← Κύπρος

SUCCESS ADVERTISING CO LTD ν. C.B COUNTRY BAKERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:43288/11, 7/6/2016

SUCCESS ADVERTISING CO LTD ν. C.B COUNTRY BAKERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:43288/11, 7/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:43288/11 SUCCESS ADVERTISING CO LTD -εναντίον-

  1. C.B COUNTRY BAKERS LTD
  2. Ανδρέα Χατζηθεοδώρου
  3. Μιχάλη Κανιός Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 07 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για την κατήγορο: κ. Μ. Χαραλάμπους Για την κατηγορούμενη 1: Καμία Εμφάνιση Για τον κατηγορούμενο 3: κα Α. Ττίκκου Κατηγορούμενος 3: παρών ------------------------------------------------------- Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 με απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/05/2016 κρίθηκαν ένοχοι έκαστος σε τρεις κατηγορίες για έκδοση επιταγών άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση των άρθρων 305 Α

(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Τα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση εκτίθενται λεπτομερώς στην καταδικαστική για τους κατηγορούμενους 1 και 3 απόφαση του Δικαστηρίου, τα οποία και συνοψίζω για σκοπούς επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Η παραπονούμενη ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών στην κατηγορούμενη
  2. Συγκεκριμένα ανέλαβε την τοποθέτηση πινακίδων, λογοτύπων και στόλισμα βιτρίνων σε καταστήματα της κατηγορουμένης
  3. Η παραπονούμενη ολοκλήρωσε τις προαναφερόμενες εργασίες στις 13/05/
  4. Για τις εν λόγω εργασίες η παραπονούμενη εξέδωσε το τιμολόγιο με αριθμό 201100230, ημερομηνίας 13/05/2011 για το ποσό των €6.497,50 και το τιμολόγιο με αριθμό 201100231, ημερομηνίας επίσης 13/05/2011 για το ποσό των €2.990,
  5. Η κατηγορούμενη 1 προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού δυνάμει των τιμολογίων αφαιρουμένης της έκπτωσης που έγινε, εξέδωσε προς όφελος της παραπονούμενης τρεις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου, ήτοι τις επίδικες επιταγές. Συγκεκριμένα η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε την επιταγή με αριθμό 97328738, ημερομηνίας 31/10/2011, για το ποσό των €3.500,00, την επιταγή με αριθμό 97328739, ημερομηνίας 30/11/2011, για το ποσό των €1.200,00 και την επιταγή με αριθμό 97328740, ημερομηνίας 31/12/2011, για το ποσό των €3.500,
  6. Όλες οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας εκδόθηκαν για εξαργύρωση, πλην όμως δεν πληρώθηκαν και επιστράφηκαν με δύο ενυπόγραφες σφραγίδες της Τράπεζας Κύπρου με τις ενδείξεις «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ - PLEASE REPRESENT INSUFFICIENT FUNDS» και «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΚΑΠ - ACCOUNT FROZEN-CIR» και δεν έχουν πληρωθεί μετά την παρουσίαση τους στην τράπεζα και παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. Οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στην παραπονούμενη προ της έκρηξης στο Μαρί, ήτοι πριν τις 11/07/
  7. Η οικονομική κατάσταση της κατηγορουμένης 1 ήταν προβληματική τόσο πριν από την έκδοση των επίδικων επιταγών όσο και μετά, αφού παρουσίαζε έλλειψη ρευστότητας. Ο κατηγορούμενος 3 είχε γνώση της οικονομικής κατάστασης της κατηγορουμένης
  8. Ο κατηγορούμενος 3, ήταν ένα εκ των δύο προσώπων που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για την υπογραφή επιταγών της κατηγορουμένης 1 κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών. Κατά την Έκθεση των Γεγονότων για σκοπούς επιβολής της ποινής, ο συνήγορος της παραπονούμενης παρέπεμψε στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου και προσέθεσε ότι δεν δόθηκε καμία αποζημίωση στην παραπονούμενη. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες προηγούμενες καταδίκες για κανένα από τους κατηγορούμενους. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, η συνήγορος του κατηγορουμένου 3, αφού δήλωσε ότι είναι σε θέση να εκθέσει η ίδια τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 3, στην επιμελή και εμπεριστατωμένη αγόρευση της το περιεχόμενο της οποίας δεν παραθέτω αυτολεξεί, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι δεν έλαβα υπόψη μου το σύνολο της, επικαλέστηκε ως μετριαστικούς παράγοντες τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 3, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, το λευκό ποινικό του μητρώο, την καθυστέρηση στη διακρίβωση της ποινικής του ευθύνης, τις επιπτώσεις φυλάκισης στην οικογένεια του κατηγορουμένου 3, την απουσία του στοιχείου της ανεντιμότητας του κατηγορουμένου 3 και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών. Ειδικότερα, ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 3, ανέφερε ότι είναι ηλικίας 45 ετών. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του και την απόκτηση τριών πτυχίων στο κλάδο Hotel and Restaurant Institutional Management, και συγκεκριμένα από το 1999 μέχρι το 2009 εργάστηκε στα αρτοποιεία Ζορπάς σε διάφορες διευθυντικές θέσεις. Αφού παραιτήθηκε το 2009 ανέλαβε την θέση του Εμπορικού Διευθυντή στη κατηγορουμένη
  9. Μετά την έκρηξη στο Μαρί, την 01/07/2011, η κατηγορουμένη 1 έκλεισε το Σεπτέμβριο του 2011 και η ζωή του κατηγορουμένου 3 άλλαξε άρδην. Το Νοέμβριο του 2011 χώρισε με την σύζυγο του, με την οποία απέκτησαν ένα παιδί, ηλικίας 10 ετών σήμερα. Από τον Σεπτέμβριο του 2011 μέχρι και το τέλος του 2015 ήταν άνεργος. Από τις αρχές του 2016 μέχρι σήμερα δουλεύει part time ως DJ και ως μπάρμαν με μηνιαίο μισθό €
  10. Διαμένει σε διαμέρισμα το οποίο είναι υποθηκευμένο για σκοπούς εξασφάλισης δανείου για την κατηγορουμένη
  11. Η δόση για το εν λόγω δάνειο δεν καταβάλλεται. Το δάνειο ανέρχεται στο ποσό των €245.
  12. Με το ανήλικο τέκνο του έχει επικοινωνία τρεις φορές την εβδομάδα. Το παραλαμβάνει το μεσημέρι από το σχολείο και διανυκτερεύει μαζί του. Για την διατροφή του παιδιού του καταβάλει €250 μηνιαίως. Η πρώην σύζυγος του εργάζεται ως πωλήτρια από Δευτέρα ως Παρασκευή και τα εισοδήματα της ανέρχονται στο ποσό των €870 μηνιαίως. Το γεγονός της καθημερινής αλλά και υπερωριακής απασχόλησης της μητέρας του ανήλικου τέκνου του κατηγορουμένου 3, σε συνδυασμό με την μερική νυκτερινή απασχόληση του ίδιου, καθιστούν την καθημερινή παρουσία του κατηγορουμένου 3 στην καθημερινή ζωή του ανήλικου τέκνου του ύψιστης σημασίας για την λειτουργία και ευημερία του ανήλικου τέκνου του και κυρίως για τη διακίνηση του παιδιού του στο σχολείο του και τη φροντίδα του κατά την απουσία της μητέρας του στην εργασία της. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου 3 σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 3 έρχεται για πρώτη φορά σε σύγκρουση με τις προσταγές δικαίου και αντιμέτωπος με τις συνέπειες που αυτή ενέχει συνιστούν σοβαρούς παράγοντες μετριασμού της ποινής. Ως προς τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές αφορούσαν υπηρεσίες οι οποίες είχαν ήδη προσφερθεί στην κατηγορουμένη 1 και εν πάση περιπτώσει η κατηγορουμένη 1 είχε τις πινακίδες και τα λογότυπα τα οποία δεν ήταν ζωτικής σημασίας και ο κατηγορούμενος 3 δεν είχε λόγο να εκδώσει τις επιταγές καθότι δεν θα ξαναγόραζε από αυτούς και δεν τους είχε ανάγκη. Με λίγα λόγια ο κατηγορούμενος 3 δεν έκδωσε τις επίδικες επιταγές για να πάρει οποιοδήποτε ποσό. Λόγω της έκρηξης στο Μαρί η κατηγορουμένη 1 αδυνατούσε να καλύψει τις επίδικες επιταγές, ενώ μέχρι και την ημέρα της έκρηξης στο Μαρί η κατηγορουμένη 1 είχε ικανοποιητικά και σταθερά έσοδα τα οποία ήταν αρκετά για να καλύψουν τα έξοδα της. Μετά από συνέλευση των διευθυντών της κατηγορουμένης 1 αποφασίστηκε η αναστολή των εργασιών της κατηγορουμένης 1 το Σεπτέμβριο του 2011 και έτσι δεν είχε τα χρήματα για να αποπληρώσει τις οφειλές της όπως και των επίδικων επιταγών. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο θα πρέπει να συνεκτιμήσει για την επιβολή της ποινής το γεγονός της καθυστέρησης στη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου
  13. Επισήμανε ότι ενόψει των 4 και 2/3 χρόνων που έχουν παρέλθει από την διάπραξη των αδικημάτων, η τελικώς επιβαλλόμενη στο κατηγορούμενο 3 ποινή δεν επιβάλλεται να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Μετά από λεπτομερή αναφορά στο διάστημα που μεσολάβησε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή, ήταν η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο χρόνος που παρήλθε από την ημερομηνία που διαπράχθηκαν τα αδικήματα μέχρι σήμερα δεν οφείλεται στο κατηγορούμενο 3 και είναι τέτοιας διάρκειας και τόσο ουσιαστικής σημασίας που η τελικώς επιβαλλόμενη σε αυτόν ποινή δεν επιβάλλεται να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Ήταν επίσης η θέση της, πως ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα σε συνάρτηση με τη μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου 3 αλλά και των υπόλοιπων ελαφρυντικών παραγόντων που πρέπει να συνεκτιμηθούν κατά την επιβολή της ποινής, αποτελεί ουσιώδεις παράγοντα ο οποίος καθιστά την επιβολή ποινής φυλάκισης ανεπιθύμητη. Περαιτέρω, ανέφερε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει να επιβάλλει στον κατηγορούμενο 3 ποινή στερητική της ελευθερίας οι επιπτώσεις στον ίδιο αλλά και στην ψυχολογία του ανήλικου τέκνου του θα είναι τραγικότατες, ενώ το ανήλικο τέκνο του που έχει τρομερά πολύ καλή επικοινωνία και τεράστια σύνδεση με το πατέρα του θα στιγματιστεί για το υπόλοιπο της ζωής του. Οι δε γονείς του κατηγορουμένου 3 οι οποίοι είναι 71 και 75 ετών δεν θα μπορούν να συνεισφέρουν απολύτως τίποτα στο ανήλικο τέκνο του με αποτέλεσμα κατά τις ώρες απουσίας της μητέρας του στην εργασία της να μην υπάρχει κανείς για να φροντίσει το ανήλικο τέκνο. Ο δε κατηγορούμενος 3 θα χάσει την εργασία την οποία με μόχθο και κόπο βρήκε αλλά και το ανήλικο του τέκνο δεν θα μπορεί να έχει μια αξιοπρεπή ζωή σύμφωνα με τις ανάγκες του. Τόνισε, ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 3 έχει τρομερά οικονομικά προβλήματα, τυχόν φυλάκιση του θα είναι καταστροφική για τον ίδιο αλλά και για το ανήλικο τέκνο του και σε αυτές τις δύσκολες εποχές είναι αβέβαιο εάν θα ανεύρει άλλη εργασία με την αποφυλάκιση του. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι υπό τις περιστάσεις που δόθηκαν οι επίδικες επιταγές, δηλαδή ως πληρωμή υπό αίρεση υφιστάμενου χρέους, δεν επηρέασε το status quo η μη εξόφληση τους. Υποστήριξε επίσης ότι, θα πρέπει να συνεκτιμηθεί, στην προκειμένη περίπτωση ότι η παραπονούμενη γνώριζε την πιθανότητα μια επιταγή να έρθει πίσω ακάλυπτη και αποφάσισε να αποδεχτεί το κίνδυνο. Η παραπονούμενη έδωσε πίστωση και ανάλαβε το επιχειρηματικό ρίσκο η πίστωση της να μην τιμηθεί γιατί ήθελε να δημιουργήσει ανάλογο κέρδος. Σημείωσε, επίσης ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν ταλαιπώρησε άσκοπα το Δικαστήριο καθ' ότι υπάρχει άλλη απόφαση επίσης Επαρχιακού Δικαστηρίου που αθώωσε σε παρόμοια γεγονότα και ο κατηγορούμενος είχε εύλογη πεποίθηση ότι θα αθωωνόταν και σε αυτή την υπόθεση. Περαιτέρω, ανέφερε, ότι αν ο κατηγορούμενος 3 είχε τα χρήματα θα αποζημίωνε την παραπονούμενη αλλά ένεκα των τεράστιων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει αυτό είναι αδύνατον. Τόνισε, περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν έχει εκδώσει επιταγές μέχρι σήμερα και δεν έχει καν μπλοκ επιταγών και ούτε πρόκειται να ξαναποκτήσει για να μην βρεθεί ξανά στην ίδια θέση. Ανέφερε, περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος 3 ζητά την επιείκεια του Δικαστηρίου καθώς η εικόνα που αποδίδουν σ' αυτόν τα αδικήματα αυτά δεν αντανακλά στην γενικότερη του συμπεριφορά. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι η απόσυρση των κατηγοριών εναντίον του συγκατηγορούμενου 2 δεν οφείλετο σε αδυναμία ανεύρεσης του από την Κατηγορούσα Αρχή αφού το εν λόγω πρόσωπο έχει ποινικές υποθέσεις εναντίον του και μπαινοβγαίνει σ' αυτή την αίθουσα του Δικαστηρίου. Η απόσυρση επομένως των κατηγοριών εναντίον του συγκατηγορούμενου 2 οφείλετο σε ευνοϊκή μεταχείριση. Καταληκτικά, ανέφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν θα πρέπει να θεωρηθεί επιβεβλημένη. Προσμετρώντας τις επιπτώσεις της ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο 3, στο πλαίσιο διαδικασίας εξατομίκευσης της ποινής με δεδομένο το λευκό του ποινικό μητρώο, τις προσωπικές του συνθήκες, τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος αλλά και του χρόνου που διέρρευσε από τη διάπραξη μέχρι και σήμερα εισηγήθηκε ότι ο συγκεκριμένος τρόπος τιμωρίας θα έχει δυσανάλογες συνέπειες στη βαρύτητα του αδικήματος που διέπραξε. Αν όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρούσα είναι περίπτωση κατάλληλη για να επιβληθεί η σοβαρότερη και επαχθέστερη των ποινών, δηλαδή η στερητική της ελευθερίας ποινή, ζητήθηκε η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης κατάλληλης διαταγής για αναστολή. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κατηγορίες στις οποίες οι κατηγορούμενοι 1 και 3 κρίθηκαν ένοχοι είναι αρκετά σοβαρές. Το αδίκημα της έκδοσης επιταγών άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Κεφ. 154 επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι τα τρία έτη ή ποινή προστίμου μέχρι €10.000 ή αμφότερες τις ποινές. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Σημειώνω επίσης ότι έχει κατά κόρον στιγματισθεί από τη νομολογία το αδίκημα της έκδοσης επιταγών άνευ αντίκρισμα. Ως έχει αναφερθεί στην απόφαση Σάββα Θεοχάρους & Υιος Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη κ.α., ECLI:CY:AD:2016:B120, Ποιν. Εφ. Αρ. 102/14 και 115/14, ημερομηνίας 25/02/2016, «.η έκδοση επιταγών άνευ αντίκρισμα, πλήττει καίρια σημαντικό έννομο αγαθό. Αυτό της ασφάλειας και εμπιστοσύνης των συναλλαγών, η προστασία των οποίων είναι πρωταρχικής σημασίας για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς.». Αναμφίβολα δημιουργεί μεγάλη αναστάτωση στο εμπόριο και στις καθημερινές συναλλαγές των πολιτών εφόσον αφαιρείται το υπόβαθρο της ασφάλειας των συναλλαγών αυτών με την έκδοση επιταγών και την εκ των υστέρων μη πληρωμή τους (βλ. Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Έφ. Αρ. 18/2012, ημερομηνίας 24/06/2014). Όπως έχει σημειωθεί στην απόφαση Μάνος Συμυλλίδης ν. Νίκου Νικολάου, Ποιν. Έφ. Αρ. 62/2013, ημερομηνίας 20/06/2013, το αδίκημα αυτό έχει «.... όντως καταντήσει σύνηθες και πλήττει την εμπιστοσύνη των εμπορικών συναλλαγών» και «.. όντως πρόκειται για σοβαρό αδίκημα.», (βλ. επίσης Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ.3)
(1999)2 Α.Α.Δ.299, Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) v. Samoa Clothing Industry Ltd (υπό εκκαθάριση) μέσω του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 79 και Κονιζίδου ν. Αρέστη
(2009)2 Α.Α.Δ. 579). Ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει ο Νόμος και της σοβαρότητας που απέδωσε διαχρονικά η νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων στο εν λόγω αδίκημα είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από την υπόθεση Ισιδώρου ν. 1. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά.,
(1999)2 Α.Α.Α. 60: «Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη είναι η φύση του αδικήματος. Επηρεάζει τις συναλλαγές και την ιδιοκτησία, η δε διάπραξή του είναι εύκολη. Υπονομεύει την κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου. Με βάση τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια διαπιστώνουμε πως τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση. Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Έχει ορθά χαρακτηριστεί οικονομική μάστιγα. Η διάπραξη του αδικήματος, πρέπει να λεχθεί, οφείλεται και στην ευκολία με την οποία οι παραβάτες εξασφαλίζουν από τις τράπεζες βιβλιάρια επιταγών. Χωρίς οποιοδήποτε ηθικό περισπασμό ή αναστολή οι κάτοχοι των βιβλιαρίων επιταγών εκδίδουν κατά συρροή ακάλυπτες επιταγές. Εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη που τους εναποθέτουν οι συμπολίτες τους και πολλές φορές την αφέλειά τους. Οι δοσοληψίες με την χρήση επιταγών από μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών έχουν μετατραπεί σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων. Οι παράγοντες αυτοί αποτελούν κατά την κρίση μας επιβαρυντικούς παράγοντες... ...Ενόψει λοιπόν της συχνότητας του αδικήματος και των επιπτώσεων του στην οικονομική ζωή του τόπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για την πάταξη του αδικήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. (Βλ. Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 A.A.Δ. 117 και Ηλίας Λάζος Λτδ ν. Πετεβίνου
(1994)2 Α.Α.Δ. 61). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι η αποτροπή μπορεί να επιτευχθεί με την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχει επικαλεστεί η εφεσίβλητη 2 δεν είναι ικανοί για να μετατρέψουν το είδος της ποινής. Τονίζουμε πως ενόψει της συχνότητας του αδικήματος η αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή της φυλάκισης εκτός αν συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις.» (δική μου η υπογράμμιση). Η σοβαρότητα και αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται αυτού του είδους τα αδικήματα, η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών και η σταθερή προσέγγιση των Δικαστηρίων με την επιβολή ποινών φυλάκισης, αντανακλάται και στις ποινές που κατά καιρούς έχουν επιβληθεί. Στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 3)
(1999)2 Α.Α.Δ. 299, αφού τονίστηκε και πάλι από το Εφετείο η σοβαρότητα των αδικημάτων με έμφαση στις δυσμενείς επιπτώσεις που τα αδικήματα έχουν στις συναλλαγές των ανθρώπων, ο εφεσίβλητος λευκού ποινικού μητρώου καταδικάστηκε σε τρίμηνη συντρέχουσα ποινή φυλάκισης σε κάθε κατηγορία, για την έκδοση δύο επιταγών χωρίς αντίκρισμα για ποσά ύψους £32.100 και £34.240, αντίστοιχα. Αναφορά θα πρέπει να γίνει και στην υπόθεση Παντελής Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 663, όπου ποινή άμεσης φυλάκισης 3 μηνών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε άτομο που έκδωσε ακάλυπτες επιταγές συνολικού ποσού €44.748,27 (ισότιμο σε Λ.Κ.£26.190) αφού λήφθηκε υπόψη η παραδοχή και συνεργασία του, η εξόφληση των επιταγών σε μεταγενέστερο στάδιο, η έλλειψη καταδικών και οι οικογενειακές του συνθήκες, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην πιο πάνω απόφαση, επισήμανε ότι το γεγονός ότι οι επιταγές τελικά εξοφλήθηκαν λίγες μέρες πριν από την επιβολή της ποινής, αν και δεν μειώνει τη σημασία της εξόφλησης τους ως ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας, σίγουρα δεν μπορούσε βεβαίως και να τη χαρακτήριζε ως άμεση τέτοια. Περαιτέρω, τονίστηκε πως σε τέτοιες περιπτώσεις η νομολογία υποδεικνύει την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών φυλάκισης ακριβώς για το σκοπό που η ποινή φυλάκισης σε τέτοιες περιπτώσεις επιδιώκει να εξυπηρετήσει, δηλαδή την καταστολή της ευρύτατης εκδήλωσης τέτοιων αδικημάτων τα οποία και πλήττουν τη θεμελιακή ασφάλεια και εντιμότητα των συναλλαγών. Επίσης στην υπόθεση Χρίστος Αντωνίου Χρίστου ν. Μάρκου Αδάμου,
(2012)2 Α.Α.Δ.772, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε και δεν έκρινε υπερβολική την δωδεκάμηνη ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε πρωτόδικα στον εκεί κατηγορούμενο, λευκού ποινικού μητρώου, πατέρα πέντε ανήλικων παιδιών, όπου υπήρχαν αυξημένες ανάγκες για τα παιδιά και την οικογένεια του όπως και μεγάλα χρέη, για τέσσερεις ακάλυπτες επιταγές, το συνολικό ύψος των οποίων ήταν €5.781, μικρό μέρος του οποίου πληρώθηκε προτού του επιβληθεί ποινή, και οι οποίες αφορούσαν απλώς υπόλοιπο συναλλαγών που παρέμεινε απλήρωτο, ανεξάρτητα του ότι η ποινή φυλάκισης αναστάληκε από το Ανώτατο Δικαστήριο αφού είχε εκτίσει περίπου 5 μήνες από την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης. Πιο πρόσφατα, στη υπόθεση Μάνος Συμιλλίδης (ανωτέρω), το Εφετείο μείωσε ποινή φυλάκισης εννέα μηνών σε επτά μήνες σε αδίκημα έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος ύψους €100.000 έναντι του οποίου πληρώθηκε μόνο το ποσό των €1.000. Λήφθηκε υπόψη ότι δεν υπήρξε ουσιαστική συμμόρφωση, αλλά ο εφεσείων είχε μακρά εμπορική δραστηριότητα και κοινωνική ζωή χωρίς προηγούμενες καταδίκες ενώ ήταν ευθύς εξ αρχής η επιδίωξη του να παραδεχθεί, όπως και έγινε τελικώς. Δεν λήφθηκε υπόψη, όμως, η περίοδος των 3½ ετών από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, η δε καθυστέρηση της καταχώρησης υπόθεσης στο Δικαστήριο είχε εξηγηθεί στο πλαίσιο των εκεί γεγονότων, με το Εφετείο να παρατηρεί ότι η καθυστέρηση αυτή ήταν εύλογη στα συνήθη πλαίσια της διαδικασίας, ενώ η όποια περαιτέρω καθυστέρηση οφειλόταν εξ ολοκλήρου στον ίδιο τον εφεσείοντα. Στην Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Χρίστου, Ποιν. Έφ. Αρ. 18/2012, ημερομηνίας 24/06/2014, το Εφετείο αφού ανέτρεψε την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση, καταδίκασε τον εφεσίβλητο σε 10μηνη συντρέχουσα φυλάκιση σε κάθε μια από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπισε για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Οι κατηγορίες αφορούσαν σε τρεις υποθέσεις. Κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε μετά την καταδίκη και ούτε έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια για να καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό ως στοιχείο ουσιαστικής μεταμέλειας, θεωρήθηκε ότι ήταν λευκού ποινικού μητρώου ενώ ήταν οικογενειάρχης νεαρής σχετικά ηλικίας. Στην L.C.A. DOMIKI LTD ν.
  2. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD, κ.α., Ποιν. Έφ. Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 17/03/2015, το Εφετείο αφού ανέτρεψε την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση, καταδίκασε τον εφεσίβλητο ο οποίος ήταν λευκού ποινικού μητρώου, άνεργος και βρισκόταν προ ουσιαστικής οικονομικής αδυναμίας να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι της επιταγής των €12.000, οικογενειάρχη που είχε τρία δικά του παιδιά από προηγούμενο γάμο, ο οποίος ήταν ουσιαστικά πτωχεύσας και είχε αναστείλει τις εργασίες της εταιρείας, με τον ίδιο να αναζητά εργασία, η δε εφεσίβλητη εταιρεία, από την άλλη, να έχει τεράστια χρέη και ουσιαστικά να βρίσκεται προ των θυρών της χρεωκοπίας, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη ότι το αδίκημα διαπράχθηκε προ επτά σχεδόν ετών, επιβλήθηκε στην εφεσίβλητη εταιρεία πρόστιμο ύψους €3.000, στον δε εφεσίβλητο άμεση ποινή φυλάκισης έξι μηνών. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να διευκρινίσω ότι η παραπομπή μου σε προηγούμενες αποφάσεις και στις ποινές που εκεί επεβλήθησαν όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί παρά να αποτελεί ένδειξη του ποινικού μέτρου ενόψει του ότι δεν υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων ή των προσωπικών συνθηκών των ιδίων των δραστών, (βλ. Nteni Bezanidis κ.α. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. Αρ. 57/13 και 58/13, ημερομηνίας 05/12/2013 και Lucian Gheorhe κ.α.ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. Αρ. 18/13, 19/13 και 20/13 ημερομηνίας 23/12/2013.). Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, πάντοτε υπάρχει η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής που θα επιβάλει. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, όμως, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ.98/2012, ημερομηνίας 10/10/2012). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Στην υπό κρίση περίπτωση έχω υπόψη μου τα γεγονότα τα οποία περιβάλουν την διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και
  1. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 3, καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, όπως αναφύεται μέσα από την προαναφερθείσα νομολογία αλλά και το ότι τα αδικήματα που διέπραξαν οι κατηγορούμενο 1 και 3 βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από το μεγάλο αριθμό υποθέσεων που καταχωρούνται και διεκπεραιώνονται καθημερινά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει αναγνωρίσει ως σοβαρό μετριαστικό παράγοντα την εξόφληση του ποσού των επιταγών ως ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας, κάτι που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση παρά το ότι ο χρόνος που παρήλθε από την ημερομηνία έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης, ήτοι την 10/05/2016 μέχρι και σήμερα που επιβάλλεται ποινή, έδιδε ουσιαστικά στους κατηγορούμενους 1 και 3 την ευκαιρία να επιδείξουν έστω και την υστάτη την ελάχιστη έμπρακτη μεταμέλεια καταβάλλοντας αν όχι ολόκληρο, έστω μέρος του ποσού των επίδικων επιταγών. Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 δεν έδραξαν την ευκαιρία και δεν κατέβαλαν ούτε ένα σεντ είτε έναντι του ποσού των επίδικων επιταγών είτε έναντι των εξόδων της παραπονούμενης. Το γεγονός αυτό προσθέτει στη σοβαρότητα των αδικημάτων στην παρούσα υπόθεση, το οποίο λαμβάνω υπόψη μου. Στα περιστατικά της παρούσας, σημειώνω ωστόσο ότι, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 3, η παραβατική συμπεριφορά των οποίον αφορά την έκδοση τριών ακάλυπτων επιταγών για το συνολικό ποσό των €8.200,00, το οποίο ουσιαστικά αφορούσε το υπόλοιπο συναλλαγών που παρέμεινε απλήρωτο για τις προσφερθείσες υπηρεσίες από την παραπονούμενη στην κατηγορούμενη
  2. Προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 3 λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο τους. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3 λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι στα τόσα χρόνια εμπορικής δραστηριότητας δεν έχει επιδείξει οποιαδήποτε διαγωγή που να δείχνει ότι εμπλέκεται στα όσα απαγορεύονται από το Νόμο. Επίσης, προς όφελος του κατηγορουμένου 3 λαμβάνω υπόψη μου τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπος με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, ήτοι της ιδιότητας του εξουσιοδοτημένου προσώπου για υπογραφή επιταγών του λογαριασμού της κατηγορουμένης
  3. Προς όφελος της κατηγορούμενης 1 λαμβάνω υπόψη μου ότι δεν δραστηριοποιείται πλέον. Περαιτέρω, προς όφελος του κατηγορουμένου 3 λαμβάνω υπόψη μου τις υπόλοιπες προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, ως τις κατέγραψα ανωτέρω, τις οποίες ανέφερε η συνήγορος υπεράσπισης στα πλαίσια της αγόρευσης της για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Βεβαίως σημειώνω ότι οι προσωπικές και άλλες περιστάσεις σίγουρα λαμβάνονται υπόψη, πλην όμως σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής αυτές είναι ήσσονος σημασίας, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331). Αναφορικά με την εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης για παραβίαση της νομικής αρχής της ίσης μεταχείρισης των παραβατών, η οποία είχε υπόβαθρο την απόσυρση της υπόθεσης εναντίον του αναφερόμενου ως κατηγορούμενου 2 στο κατηγορητήριο, σημειώνω τα ακόλουθα. Ο έλεγχος κατά πόσο έχει ή όχι παραβιαστεί η νομική αρχή της ίσης μεταχείρισης παραβατών αποτελεί υποχρέωση των δικαστικών αρχών στα πλαίσια αποτελεσματικής εφαρμογής των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος περιλαμβανομένου και της ισότητας που κατοχυρώνει το άρθρο 28 αυτού. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν περιορίζεται μόνο στην τιμωρία των συγκατηγορουμένων αλλά επεκτείνεται και σε κάθε γεγονός που έχει σχέση με την δίωξη τους από τις εισαγγελικές αρχές και η παράλογη δίωξη ενός των παραβατών πλήττει την αρχή της ισότητας στην μεταχείρισης τους (βλ. Παναγή v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 115). Βέβαια η μη τιμωρία τρίτου προσώπου αναμεμειγμένου σε εγκληματική δράση δεν συνιστά αφ' εαυτής παράγοντα μετριαστικό της ποινής. Μόνον όπου αυτή οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του παραβάτη από την κατηγορούσα αρχή μπορεί να προσμετρήσει ως μετριαστικό στοιχείο στο πλαίσιο της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης των παραβατών (βλ. Georgiou et at v. Republic
(1986)2 C.L.R. 109). Συνεπώς, η μη δίωξη ενός συνεργού ή η διακοπή δίωξης συγκατηγορούμενου ενδεχομένως να οδηγήσει στην παραβίαση της πιο πάνω αναγνωρισμένης αρχής, η οποία έχει βαθιές ρίζες στο δίκαιο και αποτελεί μέρος του σκληρού πυρήνα της Δικαιοσύνης (βλ. Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 141). Η ισοπολιτεία που διασφαλίζει το άρθρο 28 και η αποτελεσματική εξασφάλιση της δικαιολογεί, ως θέμα δικαιοσύνης, και επιβάλλει, ως θέμα συνταγματικής τάξης (άρθρο 35 του Συντάγματος), τη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με τη μεταχείριση των παραβατών περιλαμβανομένης και της μεταχείρισης τους από τις εισαγγελικές αρχές. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται και στις ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις. Η εφαρμογή της αρχής της ισότητας στη μεταχείριση των παραβατών δεν διαγράφει το αδίκημα ούτε απαμβλύνει τις συνέπειες του εγκλήματος. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών δεν περιορίζεται μόνο στο μέτρο της τιμωρίας των καταδικασθέντων αλλά επεκτείνεται και στη μεταχείριση όλων που συνέργησαν στο έγκλημα, περιλαμβανομένης και της μη δίωξης ενός ή περισσοτέρων από αυτούς. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Κάττου κ.α. v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498 ομιλεί από μόνο του: "Η μη δίωξη ή αναστολή της δίωξης ενός των συνεργών δεν αναιρεί το έγκλημα ούτε απαλλάσσει το δικαστήριο από την υποχρέωση επιβολής της πρέπουσας ποινής στους συνεργούς που καταδικάζονται. Επενεργεί όμως (η μη δίωξη) ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής ώστε, με την απάμβλυνση της ανισοσκέλιας στη μεταχείριση των παραβατών, να μετριάζεται το αίσθημα αδικίας το οποίο αναπόφευκτα προκαλεί η άνιση μεταχείριση. Η ισότητα στη μεταχείριση έχει ως λόγο την προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης και την τιμωρία όλων που συνήργησαν στο έγκλημα. Εφόσον η δίωξη των παραβατών είναι εκτός του ελέγχου των δικαστικών αρχών, η παράλειψη δίωξης ενός από αυτούς λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής των υπολοίπων προς απάμβλυνση του αισθήματος αδικίας που δημιουργεί η άνιση μεταχείριση και προστασία του κοινού περί δικαίου αισθήματος. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Η ισότητα ενώπιον της δικαιοσύνης που κατοχυρώνει το άρθρο 28 επιβάλλει την προσαγωγή κάθε παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Αυτό συνιστά το μέτρο της ισότητας. Η μη τήρηση της αρχής σε σχέση με ένα ή περισσότερους παραβάτες δεν δικαιολογεί και την απαλλαγή των υπολοίπων, δηλαδή την γενίκευση της απόκλισης, (η οποία προκύπτει από τα ευρήματα του δικαστηρίου), από το μέτρο της ισότητας. Η αποτίμηση του παράγοντα αυτού ως μετριαστικού της ποινής αποτελεί το μόνο μέσο στις δικαστικές αρχές για επισήμανση της ανισότητας και απαλύνει το αίσθημα αδικίας που αφήνει κάθε παρέκκλιση από την ίση μεταχείριση των παραβατών.». (δική μου η υπογράμμιση) Στην παρούσα περίπτωση αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των αδικημάτων του κατηγορητηρίου, οι επιταγές της κατηγορουμένης 1 εκδίδονταν από τον κατηγορούμενο 3 και τον Ανδρέα Χατζηθεοδώρου ήτοι τον κατηγορούμενο 2. Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές έφεραν δύο υπογραφές από εξουσιοδοτημένα πρόσωπα για την υπογραφή επιταγών της κατηγορουμένης 1 κατά τον χρόνο έκδοσης τους. Ως επίσης, ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν ένα εκ των δύο προσώπων που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Νικήτα v. Δημοκρατίας
(2012), Ποιν. Έφ. Αρ.165/2011, ημερομηνίας 20/03/12, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει εικασίες ως προς τους λόγους της μη δίωξης ώστε να κρίνει αν αυτή δικαιολογείτο και έτσι να μην μπορεί να τίθεται θέμα αντίληψης του μέσου πολίτη για ευνοϊκή μεταχείριση, οπότε η διακοπή δεν θα επενεργούσε ως μετριαστικός παράγοντας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257). Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση η απόσυρση της υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου 2 ο οποίος φαίνεται να ήταν άμεσα και ενεργά αναμεμιγμένος στη διάπραξη των αδικημάτων, χωρίς να έχει δοθεί οποιοσδήποτε λόγος γι' αυτό, απολήγει σε ευνοϊκή μεταχείριση του από την Κατηγορούσα Αρχή, παραβιάζοντας έτσι την συνταγματική αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών. Με γνώμονα αυτά και στα πλαίσια απάμβλυνσης του αισθήματος αδικίας που προκαλεί η άνιση μεταχείριση από την απόσυρση της υπόθεσης εναντίον του άλλου προσώπου, το Δικαστήριο λαμβάνει τον παράγοντα αυτό ως μετριαστικό για τον κατηγορούμενο 3. Συνυπολογίζω, επίσης, προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 3 το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Αναμφίβολα η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος είναι ουσιώδες στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεώργιου Ανδρέα Πότση,
(2000)2 Α.Α.Δ.252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.α. (Αρ.2),
(2001)2 Α.Α.Δ.617 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μπλάκε Ανδρέα Σενέκκη, Ποιν. Εφ. Αρ,190/11 κ.α., ημερομηνίας 23/05/2012). Θα πρέπει όμως, να αναφερθεί ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση εκ μέρους της παραπονούμενης σε σχέση με την ποινική δίωξη των κατηγορουμένων 1 και 3 αφού ως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης η καταχώρηση του κατηγορητηρίου έλαβε χώρα λίγες ημέρες μετά την διάπραξη των αδικημάτων. Έχοντας όμως υπόψη ότι τυχόν καθυστέρηση κατά την εκδίκαση θεραπεύεται με επιείκεια στην ποινή (βλ. Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Δ.Δ. 22) και ότι στην προκειμένη περίπτωση τα αδικήματα διαπράχθηκαν τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2011 και ο χρόνος που έχει παρέλθει από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι και σήμερα, είχε τις συνέπειες του και ως προς τη μεταβολή των συνθηκών των κατηγορουμένων 1 και 3 αυτό λαμβάνεται υπόψη προς όφελος τους, δεδομένου περαιτέρω ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή περίπου 4.5 χρόνια μετά από τη διάπραξη των αδικημάτων, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρεστή,
(1996)2 Α.Α.Δ. 267 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ.543 ). Παρά ταύτα, έχοντας υπόψη μου στην παρούσα περίπτωση τις πιο πάνω αρχές σε συνδυασμό με τις περιστάσεις της υπόθεσης κρίνω ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, δεν μπορεί να επενεργήσει έτσι ώστε να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί σε σχέση με τον κατηγορούμενο
  1. Τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 3 είναι ιδιαίτερα σοβαρά και επίσης υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή τους. Όμως η καθυστέρηση αυτή θα παίξει σημαντικό ρόλο σε σχέση με το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί στους κατηγορούμενους 1 και
  2. Περαιτέρω ως προς τους λοιπούς ελαφρυντικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρονται και λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, κρίνω ότι αυτοί δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αντιμετωπίζουν όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω, και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Επισημάνω ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι 1 και 3 έχουν διαπράξει. Συνεκτιμώντας, λοιπόν, όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, την συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων και με δεδομένο την ανάγκη για αποτροπή και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προανέφερα, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή για τον κατηγορούμενο 3 είναι αυτή της φυλάκισης έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί έσχατο μέτρο τιμωρίας, όπου άλλη ποινή κρίνεται ακατάλληλη και ότι αναμφίβολα η επιβολή ποινή φυλάκισης θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στον ίδιο και στην οικογένεια του και ειδικότερα στο ανήλικο τέκνο του. Τα περιστατικά της παρούσας διαφοροποιούνται σημαντικά από τα περιστατικά των υποθέσεων Samoa (ανωτέρω), Welfit Engineering Co Ltd v. Άκη Χαπίδη κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ.271 και Χρίστου Ορφανίδη (ανωτέρω) όπου η αποπληρωμή στο ακέραιο των χρημάτων, αντικείμενο των επιταγών, σε συνδυασμό με τους λοιπούς ελαφρυντικούς παράγοντες, οδήγησαν στην επιβολή χρηματικών ποινών. Οι μετριαστικοί παράγοντες που προανέφερα και κυρίως το λευκό ποινικό μητρώο του, ο χρόνος που έχει παρέλθει από την διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει μέχρι και σήμερα, οι προσωπικές του περιστάσεις και ειδικότερα ότι είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, ο πρότερος έντιμος βίος του και οι οικονομικές περιστάσεις του, είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, αλλά όχι το είδος της ποινής που δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του Νόμου, αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα τόσο στον κατηγορούμενο 3 όσο και σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον και υποχρέωση να στείλει το μήνυμα, δια μέσω των επιβληθεισών ποινών ότι τέτοιες αξιόποινες συμπεριφορές είναι απαράδεκτες και δεν μπορούν να γίνονται ανεκτές. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του ότι τέτοιες παράνομες ενέργειες υπονομεύουν και πλήττουν τις οικονομικές συναλλαγές και την εμπορική πίστη της χώρας μας και γενικά επηρεάζουν δυσμενώς την οικονομία της. Συνεπώς, αφού έλαβα υπόψη όλα τα πιο πάνω και στάθμισα κάθε σχετικό με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντα και έχοντας, περαιτέρω, κατά νου την αρχή της συνολικότητας, ως επίσης ότι η παρούσα αφορά ένα συνολικό ποσό ύψους €8.200, έναντι του οποίου ουδέν ποσό καταβλήθηκε προς την παραπονούμενη παρά τον χρόνο που διέρρευσε, ως επίσης την αυστηρότητα με την οποία ο νομοθέτης αντιμετωπίζει τα αδικήματα του είδους, επιβάλλονται στους κατηγορούμενους 1 και 3 οι ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορούμενης 1: Ποινή Προστίμου €2.000 στην πρώτη κατηγορία Ποινή Προστίμου €2.000 στην τρίτη κατηγορία Ποινή Προστίμου €2.000 στην πέμπτη κατηγορία Στον Κατηγορούμενο 3: Ποινή φυλάκισης 3 μηνών στην δεύτερη κατηγορία. Ποινή φυλάκισης 3 μηνών στην τέταρτη κατηγορία. Ποινή φυλάκισης 3 μηνών στην έκτη κατηγορία. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Τέλος, θα προχωρήσω να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο 3. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) στην προκειμένη περίπτωση, επισημαίνω ότι δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε το οποίο θα οδηγούσε σε τέτοια διαταγή. Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος 3 και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένες και το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει τέτοιες αξιόποινες συμπεριφορές, προκειμένου να καταδείξει, ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί. Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 3 και ειδικότερα το λευκό ποινικό του μητρώο, το ότι είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού και οι υποχρεώσεις του κατηγορουμένου 3 έναντι του παιδιού του, ο χρόνος που έχει παρέλθει από την διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει μέχρι και σήμερα, αλλά και όλοι οι λοιποί ελαφρυντικοί παράγοντες που αναφέρω ανωτέρω και τους οποίους λαμβάνω υπόψη κρίνω ότι δεν είναι ικανοί να οδηγήσουν σε αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο
  1. Σε κάθε περίπτωση όλα τα μετριαστικά στοιχεία λήφθηκαν υπόψη κατά την επιμέτρηση σε επαρκή βαθμό για τον καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής και θεωρώ ότι δεν υπάρχει κάτι από αυτά που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής έκτισης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο
  2. Η επιείκεια του Δικαστηρίου έχει εξαντληθεί στο ύψος της ποινής που επιβλήθηκε και οι μετριαστικοί παράγοντες, είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της ποινής. Συνεπώς, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 3 να εκτελεστούν αμέσως. Όσον αφορά τα έξοδα, αναφορικά με τον κατηγορούμενο 3, ακολουθώντας την πάγια αρχή της νομολογίας, ήτοι να μην επιδικάζονται έξοδα εναντίον κατηγορουμένου όταν διατάσσεται η άμεση φυλάκιση αυτού, δεν εκδίδω οποιαδήποτε διαταγή για τα έξοδα, (βλ. Χριστούδκιας ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 52). Σε ότι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αναφορικά με την κατηγορουμένη 1, αυτά επιδικάζονται υπέρ της παραπονούμενης και εναντίον της κατηγορούμενης 1 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.