Η Δημοκρατία ν. Onel Florea, Αρ. Υπόθεσης: 23649/15, 22/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2016:32 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23649/15 Η Δημοκρατία ν. Onel Florea Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 22/11/2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Ε. Παπαγαπίου Για τον Κατηγορούμενο: Η κα Μ. Αγγελίδου Κατηγορούμενος παρών ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για ανθρωποκτονία, κατά παράβαση του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος μεταξύ της 15ης και της 16ης Δεκεμβρίου 2015 στη Λευκωσία της επαρχίας Λευκωσίας, με παράνομη πράξη του επέφερε το θάνατο της Mariana Onel, τέως από τη Ρουμανία, δηλαδή αφού της προκάλεσε πολλαπλές κακώσεις στην περιοχή της κεφαλής και αφού της προκάλεσε ασφυξία πιέζοντας την στο λαιμό και στις αεροφόρους οδούς, αυτή απεβίωσε συνεπεία ισχαιμίας της καρδιάς. Όταν ο ΜΚ7, Α/Αστ. Ηλίας Ηλία, επιχείρησε να καταθέσει την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου ως Τεκμήριο, η συνήγορος του ήγειρε ένσταση ως προς τη θεληματικότητα της. Ακολούθησε η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης προκειμένου να διακριβωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε η υπό αναφορά κατάθεση. Προτού θέσει το πλαίσιο με τους λόγους ένστασης, η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορουμένου, εισηγήθηκε όπως η δίκη διεξαχθεί για όλες τις ενοχοποιητικές αναφορές στις οποίες προέβη ο Κατηγορούμενος, μεταξύ των οποίων: (α) Η ανακριτική κατάθεση ημερομηνίας 16/12/2015, Τεκμήριο Α στη διαδικασία (Α1 στη μητρική του γλώσσα). (β) Η προηγηθείσα προφορική ανάκριση του Κατηγορουμένου από τον Αστ. 1175 Λ. Χατζηπαύλου. (γ) Το ημερολόγιο ενέργειας ημερ. 18/12/2015, Τεκμήριο Β στη διαδικασία. (δ) Η γραπτή κατάθεση του Κατηγορουμένου ημερομηνίας 18/12/2016, Τεκμήριο Γ (Γ1 στη μητρική του γλώσσα) και (ε) Οι υποδείξεις σκηνών ημερομηνίας 18/12/2015, Τεκμήριο Δ (Δ.1 στη μητρική του γλώσσα). Η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής συμφώνησε πως θα ήταν ορθό υπό τις περιστάσεις όπως ενταχθούν όλες οι πιο πάνω καταθέσεις αναφορές του Κατηγορουμένου σε μια ενιαία δίκη, δεδομένου ότι τόσο οι μάρτυρες όσο και οι συνθήκες και τα δεδομένα που περιβάλλουν τη λήψη τους είναι ταυτόσημες. Δηλώθηκε, περαιτέρω, πως οι λόγοι ένστασης είναι οι ίδιοι σε όλες τις πιο πάνω προφορικές και γραπτές καταθέσεις-αναφορές. Μετά από σχετικές διευκρινίσεις, η συνήγορος Υπεράσπισης, εξειδίκευσε τους λόγους ένστασης ως ακολούθως: Ø Λήφθηκαν κάτω από συνθήκες πίεσης, απειλών, εκφοβισμού και άσκησης ψυχολογικής και σωματικής βίας. Σε σχέση με τη σωματική βία διευκρινίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος κτυπήθηκε από τρεις αστυνομικούς με τα χέρια στο πρόσωπο και στο κεφάλι και ειδικότερα από τον Ηλία Ηλία (ΜΚ2 στη διαδικασία), τον Υπ/μο Θεμιστοκλέους (ΜΚ5) και ένα τρίτο άγνωστο μέλος της αστυνομίας. Ø Λήφθηκαν κατόπιν καταπίεσης και εξάντλησης του Κατηγορούμενου ήτοι μετά από πολύωρη ανάκριση χωρίς να του προσφερθεί νερό. Ø Ήταν προϊόν παραπλάνησης, καθότι δεν τον πληροφόρησαν για την αιτία θανάτου της θανούσας (συζύγου του). Ø Δόθηκαν μετά από υποσχέσεις των αστυνομικών οργάνων ότι εάν ομολογούσε θα τον έπαιρναν σε γιατρό. Ø Του στέρησαν το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο. Ø Λήφθηκαν κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων 2 και
- Με βάση το πιο πάνω πλαίσιο, το Δικαστήριο προχώρησε, ως είχε υποχρέωση, στη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, αφού προηγουμένως διαπίστωσε πως περιέχονται ενοχοποιητικές δηλώσεις του Κατηγορουμένου στις πιο πάνω προφορικές δηλώσεις και γραπτές καταθέσεις-αναφορές. Συγκεκριμένα, σε ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο Α) θέτει τον εαυτό του μέσα στο πλυσταριό, όπου βρέθηκε νεκρή η σύζυγος του, αναφέροντας ότι της έκλεισε το στόμα και την έσπρωξε προς τα πίσω με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία της και να πέσει ανάσκελα. Στην κατάθεση που έδωσε στις 18/12/2015 (εφεξής η κατ' ισχυρισμό θεληματική κατάθεση), επαναλαμβάνει τα πιο πάνω, προσθέτοντας ότι μετά που την έσπρωξε πήγε στο κυρίως κτήριο του γηροκομείου και αφού πήρε το τηλέφωνο της επέστρεψε στο πλυσταριό όπου την βρήκε αναίσθητη, φοβήθηκε και έφυγε. Αναφέρει επίσης πως την ώρα που την έσπρωξε και έπεσε κάτω, προσπάθησε να σηκωθεί και του είπε να φύγει, ενώ είχε αδυνατίσει η φωνή της και έδειχνε ζαλισμένη. Σημειώνεται ότι η γραπτή κατάθεση ημερ. 18/12/2015 (Τεκμήριο Γ) δόθηκε μετά από την προβολή του βίντεο από το κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης του γηροκομείου, γεγονός που αναφέρεται στο ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο Β) στο οποίο καταγράφεται, ότι, ο Κατηγορούμενος άρχισε να κλαίει, όταν είδε τη σύζυγό του στο βίντεο, εκδηλώνοντας την πρόθεσή του να πει όλη την αλήθεια. Μετά από την κατ' ισχυρισμόν θεληματική κατάθεση, ακολούθησαν οι υποδείξεις σκηνών (Τεκμήριο Δ). Καταληκτικά ανέφερε πως μετανιώνει πάρα πολύ και καλύτερα να πέθαινε και εκείνος. Στη διαδικασία κατέθεσαν για την Κατηγορούσα Αρχή 5 μάρτυρες. Ο Αστ. 1175 Λ. Χατζηπαύλου (ΜΚ1 στη διαδικασία), ο Α/Αστ. Ηλ. Ηλία (ΜΚ2), η Γ/Αστ. Μαρία Μιχαήλ (ΜΚ3), η διερμηνέας Ισαβέλλα Πισσά (ΜΚ4) και ο Υπ/μος Γιώργο Θεμιστοκλέους (ΜΚ5). Τα τέσσερα μέλη της αστυνομικής δύναμης, αφού αναφέρθηκαν στο ρόλο που διαδραμάτισε ο καθένας από αυτούς στις ανακρίσεις για τη διερεύνηση της υπόθεσης, δήλωσαν με κατηγορηματικό τρόπο πως δεν περιέπεσε στην αντίληψη τους να υπέστη οποιαδήποτε ψυχολογική ή σωματική βία ο Κατηγορούμενος, ενώ βρισκόταν στα γραφεία του ΤΑΕ. Ειδικότερα, οι ΜΚ2 και 5 (Ηλία και Θεμιστοκλέους, αντίστοιχα) αρνήθηκαν τις υποβολές της Υπεράσπισης ότι κτύπησαν τον Κατηγορούμενο για να ομολογήσει. Δήλωσαν, περαιτέρω, πλήρη άγνοια για κατ' ισχυρισμόν παράπονο του Κατηγορούμενου ότι κτυπήθηκε από αστυνομικούς κατά την προφορική ανάκριση. Κατηγορηματικά απέρριψε τη θέση του Κατηγορούμενου ότι κακοποιήθηκε στην παρουσία της και η ΜΚ4, η οποία εκτελούσε χρέη μεταφράστριας κατά την προφορική ανάκριση. Σε καμία περίπτωση δεν συνέβη κάτι τέτοιο, υποστήριξε. Αρνήθηκε, περαιτέρω, υποβολή της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος είχε εκφράσει παράπονο στους ιατροδικαστές ότι κτυπήθηκε από αστυνομικούς κατά την ανάκριση. Σημειώνεται πως η θέση του Κατηγορουμένου, όπως υποβλήθηκε στους μάρτυρες από τη συνήγορο του, ήταν ότι κατά τη διάρκεια της ιατροδικαστικής εξέτασης ανέφερε το παράπονο του για ξυλοδαρμό από αστυνομικούς, στον ιατροδικαστή Χαραλάμπους (ΜΥ1), ο οποίος μιλούσε τη ρουμάνικη γλώσσα. Συγκεκριμένα, υπόβαλε τη θέση ότι κατά την υποβολή του παραπόνου, παρόντες ήταν οι ιατροδικαστές, η διερμηνέας, ο φωτογράφος, ο ΜΚ2, και ένας τρίτος αστυνομικός (Χ''Τζιωρτζιή). Όσον αφορά τον ΜΚ1 στη διαδικασία Λ. Χατζηπαύλου, δεν υπήρξε ισχυρισμός ότι χειροδίκησε εναντίον του Κατηγορουμένου. Του υποβλήθηκε όμως, ότι κτυπήθηκε στην παρουσία του από τους ΜΚ2 και ΜΚ5 και κάποιο τρίτο άγνωστο μέλος της αστυνομίας, θέση την οποία αρνήθηκε. Άλλη παρεμφερής θέση του Κατηγορούμενου, όπως υποβλήθηκε στους ΜΚ1, 2 και 5, είναι ότι ο τελευταίος εκφόβιζε και απειλούσε τον Κατηγορούμενο με άσεμνες χειρονομίες, ήτοι δείχνοντας με κινήσεις ότι θα τραβούσε τα γεννητικά όργανα του Κατηγορούμενου. Απορρίπτοντας και αυτή τη θέση, οι ΜΚ επανέλαβαν ότι ουδεμία απειλή ή βία ασκήθηκε στον Κατηγορούμενο κατά την ανάκριση. Ο ΜΚ1 ανάφερε, περαιτέρω, πως ήταν το πρώτο πρόσωπο που ήρθε σε επαφή με τον Κατηγορούμενο, τον οποίο εντόπισε έξω από τον τόπο διαμονής του και τον οδήγησε, γύρω στις 16:45, στο ΤΑΕ. Εκεί, υποστήριξε, αφού τον οδήγησε στο γραφείο του, του υπέβαλε κάποιες ερωτήσεις. Κατά τη διάρκεια των ερωτήσεων αντελήφθη ότι είχε ένα κτύπημα στην περιοχή του αριστερού ματιού και σε σχετική ερώτηση που του υπέβαλε, ο Κατηγορούμενος του απάντησε πως δεν γνώριζε με ποιο τρόπο προκλήθηκε. Τον ρώτησε εάν είχε οποιοδήποτε αιχμηρό αντικείμενο και τότε έβγαλε από την τσέπη του δυο κινητά τηλέφωνα, ένα εκ των οποίων ήταν της θανούσας. Σε ερώτηση εάν πήγε καθόλου στο γηροκομείο του απάντησε πως είχε πάει γύρω στις 20:00 και σε περαιτέρω ερωτήσεις εάν συζήτησε με τη σύζυγο του και πως βρέθηκε το τηλέφωνο της στην κατοχή του, απάντησε πως ενώ συζητούσαν στο πλυσταριό του γηροκομείου του είπε ότι είχε φίλο και τότε την έσπρωξε και της πήρε το τηλέφωνο. Ενημέρωσε, τότε, τον ΜΚ5 ο οποίος του είπε να σταματήσει την ανάκριση και να ετοιμάσει αιτήσεις για εντάλματα σύλληψης και έρευνας, όπως και έπραξε. Ο ΜΚ2, αρνούμενος τις υποβολές της Υπεράσπισης για άσκηση σωματικής και ψυχολογικής βίας στον Κατηγορούμενο στο στάδιο της προφορικής ανάκρισης, υποστήριξε πως δεν είχε λάβει μέρος στην προφορική ανάκριση. Παρουσίασε, μάλιστα αντίγραφο του ημερολογίου καθηκόντων (Τεκμήριο 9) καθώς και του ημερολογίου παραπόνων (Τεκμήριο 10) για να καταδείξει ότι την ώρα της προφορικής ανάκρισης, είτε βρισκόταν εκτός του σταθμού για εξωτερική εργασία (Τεκμήριο 9) είτε ασχολείτο με τη διερεύνηση κάποιου άλλου παραπόνου (Τεκμήριο 10). Τον κάλεσε, είπε, ο ΜΚ5 γύρω στις 18:05 και αφού τον ενημέρωσε για την παρούσα υπόθεση του ζήτησε να λάβει ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, πράγμα που έπραξε, αναγνωρίζοντας τις υπογραφές του επί του Τεκμηρίου «Α». Η ανακριτική κατάθεση, πρόσθεσε, λήφθηκε στο γραφείο του στην παρουσία της διερμηνέως Ισ. Πισσά και της Γ./Αστ. Μιχαήλ. Υποβλήθηκε στους ΜΚ2, 3, 4 και 5 πως κατά τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης, ο ΜΚ2 και ο ΜΚ5 κτυπούσαν τον Κατηγορούμενο και τον πίεζαν να ομολογήσει, υποβολές που όλοι αρνήθηκαν κατηγορηματικά. Υποβλήθηκε περαιτέρω στους ΜΚ2, 3 και 5 πως η ανάκριση ήταν πολύωρη και καταπιεστική για τον Κατηγορούμενο, χωρίς διαλείμματα και χωρίς να του προσφερθεί νερό ή φαγητό. Αρνούμενοι τις υποβολές, οι μάρτυρες επικαλέστηκαν και τη διακοπή της ανακριτικής κατάθεσης για τους σκοπούς της ιατροδικαστικής εξέτασης του Κατηγορούμενου. Άλλη σχετική υποβολή στους ΜΚ2, 3, 4 και 5 ήταν πως δεν ενημερώθηκε ο Κατηγορούμενος για το δικαίωμα του να τύχει βοήθειας από δικηγόρο, θέση που αρνήθηκαν, παραπέμποντας στα σχετικά έντυπα ενημέρωσης που του παραδόθηκαν με βεβαίωση από τον Κατηγορούμενο ότι τα παρέλαβε (Τεκμήρια 5(α) και 5(β), αντίστοιχα). Υποβλήθηκε, τέλος, στους ΜΚ2 και 5 ότι ανάλογη ψυχολογική βία ασκήθηκε στον Κατηγορούμενο και κατά το στάδιο που έδινε την κατ' ισχυρισμόν θεληματική κατάθεση, (Τεκμήριο Γ). Αναφορικά με τη θέση του Κατηγορούμενου ότι υπέβαλε παράπονο σε ένα εκ των ιατροδικαστών, ότι κτυπήθηκε από αστυνομικούς, οι ΜΚ2-5 αρνήθηκαν επίμονα ότι έγινε τέτοιο παράπονο κατά την ιατροδικαστική εξέταση. Αντίθετη επί του προκειμένου ήταν η θέση των ιατροδικαστών Νικόλα Χαραλάμπους και Αγγελικής Παπέττα (ΜΥ1 και 2, αντίστοιχα), τους οποίους κάλεσε ο Κατηγορούμενος ως μάρτυρες στη διαδικασία. Ο Χαραλάμπους υποστήριξε πως κατά την ιατροδικαστική εξέταση συνομίλησε με τον Κατηγορούμενο στη ρουμάνικη γλώσσα, την οποία τυγχάνει να γνωρίζει καλά λόγω των σπουδών του στη Ρουμανία. Συγκεκριμένα ρώτησε τον Κατηγορούμενο πως προκλήθηκε η κάκωση που είχε στο αριστερό του μάτι και του απάντησε ότι τον κτύπησαν αστυνομικοί. Μετάφρασε τη δήλωση του Κατηγορούμενου, όπως είπε, σε όλους που παρευρίσκονταν στο δωμάτιο, ενώ, ταυτόχρονα, ζήτησε από την μεταφράστρια να μεταφράσει και εκείνη το παράπονο που έκανε ο Κατηγορούμενος, πράγμα που έπραξε. Παρόντες, ανέφερε, πέραν της ΜΚ4 ήταν ο ΜΚ2, ο Αστ. Χ''Τζιωρτζιής, ο φωτογράφος και η ΜΥ
- Η Αγγελική Παπέττα (ΜΥ2) επιβεβαίωσε τη μαρτυρία του ΜΥ1 (Χαραλάμπους), προσθέτοντας ότι ο Κατηγορούμενος ανάφερε πως είχε κτυπηθεί από τους αστυνομικούς κατά την ανάκριση. Ανάφερε, επίσης, πως διαβίβασε το παράπονο του Κατηγορουμένου στον ΜΚ5, όταν τον επισκέφθηκαν στο γραφείο του αμέσως μετά το τέλος της ιατροδικαστικής εξέτασης. Στις επίμονες ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, οι ιατροδικαστές επανέλαβαν σταθερά τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος υπέβαλε παράπονο ότι κτυπήθηκε από αστυνομικούς και ότι η κάκωση που είχε στο μάτι προκλήθηκε από τα κτυπήματα που δέχθηκε. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό πως η θέση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι η συγκεκριμένη κάκωση προκλήθηκε κατά την πάλη του Κατηγορούμενου με τη θανούσα, το προηγούμενο βράδυ περί ώρα 22:
- Σημειώνεται ότι με βάση το Τεκμήριο 12 η ιατροδικαστική εξέταση έλαβε χώρα στις 16/12/2015 μεταξύ των ωρών 19:30 και 20:
- Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, επιχείρησε να προωθήσει αυτή τη θέση υποβάλλοντας στους δυο ιατροδικαστές πως η κάκωση ήταν πέραν των 18 ωρών. Οι ιατροδικαστές διαφώνησαν με την εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής. Ειδικότερα ο Χαραλάμπους ανάφερε πως θα ανέμενε διαφορετικά χαρακτηριστικά της κάκωσης εάν είχε προκληθεί πριν από 22 ώρες, όπως του εισηγήθηκε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής. Το κόκκινο χρώμα που είχε η κάκωση, όπως απεικονίζεται στις φωτογραφίες (Τεκμήριο 5), υποδηλώνει πως ήταν φρέσκο-κάποιων ωρών. Την ίδια θέση υποστήριξε και η ιατροδικαστής Παπέττα, η οποία ετοίμασε και την ιατροδικαστική έκθεση (Τεκμήριο 17). Σημειώνεται πως στο Τεκμήριο 17 αναφέρεται ανάμεσα σε άλλα και η συγκεκριμένη κάκωση. Ειδικότερα με τον αριθμό 4 γίνεται αναφορά σε «πρόσφατη ερυθρότητα στον αριστερό οφθαλμό μήκους 3 εκ.». Στις σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν από τις συνηγόρους του Κατηγορούμενου και της Κατηγορούσας Αρχής, απέκλεισε το ενδεχόμενο να είχε προκληθεί πέραν των 18 ωρών. Το γεγονός, εξήγησε, πως δεν υπήρξε αλλοίωση του χρώματος της κάκωσης, υποδηλώνει ότι το τραύμα ήταν κάτω των 18 ωρών. Μετά από τις 18 ώρες, είπε, αλλάζει το χρώμα της κάκωσης, παίρνοντας μια κυανή/μαύρη απόχρωση. Η ΜΥ2 υποστήριξε την άποψη της με παραπομπές σε ιατροδικαστικά συγγράμματα (Τεκμήρια 22 και 23). Της υποδείχθηκαν και από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής άλλα ιατροδικαστικά άρθρα (Τεκμήρια 20 και 21) με εισήγηση πως δεν υποστηρίζουν την άποψη της. Απορρίπτοντας τις εισηγήσεις της συνηγόρου, υπόδειξε πως πρόκειται για παλαιότερα συγγράμματα και ότι η πιο πρόσφατη θεώρηση αντικατοπτρίζεται από τη βιβλιογραφία την οποία επικαλέστηκε η ίδια. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι πριν επιτραπεί η παρουσίαση κατάθεσης Κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει θετικά και πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι η κατάθεση ήταν θεληματική, δηλαδή, μεταξύ άλλων, ότι δεν προέκυψε ως αποτέλεσμα συμπεριφοράς προσώπου που ασκούσε εξουσία σε σχέση με την ανάκριση ή τη δίωξη, η οποία να προκάλεσε στον Κατηγορούμενο είτε ελπίδα για αποκόμιση πλεονεκτήματος, είτε φόβο για δυσμενείς επιπτώσεις, είτε που να συνιστά καταπίεση, δηλ. μεταχείριση που να έτεινε να υπονομεύσει και στην πραγματικότητα υπονόμευσε την ελεύθερη βούληση του Κατηγορούμενου. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η κατάθεση στην οποία προσπαθεί να στηριχθεί ήταν το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης και προϊόν συνειδητής απόφασης του Κατηγορουμένου. Η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει ότι η κατάθεση δεν λήφθηκε μέσα σε συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη βούληση του Κατηγορούμενου, και ιδιαίτερα ότι δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση βία ή απειλή και ότι δεν δόθηκε στον Κατηγορούμενο οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση υπόσχεση. Στην υπόθεση Fournides v. R.
(1986)2 C.L.R. 73, 86-87, συνοψίζονται οι αρχές που καλύπτουν το ζήτημα της θεληματικότητας μίας κατάθεσης. Τονίζεται στην εν λόγω απόφαση η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να απορρίψει μία κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες, σημειώνοντας ταυτόχρονα τη βασική αρχή ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Το όλο θέμα αντίκρισης πιθανόν ύποπτων συνθηκών λήψης μίας κατάθεσης εξετάζεται πάντοτε μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες που περιβάλλουν την ανάκριση ή τη λήψη κατάθεσης από τον ύποπτο. Η θεληματικότητα μίας κατάθεσης προϋποθέτει και το στοιχείο της έλλειψης καταπίεσης. Μία κατάθεση για να κριθεί ως θεληματική πρέπει να διαπιστωθεί ότι δεν λήφθηκε υπό περιστάσεις που έκδηλα θέτουν τον Κατηγοούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου. Κατά την εξέταση του θέματος αν μία κατάθεση είναι ή όχι αποτέλεσμα καταπίεσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πολλά στοιχεία, όπως η διάρκεια της ανάκρισης, η κατάσταση υγείας και ο χαρακτήρας του υπόπτου, αν προκλήθηκε σ' αυτόν φόβος ή ελπίδα, ως επίσης ο τρόπος που γίνεται, αν δηλ. δόθηκε στον ύποπτο η ευκαιρία να ανασάνει ή γίνεται με τέτοιο τρόπο που επηρεάζει το μυαλό του ώστε η ελεύθερη βούληση του να κάμπτεται με αποτέλεσμα να μιλά εκεί όπου υπό διαφορετικές συνθήκες θα έμενε σιωπηλός (βλ. επίσης, Ioannides v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). Θα πρέπει, τέλος, να υπάρχει συμμόρφωση με τους Δικαστικούς Κανόνες, παρόλο που το Δικαστήριο διατηρεί ευχέρεια να αποδεχθεί κατάθεση η οποία λήφθηκε κατά παρέκκλιση των δικαστικών κανόνων (βλ. Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556). Αναπόφευκτα, η απόδειξη της θεληματικότητας μιας κατάθεσης συνεπάγεται τη διατύπωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση, όμως, μαρτυρίας σε μια Δίκη εντός Δίκης πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια και μόνο στο βαθμό που κρίνεται απολύτως απαραίτητο για να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα της Δίκης εντός Δίκης. Δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα που δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς τον Κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του, όπως για παράδειγμα, γενικά συμπεράσματα αξιοπιστίας του Κατηγορουμένου. Είναι πάγια νομολογημένο ότι κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας μαρτύρων και ιδιαίτερα του Κατηγορουμένου. Έχουμε εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή τη μαρτυρία που κατατέθηκε από τις δυο πλευρές. Αναδύεται ως κυρίαρχο ζήτημα το κατά πόσο υπήρξε παράπονο του Κατηγορούμενου στους ιατροδικαστές ότι κτυπήθηκε από αστυνομικούς κατά την ανάκριση. Θα πρέπει εξ αρχής να σημειώσουμε πως δεν προσφέρεται για απόφαση η αλήθεια του παραπόνου αλλά μόνο εάν όντως υποβλήθηκε τέτοιο παράπονο. Αυτό, γιατί ο Κατηγορούμενος, επέλεξε, ως είχε δικαίωμα, να μην καταθέσει ο ίδιος για να υποστηρίξει αυτό τον ισχυρισμό. Έχουμε παρακολουθήσει με πολλή προσοχή όλους τους μάρτυρες Κατηγορίας να καταθέτουν επί του προκειμένου ζητήματος. Υποστήριξαν όλοι με επιμονή πως δεν περιήλθε στην αντίληψη τους να κτυπήθηκε ο Κατηγορούμενος ενώ οι ΜΚ2 και 5 δήλωσαν με κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν άσκησαν οποιαδήποτε ψυχολογική ή σωματική βία στον Κατηγορούμενο. Παρόλα ταύτα, παρέμεινε μια σκιά και αιωρείται μια υποψία που δημιουργεί σοβαρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου όσον αφορά τις συνθήκες ανάκρισης του Κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα οι ΜΚ2, 4 και 5 συνειδητά παρασιώπησαν το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος υπέβαλε παράπονο στους ιατροδικαστές για σωματική του κακοποίηση από αστυνομικούς. Αποδεχόμαστε, χωρίς δισταγμό, την επί του θέματος αυτού μαρτυρία των δυο ιατροδικαστών. Δεν παραγνωρίζουμε ότι η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής απέδωσε στους δυο ιατροδικαστές εχθρική διάθεση προς την πλευρά της, επειδή αποφάσισε να μην τους χρησιμοποιήσει ως μάρτυρες στην υπόθεση. Δεν έχουμε, ωστόσο, πεισθεί ότι οι ιατροδικαστές έχουν επινοήσει αυτό το ψέμα για να πλήξουν την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Τουναντίον η εντύπωση που σχηματίσαμε ήταν πως παρέθεσαν τα γεγονότα με ειλικρίνεια και ουδετερότητα και όπως διαδραματίστηκαν κατά την ιατροδικαστική εξέταση. Χωρίς να αποφαινόμαστε, επαναλαμβάνουμε, ως προς την αλήθεια του παραπόνου, καταλήγουμε ότι ο Κατηγορούμενος, όταν ρωτήθηκε από τον ΜΥ1 πως προκλήθηκε η κάκωση που έφερε στο αριστερό μάτι, ισχυρίστηκε ότι του το προκάλεσαν οι αστυνομικοί κατά την ανάκριση. Το γεγονός και μόνο ότι οι προαναφερθέντες μάρτυρες όχι μόνο το παρασιώπησαν αλλά αρνήθηκαν επίμονα την υποβολή τέτοιου παραπόνου από τον Κατηγορούμενο, δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά τη θεληματικότητα των ενοχοποιητικών δηλώσεων του Κατηγορουμένου που έγιναν κατά την προφορική και γραπτή ανάκριση του στις 16/12/
- Μας προκάλεσε εντύπωση που ένας τέτοιος ισχυρισμός παρασιωπήθηκε από όλους τους αστυνομικούς που ήταν παρόντες καθώς και από τον Υπ/μο Θεμιστοκλέους, στον οποίο διαβιβάστηκε το παράπονο από τους ιατροδικαστές. Το γεγονός, μάλιστα, πως την ίδια στάση τήρησε και η διερμηνέας, η οποία μετάφρασε το παράπονο, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία των ιατροδικαστών, ενισχύει τις υποψίες του Δικαστηρίου και δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά ως προς τα κίνητρα της απόκρυψης του παραπόνου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες κρίνουμε ότι δεν θα ήταν προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, η αποδοχή της ανακριτικής κατάθεσης (Τεκμήριο Α) και των φερόμενων ενοχοποιητικών δηλώσεων της προφορικής ανάκρισης που είχε προηγηθεί. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως έχει αναφερθεί, στη Δίκη εντός Δίκης εντάχθηκαν και οι υποδείξεις σκηνών, το ημερολόγιο ενέργειας και η κατ' ισχυρισμό θεληματική κατάθεση του Κατηγορουμένου που έλαβαν χώρα στις 18.12.2015, μετά από την προβολή του βίντεο από το κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης που υπήρχε στο γηροκομείο. Με βάση τη μαρτυρία των ΜΚ2 και 5, ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ, προκειμένου να δώσει κάποιες εξηγήσεις όσον αφορά αντιφάσεις που φέρονται να υπήρχαν στους ισχυρισμούς που προέβαλε στην ανακριτική του κατάθεση. Όπως το έθεσαν στη μαρτυρία τους, οι θέσεις του Κατηγορουμένου ότι είχε φύγει από το χώρο του γηροκομείου γύρω στις 21:00 και ότι δεν είχε εισέλθει εντός του εσωτερικού χώρου του γηροκομείου, δεν υποστηρίζονταν από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που υπήρχε στο γηροκομείο. Όταν, ανάφεραν στη μαρτυρία τους, του υπέδειξαν το βίντεο και είδε τη γυναίκα του, άρχισε να κλαίει δηλώνοντας πως δεν ήθελε να την σκοτώσει και εξέφρασε την επιθυμία να πει όλη την αλήθεια. Τα γεγονότα αυτά καταγράφονται στο ημερολόγιο ενέργειας (Τεκμήριο Β). Αμέσως μετά ακολούθησε η κατ' ισχυρισμό θεληματική κατάθεση (Τεκμήριο Γ) και εν συνεχεία οι υποδείξεις σκηνών (Τεκμήριο Δ). Η συνήγορος του Κατηγορουμένου υποστήριξε πως υπήρξε ανάλογη ψυχολογική βία και καταπίεση του Κατηγορούμενου, ο οποίος βρισκόταν κάτω από ψυχολογική και συναισθηματική φόρτιση, βλέποντας στο βίντεο τη σύζυγο του, λίγο προτού επισυμβεί το μοιραίο. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, πως η υπό αναφοράν κατάθεση και υποδείξεις σκηνών δεν θα πρέπει να γίνουν αποδεκτές καθ' ότι είναι επιμολυσμένες από την προηγηθείσα σωματική κακοποίηση και την καταπίεση που είχε δεχθεί ο Κατηγορούμενος κατά την ανάκριση του στις 16.12.
- Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπεραμύνθηκε της θεληματικότητας όλων των Τεκμηρίων. Ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου για κακοποίηση, παρέμεινε μετέωρος, όπως υποστήριξε, εφόσον επέλεξε να μην δώσει ο ίδιος μαρτυρία. Στην περίπτωση όμως που γίνει αποδεκτή η ένσταση ως προς τη θεληματικότητα της ανακριτικής κατάθεσης, υποστήριξε διαζευκτικά, το Δικαστήριο θα πρέπει να διαφοροποιήσει την απόφαση του αναφορικά με τη θεληματικότητα των Τεκμηρίων Β, Γ και Δ, λόγω του χρόνου που διέρρευσε. Υπόδειξε πως στο διάστημα που μεσολάβησε, ο Κατηγορούμενος είχε την ευκαιρία να δει και να συνομιλήσει με τη δικηγόρο του. Έχει νομολογηθεί πως η θεληματικότητα της κάθε κατάθεσης που δίδει ένα ύποπτο πρόσωπο στην Αστυνομία, κρίνεται με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες που την περιβάλλουν. Το γεγονός ότι δεν έγινε αποδεκτή άλλη προηγούμενη κατάθεση του υπόπτου, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να αποδεχθεί μεταγενέστερη κατάθεση, εφόσον ικανοποιηθεί ότι οι συνθήκες λήψης της νέας κατάθεσης δεν δημιουργούν αμφιβολία ως προς την θεληματικότητα της (βλ. Vrakas & Another v. The Republic
(1973)2 CLR 139 και Μαύρος, άλλως «Χατζής» ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 466). Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση «Χατζής» (ανωτέρω) είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικό (σελ. 477): «Η θεληματικότητα και, επομένως, το αποδεκτό της κάθε κατάθεσης που δίδει ύποπτος στην αστυνομία κρίνεται πάντοτε με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες που την περιβάλλουν. Εφόσον οι συνθήκες αυτές δεν δημιουργούν οποιαδήποτε αμφιβολία για τη θεληματικότητα της, η οποιαδήποτε αναφορά σε προηγούμενη κατάθεση, που για τον «άλφα» ή «βήτα» λόγο κρίθηκε ως μη αποδεκτή ή δεν παρουσιάστηκε, δεν εξυπακούει ότι και η κατάθεση που ακολούθησε πρέπει να θεωρηθεί ως μη αποδεκτή, παρά τη θεληματικότητα της.» Στο σημείο αυτό, συνοψίζουμε τα δεδομένα που σχετίζονται με τη λήψη των Τεκμηρίων Β, Γ και Δ, ως ακολούθως: (α) Μετά από την ανάκριση του Κατηγορουμένου στις 16/12/2015 και τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης, για τις οποίες αποφασίσαμε ήδη πως λήφθηκαν κάτω από ύποπτες συνθήκες, ακολούθησε έρευνα στο διαμέρισμα του Κατηγορουμένου. Αφού συμπληρώθηκε η έρευνα, ο Κατηγορούμενος οδηγήθηκε αργά το βράδυ στα αστυνομικά κρατητήρια. (β) Το πρωινό της επομένης (17/12/2015) οδηγήθηκε στο Δικαστήριο και εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης με βάση τον όρκο του ΜΚ2, Τεκμήριο
- Υποδεικνύεται ότι κατατέθηκαν πρακτικά της διαδικασίας προσωποκράτησης (Τεκμήριο 13) στην οποία δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. (γ) Το πρωινό της επομένης 18/12/2015, ο Κατηγορούμενος δέχθηκε επίσκεψη από δικηγόρο, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο
- Η επίσκεψη κράτησε 45 λεπτά (από 09:15-10:00 π.μ.). Υποβλήθηκε στον ΜΚ2 πως δεν υπήρξε στην ουσία συζήτηση μεταξύ της δικηγόρου και του Κατηγορουμένου, γιατί δεν υπήρχε διερμηνέας. Επί της υποβολής αυτής δεν υπήρξε οποιοσδήποτε ουσιαστικός αντίλογος από το μάρτυρα. (δ) Η ώρα 16:20 της ίδιας ημέρας (18/12/2015) ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ όπου του υποδείχθηκε το DVD και ακολούθησαν τα όσα καταγράφονται στα Τεκμήρια Β, Γ και Δ. Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, δικαιολογείται η ένσταση της Υπεράσπισης για αποδοχή των Τεκμηρίων Β, Γ και Δ, ενόψει και της διαπίστωσης του Δικαστηρίου σε σχέση με το Τεκμήριο Α. Χωρίς να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι παρήλθαν 48 ώρες από την ανάκριση του Κατηγορουμένου, η οποία κρίθηκε ότι έλαβε χώρα κάτω από ύποπτες συνθήκες, θεωρούμε πως θα ήταν άκρως επικίνδυνο να γίνουν αποδεκτά τα Τεκμήρια Β, Γ και Δ. Είναι φανερό ότι οι υπό αναφοράν δηλώσεις αποτελούν συνέχεια των δηλώσεων που έγιναν από τον Κατηγορούμενο κατά την προφορική και γραπτή ανάκριση (Τεκμήριο Α), οι οποίες λήφθηκαν κάτω από ύποπτες συνθήκες. Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως στην κατ' ισχυρισμόν θεληματική κατάθεση, ο Κατηγορούμενος επαναλαμβάνει στην ουσία τις δηλώσεις που περιέχονται στην ανακριτική κατάθεση. Υποδεικνύουμε συναφώς, ότι η νέα κατάθεση και οι υποδείξεις σκηνών, αποτελούν συνέχεια και συνεκτικό κατ' ουσία κομμάτι της συλλεγείσας από την Αστυνομία, μαρτυρίας κατά του Κατηγορούμενου. Η ανάγκη για τη λήψη νέας κατάθεσης, προέκυψε, όπως δηλώθηκε από τους ΜΚ2 και 5, λόγω αντιφάσεων που εντοπίστηκαν στην προηγηθείσα ανακριτική κατάθεση. Αξίζει να αναφερθεί ότι η κατ' ισχυρισμό θεληματική κατάθεση λήφθηκε από τον ΜΚ2, στην παρουσία του ΜΚ5, οι οποίοι όπως έχει υποδειχθεί πιο πριν, απέκρυψαν το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είχε παραπονεθεί ότι κακοποιήθηκε. Με άλλα λόγια είναι τα ίδια ακριβώς πρόσωπα που διεξήγαγαν το ανακριτικό έργο από την αρχή μέχρι το τέλος. Όσον αφορά τη δυνατότητα που είχε ο Κατηγορούμενος - ο οποίος μιλά μόνο ρουμάνικα - να έχει συνομιλία και να τύχει βοήθειας από δικηγόρο στο διάστημα που μεσολάβησε, παρατηρούμε ότι δεν υπήρχε διαθέσιμος διερμηνέας κατά τη συνάντηση που είχε με τη δικηγόρο του το πρωινό της 18/12/
- Όπως προκύπτει, επίσης, από τα πρακτικά της διαδικασίας προσωποκράτησης, ο Κατηγορούμενος δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο στη διαδικασία. Συνεπώς δεν μπορεί να εξαχθεί στέρεο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος έλαβε ουσιαστική νομική συμβουλή στο μεσοδιάστημα. Κάτω από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης κρίνουμε πως θα ήταν παρακινδυνευμένο να αποδεχθούμε την κατάθεση των Τεκμηρίων Β, Γ και Δ. Θεωρούμε ότι η ύποπτη αντιμετώπιση της οποίας έτυχε ο Κατηγορούμενος κατά την ανάκριση, δεν θα μπορούσε να μην έχει επίδραση και στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εξασφαλίστηκε η κατ' ισχυρισμόν θεληματική κατάθεση Τεκμήριο Γ καθώς και οι αναφορές που περιέχονται στα Τεκμήρια Β και Δ. Στην υπόθεση Burut v. Public Prosecutor
(1995)2 AC, 579 PC, το Ανακτοσυμβούλιο αποφάσισε πως δεν έπρεπε να γίνουν αποδεκτές ενοχοποιητικές δηλώσεις των Κατηγορουμένων που περιέχονταν σε γραπτές καταθέσεις οι οποίες λήφθηκαν μετά από προφορική ανάκριση που κρίθηκε ότι ήταν καταπιεστική. Στην υπό αναφοράν υπόθεση, οι Κατηγορούμενοι, οι οποίοι αντιμετώπιζαν κατηγορίες οπλοκατοχής, ανακρίθηκαν από αστυνομικούς ενώ έφεραν χειροπέδες και κουκούλα (manacled and hooded) και μερικές μέρες αργότερα έδωσαν γραπτές καταθέσεις. Στη Δίκη εντός Δίκης που διεξήχθη οι Κατηγορούμενοι δεν έδωσαν μαρτυρία και το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως οι καταθέσεις ήταν θεληματικές. Ασκήθηκε έφεση κατά της καταδίκης και το Εφετείο αποφάσισε πως παρότι η διαδικασία ανάκρισης ήταν από τη φύση της καταπιεστική, δεν υπήρξε μαρτυρία ότι οι γραπτές καταθέσεις που ακολούθησαν λήφθηκαν κάτω από συνθήκες καταπίεσης. Μετά από έφεση, το Ανακτοσυμβούλιο έκρινε πως η κακομεταχείριση που έτυχαν οι Κατηγορούμενοι κατά την ανάκριση δικαιολογούσε, υπό τις περιστάσεις, τον αποκλεισμό και των μετέπειτα γραπτών καταθέσεων παρ' ότι κατά τη λήψη τους ακολουθήθηκε η νενομισμένη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, με δεδομένες τις ύποπτες συνθήκες υπό τις οποίες διεξήχθη η προφορική ανάκριση και λήφθηκε η ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο Α), σε συνάρτηση με το γεγονός, ότι, εν πολλοίς, είναι οι ίδιοι αστυνομικοί - με προεξάρχοντα ρόλο του ΜΚ2 - που διεξήγαγαν και τις μετέπειτα ανακρίσεις/εξετάσεις, χωρίς στο μεσοδιάστημα να παρασχεθεί στον Κατηγορούμενο η δυνατότητα να λάβει ουσιαστική νομική συμβουλή σε γλώσσα καταληπτή από τον ίδιο, θεωρούμε ότι είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένο να επιτρέψουμε την παρουσίαση των Τεκμηρίων Β, Γ και Δ. Ως εκ τούτου ασκούμε τη διακριτική μας ευχέρεια προς την κατεύθυνση αποκλεισμού και αυτών των τεκμηρίων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η ένσταση γίνεται αποδεκτή και δεν επιτρέπεται η κατάθεση των Τεκμηρίων Α, Β, Γ και Δ. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Σ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο