← Κύπρος

Alexander Gorbachev ν. Andrei Guryev, Αρ. Υπόθεσης: 22743/2015, 11/1/2016

Alexander Gorbachev ν. Andrei Guryev, Αρ. Υπόθεσης: 22743/2015, 11/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22743/2015 Αίτηση Ημερομηνίας: 23/12/2015 Alexander Gorbachev, από Ρωσία και τώρα εις Αγγλία κ.α - ν - Andrei Guryev, από Ρωσία κ.α Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Κυπρίζογλου ------------------------------------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η πιο πάνω ιδιωτική ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε την 16/11/2015 και αφορά τα αδικήματα της συνομωσίας προς καταδολίευση κατά παράβαση των Αρ. 302, 20 και 26 του Κεφ. 154 (1η κατηγορία) και της απάτης κατά παράβαση του Αρ. 300 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, αυτό που ουσιαστικά καταλογίζεται στους κατηγορούμενους 1-4 και με δεύτερη ξεχωριστή κατηγορία στον κατηγορούμενο 1, είναι η συνομωσία προς διάπραξη οικονομικής απάτης, ύψους 300.000,000 δολ. ΗΠΑ περίπου, σε σχέση με διάθεση και/ή πώληση μετοχών που ανήκαν σε συγκεκριμένο καταπίστευμα εγγεγραμμένο στην Κύπρο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όλοι οι παραπονούμενοι, παρουσιάζονται στον τίτλο της υπόθεσης να είναι Ρώσοι υπήκοοι που διαμένουν τώρα στην Αγγλία. Ο κατηγορούμενος 1 παρουσιάζεται να είναι εκ Ρωσίας ενώ οι κατηγορούμενοι 2-4, Ρώσοι και Κύπριοι, παρουσιάζονται να βρίσκονται στην Κύπρο. Από τις λεπτομέρειες των κατηγοριών προκύπτει ότι η υπόθεση αφορά σε οικονομικές διαφορές που έχουν μεταξύ τους Ρώσοι υπήκοοι. Το κατηγορητήριο επιδόθηκε στους κατηγορούμενους 2 - 4 οι οποίοι αφού εμφανίστηκαν με δικηγόρο καταχώρησαν μη παραδοχή οπόταν και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση για αυτούς στις 21/03/2016. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1, μέχρι την πρώτη εμφάνιση της υπόθεσης στις 21/12/2015 το κατηγορητήριο της υπόθεσης δεν του είχε επιδοθεί. Στις 23/12/2015 καταχωρήθηκε μονομερώς η υπό εξέταση γραπτή αίτηση από τους παραπονούμενους με την οποία ζητούν: Α) Άδεια και / ή διάταγμα Δικαστηρίου για επίδοση του κατηγορητηρίου στον κατηγορούμενο 1 δυνάμει των προνοιών της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου, που κυρώθηκε με το Νόμο 172/1986 (εφ' εξής η Ρωσική Συνθήκη) Β) Οδηγίες του Δικαστηρίου που να ενεργοποιούν την διαδικασία των Αρ. 2 και 5 της Ρωσικής Συνθήκης ώστε να επιτευχθεί επίδοση στον κατηγορούμενο 1 ο οποίος είναι «μόνιμος κάτοικος Ρωσίας» είτε στον ίδιο προσωπικά, είτε σε υπεύθυνο πρόσωπο στο χώρο εργασίας του που ευρίσκεται στην διεύθυνση της εταιρείας PHOSAGRO OJSC εκ Ρωσίας της οποίας ο κατηγορούμενος 1 είναι πρόεδρος ή και μέλος του διοικητικού της συμβουλίου. Ως διεύθυνση της προαναφερόμενης εταιρείας αναφέρεται η Leninskiy Prospect 55/1 Building 1. Moscow Γ) Άδεια και / ή διάταγμα του Δικαστηρίου για επίδοση του κατηγορητηρίου στον κατηγορούμενο 1 ως «προσωρινού κάτοικου Λονδίνου Αγγλίας» δυνάμει των προνοιών της Σύμβασης καταρτιζόμενη από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή επί Ποινικών Υποθέσεων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Πρωτοκόλλου της που κυρώθηκε με το Νόμο 25 (III) του 2004 (εφ' εξής η Ευρωπαϊκή Σύμβαση), είτε στον ίδιο προσωπικά, είτε σε οποιοδήποτε ενήλικο πρόσωπο που διαμένει μαζί του. Ως διεύθυνση επίδοσης αναφέρεται η Penthouse Flat, Flagstaff House, 10 St George Wharf, London, United Kingdom. Τα πιο πάνω αιτητικά υπό Α-Γ, όπως διευκρινίστηκε κατά την αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου για τους παραπονούμενους αιτητές, ζητούνται διαζευκτικά. Όσον αφορά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 παρουσιάζεται στο αιτητικό Β να είναι μόνιμος κάτοικος Ρωσίας ενώ στο αιτητικό Γ, προσωρινός κάτοικος Αγγλίας, θα ασχοληθώ σε κατοπινό στάδιο στην παρούσα απόφαση μου. Η αίτηση εδράζεται γενικά επί των προνοιών της Σύμβασης, της Συνθήκης, του Ν.34 (III)/01, του Αρ. 46 του Κεφ. 155 και των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Αναφορικά με τα γεγονότα ή τη μαρτυρία που υποστηρίζει το αίτημα, στην αίτηση αναφέρεται μόνο ότι τα γεγονότα που στηρίζουν αυτή φαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης. Καμία άλλη μορφή μαρτυρίας προσφέρθηκε ή προσκομίστηκε προς υποστήριξη της αίτησης. Στον συνήγορο τέθηκαν οι πιο κάτω προβληματισμοί του δικαστηρίου για τους οποίους ζητήθηκε η θέση του: Α) Εφόσον ο κατηγορούμενος 1 είναι αλλοδαπός υπήκοος και δεν βρίσκεται στην Κύπρο, κατά πόσο παρέχεται η δυνατότητα σε Κυπριακό Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία να διατάξει επίδοση κατηγορητηρίου εκτός δικαιοδοσίας όπως ουσιαστικά διατάσσεται στις αστικές υποθέσεις. Ο προβληματισμός του Δικαστηρίου έγκειται στο ότι η επίδοση ενός δικαστικού εγγράφου, είτε αυτό αφορά αστική είτε ποινική διαδικασία, σε αλλοδαπό υπήκοο ο οποίος διαμένει σε ξένη χώρα συνιστά, ουσιαστικά, επέκταση της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει και να ασκείται με φειδώ αλλά και να βρίσκει έρεισμα σε νομοθετικές πρόνοιες. Β) Αν παρέχεται τέτοια δυνατότητα, τουλάχιστο κατ' εφαρμογή των προνοιών της Σύμβασης ή της Συνθήκης, τότε, κατά πόσο οι εν λόγω πρόνοιες, δύναται να εφαρμοστούν σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις όπως η παρούσα, ενόψει και των όσων λέχθηκαν σχετικά υπό Ναθαναήλ Δ και Παρπαρίνο Δ αντίστοιχα, στις υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση των Erishan Kurazov από τη Ρωσία κ.α., Πολιτική Αίτηση 39/15 ημερομηνίας 17/3/15 και Αναφορικά Με Την Αίτηση Της Anjelica Anshakova, Πολιτική Αίτηση Αρ. 9/2015, 29/1/2015. Στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του, ο κ. Κυπρίζογλου, παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία και συγγράμματα, ιδιαίτερα σε σχέση με το Αρ.6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ). Εν περιλήψει, οι θέσεις του κ. Κυπρίζογλου έχουν ως εξής: Σύμφωνα με την κυπριακή Νομοθεσία, η επίδοση ενός κατηγορητηρίου διέπεται από το Αρ.46 Κεφ.155 και το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η επίδοση έγινε με ένα από τους τρόπους που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο. Τόσο η Ρωσική Συνθήκη όσο και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση περιέχουν πρόνοιες, οι οποίες αφορούν, μεταξύ άλλων, και σε θέματα επίδοσης δικαστικών εγγράφων στα πλαίσια αμοιβαίας παροχής συνδρομής μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Οι εν λόγω πρόνοιες αφορούν συγκεκριμένη διαδικασία «διπλωματικής οδού» που θα πρέπει να ακολουθηθεί η οποία, σύμφωνα με τον κ. Κυπρίζογλου, χαρακτηρίζεται από χρονοβόρα γραφειοκρατία. Η εν λόγω διαδικασία, μπορεί, σύμφωνα με τον κ. Κυπρίζογλου, να «παρακαμφθεί», αν τόσο η Ρωσική Συνθήκη όσο και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση, ερμηνευτούν απλά ως επέκταση της εμβέλειας του Αρ.46 του Κεφ. 155 και όχι ως αυτόνομες διαδικαστικές πρόνοιες. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ο κ. Κυπρίζογλου, το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας της εξουσίες που του παρέχονται από το αρ.46 Κεφ.155, αλλά διευρυμένες υπό το φως της Ρωσικής Συνθήκης και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, μπορεί να διατάξει την επίδοση του κατηγορητηρίου εκτός δικαιοδοσίας και δη με ένα από τους τρόπους του αρ. 46 και όχι κατ' ανάγκη όπως προνοείται στη Ρωσική Συνθήκη ή στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Όσον αφορά το κατά πόσο η Ρωσική Συνθήκη και/ή η Ευρωπαϊκή Σύμβαση δύναται να εφαρμοστούν σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις, ο κ. Κυπρίζογλου, υπέβαλε ότι, αν δεν εφαρμόζονται τότε αυτό συνιστά παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, δικαίωμα το οποίο διασφαλίζεται από το αρ.6 της ΕΣΔΑ. Παρέπεμψε προς υποστήριξη του επιχειρήματός του αυτού στις αποφάσεις του ΕΔΑΔ, ARNOLIN and Others and 24 other cases v. France, 20127/03 etc., No. 93, AUBERT and Others and 8 others cases v. France, 31501/03 etc., No. 93 και Makhfi v France, (App. 59335/00), 19 October 2004, 15 Hum. Rts. Case Dig. 409 (2004-2005). Ένεκα του ότι το κείμενο των εν λόγω αποφάσεων είναι δημοσιευμένο μόνο στη γαλλική γλώσσα, ο ευπαίδευτος συνήγορος, παρέπεμψε στα όσα σχετικά με τις υποθέσεις αυτές αναφέρονται, στο σύγγραμμα "Taking a Case to the European Court of Human Rights", Philip Leach 3rd ed. par. 6.237 - 6.246 και στο δικηγορικό εγχειρίδιο "Interights Manual for Lawyers - Right to a Fair Trial under the ECHR (Article 6)" - 2009, σελ.36-39. Εξέτασα με προσοχή το αίτημα του συνηγόρου καθώς και τις θέσεις που προώθησε με την αγόρευση του. Θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω πρώτα ότι η παρούσα είναι ποινική υπόθεση. Το κατηγορητήριο συνιστά «κλήση» προς το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, παράλειψη συμμόρφωσης με την οποία συνεπάγεται αυστηρές και δραστικές συνέπειες ήτοι τη σύλληψη και κράτηση του προσώπου. (βλ. Αρ.45 και 89 Κεφ.155). Όπως ανέφερα ανωτέρω, η επίδοση δικαστικής «κλήσης» σε αλλοδαπό υπήκοο ο οποίος διαμένει σε ξένη χώρα, συνιστά, ουσιαστικά, επέκταση της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε ξένο κυρίαρχο έδαφος και δικαιοδοσία. Οι αρχές της αμοιβαιότητας και του σεβασμού μεταξύ των ανεξάρτητων χωρών επιβάλλουν όπως για να μπορεί να γίνει τέτοια επέκταση πρέπει να είναι και επιτρεπτή στο κράτος που τη ζητά αλλά και αποδεκτή από το κράτος στο οποίο εκτείνεται. Η πληθώρα των συμβάσεων που έχει υπογράψει η Κυπριακή Δημοκρατία τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε διεθνές επίπεδο καταδεικνύει του λόγου το ασφαλές. Η ύπαρξη τέτοιων αμοιβαίων συμβάσεων μεταξύ των ανεξάρτητων και αυτοκυρίαρχων χωρών, είναι που καθιστά επιτρεπτή την «επέμβαση» του Δικαστηρίου μιας χώρας στη δικαιοδοσία Δικαστηρίου άλλης χώρας. Με τις εν λόγω συμβάσεις, ενώ οι χώρες, αναγνωρίζουν και αποδέχονται την αυτοκυριαρχία και ανεξαρτησία η μια της άλλης, την ίδια στιγμή και υπό ρητές προϋποθέσεις, αποδέχονται να «ανοίξουν τα σύνορα τους» στη δικαιοδοσία των άλλων χωρών προς επίτευξη κοινά ωφέλιμων σκοπών. Τόσο η Ρωσική Συνθήκη όσο και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση συνιστούν τέτοιου είδους συμφωνίες. Το ότι όμως τα συμβαλλόμενα κράτη αποδέχονται, στα πλαίσια αμοιβαίων συμφωνιών, όπως σε κάποιες περιπτώσεις, η δικαιοδοσία του ενός κράτους δύναται να επεκταθεί στο άλλο, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι τα κράτη έχουν θυσιάσει ή περιορίσει την αυτοκυριαρχία ή ανεξαρτησία τους. Αντιθέτως, προς αποφυγή οποιασδήποτε περί του αντιθέτου ερμηνείας, τόσο η Ρωσική Συνθήκη όσο και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση περιέχουν πρόνοιες οι οποίες όχι μόνο ρητά διασφαλίζουν τα χαρακτηριστικά αυτά που απολαμβάνει μια ανεξάρτητη χώρα αλλά μάλιστα πρόνοιες οι οποίες επιτρέπουν την απόκλιση από τις συμφωνίες. Παραπέμπω ενδεικτικά στο αρ.12 του κυρωτικού της Ρωσικής Συνθήκης Νόμου Ν.172/1986- «Νομική συνδρομή δε θα παρέχεται αν η παροχή αυτής είναι ενδεχόμενο να θίξει την κυριαρχία ή ασφάλεια του παραγγελλόμενου Συμβαλλόμενου Μέρους ή να βρεθεί σε σύγκρουση με τις θεμελιώδεις νομικές αρχές αυτού (δημόσια τάξη)» και στο Αρ. 2(
  2. b)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης - «Assistance may be refused... if the requested Party considers that execution of the request is likely to prejudice the sovereignty, security, ordre public or other essential interests of its country». Άλλωστε, η αμοιβαία αναγνώριση και κατανόηση της κυριαρχίας και αυτοδυναμίας των συμβαλλομένων κρατών είναι και ο λόγος που στις εν λόγω συμφωνίες γίνεται χρήση φιλοφρονητικών όρων όπως «συνδρομή», «συνεργασία», «παραγγελία» και «αίτημα» αντί πιο αυστηρών και διατακτικών όρων. Δεν θα μπορούσε επίσης να μην επισημανθεί σε αυτό το πλαίσιο και το γεγονός ότι τόσο η Ρωσική Συνθήκη όσο και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση απαλλάσσουν πλήρως από οποιεσδήποτε αρνητικές συνέπειες, μάρτυρες ή εμπειρογνώμονες που ενώ κλητεύθηκαν να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο της χώρας που τους ζήτησε, εντούτοις, ηθελημένα δεν παρουσιάστηκαν, παρά το ότι η επιδοθείσα κλήση «απειλεί» για τις συνέπειες τέτοιας συμπεριφοράς. (βλ. Αρ.8, 9 και 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και αρ. 5

(5)του κυρωτικού Ν.25(III)/2004ως επίσης και τα Αρ.9 και 10 του κυρωτικού της Ρωσικής Συνθήκης Νόμου Ν.172/1986). Ίδια είναι και η προσέγγιση του θέματος από τη σκοπιά της πολιτικής δικονομίας, όπου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί σε αστική διαδικασία δεν συνεπάγεται τις αυστηρές συνέπειες που περιβάλλουν τις ποινικές υποθέσεις. Οι περιορισμοί στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου επί προσώπων που βρίσκονται εκτός της δικαιοδοσίας του και δει προσώπων που δεν αποτελούν υπήκοους του Κράτους του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την Δ.6.6 και τη σχετική νομολογία, Ε.Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 CLR 716, επιβάλλουν ως απαραίτητη υποχρέωση, όταν η αγωγή στρέφεται εναντίον αλλοδαπού που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας, την επίδοση ειδοποίησης και όχι του ίδιου του κλητηρίου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου εδράζεται στο γεγονός ότι με το κλητήριο ένταλμα το Δικαστήριο παρουσιάζεται να διατάττει την συμμόρφωση του παραλήπτη να υπερασπισθεί την αγωγή αντίθετα με την ειδοποίηση που αποτελεί απλά φιλοφρόνηση και ενημέρωση. Επέκταση της ποινικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου επομένως, σε αλλοδαπούς υπήκοους που διαμένουν σε ξένη χώρα, θα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή και μόνο εκεί όπου κάτι τέτοιο επιτρέπεται ρητά δια Νόμου. Το ίδιο όμως ισχύει και για την ίδια τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάζουν ποινικές υποθέσεις για αδικήματα στα οποία μπορεί να εφαρμοστεί ο Ποινικός Κώδικας Κεφ.154. Απλή ανάγνωση των προνοιών του αρ.5 Κεφ.154 και ιδιαίτερα των παραγράφων 5
(1)(δ) και 5
(1)(ε) είναι αρκετή για να καταδείξει τούτο. Τα σχετικά με την επίδοση του κατηγορητηρίου στην παρούσα υπόθεση νομοθετήματα είναι το Αρ.46 Κεφ.155, η Ρωσική Συνθήκη και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Η αιτούμενη επίδοση αφορά επίδοση στη Ρωσία ή στην Αγγλία. ΕΠΙΔΟΣΗ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ - ΑΙΤΗΤΙΚΑ Α και Β Όσον αφορά την αιτούμενη επίδοση στην Ρωσία, εξέτασης τυγχάνουν μόνο οι πρόνοιες του αρ.46 και της Ρωσικής Συνθήκης. Ο κ. Κυπρίζογλου, στην αγόρευση του, εξήγησε ότι αυτό που ζητούν οι αιτητές με την παρούσα αίτηση, είναι, να διαταχθεί η επίδοση του κατηγορητηρίου στον κατηγορούμενο 1, όχι με τη διαδικασία της «διπλωματικής οδού» που προνοείται στη Ρωσική συνθήκη αλλά μέσω μιας «υβριδικής» ουσιαστικά διαδικασίας με την οποία η Ρωσική Συνθήκη χρησιμοποιείται μόνο ως δικαιοδοτικό υπόβαθρο για να επιτευχθεί επίδοση συμφώνως των τρόπων που προνοούνται στο Αρ.46. Το Αρ.46 όμως δεν φαίνεται να παρέχει οποιαδήποτε εξουσία έκδοσης διατάγματος ή οδηγιών επίδοσης, τουλάχιστο της φύσης που ζητείται με την παρούσα αίτηση. Το αρ. 46 χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο είναι οι πρόνοιες του αρ.46
(1)οι οποίες ρητά αφορούν σε επίδοση του κατηγορητηρίου εντός της Δημοκρατίας και επομένως άσχετες με την παρούσα αίτηση. Το δεύτερο μέρος, είναι το αρ.461Α σύμφωνα με το οποίο, η επίδοση κατηγορητηρίου μπορεί να επιτραπεί με οποιοδήποτε άλλο, από αυτούς που αναφέρονται στο αρ.46
(1), τρόπο, που το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο νοουμένου όμως ότι η επίδοση με τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 46
(1)(α) ήθελε φανεί αδύνατη. Το ερώτημα επομένως είναι κατά πόσο δύναται να εκδοθεί διάταγμα επίδοσης όπως αυτό που ζητείται με την παρούσα αίτηση κατ' εφαρμογή του αρ.46(1Α). Όπως εξήγησα ανωτέρω, ακόμη και αν κάποια εθνική νομοθετική πρόνοια δυνατό να ερμηνευτεί ως παρέχουσα τη δυνατότητα επέκτασης της δικαιοδοσίας δικαστηρίου μιας χώρας στο έδαφος άλλης, τέτοια δυνατότητα πρέπει να είναι αποδεκτή και από την άλλη χώρα. Στην περίπτωση της Ρωσίας, η χώρα αυτή αποδέχτηκε την επέκταση της κυπριακής ποινικής δικαιοδοσίας στο έδαφος και τους υπηκόους της μόνο κατ' εφαρμογή των διαδικασιών που προνοούνται στην Ρωσική Συνθήκη. Οι δε πρόνοιες των αρ.5-8 αυτής καταδεικνύουν ξεκάθαρα ότι η οποιαδήποτε προσπάθεια επίδοσης κατηγορητηρίου σε Ρώσο υπήκοο που βρίσκεται στη Ρωσία πρέπει να γίνει μέσω της «διπλωματικής οδού» και με τους τρόπους που αναφέρονται στις εν λόγω πρόνοιες ήτοι «σύμφωνα με τον τρόπο που προβλέπουν οι διαδικαστικοί νόμοι και κανονισμοί» της Ρωσίας. Η εισήγηση, επομένως, του κ. Κυπρίζογλου, ότι το αρ.46 δύναται να χρησιμοποιηθεί για να επιτευχθεί η επίδοση κατηγορητηρίου εκτός δικαιοδοσίας και δη στη Ρωσία δεν μπορεί να ευσταθήσει και θα πρέπει να απορριφθεί. Άλλωστε η εισήγηση αυτή αποσκοπεί ουσιαστικά στο να παρακαμφθούν τα όσα ρητά συμφώνησαν οι δύο χώρες ως προϋποθέσεις αποδοχής επέκτασης της δικαιοδοσίας της μιας στο έδαφος της άλλης, πράγμα ανεπίτρεπτο, αφού κάτι τέτοιο θα συνιστούσε κατάφορη παραβίαση τόσο των αρχών της αμοιβαιότητας και αλληλοσεβασμού όσο και των εγχώριων νομολογιακών αρχών που τις υιοθετούν. Αυτό φαίνεται να είναι και το σκεπτικό στη βάση του οποίου ο έντιμος Παρπαρίνος Δ. έδωσε άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων στην υπόθεση Anjelica Anshakova ανωτέρω. Στρέφομαι τώρα στο δεύτερο ουσιαστικό θέμα ήτοι κατά πόσο η Ρωσική Συνθήκη δύναται να εφαρμοστεί στα πλαίσια ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης όπως η παρούσα. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΣΕ ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΠΟΙΝΙΚΕΣ Σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Erishan Kurazov ανωτέρω όπου ο έντιμος Ναθαναήλ Δ., εξέφρασε αμφιβολία στο κατά πόσο η Ρωσική Συνθήκη δύναται να εφαρμοστεί σε μια ιδιωτική ποινική υπόθεση. Αν και πρόκειται για απόφαση πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι εντούτοις πειστικής αξίας (persuasive value) (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Victor Nicolaevich Makushin (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 20). Ανεξαρτήτως τούτου όμως προσεκτική ανάγνωση των προνοιών της Ρωσικής Συνθήκης, φανερώνει, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, ότι οι πρόνοιες της Ρωσικής Συνθήκης δεν μπορούν να εφαρμοστούν όταν η ποινική δίωξη γίνεται απ' ευθείας από ιδιώτη αντί μέσω των διωκτικών αρχών της χώρας. Πέραν του ότι όπως επισημαίνεται και στην υπόθεση Kurazov, η Ρωσική Συνθήκη φαίνεται να αφορά σε υποθέσεις μεταξύ των «αρχών» των συμβαλλομένων μερών και όχι σε ιδιωτικές ποινικές, το Κεφάλαιο VI της Ρωσικής Συνθήκης υπό τον τίτλο «Ειδικές Διατάξεις για Θέματα Ποινικού Δικαίου - Κίνηση Ποινικών Διαδικασιών», ιδιαίτερα τα αρ.35 και 36 αυτού, προνοούν για την διαδικασία με την οποία δύναται να διωχθεί ποινικά Κύπριος ή Ρώσος που βρίσκεται στην Κύπρο ή στην Ρωσία αντίστοιχα, για αδίκημα που διέπραξε στην άλλη χώρα. Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, όταν Ρώσος, ο οποίος βρίσκεται στη Ρωσία, διέπραξε αδίκημα στην Κύπρο, τότε η αρμόδια αρχή της Κύπρου, κατόπιν καταγγελίας που θα της υποβληθεί από το θύμα του ισχυριζόμενου αδικήματος, ζητά από την αρμόδια αρχή της Ρωσίας όπως κινήσει ποινική διαδικασία εναντίον του Ρώσου υπήκοου της και η Ρωσία, νοουμένου ότι πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις, οφείλει να προβεί στην εν λόγω δίωξη ωσάν να και η καταγγελία είχε υποβληθεί από το θύμα απευθείας στις Ρωσικές διωκτικές αρχές. Εάν τώρα αναλογιστεί κάποιος τις πολύ αυστηρές και περιοριστικές πρόνοιες που αφορούν σε θέματα έκδοσης και δη έκδοσης υπηκόων τους, ο λόγος για τον οποίο οι δύο χώρες έχουν επιλέξει να διατηρήσουν την εξουσία ποινικής δίωξης των δικών τους υπηκόων που βρίσκονται στη χώρα τους, όταν το αδίκημα έγινε στην άλλη χώρα, είναι ευνόητος. Την ίδια στιγμή όμως, η προβλεπόμενη διαδικασία αποσκοπεί ακριβώς στην επίτευξη της πρόθεσης των μερών, ήτοι στην παροχή αμοιβαίας συνδρομής και έννομης προστασίας στους πολίτες των δύο χωρών ενόσω αυτοί βρίσκονται στο έδαφος της άλλης χώρας. Το κατά πόσο οι πιο πάνω πρόνοιες της Ρωσικής Συνθήκης συνιστούν και τον αποκλειστικό τρόπο με τον οποίο Ρώσος υπήκοος, που βρίσκεται στη Ρωσία, δύναται να διωχθεί στην Κύπρο δεν θα με απασχολήσει στην παρούσα εφόσον κάτι τέτοιο δεν εγείρεται. Περιορίζομαι απλά να αναφέρω ότι με την καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, ο παραπονούμενος-θύμα επέλεξε να μην ακολουθήσει τις διαδικασίες που οι δύο χώρες συμφώνησαν, ήτοι να καταγγείλει το θέμα στις αρμόδιες αρχές, και να ενεργοποιήσει έτσι τις ανάλογες πρόνοιες της Ρωσικής Συνθήκης. Αυτή του η επιλογή, είτε ορθή είτε λανθασμένη, έχει και τις ανάλογες συνέπειες, ήτοι την αδυναμία επίκλησης των προνοιών της Ρωσικής Συνθήκης. Η κατάληξη μου αυτή, ήτοι ότι η Ρωσική Συνθήκη δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις όπως η παρούσα, με φέρνει στο επόμενο σκέλος των θέσεων του κ. Κυπρίζογλου, ήτοι το θέμα παραβίασης του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ Τέθηκε στο συνήγορο από το Δικαστήριο το κατά πόσο κάτι τέτοιο όντως ευσταθεί αν αναλογιστεί κανείς ότι όταν η δίωξη γίνεται από τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στην Ρωσική Συνθήκη, αντί απευθείας από ιδιώτη κατήγορο, οι εν λόγω πρόνοιες δύναται να εφαρμοστούν και κατ' επέκταση το δικαίωμα πρόσβασης του παραπονούμενου στα Δικαστήρια, διασφαλίζεται πλήρως. Η θέση του κ. Κυπρίζογλου ήταν ότι η καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης άμεσα αντί της προηγούμενης καταγγελίας του ισχυριζόμενου αδικήματος στις διωκτικές αρχές και εναπόθεσης του θέματος στα χέρια τους, παρέχει μεγαλύτερη ευελιξία στον παραπονούμενο, να κινηθεί εκτός των περιορισμών και χρονοβόρων γραφειοκρατικών διαδικασιών που η εν λόγω Συνθήκη υποχρεώνει τις διωκτικές αρχές να ακολουθήσουν. Με άλλα λόγια, υποστήριξε ο κ. Κυπρίζογλου, η καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, προτιμάται, ούτως ώστε να αποφευχθούν τα πρακτικά προβλήματα που δημιουργούνται από την εφαρμογή της Ρωσικής Συνθήκης όταν ο παραπονούμενος καταφύγει στις διωκτικές αρχές. Κατ' αρχή η πιο πάνω θέση, φανερώνει ακριβώς την πρόθεση ηθελημένης «παράκαμψης» της ορθόδοξης διαδικασίας για το οποίο έχω ήδη αποφανθεί ανωτέρω ότι είναι ανεπίτρεπτο. Κατά δεύτερο, σημειώνω το γεγονός ότι αν ο συγκεκριμένος τρόπος που κάποιος διάδικος επέλεξε να προωθήσει τα συμφέροντα του δεν δύναται να ευδοκιμήσει λόγω νομοθετικών περιορισμών, αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης του στα δικαστήρια. Ιδιαίτερα δε όταν υπάρχει άλλος τρόπος με τον οποίο μπορεί να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Ούτε η νομολογία και συγγράμματα στα οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος βοηθούν το επιχείρημα του. Πέραν του ότι οι υποθέσεις Arnolin και Aubert αφορούσαν αστικής φύσεως θέματα, όπως προκύπτει από την ανάλυση τους στα συγγράμματα που παρέπεμψε ο συνήγορος αλλά και από την επίσημη σύνοψη του Πρωτοκολλητείου του ΕΔΑΔ που δημοσιεύτηκε στο Survey of activities 2007, οι εν λόγω αποφάσεις αφορούσαν την αναδρομική και τελεσίδικη για τα δικαιώματα των μερών, νομοθετική παρέμβαση του κράτους, σε εργατικές διαφορές που εκκρεμούσαν ενώπιον των Δικαστηρίων, θέμα άσχετο με την υπό εξέταση υπόθεση. Η δε απόφαση Makhfi αφορούσε την παραβίαση της ισότητας των όπλων όταν απορρίφθηκε αίτημα αναβολής του δικηγόρου υπεράσπισης σε ποινική υπόθεση που διάρκεσε 15 συνεχόμενες ώρες και είναι επομένως άσχετη με τα επίδικα θέματα. Κρίνω σκόπιμο όμως να αναφερθώ στο εγχείριδιο Interights, στο οποίο με παρέπεμψε ο συνήγορος. Στη σελ. 36 αναφέρεται, με παραπομπή στην υπόθεση H v Belgium
(1987), ότι εκεί όπου υπάρχουν οι αναγκαίες ασφαλιστικές δικονομικές δικλείδες, οι οποίες παρέχουν στο κάθε πρόσωπο την εύλογη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση του δεν τίθεται θέμα παραβίασης του Αρ.6. Στη σελ.38 του ίδιου συγγράμματος, με παραπομπή στις υποθέσεις Foucher v France
(1997)και Menet v France
(2005), αναφέρεται περαιτέρω ότι το επίπεδο προστασίας που καλείται μια χώρα να επιδείξει σε ένα κατηγορούμενο δυνάμει του αρ.6 ΕΣΔΑ είναι ψηλότερο από αυτό που αναμένεται να παρασχεθεί σε αστικό διάδικο σε ποινική διαδικασία. Οι πιο πάνω αρχές είναι σε πλήρη συμφωνία και με την προσέγγιση της κυπριακής νομολογίας επί του θέματος. Παραπέμπω ενδεικτικά στα όσα λέχθηκαν υπό την έντιμη Μιχαηλίδου Δ στην υπόθεση Μονομερης Αίτηση υπο των Easygroup Holdings Limited, Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D179, Αίτηση Αρ. 40/15, 16/3/2015, όπου είχε προβληθεί παρόμοιο επιχείρημα και το οποίο απορρίφθηκε λόγω της ύπαρξης εναλλακτικών δικονομικών μέσων προς επίτευξη του προτιθέμενου σκοπού. Κρίνω συνεπώς, ότι η μη εφαρμογή της Ρωσικής Συνθήκης σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις, σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί στην αποστέρηση των δικαιωμάτων των παραπονουμένων σε αποτελεσματική πρόσβαση στο Δικαστήριο αφού είναι κατά πάντα χρόνο ελεύθεροι, να προσπαθήσουν έστω, να χρησιμοποιήσουν, την «ορθόδοξη» διαδικασία, δια της ορθής οδού. Στην βάση των ανωτέρω κρίνω ότι τα αιτητικά Α και Β της υπό κρίσης αίτησης δεν μπορούν να επιτύχουν και θα πρέπει να απορριφθούν. Τα εν λόγω αιτήματα όμως υπόκεινται σε απόρριψη και για τους εξής επιπρόσθετους λόγους: Α) Ενώ με την αίτηση τους οι παραπονούμενοι ζητούν εφαρμογή και ενεργοποίηση των προνοιών της Ρωσικής Συνθήκης και συνεπώς διάταγμα και/ή οδηγίες όπως η επίδοση γίνει με τον τρόπο που εκεί προνοείται, το αίτημα που προώθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αφορούσε την παράκαμψη των προνοιών της Συνθήκης και ειδικότερα την παράκαμψη της «διπλωματικής οδού». Την ίδια στιγμή, το επιχείρημα για την αποστέρηση του δικαιώματος σε αποτελεσματική πρόσβαση στο Δικαστήριο βασίστηκε στη θέση ότι ο λόγος που προτιμήθηκε η απ' ευθείας καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης αντί καταγγελίας στις κρατικές αρχές ήταν για να αποφευχθούν τα δικονομικά και πρακτικά προβλήματα που προκύπτουν από την εφαρμογή της Συνθήκης. Τόσο το αντιφατικό των εν λόγω θέσεων όσο και το έντονο στοιχείο του απαράδεκτου της ταυτόχρονης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας της Ρωσικής Συνθήκης δεν μπορεί παρά να οδηγήσει τη συγκεκριμένη πτυχή της αίτησης σε απόρριψη. Β) Ζητείται να διαταχθεί η επίδοση στον κατηγορούμενο 1 στη διεύθυνση μιας Ρωσικής εταιρείας στην οποία, σύμφωνα με την αίτηση ο κατηγορούμενος 1 εργάζεται και της οποίας και πάλι σύμφωνα με την αίτηση είναι πρόεδρος και/ή μέλος του διοικητικού της συμβουλίου. Καμία όμως και δη καμία αποδεκτή μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί προς υποστήριξη ή στοιχειοθέτηση αυτού του ισχυρισμού. Όπως ανέφερα ανωτέρω, τα μόνα γεγονότα στα οποία ρητά αναφέρεται ότι εδράζεται η αίτηση είναι αυτά που ευρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης. Τίποτα όμως στο φάκελο δεν τεκμηριώνει αυτό τον ισχυρισμό των αιτητών. Αντίθετα το μόνο που υπάρχει σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1 είναι ότι αναφέρεται στον τίτλο της υπόθεσης και αυτό μια αόριστη αναφορά ότι είναι εκ Ρωσίας. Εν τη απουσία επομένως οποιασδήποτε αποδεκτής μαρτυρίας ο αιτούμενος τρόπος επίδοσης δεν μπορεί να εγκριθεί. ΕΠΙΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ - ΑΙΤΗΤΙΚΟ Γ Επί αυτού του θέματος δεν πρόκειται να επεκταθώ. Τα όσα ανέφερα ανωτέρω σε σχέση με τη νομική πτυχή του θέματος επέκτασης της ποινικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων, τυγχάνουν εφαρμογής και στην παρούσα περίπτωση και δεν θα τα επαναλάβω. Όσον αφορά αυτή την πτυχή της αίτησης, κρίνω ότι η παντελής έλλειψη μαρτυρίας είτε προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού ότι ο κατηγορούμενος 1 δύναται να βρεθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, είτε αναφορικά με το κατά πόσο ο προτιθέμενος τρόπος επίδοσης είναι αποδεκτός από το Ηνωμένο Βασίλειο (βλ. Αρ.4 Ν.25(III)/2004), σφραγίζει και την τύχη αυτού του μέρους της αίτησης. Αν και διατηρώ αμφιβολίες, για παρόμοιους λόγους με αυτούς που ανέπτυξα ανωτέρω σε σχέση με τη Ρωσική Συνθήκη, υπό το φως και των λεχθέντων στην Kurazov, ως προς το αν η Ευρωπαϊκή Σύμβαση δύναται να εφαρμοστεί σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις, ένεκα της ανωτέρω κατάληξης μου αναφορικά με την απουσία μαρτυρίας, το θέμα δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Πέραν και ανεξάρτητα των ανωτέρω, την παρούσα αίτηση θα την απέρριπτα στην ολότητα της και για τον εξής επιπρόσθετο λόγο. Από την ίδια την αίτηση προκύπτει μια πλήρης σύγχυση αλλά και αντίφαση ως προς το πού τελικά δύναται να ανευρεθεί ο κατηγορούμενος 1. Το αιτητικό Β της αίτησης παρουσιάζει τον κατηγορούμενο να είναι όχι μόνο μόνιμος κάτοικος Ρωσίας αλλά και να εργάζεται εκεί, εντάσσοντας τον έτσι εκτός της εμβέλειας των Ευρωπαϊκών Νομοθετημάτων ακόμη και αν τέτοια νομοθετήματα είχαν οποιαδήποτε εφαρμογή. Από την άλλη, το αιτητικό Γ της αίτησης, αναιρώντας ρητά τα όσα αναφέρονται στο αιτητικό Β, παρουσιάζει τον κατηγορούμενο 1 να είναι προσωρινός κάτοικος Αγγλίας και επομένως εκτός του πεδίου εφαρμογής της Ρωσικής Συνθήκης. Την ίδια στιγμή ο τίτλος της υπόθεσης παρουσιάζει τον κατηγορούμενο να είναι απλά εκ Ρωσίας, χωρίς να διευκρινίζεται αν η αναφορά αυτή αφορά τη διεύθυνση ή την υπηκοότητα του. Με κάθε σεβασμό προς την πλευρά των παραπονουμένων, θεωρώ ότι η προβολή τέτοιων αντιφατικών αλλά και συγχυσμένων θέσεων δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος, ιδιαίτερα δε διατάγματος που αν ήθελε εγκριθεί θα συνεπάγεται σοβαρές συνέπειες για τον κατηγορούμενο 1, άρρηκτα συνδεδεμένες με τα δικαιώματα του για δίκαια δίκη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται στην ολότητα της. Τέλος και προτού εγκαταλείψω την απόφαση μου θεωρώ ορθό όπως σχολιάσω το εξής. Τα θέματα και οι προβληματισμοί που εγέρθηκαν κατά την εκδίκαση της παρούσας, αντικατοπτρίζουν πλήρως τα προβλήματα που δημιουργούνται με την απ' ευθείας καταχώρηση ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων και δη υποθέσεων που ενέχουν το «αλλοδαπό» στοιχείο, τόσο ως προς την υπηκοότητα των μερών όσο και ως προς την ουσία της υπόθεσης. Τα προβλήματα είναι εντονότερα όταν τα ισχυριζόμενα αδικήματα, είναι όχι μόνο σοβαρά αλλά και τέτοιας πολύπλοκης φύσης, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που η εμπλοκή των εξειδικευμένων διωκτικών αρχών είναι αν όχι επιβεβλημένη τουλάχιστο επιθυμητή. Τέτοια προβλήματα ενδεχομένως να μην προκύπτουν καν εκεί όπου η δίωξη γίνεται από τις αρμόδιες διωκτικές αρχές αντί απευθείας από τους ιδιώτες και αυτό δεδομένης της φύσης των εξεταζόμενων αδικημάτων όπως αυτών που συνιστούν το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Σημειώνω ότι η παρούσα αφορά, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, μία πολύπλοκη, διασυνοριακή οικονομική απάτη ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων. Από τον τεράστιο όγκο των υποθέσεων παρόμοιας φύσης που επιλαμβάνομαι καθημερινά, παρατηρώ, μία, ανεξέλεχτη τολμώ να πω, έξαρση στην καταχώρηση ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων για αδικήματα που αν προηγείτο αληθοφανής καταγγελία, θα αναμένετο να καταχωρούνταν από τις διωκτικές αρχές και να οδηγούνταν αυτόματα ενώπιον του υψηλότερου ποινικού δικαστηρίου της χώρας ήτοι του Κακουργιοδικείου, λόγω ακριβώς της σοβαρότητας και πολυπλοκότητας τους. Ας μην αγνοηθεί ότι ο Νομοθέτης, εν τη σοφία του, επέβαλε όπως οι αστικές διαφορές που προκύπτουν από τέτοια σοβαρά και πολύπλοκα γεγονότα και οι οποίες, στις πλείστες των περιπτώσεων, προωθούνται παράλληλα με την αντίστοιχη ποινική υπόθεση και αφορούν τεράστια χρηματικά ποσά, εκδικάζονται από την ανώτερη βαθμίδα της πολιτικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου ήτοι αυτής του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου και πιο παλιά αυτής του Full Court. Εύλογα επομένως θα αναμένετο ότι ανάλογη σοβαρότητα θα επιδεικνύετο και κατά την ποινική προώθηση της υπόθεσης, ήτοι με καταγγελία στις διωκτικές αρχές και συνακόλουθα, αν η καταγγελία ευσταθεί, με ανάλογη δίωξη που θα αντικατοπτρίζει και την πραγματική φύση της υπόθεσης. Αντίθετα, αυτό που παρατηρείται είναι η καταχώρηση πάσης φύσεως ποινικής υπόθεσης, χωρίς την ύπαρξη οποιουδήποτε μαρτυρικού υλικού ή ποινικής διερεύνησης και συνακόλουθα την προώθηση της ως αστικής υπόθεσης που είναι και στην τελική ο απώτερος στόχος των διαδίκων. Το δικαίωμα στην καταχώρηση ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων δεν είναι και δεν πρέπει να είναι ανεξέλεγκτο αφού η ιδιωτική ποινική δίωξη είναι απλά μια «χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της παράλειψης ή άρνησης των αρμόδιων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες λόγω ιδιοτροπίας, διαφθοράς ή μεροληψίας» Gouriet v. Union of Post Office Workers and Others [1977] 3 All E.R., 70, 97 H.L, Ttofinis v. Theocharides and Another
(1983)2 CLR 363, Αίπεια Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd κ.α.
(1997)2 ΑΑΔ 434 και Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522. Η συνειδητή επιλογή να παρακάμπτονται οι αρχές που είναι επιφορτισμένες με το καθήκον διερεύνησης και δίωξης ποινικών αδικημάτων και να καταχωρούνται, χωρίς περιορισμό, ποινικές υποθέσεις για το κάθε τι, δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου, να είναι αυτό που εννοούσε το Δικαστήριο όταν ανέλυε, στις πιο πάνω υποθέσεις, το δικαίωμα στην καταχώρηση ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων. Το θέμα όμως δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. (Υπ.).................................... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Επίδοση Κατηγορητηρίου στην Αλλοδαπή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.