Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κυριάκος Χρίστου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 30353/11, 21/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 30353/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας - ν - 1. Κυριάκος Χρίστου 2. Κωνσταντίνος Χαραλάμπους Κατηγορούμενοι -------------------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21 Δεκεμβρίου, 2016. Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Αλέξια Σιαπανή. Για Κατηγορούμενο
(1): κος Μάριος Σπύρου. Για Κατηγορούμενο
(2): κος Γεώργιος Παπαντωνίου. Κατηγορούμενοι
(1)και
(2): Παρόντες. --------------------------------------- Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, κρίθηκαν ένοχοι ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος 1 στις κατηγορίες 4 και 5 και ο κατηγορούμενος 2 στην κατηγορία 5 μόνο. Αρχικά, οι κατηγορούμενοι, είτε από κοινού, είτε έκαστος μόνος του, αντιμετώπιζαν και τις λοιπές κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 29.7.2016, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, απαλλάχθηκαν και αθωώθηκαν από τις λοιπές κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Τόσο η κατηγορία 4, όσο και η κατηγορία 5, αφορούν στο αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και συγκεκριμένα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος 1 διέπραξε τα αδικήματα των κατηγοριών 4 και 5 και ο κατηγορούμενος 2 το αδίκημα της κατηγορίας 5, καταγράφονται με κάθε λεπτομέρεια στην τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Συνοπτικά, εκείνο που κρίνεται αναγκαίο να αναφερθεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης, είναι το εξής: Κατά τα έτη 2008 και 2009, ενώ αμφότεροι οι κατηγορούμενοι ήταν και είναι ακόμα δημόσιοι λειτουργοί, όντες ωρομίσθιοι υπάλληλοι στο Τμήμα Δημοσίων Έργων, εκμεταλλευόμενοι το δικαίωμα τους, με ιδιωτικά οχήματα και/ή με οχήματα ιδιοκτησίας των Δημοσίων Έργων, να εξέρχονται του χώρου εργοταξίου στο οποίο εκτελούσαν τα καθήκοντα τους ως ωρομίσθιοι υπάλληλοι του Κράτους, επισκέπτονταν υπό ανέγερση οικίες, τις οικοδομικές εργασίες των οποίων, ανέλαβε να εκτελέσει ο κατηγορούμενος 1, ιδιωτικά (ως ωρομίσθιοι υπάλληλοι δεν είχαν κώλυμα να εκτελέσουν ιδιωτικές εργασίες) και εκεί, είτε ο κατηγορούμενος 1 επέβλεπε τις υπό εκτέλεση εργασίες, είτε ο κατηγορούμενος 2, μετέφερε και εκφόρτωνε υλικά που θα χρησιμοποιούντο για την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών. Οι εν λόγω ενέργειες των κατηγορουμένων 1 και 2, λάμβαναν χώρα, καθ' ον χρόνο, αμφότεροι, θα έπρεπε να εκτελούν καθήκοντα προς όφελος των Δημοσίων Έργων. Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με την κατηγορία 4, στην οποία κρίθηκε ένοχος μόνο ο κατηγορούμενος 1, ο τελευταίος, κατά τις πρωινές ώρες και σε χρόνο που θα έπρεπε να εκτελεί καθήκοντα προς όφελος των Δημοσίων Έργων, επισκέφθηκε, σε μία περίπτωση, συγκεκριμένη οικία στην περιοχή Στροβόλου, και επέβλεψε τις εκεί υπό εκτέλεση οικοδομικές εργασίες που ανέλαβε, ιδιωτικά, να εκτελέσει προς όφελος του ιδιοκτήτη της εν λόγω οικίας, αναλώνοντας με τον τρόπο αυτό χρόνο για τον οποίο το Κράτος τον αποζημίωσε σε χρήμα (μισθός), θεωρώντας ότι, κατά το χρόνο αυτό, εκτελούσε καθήκοντα ως δημόσιος λειτουργός. Όσον τώρα αφορά στην κατηγορία 5, τόσο ο κατηγορούμενος 1, όσο και ο κατηγορούμενος 2, πέραν της μιας φοράς, επισκέφθηκαν, οδηγώντας οχήματα των Δημοσίων Έργων, κατά τις πρωινές ώρες που θα έπρεπε να εκτελούν καθήκοντα ως δημόσιοι λειτουργοί προς όφελος των Δημοσίων Έργων, συγκεκριμένη οικία στον Άγιο Δομέτιο, και ο κατηγορούμενος 1, επέβλεψε τις εκεί διεξαγόμενες οικοδομικές εργασίες που, ιδιωτικά ανέλαβε να διεκπεραιώσει προς όφελος του ιδιοκτήτη της εν λόγω οικίας, ενώ ο κατηγορούμενος 2, μετέφερε και εκφόρτωσε διάφορα υλικά που θα χρησιμοποιούντο για την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών που ανέλαβε να εκτελέσει ο κατηγορούμενος 1, αναλώνοντας, με τον τρόπο αυτό, χρόνο για τον οποίο το Κράτος τους αποζημίωσε σε χρήμα (μισθός), θεωρώντας ότι κατά το χρόνο αυτό, εκτελούσαν καθήκοντα ως δημόσιοι λειτουργοί. Αξίζει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι, με βάση το κείμενο της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου, η συστηματικότητα και/ή επαναληπτικότητα της διενεργείας της κολάσιμης πράξης σε σχέση με το αδίκημα της κατηγορίας 5, από τους κατηγορούμενους 1 και 2, προσδιορίζεται με τη φράση «πέραν της μιας φοράς» χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά. Και τούτο γιατί, μοναδική πηγή για άντληση σχετικής καθοδήγησης, αποτέλεσε η μαρτυρία του ΜΚ3, η οποία, επί του προκειμένου, έγινε δεκτή, στην οποία όμως δεν απαντάται οποιαδήποτε σαφής ή έστω προσδιοριστική αναφορά ως προς τις ακριβείς φορές, που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ή οιοσδήποτε εξ αυτών, διετέλεσε την αξιόποινη πράξη σε σχέση με την οικία στον Άγιο Δομέτιο. Εκείνο, ωστόσο, που μπορεί να προσδιοριστεί, είναι ότι, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, συστηματικά, καθ' ον χρόνο εκτελούνταν οικοδομικές εργασίες στην εν λόγω οικία, επισκέπτονταν τούτη, κατά τις ώρες που θα έπρεπε να εκτελούν καθήκοντα προς όφελος των δημοσίων έργων, και είτε επέβλεπαν τις υπό εκτέλεση εργασίες (κατηγορούμενος 1), είτε μετέφεραν και εκφόρτωναν υλικά για να χρησιμοποιηθούν κατά την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών (κατηγορούμενος 2). Πρέπει όμως, στο σημείο αυτό, να τονιστεί ότι, με βάση την κοινώς αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η εκτέλεση των εργασιών στην οικία στον Άγιο Δομέτιο, δεν ήταν συνεχής και ότι, συνεπεία διαφόρων αιτιών, τούτη (η εκτέλεση) διακόπτετο κατά καιρούς (χρονικό διάστημα μεταξύ ανέγερσης κολονών και χύσιμο πλάκας, εγκατάλειψη υπεργολάβων του παραπονούμενου και αντικατάσταση τους με άλλους, γενική εγκατάλειψη του εργοταξίου από την εταιρεία του παραπονούμενου, κ.ο.κ.). Επίσης σημαντικό, πάντα σε σχέση με το ζητούμενο, είναι και το γεγονός ότι, οι οποιεσδήποτε οικοδομικές εργασίες που ανέλαβε ο κατηγορούμενος 1 να εκτελέσει στη ρηθείσα οικία, άρχισαν περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2008, και περατώθηκαν, περί τον Ιούλιο 2009 (αυτή είναι και η σχετική αναφορά στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 4 και 5 σε σχέση με το πότε τοποθετούνται χρονικά οι τελευταίες αποδιδόμενες στους κατηγορούμενους αξιόποινες πράξεις). Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, μέσω των αγορεύσεων τους, υιοθέτησαν, εν πολλοίς, έκαστος για λογαριασμό του πελάτη του, το περιεχόμενο της κοινωνικοοικονομικής έκθεσης που ετοιμάστηκε, για κάθε κατηγορούμενο, κατόπιν σχετικής εντολής του Δικαστηρίου. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, ο κύριος Παπαντωνίου, κατόπιν σχετικού ερωτήματος του Δικαστηρίου (βλ. πρακτικό ημερομηνίας 19.12.2016), δεν υιοθέτησε την αναφορά της κοινωνικοοικονομικής έκθεσης που θέλει τον κατηγορούμενο 2 να αρνείται τη διάπραξη του αδικήματος στο οποίο κρίθηκε ένοχος. Εκείνο που προκύπτει από το περιεχόμενο των εν λόγω εκθέσεων είναι ότι, ο κατηγορούμενος 1, είναι επιστάτης στο επάγγελμα στο Τμήμα Δημοσίων Έργων, ηλικίας 56 ετών. Είναι πατέρας 4 τέκνων, εκ των οποίων ένα είναι ανήλικο. Διαμένει με τη σύζυγο και τα δύο από τα τέσσερα παιδιά του σε ιδιόκτητη κατοικία στην Παλλουριώτισσα. Η σύζυγος του κατηγορούμενου 1, είναι ηλικίας 52 ετών, Ιδρυματική Λειτουργός στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Τα δύο μεγαλύτερα τέκνα (θυγατέρες) του κατηγορούμενου 1, είναι παντρεμένα, με τέκνα και διαμένουν με τις οικογένειες τους. Τα δύο μικρότερα, ένας φοιτητής στο Ηνωμένο Βασίλειο και ένας μαθητής (υιοί) διαμένουν με τον κατηγορούμενο και τη σύζυγο του, μητέρα τους. Τα εισοδήματα του κατηγορούμενου 1, ανέρχονται στο ποσό των €1.951,00 (καθαρά) μηνιαίως και τα εισοδήματα της συζύγου του, ανέρχονται στο ποσό των €1.810,00 (καθαρά) μηνιαίως. Ο κατηγορούμενος 1 και η σύζυγος του, είναι ιδιοκτήτες ακίνητης και κινητής περιουσίας, αξίας περίπου €310.000,00, ενώ τα χρέη τους, ανέρχονται, συνολικά στο ποσό των €179.000,
- Οι σχέσεις του κατηγορούμενου 1 με τα μέλη της οικογένειας του, είναι αρμονικές. Στηρίζει τα παιδιά του και τις δικές τους οικογένειες, τόσο οικονομικά, όσο και συναισθηματικά. Πρόκειται για άτομο, το οποίο δίνει ιδιαίτερη σημασία στο θεσμό της οικογένειας. Η σύζυγος του και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του, τον υποστηρίζουν σε όλη τη διαδικασία της παρούσας υπόθεσης. Στηρίζεται επίσης από τους γονείς του και τον αδερφό του. Ο κατηγορούμενος 1, αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα υγείας, όπως αμφίπλευρη βαρηκοΐα, για την οποία χρησιμοποιεί ακουστικά βαρηκοΐας, αρρυθμίας/ταχυκαρδίας, για την οποία παρακολουθείται από ειδικό καρδιολόγο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και αρτηριακή υπέρταση και ημικρανία με αύρα, για τα οποία επίσης λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Όσον δε αφορά στον κατηγορούμενο 2, αυτό που προκύπτει από το περιεχόμενο της κοινωνικοοικονομικής έκθεσης που ετοιμάστηκε γι' αυτόν, είναι ότι, είναι ηλικίας 58 ετών, έγγαμος, οικοδόμος και διαμένει στη Μοσφιλωτή με τη σύζυγο του και τα δύο άγαμα τέκνα τους, ηλικίας 24 και 22 ετών, αμφότεροι φοιτητές. Τα μηνιαία εισοδήματα του, ανέρχονται στο ποσό των €1.854,00 και της συζύγου του, στο ποσό των €1.777,
- Η οικογένεια, δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε χρέη, πλην όμως, θα πρέπει να καταβάλλει ετησίως, το ποσό των €10.000,00, ως έξοδα φοίτησης για ένα εκ των τέκνων τους. Η κινητή και ακίνητη περιουσία της οικογένειας, περιλαμβανομένων και των αποταμιεύσεων, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €57.400,00, περίπου, χωρίς να υπολογίζεται η αξία της κατοικίας (αυτοστέγασης) στην οποία διαμένουν, η οποία είναι άγνωστη. Ο κατηγορούμενος 2, προέρχεται από δεκαμελή οικογένεια, από το Τραχώνι Κυθραίας. Είναι το μικρότερο σε σειρά παιδί της οικογένειας. Ο πατέρας του ήταν εργάτης και η μητέρα του, οικοκυρά. Είναι απόφοιτος Δημοτικής Εκπαίδευσης. Έχει ολοκληρώσει κανονικά τη στρατιωτική του θητεία. Ασκεί το επάγγελμα του οικοδόμου και τα τελευταία 18 χρόνια εργάζεται ως ωρομίσθιος κυβερνητικός, οικοδόμος. Το 1993 τέλεσε το γάμο του με τη σύζυγο του. Κατά τη σύζυγο του, ο κατηγορούμενος 2, είναι πονόψυχος και καλός οικογενειάρχης. Ο κατηγορούμενος 2, αντιμετωπίζει καρδιακό πρόβλημα και λαμβάνει, για αυτό, φαρμακευτική αγωγή. Αντιμετωπίζει επίσης προβλήματα με το γόνατο του και τους τένοντες των χεριών του. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι, ούτε μέσω των κοινωνικοοικονομικών εκθέσεων, ούτε μέσω των συνηγόρων των κατηγορουμένων, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε ιατρικά πιστοποιητικά προς υποστήριξη των αιτιάσεων περί αντιμετώπισης από τους κατηγορούμενους προβλημάτων υγείας. Τούτο δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο θα αγνοήσει τις σχετικές αναφορές, πόσο μάλλον, όταν τούτες δεν τέθηκαν εν αμφιβόλω από την Κατηγορούσα Αρχή. Από την άλλη όμως, συνεπεία της μη προσκόμισης τέτοιων ιατρικών πιστοποιητικών, παρέμεινε εντελώς άγνωστη στο Δικαστήριο η σοβαρότητα και η κρισιμότητα της κατάστασης της υγείας τους. Το σίγουρο είναι ότι ελλείπει, έστω και γενικός ισχυρισμός, που να καθιστά τα οποιαδήποτε προβλήματα υγείας των κατηγορούμενων ουσιωδώς καταλυτικά για την επιλογή του είδους της ποινής που θα επιβληθεί σε αυτούς. Και οι δύο συνήγοροι, ούτε λίγο, ούτε πολύ, επικαλέστηκαν τους ίδιους μετριαστικούς παράγοντες, θεωρώντας ότι τούτοι τυγχάνουν εφαρμογής για τους πελάτες τους. Πιο συγκεκριμένα, τονίστηκε από αμφότερους, το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων και τούτο, σε ιδιαίτερη συνάρτηση με την ηλικία τους. Ζητήθηκε, επί τούτου, από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το γεγονός ότι και οι δύο κατηγορούμενοι, παρά την ηλικία τους, δεν είχαν απασχολήσει ποτέ τη δικαιοσύνη με οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη τους πέραν της συγκεκριμένης για την οποία και κρίθηκαν ένοχοι στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Τονίστηκε επίσης η καθυστέρηση που παρατηρείται και ειδικότερα το γεγονός ότι, οι κατηγορούμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την ποινή τους, επτά και πλέον χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο γεγονός ότι, το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε δύο και πλέον χρόνια μετά την ημερομηνία που αποδίδεται η τελευταία χρονικά αξιόποινη πράξη στους κατηγορούμενους 1 και
- Ένα άλλο θέμα που θίχτηκε είναι και το ότι, οι κατηγορούμενοι, όντες δημόσιοι λειτουργοί, πιθανό να αντιμετωπίσουν και πειθαρχική δίωξη συνεπεία της καταδίκης τους στην παρούσα υπόθεση, με άγνωστες τις συνέπειες που θα υποστούν από την εν λόγω δίωξη τους. Ζητήθηκε ακριβώς, τούτο, να συνυπολογισθεί ως μετριαστικός παράγοντας από το Δικαστήριο. Με γνώμονα τη σοβαρότητα του αδικήματος για το οποίο κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι και το είδος της ποινής που συνήθως επιβάλλεται σε αδικοπραγούντες του εν λόγω αδικήματος, και οι δύο συνήγοροι, εισηγήθηκαν ότι, στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι η μόνη πρέπουσα, για να επιβληθεί, ποινή, είναι αυτή της στερητικής της ελευθερίας, τότε να ασκήσει, το Δικαστήριο, τη διακριτική του εξουσία και να αναστείλει την εκτέλεση μιας τέτοιας ποινής, επικαλούμενοι και οι δύο ότι, και για τους δύο κατηγορούμενους, ισχύουν τέτοια περιστατικά και συνθήκες, που δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου προς αυτή την κατεύθυνση. Νομική Πτυχή Η επιβολή της ποινής αποτελεί ένα ουσιώδες μέρος της ποινικής διαδικασίας, το μέγιστο εργαλείο στα χέρια του Δικαστηρίου για την προώθηση των αρχών του ποινικού δικαίου. Είναι πράγματι ένα πολύ δύσκολο και λεπτό καθήκον το οποίο θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή και περίσκεψη. Όταν το Δικαστήριο αποφασίζει για το είδος και το ύψος της ποινής, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του μεγάλο αριθμό παραγόντων, οι οποίοι, πολλές φορές, συγκρούονται μεταξύ τους και θα πρέπει να ζυγίζει αυτούς με τέτοιο τρόπο που να καθιστά την ποινική διαδικασία κοινωνικά αποδεκτή διατηρώντας έτσι την πίστη του κοινού στον νόμο και στην απονομή της δικαιοσύνης. Είναι πρωτίστως μια διαδικασία η οποία εμπεριέχει την άσκηση διακριτικών εξουσιών η οποία δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται καθορισμένη (standardised) καθότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει ποτέ να είναι τυφλή στο μονοπάτι της (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd edition, σελ. 2). Τελικός κριτής αναφορικά με το είδος αλλά και το ύψος της ποινής, είναι το Δικαστήριο το οποίο θα επιλέξει τούτην αφού λάβει υπόψη του όλα τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση αλλά και το πρόσωπο του Κατηγορουμένου. Η ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί μπροστά στην ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση Κατηγορουμένων που διέπραξαν συγκεκριμένης φύσης αδικήματα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση να επιβάλει τέτοια ποινή που να αρμόζει και στο πρόσωπο του Κατηγορούμενου. Οι προσωπικές περιστάσεις καθώς επίσης και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε ένα αδίκημα είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όταν όμως καθίσταται ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τότε οι πιο πάνω παράγοντες υποχωρούν μπροστά στην εν λόγω ανάγκη. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τη διαδικασία της εξατομίκευσης της ποινής, υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει τούτη να εξουδετερώνει, είτε την σοβαρότητα του αδικήματος, είτε το στοιχείο της αποτροπής (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 304). Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα, είναι ότι, το εκεί προβλεπόμενο αδίκημα είναι πολύ σοβαρό. Αυτό εξάγεται, τόσο από την προβλεπόμενη στο νόμο ποινή (στην περίπτωση πλημμελήματος, η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή των δύο ετών φυλάκισης και στην περίπτωση κακουργήματος, αυτή τον τριών ετών φυλάκισης), όσο και από την ίδια τη φύση του αδικήματος. Ως προς τη φύση του αδικήματος, σημειώνεται ότι, δεν νοείται, δημόσιος λειτουργός, να καταχράται της εξουσίας που κατέχει και να ενεργεί εις βάρος του δημοσίου προς ίδιο όφελος, μιας και αναμενόμενο είναι ότι ο κάθε δημόσιος λειτουργός θα πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντα του με ευλάβεια και με τρόπο που δεν θα δυσφημίζει την δημόσια υπηρεσία και δεν κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού προς αυτή. Είναι, τέλος, αναγκαίο να σημειωθεί ότι, εκεί που το αδίκημα σχετίζεται με κατάχρηση εξουσίας ή παράβαση δημοσίου καθήκοντος, θα πρέπει να υπάρχει αυστηρότερη αντιμετώπιση (βλ. Principles of Sentencing, D. A. Thomas, 1970 σελ.16 και Πίτσιλλος ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 346). Κρίνεται επίσης ορθό να σημειωθεί ότι, όπου το αδίκημα σχετίζεται και/ή προκύπτει από την εργοδότηση ενός κατηγορούμενου και επίσης κρίνεται ότι με τον τρόπο που ενήργησε ο κατηγορούμενος καταχράστηκε εξουσία που πήγαζε από την εργοδότηση του, οι οποιεσδήποτε συνέπειες στη σταδιοδρομία του, από την ποινή που θα του επιβληθεί, δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής του (βλ. Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 425). Στρεφόμενος στην υπό εξέταση υπόθεση και πάντοτε στα πλαίσια της ανάγκης για εξατομίκευση της ποινής, λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο αμφοτέρων των κατηγορούμενων, που σε συνδυασμό με την ηλικία τους, με οδηγεί στην κρίση ότι, αμφότεροι, είναι πρόσωπα, που γενικά σέβονται τους Νόμους και Κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς επίσης και στην κρίση ότι τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταδίκη τους, στην παρούσα υπόθεση, αποτελούν τη μόνη παραβατική συμπεριφορά στο μέχρι τώρα βίο τους. Επίσης, λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων (περιλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας που έκαστος αντιμετωπίζει), ως τούτες προβάλλουν μέσα από το περιεχόμενο των εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκαν για κάθε κατηγορούμενο κατόπιν σχετικής εντολής του Δικαστηρίου, αλλά και ως τούτες προκύπτουν από τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους τους. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, που έκαστος κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, σημειώνεται, επιβαρυντικά για τους κατηγορούμενους, το συστηματικό και επαναλαμβανόμενο της διενεργηθείσας κολάσιμης πράξης τους (σε σχέση με την κατηγορία 5), χωρίς ωστόσο να αγνοείται το γεγονός ότι, ο χρόνος που ανάλωναν κατά τις επισκέψεις τους (ο κατηγορούμενος 1 και στις 2 οικίες, και ο κατηγορούμενος 2 στην οικία στον Άγιο Δομέτιο), ήταν περιορισμένος, αφού, ως αναφέρθηκε από το ΜΚ3, η εκεί παρουσία τους, περιοριζόταν, για μεν τον κατηγορούμενο 1, στο να επιβλέψει, είτε την εκφόρτωση των υλικών, είτε τις υπό εκτέλεση εργασίες, για δε τον κατηγορούμενο 2 στο να εκφορτώσει υλικά από ένα διπλοκάμπινο. Ως υποδείχθηκε ανωτέρω (στα πλαίσια της παράθεσης της νομικής πτυχής) το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι ως δημόσιοι λειτουργοί, ενδεχόμενα να βρεθούν αντιμέτωποι με πειθαρχική δίωξη σε σχέση με τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταδίκη τους στην υπό εξέταση υπόθεση, δεν μπορεί να αποτελέσει μετριαστικό για αυτούς παράγοντα, μιας και το αδίκημα που έκαστος διέπραξε, σχετίζεται άμεσα με την εργοδότηση τους, υπό την έννοια ότι καταχράστηκαν συγκεκριμένη εξουσία που κατείχαν ως εκ της ιδιότητας τους ως δημόσιοι λειτουργοί (βλ. Σουτζιής ανωτέρω). Τέλος δεν μπορώ παρά να λάβω πολύ σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, βρίσκονται αντιμέτωποι με την ποινή τους, επτά και πλέον χρόνια μετά από τη διάπραξη της τελευταίας αξιόποινης πράξης τους. Σημειώνω, επί τούτου, το γεγονός ότι, η καταγγελία του παραπονούμενου, η οποία οδήγησε, εν τέλει, και στη διερεύνηση των γεγονότων που σχετίζονται με τις κατηγορίες 4 και 5, που είναι οι μόνες στις οποίες κρίθηκαν ένοχοι, υποβλήθηκε το Δεκέμβριο του 2009 και το κατηγορητήριο, καταχωρήθηκε 21 μήνες μετά. Ως προς δε την καθυστέρηση που ακολούθησε και δη από την ημέρα καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι και την εκδίκαση της, σημειώνω ότι, για το μεγαλύτερο μέρος της, οι κατηγορούμενοι δεν ευθύνονται, μιας και ο ρηθείς χρόνος, αναλώθηκε για την ακροαματική διαδικασία, στα πλαίσια της οποίας παρέλασε μεγάλος αριθμός μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης σε σχέση και με τις λοιπές κατηγορίες του κατηγορητηρίου, στις οποίες, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν. Δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν ενοχή, ούτε στα αδικήματα στα οποία, εν τέλει κρίθηκαν ένοχοι. Σημειώνεται, ωστόσο ότι, τούτο, απολήγει απλά στο να μην είναι δυνατή η επίκληση του μετριαστικού παράγοντα της μεταμέλειας από πλευράς των κατηγορουμένων. Κατά τα άλλα, έστω και αν οι κατηγορούμενοι παραδέχονταν, το αδίκημα και/ή αδικήματα για τα οποία κρίθηκαν, εν τέλει, ένοχοι, δεν θα ήταν δυνατή η επιβολή ποινής σ' αυτούς, παρά μόνο μετά την έκδοση της τελικής απόφασης σε σχέση με τα υπόλοιπα αδικήματα του κατηγορητηρίου, στα οποία, ως ήδη υπεδείχθη, αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν. Εν πάση περιπτώσει, και ανεξάρτητα του ποιος ευθύνεται για την καθυστέρηση, το γεγονός και μόνο ότι οι κατηγορούμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την ποινή τους επτά και πλέον χρόνια από τη διάπραξη της τελευταίας χρονικά αξιόποινης πράξης τους, ως γεγονός, αποτελεί από μόνο του σοβαρότατο μετριαστικό παράγοντα, ο οποίος συνυπολογίζεται, χωρίς ωστόσο, να μου διαφεύγει ότι, παρά την πάροδο όλων αυτών των ετών, καμία ουσιαστική αλλαγή δεν φαίνεται να επήλθε στις προσωπικές περιστάσεις τους. Νοιώθω ακόμα την ανάγκη να σημειώσω ότι, κατά τη γνώμη μου, το κατά πόσο, παρά την πάροδο μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος, θεωρείται απόλυτα αναγκαίο να επιβληθεί στερητική της ελευθερίας ποινή, αποτελεί θέμα, που εν πάση περιπτώσει, πρέπει να αποφασίζεται, μεταξύ άλλων, και σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος και την ανάγκη αποτροπής. Για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση, σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στις ακόλουθες αποφάσεις: Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ σελ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ σελ. 71, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ σελ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ σελ. 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ σελ. 638, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ σελ. 252, Μ & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 AAΔ 717, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ σελ. 617 και Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ
- Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, και χωρίς να παραγνωρίζω τη σοβαρότητα του αδικήματος και/ή των αδικημάτων, που έκαστος κατηγορούμενος διέπραξε, αλλά, συνυπολογίζοντας την πολύ μεγάλη καθυστέρηση, για το μεγαλύτερο μέρος της οποίας δεν μπορεί να αποδοθεί ευθύνη στους κατηγορούμενους, κρίνω ότι, η στερητική της ελευθερίας ποινή, δεν αποτελεί τη μόνη επιλογή (που υπό άλλες συνθήκες ενδεχομένως να αποτελούσε). Θεωρώ ότι, η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής στους κατηγορούμενους 1 και 2, ικανοποιείται και δια της επιβολής χρηματικού προστίμου. Αν μη τι άλλο, το αποτρεπτικό ή μη, μιας χρηματικής ποινής, είναι άρρηκτα συνυφασμένο με το ύψος της. Ως εκ των ανωτέρω, επιβάλλω στους κατηγορούμενους 1 και 2 τις ακόλουθες ποινές: Στον κατηγορούμενο 1, (α) στην 4η κατηγορία χρηματική ποινή εξ €2.000,
- και (β) στην 5η κατηγορία, χρηματική ποινή εξ €8.000,
- Στον κατηγορούμενο 2, στην 5η και μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή προστίμου εξ €8.000,
- Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν προέκυψαν τέτοια γεγονότα και/ή περιστατικά, που να δικαιολογούν διαφορετική αντιμετώπιση των κατηγορουμένων στην 5η κατηγορία, που, από κοινού, κρίθηκαν ένοχοι. Σημειώνω, εκ του περισσού ενδεχομένως, ότι, ο κατηγορούμενος 2, σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα, έλαβε και αυτός χρηματικό αντάλλαγμα για τη βοήθεια που παρείχε στον κατηγορούμενο 1 σε σχέση με τις ιδιωτικές εργασίες που ανέλαβε ο τελευταίος να εκτελέσει στην οικία στον Άγιο Δομέτιο. (Υπ.) ............ Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Μ.Α.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο