγορούμενος άρχισε να παρουσιάζει κατάθλιψη, λέγοντας πως αυτό το στοιχείο περιέχεται στις σημειώσεις του. Πέραν του ότι η τοποθέτηση του επί αυτού παρέμεινε ελλιπής και ασαφής, κατέληξε και αντιφατική εν σχέσει με τα όσα ο ίδιος ανέφερε προφορικώς κατά την αντεξέταση του. Και τούτο καθότι ενώ αρχικά ο μάρτυρας εστιάστηκε στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος διατηρούσε σχέσεις (δύο-τρεις), λέγοντας πως ήταν τα τελευταία τρία-πέντε χρόνια, τελικώς αποκάλυψε πως αυτός (ο Κατηγορούμενος) είχε την πρώτη του σχέση στην εφηβική του ηλικία λέγοντας πως σαφώς ο Κατηγορούμενος παρουσίαζε καταθλιπτικά συμπτώματα από τότε. Λαμβανομένου υπόψιν πως ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο και την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, είναι ηλικίας 37 ετών, αυτές οι αναφορές του δεν έχουν καθόλου συνοχή και συνέπεια και κυρίως δεν αποκαλύπτουν μια ολοκληρωμένη και πειστική εκτίμηση για το πότε χρονικά τοποθετείται η έναρξη της κατάθλιψης του Κατηγορουμένου. Κληθείς να επεξηγήσει και τεκμηριώσει επιστημονικά τη διάγνωση του πως ο Κατηγορούμενος πάσχει από κατάθλιψη, ο μάρτυρας ανέφερε πως αυτή είναι η διάγνωση του ως ειδικού αφού μελέτησε εις βάθος το ιστορικό του ασθενούς, το αναπτυξιακό του ιστορικό, τη σημερινή του ζωή και την προσαρμογή του, κοινωνικά και επαγγελματικά. Είναι γεγονός πως η Έκθεση του δεν περιέχει οποιαδήποτε αναφορά στο ιστορικό του ασθενούς. Η θέση του πως μια τέτοια καταγραφή δεν κρίθηκε απαραίτητη από τον ίδιο ως ειδικό και πως αυτή θα απαιτούσε πολλές σελίδες δεν κρίνεται πειστική και επαγγελματική. Ομολογουμένως μια, έστω και συνοπτική, παράθεση αυτού θα ήταν χρήσιμη και διαφωτιστική καθότι θα παρουσίαζε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τον ασθενή και ενδεχομένως θα δικαιολογούσε πιο τεκμηριωμένα την όλη πορεία και εξέλιξη της κατάστασης του. Παρόλο που ο μάρτυρας δήλωσε την ετοιμότητα και προθυμία του να αναφέρει αρκετές λεπτομέρειες επί τούτου, εντούτοις περιορίστηκε στο να δώσει μόνο κάποια στοιχεία για το ιστορικό του ασθενούς προφορικά. Συγκεκριμένα ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος προέρχεται από οικογένεια βιοπαλαιστών, η μητέρα του εργαζόταν και απουσίαζε αρκετές ώρες από το σπίτι ενώ ο πατέρας του προσπαθούσε να εξισορροπήσει αρκετά πράγματα στην οικογένεια και ήταν αυταρχικός. Είπε ακόμα πως ο Κατηγορούμενος είχε ένα δύσκολο αναπτυξιακό ιστορικό με δυσχέρειες σε ό,τι αφορά τη διάβαση από τα ψυχοσυναισθηματικά στάδια της ανάπτυξης ενός ατόμου. Αυτή η αναφορά του είναι όντως γενική, πλην όμως κρίνεται ικανοποιητική για μια βασική περιγραφή και εικόνα του ιστορικού του ασθενούς. Άλλωστε η δυνατότητα και ετοιμότητα του μάρτυρος να δώσει πολύ περισσότερα στοιχεία εάν του ζητείτο κάτι τέτοιο καταδεικνύει πως αυτός είχε λάβει και γνώριζε εκτενώς το όλο ιστορικό του ασθενούς. Επεξηγώντας τη διάγνωση, ο Δρ Κυπριανού ανέφερε πως μελετώντας τις σχέσεις του Κατηγορουμένου και την εμπιστοσύνη του προς άλλα άτομα αλλά και προς τον ίδιο τον εαυτό του, ήταν εμφανές πως αυτός ήταν εσωστρεφής, αποσυρμένος και κλειστός στον εαυτό του, δεν ανέπτυσσε εύκολα σχέσεις, ήταν φοβισμένος και είχε ένα βίωμα απειλητικού χαρακτήρα των ενήλικων σχέσεων. Αυτά κατά τον μάρτυρα είναι «καταθλιπτικά ισοδύναμα». Περιέγραψε τον Κατηγορούμενο ως άτομο που είχε απογοητεύσεις από τις ενήλικες σχέσεις, ελλείμματα ως προς τη δημιουργία βασικής εμπιστοσύνης προς άλλα άτομα στη σύναψη σχέσεων, φοβόταν και δυσκολευόταν να μοιραστεί αισθήματα με άλλους ανθρώπους και είχε χαμηλή αυτοεκτίμηση. Ο μάρτυρας δήλωσε επανειλημμένως πως αυτή η διάγνωση στηρίζεται κυρίως στην κλινική εξέταση του ασθενούς. Παρόλο που δήλωσε πως έλαβε υπόψιν και τα επιστημονικά εγχειρίδια και συγγράμματα, αυτή η θέση του παρέμεινε παντελώς ασαφής και αόριστη. Δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί συγκεκριμένα στα επιστημονικά εγχειρίδια και ειδικότερα στην εξέταση και ικανοποίηση των διαγνωστικών κριτηρίων DSM-5, Τεκμήριο Γ, σε σημείο μάλιστα που δήλωσε πως αυτά τυγχάνουν αμφισβήτησης από μια μερίδα Ψυχιάτρων. Επιπλέον δεν έκανε οποιαδήποτε παραπομπή στα συγγράμματα τα οποία κατ΄ ισχυρισμό έλαβε υπόψιν, με αποτέλεσμα να παραμένει άγνωστο σε ποια συγγράμματα στηρίχθηκε και κατά πόσον αυτά αποτελούν μια έγκυρη και επιστημονικά δημοσιευμένη βάση για διάγνωση. Τελικώς εκείνο το οποίο συνάγεται από τα λεγόμενα του μάρτυρος είναι πως βασικά αυτός εξέφραζε την κλινική εκτίμηση για τον ασθενή και όχι την κατάληξη του σε διάγνωση με βάση επιστημονικά κριτήρια. Όπως ο ίδιος ανέφερε, ο ρόλος του δεν είναι να «βάζει» διαγνώσεις ή ταμπέλες σε ασθενείς αλλά να τους βοηθήσει να καταλάβουν τι έχουν και πώς να το ξεπεράσουν. Η δική του φιλοσοφία δεν είναι η διάγνωση αλλά το να καταλάβει τον ασθενή του. Γι΄ αυτό και ήταν σαφής και κατηγορηματικός πως η κλινική εικόνα είναι η «Βίβλος» της Ψυχιατρικής, διαχωρίζοντας και αποσυνδέοντας ταυτόχρονα αυτή (την κλινική εικόνα) από οποιαδήποτε διαγνωστικά κριτήρια ή δημοσιευμένα συγγράμματα. Ήταν η θέση του πως ο κάθε ασθενής είναι διαφορετικός και δεν μπορεί να χωρέσει κλινικά σε εγχειρίδια και συγγράμματα και πως υπάρχουν περιπτώσεις που δεν ταιριάζουν ούτε και έχουν να κάνουν με δημοσιεύσεις και ανακοινώσεις. Θεωρούμε πως αυτή η θέση του μάρτυρος δεν αποτελεί μια ολοκληρωμένη και επιστημονικά βάσιμη εκτίμηση και διάγνωση για τον Κατηγορούμενο. Σύμφωνα με όλα όσα ο ίδιος ανέφερε, προκύπτει πως αυτός ουσιαστικά προέβη στη διαπίστωση ότι ο Κατηγορούμενος πάσχει από χρόνια κατάθλιψη με βάση μόνο την κλινική εικόνα του ασθενούς και χωρίς αναφορά στα επιστημονικώς αναγνωρισμένα κριτήρια. Ως εκ τούτου θεωρούμε πως η άποψη του δεν αποτελεί μια ολοκληρωμένη και επιστημονικά εμπεριστατωμένη διάγνωση, παρά μόνο την εκτίμηση της κλινικής εικόνας του ασθενούς και μόνο ως τέτοια θα συνεκτιμηθεί. Ενόψει της αδυναμίας επακριβούς χρονικού προσδιορισμού τέτοιας εκτίμησης, δεχόμαστε μόνο πως η κατάθλιψη του Κατηγορουμένου ξεκίνησε εδώ και μερικά χρόνια και ειδικότερα πριν το 2012. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της Έκθεσης, ο Δρ Κυπριανού εκφράζει τη θέση πως η ενασχόληση του Κατηγορουμένου στο διαδίκτυο με θέματα παιδικής πορνογραφίας «έχει τη ρίζα της στην κατάθλιψη από την οποία πάσχει τα τελευταία χρόνια». Ο Δρ Κυπριανού συνεχίζει πως υπό το κράτος απωθημένων ψυχικών συγκρούσεων και ελλειμματικών διαπροσωπικών σχέσεων με τους γονείς και ειδικά με τον πατέρα, ο Κατηγορούμενος ανέπτυξε ψυχαναγκαστικά-καταναγκαστικά τέτοια ενασχόληση την οποία, όπως ο ίδιος αναφέρει, άρχισε τυχαία. Αυτή η ενασχόληση του επέτρεπε την εκτόνωση της ψυχικής έντασης και των άλυτων ψυχικών συγκρούσεων, τις οποίες, μη έχοντας επίγνωση και εναισθησία, δεν μπορούσε να εκφράσει ή εξωτερικεύσει και επομένως να ξεπεράσει. Ποτέ δεν αισθάνθηκε προτίμηση ή ιδιαίτερο ενδιαφέρον για παιδιά και ούτε επιδίωξε να δελεάσει ή έχει οποιαδήποτε ανήθικη σχέση ή επαφή με παιδιά μέσω του διαδικτύου ή άλλως πως. Ούτε είχαν προηγηθεί σεξουαλικές φαντασιώσεις του ιδίου που να αφορούν παιδιά. Προσθέτει πως ο Κατηγορούμενος, εκτός από την ενασχόληση με παιδική πορνογραφία, δεν εκδήλωσε ποτέ συμπεριφορά παιδόφιλου και δεν είχε οποιαδήποτε άλλη αντικοινωνική συμπεριφορά. Αρχικά επισημαίνουμε πως ο μάρτυρας δεν χρησιμοποίησε οποιαδήποτε ψυχομετρικά τεστ για να αξιολογήσει το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος του έλεγε την αλήθεια. Όπως ο ίδιος αναγνώρισε, τέτοια αξιολόγηση διενεργείται μόνο από Ψυχολόγους οι οποίοι είναι εκπαιδευμένοι να κάνουν κάτι τέτοιο ενώ ο ίδιος ως Ψυχίατρος δεν έχει τέτοια εκπαίδευση αλλά δεν θεώρησε αναγκαίο να παραπέμψει τον Κατηγορούμενο σε Ψυχολόγο προς τον σκοπό αυτό. Η πεποίθηση του ότι ο Κατηγορούμενος του έλεγε την αλήθεια στηρίζεται μόνο στη δική του διαπίστωση ως Ψυχίατρος. Θεωρούμε πως και αυτή του η εκτίμηση δεν αποτελεί την ολοκληρωμένη και επιστημονικά ενδεδειγμένη μέθοδο αξιολόγησης της αξιοπιστίας όλων όσων του είπε ο Κατηγορούμενος, παρά μόνο τη δική του εκτίμηση ως Ψυχιάτρου. Πέραν του ότι ο μάρτυρας δεν προέβη σε μια ολοκληρωμένη και πλήρη επιστημονική διάγνωση περί χρόνιας κατάθλιψης του Κατηγορουμένου, αδυνατούμε να δεχθούμε τη θέση του πως η κατάθλιψη αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία του προβλήματος της ενασχόλησης με την παιδική πορνογραφία και πως αυτή (η ενασχόληση) εξελίσσεται σε εξάρτηση και εθισμό. Προς υποστήριξη αυτής της θέσης του ο μάρτυρας παρέπεμψε σε αποσπάσματα από το άρθρο «Causes of Pornography Addiction», Dr. Patrick Carnes, τα οποία παρατίθενται στις σελ. 2-4 της Έκθεσης του. Όπως ορθώς επισήμανε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής και αναγνώρισε και ο ίδιος ο μάρτυρας, το εν λόγω άρθρο αναφέρεται στην εξάρτηση στην πορνογραφία και όχι στην παιδική πορνογραφία. Η δε προσπάθεια του μάρτυρος να επεκτείνει αυτή την άποψη και στην παιδική πορνογραφία παρέμεινε μετέωρη. Και τούτο καθότι ο μάρτυρας εξέφρασε τη θέση πως η πορνογραφία γενικότερα είναι εξάρτηση ενώ αναφέρθηκε στην εξάρτηση του Κατηγορουμένου στην παιδική πορνογραφία ως ισχύουσα μόνο στη συγκεκριμένη περίπτωση στηριζόμενος στις δικές του μελέτες, τις οποίες δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο. Έτσι και αυτή η αναφορά του παρέμεινε παντελώς ατεκμηρίωτη. Η τελική παραδοχή του πως διίστανται οι επιστημονικές απόψεις ακόμα και για το κατά πόσο η πορνογραφία είναι εξάρτηση επιβεβαιώνει την πεποίθηση του Δικαστηρίου πως οι θέσεις του μάρτυρος ήταν μη επιστημονικά τεκμηριωμένες, επιπόλαιες και αυθαίρετες. Είναι γεγονός πως ο μάρτυρας στηρίχθηκε στα λεγόμενα του Κατηγορουμένου ως προς τα αίτια της ενασχόλησης του με την παιδική πορνογραφία και τη συνέχιση αυτής για κάποιο χρονικό διάστημα. Πέραν του ότι δεν ήλεγξε την ακρίβεια αυτών, είναι σαφές πως ο Κατηγορούμενος δεν του είχε αποκαλύψει όλα τα δεδομένα. Κατ΄ αρχάς ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναφέρει επακριβώς τη διάρκεια της ενασχόλησης του Κατηγορουμένου με την παιδική πορνογραφία καθότι αυτό είναι καταγραμμένο στις σημειώσεις του τις οποίες δεν είχε μαζί του. Ιδιαίτερα σημαντικό όμως είναι το γεγονός πως ο μάρτυρας δεν γνώριζε την ποσότητα του υλικού και πως οι αναφορές του Κατηγορουμένου στον μάρτυρα για το τι εικόνες έβλεπε δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και δεν συνάδουν με τα παραδεκτά γεγονότα όπως εκτίθενται ανωτέρω. Συγκεκριμένα, η γνώση που είχε ο μάρτυρας περιοριζόταν στο ότι ο Κατηγορούμενος έβλεπε εικόνες με την απλή παρουσία παιδιών και σπάνια με ολοκληρωμένες ή προχωρημένες πράξεις και πως επρόκειτο για παιδιά κάτω των 16 ετών. Αυτό το ανακριβές και εσφαλμένο πραγματικό υπόβαθρο αναμφίβολα δεν είναι ικανό να οδηγήσει οποιονδήποτε ειδικό σε ασφαλή και βάσιμα συμπεράσματα, πόσο μάλλον στην προκειμένη περίπτωση που ο μάρτυρας εξέφραζε απλά και μόνο τη δική του αποσπασματική και μη επιστημονικά τεκμηριωμένη άποψη. Αυτή η διαπίστωση μας καθιστά αδύνατη την αποδοχή της θέσης πως ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε την ενασχόληση του με την παιδική πορνογραφία τυχαία και από περιέργεια και πως συνέχισε λόγω εξαναγκασμού και εξάρτησης του. Ούτε μπορούμε να δεχθούμε πως μέσα από την ενασχόληση του με παιδιά ο Κατηγορούμενος αναζητούσε την αθωότητα και μόνο. Σημειώνεται πως το απόσπασμα (στη σελ. 4) το οποίο παρατέθηκε προς υποστήριξη της θέσης πως η ενασχόληση με την πορνογραφία συνδέεται με την αναζήτηση της αθωότητας αναφέρεται μόνο σε εικόνες αγοριών προ εφηβικής ηλικίας που φαίνονται χαρούμενα και όχι σε εικόνες αγοριών, κοριτσιών και ενηλίκων που επιδίδονται στις πράξεις που αφορά η παρούσα περίπτωση. Πέραν της έλλειψης επιστημονικής τεκμηρίωσης και γνώσης όλου του πραγματικού υποβάθρου υπάρχει ακόμα ένα σημαντικό στοιχείο το οποίο καθιστά την αναφορά του μη δεκτή. Αυτό είναι η έλλειψη εμπειρίας του μάρτυρος αναφορικά με την εξέταση θυτών και ή θυμάτων παιδικής πορνογραφίας, καθότι προέκυψε πως ο Κατηγορούμενος ήταν ο πρώτος τέτοιος θύτης που εξέτασε. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, καταλήγουμε πως αυτή η αναφορά του μάρτυρος για τα αίτια έναρξης και συνέχισης ενασχόλησης του Κατηγορουμένου με την παιδική πορνογραφία δεν κρίνεται βάσιμη και δεν δύναται να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Δεχόμαστε όμως τις αναφορές του Κατηγορουμένου, οι οποίες μεταφέρθηκαν από τον μάρτυρα, πως ο πρώτος ουδέποτε αισθάνθηκε προτίμηση ή ενδιαφέρον προς παιδιά, πως ουδέποτε αναζήτησε τη συντροφιά παιδιών με τη συμμετοχή τους σε χώρους συζητήσεων («chat rooms») και πως ουδέποτε επιδίωξε να δελεάσει ή έχει ανήθικη επαφή με παιδιά. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου και μάλιστα η ίδια η μορφή της διάπραξης των υπό κρίση αδικημάτων, ήτοι η απλή κατοχή, υποστηρίζει πως πράγματι ο Κατηγορούμενος δεν έχει επιδείξει τέτοια συμπεριφορά. Θεωρούμε αυτονόητο βεβαίως πως τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και οι ελλείψεις που αισθάνεται ο Κατηγορούμενος συνέβαλαν στην ενασχόληση του με την παιδική πορνογραφία. Δεχόμαστε επίσης την αναφορά του μάρτυρος πως ενώ δεν προηγήθηκαν φαντασιώσεις του με παιδιά, εντούτοις κατά την περίοδο ενασχόλησης του με την παιδική πορνογραφία ο Κατηγορούμενος προφανώς ανέπτυξε σεξουαλικές φαντασιώσεις με παιδιά, οι οποίες σαφώς είναι παρεκκλίνουσες, ήτοι μη φυσιολογικές. Σύμφωνα με τον Δρα Κυπριανού, όπως αναφέρεται στην Έκθεση του, μετά την ποινική δίωξη του για υπόθεση παιδικής πορνογραφίας, η κατάθλιψη του Κατηγορουμένου επιδεινώθηκε λόγω των αισθημάτων ενοχής και ντροπής που τον διακατέχουν σε εντονότερο βαθμό. Νιώθει εξευτελισμένος, είναι σε πλήρη απομόνωση και αποκλεισμό από την κοινωνία ακόμα και από φίλους και οικείους του. Μέσα από την αντεξέταση του διεφάνη πως τελικώς ο μάρτυρας ήταν σε καλή θέση να αναφερθεί στην άσχημη ψυχολογική διάθεση του Κατηγορουμένου από την ημερομηνία έναρξης της παρακολούθησης του. Επομένως δεχόμαστε πως όταν ο Κατηγορούμενος άρχισε να επισκέπτεται τον μάρτυρα, ένιωθε ενοχές, ήταν γεμάτος τύψεις και θλίψη και τον βασάνιζε το πώς κατέληξε σε αυτή τη δραστηριότητα. Η αναφορά του μάρτυρος στην Έκθεση του πως ο Κατηγορούμενος δεν εντάσσεται στην ομάδα υψηλού κινδύνου σε ό,τι αφορά την πιθανότητα επανάληψης της ενασχόλησης με παιδική πορνογραφία ή τη διάπραξη ανήθικης πράξης με παιδιά, καθότι ουδέποτε προηγουμένως παρουσίασε αντικοινωνική συμπεριφορά αλλά αντιθέτως είχε μια καλή κοινωνική και επαγγελματική προσαρμογή, δεν κρίνεται επιστημονικά πειστική και βάσιμη. Όπως ο ίδιος ο μάρτυρας δέχθηκε κατά την αντεξέταση του αυτή είναι η δική του εκτίμηση χωρίς να χρησιμοποιήσει ή στηριχθεί σε εργαλεία επικινδυνότητας, στοιχείο που, βεβαίως, δεν μας επιτρέπει να υιοθετήσουμε με ασφάλεια αυτή ως μια επιστημονικά τεκμηριωμένη θέση. Δεχόμαστε τη θέση του μάρτυρος πως ο Κατηγορούμενος είναι συνεργάσιμο άτομο, πως κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής του μέσω ψυχοτρόπων φαρμάκων και ψυχοθεραπείας παρουσίασε σημαντική βελτίωση στο καταθλιπτικό συναίσθημα, και πως ο ίδιος επιδεικνύει πλήρη μεταμέλεια για τα όσα έχει πράξει, ομολογεί ότι βασανίζεται συνεχώς με ενοχές και δηλώνει ότι ποτέ ξανά δεν θα επαναλάβει τέτοια συμπεριφορά, επιδεικνύοντας πραγματική θέληση να ξεπεράσει το πρόβλημα του. Δεχόμαστε επίσης πως η υπό κρίση συμπεριφορά του Κατηγορουμένου αποτελεί μια μεμονωμένη συμπεριφορά. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται από το ότι ούτε πριν αλλά ούτε και μετά τα υπό κρίση γεγονότα επέδειξε παρόμοια συμπεριφορά. Τέλος αποτελεί εκτίμηση του μάρτυρος πως, παρά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος παρουσίασε σημαντική βελτίωση, εντούτοις πρόκειται για άτομο που χρήζει μακροχρόνιας παρακολούθησης και ψυχοθεραπείας και πως κρίνεται απαραίτητο όπως τέτοια άτομα διευκολύνονται ώστε να παρακολουθούν θεραπευτικά προγράμματα για να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα υποτροπής. Είναι επίσης η ιατρική του εκτίμηση είναι πως τυχόν τιμωρία του με φυλάκιση θα έχει αρνητικά αποτελέσματα στην ψυχολογία του, θα συντείνει στη ραγδαία επιδείνωση της ψυχολογικής του κατάστασης προκαλώντας καταστροφικά αποτελέσματα στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική του ζωή και θα οδηγήσει στην πλήρη κοινωνική του απομόνωση. Κρίνεται απαραίτητο όπως τέτοια άτομα διευκολύνονται ώστε να παρακολουθούν θεραπευτικά προγράμματα για να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα υποτροπής. Ο Δρ Κυπριανού καταλήγει πως είναι πεπεισμένος πως το κοινωνικό συμφέρον συνηγορεί υπέρ της αναμόρφωσης του Κατηγορουμένου εφόσον έχει όλες τις δυνατότητες να αποθεραπευτεί πλήρως και να επανενταχθεί σύντομα ως ένα υγιές μέλος στην κοινωνία. Θεωρούμε πως αυτές οι τελευταίες διαπιστώσεις του αποτελούν τη δική του ιατρική εκτίμηση, όπως άλλωστε ανέφερε και ο ίδιος, και ως τέτοιες λαμβάνονται υπόψιν, όχι όμως ως επιστημονικά τεκμηριωμένες απόψεις. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο