Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Περικλή Πολυδώρου κ.α., Υποθ. αρ.: 15549/16, 22/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:31 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 15549/16 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v.
- Περικλή Πολυδώρου
- Ζαουρή Νασκιντασβίλη
- Νικήτα Χατζηαργυρού Κατηγορουμένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22 Νοεμβρίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Ματθαίου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Μ. Κυπριανού Για τον Κατηγορούμενο 3: κα Α. Ξυψιτή Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν παραδοχής, ο μεν πρώτος στις κατηγορίες 1, 2 και 6, ο δε δεύτερος στις κατηγορίες 2, 4 και
- Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος 2 κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες 1, 2 και 6 για τα ακόλουθα αδικήματα: 1) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, και συγκεκριμένα κάνναβης (κατηγορία 1), 2) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, και συγκεκριμένα κάνναβης, με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (κατηγορία 2), και 3) Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, και συγκεκριμένα 0,4356 γρ. κάνναβης (κατηγορία 6). Ο Κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες 2, 4 και 5, οι οποίες αφορούν τα ακόλουθα αδικήματα: 1) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, και συγκεκριμένα κάνναβης, με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (κατηγορία 2), 2) Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, και συγκεκριμένα 12,944 κιλά κάνναβης (κατηγορία 4), και 3) Κατοχή του προαναφερόμενου ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (κατηγορία 5). Σημειώνεται πως ο Κατηγορούμενος 3 αντιμετώπιζε και την κατηγορία 1, ενώ οι δύο Κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν από κοινού και την κατηγορία 3, ήτοι για εισαγωγή της εν λόγω ποσότητας κάνναβης. Με την παραδοχή τους, καταχωρίστηκε αναστολή ποινικής δίωξης σε αυτές τις κατηγορίες για τον κάθε Κατηγορούμενο αντίστοιχα. Ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1-
- Αυτός δήλωσε μη παραδοχή και έτσι η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Επειδή δηλώθηκε η πρόθεση του Κατηγορουμένου 3 να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας και η ύπαρξη σοβαρού ενδεχομένου να γίνει το ίδιο και αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, κρίθηκε δικαιολογημένο το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής όπως επιβληθεί ποινή στους Κατηγορούμενους 2 και 3 πριν την έναρξη της ακρόασης για τον Κατηγορούμενο
- Τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τη συνήγορο για την Κατηγορούσα Αρχή, έχουν ως εξής: Μεταξύ Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του 2015 ο Κατηγορούμενος 2 συνωμότησε με τρίτα πρόσωπα να διαπράξουν κακούργημα, ήτοι να εισαγάγουν στην Κυπριακή Δημοκρατία ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, και συγκεκριμένα 12,944 κιλά κάνναβης. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 συνωμότησαν μεταξύ τους και με άλλα πρόσωπα όπως κατέχουν την εν λόγω ποσότητα με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα. Στις 16.12.15 οδηγός της εταιρείας ταχυμεταφορών DHL παρέλαβε από τα γραφεία της εταιρείας δύο χάρτινα κιβώτια στα οποία αναγραφόταν ως παραλήπτης κάποιος «Θεόδωρος Παπαδόπουλος» με τηλ. επικοινωνίας «96238776» και διεύθυνση παράδοσης «Ολύμπου 10, Αγλαντζιά». Κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με το αναγραφόμενο τηλέφωνο και περί ώρα 09:52 ο οδηγός τα παρέδωσε στην εν λόγω οδό σε τρίτο πρόσωπο το οποίο παρουσιάστηκε ως ο Παπαδόπουλος. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης διαπιστώθηκε πως στην οδό Ολύμπου 10 βρίσκεται μια πολυκατοικία στην οποία δεν υπάρχει ένοικος με τέτοιο όνομα. Εν τω μεταξύ αυτή η οδός είχε ήδη τεθεί υπό παρακολούθηση από μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. Αρχηγείου βάσει πληροφορίας. Το τρίτο πρόσωπο είχε μεταφερθεί από τον Κατηγορούμενο 3 στην περιοχή στις 07:45 με σκοπό να παρουσιαστεί ως ο παραλήπτης των κιβωτίων και να τα παραλάβει. Λίγο νωρίτερα, στις 07:30 ο Κατηγορούμενος 2 είχε επίσης μεταφερθεί από τον Κατηγορούμενο 3 στην περιοχή Παλλουριώτισσας πλησίον της υπεραγοράς Αθηαινίτη. Αμέσως μετά την αναχώρηση του οδηγού της DHL, ο Κατηγορούμενος 3 μετέβη με το όχημα με αρ. εγγραφής KYN229 στην οδό Ολύμπου όπου παρέλαβε τα κιβώτια από το τρίτο πρόσωπο. Συγκεκριμένα, το τρίτο πρόσωπο τοποθέτησε το ένα κιβώτιο στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και το άλλο στον χώρο αποσκευών. Έτσι ο Κατηγορούμενος 3 έθεσε υπό την κατοχή του τα κιβώτια εν γνώσει του πως αυτά περιείχαν ναρκωτικά. Ο Κατηγορούμενος 3 αναχώρησε από εκεί και κατευθύνθηκε προς τον χώρο στάθμευσης του καταστήματος αθλητικών ειδών Sports Direct που βρίσκεται στην Παλλουριώτισσα. Γύρω στις 10:05 ο αστ. 1974 Μάριος Γιάννου ανέκοψε το όχημα του Κατηγορουμένου
- Κατά την έρευνα αυτού, εντόπισε στον χώρο αποσκευών το ένα κιβώτιο. Το άνοιξε και εντός αυτού υπήρχαν ρούχα και συσκευασίες περιτυλιγμένες με λαδόκολλα. Άνοιξε μια συσκευασία και διαπίστωσε πως αυτή περιείχε ξηρή φυτική ύλη που έμοιαζε με κάνναβη. Επέστησε την προσοχή του Κατηγορουμένου 3 στον Νόμο και αυτός απάντησε ότι ανήκουν σε άλλο πρόσωπο στο οποίο θα τα παρέδιδε στη συνέχεια. Στις 10:08 ο αστ. 1974 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο 3 για το αυτόφωρο αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών, ο οποίος κατόπιν επίστησης απάντησε «Τίποτε». Τα κιβώτια και το περιεχόμενο τους παραλήφθηκαν ως τεκμήρια και μεταφέρθηκαν στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. όπου συσκευάστηκαν και σφραγίστηκαν στην παρουσία του Κατηγορουμένου
- Επιστημονικές εξετάσεις κατέδειξαν πως οι συσκευασίες εντός των κιβωτίων περιείχαν 12,944 κιλά κάνναβης. Μετά την ανακοπή του οχήματος του Κατηγορουμένου 3 και κατόπιν οδηγιών, ο αστ. 2499 Ε. Παναγιώτου προσέγγισε τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος, όπως έχει ήδη αναφερθεί, περιφερόταν στην περιοχή Παλλουριώτισσας κοντά στην υπεραγορά Αθηαινίτη. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος 2 κλήθηκε να μεταβεί στο κλιμάκιο της Υ.ΚΑ.Ν. Λευκωσίας, όπως και έπραξε. Μεταξύ των ωρών 13:45-15:15 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 3 στην οποία παραδέχθηκε την εμπλοκή του στην υπόθεση. Ακολούθως συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος και κατόπιν επίστησης απάντησε «Εγώ ήταν να κάμω μόνο τη μεταφορά». Στις 15:25 συνελήφθη και ο Κατηγορούμενος 2 και κατόπιν επίστησης απάντησε «Εγώ μόνο το Νίκητα γνώριζα». Αργότερα την ίδια μέρα διενεργήθηκε έρευνα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου στο οποίο διέμενε ο Κατηγορούμενος 2 με το τρίτο πρόσωπο, όπου εντοπίστηκε ένα νάιλον σακουλάκι το οποίο περιείχε ξηρή φυτική ύλη όμοια με κάνναβη. Ο αστ. 1455 τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραττε και του επέστησε την προσοχή στον Νόμο κα αυτός απάντησε «Ναι είναι δικό μου». Επιστημονικές εξετάσεις κατέδειξαν πως πρόκειται για 0,4356 γρ. κάνναβης. Ακολούθως λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 2, στην οποία παραδέχθηκε ενοχή και ανέφερε ότι, προς υλοποίηση των συνωμοσιών, μετέβη από την Ελλάδα στην Κύπρο με τρίτο πρόσωπο έναντι αμοιβής. Ακολούθησαν ακόμα δύο ανακριτικές καταθέσεις από τον Κατηγορούμενο 3 στις οποίες παραδέχθηκε εκ νέου ενοχή κατονομάζοντας και άλλα τρίτα πρόσωπα τα οποία εμπλέκονται. Στις 17.12.15 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε διάταγμα εξαήμερης προσωποκράτησης των Κατηγορουμένων 2 και 3 και άλλων προσώπων. Στις 23.12.15 το αίτημα για ανανέωση της προσωποκράτησης τους απερρίφθη με αποτέλεσμα να αφεθούν ελεύθεροι. Στις 29.12.15 καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση αρ. 23751/15 με το ίδιο κατηγορητήριο, η οποία ορίστηκε για παραπομπή στο Κακουργιοδικείο στις 7.1.
- Κατ΄ εκείνη την ημερομηνία εμφανίστηκε μόνο ο Κατηγορούμενος 3, ενώ για τους υπόλοιπους δεν είχε γίνει επίδοση. Η υπόθεση ορίστηκε στις 11.2.16 για παραπομπή, ημερομηνία κατά την οποία παραπέμφθηκε μόνο ο Κατηγορούμενος 3 ενώ για τους υπόλοιπους η υπόθεση αναστάληκε. Η υπόθεση ορίστηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 24.2.16, πλην όμως ο Κατηγορούμενος 3 δεν εμφανίστηκε και έτσι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Στις 7.4.16 η υπόθεση αναστάληκε λόγω μη εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης. Τον Σεπτέμβριο του 2016 εντοπίστηκε ο Κατηγορούμενος 3 από την Αστυνομία, ο οποίος κλήθηκε και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για σκοπούς παραπομπής στις 20.9.16 στα πλαίσια της παρούσας. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2, στις 11.2.16 είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του και στη συνέχεια εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Συνελήφθη στην Ελλάδα στις 9.7.16 δυνάμει του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και μεταφέρθηκε στη Δημοκρατία στις 3.8.
- Την ίδια μέρα ο Κατηγορούμενος 2 συνελήφθη και κατόπιν επίστησης απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, η συνήγορος του Κατηγορουμένου 2 έδωσε ιδιαίτερη σημασία στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και στις προσωπικές του περιστάσεις. Τόνισε πως ο Κατηγορούμενος 2 πάσχει από τη νόσο Hodgkin για την οποία υποβάλλεται σε θεραπείες και πως προέβη στην αξιόποινη ενέργεια του για να λάβει χρήματα για τις θεραπείες του. Επισήμανε ότι η μικρή ποσότητα που ανευρέθηκε στην κατοχή του ήταν αποκλειστικά για δική του χρήση και απαρίθμησε τους ελαφρυντικούς παράγοντες που κατά την εισήγηση της θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Στα πλαίσια της δικής της αγόρευσης η συνήγορος του Κατηγορουμένου 3 τόνισε την άμεση παραδοχή και πλήρη συνεργασία του με την αστυνομία, δίδοντας βαρύτητα στο γεγονός πως η μαρτυρία του είναι η μοναδική που αποκαλύπτει όλους τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση. Η συνήγορος δήλωσε επίσης την πρόθεση του Κατηγορουμένου 3 να δώσει μαρτυρία παρά τον φόβο του τόσο για τον ίδιο όσο και για τα μέλη της οικογένειας του. Περαιτέρω η συνήγορος επισήμανε πως ο ρόλος του Κατηγορουμένου 3 ήταν μόνο του μεταφορέα έναντι του ποσού των €150 και απέδωσε τη διάπραξη των αδικημάτων στο χαμηλό μορφωτικό επίπεδο του πελάτη της και στα διάφορα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν ναρκωτικά είναι δεδομένη και αυτή αντικατοπτρίζεται στις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Ειδικότερα για το αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια προβλέπεται ως μέγιστη ποινή η φυλάκιση δια βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο, ενώ για το αδίκημα της απλής κατοχής τους προβλέπεται ως μέγιστη ποινή φυλάκιση 8 ετών ή χρηματική ποινή ή και οι δύο. Όσον αφορά τη συνωμοσία, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 7 έτη. Είναι καλώς γνωστή η αρχή ότι το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής. Η διασπορά των ναρκωτικών αναμφίβολα ενέχει πολύ σοβαρές μέχρι και καταστροφικές συνέπειες στο κοινωνικό σύνολο, και κυρίως σε νεαρά πρόσωπα, με αντάλλαγμα το οικονομικό όφελος για τους εμπλεκόμενους στη διάδοση τους. Δυστυχώς η εισαγωγή και εμπορία ναρκωτικών αποτελεί πλέον ένα συνεχές αυξανόμενο φαινόμενο και αυτό διαπιστώνεται και μέσα από τον μεγάλο αριθμό τέτοιων υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον μας. Γι΄ αυτό καθίσταται επιβεβλημένη η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από τη μάστιγα και εξάπλωση των ναρκωτικών μέσω της επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Ο ρόλος των Δικαστηρίων στην καταπολέμηση και πάταξη αυτής της σύγχρονης μάστιγας καθίσταται ουσιαστικός, ενώ οι προσωπικές περιστάσεις του παραβάτη αποκτούν περιορισμένη βαρύτητα. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, το οποίο υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ανδρονίκου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 404: «Τα Δικαστήρια της Κύπρου όπως και σχεδόν κάθε πολιτισμένης χώρας, επιβάλλουν ποινές προορισμένες να αποθαρρύνουν την εισαγωγή, κατοχή και διάθεση ναρκωτικών. Τα ναρκωτικά πλήττουν και συχνά ανεπανόρθωτα είναι μάλιστα που πλήττουν την υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου. Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται και από το ύψος τους, αποτελεί το κύριο γνώρισμά τους. Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων σε αυτού του είδους των υποθέσεων λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη. Και η εξατομίκευση έχει τη θέση της. Αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας. Βλ. Παυλίδης κ.ά. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220.» Οι ίδιες παρατηρήσεις επαναλήφθηκαν και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αριστείδου v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 32. Όπως επισημάνθηκε στις υποθέσεις Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 437 και Γενικός Εισαγγελέας v. Sak
(2005)2 Α.Α.Δ. 377, το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών καθώς επίσης και ο σκοπός για τον οποίο αυτά κατέχονται, συγκαταλέγονται ανάμεσα στους παράγοντες οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν στον καθορισμό της ποινής. Κυρίαρχο στοιχείο στην υπό κρίση περίπτωση αποτελεί βεβαίως η σημαντική ποσότητα των ναρκωτικών η οποία ανέρχεται στα 12,944 κιλά κάνναβης. Μια ανασκόπηση της πλούσιας δυστυχώς νομολογίας για τέτοιας φύσης αδικήματα καταδεικνύει ότι στις περιπτώσεις όπου η ποσότητα της κάνναβης κυμαίνεται γύρω στα 10 κιλά και κατέχεται για προμήθεια, οι ποινές κυμαίνονται μεταξύ 10-12 ετών. Ειδικότερα, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 ετών για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 9.647,4 κιλών φυτικής κάνναβης σε οργανωτή επιχείρησης εισαγωγής των ναρκωτικών στην Κύπρο. Στην Τουμάζου v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 63 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 10 ετών για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 8.957,7 κιλών φυτικής κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Αντίστοιχη ποινή επικυρώθηκε στην Αριστείδου v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 32, για εισαγωγή, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 14.985,80 κιλών φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη όπου ο εφεσείων διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο. Στη Χρυσάνθου v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 221 ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος για εισαγωγή, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 11.538,61 κιλών ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Ήταν 22 ετών και εισήγαγε τα ναρκωτικά βάσει οργανωμένου σχεδίου χρησιμοποιώντας προς τούτο άλλο άτομο το οποίο είχε στην κατοχή του την αποσκευή με τα ναρκωτικά. Οι συντρέχουσες ποινές των 10 ετών επικυρώθηκαν κατ΄ έφεση. Τέλος, στη Βασιλείου v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 254 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης12 ετών για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 11.501,17 κιλών ρητίνης κάνναβης. Σημειώνεται πως σε όλες τις προαναφερόμενες υποθέσεις οι εφεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν ακρόασης. Όσον αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας χρήσιμη αναφορά γίνεται στις υποθέσεις Jovanovic v. Ασυνομίας
(2005)2 .Α.Α.Δ. 635, στην οποία επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4,5 ετών σε δύο κατηγορίες για συνωμοσία προς εισαγωγή κάνναβης, κοκαΐνης, ηρωίνης και χαπιών ecstasy, και σε δύο κατηγορίες για κατοχή των ίδιων ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια. Στη Λαζάρου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633 επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 5 ετών για συνωμοσία και 13 ετών για εισαγωγή, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 9.803,9 γρ. φυτικής κάνναβης. Στη Σιβιτανίδης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166, επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 4, 5 και 9 ετών για συνωμοσία, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια, αντίστοιχα 15 φυτών κάνναβης οι οποίες επικυρώθηκαν κατ΄ έφεση. Οι πιο πάνω υποθέσεις αφορούσαν τη διάπραξη τόσο του αδικήματος της συνωμοσίας όσο και του ουσιαστικού αδικήματος. Η μόνη υπόθεση η οποία αφορά μόνο το αδίκημα της συνωμοσίας είναι η Gani κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 242. Σε εκείνη την υπόθεση, κατόπιν ακρόασης ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος μόνο για συνωμοσία για κατοχή και εμπορία 500 γρ. ηρωίνης. Τόσο η εφεσείουσα όσο και ο Akoyry είχαν παραδεχθεί ενοχή για συνωμοσία, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια. Στην εφεσείουσα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών για τη συνωμοσία και 4 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια. Στον Akoyry επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών για συνωμοσία και 5,5 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια, ενώ στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 5 ετών για τη συνωμοσία. Η έφεση τελικώς περιορίστηκε αναφορικά με την ποινή φυλάκισης των 4 ετών στην εφεσείουσα. Το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψιν τον ρόλο της ως απλού μεταφορέα και την «ασυνήθιστα ολοκληρωμένη συνεργασία της με την αστυνομία» η οποία οδήγησε στη σύλληψη όλων των εμπλεκομένων, μείωσε την ποινή σε 3 έτη. Επιπρόσθετα το Εφετείο παρέθεσε τις ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης του αδικήματος της συνωμοσίας: «Για το αδίκημα της συνωμοσίας το άρθρο 371 του Ποινικού Κωδικα Κεφ. 154 προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι εφτά χρόνια. Για το αδίκημα της κατοχής ηρωΐνης με σκοπό την προμήθεια της σε τρίτο, ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977 (Νόμος 29/77) όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια. Η διαφορά στις προβλεπόμενες ποινές είναι βέβαια από μόνη της προσδιοριστική της κατάταξης τους από το νομοθέτη από την άποψη της σοβαρότητας τους. Από την άλλη όμως, είναι αυτονόητο πως τα Δικαστήρια μπορούν να επιβάλουν οποιαδήποτε ποινή μέσα στα πλαίσια που ορίζει ο νόμος. Έτσι, δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως αρχή πως γενικά θα πρέπει ν' αναμένεται πως η ποινή για τη συνωμοσία θα είναι μικρότερη από την ποινή για το τελειωμένο αδίκημα, πολύ λιγότερο όταν μιλούμε για διαφορετικούς κατηγορούμενους και για περιπτώσεις αναφορικά με τις οποίες υπάρχουν παράγοντες σχετικοί με την επιμέτρηση της ποινής, διαφορετικοί. Ο εφεσείων στην παρούσα περίπτωση δεν ήταν απλώς μεταφορέας. Συνωμότησε με τον Akoury και ετοίμασε σχέδιο για εμπορία ηρωΐνης. Ταξίδευσε ειδικά για τον σκοπό αυτό στην Κύπρο όπου θα αγόραζε ο ίδιος την ηρωΐνη για να τη μεταφέρει στην Ισπανία για τα περαιτέρω. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως τη μεταφορά δεν θα την έκαμνε ο ίδιος ο εφεσείων. Θα χρησιμοποιούσε για το σκοπό αυτό άλλο πρόσωπο. Το έχουμε πως ο εφεσείων συνοδευόταν από ανύποπτο, όπως εμφανίστηκε, τρίτο στις αποσκευές του οποίου θα ετοποθετείτο η ηρωΐνη.» Βεβαίως είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή πως οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής καθότι η ποινή σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της και του παραβάτη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ.
- Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, λαμβάνουμε υπόψιν πως αυτός ήταν μέρος της συνωμοσίας τόσο για την εισαγωγή όσο και για την κατοχή της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Προς εφαρμογή της συμφωνίας αυτός αφίχθη στην Κύπρο με τρίτο πρόσωπο (τον Ευάγγελο Μαυράκη) με σκοπό να παραλάβει τα ναρκωτικά και να τα παραδώσει στον ιθύνοντα νου της όλης επιχείρησης. Είναι σημαντικό να λεχθεί πως ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήταν ο οργανωτής της όλης επιχείρησης και εκτελούσε οδηγίες άλλων προσώπων και το αντάλλαγμα για τη δική του συμμετοχή στη μεταφορά των ναρκωτικών θα ήταν το χρηματικό ποσό των €
- Σε αυτό το πλαίσιο γνώρισε τον Κατηγορούμενο 3 στην Κύπρο ο οποίος πράγματι την επίδικη μέρα τον μετέφερε σε σημείο στην περιοχή Παλλουριώτισσας προς τον σκοπό αυτό. Όμως, σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη θέση της συνηγόρου του, στο σημείο εκείνο τελικώς δεν υπήρχαν ναρκωτικά και έτσι δεν υλοποιήθηκε το σχέδιο από μέρους του, δηλαδή δεν απέκτησε και ούτε στη συνέχεια ενεπλάκη στα ουσιαστικά αδικήματα της κατοχής. Εξ ου και η δική του συμμετοχή περιορίζεται στα αδικήματα των συνωμοσιών. Είναι γεγονός πως μέρος της συμφωνίας για την κατοχή των ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια ήταν και ο Κατηγορούμενος 3 ο οποίος στη συνέχεια εκτέλεσε τα συμφωνηθέντα. Ειδικότερα, ήταν αυτός που το πρωί της επίδικης μέρας μετέφερε τον Κατηγορούμενο 2 στην περιοχή και λίγο αργότερα μετέφερε στην οδό Ολύμπου τον παραλήπτη των ναρκωτικών (υποτιθέμενο Παπαδόπουλο). Μετά που ο τελευταίος παρέλαβε τα ναρκωτικά και όταν πλέον απομακρύνθηκε ο υπάλληλος της DHL από το μέρος, ο Κατηγορούμενος 3 επέστρεψε στο μέρος και παρέλαβε τα ναρκωτικά από το εν λόγω πρόσωπο. Συγκεκριμένα, αυτό (το πρόσωπο) τα τοποθέτησε εντός του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου 3, όπως περιγράφεται ανωτέρω. Ο Κατηγορούμενος 3 συνέχισε την πορεία του μέχρι που ανακόπηκε από την Αστυνομία. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, διαφαίνεται πως ο Κατηγορούμενος 3 είχε ενεργό συμμετοχή σε ένα καλά οργανωμένο και συντονισμένο σχέδιο δράσης στην επίδικη επιχείρηση εμπορίας ναρκωτικών, το οποίο προφανώς περιλάμβανε τη διακίνηση και μεταφορά ατόμων και συνάμα την παραλαβή, διακίνηση και παράδοση των ναρκωτικών από αυτόν. Είναι θέμα κοινής λογικής πως ο Κατηγορούμενος 3 ήταν το πρόσωπο που γνώριζε όχι μόνο για τον σκοπό και τις λεπτομέρειες διακίνησης του Κατηγορουμένου 2 στην οποία συνέδραμε με σκοπό την (αποτυχημένη) προσπάθεια παραλαβής των ναρκωτικών, αλλά και τις λεπτομέρειες άφιξης των ναρκωτικών, καθώς επίσης και το πρόσωπο και το σημείο από το οποίο κατέστη δυνατή η παραλαβή των ναρκωτικών από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο
- Δεν διαφεύγει την προσοχή μας η θέση της συνηγόρου του Κατηγορουμένου 3 πως αυτός εκτελούσε τις οδηγίες άλλου προσώπου και πως ο ρόλος του ήταν του απλού μεταφορέα. Πράγματι, υπό τις πιο πάνω περιγραφόμενες συνθήκες ο Κατηγορούμενος 3 δεν δύναται να θεωρηθεί ως ο ιθύνων νους της συγκεκριμένης διακίνησης ναρκωτικών, πλην όμως ο ρόλος του, αν και περιορισμένος, τον καθιστά αναπόσπαστο και αναγκαίο μέρος μιας οργανωμένης τέτοιας διακίνησης και είχε τη σημασία του για την επιτυχή εκτέλεση της όλης επιχείρησης. Ακόμη και το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος 3 δέχθηκε να συμμετάσχει σε αυτή την παράνομη δραστηριότητα έναντι της είσπραξης του μηδαμινού για τέτοιας επικινδυνότητας παράνομη δραστηριότητα ποσού των €150 δείχνει ακριβώς την ευκολία και προθυμία ατόμων, όπως ο Κατηγορούμενος 3, που δέχονται να συμμετέχουν σε τέτοιες δραστηριότητες με μοναδικό στόχο την αποκόμιση οποιουδήποτε οικονομικού οφέλους, ακόμα και ευτελών ποσών, αψηφώντας πλήρως τις συνέπειες των πράξεων τους στα άτομα προς τα οποία προορίζοντο και θα κατέληγαν τα επίδικα ναρκωτικά. Εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος τη χρησιμότητα τέτοιων ατόμων στους ιθύνοντες τέτοιων παράνομων δραστηριοτήτων από τις οποίες οι τελευταίοι αποκομίζουν προφανώς πολύ μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη, χωρίς από την άλλη να διακινδυνεύουν να εμφανιστούν στο προσκήνιο αφού άλλοι παρέχουν αυτές τις υπηρεσίες. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Salaryand v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 541 «Κατ΄ ουσίαν, η εγκληματικότητα του προμηθευτή ναρκωτικών και του διαμεσολαβητή για τη διάθεση τους δε διαφέρει. Κοινός είναι ο σκοπός και κοινό το αντικείμενο. Σκοπός είναι η μόλυνση της κοινωνίας και αντικείμενο το κέρδος». Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Είτε τα ναρκωτικά προωθούνται με σκοπό το άμεσο χρηματικό κέρδος, είτε για οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια. Η διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Αυτό, βέβαια, δεν πρέπει να ερμηνευτεί ότι σε οργανωμένους εμπόρους ναρκωτικών δεν πρέπει να επιβάλλεται αυστηρότερη ποινή από ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές, παρ' όλον ότι η διαφορά δεν είναι πάντοτε και ευδιάκριτη.» Είναι βεβαίως αντιληπτό πως αν η Αστυνομία δεν κατάφερνε έγκαιρα να διακόψει αυτή την παράνομη δραστηριότητα θα ακολουθούσε η διοχέτευση αυτής της τόσο μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών στην αγορά. Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245 και Gholi v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 30, παρά τη διαπιστωθείσα ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, εντούτοις το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση δεν ατονεί, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Στα πλαίσια του καθήκοντος μας αυτού αρχικά λαμβάνουμε υπόψιν πως και οι δύο Κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Αυτό το στοιχείο καταδεικνύει τη μέχρι σήμερα συμμόρφωση τους με τον Νόμο και τους δίδει το δικαίωμα να αναμένουν την επιείκεια του Δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες λαμβάνουμε επίσης υπόψιν την άμεση παραδοχή και συνεργασία τους με την Αστυνομία. Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος 2 μετέβη στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. όταν κλήθηκε να το πράξει, αποκάλυψε πως γνώριζε μόνο τον Κατηγορούμενο 3, ενώ αργότερα την ίδια μέρα έδωσε ανακριτική κατάθεση στην οποία ομολόγησε ενοχή και περιέγραψε τα γεγονότα αναφερόμενος και σε τρίτο εμπλεκόμενο πρόσωπο στην υπόθεση. Δεχόμαστε τη θέση της συνηγόρου του πως η απάντηση που έδωσε στην Αστυνομία μετά τη σύλληψη του στις 3.8.16, ήτοι ότι δεν παραδέχεται, οφείλεται στη συμπερίληψη και αδικημάτων για τα οποία τελικώς οι αντίστοιχες κατηγορίες διακόπηκαν και δεν προωθήθηκαν εναντίον του. Ως εκ τούτου η απάντηση του κρίνεται δικαιολογημένη και δεν θεωρείται πως αναιρεί την άμεση προγενέστερη παραδοχή του. Ακόμα λαμβάνουμε υπόψιν το ενδεχόμενο κατάθεσης του ως μάρτυρας κατηγορίας, πράγμα που εντάσσεται στη συνεργασία και βοήθεια του προς τις Αρχές και επιμαρτυρεί τη μεταμέλεια του. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 3, σημειώνουμε ότι στην ανακριτική του κατάθεση της ίδιας μέρας παραδέχθηκε την εμπλοκή του στην υπόθεση προσδιορίζοντας τον δικό του ρόλο. Είναι γεγονός πως η όλη δράση του Κατηγορουμένου 3 κατά την επίδικη μέρα και η ανεύρεση των ναρκωτικών εντός του οχήματος του, κυρίως η συσκευασία στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, δεν άφηνε πολλά περιθώρια άλλων επιλογών, ανεξαρτήτως της έλλειψης οποιασδήποτε επιστημονικής μαρτυρίας που να τον συνδέει με αυτά λόγω του ότι δεν είχε επαφή μαζί τους. Ταυτόχρονα όμως δεχόμαστε τη θέση της συνηγόρου του πως αυτός φάνηκε εξαρχής συνεργάσιμος και πρόθυμος να πει την αλήθεια και λίγες μόνο μέρες αργότερα έδωσε και άλλες καταθέσεις στις οποίες κατονόμασε άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα, πράγμα που επιβεβαιώνει και γι΄ αυτόν τη μεταμέλεια του. Η άμεση παραδοχή και των δύο ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελεί επίσης μετριαστικό παράγοντα. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης.» Η άμεση παραδοχή πάντοτε αποτελεί ένδειξη της έμπρακτης μεταμέλειας. Η μεταμέλεια του Κατηγορουμένου 3 αποδεικνύεται τόσο από την ετοιμότητα του να δεχθεί την τιμωρία του για την αξιόποινη συμπεριφορά του όσο και από την σαφή πρόθεση του να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας, αψηφώντας τους φόβους του για τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειας του. Με βάση το ιστορικό μέχρι και την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, είναι γεγονός πως μετά την απόρριψη του αιτήματος για ανανέωση του διατάγματος προσωποκράτησης ο Κατηγορούμενος 2 αφέθη ελεύθερος. Έτσι αυτός είχε πλέον τη δυνατότητα να διακινηθεί όπου επιθυμούσε χωρίς να ήταν υποχρεωμένος ούτε και με οποιονδήποτε τρόπο δεσμευμένος να παραμείνει στην Κύπρο. Ο ίδιος έφυγε για την Ελλάδα για λόγους υγείας οι οποίοι θα εξηγηθούν κατωτέρω. Ως εκ τούτου η αδυναμία επίδοσης σε αυτόν του πρώτου κατηγορητηρίου και η μετέπειτα καθυστέρηση στον εντοπισμό και στη σύλληψη του στα πλαίσια εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν είναι ικανά αφ΄ εαυτών να του αποδώσουν οποιαδήποτε πρόθεση αποφυγής των ευθυνών του. Αντιθέτως, με βάση την αδιαμφισβήτητη θέση της συνηγόρου υπεράσπισης, μόλις ο Κατηγορούμενος 2 πληροφορήθηκε για την ύπαρξη του εντάλματος σύλληψης παραδόθηκε οικειοθελώς στις αστυνομικές αρχές της Ελλάδος, και ενώ αρχικά έφερε ένσταση στην έκδοση του τελικώς συγκατατέθηκε σε αυτή. Η παράλειψη του Κατηγορουμένου 3 να παρουσιαστεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου κατά την παραπομπή της πρώτης υπόθεσης αποδόθηκε από τη συνήγορο του σε μια απερίσκεπτη ενέργεια. Παρόλο που αυτή ουδόλως είναι ικανή και πειστική δικαιολογία, εντούτοις προκύπτει πως μεταγενέστερα ο Κατηγορούμενος 3 οικειοθελώς παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο όταν εντοπίστηκε και κλήθηκε να το πράξει. Τέλος, λαμβάνουμε υπόψιν τις προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων, όπως αυτές περιγράφονται στις αντίστοιχες Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα, λαμβάνουμε υπόψιν πως ο Κατηγορούμενος 2 γεννήθηκε στη Γεωργία, είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδας και ηλικίας 27 ετών. Είναι ο μικρότερος από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας. Ο τρίτος αδελφός του παρουσιάζει αναπηρία μετά από ατύχημα, δεν μπορεί να εργαστεί και διαμένει με τους γονείς του. Ο Κατηγορούμενος 2 μετέβη στον Πειραιά μαζί με την οικογένεια του όταν ήταν 3 ετών για σκοπούς βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης τους. Φοίτησε μέχρι την Α΄ Τάξη Γυμνασίου και διέκοψε λόγω χαμηλής επίδοσης και έλλειψης ενδιαφέροντος. Υπηρέτησε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία και ακολούθως εργάστηκε ως μηχανικός μοτοσικλετών για κάλυψη των αναγκών του. Σχετική Βεβαίωση από τον εργοδότη του (Γρηγόριο Γιασσά) αναφέρει πως αυτός εργάζεται στην επιχείρηση του από τον Νοέμβριο του 2009 και πως «είναι απόλυτα συνεπής στις υποχρεώσεις του, εργατικός, με ήθος, τίμιος, και γενικά άψογη επαγγελματική συμπεριφορά». Έφθασε στην Κύπρο για τη διάπραξη των υπό αναφορά αδικημάτων και διέμενε σε ξενοδοχείο. Ο ίδιος απέδωσε τη διάπραξη των αδικημάτων στις αυξημένες οικονομικές δυσκολίες του λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Συγκεκριμένα τον Νοέμβριο του 2015 ο Κατηγορούμενος 2 διαγνώστηκε με τη νόσο Hodgkin και έκτοτε υποβάλλεται σε χημειοθεραπείες κάθε 15 μέρες. Σχετικές είναι Ιστολογική Εξέταση του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου «Αττικόν» ημ. 26.11.15 και δύο Ιατρικές Βεβαιώσεις του ιδίου Νοσοκομείου ημ. 5.1.16 και 8.7.16. Σε πιο πρόσφατο Ιατρικό Σημείωμα ημ. 9.8.16 αναφέρεται πως ο ασθενής είχε ολοκληρώσει 15 χημειοθεραπείες και μετά από ακόμα μία θα γινόταν επανεκτίμηση της κατάστασης του μέσω εξετάσεων. Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή πως τα προβλήματα υγείας αποτελούν μετριαστικό παράγοντα και δυνατό να επηρεάσουν το μέγεθος της ποινής. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις υποθέσεις Aoun v. Republic
(1987)2 C.L.R. 208, Γεωργίου άλλως «Κακής» v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 162, Chokami v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 189, Hadavand v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 359, Σοφοκλέους v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 144 και El Kara v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 239. Σημειώνεται πως όλες οι προαναφερόμενες υποθέσεις αφορούσαν ναρκωτικά. Όπως ανέφερε η συνήγορος του, κατά τη διάρκεια της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές παρέχεται στον Κατηγορούμενο 2 κάθε δυνατή βοήθεια, στήριξη και περίθαλψη ούτως ώστε να συνεχίζεται απρόσκοπτα η θεραπεία του, και στο παρόν στάδιο εκκρεμεί η εξέταση μυελού των οστών για αξιολόγηση της κατάστασης του. Έτσι λαμβάνουμε υπόψιν το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος 2 λαμβάνει απρόσκοπτα τη δέουσα θεραπεία ως εάν να ήταν ελεύθερος. Η συνήγορος του ταυτόχρονα επισήμανε πως ο Κατηγορούμενος 2 περνά αυτή τη δοκιμασία του μόνος εφόσον υπόκειται στις θεραπείες χωρίς τη συμπαράσταση και παρουσία της οικογένειας του η οποία λόγω οικονομικών δυσκολιών αδυνατεί να μεταβεί στην Κύπρο, γεγονός το οποίο συνεκτιμούμε. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας του Κατηγορουμένου 2 και τη δοκιμασία που περνά με τις θεραπείες, εντούτοις τονίζουμε πως ακόμα και οι λόγοι υγείας δεν είναι ικανοί να δικαιολογήσουν την καταφυγή στο έγκλημα. Δεν μας διαφεύγει ακόμα πως στην Κύπρο ο Κατηγορούμενος 2 κατείχε και τη μικρή ποσότητα των 0,3456 γρ. κάνναβης η οποία προορίζετο για δική του χρήση. Δεν έχει λεχθεί κατά πόσον ο Κατηγορούμενος ήταν περιστασιακός ή συχνός χρήστης ναρκωτικών, πλην όμως λαμβάνουμε υπόψιν πως όντως η νομολογία κάνει μια διάκριση ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης αδικημάτων εμπορίας ναρκωτικών, από τη μια, και κατοχής και χρήσης, από την άλλη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κυπριανίδη κ.ά ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246, Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240 και Afroughi v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 174. Το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Beyki v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 60 είναι διαφωτιστικό: «Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι' αυτό και οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιείκειας, το οποίον (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.» Στην προκειμένη περίπτωση, καθίσταται σαφές πως η εγκληματική δράση του Κατηγορουμένου 2 εστιάζεται στην ανάμειξη του στα αδικήματα της συνωμοσίας που αφορούν εισαγωγή και εμπορία η οποία και καθιστά την όλη αξιόποινη συμπεριφορά του ιδιαίτερα σοβαρή και επιβάλλει αυστηρή αντιμετώπιση, ούτως ώστε αυτός να μην μπορεί αλλά ούτε και να δικαιούται να τύχει μεταχείρισης ως απλός χρήστης. Με αυτά τα δεδομένα, το αδίκημα της απλής κατοχής για ιδίαν χρήση αποκτά πολύ μειωμένη σημασία. Στο σημείο αυτό παρατηρούμε πως η θέση της συνηγόρου ότι κατά τον χρόνο διάπραξης του εν λόγω αδικήματος ο Κατηγορούμενος 2 ήταν 25 ετών και έτσι δικαιούται τη μειωμένη προβλεπόμενη ποινή δεν ευσταθεί. Ο Κατηγορούμενος γεννήθηκε στις 19.10.1989 ενώ το αδίκημα διαπράχθηκε στις 16.12.15, όταν ήταν 26 ετών. Εν πάση περιπτώσει σημειώνεται πως το ευεργέτημα του άρθρου 30
(2)του Ν.29/77 παρέχεται σε κατηγορούμενο που κρίθηκε ένοχος για αδίκημα που αφορά κατοχή για προσωπική χρήση πράγμα που δεν ισχύει για τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίο ενεπλάκη σε αδίκημα συνωμοσίας σχετιζόμενο με προμήθεια σε άλλους. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 3, αυτός είναι 40 ετών, άγαμος, έχει μητέρα και δύο αδέλφια. Μεγάλωσε στην Ευρύχου όπου φοίτησε σε Δημοτικό και Γυμνάσιο. Φοίτησε στην Τεχνική Σχολή Λευκωσίας στον κλάδο ηλεκτρικών οικιακών συσκευών. Ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία και εργάστηκε για αρκετά χρόνια ως οικοδόμος και σιδεράς. Υποβλήθηκε σε σπονδυλόδεση και έκτοτε είναι ανίκανος για εργασία. Τα τελευταία οκτώ χρόνια είναι άνεργος. Συντηρείται από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα και οικονομική βοήθεια που λαμβάνει από τη μητέρα και την αδελφή του. Οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας περιγράφονται ως διαταραγμένες. Έχει τσακωθεί επανειλημμένα με τον αδελφό του. Πέραν του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου η συνήγορος του ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος 3 είναι ένα ανώριμο άτομο, με αφέλεια και ανωριμότητα, το οποίο έτυχε εκμετάλλευσης από τρίτους επιτήδειους στην παρότρυνση για συμμετοχή του στα αδικήματα. Λαμβάνουμε υπόψιν και συνεκτιμούμε αυτό το στοιχείο ως παράγοντα που διαδραμάτισε ρόλο στην απόφαση του Κατηγορουμένου 3 να ενεργήσει με επιπολαιότητα, αποδεχόμενος συμμετοχή του στα αδικήματα. Θεωρούμε ακόμα πως το ποσό των €150 αποκαλύπτει αφ΄ εαυτού τέτοια επιπολαιότητα και αφέλεια. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Gholi v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), «η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για τη μεταφορά των ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου». Όπως έχει ήδη λεχθεί, στις υποθέσεις ναρκωτικών όπου το στοιχείο της αποτροπής είναι ιδιαίτερα έντονο και επιτακτικό, οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου λαμβάνονται μεν υπόψιν στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής, πλην όμως αποκτούν περιορισμένη βαρύτητα - βλ. Beyki v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 60, Tomatari v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 169 και Παναγιώτου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 498. Η συνήγορος του Κατηγορουμένου 2 εισηγήθηκε πως ο πελάτης της θα πρέπει να τύχει επιεικέστερης μεταχείρισης από τον Κατηγορούμενο 3 λόγω της μικρότερης συμμετοχής του και της φύσης των αδικημάτων που διέπραξε. Παρότι θα μπορούσε να λεχθεί ότι με δεδομένο ότι ο Κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει αδικήματα τα οποία επιφέρουν πολύ βαρύτερες ποινές εν συγκρίσει με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 και άρα δεν τίθεται ζήτημα ισότητας, εντούτοις σε όποιο βαθμό η εισήγηση αφορά τα αδικήματα συνωμοσιών σημειώνουμε ότι έχουμε υπόψιν μας την αρχή της ίσης μεταχείρισης συγκατηγορουμένων, στα πλαίσια των όσων προνοεί και το άρθρο 28 του Συντάγματος. Σχετικά με το θέμα αυτό στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 67 υιοθετήθηκε το εξής απόσπασμα από την υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 251: «Η ισότητα ενώπιον της Δικαιοσύνης καθιερώνεται ως θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου από το άρθρο 28.1 του Συντάγματος. Ο πυρήνας του δικαιώματος για ίση μεταχείριση από το Δικαστήριο συνίσταται στην υποχρέωση των δικαστικών αρχών να μεταχειρίζονται με ομοιόμορφο τρόπο όλους που βρίσκονται στην ίδια ουσιαστικά θέση. Το δικαίωμα επεκτείνεται, όπως αντιλαμβανόμαστε, στην εφαρμογή των αρχών του άρθρου 28.1 του Συντάγματος, και στο συσχετισμό των διαφορών στην τιμωρία συγκατηγορουμένων με την ουσιαστική ανομοιογένεια στην εγκληματική τους ευθύνη για το αδίκημα και το ποινικό τους μητρώο.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν επίσης οι υποθέσεις Κάττου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, Κουφού ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 95 και Πίτσιλλος ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
- Όπως προκύπτει από τις εν λόγω υποθέσεις, διαφοροποίηση της ποινής μεταξύ συγκατηγορουμένων προσώπων επιτρέπεται αν τα περιστατικά της υπόθεσης και η εικόνα η οποία αναδύεται με βάση τα γεγονότα για την εγκληματική συμπεριφορά αλλά και οι προσωπικές τους περιστάσεις τη δικαιολογούν. Οι διαφορετικοί ρόλοι μεταξύ δραστών αποτελούν, μεταξύ άλλων, παράγοντες που νομιμοποιούν τη διαφορετική μεταχείριση. Σε αυτά τα πλαίσια εκτιμούμε πως συντρέχουν λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν όπως ο Κατηγορούμενος 2 τύχει πιο επιεικούς μεταχείρισης από τον Κατηγορούμενο
- Αυτοί συνίστανται στα ακόλουθα: α. Ο βαθμός συμμετοχής. Σαφώς ο Κατηγορούμενος 2 είχε πολύ πιο περιορισμένο ρόλο όσον αφορά την επίδικη ποσότητα καθότι η συμμετοχή του παρέμεινε μόνο στα πλαίσια συνομολόγησης συμφωνιών, ενώ ο Κατηγορούμενος 3 συμμετείχε μεν μόνο στη συμφωνία για κατοχή με σκοπό την προμήθεια αλλά διέπραξε και τα ουσιαστικά αδικήματα, στοιχείο το οποίο σαφώς διαφοροποιεί την περίπτωση του. β. Οι προσωπικές συνθήκες. Τα προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 σαφώς καθιστούν την περίπτωση του πιο σοβαρή και θα πρέπει να δοθεί περισσότερη βαρύτητα σε αυτό το στοιχείο των προσωπικών του συνθηκών. Τέλος η συνήγορος του Κατηγορουμένου 2 κάλεσε το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει το γεγονός της μη δίωξης του τρίτου προσώπου (Μαυράκη). Είναι γεγονός πως δεν έχει γίνει οποιαδήποτε αναφορά όσον αφορά το συγκεκριμένο πρόσωπο, ήτοι κατά πόσο αυτό διώχθηκε ή αναζητήθηκε για σκοπούς ποινικής δίωξης. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας πως η ποινική υπόθεση αρ. 23751/15 καταχωρίστηκε εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 3 και άλλων προσώπων, όμως δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία αναφορικά με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους. Έτσι δεν προκύπτει πως αναφορικά με τον Μαυράκη ως εμπλεκόμενο πρόσωπο και του οποίου τις οδηγίες εκτελούσε ο Κατηγορούμενος 2, εκκρεμεί ποινική δίωξη ή γίνονται διαβήματα για να τεθεί ενώπιον της δικαιοσύνης για τη δική του συμμετοχή στην επίδικη δραστηριότητα. Αυτό το στοιχείο προσμετρά υπέρ και των δύο Κατηγορουμένων. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κάττου κ.ά. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω): «Η μη δίωξη ή αναστολή της δίωξης ενός των συνεργών δεν αναιρεί το έγκλημα ούτε απαλλάσσει το δικαστήριο από την υποχρέωση επιβολής της πρέπουσας ποινής στους συνεργούς που καταδικάζονται. Επενεργεί όμως (η μη δίωξη) ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής ώστε, με την απάμβλυνση της ανισοσκέλιας στη μεταχείριση των παραβατών, να μετριάζεται το αίσθημα αδικίας το οποίο αναπόφευκτα προκαλεί η άνιση μεταχείριση. Η ισότητα στη μεταχείριση έχει ως λόγο την προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης και την τιμωρία όλων που συνήργησαν στο έγκλημα. Εφόσον η δίωξη των παραβατών είναι εκτός του ελέγχου των δικαστικών αρχών, η παράλειψη δίωξης ενός από αυτούς λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής των υπολοίπων προς απάμβλυνση του αισθήματος αδικίας που δημιουργεί η άνιση μεταχείριση και προστασία του κοινού περί δικαίου αισθήματος.» Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v.Σενέκκη κ.ά.
(2012)2 Α.Α.Δ. 285 και Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ.
- Συνεκτιμώντας αφενός τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνάρτηση με τις προβλεπόμενες ποινές και αφετέρου όλες τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις των Κατηγορουμένων, σε συνδυασμό με όλους τους παράγοντες που έχουμε αναπτύξει πιο πάνω, μη παραγνωρίζοντας την ανάγκη για αποτροπή, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Ως εκ τούτου επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 2: Στην Κατηγορία 1 ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην Κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην Κατηγορία 6 ποινή φυλάκισης 15 ημερών. Στον Κατηγορούμενο 3: Στην Κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 3,5 ετών. Στην Κατηγορία 4 κρίνεται σκόπιμο όπως μην επιβληθεί ποινή δεδομένου ότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα της Κατηγορίας
- Στην Κατηγορία 5 ποινή φυλάκισης 8 ετών. Οι ποινές φυλάκισης για κάθε Κατηγορούμενο να συντρέχουν. Ενόψει του ύψους της ποινής που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2 χρήζει εξέτασης η εισήγηση της συνηγόρου του για ενδεχόμενη αναστολή έκτισης αυτής. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ΄ όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιτπώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186
(1)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327 και Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην υπόθεση Αργυρίδης κ.ά v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449 λέχθηκαν τα εξής: «Η καταλληλότητα της περίπτωσης εξετάζεται πρώτα βεβαίως σε συνάρτηση με το αν η ποινή εμπίπτει στα πλαίσια που ο Νόμος ορίζει, και σαφώς οι ποινές αυτές εμπίπτουν στα πλαίσια εκείνα ώστε να μπορούσε να είχε δοθεί η αναστολή αν ήταν πρέπουσα περίπτωση. . Όμως ο ίδιος ο Νόμος του 2003, τροποποιώντας τον παλαιό Νόμο, αλλά και επιφέροντας ουσιαστικά αλλαγή στην καθιερωθείσα νομολογία η οποία έχει βασιστεί στον παλαιότερο Νόμο, θέλησε να εκφράσει τη θέση του Νομοθέτη ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή.» Στην υπόθεση Κυπριανού v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 28/14, ημ. 24.2.14, γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930 και στο ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «Είναι γεγονός ότι οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, όπως εξετέθησαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου, είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης της ποινής. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν και οι πιο πρόσφατες υποθέσεις Γεωργίου κ.ά. v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 27, 30 και 31/16, ημ. 19.7.16 και Παπαπαντελή v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 11/16, ημ. 17.10.16. Έτσι στα πλαίσια αυτά, λαμβάνουμε υπόψιν τη φύση των αδικημάτων τα οποία διέπραξε, τους λόγους που τον ώθησαν να προβεί σε αυτά, την άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου 2, τη συνεργασία του με την Αστυνομία, το λευκό ποινικό μητρώο του, τη μετέπειτα συμπεριφορά του, το σχετικά νεαρό της ηλικίας του, την καλή του διαγωγή και τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, και ειδικότερα το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει. Όσον αφορά το πρόβλημα υγείας του, αυτό είναι μεν σοβαρό όμως επισημαίνουμε πως αντιμετωπίζεται με πλήρη επάρκεια κατά την παραμονή του στις Κεντρικές Φυλακές και δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα δυσμενούς επηρεασμού ή χειροτέρευσης της κατάστασης του με τη συνέχιση της παραμονής του εκεί. Θεωρούμε πως όλοι οι πιο πάνω παράγοντες δεν είναι τέτοιοι που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Σε αυτό το σημείο κρίνεται σκόπιμη η παραπομπή στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22, στην οποία επιβλήθηκε πρωτόδικα στην εφεσείουσα ποινή φυλάκισης 1,5 έτους για πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Το Εφετείο έλαβε υπόψιν το λευκό ποινικό μητρώο της, το γεγονός ότι ενήργησε απερίσκεπτα και κάτω από ψυχική και σωματική πίεση και κυρίως το βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό της λόγω του οποίου η περαιτέρω κράτηση της πιθανόν να απέβαινε επικίνδυνη για τη ζωή της. Έτσι η ποινή μειώθηκε στους 15 μήνες και η έκτιση της αναστάληκε για τρία έτη. Αυτή η υπόθεση σαφώς διαφοροποιείται από την παρούσα λόγω του σοβαρότερου προβλήματος υγείας και κυρίως του υπαρκτού εκεί ενδεχομένου επιδείνωσης της κατάστασης της εφεσείουσας με τον εγκλεισμό της στις φυλακές. Χρήσιμη αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Σωτηριάδου v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 356, με δισταγμό το Εφετείο ανέστειλε την ποινή φυλάκισης των 6 μηνών λόγω και ενεργοποίησης προγενέστερης ποινής φυλάκισης 4 ετών (για την οποία είχε εκτίσει το μεγαλύτερο μέρος και έλαβε προεδρική χάρη) ενόψει ακριβώς της έκτισης του μεγαλύτερου μέρους της ποινής και των σοβαρών προβλημάτων υγείας της, ήτοι είχε υποστεί χειρουργικές επεμβάσεις μαστού και αφαίρεσης κύστεων, έπασχε από ρευματοειδή αρθρίτιδα και ήταν μητέρα ενός ανήλικου παιδιού. Αντίθετα, στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 206, ο εφεσείων, 60 ετών, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Έπασχε από ψυχολογικά και άλλα προβλήματα υγείας, όπως σακχαρώδη διαβήτη και αρτηριακή πίεση. Κατ΄ έφεση έγινε εισήγηση πως η ποινή ήταν υπερβολική και πως εν πάση περιπτώσει έπρεπε να ανασταλεί. Το Εφετείο αρκέστηκε στη μείωση της ποινής σε 6 μήνες. Ως εκ τούτου δεν ικανοποιούμαστε πως οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και ή οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 2 δικαιολογούν την αναστολή της έκτισης της ποινής. Η έκτιση των ποινών για έκαστο των Κατηγορουμένων 2 και 3 να αρχίζει από τις 20.9.16 που τελούν υπό κράτηση. Τα Τεκμήρια να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας μέχρι την αποπεράτωση της διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο