← Κύπρος

SUCCESS ADVERTISING CO LTD ν. C.B COUNTRY BAKERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:43288/11, 10/5/2016

SUCCESS ADVERTISING CO LTD ν. C.B COUNTRY BAKERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:43288/11, 10/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:43288/11 SUCCESS ADVERTISING CO LTD -εναντίον-

  1. C.B COUNTRY BAKERS LTD
  2. Ανδρέα Χατζηθεοδώρου
  3. Μιχάλη Κανιός Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 10 Μαΐου 2016 Εμφανίσεις: Για την κατήγορο: κ. Μ. Χαραλάμπους Για την κατηγορούμενη 1: Καμία Εμφάνιση Για τον κατηγορούμενο 3: κα Α. Ττίκκου Κατηγορούμενος 3: παρών ------------------------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης η κατηγορουμένη 1 και ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζουν έκαστος τρεις κατηγορίες για έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση των άρθρων 20, 26, 29 και 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1, κατά ή περί την 31/10/2011 εξέδωσε και παρέδωσε προς όφελος της παραπονούμενης την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 97328738 για το ποσό των €3.500, πληρωτέα στις 31/10/
  2. Επίσης στις 30/11/2011 εξέδωσε και παρέδωσε προς όφελος της παραπονούμενης δύο επιταγές της Τράπεζας Κύπρου. Συγκεκριμένα την επιταγή με αριθμό 97328739, πληρωτέα στις 30/11/2011 και την επιταγή με αριθμό 97328740, πληρωτέα στις 31/12/2011, για το ποσό των €1.200 και €3.500 αντίστοιχα. Οι προαναφερόμενες επιταγές κατά την παρουσίαση τους στην Τράπεζα για πληρωμή την 01/11/2011, 02/12/2011 και 05/01/2012 αντίστοιχα, δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη τους και/ή λόγω παγοποίησης του λογαριασμού του εκδότη τους και παρέμειναν μέχρι σήμερα ανεξόφλητες παρόλο ότι παρήλθε χρονική περίοδος πέραν των 15 ημερών από την ημέρα παρουσιάσεως τους στην Τράπεζα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 3, κατά ή περί την 31/10/2011, 30/11/2011 και 30/12/2011, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορουμένης 1 εξέδωσε και παρέδωσε και/ή κατέστησε δυνατή και/ή παρείχε συνδρομή στην έκδοση των προαναφερόμενων επιταγών. Παρενθετικά, σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος 3 αντιμετώπιζε την δεύτερη κατηγορία από κοινού με τον κατηγορούμενο
  3. Πλην όμως η εν λόγω κατηγορία αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 απορρίφθηκε λόγω του ότι δεν κατέστη δυνατή η επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτόν, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος 2 να απαλλαγεί από την εν λόγω κατηγορία στις 03/12/
  4. Επίσης, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η αναφορά στον κατηγορούμενο 2 στην τέταρτη και έκτη κατηγορία, οι οποίες προστέθηκαν μετά την έκδοση σχετικού διατάγματος τροποποίησης στις 09/02/2015 έγινε εκ παραδρομής, αφού κοινή θέση των διαδίκων είναι ότι η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου 2 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε λόγω μη επίδοσης στις 03/12/2012, δηλαδή πριν από την τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες. Συγκεκριμένα τον Κυριάκο Κυριάκου (Μ.Κ.1) Διευθυντή και Ιδιοκτήτης της παραπονούμενης, τον Αντρέα Κυριάκου (Μ.Κ.2) υπάλληλο της παραπονούμενης και τον Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου (Μ.Κ.3), υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Παραθέτω, ωστόσο, μια σύνοψη των θέσεων που κάθε ένας από αυτούς προέβαλε στο Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.1, ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 ήταν πελάτες της παραπονούμενης. Συγκεκριμένα η παραπονούμενη έκανε τα λογότυπα και τις ταμπέλλες της κατηγορουμένης 1 στα διάφορά καταστήματα που θα άνοιγε. Για τις εν λόγω υπηρεσίες εκδόθηκε το τιμολόγιο με αριθμό 201100230, ημερομηνίας 13/05/2011, για το ποσό των €6.497,50 (Τεκμήριο 1) και το τιμολόγιο με αριθμό 201100231, ημερομηνίας 13/05/2011, για το ποσό των €2.990,00 (Τεκμήριο 2) (στο εξής «τα τιμολόγια»). Για την εξόφληση των τιμολογίων, δόθηκαν τρεις επιταγές οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 3, 4 και 5) οι οποίες κατατέθηκαν στην Τράπεζα για πληρωμή, πλην όμως δεν πληρώθηκαν. Ούτε πληρώθηκε οιονδήποτε ποσό μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τους κατηγορουμένους 1 και
  5. Πλην όμως ενημερώθηκε για το είδος των υπηρεσιών που θα προσέφεραν στην κατηγορουμένη
  6. Επιβεβαίωσε ότι οι επίδικες επιταγές αντιπροσώπευαν υπηρεσίες που προσέφερε η παραπονούμενη στην κατηγορούμενη 1 και υπέθεσε, ότι αφορούσαν την όλη οφειλή. Δεν γνώριζε, πότε ακριβώς προσφέρθηκαν οι υπηρεσίες που αφορούν τα τιμολόγια, υπέθεσε όμως ότι πρέπει να προσφέρθηκαν την χρονική περίοδο που εκδόθηκαν τα τιμολόγια, ήτοι στις 13/05/
  7. Δεν γνώριζε εάν έγινε κάποια έκπτωση στο συνολικό ποσό των τιμολογίων, δεδομένου ότι το συνολικό ποσό των επίδικων επιταγών ήταν μικρότερο από το συνολικό ποσό των τιμολογίων. Ανέφερε όμως ότι λογικά πρέπει να έγινε έκπτωση. Το πιο πιθανόν επίσης ήταν ότι πληρώθηκαν επί πιστώσει για τις προσφερθείσες υπηρεσίες, πλην όμως δεν γνώριζε ακριβώς πότε πληρώθηκαν. Ούτε γνώριζε πότε δόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Ανέφερε επίσης ότι τα τιμολόγια εκδίδονται από το λογιστήριο με εντολή εκείνου που διεκπεραιώνει την εργασία. Υπεύθυνος για την παραλαβή του τιμολογίου και παράδοση του στον πελάτη στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο Αντρέας Κυριάκου (Μ.Κ.2). Ανέφερε, περαιτέρω ότι δίνονται σχετικές αποδείξεις για την πληρωμή των τιμολογίων. Στην προκειμένη δε περίπτωση, ανέφερε ότι η έκπτωση που έγινε στην κατηγορουμένη 1 θα φαίνεται στην απόδειξη και η απόδειξη βρίσκεται στο Λογιστήριο. Αρνήθηκε στη συνέχεια ότι το 2011 υπήρχε κρίση στην οικονομία της Κύπρου. Σε υποβολή ότι μετά την έκρηξη στο Μαρί στις 11/07/2011 η κατηγορουμένη 1 δεν είχε ηλεκτρικό ρεύμα όπως όλη η Κύπρος, απάντησε ότι δεν ξέρει. Δεν ήξερε επίσης αν στους φούρνους της κατηγορουμένης 1 υπήρχαν ψυγεία που συντηρούσαν προϊόντα. Σε υποβολή ότι η κατηγορουμένη 1 δεν μπορούσε να εξεύρει τα χρήματα για να πληρώσει τις επίδικες επιταγές γιατί είχε οικονομικά καταστραφεί, ανέφερε ότι δεν ξέρει τα οικονομικά του καθενός και διερωτήθηκε γιατί τότε του έδωσε τις επίδικες επιταγές και γιατί του έδωσε επιταγή της ημέρας την οποία πήρε την επόμενη ημέρα και ήταν στο ΚΑΠ εν γνώσει του. Επανέλαβε δε ότι δεν ήξερε πότε δόθηκαν οι επίδικες επιταγές και διευκρίνισε ότι οι επίδικες επιταγές δόθηκαν στο γραφείο και όχι στον ίδιο. Σε υποβολή ότι οι επίδικες επιταγές εξεδόθησαν και παραδόθηκαν την ημερομηνία που αναγράφουν τα τιμολόγια, επανέλαβε ότι δεν ήξερε. Σε υποβολή ότι είναι αδύνατο η κατηγορούμενη 1 να έκδωσε και παρέδωσε τις επίδικες επιταγές τον Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2011, αφού τον Σεπτέμβριο του 2011 έκλεισε, επανέλαβε την απορία του γιατί τότε τους δόθηκαν οι επίδικες επιταγές; Σε υποβολή ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν πριν από την έκρηξη στο Μαρί και δεν τιμήθηκαν λόγω των οικονομικών επιπτώσεων στην κατηγορούμενη 1, απάντησε «Δηλαδή τα ερίξαμε στο Μαρί για τις επιταγές;» Τέλος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο που η παρούσα υπόθεση αποσύρθηκε εναντίον του κατηγορουμένου
  8. Ο Μ.Κ.2, ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 1 ήταν νέος πελάτης και ανέλαβε ο ίδιος τη νέα δουλειά μετά από συνεννόηση του με τον Μ.Κ.
  9. Συγκεκριμένα μετά από συνάντηση που είχαν με τον πελάτη διεκπεραίωσαν και ολοκλήρωσαν τις εργασίες που τους ανατέθηκαν. Τα τιμολόγια για τις εν λόγω εργασίες δόθηκαν τον Μάιο του 2011, πλην όμως δεν πληρώθηκαν οιονδήποτε ποσό. Ανέφερε, ότι με την ολοκλήρωση της δουλειάς που αναλαμβάνουν, εκδίδεται το τιμολόγιο και αναμένουν τον πελάτη να πληρώσει, δίδοντας διορία μέχρι 1 μήνα. Στην προκειμένη περίπτωση, πέρασε αρκετός καιρός, χωρίς να έχουν καμία απάντηση στο θέμα. Γι' αυτό επικοινώνησε ο ίδιος με τον πελάτη, για να ρωτήσει κατά πόσο μπορούσε να βγει επιταγή και πότε. Πλην όμως καθυστερούσαν και δεν τους έδιναν απαντήσεις μέχρι που αποφάσισε να τους δει προσωπικά για να λυθεί το θέμα, αφού είχαν περάσει σχεδόν 5 μήνες. Τέλη Οκτωβρίου αποφάσισε να βρεθεί μαζί τους. Συναντήθηκαν, μετά από εισήγηση του, τους έκαναν κάποια έκπτωση στο τελικό ποσό με την προϋπόθεση ότι θα τους έδιδαν μία επιταγή της ημέρας και τις άλλες μεταχρονολογημένες. Οι επίδικες επιταγές του δόθηκαν παρουσία του κατηγορουμένου
  10. Αφού έλαβε τις επίδικες επιταγές, την επόμενη ημέρα πήγαν στην τράπεζα να καταθέσουν την επιταγή της ημέρας, αλλά ενημερώθηκαν από την τράπεζα ότι ο λογαριασμός ήταν στο ΚΑΠ. Παρόλα αυτά προχώρησαν στην κατάθεση και των άλλων δύο επιταγών. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές, αντιπροσώπευαν την συνολική οφειλή για τις υπηρεσίες που προσέφεραν στην κατηγορουμένη 1 αφαιρουμένης της έκπτωσης. Ανέφερε επίσης ότι δεν θυμόταν ακριβώς πότε ολοκληρώθηκαν οι εργασίας που ανέλαβαν, πλην όμως δεδομένου ότι η διαδικασία που ακολουθείτο είναι να εκδίδονται τα τιμολόγια με την ολοκλήρωση των εργασιών, ανέφερε ότι και στην προκειμένη περίπτωση με την ολοκλήρωση των εργασιών εκδόθηκαν τα τιμολόγια. Ως προς την πίστωση που δόθηκε στην κατηγορουμένη 1 για την πληρωμή του ποσού των τιμολογίων, ανέφερε ότι δεν είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένη περίοδος πίστωσης, πλην όμως στα τιμολόγια αναγράφεται η περίοδος των δύο μηνών και η πίστωση των 60 ημερών ήταν μία συμφωνία δεδομένη για το γραφείο. Κληθείς να υποδείξει που αναγράφεται στα τιμολόγια η πίστωση, ανέφερε ότι αναγράφεται στη συμφωνία η οποία υπογράφεται από τον πελάτη για να είναι εξασφαλισμένοι ως προς το τι συμφωνήθηκε. Ως προς τον χρόνο που έλαβε τις επίδικες επιταγές, ανέφερε ότι του δόθηκαν από τον κατηγορούμενο 3, την προηγούμενη μέρα πριν κάνει την κατάθεση 31/10/
  11. Ανέφερε επίσης ότι η συνάντηση έγινε στο γραφείο του φούρνου στην Καλλιπόλεως. Ανέφερε, περαιτέρω ότι η διαφορά που υπάρχει μεταξύ του συνολικού ποσού των τιμολογίων και του συνολικού ποσού των επίδικων επιταγών, είναι η έκπτωση που προσέφεραν σαν καλή θέληση στον πελάτη και τούτο γιατί 5 μήνες για να πληρωθούν ήταν αρκετοί. Αρνήθηκε υποβολή ότι το υπόλοιπο ποσό πληρώθηκε σε μετρητά από την κατηγορουμένη
  12. Ανέφερε επίσης ότι οι αποδείξεις για τις πληρωμές που γίνονται εκδίδονται από το λογιστήριο. Δεν ήξερε όμως εάν για την συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει απόδειξη, λόγω του ότι δεν πληρώθηκαν το ποσό. Διαφώνησε επίσης με υποβολή ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν πριν από την έκρηξη στο Μαρί, ήτοι πριν τις 1/07/
  13. Σε υποβολή ότι η κατηγορουμένη 1 δεν μπορούσε να εξεύρει τα χρήματα για να πληρώσει τις επίδικες επιταγές, απάντησε «Είναι άποψη σας.». Επίσης την ίδια απάντηση έδωσε και σε υποβολή ότι λόγω υψηλών θερμοκρασιών καταστράφηκαν τα προϊόντα της κατηγορουμένης 1 και ότι καταστράφηκε οικονομικά καθότι ο κόσμος δεν έμπαινε στους φούρνους για να αγοράσει προϊόντα από την κατηγορούμενη
  14. Σε υποβολή, ότι παρά τις προσπάθειες της κατηγορουμένης 1 να βρει χρήματα εντούτοις έγινε αδύνατο με αποτέλεσμα να τερματίσει η παραπονούμενη τη συνεργασία τους και η κατηγορουμένη 1 να κλείσει τον Σεπτέμβριο του 2011, και πάλι απάντησε «Είναι άποψη σας δεν γνωρίζω». Επίσης, σε υποβολή ότι η κατηγορουμένη 1 έκλεισε το Σεπτέμβριο του 2011 και ήταν αδύνατο να τους εκδώσει και παραδώσει τις επίδικες επιταγές τον Οκτώβριο, απάντησε «Είναι η γνώμη σας». Σε υποβολή ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στον ίδιο με την έκδοση των τιμολογίων και σίγουρα πριν τις 11/07/2011, απάντησε «Και πάλι είναι η άποψη σας.». Κληθείς εκ νέου να αναφέρει εάν εξέδωσαν απόδειξη παραλαβής των επίδικων επιταγών, απάντησε ότι δεν γνωρίζει περί αποδείξεων, περί επιταγών ή περί οτιδήποτε αφορά το λογιστήριο. Κληθείς να αναφέρει εάν γνωρίζει ότι η επιταγή με αριθμό 97328741 δηλαδή η ακριβώς επόμενη της επίδικης επιταγής με αριθμό 97438740, αλλάχτηκε στις 23/06/2011, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Σε υποβολή ότι είναι αδύνατο να εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στην παραπονούμενη οι επίδικες επιταγές τον Οκτώβριο ενώ υπάρχουν ακριβώς επόμενες επιταγές από το ίδιο μπλοκ επιταγών της κατηγορουμένης 1 που εξαργυρώθηκαν τον Ιούνιο, απάντησε «Δεν γνωρίζω για τι μιλάτε». Κληθείς να αναφέρει εάν καταχωρήθηκε αστική αγωγή εναντίον της κατηγορουμένης 1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον όρο αστική αγωγή. Πλην όμως συμφώνησε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της κατηγορουμένης 1 για το ποσό των €9.487,50, αλλά ανέφερε ότι δεν γνωρίζει γιατί όταν ορκίστηκε στην αγωγή δεν αναφέρθηκε η έκπτωση που έγινε στην κατηγορούμενη 1, τονίζοντας ότι διορίζουν δικηγόρους που είναι η δουλεία του. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Ανέφερε, επίσης ότι οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν πλην όμως δεν πληρώθηκαν. Ο λόγος που δεν πληρώθηκε η επιταγή με αριθμό 97328738 ήταν γιατί ο λογαριασμός παγοποιήθηκε και μπήκε στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών - ΚΑΠ. Αναφορικά με τις επιταγές με αριθμό 97328739 και 97328740 ανέφερε ότι λογικά δεν έχουν πληρωθεί εφόσον η κατηγορουμένη 1 είναι στο ΚΑΠ. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποιοι είχαν δικαίωμα υπογραφής των επιταγών της κατηγορουμένης 1, ούτε γνωρίζει ποιος υπογράφει τις επίδικες επιταγές. Επιβεβαίωσε ότι οι σφραγίδες επί των επίδικων επιταγών είναι όλες της Τράπεζας Κύπρου. Επανέλαβε ότι οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή πλην όμως δεν πληρώθηκαν. Ανέφερε, περαιτέρω ότι σύμφωνα με την ενημέρωση του αρχείου του Κ.Α.Π. η κατηγορουμένη 1 είναι στο Κ.Α.Π. από τις 27/10/2011, επισημαίνοντας ότι μπορεί να υπάρχουν 1 με 2 ημέρες καθυστέρηση στην ενημέρωση του αρχείου. Ανέφερε, επίσης ότι ο λόγος που η κατηγορουμένη 1 είναι στο Κ.Α.Π., είναι γιατί επιστράφηκαν πίσω επιταγές ακάλυπτες. Στην συνέχεια της αντεξέτασης του ο Μ.Κ.3, με αναφορά στις καταστάσεις λογαριασμού της κατηγορουμένης 1 για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2011 (Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10 αντίστοιχα) συμφώνησε ότι υπήρξαν επιταγές οι οποίες ενώ αρχικά επιστράφηκαν απλήρωτες στην συνέχεια πληρώθηκαν. Με βάση τις προαναφερόμενες καταστάσεις λογαριασμού ήταν η θέση του ότι η εικόνα που παρουσιάζει η κατηγορουμένη 1 ήταν ότι υπήρχαν προβλήματα ρευστότητας και τούτο λόγω του ότι επιστρέφονταν πίσω οι επιταγές. Ανέφερε ότι αν η εταιρεία είχε το διαθέσιμο κεφάλαιο και δεν περίμενε να ξεκαθαρίσουν οι καταθέσεις της τότε θα ήταν υγιής. Εξήγησε περαιτέρω ότι τα ποσά των €30.00 που καταγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 6 αφορούν έξοδα για αριθμό επιταγών που επιστράφηκαν ως ακάλυπτες. Συμφώνησε ακολούθως, με την θέση της υπεράσπισης ότι η επιταγή με αριθμό 97328741 είχε πληρωθεί στις 23/06/
  15. Επίσης συμφώνησε ότι οι επιταγές με αριθμό 97328741, 97328757, 97328751 και 97328756 εξαργυρώθηκαν μερικές τον Ιούνιο και μερικές τον Ιούλιο του
  16. Ανέφερε όμως ότι δεν μπορούσε να απαντήσει στην υποβολή ότι το πιθανότερο είναι ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν τον Μάιο, Ιούνιο του 2011 και σίγουρα πριν την επιταγή με αριθμό 97328741 και την έκρηξη στο Μαρί παρά τον Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του
  17. Επανεξεταζόμενος, ανέφερε ότι λογικά όταν παρουσιαστεί μία επιταγή για εξαργύρωση πριν ελέγξουν αν υπάρχει διαθέσιμο κεφάλαιο για να πληρωθεί, ελέγχουν τα υπόλοιπα στοιχεία της επιταγής. Δεδομένου του λόγου για τον οποίο επιστράφηκαν ανεξαργύρωτες οι επίδικες επιταγή, επιβεβαίωσε ότι σημαίνει ότι οι επίδικες επιταγές ως προς τα υπόλοιπα τους στοιχεία ήταν εντάξει. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο εξετάζοντας τη μαρτυρία έκρινε καθηκόντως και στην απουσία σχετικής εισήγησης από μέρους της Υπεράσπισης ότι απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 3 και στις τρεις κατηγορίες που έκαστος αντιμετωπίζει. Αφού εξηγήθηκαν στη συνέχεια από το Δικαστήριο τα δικαιώματα που είχε ο κατηγορούμενος 3 για σκοπούς υπεράσπισης του, αυτός επέλεξε να προβεί σε ένορκη μαρτυρία και να μην προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Σημειώνεται ότι η κατηγορούμενη 1 δεν εκπροσωπήθηκε στη διαδικασία. Ο κατηγορούμενος 3, ανέφερε ότι η κατηγορουμένη 1 αγόρασε 3 κατάστημα των Πρότυπων Αρτοποιείων Αμμόχωστου. Μέχρι το 2011 δεν χρωστούσε σε κανένα πιστωτή της και ούτε μια επιταγή της δεν είχε παραμείνει απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημέρων. Η οικονομική ευρωστία της κατηγορουμένης 1 μέχρι και την 11/07/2011 φαίνεται από τις καταστάσεις του τραπεζικού λογαριασμού. Οι επιταγές της κατηγορουμένης 1 εκδίδονταν το πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα για να μπορούν να υπολογίζουν τα ποσά που συσσωρεύτηκαν τον προηγούμενο μήνα και τις αναμενόμενες πωλήσεις των επόμενων μηνών, λαμβάνοντας υπόψη τις επιταγές οι οποίες είχαν εκδοθεί. Αυτή την εργασία έκανε ο ίδιος και ο Ανδρέας Χατζηθεοδώρου. Οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί πριν τις 11/07/2011 και αυτό γιατί μετά από την ημερομηνία αυτή, δεν είχαν εκδώσει άλλες επιταγές, κατόπιν απόφασης των διευθυντών της κατηγορουμένης 1 για έκδοση επιταγών μόνον σε όσους πιστωτές ήταν απαραίτητο να εκδοθούν για να τους προμηθεύσουν ζωτικά προϊόντα, στις δημόσιες αρχές και στους υπαλλήλους της κατηγορουμένης
  18. Οι υπηρεσίες που παρείχε η παραπονούμενη στην κατηγορούμενη 1, έγιναν πριν τις 11/07/2011 και κατά ή περί τις αρχές του
  19. Οι υπηρεσίες αυτές δεν ήταν ζωτικής σημασίας. Επίσης η παραπονούμενη δεν ήταν ένας συνεργάτης που έπρεπε να πληρώσει και γι' αυτό τον λόγο δεν είχε και λόγο να εκδώσει επιταγές κατά παράβαση της απόφασης των διευθυντών της κατηγορουμένης
  20. Αφού δεν θα αγόραζε ξανά προϊόντα από αυτή και δεν την είχε ανάγκη. Δεν είχε κανένα κίνητρο να εκδώσει τις επίδικες επιταγές. Λόγω της σταθεροποίησης της εργασίας της κατηγορουμένης 1, τρεις μήνες πριν από την έκρηξη στο Μαρί, η κατηγορουμένη 1 άνοιξε 4ο κατάστημα. Στις 11/07/2011 έγινε η έκρηξη στο Μαρί και απευθείας κόπηκε το ρεύμα σε ολόκληρη τη Λευκωσία. Αποτέλεσμα, της παρατεταμένης διακοπής του ηλεκτρικού ήταν η θερμοκρασία στα ψυγεία και στις καταψύξεις να ανέβει με αποτέλεσμα όλα τα αλμυρά και γλυκά κατάψυξης να αποψυχθούν. Περαιτέρω αποτέλεσμα ήταν όλο το στοκ να καταστραφεί. Εμπορεύματα αξίας τουλάχιστον €60.000 με €70.000 πετάχτηκε στη χωματερή του Κοτσιάτη. Το κατάστημα στο Γέρι δεν ξαναδούλεψε ουσιαστικά καθότι μέχρι και την ημέρα κλεισίματος της κατηγορουμένης 1 δεν είχε ρεύμα για πέραν των 12 ωρών συνεχόμενα, ενώ στα άλλα καταστήματα διακοπτόταν τουλάχιστον για 4 ώρες συνεχόμενα και για τουλάχιστον 3 φορές την μέρα. Η γραμμή παραγωγής της κατηγορουμένης 1 είχε διαλυθεί. Οι γεννήτριες είχαν εξαφανιστεί από την αγορά μέσα στις πρώτες δύο μέρες του προβλήματος και οι τιμές τους είχαν εκτοξευτεί στα ύψη. Η κατηγορουμένη 1 εξέτασε την πιθανότητα να φέρει από το εξωτερικό γεννήτριες αλλά το κόστος ήταν απαγορευτικό γιατί το ποσό που έπρεπε να καταβληθεί δεν θα μπορούσε να καλυφθεί. Λόγω του ότι η κατηγορουμένη 1 περίμενε να σταθεροποιηθεί η ροή του ρεύματος και μετά να παραγγείλει νέο στοκ, όταν πλέον ήταν σε θέση να παραγγείλει νέο στοκ κανένας δεν της πωλούσε εάν δεν πλήρωνε την παραγγελία. Όταν η κατηγορουμένη 1 έχασε €70.000 εμπόρευμα το οποίο αν πουλούσε θα είσπραττε €200.000 ήταν λογικό ότι δεν είχε πλέον τα χρήματα για να αγοράσει νέο στοκ. Για να μπορέσει η κατηγορουμένη 1 να ορθοποδήσει ξανά κατέφυγε στην Λαϊκή και στην Τράπεζα Κύπρου για δανεισμό, πλην όμως η Λαϊκή εκείνη την περίοδο σταμάτησε γενικά να δίνει δάνεια και έτσι σύντομα τους ξεκαθάρισε ότι δεν θα τους έδινε δάνειο. Από την άλλη, ενώ ο τραπεζίτης τους στην Τράπεζα Κύπρου τους υποσχέθηκε ότι θα δινόταν ένα δάνειο για να κινηθεί η κατηγορουμένη 1 και έτσι υπέβαλαν αίτηση, περί το τέλος Αυγούστου του 2011 τους ενημέρωσαν ότι η αίτηση τους απορρίφθηκε. Απευθύνθηκαν σε άλλες δύο τράπεζες περί τις 16 Σεπτεμβρίου οι οποίες επίσης τους απάντησαν αρνητικά. Τότε αποφάσισαν τον τερματισμό των εργασιών της κατηγορουμένης
  21. Λόγω του ότι πίστευε ότι η κατηγορουμένη 1 θα μπορούσε να ορθοποδήσει από την έκρηξη και μετά, κατέθεσε μεταξύ της περιόδου 14/07/2011 μέχρι 14/09/2011 το ποσό των €44.000 με σκοπό την κάλυψη επιταγών της. Η παραπονούμενη προσέφερε πίστωση στην κατηγορουμένη 1 γιατί γνώριζε ότι εάν δεν το έπραττε τότε η κατηγορουμένη 1 θα πήγαινε σε άλλον για τις υπηρεσίες εκείνες. Η παραπονούμενη είχε αποδεχτεί το κίνδυνο να μην πληρωθεί εάν η κατηγορουμένη 1 έκλεινε για μια πράξη εκτός του ελέγχου της και αποδέχτηκε αυτό τον κίνδυνο για να δημιουργήσει πιο πολύ κέρδος. Είναι κρίμα και άδικο η παραπονούμενη η οποία έδωσε πίστωση αποζητώντας το κέρδος να τον κυνηγά για μια πράξη εκτός του ελέγχου του. Όταν η κατηγορουμένη 1 έκλεισε τον Σεπτέμβριο του 2011, ενημέρωσαν τους συνεργάτες τους για το κλείσιμο της. Τότε ήταν που η παραπονούμενη μέσω των διευθυντών της επικοινώνησε μαζί του για να τον ρωτήσουν τι θα γίνει με τις επιταγές και τους ανέφερε ότι θα προσπαθήσει να δίνει δόσεις για να καλύψει τα ποσά των επιταγών, πρόταση όμως που αρνήθηκαν. Επίσης ανέφερε ότι δεν φανταζόταν τη στιγμή που είχαν εκδοθεί οι επίδικες επιταγές ότι θα έρχονταν ποτέ πίσω ακάλυπτες. Αντίθετα πίστευε ότι θα τιμόντουσαν. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος 3 επέμεινε στην θέση του ότι η κατηγορούμενη 1 ήταν εύρωστη πριν από την έκρηξη στο Μαρί έστω και εάν παρουσίαζε μικρά πιστωτικά υπόλοιπα, και τούτο γιατί όλες οι υποχρεώσεις της ήταν πληρωμένες. Ένας ακόμη λόγος που παρουσίαζε μικρά υπόλοιπα ήταν τα έξοδα για το νέο κατάστημα στο Γέρι. Συμφώνησε ότι υπήρχαν επιταγές που επιστράφηκαν απλήρωτες, σημείωσε όμως ότι στη συνέχεια πληρώνονταν ως επίσης ότι ο λόγος που επιστρέφονταν ήταν γιατί η κατάθεση τους γινόταν πριν από την κατάθεση των μετρητών. Διαφώνησε με υποβολή ότι τις επίδικες επιταγές δεν τις εκδώσαν ούτε τις παραδώσαν στην παραπονούμενη πριν από την έκρηξη στο Μαρί αλλά κατά ή περί τις 31/10/
  22. Κληθείς να αναφέρει εάν η θέση του είναι ότι εκδώσαν τις επίδικες επιταγές όταν εκδόθηκαν τα τιμολόγια, απάντησε ότι δεν είπε αυτό και ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν μετά την έκδοση των τιμολογίων πριν τις 11/07/
  23. Ως προς τη διαφορά του ποσού που υπάρχει μεταξύ του συνολικού ποσού των τιμολογίων και του συνολικού ποσού των επίδικων επιταγών, κληθείς να αναφέρει τι έγινε με το υπόλοιπο ποσό, ανέφερε ότι δεν είπε ότι το εξόφλησε και ανέφερε ότι έγινε έκπτωση το εν λόγω ποσό. Αρνήθηκε υποβολή ότι ουδέποτε έκανε πρόταση για να πληρώσει το ποσό στην παραπονούμενη. Επίσης αρνήθηκε υποβολή ότι όλη η μαρτυρία του έγκειται στην προσπάθεια του να αποφύγει την ποινική του ευθύνη και βρήκε σαν άλλοθι την φονική έκρηξη στο Μαρί. Περαιτέρω διαφώνησε με υποβολή ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στην παραπονούμενη κατά ή περί την 31/10/2011 και ανέφερε ότι η κατηγορουμένη 1 παρέδωσε τέλος του Σεπτεμβρίου του 2011 τα αρτοποιεία στον προκάτοχο του ήτοι τα Πρότυπα Αρτοποιεία Αμμοχώστου και δεν είχε πρόσβαση στα αρτοποιεία. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο λόγος που διαφωνεί έντονα με την θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στις 31/10/2011 είναι γιατί παρέδωσαν τα κλειδιά στα Πρότυπα Αρτοποιεία Αμμοχώστου και δεν είχαν καμία πρόσβαση στα αρτοποιεία της κατηγορουμένης 1 και συνεπώς δεν θα μπορούσε να γίνει παράδοση των επίδικων επιταγών στο φούρνο στη Καλλιπόλεως. Να σημειωθεί ότι στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου 3 κατατέθηκαν εκ συμφώνου δύο έγγραφα, ήτοι Ένορκη Δήλωση που αφορά την Αγωγή με αριθμό 699/12 και την απόφαση στην Αγωγή με αριθμό, ημερομηνίας 23/11/
  24. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου 3, οι δυο πλευρές προχώρησαν με αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του για σκοπούς της παρούσας απόφασης το οποίο δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω. Αναφορά, ωστόσο, θα γίνει στη συνέχεια όπου κρίνεται αναγκαίο. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα Θα πρέπει να σημειώσω στο σημείο αυτό ότι από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα από την ακροαματική διαδικασία, προκύπτει ότι μεγάλο μέρος των γεγονότων είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων, είτε παρέμειναν αναμφισβήτητα όπως διαπιστώνεται από την αντεξέταση των μαρτύρων. Έχοντας επίσης υπόψη την αρχή ότι δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται, (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454), στο σημείο αυτό προχωρώ να καταγράψω τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία υιοθετούνται από το Δικαστήριο και καθίστανται αμέσως ευρήματα αυτού. Ο κατηγορούμενος 3 είναι ένας εκ των διευθυντών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Η παραπονούμενη ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών στην κατηγορούμενη
  1. Συγκεκριμένα ανέλαβε την τοποθέτηση πινακίδων, λογοτύπων και στόλισμα βιτρίνων σε καταστήματα της κατηγορουμένης
  2. Η παραπονούμενη ολοκλήρωσε τις προαναφερόμενες εργασίες στις 13/05/
  3. Για τις εν λόγω εργασίες η παραπονούμενη εξέδωσε το τιμολόγιο με αριθμό 201100230, ημερομηνίας 13/05/2011 για το ποσό των €6.497,50 και το τιμολόγιο με αριθμό 201100231, ημερομηνίας επίσης 13/05/2011 για το ποσό των €2.990,
  4. Η κατηγορούμενη 1 προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού δυνάμει των τιμολογίων αφαιρουμένης της έκπτωσης που έγινε, παρέδωσε διά του κατηγορουμένου 3 στην παραπονούμενη τρεις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου, ήτοι τις επίδικες επιταγές. Συγκεκριμένα η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε την επιταγή με αριθμό 97328738, ημερομηνίας 31/10/2011, για το ποσό των €3.500,00, την επιταγή με αριθμό 97328739, ημερομηνίας 30/11/2011, για το ποσό των €1.200,00 και την επιταγή με αριθμό 97328740, ημερομηνίας 31/12/2011, για το ποσό των €3.500,
  5. Όλες οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας εκδόθηκαν για εξαργύρωση, πλην όμως δεν πληρώθηκαν. Η επιταγή με αριθμό 97328738 παρουσιάστηκε στις 31/10/2011 και επιστράφηκε την 01/11/
  6. Η επιταγή με αριθμό 97328739 παρουσιάστηκε στις 30/11/2011 και επιστράφηκε την 02/12/
  7. Η επιταγή με αριθμό 97328740 παρουσιάστηκε στις 05/01/2012 και επιστράφηκε την 09/01/
  8. Όλες οι επιταγές επιστράφηκαν με δύο ενυπόγραφες σφραγίδες της Τράπεζας Κύπρου με τις ενδείξεις «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ - PLEASE REPRESENT INSUFFICIENT FUNDS» και «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΚΑΠ - ACCOUNT FROZEN-CIR» και δεν έχουν πληρωθεί μετά την παρουσίαση τους στην τράπεζα και παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. Οι επιταγές της κατηγορουμένης 1 εκδίδονταν από τον κατηγορούμενο 3 και τον Ανδρέας Χατζηθεοδώρου. Ο λογαριασμός της κατηγορουμένης 1 παγοποιήθηκε και καταχωρήθηκε στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (ΚΑΠ) στις 27/10/2011 λόγω επιστροφής επιταγών. Ουσιώδη Ζητήματα και Αμφισβητούμενα Γεγονότα Τα ουσιώδη ζητήματα και τα αμφισβητούμενα γεγονότα, έχοντας υπόψη τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 3, γύρω από τα οποία θα περιστραφεί κυρίως και η αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας αφορούν το κατά πόσο εκδόθηκαν νομότυπα οι επίδικες επιταγές, ο χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών, κατά πόσο ο κατηγορούμενος 3 εμπλέκεται στην έκδοση των επίδικων επιταγών και κατά πόσο ο κατηγορούμενος 3 στην περίπτωση που εμπλέκεται στην έκδοση των επίδικων επιταγών, γνώριζε ή έστω ήταν πρόδηλο ότι συνέβαλλε στην διάπραξη του κύριου αδικήματος που αποδίδεται στην κατηγορούμενη
  9. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατηγορίας ως επίσης και τον κατηγορούμενο 3 και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη όλους εκείνους τους παράγοντες και παραμέτρους που συνιστούν μέτρο κρίσης για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα ως έχουν καθιερωθεί μέσα από την νομολογία, (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Όσον αφορά τον Μ.Κ.1 θα πρέπει εξ αρχής να επισημανθεί ότι, όπως εξάγεται από τη σύνοψη της μαρτυρίας, αρκετά σημεία της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Συγκεκριμένα αναφέρομαι στην παροχή υπηρεσιών από την παραπονούμενη στην κατηγορούμενη 1, την έκδοση των τιμολογίων, την έκδοση και παράδοση των επίδικων επιταγών από την κατηγορούμενη 1 στην παραπονούμενη και ότι αυτές δεν τιμήθηκαν όταν παρουσιάστηκαν στην εκδότρια τράπεζα για εξαργύρωση και την έκδοση απόδειξης κατά την παραλαβή των επίδικων επιταγών. Πέραν του ότι το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του αποτέλεσε είτε κοινό τόπο στην παρούσα, είτε δεν αμφισβητήθηκε, δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε σε αυτά που είπε σε σχέση με τα ανωτέρω γεγονότα είτε στον τρόπο που κατέθεσε από τα οποία να διαφαίνεται πρόθεση εκ μέρους του να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων για να βοηθήσει την υπόθεση της παραπονούμενης. Τουναντίον, θεωρώ ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει το τί πραγματικά περιήλθε στην αντίληψή του ως εκ της θέσης και των καθηκόντων του υπό την ιδιότητα του Διευθυντή της παραπονούμενης και από έγγραφα που είχε στην κατοχή του. Θεωρώ ότι ήταν σε τέτοιο βαθμό ειλικρινής που δεν δίστασε να παραδεχθεί ευθαρσώς πως δεν γνώριζε συγκεκριμένα γεγονότα για τα οποία ρωτήθηκε κατά την αντεξέτασή του. Υπό το φως των πιο πάνω και γενικά παρακολουθώντας τον τρόπο και το ύφος του ενώ έδιδε ένορκη μαρτυρία, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των απαντήσεων του στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο M.K.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο αυτά που όντως υπέπεσαν στην αντίληψή του και το έπραξε με κάθε ειλικρίνεια. Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 υπήρξε απόλυτα ειλικρινής και αξιόπιστη και, συνεπώς, τη δέχομαι εξ ολοκλήρου. Εντούτοις, η μαρτυρία του δεν έχει διαφωτίσει το Δικαστήριο επί των αμφισβητούμενων της υπόθεσης γεγονότων. Ο Μ.Κ.2, μου έκανε γενικά καλή εντύπωση και μου έδωσε την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Θεωρώ ότι σε γενικές γραμμές είπε την αλήθεια, εκτός από κάποιες αναφορές του, για τις οποίες θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, οι οποίες τιθέμενες στη βάσανο της αξιολόγησης με βάση τις προαναφερθείσες αρχές δεν μπορούν να γίνουν δεκτές, χωρίς αυτό να επηρεάζει τη συνολική καλή εικόνα που έχω σχηματίσει για αυτόν. Κατ' αρχάς, αρκετές από τις θέσεις του Μ.Κ.2 δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του, όπως για παράδειγμα η παροχή υπηρεσιών από την παραπονούμενη στην κατηγορούμενη 1, η έκδοση των τιμολογίων, η έκδοση των επίδικων επιταγών από την κατηγορούμενη 1 και η παράδοση τους από τον κατηγορούμενο 3 στην παραπονούμενη δια μέσου του Μ.Κ.2 και ότι αυτές δεν τιμήθηκαν όταν παρουσιάστηκαν στην εκδότρια τράπεζα για εξαργύρωση. Αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, ήταν η ημερομηνία παράδοσης των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο 3 στον ίδιο. Θα πρέπει να παρατηρήσω ότι η εκδοχή του σε σχέση με την ημερομηνία παράδοσης των επίδικων επιταγών στον ίδιο από τον κατηγορούμενο 3, δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής και δεν υποστηρίζεται από τα κατατεθέντα τεκμήρια. Σε αντίθεση, η επί του προκειμένου μαρτυρία του κατηγορουμένου 3 ήταν πειστική, συνάδουσα με τη λογική των πραγμάτων και τα κατατεθέντα Τεκμήρια. Ήταν η θέση του ότι οι επίδικες επιταγές δόθηκαν στον ίδιο από τον κατηγορούμενο 3 τέλη Οκτωβρίου του
  1. Προς τεκμηρίωση της θέση του αυτής επικαλέστηκε την έκπτωση που έκαναν στην κατηγορούμενη 1, η οποία ως συνάγεται από την μαρτυρία του, έγινε ένεκα του χρόνου που παρήλθε για να πληρωθούν, ήτοι 5 μήνες μετά την έκδοση των τιμολογίων. Αυτή βεβαίως η εκδοχή του Μ.Κ.2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο αφού καμία λογική και πειστική εξήγηση δόθηκε γιατί ενώ με βάση τον δικό του αρχικό ισχυρισμό δινόταν ένας μήνας πίστωση στον πελάτη για να πληρώσει, στην προκειμένη περίπτωση άφησε να παρέλθει χρονική περίοδος 5 μηνών για να ζητήσει συνάντηση με τους κατηγορούμενους προς διευθέτηση της οφειλής της κατηγορουμένης
  2. Αναφορικά με την θέση του ότι η έκπτωση που έγινε στην κατηγορούμενη 1 ήταν αποτέλεσμα του μεγάλου χρονικού διαστήματος που πέρασε από την έκδοση των τιμολογίων και την πληρωμή μετά από 5 μήνες, σημειώνω ότι δεν μπορεί γίνει αποδεκτή ως στερούμενη λογικής και πειστικότητας. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς μπορεί να σχετίζεται η έκπτωση που έγινε στην κατηγορούμενη 1 με τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών, δεδομένου ότι το οφειλόμενο ποσό ούτως ή άλλως δεν θα εξοφλείτο αμέσως αλλά με τρεις δόσεις, γεγονός που ουσιαστικά σήμαινε παράταση της πίστωσης στην κατηγορούμενη
  3. Πραγματικά διερωτώμαι, υπό αυτές τις περιστάσεις για ποιο λόγο να έγινε έκπτωση στην κατηγορούμενη 1, 5 μήνες μετά την έκδοση των τιμολογίων και δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να μην είχε γίνει από την αρχή της συμφωνίας συνεργασίας τους ή έστω κατά την έκδοση των τιμολογίων; Από την άλλη, η επί του προκειμένου εκδοχή του κατηγορουμένου 3 υποστηρίζεται από τα κατατεθέντα τεκμήρια και δη τις καταστάσεις λογαριασμού της κατηγορουμένης
  4. Ήταν λογικό από την στιγμή που πάρθηκε απόφαση σε συνέλευση των διευθυντών της κατηγορουμένης 1 μετά την 11ην Ιουλίου του 2011 όπως μην εκδίδονται επιταγές παρά μόνο σε όσους πιστωτές ήταν απαραίτητο για να τους προμηθεύσουν ζωτικά προϊόντα, στις δημόσιες αρχές και τους υπαλλήλους της, οι επίδικες επιταγές να μην είχαν εκδοθεί μετά την προαναφερόμενη απόφαση. Η εκδοχή του κατηγορουμένου 3, για λήψη απόφασης από τους διευθυντές της κατηγορουμένης 1 κατ' αρχάς δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Πέραν αυτού, η εκδοχή του ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν προ της 11ης Ιουλίου 2011, υποστηρίζεται και από τις καταστάσεις λογαριασμού της κατηγορουμένης 1 (Τεκμήρια 7 και 8). Συγκεκριμένα από τις επιταγές που εμφαίνονται στις προαναφερόμενες καταστάσεις οι οποίες αριθμητικά ακολουθούν τις επίδικες επιταγές αλλά εξαργυρώθηκαν, κάποιες τον Ιούνιο και κάποιες τον Ιούλιο του 2011, στις οποίες αναφέρθηκε και ο Μ.Κ.
  5. Θεωρώ ότι η κοινή λογική και ανθρώπινη εμπειρία καταδεικνύουν ότι η συμπλήρωση των επιταγών από το ίδιο βιβλιάριο επιταγών λαμβάνει χώρα με την σειρά που αυτές είναι στο βιβλιάριο επιταγών. Συνεπώς, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 ότι η επιταγή με αριθμό 97328741, δηλαδή η ακριβώς επόμενη επιταγή της επίδικης επιταγής Τεκμήριο 5 εξαργυρώθηκε την 23/06/2011, επίσης ότι η επιταγή με αριθμό 97328757, εξαργυρώθηκε την 30/06/2011 και η επιταγή με αριθμό 97328751 εξαργυρώθηκε στις 13/07/2011, μαρτυρία η οποία στηρίχθηκε στις καταστάσεις λογαριασμού της κατηγορουμένης 1 (Τεκμήρια 7 και 8) η λογική επιτάσσει, ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν πριν από την έκδοση των προαναφερόμενων επιταγών αφού προηγούνταν αριθμητικά και επομένως η έκδοση τους έλαβε χώρα πριν από την 11ην Ιουλίου του 2011 ήτοι προ της έκρηξης στο Μαρί. Με άλλα λόγια εφόσον υπάρχουν δύο επιταγές με μεταγενέστερους αριθμούς οι οποίες εξαργυρώθηκαν πριν τις 11/07/2011 είναι θέμα λογικής σειράς πως οι επίδικες επιταγές που είχαν προγενέστερους αριθμούς είχαν εκδοθεί επίσης πριν τις 11/07/
  6. Επί του συγκεκριμένου σημείου αποδέχομαι, λοιπόν, την εκδοχή του κατηγορουμένου 3, η οποία ήταν συνεπής, σταθερή, συνάδουσα με την λογική εξέλιξη των πραγμάτων, και κυρίως επειδή συνάδει με τα κατατεθέντα τεκμήρια και την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.
  7. Δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του Μ.Κ.2 σε σχέση με την περίοδο πίστωσης που δόθηκε στην κατηγορούμενη 1, τούτο γιατί ενώ στην κυρίως εξέταση του αφήνει να νοηθεί εμμέσως πλην σαφώς ότι η χρονική περίοδος πίστωσης στην προκειμένη περίπτωση ήταν ένας μήνας ως ήταν για όλους τους πελάτες, στην αντεξέταση του διαφοροποίησε την θέση του λέγοντας αρχικά ότι δεν είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένη περίοδος πίστωσης, αλλά αναγράφεται στα τιμολόγια η πίστωση των 60 ημερών επισημαίνοντας μάλιστα ότι ήταν μια συμφωνία δεδομένη για το γραφείο. Ακολούθως και αφού κλήθηκε να υποδείξει επί των τιμολογίων πού αναγράφεται η περίοδος πίστωσης, διαφοροποίησε και αυτή του την θέση και ανέφερε ότι αυτό αναγράφεται στη συμφωνία η οποία υπογράφεται από τον πελάτη. Δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του αναφορικά με την έκδοση ή μη σχετικής απόδειξης κατά την παραλαβή των επίδικων επιταγών. Τούτο γιατί η μαρτυρία του ήταν αντιφατική αφού αρχικά ανέφερε ότι δεν γνωρίζει εάν εκδόθηκε απόδειξη ενώ αμέσως μετά ανέφερε ότι δεν εκδόθηκε αφού δεν πληρώθηκαν. Εντούτοις και πάλι διαφοροποίησε την τελευταία του θέση λέγοντας ότι δεν γνωρίζει περί αποδείξεων και οτιδήποτε αφορά το λογιστήριο. Πέραν αυτών, η θέση του, ότι θα έπρεπε να πληρωθούν, με την έννοια να εξαργυρωθούν οι επιταγές για να υπάρχει απόδειξη, δεν συνάδει με την θέση του ότι έγινε έκπτωση στην κατηγορούμενη 1 γιατί 5 μήνες για να πληρωθούν ήταν αρκετοί. Ούτε επίσης συνάδει με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.1 ο οποίος ανέφερε ότι εκδόθηκε απόδειξη κατά την παραλαβή των επίδικων επιταγών και αυτή βρίσκεται στο Λογιστήριο. Παρά το ότι, έχω απορρίψει το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 που σχολιάζεται ανωτέρω, δεν συνεπάγεται ότι αυτόματα θα πρέπει να απορρίψω και στα υπόλοιπα σημεία τη μαρτυρία του, εφόσον θεωρώ ότι η υπόλοιπη μαρτυρία του πέραν του μέρους που σχολιάζεται ανωτέρω, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, επιβεβαιώνεται από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.1, ήταν πειστική, συνεπής, σταθερή και συνάδουσα με την λογική των πραγμάτων. Συνεπώς, πλην των πιο πάνω αναφορών του Μ.Κ.2 οι οποίες σχολιάζονται, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη και ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου σχημάτισα, σε σχέση με τον Μ.Κ.
  8. Κατέθεσε με ευθύτητα και πειστικότητα σε σχέση με γεγονότα που γνώριζε ως εκ της θέσης του στην Τράπεζα και από έγγραφα που είχε στην κατοχή του στα πλαίσια των καθηκόντων του. Πέραν του ότι ουδόλως αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του κατά την αντεξέτασή του, δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε είτε σε αυτά που ανέφερε είτε στον τρόπο που κατέθετε που να είναι ικανό να με οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ήταν διατεθειμένος να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να παραποιήσει την αλήθεια. Συνεπώς, αποδέχομαι την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρος στην ολότητά της ως αληθή και αξιόπιστη και ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Στρεφόμενη τώρα στην μαρτυρία του κατηγορουμένου 3, κατ' αρχάς σημειώνω ότι με εξαίρεση το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά την ημερομηνία έκδοσης και παράδοσης των επίδικων επιταγών στην παραπονούμενη, το οποίο για τους λόγους που αναφέρονται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 γίνεται αποδεκτό, ως επίσης το μέρος της μαρτυρίας του το οποίο συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία αλλά και το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά την έκδοση επιταγών της κατηγορούμενης 1, η υπόλοιπη μαρτυρία του όσον αφορά ουσιώδη και αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή λόγω του ότι στερείται οποιασδήποτε πειστικότητας και δεν υποστηρίζεται από τις καταστάσεις λογαριασμού της κατηγορουμένης
  9. Επίσης δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές ουσιώδεις για την υπόθεση εκδοχές του οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας για να τοποθετηθούν. Συγκεκριμένα σημειώνω ότι δεν αποδέχομαι την εκδοχή του περί οικονομικής ευρωστίας της κατηγορουμένης 1 μέχρι και τις 11/07/
  10. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Κ.3, η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, με βάση τις καταστάσεις λογαριασμού της κατηγορουμένης 1, η κατηγορούμενη 1 ενόψει της επιστροφής επιταγών είχε πρόβλημα ρευστότητας. Για να ήταν υγιής η κατηγορουμένη 1 θα έπρεπε να είχε το διαθέσιμο κεφάλαιο και δεν θα έπρεπε να περιμένει να ξεκαθαρίζουν οι καταθέσεις της για να εξαργυρωθούν οι επιταγές της. Ήταν προφανής η προσπάθεια από μέρους του κατηγορούμενου 3 τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του να πείσει για το αντίθετο, ανεπιτυχώς βεβαίως, αφού η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα η μαρτυρία του Μ.Κ.3 και οι καταστάσεις λογαριασμού της κατηγορουμένης 1 συνηγορούν στο αντίθετο. Δεν δέχομαι επίσης την εκδοχή του περί σταθεροποίησης της εργασίας της κατηγορουμένης 1 τρεις μήνες πριν από την έκρηξη στο Μαρί. Αυτό γιατί παρατηρώντας τις πιστώσεις στις καταστάσεις λογαριασμού της κατηγορουμένης 1 για τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 2011, δηλαδή δύο μήνες πριν από την έκρηξη στο Μαρί, παρουσιάζεται μια σημαντική μείωση μεταξύ των πιστώσεων του Μαΐου του 2011 που ήταν €82.222,64 και των πιστώσεων του Ιουνίου του 2011, που ήταν €68.525,
  11. Δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή η εκδοχή του ότι ο λόγος για τον οποίο τον Ιούνιο του 2011 η κατάσταση λογαριασμού παρουσιάζει μικρό υπόλοιπο, είναι γιατί υπήρχαν τα έξοδα του καταστήματος στο Γέρι και τούτο γιατί κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι το κατάστημα στο Γέρι δημιουργήθηκε με προσωπικό του δάνειο από τη Λαϊκή Τράπεζα. Πρέπει, περαιτέρω να σημειώσω πως δεν δέχομαι την εκδοχή του ότι απειλήθηκε από τον Μ.Κ.1 ότι αν δεν πληρώσει θα πάει φυλακή. Τούτο γιατί αυτή η εκδοχή του, η οποία κρίνεται ουσιώδης στην κρινόμενη υπόθεση, δεν ετέθη από την υπεράσπιση στον Μ.Κ.1, ώστε αυτός να έχει τη δυνατότητα να τοποθετηθεί. Συνεπώς, η εν λόγω παράλειψη δεν μπορεί παρά να οδηγήσει το Δικαστήριο να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή του κατηγορουμένου
  12. Θεωρώ ότι η παράλειψη υποβολής της εκδοχής του κατηγορουμένου 3 στο Μ.Κ.1 για να μπορεί να δώσει τη δική του θέση επί του θέματος αναιρεί το αληθές των όσων ανέφερε ο κατηγορούμενος 3 και κυρίως επιβεβαιώνει την εντύπωση ότι αυτά αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις, για να ενισχύσει την εκδοχή του περί κατάχρησης της διαδικασίας. Σημειώνω, επίσης ότι δεν δέχομαι την εκδοχή του κατηγορούμενου 3 ότι πρότεινε στην παραπονούμενη να δίνει με δόσεις για να καλύψει τα ποσά των επίδικων επιταγών αλλά αρνήθηκαν την πρόταση του αυτή. Η θέση του αυτή αν και ουσιώδης, δεν ετέθη από την υπεράσπιση στους μάρτυρες κατηγόριας ώστε αυτοί να έχουν τη δυνατότητα να τοποθετηθούν. Συνεπώς, η εν λόγω παράλειψη δεν μπορεί παρά να οδηγήσει το παρόν Δικαστήριο να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή του κατηγορουμένου
  13. Δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του ότι την στιγμή που εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές πίστευε ότι θα εξαργυρώνονταν και δεν φανταζόταν ότι θα επιστρέφονταν πίσω ακάλυπτες, λόγω του ότι η μαρτυρία του αυτή στερείται οποιασδήποτε πειστικότητας και δεν υποστηρίζεται από τις καταστάσεις λογαριασμού της κατηγορουμένης
  14. Ειδικότερα επισημαίνω ότι ο κατηγορούμενος 3 κατ' αρχάς παραδέχεται ότι στις καταστάσεις λογαριασμού της κατηγορουμένης 1 υπάρχουν επιταγές που επιστράφηκαν πίσω οι οποίες σε μεταγενέστερη ημερομηνία είτε ξεκαθάρισαν είτε τις παρέλαβαν πίσω έναντι μετρητών. Συνεπώς ότι υπήρχε συνεχής, καθημερινή επιστροφή επιταγών από τον Μάιο του 2011 μέχρι και το κλείσιμο της κατηγορουμένης 1 τον Σεπτέμβριο του 2011 ήταν γνωστό στο κατηγορούμενο
  15. Συνάγεται επίσης από την μαρτυρία του ότι είχε γνώση για την κατάσταση του λογαριασμού της κατηγορουμένης 1, αφού φρόντιζε για την εξαργύρωση των επιταγών που επιστρέφονταν. Συγκεκριμένα η θέση του ήταν ότι ουδέποτε επιστράφηκαν πίσω επιταγές της κατηγορουμένης 1 μετά την πάροδο 15 ημέρων γιατί είτε εξαργυρώνονταν την δεύτερη φορά που παρουσιάζονταν για εξαργύρωση είτε πληρώνονταν από τον ίδιο και άλλο συνεργάτη της κατηγορουμένης 1 με μετρητά. Έχοντας υπόψη την εικόνα που παρουσίαζε ο λογαριασμός της κατηγορουμένης 1, τις συνεχείς επιστροφές επιταγών αφού δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 και περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε γνώση για την οικονομική κατάσταση της κατηγορουμένης 1, λογικό ήταν να είχε αντιληφθεί ότι η λογικά αναμενόμενη εξέλιξη των πραγμάτων με βάση τα δεδομένα που γνώριζε και είχε ενώπιον του, ήταν ότι οι επίδικες επιταγές κατά τον χρόνο παρουσίασης τους για εξαργύρωση θα επιστρέφονταν, όπως άλλωστε συνέβηκε και με πολλές άλλες επιταγές κατά τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 2011, πριν από την έκδοση των επίδικων επιταγών. Λογικό ήταν πως όταν υπέγραφε και παρέδιδε τις επίδικες επιταγές στο μυαλό του να υπήρχε το ενδεχόμενο οι επίδικες επιταγές να μην τιμηθούν κατά την παρουσία τους για εξαργύρωση. Ο κίνδυνος αυτός ήταν προβλεπτός και η γνώση του για τα ανωτέρω θα έπρεπε απλά να τον αποτρέψει από του να υπογράψει και παραδώσει τις επίδικες επιταγές. Στην βάση όλων των πιο πάνω, θεωρώ ότι τα όσα ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος 3 σε σχέση με το τι πίστευε κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών ως προς την εξαργύρωση αυτών κατά την παρουσίαση τους, ήταν σαφέστατα και χωρίς αμφιβολία εκ των υστέρων επινοήσεις και εντελώς ασύμβατες με τη λογική θέσεις, σε μία προσπάθεια να αποφύγει την ευθύνη του και να απεμπλακεί πάση θυσία από την παρούσα υπόθεση. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης, επί των ουσιωδών και επί των αμφισβητουμένων της υπόθεσης ζητημάτων τα οποία σχολιάζονται ανωτέρω η μαρτυρία του κατηγορουμένου 3 απορρίπτεται με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ως παντελώς αναξιόπιστη και ανειλικρινής. Ευρήματα Δικαστηρίου: Έχοντας αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και λαμβάνοντας επίσης υπόψη μου τα γεγονότα που αποτελούν είτε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα όπως αυτά παρατίθενται ανωτέρω στην παρούσα και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, καταλήγω στα ακόλουθα περαιτέρω ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: Οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στην παραπονούμενη προ της έκρηξης στο Μαρί, ήτοι πριν τις 11/07/
  16. Όλες οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες. Όταν η παραπονούμενη παρέλαβε από τον κατηγορούμενο 3 τις επίδικες επιταγές εξέδωσε σχετική απόδειξη. Η οικονομική κατάσταση της κατηγορουμένης 1 ήταν προβληματική τόσο πριν από την έκδοση των επίδικων επιταγών όσο και μετά, αφού παρουσίαζε έλλειψη ρευστότητας. Ο κατηγορούμενος 3 είχε γνώση της οικονομικής κατάστασης της κατηγορουμένης
  17. Επίσης ο κατηγορούμενος 3 είχε γνώση ότι δεκάδες επιταγές της κατηγορουμένης 1 δεν εξαργυρώνονταν από την πρώτη παρουσίαση τους στην τράπεζα για εξαργύρωση και αυτό γινόταν είτε κατά τη δεύτερη παρουσίαση τους στην τράπεζα είτε μετά από πληρωμή τους με μετρητά είτε από τον κατηγορούμενο 3 είτε από άλλο συνεργάτη της κατηγορούμενης
  18. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Το αδίκημα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 με την πρώτη, τρίτη και πέμπτη κατηγορία, ως έχει προαναφερθεί αφορά την έκδοση επιταγών άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 το οποίο έχει ως εξής: «
(1)Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δυο ποινές». Από το λεκτικό του άρθρου 305 Α
(1)του Κεφ. 154 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του πιο πάνω αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Η έκδοση επιταγής.
  2. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
  3. Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα.
  4. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλετο, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
  5. Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Αναφορικά με το πρώτο συστατικό στοιχείο, σημειώνω ότι «έκδοση» ως καθορίζεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262, σημαίνει «την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος.» και «παράδοση» σημαίνει τη μεταβίβαση της κατοχής, πραγματικής ή τεκμαιρόμενης, από ένα πρόσωπο ή σε άλλο.» Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι επιταγή θεωρείται ως εκδοθείσα εάν ο τύπος της επιταγής συμπληρώθηκε δεόντως και αφού συμπληρώθηκε, παραδόθηκε στον κάτοχο της. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Χρ. Λουκά «Τραπεζική Επιταγή», Τόμος 1, 2η Έκδοση σελ. 200-202, δεν καθορίζεται στον Νόμο πότε μια επιταγή θεωρείται συμπληρωμένη κατά τύπο. Πλην όμως αυτό που ο νομοθέτης εννοεί όταν προβλέπει για συμπλήρωση της επιταγής, είναι ότι η επιταγή, πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία εκείνα που συνιστούν τον νομοθετικό ορισμό της επιταγής. Ως προς την έννοια «επιταγή» σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 «Επιταγή» σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Προκύπτει επομένως από τα προαναφερόμενα ότι για να θεωρηθεί ότι η επιταγή συμπληρώθηκε δεόντως θα πρέπει η εντολή να είναι γραπτή, η εντολή να περιέχει σαφή και καθαρή εντολή, να είναι υπογραμμένη από τον εκδότη ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του, να απευθύνεται σε τραπεζίτη και να διατάζει την πληρωμή χρηματικού ποσού σε κατονομαζόμενο δικαιούχο και να είναι χρονολογημένη, (βλ. Σύγγραμμα Χρ. Λουκά «Τραπεζική Επιταγή», (ανωτέρω) σελ. 173-174). Σύμφωνα περαιτέρω με το σύγγραμμα του Χρ. Λούκα «Τραπεζική Επιταγή» (ανωτέρω) στην σελίδα 202, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το τι σημαίνει έκδοση και παράδοση μίας επιταγής: «Η συμπλήρωση του εντύπου της επιταγής δεν προκαλεί αυτόματα και έκδοση. Η έκδοση ολοκληρώνεται με την παράδοση της κατοχής της επιταγής από ένα πρόσωπο σε άλλο πρόσωπο, το οποίο καθίσταται κάτοχος αυτής.» Στην προκειμένη περίπτωση, η όλη μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, καταδεικνύουν ότι η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε προς όφελος της παραπονούμενης τις επίδικες επιταγές προς εξόφληση του τιμήματος για τις υπηρεσίες που προσέφερε η παραπονούμενη στην κατηγορούμενη 1 αφαιρουμένης της έκπτωσης, οι οποίες δόθηκαν από τον κατηγορούμενο 3 Διευθυντή της κατηγορουμένης 1 στον Μ.Κ.2 υπάλληλο της παραπονούμενης ο οποίος με τη σειρά του τις παρέδωσε στην παραπονούμενη. Έχοντας περαιτέρω υπόψη ότι δεν αμφισβητήθηκε η έκδοση των επίδικων επιταγών και ότι οι επίδικες επιταγές είναι υπογεγραμμένες από εξουσιοδοτημένα πρόσωπα, αλλά ούτε αμφισβητήθηκε ότι οι επίδικες επιταγές συμπληρώθηκαν δεόντως, οι οποίες εν πάση περιπτώσει συγκεντρώνουν όλα τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη γνωρίσματα που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρείται επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74Γ
(6)του Κεφ.262 και του άρθρου 4 του Κεφ. 154, καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί η νομότυπη έκδοση των επίδικων επιταγών. Συνεπώς το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη 1 πληρούται. Αναφορικά με δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν. Συνεπώς και το εν λόγω συστατικό στοιχείο του αδικήματος και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη 1 πληρούται. Αναφορικά με το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, σημειώνω ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, αλλά τα στοιχεία που υπάρχουν στο σώμα έκαστης επίδικης επιταγής, φαίνεται σε σχέση με την ημερομηνία που είναι συμπληρωμένη σε κάθε μία εξ αυτών και τις ενυπόγραφες σφραγίδες της τράπεζας, ότι οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν για εξαργύρωση όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες. Ως εκ τούτου, πληρούται και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη
  1. Σε σχέση με το τέταρτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, σημειώνω ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, αλλά και από τις σχετικές ενυπόγραφες σφραγίδες επί των επίδικων επιταγών, προκύπτει ότι οι επίδικες επιταγές αφού παρουσιάστηκαν προς πληρωμή επιστράφηκαν όλες με δύο ενυπόγραφες σφραγίδες της Τράπεζας Κύπρου με τις ενδείξεις «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ - PLEASE REPRESENT INSUFFICIENT FUNDS» και «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΚΑΠ - ACCOUNT FROZEN-CIR». Συνεπώς, πληρούται και το τέταρτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη
  2. Σε σχέση με το πέμπτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκαν και μέχρι σήμερα δεν έχουν εξοφληθεί. Κατά συνέπεια, πληρούται και αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη
  3. Συνακόλουθα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 με την πρώτη, τρίτη και πέμπτη κατηγορία έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος αντιμετωπίζει την δεύτερη, τέταρτη και έκτη κατηγορία, παρατηρείται ότι ο κατηγορούμενος 3 κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας παρείχε συνδρομή και/ή παρακίνησε την κατηγορούμενη 1 στην έκδοση των επίδικων επιταγών οι οποίες επιστράφηκαν απλήρωτες με τις ενδείξεις «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ - PLEASE REPRESENT INSUFFICIENT FUNDS» και «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΚΑΠ - ACCOUNT FROZEN-CIR». Ουσιαστικά, κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 20(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, που προνοεί, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «20 Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στην διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχθεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . (β) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά την διάπραξη ποινικού αδικήματος. (δ) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . » Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305Α του Κεφ. 154 βαρύνει τον εκδότη και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή, που γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Στην υπόθεση Bondina Ltd v. Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517, υποδείχθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, η οποία και παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd,
(2003)2 ΑΑΔ 261, αναφέρθηκε ότι γενικά ένας διευθυντής ή σύμβουλος εταιρείας θεωρείται ως αντιπρόσωπός της και το γεγονός ότι υπογράφει μία επιταγή υπό αυτή του την ιδιότητα, ο ίδιος δεν έχει αστική ευθύνη. Τούτο, όμως, δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής ευθύνης ως συνεργός σε αδίκημα. Έτσι, στις κατάλληλες περιπτώσεις, και όπου αποδεικνύεται υποκειμενική υπόσταση (mens rea) τότε μπορεί να κριθεί ένοχος. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελίδα 70, παράγραφος Α. 5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στη δε υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 αναφέρεται στη σελίδα 546 από τον Λόρδο Goddard C.J. πως πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα. Παρομοίως, στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελίδα 20 ο Devlin J. λέει πως η παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, ήτοι πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων. Στην υπόθεση Παυλόπουλος (ανωτέρω) αναφέρθηκε επίσης ότι έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα του άρθρου 305Α είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια, με την έννοια που καθορίζεται στην πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία και επίσης παρατηρήθηκε ότι η συνέργεια επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Όπως παρατηρήθηκε στην πρόσφατη απόφαση Σάββα Θεοχάρους & Υιοί Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη κ.ά., ECLI:CY:AD:2015:B706, Ποιν. Εφ. Αρ. 102/2014 και 115/2014, ημερομηνίας 23.10.2015, το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στη νοητική λειτουργία των κατηγορουμένων και η κατηγορούσα αρχή μπορεί να αποδείξει, με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν από κάθε λογική αμφιβολία τη γνώση (βλ. επίσης Youssef v. Δημοκρατίας,
(1993)2 ΑΑΔ 289 και Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 ΑΑΔ 486). Σε αυτή τη βάση, λοιπόν, το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος 3 υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της κατηγορουμένης 1 παρείχε συνδρομή στην έκδοση των επίδικων επιταγών οι οποίες επιστράφηκαν απλήρωτες, σύμφωνα με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Για να αποφασιστεί το θέμα αυτό, το ζητούμενο είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί η εμπλοκή του κατηγορουμένου 3 στην έκδοση των επίδικων επιταγών και πιο συγκεκριμένα αν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι αυτός ήταν εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για την υπογραφή των επιταγών της κατηγορουμένης 1 κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών και ότι είναι το ένα εκ δύο προσώπων που υπογράφει τις επίδικες επιταγές. Κατ' αρχάς, αναφέρω ότι δεν τέθηκε θέμα ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν εμπλέκεται στην έκδοση των επίδικων επιταγών. Επίσης δεν τέθηκε θέμα ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν είναι ένα εκ των δύο προσώπων που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Επιπλέον δεν τέθηκε θέμα ούτε ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν ήταν εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει επιταγές της κατηγορουμένης 1 κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών. Αντίθετα ο κατηγορούμενος 3 κατά την μαρτυρία του χρησιμοποίησε εκφράσεις από τις οποίες το μόνο λογικό συμπέρασμα που δύναται να εξαχθεί είναι ότι συμμετείχε στην έκδοση των επίδικων επιταγών δια της υπογραφής του. Με άλλα λόγια ότι ο κατηγορούμενος 3 έθεσε την υπογραφή του επί των επίδικων επιταγών κατά την έκδοση τους. Συγκεκριμένα ανέφερε «... τις επιταγές τις εκδίδαμε το πρώτο δεκαήμερο του κάθε μήνα .... Αυτή την εργασία την κάναμε εγώ και ο Ανδρέας Χατζηθεοδώρου.». Επίσης ανέφερε «Γιατί να εκδώσω στην παραπονούμενη επιταγές τον Οκτώβριο, τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2011 ... Γιατί να εκδώσω επιταγές μετά που έκλεισε η εταιρεία; Πως θα έβρισκα τον συνέταιρο μου για να υπογράψει τις επιταγές;» . Επί αυτού του σημείου κρίνω ότι η προαναφερόμενη μαρτυρία του κατηγορουμένου 3 και η μαρτυρία του Μ.Κ.3 ότι οι επιταγές ελέγχονται κατά την παρουσίαση τους για εξαργύρωση προτού ελεγχθεί εάν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια και ότι δεδομένου ότι οι επίδικες επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες με τις ενδείξεις «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ - PLEASE REPRESENT INSUFFICIENT FUNDS» και «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΚΑΠ - ACCOUNT FROZEN-CIR», σημαίνει ότι τα στοιχεία των επίδικων επιταγών ήταν εντάξει, δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν στο συμπέρασμα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος 3, ήταν ένα εκ των δύο προσώπων που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και ότι ήταν εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για την υπογραφή επιταγών της κατηγορουμένης 1 κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών. Με βάση όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό η ένοχη πράξη του κατηγορουμένου
  1. Ως εκ τούτου αυτό που απομένει να εξεταστεί προκειμένου να αποφασιστεί η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου 3 είναι κατά πόσον έχει αποδειχθεί και η ένοχη διάνοια του κατηγορουμένου 3, δηλαδή κατά πόσον αυτός, κατά τον χρόνο υπογραφής και παράδοσης των επίδικων επιταγών, αντιλαμβανόταν ή γνώριζε ή έστω ήταν πρόδηλο ότι συνέβαλλε στην διάπραξη του αδικήματος από την κατηγορουμένη 1, ότι δηλαδή κατά τον χρόνο εμφάνισης των επίδικων επιταγών στην εκδότρια τράπεζα για εξαργύρωση, αυτές δεν θα εξοφλούνταν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Ευθέως λοιπόν αναφέρω ότι στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία που έχει δοθεί και έγινε αποδεκτή οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος 3 κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών γνώριζε όλες τις ουσιώδεις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων από την κατηγορούμενη 1 και συνεπώς αποτελεί κατάληξη μου ότι έχει αποδειχθεί και το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Στο πιο πάνω συμπέρασμα καταλήγω στη βάση των ακόλουθων στοιχείων και περιστατικών: Ο κατηγορούμενος 3 ήταν ένας εκ των διευθυντών της κατηγορούμενης 1, ο οποίος ως προκύπτει από την δική του μαρτυρία διαχειρίζετο τον λογαριασμό της κατηγορουμένης
  2. Είναι ξεκάθαρο μέσα από την μαρτυρία του ότι ήταν συνεχώς ενήμερος για ό,τι αφορούσε τον λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 και το υπόλοιπο του. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι παρόλο ότι υπήρχε μεγάλος αριθμός επιταγών που επιστρέφονταν απλήρωτες και δεν ξεκαθάριζαν σε μεταγενέστερη ημερομηνία, φρόντιζε τόσο αυτός όσο και άλλος συνεργάτης της κατηγορουμένης 1 να τις παραλαμβάνουν πίσω έναντι μετρητών. Συνάγεται κατά λογική εκτίμηση από τα πιο πάνω ότι ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε επακριβώς τι συνέβαινε στο λογαριασμό της κατηγορουμένης 1, τόσο για την περίοδο μέχρι την έκδοση των επίδικων επιταγών όσο και μεταγενέστερα. Γνώριζε επίσης για τις υποχρεώσεις της κατηγορουμένης 1 και τις επιταγές που εκκρεμούσαν για να πληρωθούν και τις επιταγές που επιστρέφονταν ως απλήρωτες και σε κάθε περίπτωση όφειλε να γνωρίζει την οικονομική κατάσταση της κατηγορουμένης και τι συνέβαινε στο λογαριασμό της. Προκύπτει επίσης μέσα από την μαρτυρία του ότι γνώριζε ότι η οικονομική κατάσταση της κατηγορουμένης 1 τόσο πριν την έκδοση των επίδικων επιταγών, όσο και κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών, όχι μόνον δεν ήταν καλή αλλά παρουσίαζε συνεχή επιδείνωση και αυτό προκύπτει από τις πιστώσεις που παρουσιάζουν οι καταστάσεις λογαριασμού της κατηγορουμένης 1 πριν από την έκδοση των επίδικων επιταγών κατά τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του
  3. Με την έκδοση των επίδικων επιταγών, και έχοντας υπόψη αφενός την εικόνα που παρουσίαζε ο λογαριασμός της κατηγορουμένης 1 άλλοτε με μικρά πιστωτικά υπόλοιπα και άλλοτε με χρεωστικά υπόλοιπα, την έκδοση δεκάδων ακάλυπτων επιταγών αφού είναι προφανές πως δεν φρόντιζε να υπάρχουν πάντα διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της κατηγορουμένης 1, και περαιτέρω τη γνώση του κατηγορούμενου 3 ότι με δεδομένη την οικονομική κατάσταση της κατηγορουμένης 1 δεν υπήρχαν χρήματα για να καλύπτονται όλες οι επιταγές που εξέδιδε η κατηγορουμένη 1, συνεπάγεται ότι κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών γνώριζε, αντιλήφθηκε και αποδέκτηκε ότι η λογικά αναμενόμενη εξέλιξη των πραγμάτων με βάση τα δεδομένα που ο ίδιος γνώριζε και είχε ενώπιον του ήταν ότι οι επίδικες επιταγές κατά την παρουσίαση τους για εξαργύρωση θα επιστρέφονταν, όπως ακριβώς έγινε και με δεκάδες άλλες επιταγές πριν από τις επίδικες. Η πορεία των πραγμάτων, όταν υπέγραφε τις επίδικες επιταγές είχε όπως και τους προηγούμενους μήνες, με τα ίδια προβλήματα. Ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι το πρόβλημα με τις επιστρεφόμενες επιταγές ήταν σοβαρό. Απλή ανάγνωση των καταστάσεων λογαριασμού της κατηγορουμένης 1, τις οποίες γνώριζε, επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Εκ του περισσού ενδεχομένως σημειώνεται ότι δεκάδες επιστρεφόμενες επιταγές λόγω ανεπαρκών υπολοίπων υπήρχαν τόσο τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 2011, δηλαδή τους αμέσως προηγούμενους μήνες όσο και πριν την 11ην Ιουλίου του 2011, οπότε υπέγραψε και τις επίδικες επιταγές, όπως επίσης και τους επόμενους μήνες μέχρι την παγοποίηση του λογαριασμού με την καταχώρηση του στο ΚΑΠ ακριβώς ένεκα της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα. Δεν προκύπτει από πουθενά ότι ο κατηγορούμενος 3 όταν υπέγραφε τις επίδικες επιταγές και τις παρέδιδε στην κατηγορούμενη 1 είχε οτιδήποτε χειροπιαστό που να του δημιουργούσε εύλογα την πεποίθηση ότι οι επίδικες επιταγές θα πληρώνονταν με βεβαιότητα και η έκρηξη στο Μαρί στο μεσοδιάστημα μέχρι την πληρωμή να τους ανέτρεψε τα δεδομένα. Η πορεία των πραγμάτων σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού της κατηγορουμένης 1, όταν αυτός υπέγραφε τις επίδικες επιταγές και τις παρέδωσε στην παραπονούμενη είχε όπως και τους προηγούμενους μήνες. Το ενδεχόμενο να μην τιμηθούν οι επίδικες επιταγές κατά την μελλοντική παρουσίαση τους για εξαργύρωση ήταν επίσης προβλεπτό κατά την υπογραφή και παράδοση των επίδικων επιταγών στην παραπονούμενη. Η έκρηξη στο Μαρί, που προβλήθηκε ως υπεράσπιση για την οικονομική κατάσταση της κατηγορούμενης 1 μετά τις 11/07/2011, υπό τις περιστάσεις δεν είναι αποδεκτή και εν πάση περιπτώσει είναι κατά την κρίση μου, με όλα τα δεδομένα που αναφέρονται ανωτέρω, άνευ σημασίας. Το ίδιο και οι μετέπειτα ενέργειες του κατηγορουμένου 3 που στόχο είχαν την οικονομική στήριξη της κατηγορουμένης 1 και την πληρωμή των επιταγών της. Η γνώση του κατηγορουμένου 3 για όλα τα ανωτέρω έπρεπε να αποτρέψει αυτόν από του να υπογράψει και παραδώσει στην παραπονούμενη τις επίδικες επιταγές «κλείνοντας τα μάτια» του στον ορατό κίνδυνο να μην τιμηθούν. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι και η εθελοτυφλία καταδεικνύει γνώση και είναι ποινικά κολάσιμη. Στην υπόθεση Henry Hudfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414 στη σελίδα 428 γίνεται παραπομπή στο απόσπασμα από το Criminal Law Review, 1989, σελίδα 212, το οποίο αναφέρει, υπό μορφή σχολίου, τι αποτελεί εθελοτυφλία η οποία συνιστά γνώση: "A requirement of knowledge is sometimes held to be satisfied by proof of a "willful blindness" as where "the defendant had deliberately shut his eyes to the obvious or refrained from inquiring because he suspected the truth but did not want to have his suspicion confirmed". Westminster City Council v. Croyalgrange
(1986)2 All E.R. 353 at p.359 (H.L.)" Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μερικές φορές θεωρείται ότι υπάρχει το στοιχείο της γνώσης με την απόδειξη εθελοτυφλίας όπου π.χ. ο κατηγορούμενος εσκεμμένα έκλεισε τα μάτια του στο φανερό (αγνόησε το φανερό) ή δεν προέβη σε διερεύνηση καθότι υποψιάστηκε την αλήθεια αλλά δεν επιθυμούσε να επιβεβαιωθούν οι υποψίες του.» Κρίνεται σκόπιμο επίσης εδώ να αναφερθεί ότι η υπόθεση Παυλόπουλος (ανωτέρω) σαφώς και διακρίνεται από την παρούσα. Σημειώνω ότι στην υπόθεση Παυλόπουλος (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την Πρωτόδικη απόφαση με την οποία ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος για παρόμοια αδικήματα με αυτά που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 3 στην παρούσα, ανέφερε τα εξής: «Προχωρούμε τώρα να παρατηρήσουμε πως η συνέργεια επιτελείται κατά το χρόνο της υπογραφής της επιταγής και δεν μπορεί να λεχθεί πως κατά το χρόνο εκείνο ήταν δυνατόν ο εφεσείων να γνώριζε τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης του αδικήματος από την εταιρεία. Το γεγονός ότι πάντοτε φρόντιζε να υπάρχουν κεφάλαια κατατεθειμένα στο λογαριασμό της εταιρείας, από τα οποία να πληρώνονται οι επιταγές και ότι τούτο κατέστη αδύνατο σε κάποιο στάδιο λόγω της κήρυξής του σε πτώχευση, είναι ενδεικτικό πως δεν αποδεικνύεται ότι, κατά την υπογραφή των επιταγών, είχε πρόθεση παροχής βοήθειας σε διάπραξη αδικήματος. Τα θέματα δε της πτώχευσης του και της επακολουθείσασας έλλειψης κεφαλαίων στο λογαριασμό της εταιρείας, είναι θέματα σχετικά με αυτή την πτυχή και όχι, όπως έκρινε ο πρωτόδικος Δικαστής, άσχετα με την απόδειξη ενοχής.» Όπως γίνεται αντιληπτό από το πιο πάνω απόσπασμα τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης ουδεμία σχέση έχουν με τα γεγονότα της παρούσας, όπου ο κατηγορούμενος 3 στην παρούσα κάθε άλλο παρά φρόντιζε να υπάρχουν συνεχώς διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της κατηγορουμένης 1. Επίσης ήταν σε γνώση του η επιστροφή και άλλων επιταγών πριν την έκδοση των επίδικων επιταγών και η ίδια κατάσταση συνεχίστηκε και μετά από την έκδοση και κατάθεση των επίδικων επιταγών. Ο κατηγορούμενος 3 στην προκειμένη περίπτωση σε αντίθεση με τον εκεί Εφεσείοντα γνώριζε όλες τις ουσιώδεις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων από την κατηγορούμενη 1, (βλ. Vrontis Builders Ltd v. M & H Steel Consruction Ltd κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 296/2014) (Σχ. Με 320/2014) ημερομηνίας 15/04/2016). Παρά το γεγονός ότι όπως γίνεται αντιληπτό το αποτέλεσμα της υπόθεσης έχει κριθεί, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω συνοπτικά και τα υπόλοιπα θέματα που έχουν εγερθεί από την υπεράσπιση κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αναφορικά με την εισήγηση της υπεράσπισης ότι η Κατηγορούσα Αρχή με την συμπεριφορά της καταστρατήγησε την ισότητα των όπλων και κατ' επέκταση το δικαίωμα του κατηγορουμένου 3 στη δίκαιη δίκη και γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να απαλλαγεί, κρίνω ότι αυτή η εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στα πλαίσια της νομικής επιχειρηματολογίας της, η συνήγορος του κατηγορουμένου 3, προς υποστήριξη της προαναφερόμενης εισήγησης της επικαλέστηκε την παράληψη της Κατηγορούσας Αρχής να εφοδιάσει την Υπεράσπιση με παν μαρτυρικό υλικό το οποίο θα χρησιμοποιούσε κατά την διαδικασία, ενώ είχε ζητηθεί. Ήταν η θέση της πως η ετσιθελική συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία εφοδίασε την υπεράσπιση μόνο με αντίγραφο των επίδικων επιταγών και όχι με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, είχε ως αποτέλεσμα τον αιφνιδιασμό της Υπεράσπισης κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας όπου κατατέθηκαν ως τεκμήρια τα τιμολόγια. Το άρθρο 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, περιορίζεται στις ποινικές υποθέσεις τις οποίες καταχωρίζει η Αστυνομία αφού διερευνήσει το ενδεχόμενο διάπραξης ποινικού αδικήματος. Τη θέση αυτή υποστηρίζουν, κατά πρώτον, οι αποφάσεις Νικολαίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 και Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1718. Πέραν του περιορισμού της εφαρμογής του άρθρου 7 του Κεφ. 155 μόνον στις ποινικές υποθέσεις τις οποίες καταχωρίζει η Αστυνομία και όχι στις ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις τις οποίες καταχωρίζουν ιδιώτες παραπονούμενοι, στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας κατά νου την προσκομισθείσα μαρτυρία τόσο από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής όσο και από πλευράς Υπεράσπισης, δεν διαπιστώνω παραβίαση της αρχής για δίκαιη δίκη λόγω της μη παράδοσης των τιμολογίων στην Υπεράσπιση. Επιπλέον σημειώνω ότι η Υπεράσπιση δεν ζήτησε χρόνο για να μελετήσει τα εν λόγω έγγραφα, με σκοπό την καλύτερη προετοιμασία της αντεξέτασης της επί των συγκεκριμένων εγγράφων. Σε κάθε περίπτωση κρίνω ότι προβλήθηκε η υπεράσπιση του κατηγορουμένου 3 και δεν διαπιστώνεται αιφνιδιασμός ή δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων του από την μη παράδοση των τιμολογίων όταν ζητήθηκε το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Αναφορικά με την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι υπήρξε κατάχρηση της διαδικασίας, λόγω του ότι ο Μ.Κ.2 κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι δεν ξέρει αν θα απέσυρε την ποινική δίωξη εναντίον των κατηγορουμένων αν πλήρωναν το ποσό και επομένως δεν βλέπει πώς η τιμωρία του δράστη θα ικανοποιηθεί, αφού υπήρχε περίπτωση να απέσυρε η παραπονούμενη την ιδιωτική ποινική δίωξη, κρίνω ότι ούτε αυτή η εισήγηση μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Μιχάλης Χαραλαμπίδης ν. Νικόλαου Κωμοδρόμου (απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου)
(2002)2 Α.Α.Δ. 552, η οποία και σαφώς δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, το πώς ο παραπονούμενος βλέπει τον σκοπό της διαδικασίας δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία. Σημασία έχει ότι ο παθών μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα της καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, άσχετα από οποιαδήποτε ελατήριά του που δεν λείπουν και από άλλης φύσεως διώξεις. Η αντίδραση του παραπονουμένου, ότι δηλαδή καταχώρησε τη δίωξη για να εισπράξει τα χρήματά του, βρίσκεται μέσα στο συνηθισμένο ανθρώπινο μέτρο, αλλά αυτό δεν προσδιορίζει το δικαίωμα ούτε αλλοιώνει το σκοπό της ποινικής διαδικασίας. Αυτή καθαυτή η δίωξη δεν υποβοηθά ούτε σκοπεί στην είσπραξη της απαίτησης. Επίσης στην Πολιτική Αίτηση αρ.4/2013, Αναφορικά με την αίτηση των Fotiou Bros Shipping Ltd κ.α. ημερ.15/01/2013 ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «Κατά ανάλογο προς τα ανωτέρω τρόπο, υπενθυμίζεται πρώτιστα ότι οι εδώ ποινικές διώξεις είναι ιδιωτικής φύσεως. Η τιμωρία των τυχόν υπαιτίων για την μη πληρωμή των επιταγών, συνυπάρχει και με τη νόμιμη επιδίωξη είσπραξης του λαβείν της παραπονούμενης εταιρείας. Με βάση το λόγο των πιο πάνω αυθεντιών, δεν συνάγεται κατάχρηση, όπως δεν θα συναγόταν ούτε και αν υπήρχε παράλληλη αστική αγωγή, ένα γεγονός που δεν φαίνεται να υφίσταται εφόσον ουδέν ανεφέρθη.» Συνεπώς, στα περιστατικά της παρούσας, οι πιο πάνω δηλώσεις του Μ.Κ.2 δεν δύναται, άνευ ετέρου, να οδηγήσουν σε συμπέρασμα περί κατάχρησης της παρούσας διαδικασίας, (βλ. Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν.
  1. Αδελφοί Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.α., Ποινική Έφεση 80/2011, ημερομηνίας 11/09/2013). Ούτε βεβαίωσης η μαρτυρία του κατηγορουμένου 3 περί απειλών από μέρους του Μ.Κ.1 ότι αν δεν πλήρωνε θα πήγαινε φυλακή, και η απόσυρση της ποινικής δίωξης εναντίον του κατηγορουμένου 2 λόγω μη επίδοσης, δύνανται να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε συμπέρασμα περί κατάχρησης της παρούσας διαδικασίας. Το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιαδήποτε πρόθεση ή ένδειξη ή παραδοχή ότι η παρούσα διαδικασία έχει προωθηθεί για σκοπούς είσπραξης και εξαναγκασμού του κατηγορουμένου 3 να πληρώσει. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις κατηγορίες τόσο εναντίον της κατηγορούμενης 1 όσο και εναντίον του κατηγορούμενου
  2. Πλην όμως θα πρέπει να κριθούν ένοχοι στις κατηγορίες που έκαστος αντιμετωπίζει, με την διαφοροποίηση στην ημερομηνίας έκδοσης των επιταγών στις Λεπτομέρειες Αδικήματος έκαστης κατηγορίας, ώστε η ημερομηνία έκδοσης και παράδοσης των επιταγών που αφορά σε κάθε κατηγορία να είναι «πριν τις 11/07/2011» ώστε το κατηγορητήριο να συνάδει με την προσκομισθείσα μαρτυρία. (βλ. άρθρο 85
(4)του Κεφ.154 και Ανδρέας Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ.458). Ως εκ τούτου το Δικαστήριο βρίσκει ένοχους τους κατηγορούμενους 1 και 3 σε όλες τις κατηγορίες που έκαστος αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.