← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Βίκτωρας Βαρέλιας κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 36774/12, 14/11/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Βίκτωρας Βαρέλιας κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 36774/12, 14/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 36774/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας - ν -

  1. Βίκτωρας Βαρέλιας
  2. Ανδρέας Δημητρίου
  3. Μιχάλης Χατζηρούσος Κατηγορούμενοι ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 14 Νοεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Αντ. Μιχαήλ Για Κατηγορούμενο 2: κ. Α. Παπαχαραλάμπους Για Κατηγορούμενο 3: κ. Μ. Σπύρου Κατηγορούμενοι 2 και 3: Παρόντες ---------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 (ο Κατηγορούμενος 1, παραδέχθηκε ενοχή σε κάποιες κατηγορίες, και αφού διεκόπησαν, από τον Γενικό Εισαγγελέα, οι υπόλοιπες που αντιμετώπιζε, του επιβλήθηκε, ποινή στις 11/3/2014 - κατέθεσε δε ως μάρτυρας κατηγορίας 6 κατά την ακροαματική διαδικασία που διεξήχθη σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2 κα 3), αντιμετωπίζουν, πλέον, τόσο από κοινού, όσο και έκαστος ξεχωριστά, τις πιο κάτω κατηγορίες: ο Κατηγορούμενος 2, τις κατηγορίες 218, 220, 222, 224, 226, 228, 230, 232, 234, 236, 238, 240, 242, 244, 246, 248, 250, 252, 254, 256, 258, 260, 262, 264, 266, 268, 270, 272, 274, 276, 278, 280, 282, 284, 286, 288, 290, 292, 294, 296, 298, 300, και 302, και ο Κατηγορούμενος 3, τις κατηγορίες 218, 220, 222, 224, 226, 228, 230, 232, 234, 236, 238, 240, 242, 244, 246, 248, 250, 252, 254, 256, 258, 260, 304, 306, 308, 310, 312 και
  4. Πρόκειται στην ουσία για κατηγορίες σχετικές με το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 105, του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  5. Σημειώνεται για σκοπούς πληρότητας ότι, στην έκθεση αδικήματος κάθε κατηγορίας, περιλαμβάνεται και το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Τέλος, για να είναι ευκολότερη η κατανόηση της παρούσας, σημειώνεται ότι, ούτε λίγο ούτε πολύ, αυτό που αποδίδεται στους Κατηγορούμενους 2 και 3 (σε κάποιες περιπτώσεις ότι έδρασαν από κοινού, ενώ σε άλλες, ο κάθε ένας, μόνος του) είναι η έκδοση, 49, συνολικά, Πιστοποιητικών Ικανότητας ή Εγγραφής, Εργοληπτών Ηλεκτρολόγων ή Συντηρητών Ηλεκτρικών συσκευών ή τέλος, Ανώτερου Τεχνικού Ηλεκτρολογίας, τα οποία, ως διαφάνηκε κατόπιν έρευνας, εμπεριείχαν ψευδή στοιχεία και ότι η εν λόγω έκδοση τους, έγινε κατά κατάχρηση της εξουσίας που ανάγετο στα καθήκοντα των Κατηγορουμένων, οι οποίοι, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν δημόσιοι λειτουργοί. Οι Κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν ενοχή στις εναντίον τους κατηγορίες, οπότε και διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκαν και έδωσαν δια ζώσης μαρτυρία έξι μάρτυρες κατηγορίας, ως ακολούθως. Ο Λοχίας 1517 Πιερής Νεοκλέους (ΜΚ1), ο Ανδρέας Μαρδαπήττας (ΜΚ2), ο Μιχάλης Κυλίλης (ΜΚ3), ο Αστ. 3848 Κώστας Παπαγεωργίου (ΜΚ4), ο Σταύρος Όθωνος (ΜΚ5) και τέλος, ο πρώην Κατηγορούμενος 1, Βίκτωρας Βαρέλιας (ΜΚ6). Κατατέθηκε επίσης, μεγάλος όγκος παραδεκτών γεγονότων. Κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, αφού το Δικαστήριο, για τους λόγους που αναφέρει στην σχετική ενδιάμεση απόφασή του, αθώωσε και απάλλαξε τους Κατηγορούμενους 2 και 3 από συγκεκριμένες κατηγορίες, κάλεσε τούτους σε απολογία στις κατηγορίες που προσδιορίστηκαν, ειδικώς, ανωτέρω. Οι Κατηγορούμενοι, επέλεξαν και άσκησαν το δικαίωμα της ανώμοτης δήλωσης και δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε ένορκη μαρτυρία. Επί πολλών ουσιωδών γεγονότων, οι δυο πλευρές συμφωνούν. Εξ' ου και καταχώρησαν σχετικό κατάλογο παραδεχτών γεγονότων. Αδιαμφισβήτητα γεγονότα, προκύπτουν και από την αναντίλεκτη, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία, αλλά και τις διάφορες κοινές θέσεις που προώθησαν οι πλευρές. Θεωρώ ορθότερο, ευθύς αμέσως, να παραθέσω αυτά τα παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα, ώστε να μπορούν να προσδιοριστούν ευχερέστερα τα αμφισβητούμενα επίδικα γεγονότα, που περιβάλλουν την υπόθεση. Για να ασκήσει κάποιος το επάγγελμα του Εργολήπτη Ηλεκτρολόγου ή του Συντηρητή Ηλεκτρικών συσκευών ή τέλος, του Ανώτερου Τεχνικού Ηλεκτρολογίας, θα πρέπει να κατέχει σχετικό Πιστοποιητικό Εγγραφής, το οποίο εκδίδεται από την Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία (στο εξής «η ΗΜΥ»). Για να είναι δυνατή η έκδοση ενός τέτοιου Πιστοποιητικού Εγγραφής, θα πρέπει ο ενδιαφερόμενος να αποκτήσει, αρχικά, σχετικό Πιστοποιητικό Ικανότητας άσκησης ενός τέτοιου επαγγέλματος. Τούτο αποκτάται αν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων, σε κάποιες περιπτώσεις, είναι και η επιτυχία σε εξετάσεις, που κατά καιρούς διενεργεί η ΗΜΥ. Εκεί που για σκοπούς απόκτησης του Πιστοποιητικού Ικανότητας, είναι αναγκαία η επιτυχία σε εξετάσεις, ανάλογα με το αποτέλεσμα των εξετάσεων, ο κάθε ενδιαφερόμενος, είτε αποτυγχάνει να αποκτήσει ένα τέτοιο πιστοποιητικό, είτε επιτυγχάνει, με συγκεκριμένο όμως όριο ευθύνης (τάση και ισχύς ηλεκτρισμού), καθώς επίσης και χώρο ευθύνης. Τόσο το όριο, όσο και ο χώρος ευθύνης, ενός ενδιαφερομένου, συναρτάται άμεσα με τα αποτελέσματα των εξετάσεων που παρακάθισε. Για τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι, η ΗΜΥ διοργάνωσε δύο τέτοιες εξετάσεις. Μία το έτος 2005 και μία το
  6. Υπεύθυνος Τομέας για την οργάνωση και διεξαγωγή των εξετάσεων ήταν ο Τομέας Νομοθεσίας της ΗΜΥ. Υπεύθυνος λειτουργός του εν λόγω τομέα για την διεξαγωγή των εξετάσεων του 2005, ήταν ο Κατηγορούμενος
  7. Οι εξετάσεις του 2005 αποτελούνταν από δύο μέρη, την γραπτή εξέταση και την προφορική. Το 2007, οι εξετάσεις διεξήχθησαν γραπτώς. Περί τα τέλη του 2005, ο Κατηγορούμενος 3, μετακινήθηκε σε άλλο τομέα της ΗΜΥ. Μεταξύ των ετών 2003 και 2010, εκδόθηκε μεγάλος αριθμός Πιστοποιητικών Εγγραφής και Ικανότητας (σε μεγάλο αριθμό ηλεκτρολόγων) για τις τρεις πιο πάνω αναφερόμενες ειδικότητες με διάφορα όρια και χώρους ευθύνης. Μεταξύ τούτων, ήταν και τα επίδικα πιστοποιητικά. Περί το 2010, κάποια Κωνσταντίνα Σπύρου, η οποία εργαζόταν στην ΗΜΥ και συγκεκριμένα στον Τομέα Νομοθεσίας, στα πλαίσια ενεργειών της για σκοπούς ανανέωσης ενός Πιστοποιητικού Εγγραφής για συγκεκριμένο ενδιαφερόμενο ηλεκτρολόγο, διαπίστωσε ότι, στον προσωπικό φάκελο του εν λόγω ηλεκτρολόγου, δεν υπήρχε σχετικό Πιστοποιητικό Ικανότητας , που ως υπεδείχθη ανωτέρω, αποτελούσε και αποτελεί ακόμα προϋπόθεση για την έκδοση Πιστοποιητικού Εγγραφής. Η Σπύρου, διενήργησε περαιτέρω έρευνα, κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας, και εντόπισε και άλλες τέτοιες παρατυπίες, που σχετίζονταν με έκδοση Πιστοποιητικών Εγγραφής και/ή Ικανότητας και ετοίμασε σχετικό γραπτό σημείωμα, το οποίο και απέστειλε στον τότε προϊστάμενο της Αντρέα Λουκά. Ακολούθησε ενημέρωση της Διεύθυνσης της ΗΜΥ και η διεξαγωγή έρευνας με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο επαγγελματίες ηλεκτρολόγοι είχαν εξασφαλίσει παράνομα Πιστοποιητικά Ικανότητας και/ή Εγγραφής χωρίς να πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις. Το αποτέλεσμα της έρευνας, ήταν να διαφανεί ότι, μεταξύ άλλων, εκδόθηκαν και τα πιστοποιητικά ικανότητας και/ή εγγραφής που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι. Το που εντοπίζονται οι παρατυπίες και ειδικότερα γιατί θεωρείται ότι η έκδοση τους είναι παράνομη, διαφωτιστικές είναι οι λεπτομέρειες των κατηγοριών του κατηγορητηρίου, αλλά και τα παραδεχτά γεγονότα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. τεκμήριο 150). Ούτε λίγο, ούτε πολύ, οι παρατυπίες που εντοπίζονται σε σχέση με τα επίδικα πιστοποιητικά εγγραφής ή ικανότητας, μπορούν να διαχωριστούν στις ακόλουθες κατηγορίες: α) στην έκδοση πιστοποιητικών εγγραφής εργολήπτη ηλεκτρικών εγκαταστάσεων ή συντηρητή ηλεκτροσυσκευών, χωρίς να έχει εκδοθεί προηγουμένως σχετικό πιστοποιητικό ικανότητας και χωρίς να πληρούν, οι κατόχοι τους, εν πάση περιπτώσει, τις προϋποθέσεις για απόκτηση τέτοιου πιστοποιητικού ικανότητας, β) στην παραχώρηση νέων ορίων ή αναβάθμιση υφιστάμενων ορίων ευθύνης, παρά το γεγονός ότι η βαθμολογία που εξασφαλίστηκε στις σχετικές εξετάσεις δεν δικαιολογούσε την ρηθείσα παραχώρηση ή αναβάθμιση, γ) στην παραχώρηση ή αναβάθμιση ορίων ευθύνης πιστοποιητικών ικανότητας, χωρίς ο ενδιαφερόμενος να έχει παρακαθίσει καν στις απαραίτητες εξετάσεις, δ) στην έκδοση δύο πιστοποιητικών ικανότητας, για τον ίδιο ενδιαφερόμενο, πλην όμως με διαφορετικό περιεχόμενο, με βάση, όμως, τα αποτελέσματα της ίδιας εξέτασης, ε) στην έκδοση ενός πιστοποιητικού εγγραφής Ανώτερου Τεχνικού Ηλεκτρολογίας, χωρίς ο αποκτών να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα και στ) στην έκδοση πιστοποιητικών ικανότητας, τα οποία υπογράφτηκαν για την Αρχή Αδειών (αρμόδια Αρχή για την έκδοση τέτοιων πιστοποιητικών) από τον Κατηγορούμενο 3, αντί από τον τότε Διευθυντή της ΗΜΥ, ως η σχετική νομοθεσία ορίζει. Κάθε Πιστοποιητικό Εγγραφής που εκδίδεται, ισχύει για ένα χρόνο και έχει ημερομηνία λήξης, την 31η ημέρα του Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Πριν το 2004 και/ή κατά το έτος αυτό (τούτο παρέμεινε αδιευκρίνιστο συνεπεία απουσίας σχετικής σαφούς μαρτυρίας), ο Βάσος Βασιλειάδης, λειτουργός της ΗΜΥ (ο οποίος σημειώνεται ότι δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας), είχε ετοιμάσει, κατόπιν οδηγιών του τότε Διευθυντή ΗΜΥ, ένα πρόγραμμα για ηλεκτρονικό υπολογιστή, με σκοπό την ηλεκτρονική καταγραφή των προσωπικών δεδομένων και/ή στοιχείων των ηλεκτρολόγων (στο εξής «το ηλεκτρονικό αρχείο ηλεκτρολόγων»). Το εν λόγω πρόγραμμα, είχε τοποθετηθεί στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Μ.Κ.
  8. Στον ίδιο ηλεκτρονικό υπολογιστή εγκαταστάθηκε και ηλεκτρονικό αρχείο, σε μορφή excel, που ετοίμασε ο ΜΚ3, το οποίο εμπεριείχε τα αποτελέσματα των εξετάσεων του
  9. Σύμφωνα πάντα με τα παραδεχτά γεγονότα, αλλά και την αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, υπεύθυνος να ενημερώνει γενικότερα το ηλεκτρονικό αρχείο ηλεκτρολόγων, ήταν ο Μ.Κ.
  10. Πρόσβαση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Μ.Κ.6, στον οποίο ήταν εγκατεστημένο γενικά όλο το ηλεκτρονικό αρχείο ηλεκτρολόγων, είχε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο γνώριζε τον κωδικό πρόσβασης του συγκεκριμένου υπολογιστή. Αφ' ης στιγμής κάποιος γνώριζε τον εν λόγω κωδικό πρόσβασης ή ο υπολογιστή ήταν σε λειτουργία έχοντας προηγουμένως κάποιος άλλος καταχωρίσει τον εν λόγω κωδικό, ήταν δυνατή η μεταβολή/αλλοίωση των στοιχείων των ηλεκτρολόγων, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα εντοπισμού του, μιας και τα προγράμματα μέσω των οποίων λειτουργούσε το αρχείο, δεν περιείχαν ασφαλιστική δικλίδα, διά της οποίας να είναι δυνατή η ταυτοποίηση του προσώπου που προβαίνει στην αλλοίωση των στοιχείων των ηλεκτρολόγων ή έστω του χρόνου που διενεργείται η αλλοίωση. Το πρόγραμμα, απλά παρουσίαζε την τελευταία καταγραφή. Αποτελεί κοινή θέση των δύο πλευρών ότι, τα στοιχεία του συγκεκριμένου ηλεκτρονικού αρχείου αλλοιώθηκαν, χωρίς ωστόσο να είναι δυνατός ο προσδιορισμός, τόσο ως προς το πότε έγιναν οι ρηθείσες αλλοιώσεις, όσο και ως προς το πόσες τέτοιες αλλοιώσεις (πόσες φορές) διενεργήθηκαν. Αυτό για το οποίο συμφωνούν και οι δύο πλευρές είναι ότι, τέτοιες αλλοιώσεις, έγιναν πέραν της μιας φοράς και σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Μέχρι και το 2009 - 2010, που, κατόπιν πρωτοβουλίας του ΜΚ2, άλλαξε ο τρόπος απόκτησης αριθμού εγγραφής από ένα ηλεκτρολόγο, κάθε ενδιαφερόμενος για απόκτηση πιστοποιητικού ικανότητας, αποκτούσε αριθμό εγγραφής ηλεκτρολόγου, ο οποίος καταχωρείτο στο ηλεκτρονικό αρχείο, άμα τη υποβολεί της αιτήσεως του για απόκτηση ενός τέτοιου πιστοποιητικού, ανεξάρτητα αν ακολούθως επιτύγχανε στις εξετάσεις που παρακάθισε. Μετά το 2009 - 2010, για να αποκτήσει πλέον ένας ενδιαφερόμενος, αριθμό εγγραφής ηλεκτρολόγου, θα πρέπει πρώτα να παρακαθίσει σε εξετάσεις και να λάβει βαθμολογία που του επιτρέπει την απόκτηση πιστοποιητικού ικανότητας. Τότε και μόνο τότε θα είναι δυνατό, τα στοιχεία του, περιλαμβανομένου και του αριθμού εγγραφής που θα αποκτήσει, να καταχωρηθούν στο ηλεκτρονικό αρχείο ηλεκτρολόγων. Συνεπεία του τρόπου με τον οποίο αποκτάτο αριθμός εγγραφής ηλεκτρολόγου, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, το ηλεκτρονικό αρχείο ηλεκτρολόγων εμπεριείχε στοιχεία και αριθμούς εγγραφής πολλών ενδιαφερομένων ηλεκτρολόγων, παρά το γεγονός ότι, είτε δεν παρακάθισαν καν σε εξετάσεις (βλέπε σχετική καταχώρηση στον πίνακα που επισυνάπτει ο ΜΚ3 στην κατάθεση του Έγγραφο Γ, η οποία αποτελεί μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου σε σχέση με τον Μενέλαο Αντωνίου με αριθμό μητρώου 4365 - σχετική είναι η κατηγορία 218), είτε παρακάθισαν και απέτυχαν σε αυτές. Η πάγια πρακτική των λειτουργών του Τομέα Νομοθεσίας της ΗΜΥ, οι οποίοι εξέδιδαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, πιστοποιητικά εγγραφής ηλεκτρολόγων, ήταν η αναζήτηση πληροφόρησης ως προς την δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να αποκτήσει ένα τέτοιο πιστοποιητικό, από το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού αρχείου ηλεκτρολόγων, θεωρώντας ότι τούτο, είναι ενημερωμένο ορθώς. Αυτό γινόταν μέχρι και το 2011, με αποτέλεσμα, μέχρι τότε, να ανανεώνονται πιστοποιητικά εγγραφής επί παρανόμως εκδοθέντων πιστοποιητικών ικανότητας και/ή χωρίς καν να κατέχει ο ενδιαφερόμενος οποιοδήποτε, παράνομο ή μη, πιστοποιητικό ικανότητας. Στην ουσία, αν ένας αρμόδιος λειτουργός του τομέα Νομοθεσίας της ΗΜΥ, κατέληγε, με βάση το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού αρχείου ηλεκτρολόγων ότι συγκεκριμένος ενδιαφερόμενος νομιμοποιείτο να λάβει πιστοποιητικό εγγραφής εργολήπτη ηλεκτρικών εγκαταστάσεων ή συντηρητή ηλεκτροσυσκευών, τότε θα προχωρούσε στην έκδοση του εν λόγω πιστοποιητικού, θεωρώντας ότι τα αναγραφόμενα στο συγκεκριμένο ηλεκτρονικό αρχείο, αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα ενός εκάστου, εκεί αναφερομένου, ηλεκτρολόγου. Τόσο ο ΜΚ2, όσο και η Κωνσταντίνα Σπύρου, προχώρησαν, με βάση την πιο πάνω πρακτική και εξέδωσαν πιστοποιητικά εγγραφής βασισμένοι στο αλλοιωμένο ηλεκτρονικό αρχείο ηλεκτρολόγων. Επί ενός άλλου θέματος τώρα, με εξαίρεση μεμονωμένες περιπτώσεις, οι πλείστοι ηλεκτρολόγοι, στους οποίους αναφέρονται οι λεπτομέρειες των κατηγοριών, και δη τα πρόσωπα στο όνομα των οποίων εκδόθηκαν τα επίδικα πιστοποιητικά εγγραφή και/ή ικανότητας, δεν γνωρίζουν τους Κατηγορούμενους και δεν απαίτησαν την έκδοση του πιστοποιητικού εγγραφής και/ή ικανότητας που εκδόθηκε για αυτούς, ούτε και έδωσαν οποιοδήποτε αντάλλαγμα για την έκδοση τους. Μετά την καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία, ακολούθησε η λήψη καταθέσεων, τόσο από τους Κατηγορούμενους (περιλαμβανομένου και του πρώην Κατηγορούμενου 1/ΜΚ6), όσο και από διάφορα άλλα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και αριθμού λειτουργών της ΗΜΥ. Η Αστυνομία, δεν προχώρησε στη διερεύνηση των ισχυρισμών της ΗΜΥ περί του ψευδούς ή μη του περιεχομένου των επίδικων πιστοποιητικών. Ούτε εξέτασε δικανικά ή άλλως πως τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της ΗΜΥ και γενικά τον τρόπο λειτουργίας των προγραμμάτων που χρησιμοποιούντο για σκοπούς τήρησης του ηλεκτρονικού αρχείου ηλεκτρολόγων. Ούτε συνέκρινε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, το περιεχόμενο των επίδικων πιστοποιητικών με το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων έκαστου ηλεκτρολόγου που απέκτησε τέτοιο πιστοποιητικό. Η Αστυνομία, θεωρώντας ως δεδομένα τα ευρήματα της εσωτερικής έρευνας της ΗΜΥ σε σχέση με το ψευδές του περιεχομένου των επιδίκων πιστοποιητικών και έχοντας υπόψη ότι, πριν την καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία, η ΗΜΥ προέβη σε διορθωτικές κινήσεις και σε εφαρμογή συγκεκριμένων ασφαλιστικών δικλίδων αναφορικά με τον τρόπο τήρησης του ηλεκτρονικού αρχείου ηλεκτρολόγων, αλλά και διεξαγωγής των αναγκαίων εξετάσεων, έκρινε ότι δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό η οποιαδήποτε περαιτέρω σχετική εξέταση από πλευράς της Αστυνομίας. Με βάση πάντα τα παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα, αλλά και τους σχετικούς αναντίλεκτους, από τους μάρτυρες κατηγορίας, ισχυρισμούς, μεγάλος αριθμός εκ των επιδίκων πιστοποιητικών ικανότητας φέρει τη μονογραφή του Κατηγορουμένου
  11. Σεβαστός δε αριθμός πιστοποιητικών εγγραφής, εκδόθηκαν από διάφορους λειτουργούς του τομέα Νομοθεσίας της ΗΜΥ, επί τη βάσει του περιεχομένου προγενεστέρως εκδοθέντος πιστοποιητικού ικανότητας, με ψευδή στοιχεία, επί του οποίου αναγνωρίστηκε η μονογραφή του Κατηγορουμένου 2 και για το οποίο υπήρχε σχετική καταχώρηση στο ηλεκτρονικό αρχείο ηλεκτρολόγων. Κατά την έκδοση των ρηθέντων πιστοποιητικών εγγραφής, δεν εξεταζόταν, από του συγκεκριμένους λειτουργούς, το περιεχόμενο του σχετικού πιστοποιητικού ικανότητας που φέρει την μονογραφή του Κατηγορούμενου 2, αφού, συνεπεία της σχετικής καταχώρησης στο ηλεκτρονικό αρχείο ηλεκτρολόγων, κρίνετο ότι, τούτο εκδόθηκε ορθώς και κατ' ακολουθία, ο ενδιαφερόμενος ηλεκτρολόγος νομιμοποιείτο να αποκτήσει το πιστοποιητικό εγγραφής. Επίσης, σε μεγάλο αριθμό εκ των επιδίκων πιστοποιητικών εγγραφής, αναγνωρίστηκε η μονογραφή του Κατηγορουμένου
  12. Ως προς τον ακριβή αριθμό των πιστοποιητικών ικανότητας και εγγραφής που φέρουν τη μονογραφή του Κατηγορούμενου 2, προωθήθηκαν πέραν της μίας εκδοχής, γι' αυτό και αποφεύγεται στο σημείο αυτό να προσδιοριστεί επακριβώς τούτος. Σεβαστός επίσης αριθμός εκ των επιδίκων πιστοποιητικών ικανότητας, φέρει την υπογραφή του Κατηγορουμένου 3, ως τεθείσα «για διευθυντή» της ΗΜΥ. Για τους ίδιους λόγους που αναφέρω ανωτέρω, αποφεύγεται στο σημείο αυτό, ο επακριβής προσδιορισμός του αριθμού τους. Για τα πιο πάνω γεγονότα, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Κρίνω ορθό στο σημείο αυτό, να παραθέσω, όσο το δυνατό συνοπτικότερα, τις εκδοχές των δυο πλευρών. Είμαι της γνώμης ότι, με αυτόν τον τρόπο, θα είναι ευκολότερη η μεταγενέστερη παράθεση του σκεπτικού του Δικαστηρίου. Κατά την Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος 2, εκμεταλλευόμενος την εξουσία που του παρείχε η θέση που κατείχε στο Τομέα Νομοθεσίας της ΗΜΥ, εν γνώσει του, προέβη σε αυθαίρετη πράξη και δή εσκεμμένα εξέδιδε τα επίδικα πιστοποιητικά εγγραφής, καθιστώντας, με τον τρόπο αυτό, διάφορα φυσικά πρόσωπα, δυνάμενα να εργάζονται ως ηλεκτρολόγοι και/ή συντηρητές, ενώ γνώριζε ότι τα αναγραφόμενα επί των επίδικων πιστοποιητικών εγγραφής ή κάποια εξ' αυτών, ήταν ψευδή και ότι το πρόσωπο που αποκτούσε τούτα, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για να τα κατέχει. Με τον τρόπο αυτό, πάντα κατά την Κατηγορούσα Αρχή, παραβλάπτονταν τα δικαιώματα της ΗΜΥ. Σε σχέση με τα πιστοποιητικά ικανότητας, η Κατηγορούσα Αρχή ισχυρίζεται ότι, ο Κατηγορούμενος 2, αφού πρώτα συμπλήρωνε το περιεχόμενο των πιστοποιητικών ικανότητας, με, εν γνώσει του, ψευδή στοιχεία, έθετε επ' αυτών τη μονογραφή του και ακολούθως προωθούσε τούτα, είτε προς τον εκάστοτε διευθυντή της ΗΜΥ, είτε προς τον Κατηγορούμενο 3, οι οποίοι υπέγραφαν επ' αυτών, συντελώντας έτσι την έκδοση των εν λόγω πιστοποιητικών ικανότητας. Ως προς τον Κατηγορούμενο 3, στον βαθμό που πιστοποιητικά ικανότητας φέρουν την υπογραφή του, η Κατηγορούσα Αρχή, αποδίδει τις ίδιες προθέσεις που αποδίδει και στον Κατηγορούμενο 2 και δή ότι εν γνώσει του και εσκεμμένα, υπέγραφε τούτα, γνωρίζοντας ότι το περιεχόμενο τους ήταν ψευδές. Η βασική μαρτυρία επί της οποίας εναποθέτει η Κατηγορύσα Αρχή τις όποιες ελπίδες της για να επιτύχει την καταδίκη του Κατηγορούμενου 2, είναι αυτή του ΜΚ6, ο οποίος ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι περί τις αρχές του 2008, ο Κατηγορούμενος 2 του ζήτησε να αλλοιώσει το ηλεκτρονικό αρχείο Ηλεκτρολόγων εις τρόπο ώστε να εκδοθούν, παρανόμως, 19 πιστοποιητικά εγγραφής για συγκεκριμένους ηλεκτρολόγους από την Επαρχία Πάφου, αίτημα, το οποίο, κατόπιν της επιμονής του Κατηγορουμένου 2, ικανοποίησε. Επιπροσθέτως, για τον Κατηγορούμενο 3 προωθείται και η θέση ότι, η ενέργεια του να υπογράφει επί των πιστοποιητικών ικανότητας για διευθυντή της ΗΜΥ, αποτελούσε, εν γνώσει του, ανεπίτρεπτη και παράνομη ενέργεια, καθότι με βάση τον σχετικό Νόμο και Κανονισμούς, τέτοιο δικαίωμα είχε μόνο ο εκάστοτε διευθυντής της ΗΜΥ. Είναι και αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 3, η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι, συνεπεία των αυθαίρετων πράξεων στις οποίες προέβη, παραβλάφθηκαν τα δικαιώματα της ΗΜΥ. Στην αντίπερα όχθη, κατά την υπεράσπιση του Κατηγορουμένου 2, ουδέποτε ο τελευταίος διενήργησε οποιαδήποτε αυθαίρετη πράξη που του αποδίδεται, και ειδικότερα, ουδέποτε, εν γνώσει του και/ή εσκεμμένα, εξέδωσε οποιοδήποτε πιστοποιητικό ικανότητας ή εγγραφής καταγράφοντας επί τούτου ψευδή στοιχεία. Ο Κατηγορούμενος 2, στα πλαίσια των καθηκόντων του ως λειτουργός στον τομέα Νομοθεσίας της ΗΜΥ, μονογραφούσε πιστοποιητικά ικανότητας και/ή εγγραφής εργοληπτών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων και/ή συντηρητών ηλεκτροσυσκευών, πάντα με γνώμονα τα αποτελέσματα των εξετάσεων που παρακάθονταν οι ενδιαφερόμενοι ηλεκτρολόγοι, ως πληροφορείτο περί τούτων από το περιεχόμενο των ηλεκτρονικού αρχείου ηλεκτρολόγων που τηρείτο στην ΗΜΥ και το οποίο τίθετο ενώπιον του. Μετά τη μονογραφή επί των πιστοποιητικών ικανότητας, τούτα αποστέλλονταν, στο αρμόδιο πρόσωπο για να υπογραφτούν και με αυτό τον τρόπο να συντελεστεί η έκδοση τους. Με την έκδοση ενός τέτοιου πιστοποιητικού ικανότητας, ενημερώνετο σχετικά το ηλεκτρονικό αρχείο ηλεκτρολόγων από τον αρμόδιο υπάλληλο, που δεν ήταν ο Κατηγορούμενος 2, και ακολούθως, κατόπιν σχετικής αιτήσεως του ενδιαφερόμενου ηλεκτρολόγου, εκδίδοντο τα πιστοποιητικά εγγραφής, και πάλιν όμως με γνώμονα το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού αρχείου ηλεκτρολόγων, τα οποία, αφού τίθεντο ενώπιον του (του Κατηγορούμενου 2), τα μονογραφούσε και αποστέλλονταν στου δικαιούχους. Όποτε ο ίδιος μονόγραψε πιστοποιητικό ικανότητας ή εξέδωσε πιστοποιητικό εγγραφής, τούτο έγινε με βάση την πιο πάνω διαδικασία, θεωρώντας ότι το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού αρχείου ηλεκτρολόγων, αντικατόπτριζε τα πραγματικά δεδομένα για κάθε εκεί αναφερόμενο ηλεκτρολόγο. Αυτό που στην ουσία έπραττε ο Κατηγορούμενος 2, πάντα με βάση τη γραμμή υπεράσπισης του, ήταν να ελέγχει, κατά πόσο το περιεχόμενο των πιστοποιητικών ικανότητας συμφωνούσε με τα δεδομένα του ενδιαφερόμενου ηλεκτρολόγου (περιλαμβανομένων και των αποτελεσμάτων στις εξετάσεις), ως τούτα παρουσιάζονταν στο ηλεκτρονικό αρχείο ηλεκτρολόγων. Ως προς τα πιστοποιητικά εγγραφής, τούτα εκτυπώνονταν, με πρωτοβουλία άλλου λειτουργού, αυτόματα και ακολούθως τίθεντο ενώπιον του και τα μονογραφούσε θεωρώντας ότι το περιεχόμενο τους ήταν ορθό. Ο ίδιος δεν είχε χρεωμένο οποιοδήποτε ηλεκτρονικό υπολογιστή, ούτε γνωρίζει πώς να χειρίζεται τούτον και ειδικότερα, δεν γνώριζε τον τρόπο με τον οποίο εκδίδοντο ηλεκτρονικά τα επίδικα πιστοποιητικά. Ποτέ δεν ζήτησε από τον ΜΚ6 να αλλοιώσει τα δεδομένα του ηλεκτρονικού αρχείου ηλεκτρολόγων και να εκδώσει πιστοποιητικά εγγραφής σε μη δικαιούχους ενδιαφερομένους, και θεωρεί την αντίθετη προς τούτο εκδοχή του ΜΚ6, ως προσπάθεια του τελευταίου να ελαφρύνει τη δική του θέση. Υποδεικνύει προς τούτο ότι ο ΜΚ6, κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ήδη ένοχος για την έκδοση συγκεκριμένων πιστοποιητικών, όταν τελούσε υπό την ιδιότητα του ως πρώην Κατηγορούμενος 1 στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Κατά τον Κατηγορούμενο 3, η ενέργεια του να υπογράφει για διευθυντή ΗΜΥ επί πιστοποιητικών ικανότητας, αποτελούσε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποδεκτή και επιτρεπτή πρακτική. Η σχετική διοικητική πράξη με την οποία μεταβιβάστηκε στον εκάστοτε διευθυντή της ΗΜΥ η εξουσία υπογραφής τέτοιων πιστοποιητικών, έγινε γνωστή στον Τομέα Νομοθεσίας της ΗΜΥ, πολύ μετά την έκδοση των επιδίκων πιστοποιητικών. Ως πρώην επικεφαλής του Τομέα Νομοθεσίας της ΗΜΥ, και ως πρόσωπο που ηγείτο της διοργάνωσης και γενικά διεξαγωγής των σχετικών εξετάσεων του 2005, θεώρησε και έκρινε ότι είχε εξουσία και όφειλε να υπογράψει για διευθυντή ΗΜΥ επί των διαφόρων πιστοποιητικών ικανότητας που τέθηκαν (συμπληρωμένα και φέροντα σχετική μονογραφή Λειτουργού του τομέα Νομοθεσίας), ενώπιον του, έστω και αν κατά το χρόνο που υπέγραψε τούτα, είχε ήδη μετακινηθεί σε άλλο τομέα της Υπηρεσίας. Δεν προέβη σε οποιονδήποτε έλεγχο ως προς την ορθότητα του περιεχομένου των εν λόγω πιστοποιητικών, θεωρώντας ότι η ορθότητα του περιεχομένου τους ελέγχθηκε ήδη επαρκώς από το Λειτουργό που το ετοίμασε. Αναφορικά δε με τις διάφορες αναβαθμίσεις στις οποίες προέβη στα πλαίσια επανεξέτασης των αποτελεσμάτων των εξετάσεων για κάποιους ηλεκτρολόγους, τούτες έγιναν στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας που είχε, ως ο επικεφαλής του τομέα Νομοθεσίας της ΗΜΥ και ως ο υπεύθυνος για τη διεξαγωγή των εξετάσεων λειτουργός. Θεωρεί δε ότι, όλες οι σχετικές αναβαθμίσεις στις οποίες προέβη ήταν δικαιολογημένες και επιτρεπτές με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του. Σε καμία περίπτωση δεν έπραξε και/ή παρέλειψε να πράξει, εσκεμμένα με σκοπό να εκδοθεί οποιοδήποτε πιστοποιητικό ικανότητας ή εγγραφής με ψευδές περιεχόμενο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Τόσο ο ΜΚ1, όσο και ο ΜΚ4, μου έκαμαν καλή εντύπωση ως μάρτυρες, υπό την έννοια ότι ανέφεραν στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα που ήλθαν στην αντίληψη τους. Πρόκειται στην ουσία για μέλη της Ανακριτικής Ομάδας που ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ως δε υπεδείχθη στα πλαίσια της παράθεσης των αρχικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, οι ενέργειες των εν λόγω αστυνομικών οργάνων, περιορίστηκαν στη λήψη καταθέσεων από διάφορα πρόσωπα, και δεν επεκτάθηκαν σε ενέργειες με σκοπό την επιβεβαίωση ή μη των διαφόρων ευρημάτων της έρευνας που διενεργήθηκε από την ΗΜΥ. Μέσω του ΜΚ1, κατατέθηκε σωρεία τεκμηρίων ενώπιον του Δικαστηρίου, πλειονότητα των οποίων αποτελούν 88 προσωπικοί φάκελοι ενδιαφερομένων ηλεκτρολόγων που τηρούντο στην ΗΜΥ, μέρος των οποίων είναι και τα πρόσωπα που απέκτησαν τα επίδικα πιστοποιητικά, καθώς επίσης και αντίγραφα των επιδίκων πιστοποιητικών. Κατατέθηκε ακόμα, ως τεκμήριο 89, φάκελος ο οποίος περιέχει αλληλογραφία μεταξύ των αρμοδίων κρατικών τμημάτων σε σχέση με τις θέσεις που κατά καιρούς κατέχοντο από διάφορα πρόσωπα στην ιεραρχία της ΗΜΥ. Τέλος κατατέθηκαν και οι καταθέσεις που λήφθηκαν, τόσο από τους Κατηγορούμενους 2 και 3, όσο και από το ΜΚ
  13. Μέσω του εν λόγω μάρτυρα, κατατέθηκαν στην ουσία, τα τεκμήρια 1 μέχρι
  14. Το τεκμήριο 140, αφορά σε ψηφιακό δίσκο ο οποίος περιέχει όλες τις πληροφορίες που σχετίζονται με τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν το 2005, ο οποίος παραδόθηκε στο ΜΚ1 από τον ΜΚ3, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Η αξιοπιστία των ΜΚ1 και ΜΚ4 δεν κλονίστηκε σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης τους. Κρίνεται φυσικά σημαντικό να αναφερθεί, ότι δεν επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο από τους συνηγόρους Υπεράσπισης. Σημειώνεται ακόμα ότι, ο ΜΚ4 δεν αντεξετάστηκε από κανένα εκ των συνηγόρων υπεράσπισης, μιας και το μόνο που ανέφερε, ήταν ότι έλαβε διάφορες καταθέσεις από αριθμό ενδιαφερομένων ηλεκτρολόγων. Η δε αντεξέταση του ΜΚ1, αναλώθηκε, ως επί το πλείστον, αφενός στο να υποδειχθεί η μη διερεύνηση από πλευράς της Αστυνομίας της ορθότητας των αποτελεσμάτων της έρευνας που διεξήγαγε η ΗΜΥ και αφετέρου να τεθεί η γραμμή υπεράσπισης των δύο Κατηγορουμένων με υποβολές προς το μάρτυρα περί ύπαρξης τρωτών σημείων και/ή γενικά ισχυριζόμενων αδυναμιών που παρουσιάζει η μαρτυρία που εξασφαλίστηκε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Τη μαρτυρία τους, στο βαθμό που τούτη αφορά σε ισχυρισμούς τους επί γεγονότων και όχι σε εκφράσεις γνώμης, την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο ΜΚ2, μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Πρόκειται στην ουσία για Λειτουργό της ΗΜΥ ο οποίος ανέλαβε το βάρος, αρχικά να υποβάλει την καταγγελία της ΗΜΥ προς την Αστυνομία και ακολούθως, μέσω των καταθέσεων του, να ενημερώσει την Αστυνομία για όλες τις παρατυπίες που έγιναν αντιληπτές κατά τη διερεύνηση που διενεργήθηκε από την ΗΜΥ. Σημειώνω εξ αρχής ότι, ούτε αυτού του μάρτυρα η αξιοπιστία κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο και ότι, εν πάση περιπτώσει δεν επιδιώχθηκε κάτι τέτοιο από τους συνηγόρους υπεράσπισης. Οι ερωτήσεις που του τέθηκαν, στο στάδιο της αντεξέτασης του, ήταν διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού χαρακτήρα. Επιδιώχθηκε δε από τους συνηγόρους Υπεράσπισης, μέσω των ερωτήσεων και υποβολών που έθεσαν στο ΜΚ2, να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, διαφωτιστική ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, εκδίδοντο τα πιστοποιητικά ικανότητας και εγγραφής. Την άποψη της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά και των συνηγόρων Υπεράσπισης, περί του ότι ο μάρτυρας τούτος είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, συμμερίζεται και στο Δικαστήριο. Με βάση το περιεχόμενο μιας εκ των καταθέσεων του (έγγραφο Βii) ετοιμάστηκε το μεγαλύτερο μέρος των παραδεκτών γεγονότων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ως τεκμήριο
  15. Για τους λόγους που θα φανούν κατωτέρω, καθίσταται αχρείαστη η λεπτομερής παράθεση της μαρτυρίας του σε σχέση με τις παρατυπίες και/ή τα ψευδή στοιχεία που παρατηρούνται σε κάθε επίδικο πιστοποιητικό. Αρκεί να σημειωθεί ότι, με εξαίρεση τις αρχικές αναφορές του μάρτυρα περί αναβάθμισης των αποτελεσμάτων κάποιων δοκιμίων ενδιαφερομένων ηλεκτρολόγων από τον Κατηγορούμενο 3, για τις οποίες αντεξετάστηκε από το συνήγορο του και έδωσε εξηγήσεις στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, οι λοιπές παρατηρήσεις και απόψεις του ως προς το ψευδές του περιεχομένου των λοιπών επιδίκων πιστοποιητικών, στην ουσία δεν αμφισβητήθηκαν. Εξ άλλου, η βασική υπεράσπιση και των δύο Κατηγορουμένων, δεν είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τον ισχυρισμό της περί έκδοσης πιστοποιητικών με ψευδή στοιχεία, αλλά να αποδείξει την ύπαρξη της απαραίτητης ένοχης σκέψης που αποδίδεται στους Κατηγορούμενους, όταν ενεργούσαν ως τους αποδίδουν οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ο ΜΚ2, κατά την αντεξέταση του, διευκρίνισε ότι, τα όσα αναφέρει στις καταθέσεις του περί του τρόπου που διεξάγονται οι εξετάσεις, αλλά και του τρόπου που πρέπει να εκδίδονται τα πιστοποιητικά ικανότητας και εγγραφής, αφορούν στις διαδικασίες που ακολουθούνται στην ΗΜΥ από τα μέσα του 2007 και εντεύθεν (μετά την διενέργεια των εξετάσεων του 2005 και 2007), όταν και ο ίδιος μετακινήθηκε στον τομέα Νομοθεσίας. Διευκρίνισε ακόμα ότι, αναφορικά με το τι συνέβαινε κατά τα έτη 2004 μέχρι και 2007, δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο και ότι, τα όσα γνωρίζει σχετικά, αφορούν σε πληροφορίες που έλαβε από τρίτους, χωρίς να κατονομάσει τούτους. Εξήγησε ακόμα ότι, από την σχετική με την υπό εξέταση έρευνα που διεξήγαγε η ΗΜΥ, προέκυψε το ανασφαλές του τρόπου που τηρείτο το ηλεκτρονικό αρχείο ηλεκτρολόγων, η ευκολία πρόσβασης του οποιουδήποτε, ακόμα και προσώπου άσχετου με τον τομέα Νομοθεσίας, αλλά και της αδυναμίας ταυτοποίησης του προσώπου ή προσώπων που αλλοίωσε/αν, κατά καιρούς, το περιεχόμενο του εν λόγω αρχείου. Ανάφερε επιπροσθέτως ότι, και ο χώρος που φυλάγονταν οι προσωπικοί φάκελοι των ηλεκτρολόγων δεν ήταν ασφαλής και ήταν εύκολο, για τον οποιοδήποτε, να προσθέσει ή να αφαιρέσει από αυτούς έγγραφα. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, από την έρευνα που διενέργησε η ΗΜΥ, δεν προέκυψε ο τρόπος και/ή η μέθοδος με την οποία θα έπρεπε να εκδίδονται, πριν το 2007, τα πιστοποιητικά ικανότητας και εγγραφής και ότι δεν υπήρχαν, γραπτές ή άλλως πως, οδηγίες και/ή κανόνες σε σχέση με το θέμα αυτό. Εξεδήλωσε δε πλήρη άγνοια ως προς την πηγή πληροφόρησης των αρμόδιων λειτουργών του Τομέα Νομοθεσίας της ΗΜΥ όταν ετοίμαζαν και/ή εξέδιδαν πιστοποιητικά ικανότητας ή εγγραφής. Αποδέχθηκε ωστόσο ότι, αποτελούσε πάντοτε πάγια πρακτική να εκδίδονται πιστοποιητικά με γνώμονα τα δεδομένα των ηλεκτρολόγων, ως τούτα παρουσιάζονταν στο σχετικό ηλεκτρονικό αρχείο. Σε μεγάλο βαθμό, η μαρτυρία του ΜΚ2, καλύπτεται από τα αρχικά ευρήματα μου. Στο βαθμό που δεν καλύπτεται από αυτά, σημειώνω τα εξής: Ως προς το κατά πόσο, συνεπεία των αλλοιώσεων στο ηλεκτρονικό αρχείο ηλεκτρολόγων, είναι δυνατόν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 να υπέγραψαν και/ή ετοίμασαν τα επίδικα πιστοποιητικά εν αγνοία τους ότι τούτα περιείχαν ψευδή στοιχεία, αποδέχθηκε την εν λόγω πιθανότητα, πλην όμως υποστήριξε ότι, για τα κάποια εκ των επίδικων παρανόμως εκδοθέντων πιστοποιητικών, το περιεχόμενο του εν λόγω ηλεκτρονικού αρχείου δεν ήταν συναφές. Υποστήριξε επί του προκειμένου ότι, μέρος των επίδικων πιστοποιητικών αφορούν και οι περιπτώσεις, α) που εκδόθηκαν πιστοποιητικά σε πρόσωπα που δεν παρακάθισαν καν σε εξετάσεις, β) που εκδόθηκαν πιστοποιητικά κατόπιν αλλοίωσης της βαθμολογίας των εξετάσεων επί των δοκιμίων και γ) που καταχωρήθηκαν ορθά στο ηλεκτρονικό αρχείο τα αποτελέσματα των εξετάσεων, πλην όμως εκδόθηκαν πιστοποιητικά για αναβαθμισμένα όρια ευθύνης. Ωστόσο, επί της θέσης αυτής του ΜΚ2, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Ως προς την έκδοση πιστοποιητικών σε πρόσωπα που δεν παρακάθισαν σε εξετάσεις και τη θέση του ΜΚ2 ότι το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού αρχείου δεν είναι συναφές, τούτο δε μπορεί να γίνει δεκτό. Και τούτο γιατί, το ηλεκτρονικό αρχείο ηλεκτρολόγων με το αλλοιωμένο περιεχόμενο, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ2, βασίζει την θέση του, επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου 140, το οποίο αποτελεί την αρχική μορφή του αρχείου σε σχέση με τις εξετάσεις του 2005, ως τούτο καταχωρήθηκε στο ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ6, προτού, μέσω του ρηθέντος υπολογιστή, διενεργηθούν οι διάφορες κατά καιρούς αλλοιώσεις. Κατά τον ΜΚ3, η αξιολόγηση της μαρτυρίας του οποίου ακολουθεί (πλην όμως η επί του προκειμένου θέση του παρέμεινε αναντίλεκτη), μετά την εγκατάσταση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 140 στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ6, κράτησε και ο ίδιος ένα αντίγραφο, το οποίο δεν επεξεργάστηκε καθόλου και το οποίο το μετέφερε σε ψηφιακό δίσκο και το παρέδωσε στην αστυνομία. Πρόκειται για το Τεκμήριο
  16. Ποτέ δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε και προωθήθηκε καθοιονδήποτε τρόπο η θέση ότι, κατά την έρευνα που διενήργησε η ΗΜΥ, συνυπολογίστηκε το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού αρχείου, ως τούτο παρουσιάζετο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ
  17. Κατά τον ΜΚ2, στα πλαίσια της ρηθείσας έρευνας, το περιεχόμενο των επιδίκων πιστοποιητικών, συναρτάτο και/ή συγκρίνετο με το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων των ηλεκτρολόγων αλλά και το περιεχόμενο του τεκμηρίου
  18. Άρα, εν απουσία του ηλεκτρονικού αρχείου ηλεκτρολόγων, ως τούτο κατά καιρούς, λόγω διαφόρων αλλοιώσεων, μετετράπη, παρέμεινε άγνωστο αν σ' αυτό, διάφοροι ηλεκτρολόγοι, οι οποίοι δεν παρακάθισαν σε εξετάσεις, παρουσιάζονταν ως επιτυχόντες σε αυτές. Και τούτο γιατί, η απόκτηση αριθμού εγγραφής από ένα ηλεκτρολόγο, δεν συναρτάτο από το αν παρακάθισε σε εξετάσεις, αλλά από το αν δήλωσε ότι σκοπεύει να παρακαθίσει. Είναι μετά το 2009, που διαφοροποιήθηκε η πρακτική αυτή. Αυτό ενδεχομένως, αποτελεί και το λόγο που στο τεκμήριο 140 συμπεριλαμβάνεται και ο Μενέλαος Αντωνίου (με αριθμό μητρώου 4365), ο οποίος, σύμφωνα με τον ΜΚ2, δεν παρακάθισε στις εξετάσεις του 2005, και παρά ταύτα, το ηλεκτρονικό αρχείο που κατείχε ο ΜΚ3, εμπεριέχει σχετική καταχώρηση του που τον παρουσιάζει ως δικαιούχο. Εν πάση περιπτώσει, εν απουσία μαρτυρίας αναφορικά με τον τρόπο που λειτουργούσαν τα προγράμματα με βάση τα οποία τηρείτο το ηλεκτρονικό αρχείο, αλλά και του τρόπου που ο ΜΚ3 ήρθε σε επαφή με τα αποτελέσματα των εξετάσεων του 2005, παρέμεινε εντελώς άγνωστος ο λόγος που στο Τεκμήριο 140 παρουσιάζεται η συγκεκριμένη καταγραφή. Η μη προσκόμιση στο Δικαστήριο του αλλοιωμένου ηλεκτρονικού αρχείου που ήταν εγκατεστημένο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ6, καθιστά, επίσης, αδύνατη την εξαγωγή οποιουδήποτε ευρήματος ή έστω συμπεράσματος, από το γεγονός ότι κάποιοι ηλεκτρολόγοι απέκτησαν πιστοποιητικό ικανότητας και/ή εγγραφής με όρια μεγαλύτερα των όσων δικαιολογούν τα αποτελέσματα των εξετάσεων τους, ως τούτα είναι καταχωρημένα στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  19. Και τούτο γιατί, παρέμεινε άγνωστο αν στο αλλοιωμένο ηλεκτρονικό αρχείο, τα όρια ευθύνης των εν λόγω ηλεκτρολόγων παρουσιάζονταν αναβαθμισμένα και συνάδοντα με το περιεχόμενο των επιδίκων πιστοποιητικών που εκδόθηκαν γι' αυτούς. Όσο τώρα αφορά στις αλλοιώσεις, ως τις χαρακτήρισε ο ΜΚ2, της βαθμολογίας των δοκιμίων συγκεκριμένων ηλεκτρολόγων, ο ΜΚ2, αντεξετάστηκε ειδικά από το συνήγορο του Κατηγορούμενου 3, ο οποίος (ο Κατηγορούμενος 3) φέρεται να είναι το πρόσωπο που προέβη στις αναφερόμενες αλλοιώσεις και/ή αναβαθμίσεις, και ο μάρτυρας απεδέχθη ότι, με βάση τα όσα ίσχυαν στην κάθε τέτοια περίπτωση, η ενέργεια του Κατηγορούμενου 3 να αναβαθμίσει τις συγκεκριμένες βαθμολογίες, ενέπιπτε στη διακριτική του εξουσία να πράξει τούτο και εξέλειπαν μεγάλες αποκλείσεις και/ή ειδικά περιστατικά, που θα καθιστούσαν τις αναβαθμίσεις αδικαιολόγητες. Επομένως, με εξαίρεση την περίπτωση των αναβαθμίσεων της βαθμολογίας των δοκιμίων, για την οποία περίπτωση αναφέρθηκα ειδικά μόλις πιο πάνω, για όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις/κατηγορίες των επιδίκων πιστοποιητικών, ήταν δυνατό να εκδοθούν με βάση το περιεχόμενο του αλλοιωμένου ηλεκτρονικού αρχείου ηλεκτρολόγων. Μια άλλη θέση που προωθήθηκε από τον ΜΚ2 και για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω δεν μπορεί να γίνει δεκτή, είναι η ακόλουθη. Όταν ο εν λόγω μάρτυρας, τόσο κατά το στάδιο που του λαμβάνονταν οι καταθέσεις του, όσο και κατά το στάδιο που κατέθετε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη θέση ότι, η υπογραφή επί των πιστοποιητικών ικανότητας από τον εκάστοτε υπεύθυνο του Τομέα Νομοθεσίας, αποτελούσε αποδεκτή πρακτική και ότι κανένας στο εν λόγω τομέα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν γνώριζε περί της υποχρέωσης, τα εν λόγω πιστοποιητικά να υπογράφονται από τον διευθυντή της ΗΜΥ, ως αντίλογο, προώθησε τη θέση ότι από έρευνα στην οποία προέβη στους προσωπικούς φακέλους των ηλεκτρολόγων, δεν ανηύρε, τόσο για πριν το 2005, όσο και για μετά, οποιοδήποτε πιστοποιητικό ικανότητας που να υπογράφεται από άλλο, από τον εκάστοτε διευθυντή της ΗΜΥ. Πρόσθεσε δε ότι, μόνο επί πιστοποιητικών ικανότητας που εκδόθηκαν με βάση τα αποτελέσματα των εξετάσεων του 2005, βρέθηκε η υπογραφή μη διευθυντή της ΗΜΥ και δη του Κατηγορούμενου
  20. Η εν λόγω όμως θέση του, η οποία ως γεγονός δεν αμφισβητείται, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την εξαγωγή του υπονοούμενου, από αυτόν, συμπεράσματος ότι, τα προηγούμενα από το 2005 χρόνια, αλλά και τα επόμενα αυτού, πιστοποιητικά ικανότητας υπέγραφε μόνο ο εκάστοτε διευθυντής της ΗΜΥ. Και τούτο συνεπεία πολλών άλλων θέσεων που έθεσε ο ίδιος ο μάρτυρας αλλά και που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των παραδεκτών γεγονότων. Και εξηγώ. Σύμφωνα με τα όσα υποστήριξε ο ΜΚ2, κατά την έκδοση ενός πιστοποιητικού ικανότητας, επί του πρωτοτύπου εναποτίθεται η μονογραφή ενός λειτουργού του Τομέα Νομοθεσίας και έπειτα, τούτο παρουσιάζεται ενώπιον του διευθυντής της ΗΜΥ, ο οποίος, θέτει επ' αυτού την υπογραφή του. Το πρωτότυπο, και δη αυτό που φέρει την υπογραφή του διευθυντή, αποστέλλεται στον ενδιαφερόμενο ηλεκτρολόγο, ενώ το αντίγραφο που παραμένει στην ΗΜΥ και πρέπει να καταχωρείται στον φάκελο του ηλεκτρολόγου, στο σημείο που πρέπει να υπογράφει ο διευθυντής της ΗΜΥ, τίθεται μόνο η σφραγίδα αυτού. Είναι ακριβώς γι' αυτό το λόγο, που ζητήθηκε από τους διάφορους ενδιαφερόμενους ηλεκτρολόγους να παρουσιάσουν τα πρωτότυπα πιστοποιητικά που κατείχαν, ώστε να διαφανεί το πρόσωπο που υπέγραψε επ' αυτών και ήταν κατόπιν αυτής της διαδικασίας, και της ανεύρεσης είκοσι τριών τέτοιων πρωτοτύπων πιστοποιητικών ικανότητας, που διάφανη ότι επί τούτων υπέγραψε ο Κατηγορούμενος
  21. Αν δεν αναζητούντο τα πρωτότυπα πιστοποιητικά από τους ηλεκτρολόγους, το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων τούτων, δεν θα ήταν κατατοπιστικό του ποιος υπέγραψε τα διάφορα πιστοποιητικά ικανότητας. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, δεν προωθήθηκε οποιαδήποτε θέση που να θέλει τα πρωτότυπα πιστοποιητικά ικανότητας οποιουδήποτε ηλεκτρολόγου να βρίσκονται στους προσωπικούς φακέλους τους που τηρούντο στην ΗΜΥ. Ούτε προωθήθηκε οποιαδήποτε θέση με βάση την οποία να φέρεται ότι ζητήθηκε από οποιονδήποτε ηλεκτρολόγο να προσκομίσει οποιοδήποτε πιστοποιητικό ικανότητας που απέκτησε σε σχέση με εξετάσεις που διενεργήθηκαν από την ΗΜΥ σε χρονιά άλλη, από το
  22. Οι πιο πάνω παρατηρήσεις του Δικαστηρίου, οι οποίες επαναλαμβάνω προκύπτουν από την ενώπιον μου μαρτυρία (μεγαλύτερο μέρος της οποίας αποτελεί η μαρτυρία του ΜΚ2), δεικνύουν το ανασφαλές της εξαγωγής οποιουδήποτε συμπεράσματος από το γεγονός ότι κατά τον έλεγχο του περιεχομένου των προσωπικών φακέλων των ηλεκτρολόγων, δεν ανευρέθηκαν οποιαδήποτε πιστοποιητικά ικανότητας που να εκδόθηκαν σε χρονιές άσχετες με τις εξετάσεις του 2005 και να μην φέρουν την υπογραφή του διευθυντή της ΗΜΥ. Επικουρικά, σημειώνω και το ότι ο ΜΚ2, στα πλαίσια της λήψης μίας εκ των καταθέσεων του, (Έγγραφο Β iv), παρέδωσε προς την αστυνομία τρία πιστοποιητικά ικανότητας που εκδόθηκαν το 2004 και δη μη αφορώντα τα αποτελέσματα των εξετάσεων του 2005, με ψευδές περιεχόμενο, τα οποία φέροντο να είχαν εκδοθεί από τον ΜΚ5, τότε διευθυντή της ΗΜΥ. Ο ΜΚ2, αναφερόμενος σε αυτά, και απαντώντας στο ερώτημα αν όντως, τούτα, υπεγράφησαν από τον ΜΚ5, ισχυρίστηκε ότι το τμήμα δεν κατέχει τα πρωτότυπα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εκφράσει γνώμη ως προς το ποιος υπέγραψε επ' αυτών, ως Αρχή Αδειών, μιας και επί τούτων απλά υπήρχε μόνο η σφραγίδα του ΜΚ
  23. Αν τώρα στα πιο πάνω, συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ2, ο χώρος στον οποίο φυλάττοντο οι προσωπικοί φάκελοι των ηλεκτρολόγων δεν κλειδώνετο και η είσοδος προς αυτόν ήταν ανεξέλεγκτη και ότι, κατά την έρευνα που διενήργησε διάφανη ότι, διάφορα έγγραφα που θα έπρεπε να είναι αρχειοθετημένα σε αυτούς, δεν ήταν, προκύπτει αβίαστα το λογικό του συμπεράσματος του Δικαστηρίου ότι θα ήταν εντελώς ακροσφαλής η εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος επί του γεγονότος ότι στους προσωπικούς φακέλους των ηλεκτρολόγων δεν ανευρέθηκαν οποιαδήποτε πιστοποιητικά ικανότητας που να υπογράφονται από οποιονδήποτε πρόσωπο, που δεν διετέλεσε διευθυντής της ΗΜΥ. Επομένως, με εξαίρεση τους ειδικώς προσδιορισμένους ανωτέρω συνειρμούς του ΜΚ2, τους οποίους δεν συμμερίζομαι για τους λόγους που ανέφερα μόλις πιο πάνω, τη λοιπή μαρτυρία του και ιδιαίτερα αυτή που αφορά σε γεγονότα και όχι γνώμες, την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο ΜΚ3 επίσης μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Και αυτού του μάρτυρα δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του, μιας και δεν επιδιώχθηκε καθοιονδήποτε τρόπο κάτι τέτοιο. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρά του ήταν εντελώς τυπική και κοινώς αποδεχτή και από τις δύο πλευρές. Πρόκειται για τον λειτουργό του Τομέα Νομοθεσίας της ΗΜΥ, ο οποίος, κατόπιν οδηγιών του Κατηγορούμενου 3, ετοίμασε μηχανογραφημένο πρόγραμμα καταγραφής των αποτελεσμάτων των εξετάσεων του
  24. Και αυτού του μάρτυρα, οι ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ήταν διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού χαρακτήρα. Σύμφωνα με τον ΜΚ3, το πρόγραμμα που ετοίμασε το εγκατέστησε, και πάλι κατόπιν οδηγιών του Κατηγορουμένου 3, στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ
  25. Αντίγραφο, σε ηλεκτρονική μορφή, παρέδωσε στον Κατηγορούμενο 3, πλην όμως, στον τελευταίο, δεν παρέδωσε τους πίνακες επί των οποίων είχε καταχωρήσει τα αποτελέσματα των εξετάσεων του
  26. Κατά τον μάρτυρα, σε μεταγενέστερο χρόνο, αντελήφθη ότι το πρόγραμμα του, μετατράπηκε σε μορφή access (η αρχική μορφή ήταν στην excel), χωρίς ωστόσο να ήταν σε θέση να διαφωτίσει ως προς το πότε και ποιος προέβη στην εν λόγω μετατροπή. Ισχυρίστηκε δε ότι για να είναι δυνατή η εν λόγω μετατροπή, θα πρέπει κάποιος να γνωρίζει καλά το μηχανογραφημένο σύστημα access. Κατά τον ΜΚ3, μετά την εγκατάσταση του αρχείου που ετοίμασε ο ίδιος για τις εξετάσεις του 2005 στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ6, κράτησε και ο ίδιος ένα αντίγραφο στον δικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ένα τέτοιο αντίγραφο, παρέδωσε στον ΜΚ2 περί το 2012 (πρόκειται για αυτό που χρησιμοποιήθηκε στα πλαίσια της εσωτερικής έρευνας που διενήργησε η ΗΜΥ), ενώ ένα άλλο, αφορά στον ψηφιακό δίσκο Τεκμήριο 140, τον οποίο παρέδωσε στον ΜΚ
  27. Ο ίδιος, ουδέποτε προέβη σε οποιεσδήποτε αλλοιώσεις επί του προγράμματος που ετοίμασε. Και αυτού του μάρτυρα, τη μαρτυρία, την αποδέχομαι στην ολότητα της. Αναφορικά με τον ΜΚ5, η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε παρά μόνο σε σχέση με την απόλυτη θέση του ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν γνωστό τοις πάσι στον Τομέα Νομοθεσίας της ΗΜΥ ότι, τα πιστοποιητικά ικανότητας υπογράφονταν πάντοτε από τον εκάστοτε διευθυντή της ΗΜΥ και κανένα άλλο. Ήταν στα πλαίσια αυτού του, του ισχυρισμού, που προώθησε τη θέση ότι, καθ' ον χρόνο ο ίδιος εκτελούσε χρέη διευθυντή ΗΜΥ, ο Κατηγορούμενος 3 δεν υπέγραψε ποτέ, εν γνώσει του και/ή με τη συγκατάθεση του, οποιοδήποτε πιστοποιητικό εκ μέρους του. Για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, η απόλυτη αυτή θέση του δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πρώτο, σημειώνω ότι, από την μαρτυρία του ΜΚ5, προκύπτει ότι δεν είχε οποιαδήποτε άμεση επαφή και/ή ανάμειξη με τα θέματα που αφορούσαν στον Τομέα Νομοθεσίας της ΗΜΥ και/ή με τα καθήκοντα που εκτελούσαν οι λειτουργοί του εν λόγω τομέα. Τουλάχιστον σε τρεις περιπτώσεις, προώθησε κάποιες απόλυτες θέσεις στην προσπάθεια του να υποστηρίξει τον απόλυτο αμφισβητούμενο ισχυρισμό του, οι οποίες, ακολούθως διαφοροποιήθηκαν και/ή καταρρίφθηκαν συνεπεία αποκάλυψης νέων δεδομένων που καθιστούσαν τούτες ανεδαφικές. Παραδείγματος χάρη, ισχυρίστηκε ότι ο εκάστοτε υπεύθυνος του Τομέα Νομοθεσίας, και ειδικότερα ο Κατηγορούμενος 3, είχε δικαίωμα να υπογράφει «για διευθυντή» της ΗΜΥ, μόνο επί επιστολών δευτερευούσης σημασίας και όχι ουσίας ως χαρακτηριστικά ανέφερε. Ήταν δε απόλυτος επί αυτής του της θέσης. Συνόδευσε δε τούτη τη θέση του, και με τον ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος 3 δεν είχε δικαίωμα να υπογράφει «για διευθυντή» επί οποιουδήποτε πιστοποιητικού, ανεξαρτήτως τύπου. Μετά την προώθηση των πιο πάνω θέσεων, του υποδείχθηκαν τα έγγραφα, που αποτελούν το Τεκμήριο 148 ενώπιον του Δικαστηρίου, και αφού πρόσεξε ότι μέρος τούτων αποτελούν και διάφορα πιστοποιητικά που εκδόθηκαν δυνάμει συγκεκριμένης Νομοθεσίας, αλλά και επιστολές ουσιώδους σημασίας, όλα υπογεγραμμένα από τον Κατηγορούμενο 3 «για διευθυντή» της ΗΜΥ, άλλαξε την αρχική απόλυτη θέση του, διαφοροποιώντας την αναλόγως, πλην όμως επιμένοντας στο ότι δεν επιτρέπετο η υπογραφή πιστοποιητικών ικανότητας εκ μέρους του διευθυντή από τον Κατηγορούμενο
  28. Υπό παρόμοιες συνθήκες, ανατράπηκε και ο αρχικός ισχυρισμός του ότι ο Τομέας Νομοθεσίας της ΗΜΥ, ασκεί καθήκοντα μόνο σε σχέση με την εφαρμογή του περί Ηλεκτρισμού Νόμου. Αυτή διαφοροποιήθηκε, όταν του υπεδείχθη το περιεχόμενο των ετήσιων εκθέσεων της ΗΜΥ (Τεκμήριο 149), σύμφωνα με το οποίο, ο Τομέας Νομοθεσίας είναι υπεύθυνος για την εφαρμογή και άλλων Νόμων, με βάση τους οποίους εκδίδονται και συγκεκριμένα πιστοποιητικά, τα οποία υπέγραφε ο Κατηγορούμενος 3 «για διευθυντή» της ΗΜΥ. Στα πλαίσια της αμφισβήτησης από πλευράς της υπεράσπισης της απόλυτης του θέσης περί το ότι, όλοι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στον Τομέα Νομοθεσίας γνώριζαν ότι τα πιστοποιητικά ικανότητας υπογράφονταν μόνο από τον διευθυντή της ΗΜΥ, ο μάρτυρας, υπενθύμισε την ύπαρξη της Α.Δ.Π. 927 του 1976, για να υποστηρίξει ότι προκύπτει αβίαστα ότι αυτή η εξουσία κατέχεται μόνο από τον εν λόγω διευθυντή. Εντούτοις, αποδέχθηκε ότι η ρηθείσα ατομική διοικητική πράξη, δεν ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, γνωστή στον ίδιο και ότι ουδέποτε, τότε, δόθηκαν οποιεσδήποτε οδηγίες ή εκδόθηκαν οποιοιδήποτε κανονισμοί που να διέπουν τον τρόπο έκδοσης πιστοποιητικών ικανότητας ή εγγραφής και ειδικότερα, οι οποίοι να είναι κατατοπιστικοί του ποιος πρέπει να υπογράφει επ' αυτών. Δεύτερο, με βάση όλη τη σχετική ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, η ατομική διοικητική πράξη 927 του 1976, δυνάμει της οποίας παραχωρήθηκε η εξουσία υπογραφής πιστοποιητικών στον εκάστοτε διευθυντή της ΗΜΥ, δεν ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, γνωστή, γενικότερα, στον τομέα Νομοθεσίας. Τρίτο, η όλη επιχειρηματολογία του ΜΚ5 αλλά γενικότερα της Κατηγορούσας Αρχής περί του ότι τα πιστοποιητικά ικανότητας είναι δυνατό να υπογράφονται μόνο από τον διευθυντή της ΗΜΥ, εδράστηκε επί του περιεχομένου της συγκεκριμένης διοικητικής πράξης. Προκύπτει όμως από το περιεχόμενο του Κανονισμού 53

(12)της Κ.Δ.Π.36/1976[1], αλλά και της Α.Δ.Π.927 ημερομηνίας 04/11/76[2] ότι, η μεταβίβαση εξουσίας υπογραφής των πιστοποιητικών στον εκάστοτε διευθυντή της ΗΜΥ, δεν αφορούσε μόνο τα πιστοποιητικά ικανότητας, αλλά και στα πιστοποιητικά εγγραφής, για τα οποία, ο ΜΚ5, αλλά και οι λοιποί μάρτυρες που κατέθεσαν σχετικά ενώπιον του Δικαστηρίου, προώθησαν την απόλυτη θέση ότι, τούτα, εκδίδονταν και εκδίδονται ακόμα διά της εναπόθεσης μονογραφής από λειτουργούς του Τομέα Νομοθεσίας και δεν είναι αναγκαίο να υπογραφτούν και από τον διευθυντή της ΗΜΥ, παρά την ρητή σχετική αναφορά της εν λόγω Α.Δ.Π. Επομένως, προκύπτει αβίαστα ότι, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, δεν ήταν γνωστή, στον τομέα Νομοθεσίας της ΗΜΥ, η επιβαλλόμενη από τον Νόμο υποχρέωση υπογραφής, τόσον επί των πιστοποιητικών ικανότητας, όσο και επί των πιστοποιητικών εγγραφής, από τον εκάστοτε διευθυντή της ΗΜΥ, ή, εν πάση περιπτώσει, δεν προσκομίστηκε πειστική μαρτυρία περί του αντιθέτου. Τούτο, εξάλλου, προκύπτει αβίαστα και από το γεγονός ότι, παρά το ότι, αν όχι εξ' αρχής, τουλάχιστον από το 2010, η ΗΜΥ γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος 3 υπέγραψε ως Αρχή Αδειών επί αριθμού πιστοποιητικών ικανότητας, εν τούτοις, για αριθμό τέτοιων πιστοποιητικών, που δεν εμπεριείχαν ψευδή στοιχεία, δεν ανακλήθηκε η ισχύς τους και αναζητήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας γνωμάτευση για τον περαιτέρω χειρισμό τους. Σύμφωνα δε με την σχετική αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΚ2, μέχρι και το 2013 που εργαζόταν στον Τομέα Νομοθεσίας της ΗΜΥ, η ισχύς των εν λόγω πιστοποιητικών ικανότητας δεν είχε ανακληθεί, παρά το ότι υπογράφονταν από τον Κατηγορούμενο
  1. Τα πιο πάνω δεδομένα, δεικνύουν ότι η απόλυτη θέση του ΜΚ5 περί του ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, όλοι, στον Τομέα Νομοθεσίας γνώριζαν περί της αδυναμίας και/ή του απαράδεχτου να υπογραφθεί ένα πιστοποιητικό ικανότητας από οποιονδήποτε πλην του διευθυντή της ΗΜΥ, είναι ελεγχόμενη και/ή εν πάση περιπτώσει, αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων. Ενδεικτική της αδυναμίας που παρουσιάζει επί του προκειμένου, η μαρτυρία του ΜΚ5, είναι και η συγκρουόμενη με αυτή την απόλυτη θέση του, άλλη εκδοχή του, σύμφωνα με την οποία δεν ήταν σε θέση να αμφισβητήσει το ενδεχόμενο, ο Κατηγορούμενος 3, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο, ηγείτο του Τομέα Νομοθεσίας της ΗΜΥ, να υπέγραψε τα επίδικα πιστοποιητικά χωρίς να γνωρίζει ότι δεν δικαιούτο να τα υπογράψει. Η μαρτυρία του ΜΚ5, γενικότερα, είναι ενδεικτική και του εντελώς ανασφαλούς τρόπου με τον οποίο εκδίδοντο τα διάφορα πιστοποιητικά ικανότητας και εγγραφής. Όπως ο ίδιος ανέφερε, και αυτός, ενδεχομένως, να έτυχε να υπογράψει επί πιστοποιητικών που εμπεριείχαν ψευδή στοιχεία και τούτο γιατί, δεν εξέταζε αν το περιεχόμενο τους συμφωνούσε με το περιεχόμενο του προσωπικού φακέλου του ηλεκτρολόγου στο όνομα του οποίου θα εκδίδετο το πιστοποιητικό, επικαλούμενος, αφενός, την έλλειψη χρόνου, λόγω φόρτου εργασίας, και αφετέρου, την επίδειξη εμπιστοσύνης, στον λειτουργό του Τομέα Νομοθεσίας που ετοίμασε το πιστοποιητικό ικανότητας και μονόγραψε επ' αυτού πριν τεθεί ενώπιον του για υπογραφή. Όπως ενδεικτικά ανέφερε, αν του ζητείτο να υπογράψει κάποιο πιστοποιητικό ικανότητας, μεμονωμένα, στα μέσα του έτους και όχι ως μέρος μεγάλης δέσμης κατόπιν εξετάσεων που διενεργήθηκαν από την ΗΜΥ, τότε, πριν υπογράψει, συνέκρινε το περιεχόμενο του με το σχετικό περιεχόμενο του προσωπικού φακέλου του ενδιαφερόμενου ηλεκτρολόγου. Αν όμως του ζητείτο να υπογράψει μεγάλο αριθμό τέτοιων πιστοποιητικών κατόπιν εξετάσεων της ΗΜΥ, τότε, θεωρώντας ότι το περιεχόμενο των προς υπογραφή πιστοποιητικών είχε ήδη ελεγχθεί από λειτουργό του Τομέα Νομοθεσίας, υπέγραφε τούτα χωρίς να προβεί ο ίδιος σε οποιονδήποτε άλλον έλεγχο. Όσον δε αφορά στον τρόπο που οι διάφοροι λειτουργοί του Τομέα Νομοθεσίας ετοίμαζαν και/ή εξέδιδαν πιστοποιητικά ικανότητας ή εγγραφής, η μαρτυρία του ΜΚ5 δεν ήταν διαφωτιστική. Τη μαρτυρία του, με εξαίρεση την απόλυτη θέση του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, όλοι στον Τομέα Νομοθεσίας γνώριζαν ότι πιστοποιητικά ικανότητας υπογράφει μόνο ο εκάστοτε διευθυντής της ΗΜΥ, καθώς επίσης και τους επικουρικούς της εν λόγω απόλυτης θέσης του ισχυρισμούς του, την αποδέχομαι. Η μαρτυρία του ΜΚ6 παρουσιάζει σημαντικές και ουσιώδεις αντιφάσεις και σε αρκετά σημεία της συγκρούεται και με την κοινή λογική. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι ισχυρισμοί που προώθησε, δεν συμβαδίζουν με την λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Πρόκειται δε για τέτοιας μορφής μαρτυρία, ιδιαίτερα συνεπεία των αδυναμιών στις οποίες θα αναφερθώ ειδικότερα κατωτέρω, που δεν θα μπορούσε καθοιονδήποτε τρόπο να αποτελέσει το θεμέλιο για την εναπόθεση της όποιας ελπίδας της Κατηγορούσας Αρχής για να επιτύχει την καταδίκη των Κατηγορουμένων. Δεν έχω αμφιβολία ότι επί κάποιων θεμάτων, ο ΜΚ6 είπε την αλήθεια. Εξάλλου, επί αρκετών θέσεων του, επιβεβαιώνεται, τόσο από άλλη ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, όσο και από εκφρασθείσες από τους Κατηγορούμενους θέσεις. Επί των επιδίκων όμως αμφισβητούμενων γεγονότων, η μαρτυρία του παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες. Θα επιχειρήσω ευθύς αμέσως να υποδείξω τις σημαντικότερες εξ αυτών στα πλαίσια της υποχρέωσης μου να αιτιολογήσω την κρίση μου περί του ότι δεν είναι δυνατό, να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του. Θεωρώ αρχικά ορθότερο να υπενθυμίσω κάποια δεδομένα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση και τούτο υπό μορφή υποβάθρου ώστε να διαφανεί το ουσιώδες των αδυναμιών που παρουσιάζει η μαρτυρία του ΜΚ
  2. Αδιαμφισβήτητα και κοινώς αποδεκτά, σχετικά με τη μαρτυρία του ΜΚ6, δεδομένα Το ηλεκτρονικό αρχείο ηλεκτρολόγων, ετοιμάστηκε πριν και/ή κατά το
  3. Υπεύθυνος του εν λόγω μηχανογραφημένου προγράμματος, ήταν κάποιος Βάσος Βασιλειάδης, ο οποίος δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπεύθυνος να ενημερώνει το συγκεκριμένο αρχείο, ήταν ο ΜΚ
  4. Το συγκεκριμένο ηλεκτρονικό αρχείο, ήταν εγκατεστημένο μόνο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ
  5. Αρχικά το πρόγραμμα είχε την μορφή excel, ενώ σε κάποιο στάδιο μετατράπηκε σε μορφή access. Παρέμεινε άγνωστο το πότε και από ποιον έγινε η συγκεκριμένη μετατροπή, καθώς επίσης ο τρόπος λειτουργίας των εν λόγω προγραμμάτων, αλλά και το κατά πόσο οι Κατηγορούμενοι ή οιοσδήποτε εξ αυτών, γνώριζε την λειτουργία τους. Επίσης, παρέμεινε άγνωστο ποιοι υπάλληλοι της ΗΜΥ γνώριζαν να λειτουργήσουν το εν λόγω πρόγραμμα, είτε όταν είχε τη μορφή excel, είτε όταν, ακολούθως, πήρε τη μορφή access. Ο μόνος που παρουσιάζει τον εαυτό του ως ικανό να λειτουργήσει το εν λόγω πρόγραμμα είναι ο ίδιος ο ΜΚ
  6. Όποιος γνώριζε τον κωδικό πρόσβασης του ηλεκτρονικού υπολογιστή του ΜΚ6 ή χρησιμοποιούσε τούτον, καθ' ον χρόνο αυτός είχε απεγκλωβιστεί από τον κωδικό του, μπορούσε, αν γνώριζε να λειτουργήσει το πρόγραμμα, να αλλοιώσει τα στοιχεία του ηλεκτρονικού αρχείου ηλεκτρολόγων, και συνεπεία απουσίας ασφαλιστικών δικλίδων, ήταν αδύνατη η ταυτοποίηση του, καθοιονδήποτε τρόπο. Το πρόγραμμα κρατά στη μνήμη του την τελευταία καταγραφή και δεν είναι δυνατή η ανεύρεση των προγενεστέρων. Οι αλλοιώσεις που έγιναν στο ηλεκτρονικό αρχείο ηλεκτρολόγων και επί τη βάση των οποίων εκδόθηκαν τα επίδικα πιστοποιητικά ικανότητας και εγγραφής, αφορούν σε αλλοιώσεις που έγιναν κατά τα έτη μεταξύ 2003 και τουλάχιστον
  7. Η μαρτυρία του ΜΚ6, δεν είναι διαφωτιστική των συνθηκών έκδοσης των επίδικων πιστοποιητικών ικανότητας ή εγγραφής που φέρουν την μονογραφή του ΜΚ2 και ή την υπογραφή του Κατηγορούμενου 3 και τα οποία εκδόθηκαν πριν το
  8. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν είχε χρεωμένο δικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή και ούτε ήξερε να χρησιμοποιεί το πρόγραμμα με βάση το οποίο εκδίδοντο τα πιστοποιητικά εγγραφής (αυτό αποτελεί θέση του ιδίου του ΜΚ6). Οι πλείστοι ηλεκτρολόγοι που απέκτησαν πιστοποιητικά εγγραφής με ψευδή στοιχεία, δεν γνωρίζουν τους Κατηγορούμενους και, κανένας εξ αυτών, δεν κατέβαλε χρήματα ή άλλο αντάλλαγμα για να αποκτήσει τα εν λόγω πιστοποιητικά. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, οι βασικοί ισχυρισμοί του ΜΚ6, επί των οποίων η Κατηγορούσα Αρχή εναποθέτει τις ελπίδες της, για να επιτύχει την καταδίκη του Κατηγορούμενου 2, μιας και για τον κατηγορούμενο 3, αποτελεί θέση του ΜΚ6 ότι τούτος δεν γνώριζε ότι τα πιστοποιητικά ικανότητας επί των οποίων υπέγραφε εμπεριείχαν ψευδή στοιχεία, είναι τουλάχιστον ελεγχόμενοι. Επαναλαμβάνω στο σημείο αυτό ότι, σύμφωνα με τον ΜΚ6, περί τις αρχές του έτους 2008, ο Κατηγορούμενος 2, επιμόνως και για ένα διάστημα περίπου ενός μηνός, ζητούσε από αυτόν όπως προχωρήσει στην έκδοση Αδειών (πιστοποιητικά εγγραφής) για δεκαεννέα συγκεκριμένους ηλεκτρολόγους από την επαρχία Πάφου. Ήταν δε η θέση του ότι, με βάση τα όσα ο Κατηγορούμενος 2 του έλεγε, επρόκειτο περί φτωχών φίλων και γνωστών του, οι οποίοι αναγκάζονταν να πληρώσουν αδειούχους ηλεκτρολόγους για να μπορέσουν να εξασκήσουν το επάγγελμα τους και ότι, στην ουσία, ήταν αδικία γι' αυτούς να μην αναγνωρίζονται ως δικαιούχοι να ασκούν το συγκεκριμένο επάγγελμα. Αν και αρχικά δεν αποδέχθηκε να ενεργήσει ως του ζητείτο από τον Κατηγορούμενο 2, ακολούθως ενέδωσε και στις 14 Φεβρουαρίου 2008 (σχετικό είναι το περιεχόμενο της δήλωσης του ΜΚ6 - Έγγραφο Στ(i)), εξέδωσε σχετικά πιστοποιητικά εγγραφής, σε δεκαέξι εκ των δεκαεννέα αυτών προσώπων. Τούτο επιτεύχθηκε διά της αλλοίωσης των σχετικών δεδομένων που τηρούνταν για τα εν λόγω δεκαέξι πρόσωπα στο ηλεκτρονικό αρχείο ηλεκτρολόγων, ώστε τούτα (τα δεδομένα) να παρουσιάζουν τα εν λόγω πρόσωπα ως πληρούντες τις προϋποθέσεις για απόκτηση ενός τέτοιου πιστοποιητικού. Ακολούθως με τη χρήση του προγράμματος στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, με αυτοματοποιημένο τρόπο, εξέδωσε πιστοποιητικά εγγραφής για τα εν λόγω δεκαέξι πρόσωπα. Για δύο εξ' αυτών των δεκαέξι, τους παραχώρησε πιστοποιητικά με μηδενικά όρια ευθύνης, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο αφού δεν δίδει κανένα δικαίωμα ή πλεονέκτημα στο κάτοχο του. Ενάμιση περίπου μήνες μετά, και αφού είχε πλέον μετανιώσει για την ενέργεια του, με δική του πρωτοβουλία, επανέφερε τα αλλοιωμένα στοιχεία των εν λόγω ηλεκτρολόγων στην πρότερη εικόνα τους, ώστε να μην είναι δυνατή η εκ νέου έκδοση σχετικών πιστοποιητικών εγγραφής και/ή ανανέωσής τους, γι' αυτούς. Ενημέρωσε δε τον Κατηγορούμενο 2 σχετικά, ζητώντας από αυτόν, να αναφέρει στους ρηθέντες ηλεκτρολόγους ότι δεν θα είναι πλέον δυνατή στο μέλλον η ανανέωση των αδειών τους. Ερωτηθείς ειδικά για το κατά πόσο, ο Κατηγορούμενος 2, του ζήτησε να ενεργήσει με τον ίδιο τρόπο για άλλες περιπτώσεις, είτε πριν το 2008, είτε μετά, ισχυρίστηκε ότι η μοναδική φορά που του ζήτησε ο Κατηγορούμενος 2 κάτι τέτοιο και που, εν πάση περιπτώσει, ο ίδιος εξέδωσε πιστοποιητικά με ψευδή στοιχεία, ήταν η περίπτωση στην οποία αναφέρθηκε, όπου όλα τα παρανόμως, από αυτόν, ετοιμασθέντα πιστοποιητικά, εκδόθηκαν στις 14/02/
  9. Και προκύπτουν αβίαστα τα εξής ερωτηματικά: Πώς είναι δυνατό να εκδίδεται το 2006, πιστοποιητικό ικανότητας αλλά και εγγραφής με ψευδή στοιχεία, σε πρόσωπο, που σύμφωνα με τον ΜΚ6, αποτελεί ένα από τα δεκαέξι πρόσωπα για τα οποία ο ίδιος αλλοίωσε τα στοιχεία του το 2008 (Άρης Φιλίππου); Ποια η ανάγκη να αλλοιωθούν το 2008 τα στοιχεία του εν λόγω προσώπου, αν από το 2006, στο ηλεκτρονικό αρχείο ηλεκτρολόγων, παρουσιάζεται ως κατέχοντας το απαραίτητο πιστοποιητικό ικανότητας για να λάβει την άδεια (πιστοποιητικό εγγραφής), που επιζητείτο; Πώς είναι δυνατό να εκδίδονται το 2007, αφενός πιστοποιητικό εγγραφής και αφετέρου πιστοποιητικό ικανότητας, αμφότερα με ψευδή στοιχεία, για δύο εκ των δεκαέξι ηλεκτρολόγων, που κατά τον ΜΚ6, τα δεδομένα τους αλλοιώθηκαν από αυτόν το 2008 (Αντρέας Γρηγορίου και Μάριος Σάββα); Ποιος αλλοίωσε τα στοιχεία των δύο αυτών ηλεκτρολόγων το 2007; Αν ήταν αλλοιωμένα τα στοιχεία τους από το 2007, ποιος ο λόγος να αλλοιωθούν εκ νέου από τον ΜΚ6 το Φεβρουάριο του 2008; Πώς είναι δυνατό, για άλλους έξι εκ των δεκαέξι ηλεκτρολόγων, να εκδίδεται, είτε από τον ίδιο τον ΜΚ6, είτε από άλλον λειτουργό του Τμήματος Νομοθεσίας (όχι τον Κατηγορούμενο 2) πιστοποιητικό εγγραφής μεταξύ του Φεβρουαρίου και του Ιουλίου του 2009, όταν σύμφωνα με τη βασική θέση του ΜΚ6, ενάμιση μήνες μετά τις 14/02/08, διόρθωσε όλες τις αλλοιώσεις τις οποίες προέβη, ώστε να είναι αδύνατη η ανανέωση ενός τέτοιου πιστοποιητικού εγγραφής (Αλέξανδρος Φιλιππίδης, Γεώργιος Κυριάκου, Ανδρέας Κλείτου, Βαγγέλης Ευαγγέλου, Λευτέρης Ελευθερίου και Μάριος Στυλιανού); Οι ημερομηνίες και/ή χρονολογίες που, είτε εκδόθηκαν τα επίδικα πιστοποιητικά με τα ψευδή στοιχεία, είτε ανανεώθηκαν τούτα, προκύπτουν από το περιεχόμενο των παραδεχτών γεγονότων - Τεκμήριο
  10. Το ότι τα πιο πάνω πρόσωπα αποτελούν μέρος των δεκαέξι προσώπων που κατά τον ΜΚ6, κατόπιν σχετικής παρότρυνσης του Κατηγορούμενου 2, εξέδωσε γι' αυτά πιστοποιητικά εγγραφής με ψευδή στοιχεία, προκύπτουν από την κατάθεση του ΜΚ6 προς τον ερευνώντα λειτουργό Παύλο Παυλίδη, ημερομηνία 01/07/11, Έγγραφο Στ ii, αλλά και από τη κατάθεση του προς την αστυνομία, Τεκμήριο 147Β. Αυτό που στην ουσία προκύπτει από τα πιο πάνω δεδομένα, είναι ότι ο ΜΚ6, είτε αλλοίωνε το ηλεκτρονικό αρχείο ηλεκτρολόγων σε διάφορα χρονικά διαστήματα κατά τα έτη 2006 - 2009 και τούτο σε πλήρη σύγκρουση με τα όσα ισχυρίστηκε, είτε ψευδώς και/ή λανθασμένα, κατονόμασε τα πιο πάνω ειδικώς προσδιορισθέντα, συνολικά, εννέα πρόσωπα, ως μέρος των δεκαέξι για τους οποίους εξέδωσε, στις 14 Φεβρουαρίου 2008, πιστοποιητικά με ψευδή στοιχεία, κατόπιν προτροπής του Κατηγορούμενου 2, τα οποία στοιχεία, ενάμιση μήνες μετά, επανέφερε στη πρότερη τους εικόνα. Όποιο όμως και αν συμβαίνει, αφ' ης στιγμής δεν προώθησε οποιοδήποτε άλλο σχετικό ισχυρισμό, ούτε και έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία για τις πιο πάνω αντιφάσεις και/ή ενάντια στη λογική συνέχεια των πραγμάτων, θέσεις που προέβαλε σε σχέση με τη βασικότερη και ουσιαστικότερη πτυχή της μαρτυρίας του, η μαρτυρία του δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για την κατάληξη σε οποιαδήποτε ευρήματα ή για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Η μαρτυρία του, παρουσιάζει και άλλες ουσιώδεις αντιφάσεις. Αποτέλεσε ισχυρισμό του ότι, οι ηλεκτρολόγοι για τους οποίους του ζήτησε ο Κατηγορούμενος 2 να εκδώσει τα ψευδή πιστοποιητικά, ήταν δεκαεννέα. Γιατί εξέδωσε πιστοποιητικά μόνο για δεκαέξι εξ αυτών; Καμία εξήγηση δεν έδωσε για το γεγονός αυτό. Όσο δε αφορά στους δύο εκ των δεκαέξι, στους οποίους εξέδωσε ανεπίτρεπτα (υπό την έννοια ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι δυνατή η έκδοση πιστοποιητικών με μηδενικά όρια ευθύνης) πιστοποιητικά, ισχυρίστηκε ότι το έπραξε γιατί θύμωσε που του ζήτησε ο Κατηγορούμενος 2 να παρανομήσει, χωρίς ωστόσο να δώσει κάποια εξήγηση για την επιλογή των δύο συγκεκριμένων ηλεκτρολόγων προς τους οποίους εξέδωσε τα εν λόγω πιστοποιητικά. Εξ' άλλου, ο ισχυρισμός του περί θυμού, δεν συμβαδίζει με άλλη σχετική θέση του, σύμφωνα με την οποία, ο λόγος που συγκατάνευσε στις προτροπές του Κατηγορούμενου 2, ήταν γιατί πραγματικά λυπήθηκε τους εν λόγω 19 ηλεκτρολόγους και ήθελε να τους βοηθήσει να μπορούν να εργάζονται χωρίς να έχουν ανάγκη τρίτους. Επίσης, κατά τον ΜΚ6, οι δεκαεννέα αυτοί ηλεκτρολόγοι από την Πάφο, ήταν γνωστοί και φίλοι του Κατηγορούμενου 2, ενώ σύμφωνα με τα παραδεκτά ενώπιον μου γεγονότα, κανένας εξ αυτών δεν γνωρίζει τον τελευταίο. Ήταν ακόμα η θέση του ΜΚ6, ότι ο Ανδρέας Παναγιώτου (βλέπε κατηγορία 302) είναι φίλος του Κατηγορούμενου 2, στον οποίο τον σύστησε, καθ' όν χρόνο εργαζόταν ο τελευταίος στο Τομέα Νομοθεσίας της ΗΜΥ. Με βάση όμως και πάλι τα σχετικά, ενώπιον του Δικαστηρίου, παραδεκτά γεγονότα, ο Παναγιώτου δεν γνωρίζει κανένα εκ των Κατηγορουμένων. Δεν χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, να παραθέσω και άλλες αντιφάσεις, που όντως παρουσιάζει η μαρτυρία του ΜΚ6 για να δικαιολογήσω και/ή αιτιολογήσω την ήδη εκφρασθείσα θέση μου αναφορικά με τη βαρύτητα που μπορεί να προσδοθεί στη μαρτυρία του. Επομένως, η μαρτυρία του, στο βαθμό που αφορά στα επίδικα αμφισβητούμενα γεγονότα, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Νομική πτυχή Άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικα «Any person who, being employed in the public service does or directs to be done, in abuse of the authority of his office, any arbitrary act prejudicial to the rights of another is guilty of a misdemeanour . If the act is done or directed to be done for purposes of gain his is guilty of a felony, and is liable to imprisonment for three years.» και στα ελληνικά, «Δημόσιος λειτουργός, ο οποίος κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντα του, ενεργεί ή διατάσσει την ενέργεια οποιασδήποτε αυθαίρετης πράξης που παραβλάπτει τα δικαιώματα άλλου, είναι ένοχος πλημμελήματος. Αν ο υπαίτιος απέβλεπε με τέτοια πράξη σε κέρδος, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες, τα συστατικά στοιχεία (που κρίνονται σχετικά με την παρούσα υπόθεση) του αδικήματος, είναι τα ακόλουθα: Πρώτο: ο κατηγορούμενος να είναι δημόσιος λειτουργός, Δεύτερο: που, κατά κατάχρηση της εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντα του, Τρίτο: διενεργεί αυθαίρετη πράξη Τέταρτο: με τρόπο που παραβλάπτονται τα δικαιώματα άλλου και αν, Πέμπτο: ενεργεί με σκοπό να αποκομίσει κέρδος, διαπράττει κακούργημα. Σε διαφορετική περίπτωση, διαπράττει πλημμέλημα. Καθίσταται φυσικά έκδηλο ότι η ένοχη διάνοια που πρέπει να συνοδεύει έναν κατηγορούμενο ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί ένοχος σε αδίκημα με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 105 του ποινικού κώδικα, θα πρέπει να σχετίζεται με την γνώση του ότι διενεργεί αυθαίρετη πράξη και ότι το πράττει κατά κατάχρηση εξουσίας που κατέχει ως δημόσιος υπάλληλος. Αν και δεν κρίνεται σχετική με τα επίδικα ενώπιον του Δικαστηρίου εγειρόμενα ζητήματα, σημειώνεται ότι μια τέτοια ένοχη διάνοια, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι υφίσταται, αν ένας κατηγορούμενος κλείνει τα μάτια του στο προφανές ή αδιαφορεί τελείως για την προφανή λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Κατάληξη Ήταν έκδηλη, καθ' όλο το χρόνο που διήρκησε η ακροαματική διαδικασία της παρούσας υπόθεσης, η πρόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, να προσδώσει στους Κατηγορούμενους 2 και 3 συνεννόηση μεταξύ τους για σκοπούς διάπραξης των επιδίκων αδικημάτων. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι, η μοναδική μαρτυρία που προσκομίστηκε με σκοπό να διαφωτίσει ως προς τις αποδιδόμενες στον Κατηγορούμενο 3, παράνομες προθέσεις, ήταν η θέση του ΜΚ5, η οποία απερρίφθη, ότι δηλαδή, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν γνωστό τοις πάσι στον τομέα Νομοθεσίας της ΗΜΥ ότι, πιστοποιητικά ικανότητας, δικαιούτο να υπογράψει μόνο ο εκάστοτε διευθυντής της ΗΜΥ, καθώς επίσης, και η αρχικώς εκφρασθείσα θέση του ΜΚ2 περί αδικαιολόγητων, από πλευράς του Κατηγορούμενου 3 αναβαθμίσεων αριθμού δοκιμίων διαφόρων ηλεκτρολόγων που παρακάθισαν εξετάσεις το
  11. Αυτές οι θέσεις των ΜΚ2 και ΜΚ5, δια τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, δεν έγιναν δεκτές. Συνεπεία δε της απόρριψης, της μαρτυρίας του ΜΚ6, δεν μπορεί να προσδοθεί καμία βαρύτητα στην ισχυριζόμενη από αυτόν στιχομυθία του με τον Κατηγορούμενο 2, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος παραδέχθηκε σε αυτόν ότι ενεργούσε κατόπιν εντολών του κατηγορούμενου
  12. Η απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΚ6, καθώς επίσης και των ειδικώς, ανωτέρω, προσδιορισθεισών θέσεων του ΜΚ2 και ΜΚ5, έχει ως αποτέλεσμα να ελλείπει αποδεκτή μαρτυρία, διαφωτιστική των προθέσεων των Κατηγορούμενων 2 και 3, καθ' ον χρόνο, τούτοι, έθεταν τη μονογραφή και/ή υπογραφή τους, επί των επιδίκων πιστοποιητικών ικανότητας και/ή εγγραφής. Αν στα πιο πάνω προστεθούν τα, ουκ ολίγες φορές, αναφερόμενα στην παρούσα υπόθεση δεδομένα ότι, (α) αν κάποιος, με γνώμονα το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού αρχείου ετοίμαζε, είτε πιστοποιητικά ικανότητας, είτε πιστοποιητικά εγγραφής, ήταν μεγάλη πιθανότητα, τα εν λόγω πιστοποιητικά, να εμπεριέχουν ψευδή στοιχεία συνεπεία των αλλοιωμένων δεδομένων του εν λόγω αρχείου, (β) το μηχανογραφημένο σύστημα, αδυνατούσε να ταυτοποιήσει το πρόσωπο που διενήργησε τις διάφορες αλλοιώσεις, αλλά και το πότε τούτες διενεργήθηκαν, (γ) το εν λόγω αρχείο τηρείτο μόνο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ6, ο οποίος με βάση μια εκ των εκδοχών του φέρεται για τρία ολόκληρα χρόνια (2006 - 2009) να αλλοιώνει στοιχεία του εν λόγω αρχείου και τέλος, (δ) ο Κατηγορούμενος 2, που είναι το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται, από την Κατηγορούσα Αρχή, η ετοιμασία των πιστοποιητικών ικανότητας και εγγραφής με ψευδή στοιχεία, κατά τον ΜΚ6, δεν κατείχε, αλλά ούτε και γνώριζε πώς να χρησιμοποιεί ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή, οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι, μόνο κατόπιν υποθέσεων είναι δυνατόν να οδηγηθεί κάποιος σε εύρημα ή συμπέρασμα ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 και/ή οιοσδήποτε εξ αυτών, γνώριζαν, καθ' ον χρόνο μονογραφούσαν ή υπέγραφαν επί των επιδίκων πιστοποιητικών, ότι τούτα έφεραν ψευδή στοιχεία ή ότι δεν ήταν δυνατή και/ή επιτρεπτή η θέση υπογραφής επ' αυτών, εκ μέρους του διευθυντή της ΗΜΥ, από τον Κατηγορούμενο
  13. Όπως όμως έχει πλειστάκις αναφερθεί στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, «Δεν επιτρέπονται εξαγωγές συμπερασμάτων όσο εύλογες και αν είναι χωρίς την αναγκαία και απαραίτητη προσαγωγή της μαρτυρίας εκείνης που στοιχειοθετεί την κατηγορία ή τα συστατικά στοιχεία αυτής, (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 365 και Woolmington v. D.P.P.
(1935)A.C. 462)». Στην Woolmington (ανωτέρω), αναφέρθηκε ότι «εάν στο τέλος και έχοντας υπόψη το σύνολο της υπόθεσης, υπάρχει λογική αμφιβολία, η οποία αναδύεται από τη μαρτυρία είτε της κατηγορούσας αρχής είτε του κατηγορούμενου», κατά πόσο ο τελευταίος διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται, τότε ο κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαγεί. Σημειώνω, ως μέρος της αναγκαίας αιτιολογίας της απόφασης ότι, το περιεχόμενο των ανώμοτων δηλώσεων των Κατηγορουμένων, αλλά και των καταθέσεων τους, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση, είτε από μόνο του, είτε σε συνάρτηση με την υπόλοιπη ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, για την κατάληξη σε οποιοδήποτε ασφαλές εύρημα ή την εξαγωγή οποιουδήποτε ασφαλούς συμπεράσματος περί ενοχής των Κατηγορουμένων και/ή οιουδήποτε εξ αυτών σε οποιαδήποτε των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν. Και τούτο γιατί, απουσιάζουν, από το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων και/ή δηλώσεων, οποιεσδήποτε παραδοχές των Κατηγορουμένων και/ή δηλώσεις εναντίον των συμφερόντων τους. Αν κρίνεται αναγκαίο να αναφερθεί κάτι σε σχέση με το περιεχόμενο των εν λόγω ανώμοτων δηλώσεων, είναι ότι, στο μεγαλύτερο μέρος του, επιβεβαιώνεται και/ή συμβαδίζει με την υπόλοιπη ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της σε σχέση με όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου, μιας και απέτυχε να αποδείξει στον απαραίτητο βαθμό ότι, καθ' ον χρόνο οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ή οιοσδήποτε εξ αυτών μονογραφούσαν και/ή υπέγραφαν επί των επιδίκων πιστοποιητικών, γνώριζαν ότι διενεργούσαν αυθαίρετη πράξη και δή, είτε ότι τα πιστοποιητικά που θα εκδίδονταν με βάση και τις δικές τους ενέργειες, εμπεριείχαν ψευδή στοιχεία, είτε αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 3, ότι δεν είχε δικαίωμα να υπογράψει επί των επιδίκων πιστοποιητικών ικανότητας «για διευθυντή» της ΗΜΥ. Ως εκ των ανωτέρω, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που έκαστος αντιμετωπίζει. Τα έξοδα της διαδικασίας, εκ ποσού €215, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μσ [1] "
(12)Τα πιστοποιητικά ικανότητος και εγγραφής φέρουσι την υπογραφήν της Αρχής Αδειών» [2] "το Υπουργικόν Συμβούλιον ενασκούν τας εξουσίας τας χορηγουμένας εις αυτό δυνάμει του άρθρου 12 του περί Ηλεκτρισμού Νόμου, διορίζει τον Διευθυντήν Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας ως αρχήν εκδόσεως αδειών δια τους σκοπούς του άρθρου 12 του προ αναφερθέντος Νόμου». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.