← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κωστάκης Κουτσούδης, Αρ. Υπόθεσης: 6453/13, 25/1/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κωστάκης Κουτσούδης, Αρ. Υπόθεσης: 6453/13, 25/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B12 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6453/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Κωστάκης Κουτσούδης Ημερομηνία: 25.1.2016. Για την κατηγορούσα αρχή: κα Παστελλά με κ. Λ. Μάρκου. Για τον κατηγορούμενο: κ. Γ. Κονναρής. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορίες επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 1) και κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)του ίδιου Νόμου (κατηγορία 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος, στις 20.5.11, στην Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στην Κωνσταντία Ελληνίδη και εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στο αυτοκίνητο του ίδιου προσώπου, με αριθμούς εγγραφής KVM696, ύψους €690. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 4 μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και στις δύο κατηγορίες και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η παραπονούμενη, Κωνσταντία Ελληνίδη, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Κατά τον επίδικο χρόνο διέμενε με τα παιδιά της, Περικλή 12 ετών και Ιωάννα, 19 ετών. Για τα προηγούμενα 2 χρόνια και 9 μήνες είχε σχέση με τον κατηγορούμενο. Δεν διέμεναν όμως μαζί. Στις 15.5.11 χώρισε μαζί με τον κατηγορούμενο καθότι έμαθε ότι την απατούσε και του είπε να διακόψουν κάθε επικοινωνία. Επειδή ο κατηγορούμενος κρατούσε κλειδιά του σπιτιού της, η παραπονούμενη στις 20.5.11 και περί ώρα 13:30 πήγε με τον γιο της στο κατάστημα του, με σκοπό να του ζητήσει να της παραδώσει τα κλειδιά γιατί δεν τον ήθελε να μπαίνει στο σπίτι της. Αφού μπήκε στο κατάστημα με τον γιο της, ζήτησε από τον κατηγορούμενο να της δώσει τα κλειδιά του σπιτιού της. Εκείνος της απάντησε «Τι γυρεύεις εδώ ρα μαλακισμένη» και αυτή του απάντησε «Θέλω τα κλειδιά μου». Η παραπονούμενη επέμενε να της δώσει τα κλειδιά. Τότε ο κατηγορούμενος την άρπαξε από το λαιμό, την έσπρωξε προς τον τοίχο και ακολούθως άρχισε να την χτυπά με τα χέρια του στο σώμα της. Τότε επενέβηκε ο γιος της και είπε στον κατηγορούμενο να την αφήσει. Ο κατηγορούμενος την άφησε και άρχισε να την κλωτσά στα πόδια. Για να σταματήσει ο κατηγορούμενος να την χτυπά, η παραπονούμενη πήγε με τον γιο της, προς το αυτοκίνητο της, με αρ. εγγραφής KVM696, το οποίο βρισκόταν έξω από το κατάστημα. Τότε ο κατηγορούμενος την ακολούθησε, την χτύπησε στο κεφάλι παρά το ότι γνώριζε ότι ήταν εγχειρισμένη λόγω όγκου στον εγκέφαλο, και έδωσε μια γροθιά στο καπό του αυτοκινήτου προκαλώντας του βούλωμα. Η παραπονούμενη τον έσπρωξε με τα χέρια για να απομακρυνθεί από το αυτοκίνητο και ακολούθως έφυγε με τον γιο της και πήγαν στην Αστυνομία. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο υιός της παραπονούμενης Περικλής Ελληνίδης, ο οποίος ανέφερε βασικά τα ακόλουθα: Κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν ηλικίας 12 ετών και διέμενε με την μητέρα του και την αδελφή του. Η μητέρα του είχε δεσμό με τον κατηγορούμενο, με τον οποίο χώρισε γιατί ο κατηγορούμενος είχε φιλενάδα. Στις 20.5.11 το μεσημέρι αφού ο μάρτυρας σχόλασε από το σχολείο, τον πήρε η μητέρα του με το αυτοκίνητο της και πήγαν στο κατάστημα του κατηγορούμενου, με σκοπό να πάρουν τα κλειδιά του σπιτιού τους, που εκείνος κρατούσε. Αφού μπήκαν στο κατάστημα, η μητέρα του ζήτησε από τον κατηγορούμενο τα κλειδιά και εκείνος της είπε «Ήντα που θέλεις δαμέ ρα μαλακισμένη». Η μητέρα του επέμενε και ήθελε τα κλειδιά και τότε ο κατηγορούμενος την άρπαξε από το λαιμό, την έσπρωξε και την κόλλησε πάνω στον τοίχο και άρχισε να την χτυπά με τα χέρια και τα πόδια. Ο μάρτυρας μπήκε στη μέση για να σταματήσει ο κατηγορούμενος να χτυπά την μητέρα του και αυτός και η μητέρα του πήγαν να φύγουν. Ο κατηγορούμενος τους ακολούθησε στο αυτοκίνητο τους όπου χτύπησε με το χέρι του το καπό και την πόρτα του οδηγού και κλώτσησε τον προφυλακτήρα προκαλώντας ζημιές σε αυτά. Ακολούθως ο κατηγορούμενος ξαναχτύπησε την μητέρα του στο κεφάλι με το χέρι του. Μετά ο μάρτυρας και η μητέρα του μπήκαν στο αυτοκίνητο και πήγαν στην Αστυνομία. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Δρ. Αντρέας Κωστή, ειδικός παθολόγος στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, ο οποίος εξέτασε την παραπονούμενη στις 20.5.11 και ετοίμασε σχετική έκθεση, την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 4 και υιοθέτησε. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση η παραπονούμενη ανέφερε ξυλοδαρμό. Ανέφερε επίσης ότι ένιωθε ζάλη και ότι είχε αναγούλες. Εμφάνιζε μώλωπες δεξιού αγκώνα και αριστερής γαστροκνημίας και έφερε εκδορές δεξιού ιγνυακού βόθρου δηλ. πίσω από το γόνατο. Περαιτέρω εμφάνιζε ευαισθησία στην αριστερή κροταφική χώρα, δηλ. στην περιοχή αριστερά μεταξύ του μετώπου και του αυτιού, ήπια ευαισθησία βρεγματικά δηλ. πίσω από το αυτί και ήπιο άλγος κατά τη στροφή αυχένα. Της έγινε ακτινολογικός έλεγχος χωρίς σαφές κάταγμα. Η διάγνωση ήταν «κρανιοεγκεφαλική κάκωση, διάσειση». Διευκρίνισε ότι με τον όρο ήπια ευαισθησία εννοεί ότι η ασθενής εμφάνιζε πόνο κατά την εξέταση. Η ευαισθησία βρεγματικά υπονοεί κάκωση, η οποία μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα όπως πονοκέφαλο και αναγούλες. Την ευαισθησία την διαπίστωσε και ο ίδιος εφόσον όταν άγγιξε την παραπονούμενη, του είπε ότι πονάει. Οι ζαλάδες και οι αναγούλες είναι συμπτώματα της διάσεισης. Η διάγνωση για κρανιοεγκεφαλική κάκωση δεν προέρχεται από τα προαναφερόμενα συμπτώματα αλλά από την ευαισθησία που ο ιατρός βρήκε στην αντικειμενική του εξέταση. Η παραπονούμενη δεν έφερε αιμάτωμα ή μώλωπα στο κεφάλι. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Αστ.682 Αντώνη Χριστοφόρου, του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Λεμεσού, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Στις 25.5.11 έλαβε, στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας, ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 6) και αργότερα την ίδια ημέρα τον κατηγόρησε γραπτώς για τα επίδικα αδικήματα (κατηγορία 8). Όσον αφορά τις κοπέλες που αναφέρει στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος, ο μάρτυρας επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τη Στέλλα Χάρπα και την ρώτησε εάν ήθελε να δώσει κατάθεση. Εκείνη το μόνο που του ανάφερε είναι ότι δεν επιθυμεί να δώσει κατάθεση και δεν θέλει να έχει καμία ανάμειξη με την υπόθεση. Για την ενέργεια του αυτή ετοίμασε σχετικό ημερολόγιο ενεργείας (τεκμήριο 7). Πριν η παραπονούμενη πάει στο Νοσοκομείο την είδε στο Σταθμό και συνομίλησαν. Δεν θυμάται εάν αυτή έφερε τραύματα. Είδε και το αυτοκίνητο της. Θυμάται ότι αυτό είχε ζημιά αλλά δεν θυμάται που ακριβώς. Πήρε κατάθεση από την παραπονούμενη την ίδια ημέρα δηλ. στις 20.5.11, μετά που αυτή πήγε στο Νοσοκομείο (τεκμήριο 1). Κατάθεση πήρε και από τον γιο της παραπονούμενης στις 21.5.11 (τεκμήριο 3), δηλ. την επόμενη μέρα καθότι ως εκείνη ανέφερε ήθελε να αποχωρήσει και να έλθει σε μεταγενέστερο στάδιο, με τον γιό της για τον σκοπό αυτό. Ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση ανέφερε τα ακόλουθα: «Θέλω να πω ότι είμαι αθώος. Δεν την κτύπησα την κυρία Ελληνίδη. Ήρτε στο μαγαζί μου με θυμό, άρχισε και με έβριζε και φώναζε με πάρα πολύ δυνατό τόνο. Με χτυπούσε με τα χέρια της στο στήθος και εγώ την πήρα από τα μπράτσα και την έβγαλα έξω από το μαγαζί. Δυστυχώς είχα και μάρτυρα, από πάνω στην πολυκατοικία που είδε το όλο σκηνικό, αλλά δεν μπορούσε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και στην Αστυνομία. Δηλώνω αθώος. Απλώς ήθελε να με εκδικηθεί με κάποιο τρόπο και πήγε στην Αστυνομία για να πει ότι την χτύπησα για να τρέχω στα Δικαστήρια». Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.4 γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, με βάση τα όσα θυμόταν εξήγησε τον λόγο που δεν έλαβε κατάθεση από πρόσωπο στο οποίο αναφέρθηκε ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του και η μαρτυρία του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Το γεγονός ότι δεν ανέφερε στην κατάθεση του ότι έλαβε κατάθεση και από την παραπονούμενη και τον υιό αυτής δεν καταδεικνύουν οποιαδήποτε προσπάθεια του να αποκρύψει κάτι εφόσον, ως και ο ίδιος είπε κατά την μαρτυρία του, οι εν λόγω καταθέσεις βρίσκονται μέσα στο φάκελο της υπόθεσης. Το μόνο μέρος από την μαρτυρία του που δεν μπορεί να γίνει δεκτό είναι το κατά πόσο κατά τον χρόνο που λάμβανε κατάθεση από την παραπονούμενη, παρών στον Αστυνομικό Σταθμό, ήταν και ο υιός αυτής. Αυτό γιατί ενώ σε ένα σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι δεν θυμόταν εάν ο Μ.Κ.2 ήταν παρών, σε άλλο είπε ότι ήταν στο διάδρομο. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.4 με την πιο πάνω εξαίρεση, γίνεται δεκτή. Η μαρτυρία του Μ.Κ.3 γίνεται δεκτή στο σύνολο της εφόσον ούτε τα προσόντα, ούτε η πείρα του αλλά ούτε και τα όσα διαπίστωσε κατά την εξέταση της παραπονούμενης και η διάγνωση του, αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Ο Μ.Κ.2 μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, ήταν ήρεμος και θετικός, οι θέσεις του ήταν σταθερές, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και γενικά η εκδοχή του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Το γεγονός ότι ως είπε, ο κατηγορούμενος κάποτε διέμενε στο σπίτι της παραπονούμενης, δεν έρχεται σε αντίφαση με την κατάθεση του όπου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν έμενε σπίτι τους, εφόσον προφανώς εννοούσε ότι δεν διέμενε μόνιμα μαζί τους. Άλλωστε αυτό αποτελεί επουσιώδες γεγονός. Αναφορικά με τα τραύματα που είχε η μητέρα του στο σώμα είπε ότι τα είδε εφόσον είχε πάει μαζί της και στο Νοσοκομείο. Θυμόταν δε σίγουρα ότι αυτή έφερε τραύματα στο χέρι, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τον Μ.Κ.4. Όσον αφορά το πότε έδωσε κατάθεση η μητέρα του, ήταν εμφανές ότι δεν θυμόταν. Από τα όσα όμως ανέφερε προκύπτει ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών στον Αστυνομικό Σταθμό και ότι την δική του κατάθεση την έδωσε την επόμενη της επίδικης ημέρα. Το ότι δεν ήταν μαζί με την μητέρα του όταν εκείνη έδωσε κατάθεση επιβεβαιώνεται και από την παραπονούμενη. Εκείνο που θυμόταν ουσιαστικά ο μάρτυρας ήταν ότι μετά το επίδικο επεισόδιο πήγε με την μητέρα του στην Αστυνομία, όπου της έδωσαν χαρτί για να πάει πρώτα στο Νοσοκομείο να εξετασθεί από ιατρό. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τον Μ.Κ.4. Δεν μου διαφεύγει δε ότι στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος, πριν αυτός και η μητέρα του φύγουν, τους απείλησε ότι θα τους ανατινάξει και αυτούς και το αυτοκίνητο, κάτι που δεν ανέφερε στην κατάθεση του. Αυτό όμως δεν δείχνει κατά την κρίση μου πρόθεση του μάρτυρα να ψευστεί ώστε να στηρίξει την εκδοχή της μητέρας του καθότι η μητέρα του δεν υποστήριξε κάτι τέτοιο. Από την άλλη ήταν εμφανές ότι η μητέρα του έφυγε από το μέρος ταραγμένη μετά από την επίθεση που δέχθηκε και είναι λογικό το ενδεχόμενο να μην αντιλήφθηκε κάτι τέτοιο. Περαιτέρω ο μάρτυρας είπε ότι αυτό το ανέφερε στον αστυνομικό που του έλαβε κατάθεση δηλ. στον Μ.Κ.4 κάτι που δεν ζητήθηκε από αυτόν, κατά την μαρτυρία του να επιβεβαιώσει ή διαψεύσει. Από την κατάθεση του μάρτυρα φαίνεται μεν ότι στο τέλος την διάβασε και την υπέγραψε αλλά δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι πρόκειται για πρόσωπο που κατ' εκείνο τον χρόνο ήταν μόλις 12 ετών. Πρέπει δε να λεχθεί ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του δεν του υποβλήθηκε ότι τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του στην Αστυνομία του είπε η μητέρα του να τα πει. Αντίθετα όταν ρωτήθηκε κατά πόσο αυτό ισχύει δεν το δέχθηκε και συμπλήρωσε ότι τα είδε με τα ματιά του. Εν πάση δε περιπτώσει με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει κατηγορία απειλής, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως το πιο πάνω μη ληφθεί υπόψην για σκοπούς ευρημάτων. Τέλος όσον αφορά τις ζημιές στο αυτοκίνητο το γεγονός ότι ουσιαστικά δεν θυμόταν εάν η μητέρα του το πήρε για επιδιόρθωση δεν διαψεύδει την θέση του ότι οι εν λόγω ζημιές προκλήθηκαν από τον κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.2 γίνεται δεκτή. Η παραπονούμενη κατά την μαρτυρία της υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της (τεκμήριο 1). Στην αντεξέταση της δέχθηκε δε ότι στην εν λόγω κατάθεση είπε τα πράγματα όπως ακριβώς τα θυμόταν τότε, που προφανώς ήταν πιο νωπά στην μνήμη της. Ήταν δε εμφανές κατά την μαρτυρία της στο Δικαστήριο ότι αυτή ήταν αναστατωμένη και φορτισμένη ψυχολογικά, από τα όσα βίωσε κατά το επίδικο επεισόδιο. Υπό αυτές λοιπόν τις περιστάσεις αλλά και την πάροδο 4 ½ περίπου ετών από τότε και την εμφανή επίδραση αυτού στην μνήμη της, κρίνω ότι οι όποιες διαφορές στα γεγονότα μεταξύ της κατάθεσης της και της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο, δεν καταδεικνύουν ότι έλεγε ψέματα. Είναι δε, λαμβανομένων υπόψην και των ανωτέρω, λογικό το ενδεχόμενο, στα πλαίσια ενός επεισοδίου που έχει κάποια διάρκεια δηλ. δεν είναι στιγμιαίο και κατά το οποίο ένα πρόσωπο δέχεται συνεχόμενη επίθεση σε διαφορετικές στιγμές, να υπάρξει σύγχυση ως προς την ακριβή σειρά εξέλιξης των γεγονότων. Σε αυτά λοιπόν τα πλαίσια και όχι στην μη ειλικρίνεια της παραπονούμενης οφείλεται κατά την κρίση μου η ασυνέπεια της ως προς το σε ποιο στάδιο ο κατηγορούμενος την χτύπησε με τα πόδια του, χτύπησε το αυτοκίνητο και την ίδια στο κεφάλι. Ως έχει νομολογηθεί μικροαντιφάσεις και μικροανακρίβειες σε επουσιώδεις λεπτομέρειες, εξεταζόμενες στο σύνολο της όλης μαρτυρίας, ενδυναμώνουν την αξιοπιστία των μαρτύρων και προβάλλουν το φυσικό τρόπο με τον οποίο διατύπωσαν τα σχετικά γεγονότα που είχαν στη μνήμη τους (βλ. Ξυδιάς ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174). Εξεταζόμενη δε η μαρτυρία της παραπονούμενης στο σύνολο της μαρτυρίας (βλ. Νικολαϊδης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 645) φαίνεται ότι στα βασικά της στοιχεία ως προς την εξέλιξη των γεγονότων, την επίθεση που αυτή δέχθηκε και την ζημιά που ο κατηγορούμενος επέφερε στο αυτοκίνητο της, συνάδει και επιβεβαιώνεται από τα όσα είπε ο Μ.Κ.2, ο οποίος, ως προαναφέρθηκε, ήταν πιο θετικός και ήρεμος κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Όσον αφορά δε τις σωματικές βλάβες που υπέστη η παραπονούμενη θα πρέπει να λεχθεί ότι τα όσα ανέφερε συνάδουν με τα ευρήματα του ιατρού που την εξέτασε την ίδια ημέρα δηλ. του Μ.Κ.3 και με την επίθεση την οποία δέχθηκε. Ερωτώμενη σχετικά στην αντεξέταση της είπε ότι είχε τραυματισθεί στον αυχένα. Είχε επίσης μώλωπες και γδαρσίματα στο δεξί χέρι και στο αριστερό πόδι. Όσον αφορά το κατά πόσο την έγδαρε ο κατηγορούμενος είπε ότι στο κατάστημα του κατηγορούμενου υπήρχαν διάφορα πράγματα και ότι εκεί με το σπρώξιμο κάπου γρατζουνήθηκε ή με τα νύχια του, χωρίς να μπορεί να πει ακριβώς. Όσον αφορά το κεφάλι ανέφερε μεν αρχικά ότι είχε γδαρσίματα κάτι που δεν εντόπισε ο Μ.Κ.3 αλλά από τα όσα είπε στην συνέχεια προκύπτει ότι η ίδια δεν είδε κάτι τέτοιο αλλά ότι ανέφερε στον γιατρό ότι είχε χτύπημα και εκείνος το έλεγξε. Να υπομνησθεί δε σχετικά ότι ο Μ.Κ.3 διαπίστωσε κατά την εξέταση της, μεταξύ άλλων, ευαισθησία-πόνο στην αριστερή κροταφική χώρα, δηλ. στην περιοχή αριστερά μεταξύ του μετώπου και του αφτιού, ήπια ευαισθησία βρεγματικά δηλ. πίσω από το αυτί και ήπιο άλγος κατά τη στροφή αυχένα. Όσον αφορά την ζημιά στο αυτοκίνητο της η παραπονούμενη αναφέρθηκε μόνο σε βούλωμα στο καπό ενώ ο Μ.Κ.2, τόσο στην κατάθεση του όσο και κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, σε ζημιά και στην πόρτα του οδηγού και στον προφυλακτήρα. Αυτό όμως δεν αποτελεί αντίφαση εφόσον πέραν του ότι δείχνει έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τί θα κατέθεταν (βλ. Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 143), είναι λογικό ως προαναφέρθηκε, ένα πρόσωπο που δέχεται επίθεση υπό τις περιστάσεις της παρούσας και την ταραχή στην οποία βρισκόταν, τον ενδεχόμενο να μην ήταν σε θέση να αντιληφθεί το σύνολο των γεγονότων όπως το ποια ακριβώς ζημιά προκλήθηκε στο αυτοκίνητο αλλά και το ότι όταν έφευγαν ο κατηγορούμενος εκστόμισε και απειλή εναντίον τους. Το πιο πάνω προκύπτει, όσον αφορά την ζημιά στο αυτοκίνητο, και από το γεγονός ότι η παραπονούμενη την ίδια ημέρα στην κατάθεση της ανέφερε προφανώς ότι η ίδια είχε αντιληφθεί. Το ότι υπήρχε ζημιά στο αυτοκίνητο το επιβεβαίωσε άλλωστε και ο Μ.Κ.4. Αναφορικά όμως με το ύψος της ζημιάς δεν μπορώ να δεχθώ τα όσα αναφέρει το τεκμήριο 2, το οποίο κατέθεσε σχετικά η παραπονούμενη. Αυτό γιατί δεν μπορεί να δοθεί κατά την κρίση μου σε αυτό οποιαδήποτε βαρύτητα καθότι, πέραν του ότι ούτε η ίδια η παραπονούμενη μπορούσε να εξηγήσει το περιεχόμενο του, πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία, που παρά το ότι αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, χωρίς μάλιστα να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία για αυτό, δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει και να αντεξετασθεί σχετικά ώστε να κριθεί το αξιόπιστο ή όχι των όσων αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). Το ότι όμως δεν υπάρχει μαρτυρία για το ύψος της ζημιάς δεν αποκλείει το ότι έγινε τέτοια ζημιά στο αυτοκίνητο, ως την ανέφερε στο σύνολο της ο Μ.Κ.2. Όσον αφορά το γεγονός ότι ο υιός της παραπονούμενης (Μ.Κ.1) δεν έδωσε κατάθεση την ίδια ημέρα με αυτήν, εξήγησε το γιατί, κάτι που κρίνεται λογικό. Συγκεκριμένα είπε ουσιαστικά ότι είχε το παιδί μαζί της μετά το επεισόδιο όταν πήγε στην Αστυνομία και αργότερα στο Νοσοκομείο όπου έπρεπε να πάει πρώτα, μετά που της έδωσαν χαρτί από την Αστυνομία, και ότι ενόψει του ότι ταλαιπωρήθηκαν στο Νοσοκομείο και της ώρας που τελείωσαν, δεν το πήρε στη συνέχεια μαζί της στην Αστυνομία και το πήρε την επόμενη. Δεν προκύπτει δε πουθενά από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το παιδί δηλ. ο Μ.Κ.2 δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου επεισοδίου ή ότι η παραπονούμενη του υπέβαλε να πει ψευδώς τα όσα είπε στην κατάθεση του. Θα πρέπει άλλωστε να λεχθεί ότι η κατάθεση του Μ.Κ.2 έχει κάποιες μικροδιαφορές ως προς την εξέλιξη του επεισοδίου κυρίως όσον αφορά τα όσα έγιναν όταν εξήλθαν του καταστήματος του κατηγορούμενου ενώ όσον αφορά τις ζημιές στο αυτοκίνητο ο Μ.Κ.2 αναφέρεται, ως έχει λεχθεί ανωτέρω, και σε άλλες ζημιές. Αυτό δείχνει κατά την κρίση μου την έλλειψη προσχεδιασμού και ενισχύει την θέση της παραπονούμενης ότι δεν υπέβαλε στον υιό της να πει ψέματα. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης θα πρέπει να γίνει δεκτή. Στα σημεία δε όπου υπάρχει διαφορά με την μαρτυρία του Μ.Κ.2 θα ληφθεί υπόψην σχετικά η μαρτυρία του Μ.Κ.2 καθότι, ως έχει προαναφερθεί, αυτός ήταν πιο θετικός και ακριβής. Ο κατηγορούμενος, ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία, η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι με την ανώμοτη του δήλωση ο κατηγορούμενος διαφοροποίησε ουσιωδώς το όλο επεισόδιο, σε σχέση με την περιγραφή που έδωσε στην κατάθεση του τεκμήριο 6, στην οποία να σημειωθεί ότι απέφυγε να κάνει οποιαδήποτε αναφορά. Συγκεκριμένα: Στην κατάθεση του ανέφερε ότι όταν η παραπονούμενη μπήκε στο κατάστημα του, άρχισε να φωνάζει ότι θέλει τα κλειδιά του σπιτιού της και ότι είχε ταυτόχρονα μαζί της ακόμη 5 γκόμενες και εκείνος της είπε ότι θα της τα έπαιρνε σε καμιά ώρα γιατί δεν τα είχε μαζί του. Στην ανώμοτη του δήλωση όμως καμία αναφορά έκανε στο θέμα των κλειδιών (κάτι στο οποίο είχε αναφερθεί τόσο η Μ.Κ.1 όσο και ο Μ.Κ.2) αλλά είπε ότι η παραπονούμενη πήγε εκεί με θυμό και άρχισε μάλιστα να τον βρίζει και να φωνάζει με πάρα πολύ δυνατό τόνο. Συνεχίζοντας την περιγραφή του επεισοδίου, στην κατάθεση του, είπε ότι επειδή εκείνη φώναζε, αυτός την πήρε από το χέρι και την έβγαλε έξω, εκείνη συνέχισε να φωνάζει και τον έσπρωχνε με τα χέρια της προς το μαγαζί και τότε αυτός την άρπαξε ξανά από τα χέρια και την έβγαλε έξω και ενώ βρίσκονταν έξω από το κατάστημα εκείνη άρχισε να του χτυπά με τα χέρια στο στήθος και στο πρόσωπο. Αφού συνέχισε να φωνάζει, ο κατηγορούμενος την άρπαξε από τα χέρια, άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου της, την έβαλε να κάτσει μέσα, της έκλεισε την πόρτα και της είπε να φύγει. Στην ανώμοτη του δήλωση όμως περιέγραψε με εντελώς διαφορετικό τρόπο το γεγονός. Είπε ότι εκείνη πέραν από του να φωνάζει και να τον βρίζει τον χτυπούσε με τα χέρια στο στήθος και αυτός την πήρε από τα μπράτσα και την έβγαλε έξω από το μαγαζί. Αφού έλαβα λοιπόν υπόψη μου το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου, σε συνάρτηση με τη δοθείσα μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, την οποία έχω κάνει δεκτή μετά από τη σχετική αξιολόγηση και είναι αντίθετη με την εν λόγω ανώμοτη δήλωση αλλά και το ότι αυτή διαφοροποιείται ουσιωδώς από την κατάθεση του, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να δοθεί στη δήλωση αυτή οποιαδήποτε βαρύτητα. Νομική Πτυχή Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 1), το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, είναι τα ακόλουθα: 1. Επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο και 2. Η πρόκληση στο πρόσωπο αυτό πραγματικής σωματικής βλάβης από την εν λόγω επίθεση. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 αναφέρεται ότι "σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη είτε προσωρινή. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 μια επιπόλαιη εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Στο σύγγραμμα Archbold 41η έκδοση, παρ. 20-116 αναφέρεται ότι πραγματική σωματική βλάβη σημαίνει κάποια πραγματική σωματική κάκωση. Δεν είναι αναγκαίο να είναι κάκωση μόνιμου χαρακτήρα, ούτε είναι αναγκαίο να είναι αυτό που θεωρείται οδυνηρή (grievous) σωματική βλάβη. Συνεπώς δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία (κατηγορία 2) προβλέπεται από το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα. Από το λεκτικό του άρθρου αυτού συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
  1. Η καταστροφή ή πρόκληση ζημιάς σε περιουσία, η οποία να είναι
  2. Εσκεμμένη και
  3. Παράνομη. Στην Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 168 αναφέρθηκε ότι, για τη στοιχειοθέτηση του υπό εξέταση αδικήματος, δεν απαιτείται η απόδειξη της ύπαρξης ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η απόδειξή του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς. Συνεπώς από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το αδίκημα διαπράττεται είτε όταν ο κατηγορούμενος ενεργεί με επίγνωση του τι κάνει, δηλαδή όταν έχει την πρόθεση (intention) να επιφέρει την ζημιά είτε όταν η πράξη του γίνεται με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες της (recklessness) και η ζημιά είναι η φυσική της συνέπεια. Αναφορικά δε με την έννοια της ζημιάς αυτή δεν περιορίζεται σε ζημιά μόνιμης φύσης (βλ. το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 431). Το ύψος δε της ζημιάς και η ιδιοκτησία δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος (βλ. Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ 255). Τέλος παράνομη είναι μια πράξη όταν γίνεται χωρίς νόμιμη δικαιολογία (βλ. Police v. Djioppou
(1972)10 JSC 1365). Ευρήματα Με βάση την μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή στην παρούσα καταλήγω στα ακόλουθα: Παραπονούμενη (Μ.Κ.1) και κατηγορούμενος διατηρούσαν σχέση για περίοδο 2 ετών και 9 μηνών. Η παραπονούμενη είναι μητέρα ενός αγοριού και ενός κοριτσιού με τα οποία διέμενε τότε και ήταν ηλικίας 12 ετών (Μ.Κ.2) και 19 ετών. Ο κατηγορούμενος δεν ζούσε μαζί τους. Στις 15.5.11 παραπονούμενη και κατηγορούμενος χώρισαν καθότι η πρώτη έμαθε ότι ο κατηγορούμενος την απατούσε και του είπε να διακόψουν κάθε επικοινωνία. Στις 20.5.11, μετά που η παραπονούμενη πήρε τον υιό (Μ.Κ.1) της από το σχολείο, περί ώρα 13:30, πήγαν με αυτοκίνητο της στο κατάστημα του κατηγορούμενου, με σκοπό να ζητήσει από αυτόν να της παραδώσει τα κλειδιά του σπιτιού της που κατείχε. Αφού μπήκαν στο κατάστημα, η παραπονούμενη του ζήτησε τα κλειδιά και εκείνος της είπε «Ήντα που θέλεις δαμέ ρα μαλακισμένη». Η παραπονούμενη επέμενε και ήθελε τα κλειδιά και τότε ο κατηγορούμενος την άρπαξε από το λαιμό, την έσπρωξε και την κόλλησε πάνω στον τοίχο και άρχισε να την χτυπά στο σώμα με τα χέρια και τα πόδια. Ο Μ.Κ.1 μπήκε στη μέση για να σταματήσει ο κατηγορούμενος να χτυπά την μητέρα του και ακολούθως αυτός και η παραπονούμενη ξεκίνησαν να φύγουν. Ο κατηγορούμενος τους ακολούθησε στο αυτοκίνητο τους, του οποίου χτύπησε με το χέρι το καπό, το οποίο βούλωσε, ενώ περαιτέρω χτύπησε και πάλι με το χέρι την πόρτα του οδηγού και κλώτσησε τον προφυλακτήρα, προκαλώντας ζημιές και σε αυτά. Ακολούθως ο κατηγορούμενος ξαναχτύπησε την παραπονούμενη στο κεφάλι με το χέρι του. Η παραπονούμενη έσπρωξε τον κατηγορούμενο με τα χέρια για να απομακρυνθεί από το αυτοκίνητο και ακολούθως έφυγε με τον υιό της και πήγαν στην Αστυνομία. Μετά από την Αστυνομία η Μ.Κ.1 πήγε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου την εξέτασε ο Δρ. Αντρέας Κωστή, Μ.Κ.
  1. Η παραπονούμενη εκεί ανέφερε ξυλοδαρμό και ότι ένιωθε ζάλη και είχε αναγούλες. Διαπιστώθηκε από την εξέταση της από τον Μ.Κ.3 ότι έφερε μώλωπες δεξιού αγκώνα και αριστερής γαστροκνημίας και έφερε εκδορές δεξιού ιγνυακού βόθρου δηλ. πίσω από το γόνατο. Περαιτέρω εμφάνιζε ευαισθησία ήτοι πόνο κατά την εξέταση στην αριστερή κροταφική χώρα, δηλ. στην περιοχή αριστερά μεταξύ του μετώπου και του αυτιού, ήπια ευαισθησία βρεγματικά δηλ. πίσω από το αυτί και ήπιο άλγος κατά την στροφή αυχένα. Της έγινε ακτινολογικός έλεγχος χωρίς σαφές κάταγμα. Η διάγνωση του Μ.Κ.3 ήταν «κρανιοεγκεφαλική κάκωση, διάσειση». Συμπεράσματα Όσον αφορά την κατηγορία 1, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι πράξεις του κατηγορούμενος και συγκεκριμένα ότι, μέσα στο κατάστημα του, άρπαξε την παραπονούμενη από το λαιμό, την έσπρωξε και την κόλλησε πάνω στον τοίχο και την χτύπησε στο σώμα με τα χέρια και τα πόδια καθώς και ότι στη συνέχεια, έξω από το κατάστημα, την χτύπησε στο κεφάλι με το χέρι, συνιστούν επίθεση. Περαιτέρω δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με την επίθεση αυτή προκάλεσε στην παραπονούμενη τα όσα εντόπισε αργότερα την ίδια ημέρα ο Μ.Κ.3, τα οποία συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη. Συνεπώς κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία
  2. Όσον αφορά την κατηγορία 2, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, πέραν των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος χτύπησε με το χέρι του το καπό του αυτοκινήτου της παραπονούμενης, το οποίο βούλωσε, ενώ περαιτέρω χτύπησε και πάλι με το χέρι του την πόρτα του οδηγού και κλώτσησε τον προφυλακτήρα, προκαλώντας ζημιές και σε αυτά. Από τα αμέσως πιο πάνω κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί η πρόκληση ζημιάς σε περιουσία και συγκεκριμένα στο εν λόγω αυτοκίνητο. Αναμφίβολα δε η ζημιά αυτή έγινε εσκεμμένα εκ μέρους του κατηγορούμενου εφόσον αυτός εκ προθέσεως προέβη στις προαναφερόμενες ενέργειες. Ως έχει άλλωστε νομολογηθεί τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές και τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του και στην παρούσα το τεκμήριο αυτό δεν έχει ανατραπεί. Η πρόκληση της ζημιάς ήταν αυτονόητη και αυταπόδεικτη και αποτελούσε φυσική συνέπεια των πράξεων του κατηγορούμενου. Όσον αφορά το ύψος της ζημιάς δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία αλλά ως έχει προαναφερθεί αυτό δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Τέλος δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι εν λόγω ενέργειες του κατηγορούμενου επί του αυτοκινήτου ήταν και παράνομές εφόσον έγιναν χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολογία. Συνεπώς κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και την κατηγορία
  3. Καταληκτικά ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη - Κακόβουλη ζημιά) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.