IOANNIS GEORGHIOU (PIGGERY) LTD ν. Σάββα Λουκά, Αρ. Υπόθεσης: 9378/12, 24/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9378/12 IOANNIS GEORGHIOU (PIGGERY) LTD -εναντίον- Σάββα Λουκά Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 24 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατήγορο: Η κα Χριστοδούλου Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ Γιαλελής με κ Καμπούρη ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης Όψεως) Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 09/07/2010 και 12/07/2010 εξέδωσε έναντι νόμιμου και καλού ανταλλάγματος, προς όφελος της παραπονούμενης, αντίστοιχα, την επιταγή με αριθμό 81393317, για το ποσό των €10.654,00 και την επιταγή με αριθμό 81393318, για το ποσό των €8.491,43 και οι δύο της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν προς πληρωμή κατά ή περί την 09/07/2010 και 12/07/2010 αντίστοιχα ή και εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστησαν πληρωτέες και δεν εξοφλήθηκαν για το λόγο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη τους ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης τους και/ή δεν εξοφλήθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων και/ή μη επαρκών κεφαλαίων. Παρέμειναν δε απλήρωτες για περίοδο πέραν των δεκαπέντε ημερών αφότου παρουσιάσθηκαν για πληρωμή και επιστράφηκαν κατά ή περί τις 12/07/2010 και 13/07/2010 αντίστοιχα με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ.» Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για τις προαναφερόμενες κατηγορίες και η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες. Συγκεκριμένα τον Ιωάννη Γεωργίου (Μ.Κ.1) Διευθυντή της παραπονούμενης, και τον Σωτήρη Κανάρη (Μ.Κ.2) τραπεζικό υπάλληλο. Να σημειωθεί επίσης ότι στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου του το Τεκμήριο 4 που αφορά Πιστοποιητικό Σύστασης της παραπονούμενης, ημερομηνίας 28/03/
- Το περιεχόμενο της μαρτυρίας των δύο μαρτύρων κατηγορίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του για σκοπούς της παρούσας απόφασης και δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω. Παραθέτω ωστόσο τα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για εξέταση των εκατέρωθεν εισηγήσεων. Ο Μ.Κ.1, διευθυντής της παραπονούμενης κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι έχει χοιροστάσιο και στον κατηγορούμενο προσέφερε χοίρους. Στα πλαίσια της επαγγελματικής τους συνεργασίας, ο κατηγορούμενος του έδωσε προσωπικά τις επίδικες επιταγές την ίδια ημέρα που ο ίδιος του έδωσε τα σχετικά με αυτές τιμολόγια. Ο λόγος που οι εν λόγω επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες ήταν γιατί μπήκε στο ΚΑΠ λόγω του ότι δεν είχε να πληρώσει. Για τα ποσά των επίδικων επιταγών δεν δόθηκε κανένα ποσό και σκοπός του με την παρούσα υπόθεση είναι να πληρωθεί ή να του υποσχεθεί ο κατηγορούμενος ότι θα τον πληρώσει, ζητώντας περαιτέρω να τιμωρηθεί ο κατηγορούμενος ή να τον ξοφλήσει. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι για τις επίδικες επιταγές υπήρχαν τιμολόγια και εκδόθηκαν αποδείξεις πλην όμως δεν τα είχε στην κατοχή του για να τα παρουσιάσει. Επέμεινε στην θέση του ότι ο κατηγορούμενος του οφείλει τα ποσά των επίδικων επιταγών. Ήταν επίσης η θέση του ότι οι επίδικες επιταγές του δόθηκαν την ημερομηνία που αναγράφεται στις εν λόγω επιταγές. Ανέφερε, περαιτέρω ότι οι επίδικες επιταγές συμπληρώθηκαν από αυτόν που του τις έδωσε, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι ο ίδιος πήρε αυτές συμπληρωμένες και δεν είδε τον κατηγορούμενο να τις υπογράφει. Αρνήθηκε ότι τις επίδικες επιταγές πρέπει να τις έλαβε περί τις αρχές του 2009 χωρίς ημερομηνία. Κληθείς να αναφέρει πότε άρχισε η συνεργασία του με τον κατηγορούμενο, ανέφερε διάφορες ημερομηνίες εντός των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου του 2010 όπου παρέδωσε στον κατηγορούμενο χοίρους. Ανέφερε όμως στην συνέχεια ότι αυτές οι ημερομηνίες αφορούσαν τις ημερομηνίες που έφεραν οι επιταγές και όχι τα τιμολόγια. Ανέφερε περαιτέρω ότι όταν έπαιρνε κρέατα στον κατηγορούμενο, δεν του δίνονταν κάθε φορά επιταγές, αλλά κάθε εβδομάδα, κάθε τέλος του μήνα, κάθε 10 ημέρες, κάθε 15 ημέρες. Αρνήθηκε υποβολή ότι η επιταγή Τεκμήριο 2 φέρει πλαστογραφημένη υπογραφή και δεν είναι του κατηγορούμενου, λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος του έδωσε την εν λόγω επιταγή και αν έγγραψε διαφορετική υπογραφή εκείνος ξέρει. Σε υποβολή ότι η επιταγή Τεκμήριο 3 δεν συμπληρώθηκε από τον κατηγορούμενο ούτε ως προς την ημερομηνία, ούτε ως προς το ποσό αυτής αλλά ούτε και ως προς το όνομα του δικαιούχου, επανέλαβε ότι την εν λόγω επιταγή του την έδωσε ο κατηγορούμενος και αν άλλος την συμπλήρωσε δεν το γνωρίζει. Ο Μ.Κ.2 υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές, επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω του ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ και λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Παρουσίασε κατάσταση του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές για την χρονική περίοδο 01/01/2010 με 31/03/2010 (Τεκμήριο 5). Κατά την αντεξέταση του, διευκρίνισε ότι, στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 5) ο λόγος που δεν φαίνεται να υπάρχουν συναλλαγές είναι γιατί ο λογαριασμός παγοποιήθηκε και είχε τερματιστεί στις 10/06/
- Αναγνώρισε και κατέθεσε κατάσταση του ίδιου λογαριασμού για την χρονική περίοδο 01/11/2008 με 31/03/2009 (Τεκμήριο 6). Ήταν η θέση του ότι δεν μπορούσε με βάση τους αριθμούς των επίδικων επιταγών να εξακριβώσει από την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 6 πότε εκδόθηκαν. Σε υποβολή ότι οι επίδικες επιταγές και ειδικότερα η επίδικη επιταγή Τεκμήριο 2, εκδόθηκαν περί τις 19/01/2009, ανέφερε ότι βλέπει τις ημερομηνίες των επιταγών εκδομένες στις 12/07/2010 και 09/07/
- Διευκρίνισε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει ποιος συμπλήρωσε τα στοιχεία των επίδικων επιταγών. Ως προς την υπογραφή επί των επίδικων επιταγών ανέφερε ότι αυτή εξετάζεται από ξεχωριστό τμήμα κατά την περίοδο που παρουσιάζεται, διευκρινίζοντας όμως ότι ο ίδιος δεν ήταν στο συγκεκριμένο τμήμα. Ανέφερε ωστόσο ότι μεταξύ των υπογραφών επί των επίδικων επιταγών φαίνεται να υπάρχει κάποια διαφορά. Επιβεβαίωσε, περαιτέρω, ότι οι επίδικες επιταγές με βάση τον αριθμό τους είναι μεταξύ των επιταγών με αριθμό 81393308, 81393312, 81393314 και 81393310 οι οποίες με βάση την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 6 κατατέθηκαν μεταξύ της περιόδου 05/01/2009 με 29/01/
- Ωστόσο ανέφερε ότι δεν είναι απόλυτο ότι οι επιταγές εκδόθηκαν την ίδια περίοδο. Αγορεύσεις Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν να κληθεί σε απολογία. Δεν παραθέτω αυτολεξεί καθετί που ειπώθηκε, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι δεν έλαβα υπόψη μου το σύνολο της αγόρευσης του. Συνοπτικά όμως αναφέρω ότι η εισήγηση του συνηγόρου είχε ως επίκεντρο τον ισχυρισμό ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί ότι οι επίδικες επιταγές κατέχονται από την παραπονούμενη έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. Τούτο γιατί ως διαφάνηκε από την μαρτυρία του Μ.Κ.1 η συνεργασία της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο ξεκίνησε μετά από την ημερομηνία από την οποία οι επίδικες επιταγές περιήλθαν στην κατοχή της παραπονούμενης και κανένα τεκμήριο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δείχνει οποιαδήποτε πράξη μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενου. Επίσης ήταν η θέση του ότι προβληματική ήταν και η μαρτυρία του Μ.Κ.2 αφού από την κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε δεν φαίνονται οι πράξεις που έγιναν και δεν φαίνεται ότι την συγκεκριμένη ημέρα κατατέθηκαν οι επίδικες επιταγές και επιστράφηκαν, ούτε φαίνεται ο λόγος που επιστράφηκαν. Περαιτέρω, σημείωσε ότι ο Μ.Κ.1 και ο Μ.Κ.2 αναφέρθηκαν σε διαφορετικούς λόγους επιστροφής των επίδικων επιταγών ενώ θα έπρεπε η μαρτυρία τους να ήταν ξεκάθαρη σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις. Υποστήριξε περαιτέρω ότι με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 προκύπτει ότι η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, ενόψη της απάντησης του Μ.Κ.1 ότι ο λόγος που βρίσκεται στο Δικαστήριο είναι για να εισπράξει τα ποσά των επίδικων επιταγών. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία εξέφρασε τη διαφωνία της, υποστηρίζοντας ότι σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο βλέπει αν συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και τα υπόλοιπα θέματα που ήγειρε η Υπεράσπιση είναι θέματα που θα εξεταστούν στο τέλος. Ήταν η θέση της ότι δεν υπάρχουν αντιφάσεις στην μαρτυρία που να δικαιολογούν την απαλλαγή του κατηγορουμένου για αυτό το λόγο. Εκ πρώτης όψεως υπόθεση Οι παράμετροι που καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον κατηγορουμένου έχουν τεθεί στην Azinas ν. The Police,
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Αγγλική Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης, και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο για τον καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου,
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι, (α) εξ αντικειμένου, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή (β) η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατόν αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam, [1970] 2 W.L.R. 441). Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, εκείνο το οποίο το Δικαστήριο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση να εξετάσει εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο με την πρώτη και δεύτερη κατηγορία ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Προτού όμως εξετάσω αυτά τα θέματα, γίνεται αντιληπτό ότι προέχει η εξέταση της εισήγησης του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι με βάση την μαρτυρία που έθεσε η Κατηγορούσα Αρχή η προώθηση της παρούσας υπόθεσης είναι καταχρηστική. Επί του προκειμένου ο συνήγορος Υπεράσπισης επικαλέστηκε την μαρτυρία του Μ.Κ.1 ο οποίος στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του ανέφερε μετά από σχετικές ερωτήσεις της συνηγόρου της παραπονούμενης ότι ο λόγος που καταχώρησε την παρούσα υπόθεση είναι γιατί θέλει να τον πληρώσει ο κατηγορούμενος ή να του υποσχεθεί ότι θα τον πληρώσει ως επίσης ότι με την παρούσα υπόθεση ζητά να τον εξοφλήσει ο κατηγορούμενος. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Μιχάλης Χαραλαμπίδης ν. Νικόλαου Κωμοδρόμου (απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου)
(2002)2 Α.Α.Δ. 552, η οποία και σαφώς δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, το πώς ο παραπονούμενος βλέπει τον σκοπό της διαδικασίας δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία. Σημασία έχει ότι ο παθών μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα της καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, άσχετα από οποιαδήποτε ελατήρια του που δεν λείπουν και από άλλης φύσεως διώξεις. Η αντίδραση του παραπονούμενου, ότι δηλαδή καταχώρησε τη δίωξη για να εισπράξει τα χρήματά του, βρίσκεται μέσα στο συνηθισμένο ανθρώπινο μέτρο, αλλά αυτό δεν προσδιορίζει το δικαίωμα ούτε αλλοιώνει το σκοπό της ποινικής διαδικασίας. Αυτή καθαυτή η δίωξη δεν υποβοηθά ούτε σκοπεί στην είσπραξη της απαίτησης. Επίσης στην Πολιτική Αίτηση αρ.4/2013, Αναφορικά με την αίτηση των Fotiou Bros Shipping Ltd κ.α., ημερ.15/01/2013 ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «Στην πλέον πρόσφατη επί των υποθέσεων κατάχρησης διαδικασίας, απόφαση στην Κώστα Χατζηγαβριήλ ν. NCR (Cyprus Ltd) Staff Profident Fund, Πολ.Εφ.αρ.94/09 ημερ.12.12.2012, επιβεβαιώθηκε ότι η προώθηση των συμφερόντων ενός πιστωτή με αίτηση παραλαβής της περιουσίας του χρεώστη, δεν σήμαινε ταυτόχρονα ότι επιδιωκόταν σκοπός άλλος από την έκδοση ενός διατάγματος που εκ της φύσης του είχε σκοπό την παραλαβή της περιουσίας του χρεώστη με τη διαφύλαξη της προς όφελος όλων των πιστωτών. Δεν τεκμαίρεται, επομένως, εξ αυτών αλλότριος σκοπός ή κίνητρο, ούτε και η απόσυρση, όπως λέχθηκε, προηγούμενης παρόμοιας αίτησης, αποτελούσε ένδειξη μεμπτής ή άλλης παρόμοιας διάθεσης εναντίον του χρεώστη ώστε να εξάγεται κατάχρηση διαδικασίας. Κατά ανάλογο προς τα ανωτέρω τρόπο, υπενθυμίζεται πρώτιστα ότι οι εδώ ποινικές διώξεις είναι ιδιωτικής φύσεως. Η τιμωρία των τυχόν υπαιτίων για την μη πληρωμή των επιταγών, συνυπάρχει και με τη νόμιμη επιδίωξη είσπραξης του λαβείν της παραπονούμενης εταιρείας. Με βάση το λόγο των πιο πάνω αυθεντιών, δεν συνάγεται κατάχρηση, όπως δεν θα συναγόταν ούτε και αν υπήρχε παράλληλη αστική αγωγή, ένα γεγονός που δεν φαίνεται να υφίσταται εφόσον ουδέν ανεφέρθη. Εκ του πιο πάνω μείζονος δεδομένου, δεν μπορεί να εξαχθεί κατάχρηση εκ του ελάσσονος γεγονότος της καταχώρησης ποινικών και μόνο διώξεων, έστω και αν ήταν πέντε τον αριθμό. Επί του ιδιαίτερου δεδομένου που αντιμετώπιζε το κατώτερο Δικαστήριο, η συνύπαρξη στο ίδιο κατηγορητήριο τριών κατηγοριών για επιταγές δεν οδηγεί σε συμπέρασμα κατάχρησης διαδικασίας έστω και εάν οι δύο εκ των τριών κατηγοριών προστέθηκαν μεταγενέστερα στο κατηγορητήριο με απόσυρση των αντίστοιχων εκκρεμουσών ποινικών διώξεων. Ορθά δε το Δικαστήριο ανεφέρθη και στην υπόθεση N.C.P. Diamonds Co Ltd v. Τάκη Ιωαννίδη Λτδ κ.ά.
(2003)2 Α.Α.Δ. 162, αναφορικά με το γεγονός ότι η καταχώρηση δύο υποθέσεων για δύο διαφορετικές επιταγές δεν συνιστά εκ προοιμίου κατάχρηση διαδικασίας ή ακυρότητα δίκης, προστέθηκε δε ότι το Δικαστήριο διαθέτει επαρκή μέτρα θεραπείας, εάν διαπιστώσει ότι δημιουργείται διαδικαστική ταλαιπωρία στον κατηγορούμενο.» Συνεπώς, στα περιστατικά της παρούσας, οι πιο πάνω δηλώσεις του Μ.Κ.1 δεν δύνανται, άνευ ετέρου, να οδηγήσουν σε συμπέρασμα περί κατάχρησης της παρούσας διαδικασίας, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. (βλ. Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν. 1. Αδελφοί Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.α., Ποινική Έφεση 80/2011, ημερομηνίας 11/09/2013). Κατ' ακολουθίαν των πιο πάνω, η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης για απαλλαγή του κατηγορουμένου λόγω κατάχρησης της διαδικασίας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Αναφορικά με το θέμα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και την προσαχθείσα από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία, έχοντας κατά νου τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αυτό, θα πρέπει εν πρώτοις να λεχθεί ότι έχοντας διεξέλθει με την επιβαλλόμενη προσοχή το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν διαπιστώνεται στην παρούσα περίπτωση να είναι η μαρτυρία τόσο αντινομική, αντιφατική ή αναξιόπιστη, σε βαθμό δηλαδή που θα πρέπει να ανακοπεί η υπόθεση στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο για ένα τέτοιο λόγο. Αυτό που συνεπώς απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον, κατά την αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του υπό κρίση αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος με την πρώτη και δεύτερη κατηγορία. Όπως έχει λεχθεί και πιο πάνω, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν έκαστη το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρο 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Επίσης, το εδάφιο 3 του ιδίου άρθρου υποδεικνύει τ' ακόλουθα: «Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και μη σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους:» Από το λεκτικό του Άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής,
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε,
- Η παρουσίαση αυτή να έλαβε χώρα κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα,
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός του λογαριασμός ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός περιόδου δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Ερχόμενη στη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί στην παρούσα, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αξιολόγηση ή εξαγωγή συμπερασμάτων στο παρόν στάδιο, πρέπει να σημειωθεί πως έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία που τέθηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί το πρώτο συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος, δηλαδή αυτό της έκδοσης επιταγής, τόσο στην πρώτη κατηγορία όσο και στην δεύτερη κατηγορία. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. αρ. 116/2011, ημερ. 30/01/2015). Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154, καθορίστηκε ότι «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής, ο νομοθετικός ορισμός της δια του άρθρου 4 του Κεφ. 154 πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., (ανωτέρω)). Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής, και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εντολέα της, (βλ. Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.α.,
(2007)1 (Α) Α.Α.Δ. 96). Ως προς την συμπλήρωση των υπόλοιπων στοιχείων μίας επιταγής, αυτή δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της. Με την προϋπόθεση ότι η συμπλήρωση γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη, το έγγραφο παραμένει επιταγή εν τη εννοία του άρθρου 4 του Κεφ. 154, (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., (ανωτέρω)). Το θέμα της έκδοσης επιταγής και συγκεκριμένα της πατρότητας της υπογραφής επί της επιταγής, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου v. Δημήτρη Δημητρίου,
(2000)2 Α.Α.Δ.62 στην οποία είχαν αναφερθεί τα ακόλουθα σχετικά επί του θέματος: «Από τη στιγμή που η Εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο Κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποιος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος. Το θέμα πραγματεύεται ο Phipson on Evidence, 14η έκδοση στην παρ. 35 - 03 σελ. 936...». Σχετικό με το θέμα της πατρότητας της υπογραφής είναι επίσης και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γιάννη Βούρα ν. Ανδρέας, Λουκάς, Ματθαίος Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α.
(2003)2 Α.Α.Δ135, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση που ασκήθηκε κατά της αθωωτικής απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο απάλλαξε και αθώωσε τους εφεσίβλητους με ενδιάμεση απόφαση του στο εκ πρώτης όψεως, λόγω του ότι ακριβώς θεώρησε ότι δεν είχε αποδειχθεί η πατρότητα της υπογραφής με έναν από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους, ανέφερε τα εξής: «. Έχουμε εξετάσει κάθε πρόταση του δικηγόρου του εφεσείοντα που περιέχει το διάγραμμα, το οποίο καταχώρισε σύμφωνα με το σχετικό δικονομικό κανονισμό. Δεν έχουμε πεισθεί ότι συντρέχουν λόγοι επέμβασης μας. Δεν υπήρχαν τα μαρτυρικά στοιχεία από τα οποία μπορούσε να συναχθεί ότι η εφεσίβλητη εταιρεία εξέδωσε την επιταγή. Ο εφεσίβλητος 2 δεν εμπλέκεται. Δεν υπήρξε καν ισχυρισμός ότι υπέγραψε την επιταγή. Η μαρτυρία της Μ.Κ.2 σχετικά με την εμπλοκή των εφεσιβλήτων 3 και 4, που προεκθέσαμε, δεν παρείχε το υπόβαθρο που θα δημιουργούσε τις υποθέσεις ενοχής για να κληθούν οι εφεσίβλητοι σε απολογία. Η δικαστής ορθά χρησιμοποίησε την υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου, ανωτέρω, για καθοδήγηση. Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή. Η υπεράσπιση δε δέχθηκε ποτέ, όπως προκύπτει από το χειρισμό της υπόθεσης, ότι είχαν τέτοια ανάμειξη. Είναι φανερό από τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.2, ιδωμένης και υπό το πλαίσιο της όλης μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δεν είχε ιδία αντίληψη αναφορικά με την προέλευση των υπογραφών της επιταγής ή των οδηγιών για τη μη πληρωμή. Έλειπε επομένως παντελώς το υλικό που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση.» Στην παρούσα υπόθεση, αναφορικά με το εν λόγω συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο με την πρώτη και δεύτερη κατηγορία, εν πρώτοις χρήζει αναφοράς ότι σε σχέση με την ταυτότητα του προσώπου που συμπλήρωσε και υπέγραψε τις επίδικες επιταγές δεν προσφέρθηκε καμία μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Η μαρτυρία που προσφέρθηκε από τον Μ.Κ.1 είναι ότι οι επίδικες επιταγές του παραδόθηκαν από τον κατηγορούμενο, χωρίς να δει τον κατηγορούμενο να υπογράφει αυτές και χωρίς να γνωρίζει εάν άλλο πρόσωπο συμπλήρωσε αυτές, αφού όταν του δόθηκαν ήταν συμπληρωμένες. Εφ' όσον λοιπόν ο Μ.Κ.1 δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της έκδοσης των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο καθίσταται αναγκαία η αναδρομή στα όσα ο Μ.Κ.2 δήλωσε επί του κρίσιμου αυτού ζητήματος. Ας σημειωθεί πώς, εν προκειμένω, απουσιάζει η καλύτερη σχετική μαρτυρία εφ' όσον απουσιάζει τόσον η άμεση μαρτυρία προσώπου το οποίο είδε τον κατηγορούμενο να υπογράφει τις επίδικες επιταγές όσον και η μαρτυρία γραφολόγου, ( βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ηρακλέους κ.α,
(2005)2 Α.Α.Δ. 1). Βεβαίως, η απουσία τέτοιας μαρτυρίας δεν είναι αφ' εαυτής μοιραία. Στην απόφαση Μακαρίου v. Τσιμεντοποιϊα Βασιλικού
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ 397, αναφέρθηκαν τα εξής: "Ο γραφικός χαρακτήρας και η υπογραφή κάποιου προσώπου δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να αποδεικνύονται με μαρτυρία εμπειρογνωμόνων. Η γνησιότητα του γραφικού χαρακτήρα ή της υπογραφής μπορεί να αποδειχθεί και με τη μαρτυρία προσώπου που έχει καλή γνώση των συγκεκριμένων στοιχείων, γνωρίζει το συγκεκριμένο γραφικό χαρακτήρα ή την υπογραφή μέσω επαφής που είχε με εύλογο αριθμό εγγράφων με τη γραφή η την υπογραφή, ανάλογα με την περίπτωση, των συγκεκριμένων προσώπων". Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ο ίδιος δεν εργάζεται στο τμήμα ελέγχου των υπογραφών επί των επιταγών και ότι συγκρίνοντας τις δύο υπογραφές επί των επίδικων επιταγών φαίνεται να υπάρχει κάποια διαφορά. Επίσης δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιος συμπλήρωσε τα υπόλοιπα στοιχεία των επίδικων επιταγών. Ας σημειωθεί πως ο Μ.Κ.2 δεν έχει πει ποτέ ποια σχέση έχει με τον επίδικο λογαριασμό, αν έχει στην κατοχή του οποιοδήποτε έγγραφο που τηρείται στην τράπεζα, με δείγμα υπογραφής του κατηγορουμένου, το οποίο συγκρινόμενο με τις επίδικες επιταγές και με κατάλληλη μαρτυρία να συνηγορούσε στο ότι η πατρότητα της υπογραφής επί των επίδικων επιταγών ανήκει στον κατηγορούμενο. Δεν δήλωσε επίσης αν αναγνωρίζει την υπογραφή επί των επιδίκων επιταγών, ούτε αν είναι εξοικειωμένος με την υπογραφή του κατηγορουμένου, ούτε δήλωσε αν είναι καλός γνώστης της υπογραφής αυτού. Εκείνο που τείνει να υποστηρίξει η μαρτυρία που έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εάν εκληφθεί στο ύψιστο σημείο ισχύος της είναι ότι κάποιος συμπλήρωσε τα στοιχεία επί των επίδικων επιταγών και κάποιος υπέγραψε αυτές. Πέραν αυτής της μαρτυρίας, να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία να τείνει να καταδείξει έστω, στο βαθμό που απαιτείται για το στάδιο αυτό, ότι οι επίδικες επιταγές συμπληρώθηκαν είτε από τον κατηγορούμενο είτε από τρίτο πρόσωπο με τη συγκατάθεση ή εξουσιοδότηση του και ότι υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο. Με τις επίδικες επιταγές να είναι συμπληρωμένες ως επίσης και τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι οι επίδικες επιταγές του παραδόθηκαν από τον κατηγορούμενο, κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε σ' ένα τελικό στάδιο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι η έκδοση των επίδικων επιταγών εν τη εννοία του νόμου διενεργήθηκε από τον κατηγορούμενο. Στην παρούσα υπόθεση ελλείπει παντελώς οποιαδήποτε άμεση ή περιστατική μαρτυρία η οποία να τείνει να καταδείξει έστω, στο βαθμό που απαιτείται για το στάδιο αυτό, το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επιταγής από τον κατηγορούμενο σε σχέση και με τις δύο κατηγορίες. Εφόσον σύμφωνα και με τη νομολογία η άρνηση του κατηγορουμένου σε ότι αφορά τις κατηγορίες θέτει υποχρέωση στον κατήγορο να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος και στην προκειμένη περίπτωση σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος αρνείται την έκδοση των επίδικων επιταγών, το Δικαστήριο στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας δεν έχει άλλη επιλογή από του να μην καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία εφόσον ελλείπει το υλικό που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως την έγκυρη και νομότυπη έκδοση των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο. Το να αφεθεί ο ίδιος ο κατηγορούμενος να επιλύσει το θέμα, καλώντας τον σε απολογία, θα ισοδυναμούσε με μετακύλιση του βάρους απόδειξης της αθωότητας τους στους δικούς τους ώμους, πράγμα ανεπίτρεπτο σε μια ποινική διαδικασία. Είναι προφανές επομένως ότι με την προαναφερθείσα τεθείσα μαρτυρία, κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε σ' ένα τελικό στάδιο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με το θέμα της πατρότητας της υπογραφής και την νομότυπη έκδοση των επίδικων επιταγών. Κατά συνέπεια καταλήγω πως η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η οποία να τείνει να καταδείξει έστω, στο βαθμό που απαιτείται για το στάδιο αυτό, το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας και κατά συνέπεια οι εν λόγω κατηγορίες είναι έκθετες σε απόρριψη σ' αυτό το στάδιο. Παρόλο που η μη απόδειξη του πρώτου συστατικού στοιχείου του αδικήματος της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, σφραγίζει την τύχη τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερη κατηγορίας, αφού ένα αδίκημα διαπράττεται όταν πληρούνται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία που το συνθέτουν, για σκοπούς πληρότητας θεωρώ ορθότερο να εξετάσω κατά πόσον από την μαρτυρία αποδείχθηκαν, έστω στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας σε περίπτωση που ήθελε κριθεί λανθασμένη η κατάληξή μου ως προς το πρώτο συστατικό στοιχείο. Σε σχέση με τις επίδικες επιταγές, προσφέρθηκε μαρτυρία από τον Μ.Κ.2 ότι οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν για εξαργύρωση στις 12/07/2010 και επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω ΚΑΠ και ανεπαρκών υπολοίπων. Πέραν αυτής της μαρτυρίας, βλέποντας τις επίδικες επιταγές, στην όψη τους και μόνο, φέρουν η μεν επίδικη επιταγή Τεκμήριο 2 ημερομηνία πληρωμής 09/07/2010, η δε επίδικη επιταγή Τεκμήριο 3 ημερομηνία πληρωμής 12/07/2010. Επίσης οι επίδικες επιταγές φέρουν σφραγίδες της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ημερομηνίας 09/07/2010 και 12/07/2010 όπου παρουσιάστηκαν για πληρωμή. Φέρουν περαιτέρω έκαστη δύο ενυπόγραφες σφραγίδες «Ο Λογαριασμός Παγοποιήθηκε - ΚΑΠ Account Frozen -CIR» και «Να παρουσιαστεί ξανά μη επαρκεί υπόλοιπα Please Represent - Insufficient Funds» ημερομηνίας 12/07/2010 στην επίδικη επιταγή Τεκμήριο 2 και ημερομηνίας 13/07/2010 στην επίδικη επιταγή Τεκμήριο 3. Τέθηκε περαιτέρω μαρτυρία από τους μάρτυρες κατηγορίας ότι οι επίδικες επιταγές επιστράφηκαν χωρίς να έχουν εξοφληθεί λόγω ΚΑΠ και έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Υπάρχει επίσης μαρτυρία από τον Μ.Κ.1 ότι κανένα ποσό πληρώθηκε μέχρι σήμερα έναντι των επίδικων επιταγών. Αναφορικά με την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.2 πάσχει λόγω του ότι με την κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε ο εν λόγω μάρτυρας (Τεκμήριο 5) δεν καταδεικνύεται ότι την συγκεκριμένη ημέρα κατατέθηκαν οι επίδικες επιταγές και επιστράφηκαν, ούτε επίσης καταδεικνύεται ο λόγος που επιστράφηκαν, σημειώνω ότι είναι προφανές ότι οι σφραγίδες που φέρουν οι επίδικες επιταγές, είναι αρκετές για να αποδείξουν εκ πρώτης όψεως τον χρόνο που οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν, εάν αυτές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν και τον λόγο που δεν τιμήθηκαν. Σχετική με αυτή τη θέση είναι η πρώτη επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 305 Α του Κεφ. 154 και η επεξήγηση που έτυχε στην υπόθεση Ιωάννου ν. Ναναίμο Λίμιτεδ κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555. Περαιτέρω, η θέση του Μ.Κ.1 ότι μέχρι σήμερα δεν πληρώθηκε κανένα ποσό έναντι των επιταγών εκ πρώτης όψεως υποδηλώνει ότι οι επίδικες επιταγές παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο πέραν των δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία παρουσίασής τους στην τράπεζα. Συνεπώς στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, τα οποία αντλήθηκαν μέσα από αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, κρίνω ότι υπάρχει μαρτυρία που εκ πρώτης όψεως καλύπτει το δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο με την πρώτη και δεύτερη κατηγορία. Για τους λόγους όμως που έχω εξηγήσει πιο πάνω, κρίνω ότι η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία θα έδιδε στην Κατηγορούσα Αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Λοΐζου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 363: «Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Κατά συνέπεια και υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την πρώτη και δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του κατηγορούμενου και εναντίον της παραπονούμενης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ............ Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο