ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΡΙΝΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ν. ΟΛΙΒΙΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, Αρ. Υπόθεσης: 2842/14, 22/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2842/14 ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΡΙΝΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ -εναντίον- ΟΛΙΒΙΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο: κα Τσιανή. Για την Κατηγορουμένη: κος Χρίστου. Κατηγορουμένη απούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό εξέταση ιδιωτική ποινική υπόθεση αφορά μια κατηγορία για, ως η έκθεση αδικήματος, παράβαση των άρθρων 2,3,5,6,9,19 και 20 του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007, Ν.35(Ι)/2007. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, «Η Κατηγορουμένη από την 3ην Νοεμβρίου 2013 μέχρι και την 26ην Νοεμβρίου 2013, και των δύο ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων, στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ ήταν εργοδότρια δεν κατέβαλε στον εργοδοτούμενό της Χρίστο Μαρίνο Χρύσανθου τους μισθούς του.» Επειδή κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και παρά τις συνεχείς επισημάνσεις του Δικαστηρίου, έχει παρεισφρήσει μαρτυρία η οποία όχι μόνο είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα, αλλά αφορά ζητήματα τα οποία θα έπρεπε να είχαν εγερθεί ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, πριν να γίνει αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης, θα καταγράψω το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τη διαδικασία αυτή, προκειμένου να καταστεί ξεκάθαρο τι είναι που εξετάζεται από το Δικαστήριο, στα πλαίσια της υπό εξέτασης ποινικής διαδικασίας με αναφορά στον επίδικο Νόμο 35(Ι)/2007 (Περί Προστασίας των Μισθών Νόμος). O επίδικος νόμος, ως και ο τίτλος του, σκοπό έχει την προστασία του μισθού και τη διασφάλιση ότι παρέχονται μέσω του, τα εχέγγυα για τιμωρία του εργοδότη ο οποίος δεν καταβάλλει στον εργοδοτούμενο το μισθό του. Ο μισθός είναι η αντιπαροχή του εργοδότη για την εργασία που του παρέχει ο εργοδοτούμενός του, στα πλαίσια της σύμβασης εργασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 (35(I)/2007), στο οποίο γίνεται ερμηνεία του όρου μισθός: "μισθός" σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές. Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τον πιο πάνω ορισμό, μισθός είναι κάθε παροχή του εργοδότη οποιασδήποτε μορφής ή ονομασίας ή ειδικότερης αιτίας, η οποία χορηγείται ως αντάλλαγμα για την εργασία του εργοδοτουμένου. Περαιτέρω, από τον πιο πάνω ορισμό προκύπτει ότι η παροχή πρέπει να είναι «τακτική», κάτι το οποίο λογικά συνεπάγεται παροχή η οποία χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως τακτικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Τα αναφερόμενα στην Έκθεση Αδικήματος άρθρα 3, 5, 6 και 9 του Ν.35(Ι)/2007 καθορίζουν υποχρεώσεις του εργοδότη αναφορικά με το πώς εκπληρώνει την υποχρέωση του για καταβολή του μισθού σε υπάλληλό του, ήτοι, τρόπος πληρωμής (πχ μετρητά, επιταγή κα), αμεσότητα πληρωμής (απευθείας στον εργοδοτούμενο), ελευθερία διάθεσης του μισθού, συχνότητα πληρωμής μισθού. Το άρθρο 19, καθορίζει ως αρμόδιο Δικαστήριο για επίλυση αστικής φύσεως διαφορά στα πλαίσια του παρόντος νόμου το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Τέλος, το άρθρο 20 καθορίζει τα αδικήματα και τις ποινές σε περιπτώσεις παράβασης του Νόμου. Η καταβολή ή όχι του μισθού, αν και είναι ένα από τα πολλά αμφισβητούμενα ζητήματα που, σημειωτέο εκ του περισσού εγέρθηκαν στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, είναι το μόνο επίδικο ζήτημα, η εξέταση του οποίου απολήγει σε απόφαση επί της υπό εξέταση ποινικής υπόθεσης. Το αδίκημα της μη καταβολής μισθού, στοιχειοθετείται με συνδυασμό των άρθρων 3, 5, 9 και 20 του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007(Ν.35(Ι)/2007). Ειδικότερα, το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται η Κατηγορούμενη, συνίσταται στην παράβαση διατάξεων του Νόμου, δηλαδή των άρθρων 3, 5 και 9, η οποία τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 20 του Νόμου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12
(3)του εν λόγω νόμου, το βάρος απόδειξης ότι έχει καταβληθεί ο μισθός το φέρει ο εργοδότης (στο ισοζύγιο εννοείται των πιθανοτήτων): "Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης." Το Δικαστήριο, εξετάζει κατά πόσο ο εργοδότης έχει παραβεί υποχρέωση τεθειμένη υπό της επίδικης νομοθεσίας και εάν ναι, σε περίπτωση που δεν συντρέχει κάποιος λόγος προβλεπόμενος από τον ίδιο το νόμο, προχωρεί σε τιμωρία για την παραβίαση. Η ίδια η φύση του αδικήματος, για το οποίο κατηγορείται η Κατηγορούμενη, είναι τέτοια η οποία το κατατάσσει στα αδικήματα απόλυτης ευθύνης, εφόσον το αδίκημα, συνίσταται σε παράλειψη (μη καταβολή μισθού) η οποία απαγορεύεται από το Νόμο και τιμωρείται απ' αυτόν, για λόγους που εμπίπτουν στα όρια του δημοσίου συμφέροντος ή της δημόσιας ευημερίας. Βλ. σχετικά και Δημοκρατία ν. Δημητρίου
(2010)2 Α.Α.Δ. 298, AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 78/2014, 79/2014, 3/9/
- Εφόσον τα υπό εξέταση αδικήματα, είναι αδικήματα αυστηρής ευθύνης, το Δικαστήριο αυτό που εξετάζει είναι τη στοιχειοθέτηση και μόνο του actus reus (Βλ. σχετικά MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoινική ΄Εφεση αρ. 198/15, 2/12/2016). Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, καθίσταται ξεκάθαρο πλέον, πιστεύω, το εύρος της διαδικασίας αυτής και το τι εξετάζει το Δικαστήριο αυτό, το οποίο είναι ποινικό Δικαστήριο, επομένως δεν προχωρεί να αναγνωρίσει δικαιώματα, ούτε να αποφανθεί επί αμφισβητούμενων ζητημάτων (πχ το ύψος του μισθού). Το παρόν Δικαστήριο, για να το θέσω όσο πιο απλά γίνεται, στα πλαίσια εφαρμογής της επίδικης νομοθεσίας και στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης αυτό που θα εξετάσει, είναι το εάν ο εργοδότης έχει παραβεί η όχι την τεθειμένη υπό του νόμου υποχρέωσή του να καταβάλει στον εργοδοτούμενό του το αντάλλαγμα τις εργασίας του, δηλαδή το μισθό του. Οτιδήποτε άλλο εκφεύγει του δικαιοδοτικού πλαισίου του παρόντος Δικαστηρίου. Μαρτυρία στα πλαίσια της υπόθεσης έδωσε ο Παραπονούμενος, η Κατηγορουμένη και ένας πρώην υπάλληλος της Κατηγορουμένης. Όπως έχει λεχθεί στην Υπ. Αρ. 19325/2010 Δημοκρατία ν.
- Ανδρέα Γρηγορίου, κ.α. και λόγω του ότι τα γεγονότα που συνθέτουν την υπό εξέταση υπόθεση, ουσιαστικά δεν τελούν υπό αμφισβήτηση, αλλά περισσότερο το ζήτημα που αναφύεται, όπως θα εξηγήσω πιο κάτω είναι μάλλον κοινής λογικής, υπό την έννοια ότι συνίσταται σε υπαγωγή πραγματικού γεγονότος στο ένα και μοναδικό ζήτημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, θεωρώ πως δεν απαιτείται για πρακτικούς κυρίως λόγους, η λεπτομερής καταγραφή και επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας των μαρτύρων και η αναφορά κάθε επιμέρους πτυχής της (βλ. κατ' αναλογίαν, G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 88, 92, Paphos Stone C Estates v. Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1854, 1859). Στην παρούσα υπόθεση είναι κοινές θέσεις και των δύο πλευρών τα ακόλουθα: Η Κατηγορούμενη είναι ιδιοκτήτρια του κομμωτηρίου "Ten To Go Hairdressing Salon". Τόσο ο Παραπονούμενος, όσο και η μητέρα του υπήρξαν εργοδοτούμενοι της Κατηγορουμένης. Μετά που τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της μητέρας του Παραπονούμενου, στο πιο πάνω κομμωτήριο, η Κατηγορούμενη ενημέρωσε τον Παραπονούμενο ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει να εργάζεται για αυτήν. Λίγες μέρες μετά τον τερματισμό των υπηρεσιών του, τόσο του ιδίου όσο και της μητέρας του και επειδή είχαν και οι δύο απαιτήσεις από την Κατηγορουμένη, συναντήθηκαν έξω από το κομμωτήριο και η Κατηγορουμένη τους έδωσε φάκελο με μετρητά. Στον εν λόγω φάκελο υπήρχαν €
- Επειδή ο Παραπονούμενος και η μητέρα του θεώρησαν ότι το ποσό αυτό δεν αντιπροσώπευε τα οφειλόμενα και στους δύο ποσά, επέστρεψαν το φάκελο με όλο το ποσό μέσα, στην υποδοχή του κομμωτηρίου. Όλα τα πιο πάνω συνθέτουν τη φύση της υπό εξέταση διαφοράς και αποτελούν κοινές θέσεις των μερών, οι οποίες δεν αμφισβητούνται. Ό,τι τέλεσε υπό αμφισβήτηση κατά την ακροαματική διαδικασία, είναι το ύψος του μισθού που λάμβανε ο Παραπονούμενος και οι ώρες που εργάστηκε στο κομμωτήριο. Σημειώνω τέλος ότι η ρίζα της επίδικης διαφοράς, για σκοπούς πάντοτε της παρούσας διαδικασίας, είναι θέση του Παραπονουμένου, όπως αυτή προκύπτει από την Γραπτή του Δήλωση, ότι η Κατηγορουμένη του οφείλει ποσό €395.20 για την περίοδο από 3/11/2013 μέχρι και 26/11/
- Η θέση της Κατηγορουμένης ήταν ότι αν και δεν πιστεύει ότι του οφείλει κάποιο ποσό, παρόλαυτα επειδή ήθελε να διευθετηθεί το όλο ζήτημα και η διαφορά που υπήρχε μεταξύ αυτής, του Παραπονουμένου και της μητέρας του, τους έδωσε φάκελο με €900, ο οποίος δεν έγινε αποδεχτός. Το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη έδωσε το φάκελο με €900 μέσα είναι αποδεχτό ως γεγονός από αμφότερα μέρη. Οποιοιδήποτε άλλοι ισχυρισμοί παρατέθηκαν και από τις δύο πλευρές, περισσότερο αφορούν ζητήματα, συμπεριφοράς και επάρκειας του Παραπονουμένου και της μητέρας του κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, όπως και επεξήγηση των λόγων που οδήγησαν στην απόλυση τους. Ο δε μάρτυρας υπεράσπισης για την Κατηγορουμένη, λυπούμαι να παρατηρήσω ότι πέραν σπατάλης πολύτιμου δικαστικού χρόνου, ουδέν προσέφερε στην υπόθεση καθότι η μαρτυρία του ήταν εντελώς άσχετη με τα επίδικα θέματα και ως τέτοια δεν θα ληφθεί καθόλου υπόψη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 255). Αναφέρθηκαν πιο πάνω τα γεγονότα που συνιστούν τις κοινές θέσεις και των δύο πλευρών, όπως επίσης και οι αποκλίσεις τους αναφορικά με τα γεγονότα. Ό, τι αμφισβητείται αφορά ύψος μισθού, ώρες εργασίας συμπεριφορές και πράξεις κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, τα οποία δεν μπορούν να είναι επίδικα θέματα στην παρούσα διαδικασία, εφόσον τα επίδικα ζητήματα καθορίζονται από το ίδιο το Κατηγορητήριο και περιορίζονται στη μη καταβολή μισθών. Τα πιο πάνω, συνιστούν αστικής φύσεως διαφορά εν τη εννοία του άρθρου 19 του Ν.37(Ι)/2007 και επομένως άπτονται ζητημάτων που δεν εξετάζει το παρόν Δικαστήριο, αλλά καθ΄ ύλην αρμόδιο είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Είναι δεδομένη και καλά εμπεδωμένη η κλασική νομολογιακή αρχή ότι «τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω». Ούτε φυσικά πραγματεύονται ακαδημαϊκά ζητήματα γενικής φύσεως πέρα από την ανάγκη επίλυσης μιας συγκεκριμένης διαφοράς» (βλ. μεταξύ άλλων, ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πoινική Έφεση αρ.124/2014, 2/3/2016, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Luchian Marina Tudor,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1176 ). Υπερπολύτιμος δικαστικός χρόνος δεν γίνεται να αναλώνεται για διάγνωση δικαιωμάτων που εκφεύγουν του σκοπού και της φιλοσοφίας της διαδικασίας. Ως προς τα ουσιώδη ζητήματα για σκοπούς εξέτασης της παρούσας διαδικασίας, δεν υπάρχει καμία διάσταση ως προς τα γεγονότα, εφόσον αυτά αποτελούν κοινές θέσεις και των δύο πλευρών, χωρίς να καθίσταται αναγκαίο το Δικαστήριο να προχωρήσει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, εφόσον ό,τι είναι απαραίτητο προς επίλυση της διαφοράς έχει τεθεί ενώπιον μου ως κοινά αποδεκτή θέση και των δύο πλευρών. Οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, οι οποίες έχουν αξία για σκοπούς της παρούσας διαφοράς και οι οποίες προκύπτουν από αναντίλεκτες θέσεις και των δύο πλευρών, είναι ότι ο Παραπονούμενος υπήρξε υπάλληλος της Κατηγορουμένης. Ο ίδιος έχει απαίτηση από την Κατηγορουμένη για ποσό €395,20 το οποίο κατ΄ ισχυρισμό αντιπροσωπεύει δεδουλευμένο και μη καταβληθέν μισθό. Αν και η Κατηγορουμένη αμφισβητεί την απαίτηση αυτή, είναι κοινή θέση και των δύο μερών ότι λίγες μετά τον τερματισμό των υπηρεσιών του Παραπονουμένου και της μητέρας του, τους έδωσε σε φάκελο το ποσό των €900 σε μετρητά, το οποίο δεν αποδεχτήκαν και επέστρεψαν πίσω. Ό,τι προκύπτει από την πιο πάνω κοινά αποδεχτό γεγονός, είναι ότι ενώ στον Παραπονούμενο δόθηκε σε φάκελο ποσό, από το οποίο θα μπορούσε να ικανοποιήσει πλήρως την απαίτησή του, αυτός αρνήθηκε να το πράξει. Εύλογα, πιστεύω, διερωτάμαι πως μπορεί να προωθεί ιδιωτική ποινική υπόθεση ο Παραπονούμενος και να αποδίδει στην Κατηγορουμένη αδίκημα μη καταβολής του μισθού του, επιζητώντας τιμωρία της με βάση των επίδικο νόμο, η οποία δύναται να είναι από «ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές», όταν σύμφωνα με τη μαρτυρία του, η Κατηγορουμένη, είτε αποδεχόμενη την κατ΄ ισχυρισμό οφειλή της, είτε όχι, του έδωσε σε φάκελο το ποσό των €900 σε μετρητά και αυτός δεν αποδέχτηκε να πάρει από το ποσό αυτό το κατ΄ ισχυρισμό σε αυτόν οφειλόμενο ποσό €395,20, προκειμένου να ικανοποιήσει την απαίτησή του, παρά μόνο επέστρεψε το φάκελο πίσω ζητώντας περισσότερα χρήματα, προκειμένου να ικανοποιηθούν τόσο οι κατ΄ ισχυρισμό απαιτήσεις του ιδίου όσο και της μητέρας του. Λυπούμαι να παρατηρήσω, ότι αυτή η στάση, το λιγότερο που μπορεί να χαρακτηριστεί είναι καταχρηστική. Ο Παραπονούμενος ισχυρίζεται μη καταβολή δεδουλευμένων ύψους €395,20. Το ποσό αυτό (άσχετο εάν είναι αμφισβητούμενο από την Κατηγορουμένη) σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ενόρκως δήλωσε, δεν εξοφλήθηκε εξαιτίας δικής του ενέργειας, ήτοι επέλεξε να μην πάρει το ποσό αυτό από το φάκελο με τα €900 που είναι κοινή θέση και των δύο πλευρών ότι έδωσε η Κατηγορουμένη σε αυτόν και τη μητέρα του. Το Δικαστήριο αυτό εξετάζει κατά πόσο ο εργοδότης έχει παραβεί υποχρέωση να καταβάλει το μισθό του εργοδοτουμένου. Το ποσό αυτό σύμφωνα με τα όσα δήλωσε ο Παραπονούμενος, του έχει καταβληθεί και δεν το αποδέχτηκε. Σημειώνω δε το αυτονόητο, ότι το Δικαστήριο δεν γνωρίζει και του είναι αδιάφορο το ποσό το οποίο κατ΄ ισχυρισμό οφείλεται στη μητέρα του Παραπονουμένου και πιο είναι το περαιτέρω ποσό που από κοινού απαιτούν από την Κατηγορουμένη. Δυστυχώς και οι δύο πλευρές, όπως ανέφερα, προφανώς καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας τελούσαν σε σύγχυση αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα και το εν γένει δικαιοδοτικό πλαίσιο του παρόντος Δικαστηρίου. Ότιδήποτε είναι αμφισβητούμενο στα πλαίσια της σχέσης μεταξύ των διάδικων πλευρών, εμπίπτει εκτός των ορίων της διαδικασίας αυτής. Δεν πρέπει να παραβλέπεται σε καμία περίπτωση, ότι πέραν του άρθρου 19 του Ν.35(Ι)/2007, με το άρθρο 12 του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/1967), συστήνεται το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, στην αποκλειστική δικαιοδοσία του οποίου εμπίπτουν όλες οι εργατικές διαφορές. Δεν μπορεί το παρόν Δικαστήριο, μέσω της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε να καταστεί Εργατικό Δικαστήριο και να προχωρήσει σε διαπιστώσεις και ευρήματα αναφορικά με την ίδια τη φύση της επίδικης εργατικής σχέσης και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτή. Επαναλαμβάνεται, επισημαίνεται και εκ νέου εμφαντικά τονίζεται ότι, το παρόν Δικαστήριο δεν εξετάζει οικονομικές διαφορές ούτε και εκδίδει αποφάσεις αναφορικά με αμφισβητούμενα ποσά ούτε και εκδίδει διατάγματα αναφορικά με μη αποκρυσταλλωμένα ζητήματα. Εκείνο που εξετάζει στα πλαίσια του συγκεκριμένου ειδικού νομοθετήματος και με βάση τα ενώπιον του επίδικα ζητήματα, είναι κατά πόσον υπάρχει παράβαση της νομοθεσίας και ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση εάν έχει καταβληθεί ή όχι ο μισθός του εργοδοτουμένου, με το βάρος απόδειξης να μετατίθεται στους ώμους της Κατηγορουμένης (αρ.12). Ό,τι αφορά την υπόθεση αυτή και ό,τι εξετάζει το Δικαστήριο είναι την κατ΄ ισχυρισμό παράλειψη της Κατηγορουμένης να καταβάλει €395,20 που συνιστούν το μισθό του Παραπονουμένου. Πλην όμως το ποσό αυτό, είτε τελικά οφείλεται είτε όχι, είχε καταβληθεί από την Κατηγορουμένη και ο Παραπονούμενος δεν το αποδέχτηκε. Τέλος επισημαίνεται και τονίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο δεν λαμβάνει θέση κατά πόσο ο Παραπονούμενος δικαιούται ποσά ή όχι για το χρονικό διάστημα το οποίο αφορά στο Κατηγορητήριο. Το Δικαστήριο αυτό που εξέτασε είναι κατά πόσο η Κατηγορούμενη, έχει παραβεί διάταξη του Νόμου, ήτοι ότι παρέλειψε να καταβάλει το μισθό στον Παραπονούμενο, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Νόμου 35(Ι)/2007, στο βαθμό και στο μέτρο που οι πράξεις της να καθίστανται ποινικά κολάσιμες. Από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αλλά και από τις κοινές θέσεις των δύο πλευρών προκύπτει ότι στον Παραπονούμενο έχει προσφερθεί το κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό πλην όμως ο Παραπονούμενος αρνήθηκε να το λάβει. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, ο Παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του και επομένως η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα υπέρ της Κατηγορουμένης και εναντίον του Παραπονουμένου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή σύμφωνα με το σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ................................. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο