Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Mufeed Abdo, Υποθ. αρ.: 23398/15, 21/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:30 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 23398/15 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v. Mufeed Abdo Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21 Νοεμβρίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Πασιαρδή με κα E. Παπαλοΐζου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Αργυρού Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και κατόπιν τροποποίησης του κατηγορητηρίου ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε τέσσερις κατηγορίες για τα ακόλουθα αδικήματα: (
- i)Ανθρωποκτονία (κατηγορία 10) (
- ii)Κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας «Β» χωρίς άδεια (κατηγορία 2) (iii) Κατοχή αεροβόλου όπλου διαμετρήματος 4,5 χλστ. (κατηγορίες 4 και 5). Σημειώνεται πως αρχικώς το κατηγορητήριο περιείχε κατηγορία για φόνο εκ προμελέτης (κατηγορία 1), καθώς επίσης και κατηγορίες για κατοχή και μεταφορά αντικειμένου το οποίο είναι κατασκευασμένο για εκτόξευση επιβλαβούς υγρού (κατηγορία 3), για κατοχή πυρομαχικών πυροβόλου όπλου χωρίς άδεια (κατηγορία 6), για κατοχή εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια (κατηγορία 7), για κατοχή χειροπέδων χωρίς άδεια (κατηγορία 8) και για κατοχή μη πυροβόλου όπλου χωρίς άδεια (κατηγορία 9). Αυτές οι κατηγορίες αναστάληκαν μετά το πέρας της προφορικής μαρτυρίας της πρώτης μάρτυρος για την Κατηγορούσα Αρχή και την προσθήκη της δέκατης κατηγορίας όταν και ο Κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή στις κατηγορίες 2, 4, 5 και 10. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, είναι τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος κατάγεται από την Παλαιστίνη και εγκαταστάθηκε στην Κύπρο μόνιμα με τους γονείς του το 1975. Θύμα είναι ο πατέρας του, Malath Abdo, ο οποίος ήρθε τότε στην Κύπρο ως διπλωματικός ακόλουθος της Παλαιστίνης στην Κύπρο. Το θύμα είχε αφυπηρετήσει από το αξίωμα του λόγω προβλημάτων υγείας το 2008. Στις 13.11.15 ο Κατηγορούμενος βρισκόταν μαζί με τη μητέρα του και το θύμα στην οικία τους στην οδό Νικοκλέους 3, Λευκωσία. Γύρω στις 13:00, ενώ η μητέρα του Κατηγορουμένου βρισκόταν στην κουζίνα της οικίας, είδε τον Κατηγορούμενο, χρησιμοποιώντας τα χέρια του, να κατευθύνεται προς το σαλόνι και να ψάχνει το θύμα στο σημείο όπου αυτό συνήθιζε να κάθεται. Ο Κατηγορούμενος κινείτο εντός της οικίας με κλειστά μάτια χρησιμοποιώντας τα χέρια του για να προσανατολίζεται κατόπιν διάγνωσης του με μυωπία 18 βαθμών σε κάθε μάτι κατά την τελευταία εξέταση του από οφθαλμίατρο το 2005. Αρνείτο να φορεί γυαλιά μυωπίας γιατί πίστευε πως με αυτόν τον τρόπο προστάτευε τα μάτια του. Όταν ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι το θύμα δεν βρισκόταν στο σαλόνι, προχώρησε στο υπνοδωμάτιο του θύματος. Ο Κατηγορούμενος το ρώτησε αν ήταν όλα καλά, το θύμα ρώτησε τον Κατηγορούμενο αν οι παντόφλες που του αγόρασαν ήταν εντάξει και ο Κατηγορούμενος απάντησε καταφατικά. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος πυροβόλησε το θύμα στο κεφάλι. Η μητέρα του Κατηγορουμένου άκουσε τον πυροβολισμό και έτρεξε στο δωμάτιο του θύματος, οπότε είδε τον Κατηγορούμενο να εξέρχεται αυτού κρατώντας ένα περίστροφο. Ο Κατηγορούμενος της είπε «I killed the devil, I am going to kill myself». Ακολούθως μπήκε στο δωμάτιο του και κλείδωσε την πόρτα. Τότε η μητέρα του μπήκε στο υπνοδωμάτιο και αντίκρυσε το θύμα ξαπλωμένο ανάσκελα στο κρεβάτι με τραύμα από πυροβολισμό στο μέτωπο. Άρχισε να φωνάζει πανικόβλητη και βγήκε στο μπαλκόνι καλώντας βοήθεια. Ο Sarwar Syed Shajib άκουσε τις φωνές της και έτρεξε προς το μέρος της. Η ίδια του ζήτησε να ανεβεί στην οικία για να τη βοηθήσει επειδή ο γιος της σκότωσε τον σύζυγο της. Όταν αυτός προσπάθησε να μπει στο σπίτι η μητέρα του Κατηγορουμένου του είπε «μην πας, θα σε σκοτώσει, έχει όπλο». Έτσι ο Shajib τη βοήθησε να κατέβει κάτω. Ο Αλέξης Μελισσάς είχε ακούσει επίσης τις φωνές της και έτρεξε προς βοήθεια. Κατόπιν παράκλησης του Shajib, αυτός κάλεσε την αστυνομία και ανέφερε το περιστατικό. Ταυτόχρονα ο Κατηγορούμενος κάλεσε ασθενοφόρο αναφέροντας το όνομα του και ότι είχε πυροβολήσει τον πατέρα του στο κεφάλι. Όταν έφθασε η αστυνομία στη σκηνή, ο Κατηγορούμενος τους ζήτησε να καλέσουν ασθενοφόρο. Του ζήτησαν να κατέβει από το μπαλκόνι, όπως και έπραξε. Είδαν πως στα χέρια του υπήρχε αίμα. Όταν ρωτήθηκε τι έγινε, αυτός απάντησε «εγώ τον σκότωσα με το πιστόλι». Κατόπιν επίστησης ρωτήθηκε πού βρισκόταν το πιστόλι και αυτός οδήγησε την αστυνομία στο υπνοδωμάτιο του όπου στο πρώτο συρτάρι μιας ξύλινης συρταριέρας τους υπέδειξε το περίστροφο μάρκας Smith & Wesson Special, χρώματος μαύρου, αμερικάνικης κατασκευής, με αρ. εγγραφής D682242, διαμετρήματος 38΄΄ special. Κατόπιν νέας επίστησης αυτός απάντησε «εγώ τον πυροβόλησα». Τους υπέδειξε το υπνοδωμάτιο με το θύμα επαναλαμβάνοντας ότι σκότωσε τον πατέρα του. Ρωτήθηκε και ανέφερε το όνομα του θύματος. Στη σκηνή κατέφθασε ασθενοφόρο και έγινε προσπάθεια ανάνηψης του θύματος με αρνητικό αποτέλεσμα. Κατόπιν νέας επίστησης ο Κατηγορούμενος απάντησε «εγώ σκότωσα τον πατέρα μου». Ο Ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους κλήθηκε στη σκηνή όπου και πιστοποίησε τον θάνατο του θύματος. Από τη νενομισμένη νεκροψία η οποία διενεργήθηκε στη σορό του θύματος διαπιστώθηκε ότι ο θάνατος οφείλετο σε σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση προκληθείσα από πυροβόλο όπλο. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας όπου συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «I don't know». Κατόπιν δικής του επιθυμίας κατέγραψε τη θεληματική του κατάθεση στην οποία ανέφερε «Today I picked up my father's gun from the top drawer of the cabinet and I shot my father on the head. There was a sound and screaming. He was very grey after I called 112 and CPR». Το περίστροφο το οποίο χρησιμοποιήθηκε από τον Κατηγορούμενο για τον πυροβολισμό είχε παραχωρηθεί στο θύμα από την Κυπριακή Αστυνομία με σχετική άδεια κατοχής λόγω της ιδιότητας του. Το 2008, ενώ το θύμα και η σύζυγος του βρίσκονταν στο εξωτερικό για χειρουργική επέμβαση του πρώτου, η σύζυγος έλαβε τηλεφώνημα από την Πρεσβεία της Παλαιστίνης ότι θα παραλάμβαναν το υπηρεσιακό όχημα του θύματος. Αυτή τους είπε να πάνε στην οικία και να πάρουν το κλειδί από τον Κατηγορούμενο ο οποίος ήταν ο μόνος εκεί. Με την επιστροφή του το θύμα υπεβλήθη σε περαιτέρω χειρουργικές επεμβάσεις ενώ υπέφερε από απώλεια μνήμης και όρασης. Περί τον Αύγουστο του 2015 το θύμα θυμήθηκε ότι ήταν κάτοχος περιστρόφου και το αναζήτησε. Η μητέρα του Κατηγορουμένου το αναζήτησε παντού εντός της οικίας εκτός από το υπνοδωμάτιο του γιου της (Κατηγορουμένου), στο οποίο αυτός δεν επέτρεπε την είσοδο σε κανένα, και εκτός από ένα ντουλάπι σε άλλο δωμάτιο της οικίας το οποίο αυτός (ο Κατηγορούμενος) χρησιμοποιούσε αποκλειστικά και διατηρούσε κλειδωμένο. Η ίδια είχε ρωτήσει για το περίστροφο τον Κατηγορούμενο ο οποίος της απάντησε πως δεν γνώριζε πού βρισκόταν αλλά πως ήταν πιθανό να βρισκόταν εντός του οχήματος της Πρεσβείας όταν το πήραν το 2008. Στην κατοχή του Κατηγορουμένου σε κλειδωμένο ερμάρι στο υπνοδωμάτιο του βρέθηκε ένα αεροβόλο όπλο μάρκας WEIHROUCH HW35, γερμανικής κατασκευής με αρ. 1090796, διαμετρήματος 4,5 χλστ. και στο προαναφερόμενο ντουλάπι ένα αεροβόλο περίστροφο μάρκας Daisy, αμερικάνικης κατασκευής με αρ. 8G04940 διαμετρήματος 4,5 χλστ. Κατά τη βαλλιστική εξέταση διαπιστώθηκε ότι όλα τα ανευρεθέντα όπλα βρίσκονταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Ο Κατηγορούμενος δεν είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης οποιουδήποτε όπλου ούτε και είχε ποτέ άδεια κατοχής οποιουδήποτε όπλου. Στις 17.11.15 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στην οποία αρνήθηκε να απαντήσει σε οποιαδήποτε από τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα, το 1997 ο Κατηγορούμενος είχε διαγνωστεί με σχιζοφρένεια στην Ιορδανία. Του είχε χορηγηθεί φαρμακευτική αγωγή την οποία έπρεπε να λαμβάνει εφ΄ όρου ζωής. Η μητέρα του έπαιρνε τα φάρμακα είτε από την Ιορδανία είτε από τα κατεχόμενα λόγω του ότι δεν μπορούσε να τα προμηθευτεί από φαρμακείο της Δημοκρατίας χωρίς συνταγή. Ο Κατηγορούμενος αρνείτο να εξεταστεί έκτοτε από γιατρό. Τους τελευταίους τρεις μήνες το θύμα και η σύζυγος του υπέθεσαν πως ο Κατηγορούμενος δεν λάμβανε την αγωγή του καθότι η συμπεριφορά του είχε αλλάξει. Αρνείτο να βγει από το δωμάτιο του, δεν ήθελε να πλυθεί και συχνά η μητέρα του τον άκουγε να γελά μόνο του δυνατά ή να κτυπά δυνατά τα χέρια του. Κατά την έρευνα της αστυνομίας στην οικία του Κατηγορουμένου, το δωμάτιο του ήταν βρώμικο, ακατάστατο, γεμάτο σκουπίδια, σάπια τρόφιμα και άχρηστα αντικείμενα τα οποία μάζευε. Στις 13.11.15 ο Κατηγορούμενος εξετάστηκε από τη Δρα Αγάθη Βαλανίδου, ψυχίατρο στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, η οποία διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος διατηρούσε παραληρητικού τύπου συμπτωματολογία, διωκτικού τύπου και δηλητηρίασης. Ήταν συνεργάσιμος με συγκροτημένη σκέψη και αντιλαμβάνετο πλήρως το αξιόποινο της πράξης του, ήτοι ότι πυροβόλησε τον πατέρα του. Κρίθηκε ικανός να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία. Ο Δρ Λάμπρος Σαμαρτζής, επίσης ψυχίατρος στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, εξέτασε τον Κατηγορούμενο λαμβάνοντας και το ιστορικό του για σκοπούς σύνταξης έκθεσης αναφορικά με την ψυχική και νοητική του κατάσταση κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τα συμπεράσματα του ήταν ότι ο Κατηγορούμενος πάσχει από χρόνια ψυχωσική διαταραχή, ήτοι σχιζοφρένεια, και ότι προέκυπτε αιτιολογική σχέση της νόσου με το έγκλημα που διέπραξε. Ήταν προσανατολισμένος σε χώρο, χρόνο και πρόσωπα. Δεν παρουσίαζε διαταραχές αντίληψης, δηλαδή παραισθήσεις ή ψευδαισθήσεις και δεν προέκυπτε από την εξέταση η ύπαρξη οργανωμένου παραληρήματος. Και οι δύο γιατροί έκριναν πως παρά την ασθένεια του ο Κατηγορούμενος είχε επίγνωση των πράξεων του και γνώριζε ότι όφειλε να απέχει από τη διενέργεια αυτών. Επίσης ο Κατηγορούμενος είχε την ικανότητα να γνωρίζει το καλό και το κακό, το σωστό και το λάθος, το νόμιμο και το παράνομο, το ηθικό και το ανήθικο. Γνώριζε ότι το να σκοτώσει τον πατέρα του ήταν νομικά και ηθικά λανθασμένο και ότι θα είχε συνέπειες. Η αδικαιολόγητη νοσηρή εχθρότητα που έτρεφε προς τον πατέρα του είχε κλιμακωθεί βαθμιαία τον τελευταίο καιρό. Ο Κατηγορούμενος είχε ακόμη την ικανότητα να γνωρίζει ότι μπορούσε να ζητήσει βοήθεια για τα όσα αισθανόταν για τον πατέρα του αλλά είχε την εντύπωση πως κανένας δεν θα τον πίστευε. Αναμφίβολα τα ψυχιατρικά του προβλήματα διαδραμάτισαν ρόλο στη διάπραξη του εγκλήματος. Τέλος η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος του Κατηγορουμένου έδωσε ιδιαίτερη σημασία στις προσωπικές του συνθήκες, και κυρίως στο ότι πάσχει από σχιζοφρένεια, αποδίδοντας σε αυτές τη διάπραξη του εγκλήματος εναντίον του πατέρα του. Ο συνήγορος αναφέρθηκε με επιμέλεια σε συγγράμματα για να καταδείξει πώς σε αυτά περιγράφεται παρόμοια νοητική και ψυχολογική κατάσταση ατόμου όπως του Κατηγορουμένου τη δεδομένη στιγμή. Αφού παρέπεμψε σε σχετική νομολογία όσον αφορά τις ποινές που επιβάλλονται για τέτοιας φύσης αδίκημα, ο συνήγορος κατέληξε θέτοντας τον προβληματισμό στο Δικαστήριο ως προς τον κατάλληλο τρόπο χειρισμού του Κατηγορουμένου. Ήταν η θέση του πως κύριο μέλημα θα πρέπει να είναι η διασφάλιση της χορήγησης φαρμακευτικής αγωγής στον Κατηγορούμενο και όχι απλώς ο εγκλεισμός, και μάλιστα πολυετής, του στις Φυλακές. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Μαυρολουκά v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/13, ημ. 5.2.15, το σοβαρό έγκλημα της ανθρωποκτονίας είναι αφ΄ εαυτού ένα από τα σοβαρότερα του Ποινικού Κώδικα εφόσον ως συνέπεια του εγκλήματος αφαιρείται το ύψιστο αγαθό, που είναι η ανθρώπινη ζωή. Η σοβαρότητα του φαίνεται και από την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή που είναι η δια βίου φυλάκιση. Στην υπόθεση Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556, ο έντιμος Δικαστής, όπως ήταν τότε, του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεση της μέγιστο έγκλημα. Η δέσμευση στην προστασία της ανθρώπινης ζωής επιβάλλει ανάλογο καθήκον για την περιφρούρηση της, γεγονός που αντανακλάται στην τιμωρία που επιβάλλεται για εγκληματικές πράξεις που επιφέρουν την απώλεια ανθρώπινης ζωής. Γι' αυτό το λόγο προσδίδεται αποτρεπτικός χαρακτήρας στην τιμωρία κάθε φονικής πράξης.» Όπως τονίστηκε στην εν λόγω υπόθεση η ανθρωποκτονία καλύπτει ευρύ φάσμα εγκληματικής συμπεριφοράς με ανάλογες διακυμάνσεις στην τιμωρία των δραστών. Εξ ου και ανασκόπηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας οι ποινές κυμαίνονται μεταξύ 5 και 25 ετών. Εκείνο το οποίο τελικώς καθορίζει την ποινή είναι τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όπου δε η αφαίρεση της ζωής είναι το αποτέλεσμα ηθελημένης πράξης δικαιολογείται ποινή πολυετούς φυλάκισης, ενώ στις περιπτώσεις ανθρωποκτονίας που βρίσκονται στο μεταίχμιο φόνου εκ προμελέτης, επιβάλλεται φυλάκιση 15 ή περισσότερων ετών . Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 352, Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 51, Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 231, Ηλιάδης ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 6, Τσιάκκας ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 349, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603, Lekishvilli άλλως Λάτο ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 351, Νικολάου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 482, Πάνοβιτς κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 310, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αυξεντίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 197, Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 692, Malik κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 36, Μωυσίδης ν. Δημοκρατίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 43, Παλάσκα ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 288, Selim v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 199, Πεπέκκος v. Δημοκατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 86, Λοΐζου v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 751, Ιωάννου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 140/14, ημ. 8.4.15 και Χατζηπαναγή v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 175/13, ημ. 18.2.16. Δυστυχώς η πλούσια νομολογία καταδεικνύει και τη συχνότητα διάπραξης τέτοιας φύσης αδικημάτων ούτως ώστε η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών να προβάλλει ως αυταπόδεικτη και επιβεβλημένη. Το αδίκημα της κατοχής πυροβόλου όπλου χωρίς άδεια είναι και πάλι ιδιαίτερα σοβαρό λόγω της φύσης του και αυτό αντανακλάται στην προβλεπόμενη ποινή της 15ετούς φυλάκισης ή χρηματικής ποινής ή και των δύο. Όσον αφορά το αδίκημα της κατοχής αεροβόλου όπλου προβλέπεται ποινή φυλάκισης 5 ετών ή χρηματική ποινή ή και οι δύο. Η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων και η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών έχει επανειλημμένα τονιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Νικολεττή v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 279 και Κίτα v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 433 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η διάπραξη των αδικημάτων που σχετίζονται με την κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων είναι από τα πιο σοβαρά της ποινικής μας νομοθεσίας και αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό τόσο από τις προβλεπόμενες ποινές όσο και από τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία ως εκ της φύσης τους εμπεριέχουν τον κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιότητας συνανθρώπων μας, της ζωής τους ή εκφοβισμού τους και ως εκ τούτου οι ποινές οι οποίες θα πρέπει να επιβάλλονται θα πρέπει να εμπεριέχουν τον αποτρεπτικό τους χαρακτήρα ενόψει των κινδύνων που ενέχει η παράνομη κατοχή και μεταφορά τους αλλά και τις δοκιμασίες στις οποίες έχει εκτεθεί η κυπριακή κοινωνία από την παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων.» Οι ίδιες διαπιστώσεις έγιναν και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Vero κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 168 και 169/13, ημ. 14.5.15. Η νομολογία δείχνει πως στις περιπτώσεις απλής κατοχής και μεταφοράς σε άτομα που παραδέχονται και έχουν λευκό ποινικό μητρώο, οι ποινές κυμαίνονται γύρω στα 4 έτη φυλάκισης. Σχετικά παραπέμπουμε στις υποθέσεις Khodr v. The Republic
(1988)2 C.L.R. 185, Νικολεττή ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Τίτος v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, Γ.Ε. ν. Chronyy
(2006)2 A.A.Δ. 117, και Κίτα ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Εξυπακούεται βεβαίως πως στις περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται από χρήση του πυροβόλου όπλου και αναλόγως των συνεπειών, η ποινή είναι αυστηρότερη. Σημειώνεται επίσης πως και το είδος του όπλου έχει τη σημασία του και πως γενικά επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές στις περιπτώσεις στρατιωτικών τυφεκίων, πιστολιών ή περιστρόφων (παρά για παράνομη κατοχή κυνηγετικών) - βλ. Προδρόμου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση περίπτωση ο Κατηγορούμενος κατείχε το περίστροφο το οποίο ανήκε στον πατέρα του (υπό την ιδιότητα του ως Διπλωματικού Ακόλουθου) εν αγνοία των γονέων του εφόσον τους είχε πει ψευδόμενος πως αυτό είχε επιστραφεί στην Πρεσβεία της Παλαιστίνης. Κατείχε επίσης ακόμα δύο αεροβόλα όπλα, χωρίς νόμιμη άδεια κατοχής αυτών. Μάλιστα φύλασσε όλα τα όπλα σε προσωπικό του και ελεγχόμενο από τον ίδιο χώρο εντός της οικίας όπου διέμενε με τους γονείς του, ήτοι στο υπνοδωμάτιο του και σε ένα ντουλάπι σε άλλο δωμάτιο, χωρίς προφανώς αυτοί να γνωρίζουν περί τούτου ή να έχουν πρόσβαση σε αυτά καθότι ο Κατηγορούμενος δεν τους επέτρεπε να εισέλθουν στο υπνοδωμάτιο του και διατηρούσε το ντουλάπι πάντα κλειδωμένο. Είναι σημαντικό να λεχθεί πως όλα τα όπλα ήταν σε καλή χρησιμοποιήσιμη κατάσταση, γεγονός που αφ΄ εαυτού καταδεικνύει πως εντός της οικίας και εν πλήρη αγνοία των γονέων του ο Κατηγορούμενος διατηρούσε αντικείμενα με υπαρκτό κίνδυνο μέσω της ενδεχόμενης χρήσης αυτών. Έτσι την επίδικη μέρα ο Κατηγορούμενος πήρε το περίστροφο και αναζήτησε τον πατέρα του πρώτα στο σαλόνι, όπου καθόταν συνήθως, και ακολούθως στο υπνοδωμάτιο του. Μετά από μια σύντομη στιχομυθία μεταξύ τους για ένα ασήμαντο ζήτημα ο Κατηγορούμενος τον πυροβόλησε προκαλώντας του θανάσιμο τραύμα. Δεν χωρεί αμφιβολία πως το θύμα ήταν εύκολος στόχος και δεν αποτελούσε οποιαδήποτε απειλή για τον Κατηγορούμενο, εφόσον ήταν άρρωστος και καθηλωμένος και ουσιαστικά παντελώς ακίνδυνος. Η πιο πάνω περιγραφόμενη σκηνή σαφώς αποκαλύπτει την τραγική εικόνα ενός γιου ο οποίος παίρνει το περίστροφο, αναζητεί τον άρρωστο και ανήμπορο πατέρα του εντός της οικίας και όταν τον βλέπει στο κρεβάτι τον πυροβολεί θανάσιμα. Αυτές οι συνθήκες διάπραξης του εγκλήματος δεν καταδεικνύουν πως η εγκληματική ενέργεια του Κατηγορουμένου ήταν μια στιγμιαία και αυθόρμητη αντίδραση του ούτε και αποκαλύπτουν την ύπαρξη πρόκλησης από πλευράς θύματος η οποία να προκάλεσε την έκρηξη του Κατηγορουμένου. Αντιθέτως αυτές παραπέμπουν σε μια ηθελημένη, και όχι ατυχή, ενέργεια πρόκλησης του θανάτου του θύματος, η οποία περιλαμβάνει τη λήψη του όπλου από τον χώρο φύλαξης του, τη μετά δυσκολίας λόγω μειωμένης όρασης βάδιση και προσέγγιση προς το θύμα και τέλος την ορθή στόχευση και πυροβολισμό στο μέτωπο του θύματος. Βεβαίως για την ολοκλήρωση της εικόνας θα πρέπει να σημειωθεί πως υπάρχει ένα βασικό ιδιάζον στοιχείο στην προκειμένη περίπτωση το οποίο αφορά τον ίδιο τον δράστη, ήτοι πως αυτός πάσχει από χρόνια σχιζοφρένεια. Είναι αναντίλεκτο πως ο Κατηγορούμενος, ηλικίας 40 ετών, είναι άτομο που πάσχει από σχιζοφρένεια ενώ συνάμα έχει πολύ μειωμένη όραση. Υπενθυμίζεται πως ο Δρ Σαμαρτζής διέγνωσε τον Κατηγορούμενο με χρόνια ψυχωσική διαταραχή, ήτοι σχιζοφρένεια, η οποία επιστημονικά συσχετίζεται αιτιολογικά με το έγκλημα. Παρόλο που ο Δρ Σαμαρτζής δεν διαπίστωσε την ύπαρξη οργανωμένου παραληρήματος, εντούτοις η Δρ Βαλανίδου, η οποία τον εξέτασε κατά την ημέρα του εγκλήματος, διαπίστωσε πως αυτός διατηρούσε παραληρητικού τύπου συμπτωματολογία, διωκτικού τύπου και δηλητηρίασης. Τονίζεται δε πως δεν αμφισβητείται ότι αυτή η κατάσταση του Κατηγορουμένου δεν επηρέαζε την αντίληψη και επίγνωση της φύσης και των συνεπειών των πράξεων του. Το πώς ο Κατηγορούμενος οδηγήθηκε τελικώς στη διάπραξη αυτού του τραγικού εγκλήματος προκύπτει μέσα από το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι τα γεγονότα της υπόθεσης, την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας την Ιατρική Έκθεση της Ψυχιάτρου Δρος Ειρήνης Κυριάκου, Βοηθού Διευθύντριας Τμήματος και Υπεύθυνης στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας στο Τμήμα Φυλακών, ημ. 27.10.16 και την αγόρευση για μετριασμό της ποινής. Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου ο πατέρας του επέβαλλε τη στρατιωτική πειθαρχία και θεωρούσε τον Κατηγορούμενο ως πρότυπο μαθητή εφόσον αυτός ήταν άριστος στις επιδόσεις του και πήρε υποτροφία για τις σπουδές του ως πολιτικός μηχανικός στη χώρα του. Όμως το 1997 αναγκάστηκε να τις διακόψει όταν διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια και του είχε χορηγηθεί φαρμακευτική αγωγή την οποία έπρεπε να λαμβάνει για όλη του τη ζωή. Παρόλο που ο Κατηγορούμενος έκτοτε αρνείτο να εξεταστεί ξανά από γιατρό, εντούτοις η μητέρα του φρόντιζε να προμηθεύεται και να του παρέχει τα φάρμακα. Η ψυχολογία του Κατηγορουμένου μετά τη διάγνωση επηρεάστηκε αρνητικά ενώ γρήγορα αυτός κατάφερε να ασχοληθεί με αγορές και μεταπωλήσεις μέσω διαδικτύου, λαμβάνοντας και ένα σεβαστό εισόδημα που του επέτρεπε να συντηρείται. Εκτός του ότι δεν μπορούσε να δεχθεί το πρόβλημα σχιζοφρένειας, ανέπτυξε επίσης πρόβλημα με την όραση του η οποία μειώθηκε στο 1/10, το οποίο (πρόβλημα) τον υποχρέωσε να επιστρέψει στο πατρικό του σπίτι και να διαμένει με τους γονείς του. Η παραμονή του εκεί δημιούργησε έντονες προστριβές με τον άρρωστο πατέρα του οι οποίες διογκώνονταν στο μυαλό του (Κατηγορουμένου) λόγω της σχιζοφρένειας και αναπτύσσονταν ως συνωμοσία εναντίον του. Τον Ιούνιο του 2015, μετά από διαπληκτισμό με τον πατέρα του, αρνείτο να λαμβάνει τη φαρμακευτική αγωγή. Έτσι υπήρξε επιδείνωση της κατάστασης του και η συμπεριφορά του είχε αλλάξει. Όπως αναφέρεται στα γεγονότα, αρνείτο να βγει από το δωμάτιο του, δεν ήθελε να πλυθεί, γελούσε μόνος και κτυπούσε δυνατά τα χέρια του. Παράλληλα άλλαξε και τη διατροφή του επικαλούμενος ευαισθησία στο έντερο. Είχε πόνους στην κοιλιά και παρέμενε νηστικός. Πίστευε ότι ο πατέρας του προσπαθούσε να τον σκοτώσει και τον δηλητηρίαζε. Ο Κατηγορούμενος δηλαδή ερμήνευε παραληρητικά τα συμπτώματα του. Πίστευε ακόμα πως η άρνηση, όπως ο ίδιος την εκλάμβανε, του πατέρα του να του παρέχει βιολογικές τροφές, όπως επιθυμούσε, ήταν μια συνωμοσία για την εξόντωση του. Έτσι έχασε βάρος, παρέμενε στο δωμάτιο του και ζούσε σε ένα μη καθαρό περιβάλλον κάτω από άθλιες συνθήκες. Θεωρούσε τον πατέρα του ως ισχυρό πολιτικό άτομο το οποίο όλοι φοβόντουσαν και δεν μπορούσαν να του εναντιωθούν. Έτσι, φοβούμενος για τη δική του ζωή, πήρε το όπλο του πατέρα του και το είχε δίπλα του στο δωμάτιο του για άμυνα. Την επίδικη μέρα «άκουγε» τον πατέρα του έξω από το δωμάτιο του να του φωνάζει και να τον απειλεί ότι θα τον σκοτώσει. Έτσι ο Κατηγορούμενος κατέληξε στην επίδικη ενέργεια. Τα λόγια του προς τη μητέρα του μόλις σκότωσε τον πατέρα του είναι όντως συγκλονιστικά και ιδιαίτερα αποκαλυπτικά της κατάστασης του κατ΄ εκείνο το διάστημα. Είπε χαρακτηριστικά πως σκότωσε τον διάβολο, πως θα σκοτώνετο και ο ίδιος και στη συνέχεια κλειδώθηκε στο δωμάτιο του. Μετά ο ίδιος κάλεσε τηλεφωνικώς ασθενοφόρο, αναφέροντας το όνομα του και πως είχε πυροβολήσει τον πατέρα του στο κεφάλι. Μάλιστα, σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του συνηγόρου του, ο Κατηγορούμενος πίστευε πως ενώ βρισκόταν ακόμα στο υπνοδωμάτιο του πατέρα του και μετά το συμβάν, ο ίδιος κάλεσε ασθενοφόρο και έκανε τεχνητή αναπνοή και μαλάξεις για να επαναφέρει το θύμα. Είναι πράγματι χρήσιμη η παραπομπή του συνηγόρου του Κατηγορουμένου σε σχετικά συγγράμματα στα οποία αναλύεται η σχιζοφρένεια και η συναφής αντίδραση του παθόντος. Η Φωτεινή Τσαλίκογλου στο σύγγραμμα Σχιζοφρένεια και Φόνος, στις σελ. 50-51, αναφέρει πως τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας σχετίζονται με διαταραχές της σκέψης, της βούλησης, του συναισθήματος και των γνωσιακών λειτουργιών. Στα θετικά συμπτώματα συγκαταλέγονται οι παραληρητικές ιδέες, όπως ιδέες διώξεων και συνωμοσίας, και οι ψευδαισθήσεις, όπως ακουστικές. Στη σελ. 175 αναφέρεται πως η εγκληματικότητα του ατόμου με σχιζοφρένεια συνιστά μια πολύπλοκη εκδήλωση της ανθρώπινης προσωπικότητας και ως τέτοια είναι στενά συνυφασμένη με βιο-ψυχο-οικονομικούς παράγοντες. Μάλιστα ανάμεσα στις ιστορίες σχιζοφρένειας - φόνου παρατίθεται η ιστορία ενός άντρα, 27 ετών, άγαμου, ο οποίος στα 19 του διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια. Διέμενε πάντοτε με τη μητέρα του. Ο πατέρας του είχε πεθάνει όπως επίσης και ο δεύτερος σύζυγος της, πατριός του, με τον οποίο ο δράστης είχε συχνούς διαπληκτισμούς. Ο ασθενής έτρεφε έντονα συναισθήματα εχθρότητας προς τη μητέρα του για την οποία πίστευε ότι ήταν ο «κακός του δαίμων», θεωρούσε πως του έδινε χάπια για να του κάνει κανό και πως τον ήθελε να πεθάνει, και έτσι την σκότωσε. Αυτή η περιγραφή παρουσιάζει ομοιότητες με την εικόνα του Κατηγορουμένου τόσο όσον αφορά τα συμπτώματα αλλά και όσον αφορά τη διασύνδεση της ασθένειας του με το έγκλημα. Στο σύγγραμμα Δικανική Ψυχιατρική του Γιώργου Αλεβιζόπουλου, στις σελ. 10-11, περιγράφεται με παραστατικότητα η κατάσταση του ασθενούς κατά και αμέσως μετά τον χρόνο εκδήλωσης της επιθετικότητας του στο ακόλουθο απόσπασμα: «Πώς όμως συνδέεται η επιθετικότητα με την ψυχοπαθολογία; . η επιθετικότητα είναι η τελική συμπεριφορική εκδήλωση του συναισθήματος του θυμού. Άρα δεν είναι η επιθετικότητα μεμονωμένα που περιλαμβάνει πιθανή ψυχοπαθολογία αλλά το υποκείμενο συναίσθημα. . Η δεδομένη αντίδραση δεν είναι αναμενόμενη ούτε από το ίδιο το άτομο ούτε από τον μέσο εκπρόσωπο της δεδομένης κοινωνικοπολιτικής ομάδας στην οποία ανήκει και ως ένα βαθμό γίνεται κατανοητή από τον παρατηρητή. Σε τελευταία ανάλυση είναι μια αντίδραση σε συνθήκες, όπως οι διαπροσωπικές συγκρούσεις, οι οποίες γίνονται αντιληπτές από το άτομο ως μειωτικές ή απειλητικές (πραγματικά ή φανταστικά) είτε για το ίδιο είτε για σημαντικά του πρόσωπα. Η έκρηξη θυμού και η εκδήλωση επιθετικότητας επέρχεται όταν κάποιος πυροδοτικός μηχανισμό παίξει τον ρόλο της «σταγόνας που ξεχειλίζει το ποτήρι». Δηλαδή αποτελεί το τελικό προϊόν της συνδυαστικής και ταυτόχρονης επίδρασης περισσότερων του ενός παραγόντων, οι οποίοι τελικά ευοδώνουν την εκδήλωση βίας. Η βία αυτού του τύπου είναι απόλυτα απρόβλεπτη, αφού ο συνδυασμός των ευοδωτικών παραγόντων είναι απρόβλεπτος. .. ... Μετά την εκδήλωση της επίθεσης ακολουθεί ένα τρίτο στάδιο κατά το οποίο διακρίνονται δύο ομάδες δραστών. Η πρώτη ομάδα κυριαρχείται από εξάντληση, κόπωση, απάθεια και κατάθλιψη. Όχι σπάνια ο δράστης καλεί ασθενοφόρο ή παραδίδεται στις αρχές. Ποσοστό 65-70% των δραστών αυτών παρουσιάζει συνεχώς εντεινόμενα συναισθήματα ντροπής, ενοχής και μεταμέλειας. Η αυτοκτονική συμπεριφορά στην ομάδα αυτή είναι πολύ συχνή.» Παρόμοια ήταν και η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Με την πάροδο του χρόνου ανέπτυξε παραληρητικές ιδέες, θεωρούσε τον πατέρα του εχθρό και απειλή για τη ζωή του και «ακούοντας» τον, κατά τη δική του αντίληψη, να τον απειλεί πως θα τον σκοτώσει, τον σκότωσε αυτός. Αμέσως μετά όμως επήλθε η πλήρης συνειδητοποίηση και μεταμέλεια για το τι έπραξε και αποκάλυψε μόνος τι έγινε. Είναι σημαντικό να λεχθεί επίσης πως ο Κατηγορούμενος παρουσίασε στο παρελθόν ακόμα δύο ψυχωσικά επεισόδια. Συγκεκριμένα πριν 20 έτη κτύπησε κάποιο γείτονα επειδή τον «άκουσε» να τον βρίζει, και τότε επισκέφθηκε ψυχίατρο και άρχισε τη φαρμακευτική αγωγή. Επίσης, το 2007, μετά από διακοπή της φαρμακευτικής του αγωγής, είχε την εντύπωση ότι έπαιζε θέατρο και έσπασε την τηλεόραση και το τζάμι ενώ οι γονείς του απουσίαζαν από το σπίτι. Όσον αφορά το επίδικο συμβάν, τώρα αναγνωρίζει πως οι απειλητικές φωνές του πατέρα του που «άκουγε» έξω από το δωμάτιο του ήταν προφανώς ακουστικές ψευδαισθήσεις, ενώ συνειδητοποιεί πως στην πραγματικότητα δεν κινδύνευε από αυτόν ο οποίος ήταν ηλικιωμένος με παθολογικά προβλήματα. Σε αυτό το πλαίσιο γίνεται εύλογα αντιληπτό πως η παρούσα περίπτωση αφορά ένα Κατηγορούμενο ο οποίος είχε διαγνωστεί με σχιζοφρένεια και έπρεπε να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή ανελλιπώς επί μονίμου βάσεως. Επιπρόσθετα έχασε σχεδόν πλήρως την όραση του. Έτσι επέστρεψε στην οικία των γονέων του, όπου βρέθηκε αντιμέτωπος με τον πατέρα του με τον οποίο αναπτύχθηκε μια συγκρουσιακή σχέση. Όταν τον Ιούνιο του 2015 σταμάτησε τη φαρμακευτική αγωγή, η κατάσταση του επιδεινώθηκε με αποτέλεσμα αφενός να παραμελήσει πλήρως τον εαυτό του και αφετέρου να θεωρεί πως ο πατέρας του τον καταδίωκε και ήθελε να τον σκοτώσει. Γι΄ αυτό κρατούσε το περίστροφο ως προφύλαξη από τον πατέρα του. Η κορύφωση αυτής της παραληρητικής συμπεριφοράς ήταν τα γεγονότα της επίδικης μέρας. Είναι γεγονός πως αυτή η κορύφωση συνδέεται και είναι απότοκο της κατάστασης του Κατηγορουμένου, γεγονός το οποίο καθιστά την ευθύνη του μειωμένη. Δεν διαφεύγει όμως την προσοχή μας πως η επιδείνωση της κατάστασης του οφείλεται στη διακοπή από τον ίδιο της φαρμακευτικής του αγωγής. Με βάση το ιστορικό του, διαφαίνεται ξεκάθαρα πως η μη λήψη των φαρμάκων δημιουργεί και αυξάνει τα παραληρητικά συμπτώματα του και οδηγεί σε βίαιη συμπεριφορά εκ μέρους του. Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με την κατοχή όπλων καθιστούσε όντως επικίνδυνη και απρόβλεπτη την κατάσταση του, όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται από τα υπό αναφορά γεγονότα. Τούτου λεχθέντος συνεκτιμούμε βεβαίως πως και η απόφαση του Κατηγορουμένου να σταματήσει τη φαρμακευτική του αγωγή συναρτάται με την όλη ψυχική κατάσταση του και τη σύγκρουση με τον πατέρα του κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπό την έννοια ότι δεν ισοδυναμεί με τη συνειδητή απόφαση ενός καθόλα λογικού ανθρώπου που δεν υποφέρει από ψυχικά προβλήματα. Η σημασία της λήψης φαρμακευτικής αγωγής όσον αφορά τον έλεγχο της συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, επιβεβαιώνεται και από τις διαπιστώσεις της Δρος Κυριάκου η οποία τον παρακολουθεί στις Κεντρικές Φυλακές από τις 19.1.
- Όπως η ίδια αναφέρει στην Έκθεση της, στο διάστημα των 25 ημερών κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος παρέμεινε χωρίς φάρμακα, ήτοι κατά τον Μάρτιο του 2016, παρατηρήθηκε αλλαγή στη συμπεριφορά του, ήτοι «μιλούσε μόνος του και άρχισε να κάνει παράξενες κινήσεις». Όταν ρωτήθηκε για τη συμπεριφορά του είπε πως προσποιείτο ότι ακούει μουσική και παρίστανε τον μαέστρο σε ορχήστρα. Στη συνέχεια άρχισε εκ νέου τη φαρμακευτική αγωγή και η συμπεριφορά του επανήλθε. Τώρα αντιλαμβάνεται ότι έχει ψυχιατρικό πρόβλημα και αναγνωρίζει το παθολογικό περιεχόμενο των σκέψεων για τον πατέρα του και των ψευδαισθήσεων που είχε με αποτέλεσμα και την ανάλογη συμπεριφορά. Η ψυχική του κατάσταση περιγράφεται ως σταθερή χωρίς ενεργά ψυχωσικά συμπτώματα και άρχισε να παρουσιάζει εναισθησία. Όπως έχει νομολογιακά αναγνωριστεί, ακόμη και στις περιπτώσεις σοβαρών αδικημάτων για τα οποία διαπιστώνεται η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, εντούτοις το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση δεν ατονεί, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Στα πλαίσια αυτά έχουμε ήδη λάβει υπόψιν τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου οι οποίες συσχετίζονται άμεσα με τη διάπραξη του εγκλήματος. Λαμβάνουμε ακόμα υπόψιν πως η μητέρα του Κατηγορουμένου είναι 66 ετών και πως αυτός έχει δύο αδέλφια. Η αδελφή του διαμένει μόνιμα στην Αμερική ενώ ο αδελφός του διαμένει και εργάζεται στην Κύπρο. Οι σχέσεις μεταξύ τους περιγράφονται ως καλές. Σημειώνουμε μάλιστα πως η μητέρα και ο αδελφός του παρευρίσκονται στο Δικαστήριο σε όλες τις δικασίμους. Έχει ήδη λεχθεί πως ο Κατηγορούμενος μετά το συμβάν κάλεσε ασθενοφόρο και αποκάλυψε τη διάπραξη του εγκλήματος. Με την άφιξη της αστυνομίας στην οικία παραδόθηκε αμέσως και ομολόγησε πως αυτός είχε σκοτώσει τον πατέρα του με το περίστροφο το οποίο και υπέδειξε σε ντουλάπι εντός του υπνοδωματίου του. Πέραν της άμεσης και οικειοθελούς αποκάλυψης της διάπραξης του εγκλήματος, ο Κατηγορούμενος προέβη και μετέπειτα σε παραδοχή στην αστυνομία ομολογώντας πολλαπλές φορές, ενώ κατέγραψε θεληματική κατάθεση στην οποία και πάλι παραδέχεται. Παρόλο που σε κατοπινό στάδιο αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις στα πλαίσια λήψης ανακριτικής κατάθεσης, εντούτοις θεωρούμε πως μετά το έγκλημα προέβη σε άμεση ομολογία και συνεργασία με την αστυνομία, στοιχεία τα οποία λαμβάνονται υπόψιν ως ελαφρυντικοί παράγοντες. Η παραδοχή του Κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου αμέσως μετά την προσθήκη κατηγορίας για ανθρωποκτονία η οποία έγινε μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της πρώτης μάρτυρος για την Κατηγορούσα Αρχή, κας Βαλανίδου, κρίνεται πως ήταν επίσης άμεση και αποτελεί ένδειξη της έμπρακτης μεταμέλειας του. Ως τέτοια λαμβάνεται υπόψιν και αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «. η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης». Ακόμη λαμβάνουμε υπόψιν το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Αναμφίβολα το έργο του Δικαστηρίου κατά την επιβολή ποινής είναι πάντοτε δύσκολο και αυτό καθίσταται ακόμα πιο ιδιαίτερο όταν αφορά άτομο με ψυχικά προβλήματα τα οποία το ωθούν στο έγκλημα. Είναι όντως σημαντικό και ενθαρρυντικό πως η φαρμακευτική αγωγή βοηθά στη βελτίωση της κατάστασης του Κατηγορουμένου, και τονίζουμε πως είναι καίριας σημασίας για τον ίδιο, την οικογένεια του αλλά και γενικά το κοινωνικό σύνολο όπως αυτή συνεχιστεί απρόσκοπτα από τώρα και στο εξής προς αποφυγή επιδείνωσης της κατάστασης του και επίδειξης απρόβλεπτης και βίαιης συμπεριφοράς. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα το Δικαστήριο καλείται να επιλέξει την κατάλληλη ποινή για τον Κατηγορούμενο. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι οποίες αφορούν κατηγορούμενους με ψυχικά προβλήματα που σχετίζονται με τη διάπραξη του εγκλήματος, όπως και στην παρούσα. Συνάμα λαμβάνουμε υπόψιν και τη νομολογιακή αρχή πως τέτοιες αποφάσεις είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής καθότι η ποινή σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της και του παραβάτη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123. Στην υπόθεση Λεμής v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 340, ο εφεσείων, 29 ετών, διέπραξε μητροκτονία. Συγκεκριμένα πήρε μαχαίρι, πήγε στο σπίτι των γονιών του και μόλις άνοιξε την πόρτα άρχισε να κτυπά τη μητέρα του, αυτή προσπαθούσε μάταια να αντισταθεί μέχρι που ο εφεσείων την έριξε στο πάτωμα, άρπαξε ένα εργαλείο κοπής και την κάρφωσε θανάσιμα στο στήθος. Είχε ψυχιατρικό μητρώο και ανέπτυξε αισθήματα εχθρότητας προς τους γονείς του στους οποίους απέδιδε ευθύνη για την καταστραμμένη, όπως την αντιλαμβάνετο, ζωή του. Κατά την τέλεση του εγκλήματος έπασχε από αρνητισμό, σύγχυση στις σκέψεις του, συναισθηματική απάθεια, ιδέες καταδίωξης και παρανοϊκού περιεχόμενου. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στα πλαίσια της έφεσης ο συνήγορος του ανέφερε πως εφόσον ο εφεσείων ήταν ψυχικά ασθενής και υποβάλλετο σε θεραπεία ενώ ήταν στη φυλακή, υπήρχε το ενδεχόμενο να αποθεραπευτεί και να μην μπορεί να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο προτού εκπνεύσει η ποινή του. Έτσι εισηγήθηκε την έκδοση Διατάγματος Κηδεμονίας ή Κράτησης σε Νοσοκομείο ούτως ώστε θα μπορούσε να αποφυλακιστεί μετά την αποθεράπευση του. Το Εφετείο, επικυρώνοντας την ποινή, ανέφερε τα εξής: «Η αγγλική καθοδηγητική απόφαση του Αρχιδικαστή Lord Lane στην υπόθεση Chambers (ανωτέρω), που εισηγήθη ο κ. Πουργουρίδης ότι πρέπει να ακολουθηθεί και στην Κύπρο, αναφέρει πως ο Δικαστής σε περιπτώσεις ανθρωποκτονίας, όπου υπάρχει θέμα μειωμένης ευθύνης, έχει πολλές επιλογές και υιοθέτηση οποιασδήποτε από αυτές, εξαρτάται από το υλικό που υπάρχει ενώπιον του. Εάν τα ψυχιατρικά πιστοποιητικά συστήνουν και δικαιολογούν και δεν υπάρχουν αντίθετες ενδείξεις, τότε ο Δικαστής μπορεί να εκδόσει Διάταγμα Κράτησης σε Νοσοκομείο. Όταν τέτοια Διαταγή δεν συστήνεται ή δεν είναι η πρέπουσα και ο ένοχος αποτελεί κίνδυνο στο κοινό για απροσδιόριστο χρόνο, τότε η ορθή ποινή κατά πάσα πιθανότητα θα είναι ποινή ισόβιας κάθειρξης. Εάν η μαρτυρία υποδεικνύει ότι η ευθύνη του εφεσείοντα για τις πράξεις του ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό μειωμένη, ώστε ο βαθμός της ποινικής του ευθύνης να είναι ελάχιστος, τότε ο Δικαστής μπορεί να επιδείξει περισσότερη επιείκεια. Νοουμένου ότι δεν υπάρχει κίνδυνος επαναλήψεως της βίας, συνήθως θα είναι δυνατό να δοθεί στον εφεσείοντα η ελευθερία του, πιθανώς με Διάταγμα Κηδεμονίας. Σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει βάση για Διάταγμα Κρατήσεως σε Νοσοκομείο, αλλά όπου ο βαθμός της ευθύνης του εφεσείοντα δεν είναι ελάχιστος, τότε ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει ποινή φυλακίσεως, η διάρκεια της οποίας θα εξαρτάται από δύο παράγοντες, πρώτο, η εκτίμηση του Δικαστού ως προς το βαθμό ευθύνης του εφεσείοντα για τις πράξεις του και δεύτερο, η άποψη του ως προς την περίοδο για την οποία ο εφεσείοντας θα εξακολουθούσε να ήταν επικίνδυνος εις το δημόσιο. ... Πρέπει να πούμε, εις απάντηση της εισήγησης του κ. Πουργουρίδη για Διάταγμα Κράτησης σε Νοσοκομείο, όσο ενδιαφέρουσα και να είναι η εισήγηση του, δεν υπάρχει ανάλογη Νομοθεσία στην Κύπρο ώστε το Δικαστήριο να εξετάσει τέτοιο ενδεχόμενο. Η μόνη υπάρχουσα Νομοθεσία για ψυχικά ασθενείς, είναι ο Περί Διανοητικώς Ασθενών Νόμος όπου, εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί πως κάποιος είναι διανοητικά ασθενής, διατάσσεται η κράτηση του σε Ψυχιατρικό Ίδρυμα, όπως έχει στην πραγματικότητα εκδοθεί τέτοιο διάταγμα για τον εφεσείοντα, όπως αναφέρθη στο Δικαστήριο μετά τη διάπραξη του εγκλήματος. Η κράτηση όμως κάποιου με βάση τον πιο πάνω Νόμο, δεν έχει καμιά σχέση με ποινική ευθύνη και τιμωρία για διάπραξη οποιουδήποτε εγκλήματος, αλλά το μοναδικό κριτήριο είναι η αποθεραπεία του αρρώστου. Όπως διαφαίνεται και στην υπόθεση Chambers, η επιμέτρηση της ποινής εξαρτάται από το βαθμό ευθύνης του εφεσείοντα, το πόσο επικίνδυνος μπορεί να είναι στην κοινωνία. Με βάση αυτά τα κριτήρια μπορούν να επιβληθούν ποινές από Διάταγμα Κηδεμονίας μέχρι ισοβίων δεσμών. Αυτά τα κριτήρια νομίζουμε ότι έχουν ενσωματωθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε υποθέσεις ανθρωποκτονίας όπου ο βαθμός ευθύνης του εφεσείοντα είναι μειωμένος εξ αιτίας ψυχολογικών προβλημάτων.» Βεβαίως το Εφετείο επισήμανε πως «η μεταχείριση παραβατών με ψυχολογικά προβλήματα ή διαταραγμένη προσωπικότητα, πρέπει και στην Κύπρο να απασχολήσει τις αρχές προς το σκοπό διεύρυνσης των μέσων τα οποία παρέχονται στο Ποινικό Δικαστήριο για την τιμωρία και αναμόρφωση των παραβατών», πλην όμως μέχρι σήμερα η κατάσταση εξακολουθεί να παραμένει η ίδια. Ο ίδιος προβληματισμός προέκυψε και στην υπόθεση Παναγή v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 445, στην οποία ο εφεσείων, άτομο με παρανοϊκή σχιζοφρένεια, τρόφιμος του Ψυχιατρείου Αθαλάσσας, και με επίγνωση των πράξεων του στραγγάλισε δύο άλλους τρόφιμους με πανομοιότυπο τρόπο και αποπειράθηκε να πράξει το ίδιο και με τρίτο εντός χρονικού διαστήματος 24 ωρών. Οι ενέργειες του είχαν σχεδιασμό, οργάνωση και προγραμματισμό σε βαθμό που φαίνονταν ως αυτοκτονίες. Με ιδιαίτερη αναφορά στη Λεμής (ανωτέρω) το Εφετείο επανέλαβε πως με δεδομένες τις επιλογές στο πλαίσιο της νομοθεσίας, το Κακουργιοδικείο θεώρησε την ποινή φυλάκισης ως αναπόφευκτη, και επικύρωσε την πρωτόδικα επιβληθείσα (κατά πλειοψηφία) φυλάκιση των 12 ετών λόγω της μειωμένης ευθύνης του εφεσείοντος, του λευκού ποινικού μητρώου του και της ομολογίας του. Παρόλο που αναγνωρίστηκε πως κατά την κράτηση μέχρι τη δίκη του παρουσίαζε σημεία βελτίωσης, εντούτοις κρίθηκε από το Εφετείο ως ιδιαίτερα επικίνδυνος και πως έχρηζε ψυχιατρικής βοήθειας για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο υιοθέτησε σχετική παραπομπή του Κακουργιοδικείου σε παλαιότερες υποθέσεις για ανθρωποκτονία από ψυχικά διαταραγμένους ασθενείς στις οποίες οι ποινές κυμάνθηκαν από 10 μέχρι και 20 έτη. Είναι γεγονός πως αυτά τα δεδομένα έχουν διαφοροποιηθεί κάπως σήμερα, καθότι μια ανασκόπηση μέχρι και της πιο πρόσφατης συναφούς νομολογίας όντως δείχνει μεγαλύτερη διακύμανση των ποινών σε τέτοια πρόσωπα, ήτοι από 3 μέχρι 20 έτη. Αυτή η διαπίστωση αντανακλά ακριβώς την πιο πάνω διατυπωθείσα αρχή πως κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά. Εκείνο το οποίο εξάγεται με ασφάλεια είναι πως ποινές 14 ετών και άνω επιβλήθηκαν σε τέτοια άτομα είτε εκεί όπου κρίθηκε πως η ανθρωποκτονία έφθανε στο μεταίχμιο φόνου είτε εκεί όπου υπήρχαν πολλαπλά ή ιδιαίτερα βάναυσα εγκλήματα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Pantelis v. Republic
(1969)2 C.L.R. 92, Philippou v. Republic
(1983)2 C.L.R. 245, Νικολάου v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 309, Μαυρολουκά v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Χατζηπαναγή v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 175/13, ημ. 18.2.
- Αντιθέτως η ποινή των 3 ετών αποτελεί εξαίρεση λόγω των ιδιαζουσών συνθηκών του δράστη στην Ιωάννου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 140/14, ημ. 8.4.
- Σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσείων, 18 ετών, παρουσίαζε διανοητική καθυστέρηση, διαταραχές συμπεριφοράς και έπασχε από εγκεφαλοπάθεια. Ο πατέρας του, μετά από κατανάλωση αλκοόλ, κοιμόταν στο καναπέ και ο εφεσείων έθεσε φωτιά στον καναπέ θεωρώντας έτσι πως θα τον ξυπνούσε. Δυστυχώς η φωτιά επεκτάθηκε με αποτέλεσμα τελικώς τον θάνατο του πατέρα του. Το Εφετείο αναγνώρισε τις ιδιαιτερότητες της εν λόγω περίπτωσης καθότι επρόκειτο για μια μη ηθελημένη ανθρωποκτονία από ένα άτομο «χωρίς οποιοδήποτε ιστορικό επιθετικότητας ή επικινδυνότητας και χωρίς να χαρακτηρίζεται ως επικίνδυνος» το οποίο ενήργησε ανόητα και επιπόλαια «όχι όμως στα πλαίσια επιθετικής, εκφοβιστικής ή προσβλητικής συμπεριφοράς». Γι΄ αυτό το Εφετείο μείωσε την επιβληθείσα κατά πλειοψηφία φυλάκιση των 5 ετών στην ποινή που επιβλήθηκε από τη μειοψηφία της φυλάκισης 3 ετών με αναστολή και ταυτόχρονα εξέδωσε Διάταγμα Επιτηρήσεως. Έτσι προκύπτει πως στις περιπτώσεις ψυχικά διαταραγμένων και παραληρητικών δραστών οι οποίοι διαπράττουν ηθελημένα ανθρωποκτονία η οποία συνδέεται με τη ψυχική τους κατάσταση, και στην απουσία άλλων επιβαρυντικών παραγόντων, οι ποινές κυμαίνονται γύρω στα 8-10 έτη. Σχετική αναφορά γίνεται στη Λεμής (ανωτέρω) καθώς επίσης και στις υποθέσεις Kyprianou v. Republic
(1971)2 C.R.L. 158 και Kentas v. Republic
(1971)2 C.L.R. 305, στις οποίες επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 10 ετών. Χρήσιμη παραπομπή γίνεται και στην υπόθεση Πεπέκκος v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 86, στην οποία ο εφεσείων ήταν άτομο με ψυχικά και ψυχιατρικά προβλήματα και έδρασε υπό το κράτος ψυχικού παραληρήματος αποδίδοντας ιδιότητα κατασκόπου σε Γερμανό ποδηλάτη του οποίου τον θάνατο προκάλεσε με σύγκρουση με το αυτοκίνητο του. Η ποινή των 9 ετών επικυρώθηκε από το Εφετείο. Θεωρούμε πως η υπό κρίση περίπτωση προσομοιάζει περισσότερο στην τελευταία κατηγορία υποθέσεων λόγω των συνθηκών διάπραξης του εγκλήματος και της κατάστασης του δράστη. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, συνεκτιμώντας τη ψυχική διαταραχή του Κατηγορουμένου, τον βαθμό ευθύνης του, την επικινδυνότητα του σε περίπτωση που παραλείπει να λαμβάνει τη φαρμακευτική αγωγή, την παρούσα βελτίωση της κατάστασης του, την άμεση και έμπρακτη μεταμέλεια του και το λευκό ποινικό μητρώο του, καταλήγουμε πως η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, η έκταση της οποίας θα αντανακλά όλους τους πιο πάνω παράγοντες. Δεν παραγνωρίζουμε φυσικά και το στοιχείο της αποτροπής το οποίο συντρέχει σε τέτοιας φύσης αδικήματα. Ως εκ τούτου στον Κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 5 ετών. Στην Κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην Κατηγορία 5 ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην Κατηγορία 10 ποινή φυλάκισης 8 ετών. Οι ποινές θα συντρέχουν. Η έκτιση τους αρχίζει από τις 20.11.15 που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση. Όσον αφορά τα Τεκμήρια, οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και εννέα βιβλία να επιστραφούν στον Κατηγορούμενο, ενώ τα υπόλοιπα τεκμήρια, συμπεριλαμβανομένων του πυροβόλου και των δύο αεροβόλων όπλων, κατάσχονται και να καταστραφούν. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο