← Κύπρος

FEREOS LTD ν. Γιαννάκης Οικονομίδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9485/12, 5/4/2016

FEREOS LTD ν. Γιαννάκης Οικονομίδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9485/12, 5/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9485/12 FEREOS LTD -εναντίον-

  1. Γιαννάκης Οικονομίδης
  2. Kat. Burtsava Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 5 Απριλίου 2016 Εμφανίσεις: Για την κατήγορο: κ. X'' Τζιοβάννης Για τους κατηγορουμένους 1 και 2: κ. Χρ. Ζαμπάς Κατηγορούμενοι 1 και 2: Παρόντες ----------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 (στο εξής αναφερόμενοι ως «οι κατηγορούμενοι» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου), αντιμετωπίζουν από κοινού την κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση των άρθρων 305 Α

(2), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, κατά ή περί τις 31/12/2011 εξέδωσαν την επιταγή με αριθμό 07954193 της Marfin Laiki Bank προς όφελος της παραπονούμενης για το ποσό των €7.014,36, η οποία όταν παρουσιάστηκε μέσα σε εύλογο χρόνο, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα στην Τράπεζα Κύπρου, δεν εξοφλήθηκε λόγω ανάκλησης της πληρωμής της από τον εκδότη της και επεστράφη απλήρωτη και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση της. Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες. Συγκεκριμένα τον Πέτρο Τσιάκκα (Μ.Κ.1) υπεύθυνο λογιστηρίου της παραπονούμενης, την Θεονίτσα Σταυρινού (Μ.Κ.2) τραπεζικό υπάλληλο και τον Γιαννάκη Πουπάζη (Μ.Κ.3), πωλητή της παραπονούμενης. Το περιεχόμενο της είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του για σκοπούς της παρούσας απόφασης και δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω. Παραθέτω τα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για εξέταση των εκατέρωθεν εισηγήσεων. Ο Μ.Κ.1 Πέτρος Τσιάκκας, υπεύθυνος του λογιστηρίου της παραπονούμενης ανέφερε ότι στη βάση συμφωνίας που υπήρχε από το 2006 με τους κατηγορούμενους και την παραπονούμενη, η παραπονούμενη προμήθευε το περίπτερο των κατηγορουμένων σε τακτική βάση με τσιγάρα, καπνικά προϊόντα και αλκοολούχα ποτά. Στις 21/12/2011 η παραπονούμενη προμήθευσε το περίπτερο με διάφορα είδη καπνού αξίας €7.014,
  2. Με την παράδοση των εμπορευμάτων εξέδωσε και παρέδωσε προς τους κατηγορούμενους το τιμολόγιο με αριθμό 12408756 (Τεκμήριο 2). Ο κατηγορούμενος 1 την ίδια ημέρα αφού παρέλαβε τα εν λόγω εμπορεύματα εξέδωσε και υπέγραψε έναντι του σχετικού τιμολογίου, σε διαταγή και προς όφελος της παραπονούμενης για το ισόποσο τη μεταχρονολογημένη επιταγή με αριθμό 07954193, της Marfin Laiki Bank, ημερομηνίας 31/12/2011, (Τεκμήριο 3 (στο εξής «επίδικη επιταγή»). Την επίδικη επιταγή εκ μέρους της παραπονούμενης έλαβε από τον κατηγορούμενο 1 ο πωλητής της κ. Γιάννης Πουπάζης. Η παραπονούμενη κατέθεσε την επίδικη επιταγή στην Τράπεζα Κύπρου προς πληρωμή κατά την ημερομηνία που είχε καταστεί πληρωτέα, πλην όμως δεν εξοφλήθηκε και δεν εξαργυρώθηκε από την τράπεζα λόγω ανάκλησης της από τον εκδότη. Αμέσως η παραπονούμενη ειδοποίησε τους κατηγορουμένους μέσω του πωλητή της κ. Γιάννη Πουπάζη, αλλά οι κατηγορούμενοι δεν προέβηκαν σε καμία ενέργεια ως προς την εξόφληση του τιμολογίου τους και δεν έδωσαν καμία εξήγηση σχετικά με την ανάκληση της επίδικης επιταγής. Έκτοτε οι κατηγορούμενοι οφείλουν προς την παραπονούμενη το ποσό των €7.014,
  3. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει προσωπικά τους κατηγορουμένους, ούτε είναι σε θέση να γνωρίζει ποια είναι η σχέση της κατηγορουμένης 2 με το περίπτερο. Επίσης ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ούτε την σχέση των κατηγορουμένων με την εμπορική επωνυμία που αναγράφεται επί των τιμολογίων της παραπονούμενης. Ανέφερε επίσης ότι η επίδικη επιταγή δεν υπογράφηκε στην παρουσία του. Κληθείς τότε να αναφέρει γιατί στη κυρίως εξέταση του αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 1 εξέδωσε και υπέγραψε την επίδικη επιταγή, επανέλαβε ότι την επίδικη επιταγή την παρέλαβε από τον κατηγορούμενο 1 ο κ. Γιάννης Πουπάζης. Την ίδια απάντηση έδωσε και σε υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η κατηγορουμένη 2 ουδέποτε εξέδωσε την επίδικη επιταγή και ουδέποτε την ανακάλεσε. Σε υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι οι κατηγορούμενοι ουδέποτε ανακάλεσαν την επίδικη επιταγή, απάντησε ότι δεν το γνωρίζει. Η Μ.Κ.2 Θεονίτσα Σταυρινου, τραπεζικός υπάλληλος ανέφερε ότι ο λογαριασμός με αριθμό 040-11-040126 του Οικονομίδη Γιαννάκη και της Burtsava Katsiaryna υποστηριζόταν από βιβλιάριο επιταγών και εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει επιταγές από τον εν λόγω λογαριασμό ήταν μόνο η Burtsava Katsiaryna, κάτι που ίσχυε και στις 31/12/
  4. Περαιτέρω, ανέφερε, ότι η επίδικη επιταγή ανήκει στον λογαριασμό Οικονομίδη Γιαννάκη και Burtsava Katsiaryna με αριθμό 040-11-
  5. Συγκρίνοντας την υπογραφή επί της επίδικης επιταγής και του δείγματος υπογραφής επί της κάρτας υπογραφών (Τεκμήριο 5) ανέφερε ότι αυτές μοιάζουν και φαίνεται να είναι οι ίδιες. Ήταν δε η θέση της ότι την επίδικη επιταγή υπέγραψε η Burtsava Katsiaryna. Σύμφωνα με τη σφραγίδα της Τράπεζας Κύπρου επί της επίδικης επιταγής, ανέφερε ότι παρουσιάστηκε για πληρωμή την 02/01/2012 πλην όμως δεν πληρώθηκε το ποσό αφού ως αναγράφεται στην σφραγίδα η πληρωμή ανακλήθηκε από τον εκδότη της επιταγής, stop payment, ημερομηνίας 03/01/
  6. Ανέφερε ακόμη ότι η τράπεζα ενημερώθηκε στις 02/01/2012 για την επιθυμία του πελάτη να μην πληρωθεί η επίδικη επιταγή μέσω της ηλεκτρονικής τράπεζας. Ο λόγος που παρουσιάζεται για τη μη πληρωμή της επίδικης επιταγής είναι αθέτηση συμβολαίου. Λόγω του ότι η εντολή δόθηκε μέσω ηλεκτρονικών καναλιών, ανέφερε ότι δεν είχε σχετική επιστολή να παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Ως προς τα υπόλοιπα του προαναφερόμενου λογαριασμού κατά την ημερομηνία που η επίδικη επιταγή ήταν πληρωτέα, ανέφερε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού στις 03/01/2012 που παραλήφθηκε η επίδικη επιταγή προς εξαργύρωση παρουσίαζε €276,09 χρεωστικό υπόλοιπο και μέχρι το τέλος της ημέρας το υπόλοιπο κατήλθε στα €140, 29 χρεωστικό. Επιβεβαίωσε στη συνέχεια ότι σε περίπτωση που δεν κατέθετε ο πελάτης το ποσό το οποίο αναλογούσε στην επίδικη επιταγή δεν θα μπορούσε να εξαργυρωθεί σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι ο λόγος που το όνομα του δεύτερου δικαιούχου του λογαριασμού δηλαδή της Burtsava Katsiaryna στην επίδικη επιταγή είναι γραμμένο διακεκομμένο δηλαδή «Κat.» είναι γιατί δεν υπήρχε επαρκής χώρος να αναγράφετο ολόκληρο το όνομα. Ως προς την αίτηση που υποβλήθηκε από τον δικαιούχο του εν λόγω λογαριασμού για χρήση της τηλετράπεζας του διαδικτύου, ανέφερε ότι υπογράφηκε ενώπιον άλλου συναδέλφου της. Ανέφερε περαιτέρω ότι οι κωδικοί πρόσβασης, παραλαμβάνονται από τους πελάτες στο κατάστημα ενώ ο αριθμός συνδρομητή αποστέλλεται με απλή επιστολή στον πελάτη. Παρόλο ότι ως ανέφερε δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει αν οι κατηγορούμενοι παρέλαβαν την εν λόγω επιστολή, επισήμανε ότι οι κατηγορούμενοι έχουν προβεί σε διάφορες συναλλαγές από την τηλετράπεζα τις οποίες δεν αμφισβήτησαν για να αποδείξουν ότι δεν έχουν παραλάβει τέτοιο κωδικό πρόσβασης ή τον αριθμό συνδρομητή. Ανέφερε, επίσης ότι και οι δύο που είχαν πρόσβαση στην τηλετράπεζα είχαν δικαίωμα να ανακαλούν επιταγές του προαναφερόμενου λογαριασμού. Δεν ήταν όμως σε θέση να αναφέρει ποιος παρέλαβε τους κωδικούς πρόσβασης ούτε ποιος τους παρέδωσε. Εξήγησε περαιτέρω ότι οποιοδήποτε άτομο έχει στην κατοχή του τον αριθμό συνδρομητή και τον μυστικό αριθμό pin, μπορεί να κάνει συναλλαγές μέσω του διαδικτύου της τράπεζας νοουμένου ότι είναι ενεργοποιημένο. Κληθείσα να αναφέρει αν συμφωνεί ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει με βεβαιότητα ποιο άτομο έκανε την ανάκληση απάντησε «Φυσικά όχι». Επανεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι το όνομα «Κat» είναι συντομογραφία του ονόματος Burtsava Katsiaryna και επιβεβαίωσε ότι το όνομα «Kat. Burtsava» παραπέμπει στο όνομα Burtsava Katsiaryna. Ο Μ.Κ.3, Γιαννάκης Πουπάζης, πωλητής της παραπονούμενης, ανέφερε ότι στις 21/12/2011 με οδηγίες της παραπονούμενης παρέδωσε στο περίπτερο των κατηγορουμένων διάφορα είδη καπνού, αφού πρώτα ο κατηγορούμενος 1 επέλεξε τα είδη καπνού τα οποία επιθυμούσε να προμηθευτεί. Εξέδωσε το τιμολόγιο υπ' αριθμό 12408756 (Τεκμήριο 2) για το ποσό των €7.014,36 το οποίο παρέδωσε στον κατηγορούμενο 1 κατά την παράδοση των προϊόντων. Ο κατηγορούμενος 1 παρέλαβε το τιμολόγιο και του παρέδωσε την επίδικη επιταγή την οποία παρέδωσε με την σειρά του στο λογιστήριο της παραπονουμένης. Αφού η επίδικη επιταγή δεν εξαργυρώθηκε λόγω ανάκλησης της, ειδοποίησε τους κατηγορούμενους για το γεγονός αυτό, αλλά οι κατηγορούμενοι δεν προέβηκαν σε καμία ενέργεια ως προς την εξόφληση του τιμολογίου τους και δεν έδωσαν καμία εξήγηση σχετικά με την ανάκληση της επιταγής τους. Έκτοτε οι κατηγορούμενοι οφείλουν προς την παραπονούμενη το ποσό των €7.014,
  7. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι το τιμολόγιο που αφορούσε τα συγκεκριμένα προϊόντα εκδόθηκε την ίδια ώρα που παραδόθηκαν τα προϊόντα. Εξήγησε ότι ο λόγος που στο τιμολόγιο (Τεκμήριο 2) αναγράφεται ως τρόπο πληρωμής τοις μετρητοίς είναι γιατί είτε μετρητά πάρουν είτε επιταγή είναι το ίδιο πράγμα, είναι τοις μετρητοίς. Απέρριψε την θέση της υπεράσπισης ότι το ποσό του τιμολογίου που αφορούσε τα εμπορεύματα πληρώθηκε σε μετρητά και ότι οι κατηγορούμενοι ουδέποτε εξέδωσαν και υπέγραψαν την επίδικη επιταγή. Ανέφερε επίσης ότι δεν έλαβε οδηγίες από την παραπονούμενη να πάρει πίσω τα προαναφερόμενα εμπορεύματα, μετά την μη πληρωμή της επίδικης επιταγής, αφού ως ανέφερε, είναι θέμα το οποίο αναλαμβάνει η εταιρεία μέσω δικηγόρου. Ως προς την επίδικη επιταγή και την υπογραφή αυτής, ανέφερε ότι την παρέλαβε υπογραμμένη και δεν είδε ποιος την υπόγραψε. Επέμεινε στη θέση του ότι ενημέρωσε τον κατηγορούμενο 1 για την ανάκληση της επίδικης επιταγής και σίγουρα αυτό έπραξε στις 09/01/2012 και προς υποστήριξη της θέσης του ανέφερε ότι αυτός ήταν και ο λόγος που για τις επόμενες συναλλαγές πληρώθηκαν μόνο με μετρητά. Κληθείς να αναφέρει εάν γνωρίζει ποιος ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει. Ενώ σε υποβολή ότι οι κατηγορούμενοι ουδέποτε εκδώσαν και ανακάλεσαν την επίδικη επιταγή, απάντησε ότι γνωρίζει ότι την εξέδωσαν αλλά δεν γνωρίζει για την ανάκληση, πλην του ότι επιστράφηκε πίσω. Αγορεύσεις Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν να κληθούν σε απολογία. Δεν παραθέτω αυτολεξεί καθετί που ειπώθηκε, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι δεν έλαβα υπόψη μου το σύνολο της αγόρευσης του. Συνοπτικά όμως αναφέρω ότι η εισήγηση του συνηγόρου έχει ως επίκεντρο τον ισχυρισμό ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της ανάκλησης της επίδικης επιταγής αφού δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ποιος προέβηκε στην ανάκληση της επίδικης επιταγής. Περαιτέρω, και ανεξάρτητα με τον προαναφερόμενο λόγο, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι η υπόθεση σε σχέση με την κατηγορούμενη 2 δεν μπορεί να επιτύχει δεδομένου ότι η κατηγορουμένη 2 αναγράφεται στο κατηγορητήριο ως Kat. Burtsava ενώ σύμφωνα με την μαρτυρία της Μ.Κ.2 το όνομα της κατηγορουμένης 2 είναι Burtsava Katsiaryna, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Επίσης ήταν η θέση του ότι τα στοιχεία τα οποία αναγράφονται στο κατηγορητήριο, σε σχέση με το όνομα της κατηγορουμένης 2, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι εύλογα επαρκή προς διαπίστωση της ταυτότητας της κατηγορουμένης 2 αφού πέραν του ονόματος Kat. Burtsava, δεν αναγράφεται οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να βοηθά στην διαπίστωση της ταυτότητας της κατηγορουμένης
  1. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο οποίος εξέφρασε τη διαφωνία του, υποστηρίζοντας ότι η μαρτυρία που έχει μέχρι τώρα προσφερθεί, πέραν του ότι είναι επαρκής για σκοπούς καταδίκης, καταδεικνύει την ύπαρξη ανάγκης της προσαγωγής της μαρτυρίας των κατηγορουμένων. Ειδικότερα ήταν η θέση του ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει προωθήσει μία υπόθεση όπου έχει φανεί αδιαμφισβήτητα ότι ανακλήθηκε η επιταγή από τους κατηγορουμένους με δικαιούχο την παραπονούμενη, η εν λόγω επιταγή μέσα από την μαρτυρία της Μ.Κ.2 φέρει την υπογραφή της κατηγορουμένης 2 και η επίδικη επιταγή επιστράφηκε λόγω αναίτιας ανάκλησης της από τους κατηγορούμενους. Περαιτέρω κατά τον επίδικο χρόνο ο λογαριασμός των κατηγορουμένων δεν είχε επαρκή κεφάλαια για να τιμηθεί η επίδικη επιταγή εάν η πληρωμή αυτής δεν είχε ανακληθεί. Ως προς το όνομα της κατηγορουμένης 2 ανέφερε ότι από την μαρτυρία της Μ.Κ.2 προκύπτει το συμπέρασμα ότι το όνομα Kat. Burtsava το οποίο αναγράφεται στην επιταγή παραπέμπει στο όνομα Burtsava Katsiaryna, η οποία είναι η κατηγορουμένη
  2. Εκ πρώτης όψεως υπόθεση Οι παράμετροι που καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον κατηγορουμένου έχουν τεθεί στην Azinas ν. The Police,
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Αγγλική Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης, και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο για τον καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου,
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι, (α) εξ αντικειμένου, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή (β) η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατόν αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam, [1970] 2 W.L.R. 441). Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, εκείνο το οποίο το Δικαστήριο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση να εξετάσει εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδεται στους κατηγορούμενους με την πρώτη κατηγορία ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τους κατηγορούμενους. Ερχόμενη στην παρούσα υπόθεση και έχοντας υπόψιν τα κριτήρια της Πρακτικής του 1962 καθώς και τις προαναφερθείσες καθιερωμένες αρχές της νομολογίας, θα πρέπει εν πρώτοις να λεχθεί ότι έχοντας διεξέλθει με την επιβαλλόμενη προσοχή το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, δεν διαπιστώνεται στην παρούσα περίπτωση να είναι η μαρτυρία τόσο αντινομική, αντιφατική ή αναξιόπιστη, σε βαθμό δηλαδή που θα πρέπει να ανακοπεί η υπόθεση στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο για ένα τέτοιο λόγο. Αυτό που συνεπώς απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον, κατά την αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του υπό κρίση αδικήματος. Προτού όμως εξετάσω αυτό το θέμα, γίνεται αντιληπτό ότι προέχει η εξέταση της εισήγησης του συνηγόρου υπεράσπισης, η οποία αφορά το όνομα της κατηγορουμένης 2 ως καταγράφεται στο κατηγορητήριο ήτοι Kat. Burtsava. Η Μ.Κ.2 καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι η επίδικη επιταγή ανήκει στον λογαριασμό Οικονομίδη Γιαννάκη και Burtsava Katsiaryna με αριθμό 040-11-040126. Ανέφερε επίσης ότι η αναγραφή του ονόματος της Burtsava Katsiaryna στην επίδικη επιταγή είναι γραμμένο διακεκομμένο δηλαδή «Κat.» λόγω του ότι δεν υπήρχε επαρκής χώρος για να αναγράφετο ολόκληρο το όνομα της, επίσης ότι το όνομα «Κat.» είναι συντομία του ονόματος Katsiaryna και ότι το όνομα «Kat. Burtsava» παραπέμπει στο όνομα Burtsava Katsiaryna. Περαιτέρω σημειώνω ότι στο Τεκμήριο 6 που αφορά την κατάσταση λογαριασμού με αριθμό 040-11-040126 το όνομα δικαιούχου που καταγράφεται είναι «ECONOMIDES YIAN. AND/OR BURTSAVA KAT.». Το Άρθρο 38 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, διαλαμβάνει πως κάθε κατηγορητήριο είναι στον καθορισμένο τύπο, υπογράφεται από ή εκ μέρους του προσώπου που απαγγέλλει, αναφέρει το όνομα του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου θα διεξαχθεί η συνοπτική δίκη και περιλαμβάνει επίσης το όνομα και περιγραφή του κατηγορουμένου, όπως αυτά είναι γνωστά στον κατήγορο, τα οποία είναι εύλογα επαρκή προς διαπίστωση της ταυτότητας του κατηγορουμένου και το ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος που περιλαμβάνουν τις λεπτομέρειες που εκτίθενται στο Άρθρο 39. Στο Σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice
(2003), παρά. D10.13, σελ. 1269, διαβάζουμε τα εξής σε σχέση με την περιγραφή ονομάτων: "A person named in an indictment (whether as accused, victim or otherwise) should be described by his or her forenames and surname. Errors in stating names will not, however, affect the validity of the proceedings, provided that the misnamed person is identified with reasonable precision and the parties are not misled. By r.8 of the Indictment Rules 1971: "It shall be sufficient in an indictment to describe a person whose name is not known as a person unknown". Από την Αγγλική απόφαση Regina v. William Frost and John Russell
(1855)Dears.474 προκύπτει ότι τα ονόματα προσώπων σε ένα κατηγορητήριο εξυπηρετούν ουσιαστικά τον σκοπό της περιγραφής των προσώπων ("the names being matter of description") που αναφέρονται σε αυτό και ότι το ουσιώδες σε μια ποινική υπόθεση δεν είναι κατά πόσον ένα πρόσωπο προσδιορίζεται στο κατηγορητήριο με το ονοματεπώνυμό του, αλλά το κατά πόσον με την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδεικνύεται κατά την ακροαματική διαδικασία το όνομα του προσώπου αυτού όπως καταγράφεται στο κατηγορητήριο. Έχω κατά νουν την αρχή που διατυπώνεται ανωτέρω στον Blackstones, ότι δηλαδή λάθος στην περιγραφή ονόματος δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της διαδικασίας, νοουμένου ότι το πρόσωπο αυτό αναγνωρίζεται με εύλογη ακρίβεια ('precision') και δεν παραπλανούνται τα μέρη αλλά και ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει κατά την ακροαματική διαδικασία το όνομα του προσώπου όπως περιγράφεται στο κατηγορητήριο. Στη βάση αυτή κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση, η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στη βάση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή επί αυτού του σημείου η οποία σημειώνεται ανωτέρω και η οποία σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας κρίνεται αντικειμενικά και δεδομένου ότι η υπεράσπιση δεν έθεσε θέμα παραπλάνησης ως προς τον τρόπο που η κατηγορούμενη 2 περιγράφεται στο εισαγωγικό μέρος του Κατηγορητηρίου. Κατά πόσο με αυτή τη μαρτυρία στο τέλος της ημέρας θα αποδειχθεί το όνομα της κατηγορούμενης 2 ως καταγράφεται στο κατηγορητήριο, είναι θέμα το οποίο θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας και κατά την διαδικασία ενδελεχούς μελέτης για το κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των κατηγορουμένων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και σίγουρα όχι στο στάδιο αυτό. Κατ' ακολουθίαν των πιο πάνω, η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης για απόρριψη της κατηγορίας εναντίον της κατηγορουμένης 2 στη βάση του πώς περιγράφεται στο εισαγωγικό μέρος του κατηγορητηρίου το όνομα της κατηγορούμενης 2 απορρίπτεται. Σε σχέση με το τελευταίο θέμα που παρέμεινε προς εξέταση, που αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, το οποίο επαναλαμβάνω ότι αφορά το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία (άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ.154), ως συνάγεται από τα λεχθέντα στην υπόθεση Philippa Estates Ltd v. Ρούσου,
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, στην οποία έχει ερμηνευθεί το σχετικό άρθρο του εν λόγω αδικήματος, για να στοιχειοθετηθεί το εν λόγω αδίκημα απαιτείται να καταδειχθούν τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής, (β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του, και (γ) Η πράξη με την οποία προκαλείται η μη εξόφληση της επιταγή να αφορά σε επιταγή που εκδόθηκε προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εξετάζοντας το πρώτο συστατικό στοιχείο του πιο πάνω αδικήματος, εν πρώτοις σημειώνω ότι «έκδοση» ως καθορίζεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262 «σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος.» Ως προς την έννοια «επιταγή» σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 «σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.». Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι επιταγή θεωρείται ως εκδοθείσα εάν ο τύπος της επιταγής συμπληρώθηκε δεόντως και αφού συμπληρώθηκε, παραδόθηκε στον κάτοχο της. Ενώπιον του Δικαστηρίου έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 3 η επίδικη επιταγή. Εκ πρώτης όψεως θεωρώ ότι το εν λόγω έγγραφο συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη γνωρίσματα που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρείται επιταγή εντός της έννοιας του νόμου. Περαιτέρω, υπάρχει μαρτυρία ότι η εν λόγω επιταγή όταν δόθηκε στον Μ.Κ.3 από τον κατηγορούμενο 1 ήταν υπογραμμένη. Επίσης υπάρχει μαρτυρία ότι η υπογραφή επί της εν λόγω επιταγής και το δείγμα υπογραφής επί της κάρτας υπογραφών (Τεκμήριο 5) μοιάζουν και φαίνεται να είναι οι ίδιες. Υπάρχει επίσης μαρτυρία ότι την επίδικη επιταγή υπέγραψε η Burtsava Katsiaryna, η οποία ήταν το μόνο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει επιταγές του εν λόγω λογαριασμού, κάτι που ίσχυε και στις 31/12/2011. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, τα οποία αντλήθηκαν μέσα από αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, κρίνω ότι υπάρχει μαρτυρία που εκ πρώτης όψεως καλύπτει το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αποδίδεται στους κατηγορούμενους με την πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Αναφορικά με το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αποδίδεται στους κατηγορούμενους με την προαναφερόμενη κατηγορία, εν πρώτοις χρήζει αναφοράς ότι προσφέρθηκε μαρτυρία από την Μ.Κ.2 ότι την επίδικη επιταγή υπέγραψε η Burtsava Katsiaryna και ότι το εν λόγω πρόσωπο ήταν το μόνο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει επιταγές του εν λόγω λογαριασμού. Περαιτέρω τέθηκε μαρτυρία από τον Μ.Κ.3 ότι η επίδικη επιταγή όταν του δόθηκε από τον κατηγορούμενο 1 ήταν υπογραμμένη. Επιπλέον τέθηκε μαρτυρία από την Μ.Κ.2 ότι η ανάκληση της πληρωμής έγινε μέσω τηλετράπεζας και ότι δικαίωμα να ανακαλεί επιταγές του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή είχαν και οι δύο που είχαν πρόσβαση στην τηλετράπεζα. Τέθηκε επίσης μαρτυρία και πάλι από την Μ.Κ.2 ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιος παρέλαβε τους κωδικούς πρόσβασης ούτε ποιος τους παρέδωσε. Ενώ σε σχέση με τον μυστικό αριθμό pin η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι αυτός αποστέλλεται με επιστολή. Περαιτέρω, τέθηκε μαρτυρία και πάλι από την Μ.Κ.2 ότι οποιοδήποτε άτομο έχει στην κατοχή του τον αριθμό συνδρομητή και τον μυστικό αριθμό pin, μπορεί να κάνει συναλλαγές μέσω του διαδικτύου της τράπεζας νοουμένου ότι είναι ενεργοποιημένο. Τέθηκε επίσης μαρτυρία και συγκεκριμένα από τον Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 ότι δεν γνωρίζουν ποιος ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Ενώ περαιτέρω η Μ.Κ.2 επιβεβαίωσε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα ποιο άτομο έκανε την ανάκληση. Εκείνο που τείνει να υποστηρίξει η μαρτυρία που έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εάν εκληφθεί στο ύψιστο σημείο ισχύος της είναι ότι κάποιος εκ των δύο κατηγορουμένων είχε προβεί με εντολή του μέσω της τηλετράπεζας σε ανάκληση της επίδικης επιταγής. Πέραν αυτής της μαρτυρίας, να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία να τείνει να καταδείξει έστω, στο βαθμό που απαιτείται για το στάδιο αυτό, ποιος από τους δύο προέβηκε μέσω της τηλετράπεζας στην ανάκληση της επίδικης επιταγής με την εντολή του. Βασικά δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία να τείνει να καταδείξει έστω, στο βαθμό που απαιτείται για το στάδιο αυτό, είτε ως ένοχο τον ένα παρά τον άλλο (βλ. R v. Abbott
(1955)2 Q. B. 497) είτε ότι οι κατηγορούμενοι έδρασαν από κοινού (βλ. R v. Banfield
(2013)EWCA Crim 1394). Το να αφεθούν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι να επιλύσουν το θέμα μεταξύ τους, καλώντας τους σε απολογία, θα ισοδυναμούσε με μετακύλιση του βάρους απόδειξης της αθωότητας τους στους δικούς τους ώμους, πράγμα ανεπίτρεπτο σε μια ποινική διαδικασία. Είναι προφανές επομένως ότι με την προαναφερθείσα τεθείσα μαρτυρία, κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε σ' ένα τελικό στάδιο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα στο πρόσωπο το οποίο με την πράξη του προκάλεσε την μη εξόφληση της επίδικης επιταγής η οποία εκδόθηκε από αυτό. Κάτω απ' αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι τα γεγονότα της παρούσας διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τα γεγονότα της υπόθεσης Μιχάλη Ζίττη ν. Οργάνωση Παραγωγών Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ, Ποινική Έφεση 272/15, ημερομηνίας 04/03/2016, όπου κρίθηκε ότι το βάρος απόδειξης ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν του εφεσείοντα είχε μετέλθει στον ίδιο εφόσον επρόκειτο για θέμα που ήταν αποκλειστικά στη σφαίρα της δικής του γνώσης. Στην εν λόγω υπόθεση ο εφεσείων ήταν το μόνο πρόσωπο που είχε εξουσία να υπογράφει επιταγές που εξέδιδε η εταιρεία της οποίας ήταν διευθυντής και μόνο αυτός είχε δώσει δείγμα υπογραφής για ό,τι είχε σχέση με τις επιταγές της εταιρείας. Επίσης, ο εφεσείων δεν αρνήθηκε ευθαρσώς ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν δική του, αλλά περιορίστηκε να κτίσει επιχειρηματολογία ότι δεν αποδείχτηκε ότι η υπογραφή ήταν δική του στη βάση της μαρτυρίας του τραπεζικού υπαλλήλου ότι δεν είναι γραφολόγος για να πει με βεβαιότητα πως η υπογραφή ήταν όντως δική του. Κατά συνέπεια καταλήγω πως η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η οποία να τείνει να καταδείξει έστω, στο βαθμό που απαιτείται για το στάδιο αυτό, το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας και κατά συνέπεια η εν λόγω κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη σ' αυτό το στάδιο. Παρόλο που η μη απόδειξη του δεύτερου συστατικού στοιχείου του αδικήματος στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, σφραγίζει την τύχη της πρώτης κατηγορίας, αφού ένα αδίκημα διαπράττεται όταν πληρούνται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία που το συνθέτουν, για σκοπούς πληρότητας θεωρώ ορθότερο να εξετάσω κατά πόσον από την μαρτυρία αποδείχθηκε, έστω στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας. Εξετάζοντας το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, σημειώνω ότι έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ότι η εντολή ανάκλησης της επίδικης επιταγής δόθηκε στις 02/01/2012, ως επίσης ότι η εν λόγω επιταγή ήταν πληρωτέα στις 31/12/2011 και παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή στις 02/01/2012 αλλά δεν πληρώθηκε γιατί η πληρωμή είχε ανακληθεί. Περαιτέρω υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου η επίδικη επιταγή, η οποία φέρει ημερομηνία πληρωμής την 31/12/2011. Επίσης η επίδικη επιταγή φέρει σφραγίδα της Τράπεζας ημερομηνίας 02/01/2012 και σφραγίδα ημερομηνίας 03/01/2012 με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής Stop Payment». Στην υπόθεση Philippa (ανωτέρω) τονίστηκε ότι ο χρόνος τέλεσης της ποινικά επιλήψιμης πράξης, δηλαδή της πρόκλησης μη εξόφλησης, δεν συναρτάται με την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Ο χρόνος κατά τον οποίο προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη η μη εξόφληση της επιταγής μπορεί να είναι προγενέστερος ή μεταγενέστερος της ημερομηνίας πληρωμής της επιταγής. Κατά συνέπεια καταλήγω ότι στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, τα οποία αντλήθηκαν μέσα από αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, υπάρχει μαρτυρία που εκ πρώτης όψεως καλύπτει το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αποδίδεται στους κατηγορούμενους με την πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Για τους λόγους όμως που έχω εξηγήσει πιο πάνω, κρίνω ότι η κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία θα έδιδε στην Κατηγορούσα Αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Λοΐζου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 363: «Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Κατά συνέπεια και υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2, οι οποίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από την πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων 1 και 2 και εναντίον της παραπονούμενης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι θα καταβληθεί ένα σετ εξόδων λόγω της κοινής εκπροσώπησης τους και της κοινής υπεράσπισης τους. (Υπ) ............ Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.