← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Χρυσάνθου, Αρ. Υπόθεσης: 3833/14, 14/1/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Χρυσάνθου, Αρ. Υπόθεσης: 3833/14, 14/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3833/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Χρυσάνθου Κατηγορούμενου -------- Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Αναστασίου (για να ακούσει απόφαση κα Β. Δανιηλίδου) Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία κλοπή υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση των άρθρων 270 (β) και 255 του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα ότι κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2008 στη Λεμεσό, έκλεψε το χρηματικό ποσό των €90.000 που του εμπιστεύθηκε ο Φίλιππος Ευστρατίου από τη Λεμεσό με σκοπό να του φέρει ένα αυτοκίνητο μάρκας BMW Χ6 από την Αγγλία. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες και ο κατηγορούμενος μετά που κλήθηκε σε απολογία προχώρησε σε ανώμοτη δήλωση. Οι καταθέσεις των Μ.Κ. σημειώθησαν ως ενδείξεις Α, Β και Β1 και αποτελούν μέρος της κυρίως εξέτασης τους. Κατατέθηκαν συνολικά 10 Τεκμήρια. Ο Μ.Κ.1 Α/Αστ. 556 Α. Αποστόλου είναι ο εξεταστής της υπόθεσης, είναι αυτός που έλαβε την καταγγελία από τον παραπονούμενο Μ.Κ.2, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και στο Δικαστήριο κατέθεσε ως Τεκμήρια αντίγραφα εγγράφων που του παρέδωσε ο Μ.Κ.

  1. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε για τη γνησιότητα των εγγράφων τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια στο Δικαστήριο και πού βρίσκονται τα πρωτότυπα καθώς και για την αποδεικτική αξία αυτών των εγγράφων. Ερωτήθηκε για το χρόνο που έχει διαρρεύσει σε σχέση με πότε ο παραπονούμενος αποφάσισε να καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία και ο μάρτυρας απάντησε ότι ο παραπονούμενος προσπαθούσε να πάρει πίσω τα λεφτά του και σε ερώτηση αν αυτοί οι δύο άνθρωποι προχώρησαν σε μία συμφωνία και ότι ο κατηγορούμενος παρέβηκε τη συμφωνία του ο μάρτυρας απάντησε «βασικά ζήτησε αυτοκίνητο, έδωκε λεφτά και αυτοκίνητο δεν ήρτε. Τούτη είναι η πράξη που έγινε». Ο Μ.Κ.2 Φίλιππος Ευστρατίου έδωσε δύο καταθέσεις στην αστυνομία. Στην κατάθεση του Ένδειξη Β αναφέρει πως γνώρισε τον κατηγορούμενο και ότι αποτάθηκε σε αυτόν για να αγοράσει από κοντά του αυτοκίνητο τη στιγμή που ο θείος του αγόρασε από τον κατηγορούμενο 3 αυτοκίνητα χωρίς πρόβλημα. Ο κατηγορούμενος όταν τον επισκέφθηκε του ανέφερε ότι για το μοντέλο για το οποίο ενδιαφέρεται έχει κλείσει στην Αγγλία ένα αυτοκίνητο για το οποίο χρειαζόταν να πληρωθεί η προκαταβολή και να κάνει τις ανάλογες διευθετήσεις για να του το φέρουν. Του έδειξε μάλιστα και φωτογραφία του αυτοκινήτου χρώματος μαύρου. Συμφώνησαν να προχωρήσουν στην πράξη και με βάση τη συμφωνία που έκαναν η αξία του αυτοκινήτου θα κυμαίνετο περίπου στις €100.
  2. Το ακριβές ποσό θα καθοριζόταν ανάλογα με τη φορολογία. Στις 4.7.08 πλήρωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των €20.000, στις 21.7.08 το χρηματικό ποσό των €21.000, στις 24.9.09 το ποσό των €25.000 και στις αρχές Αυγούστου του 2008 του παρέδωσε ένα αυτοκίνητο μάρκας BMW 630 με αριθμούς εγγραφής KPY 902 για το ποσό των €56.
  3. Συνολικά έδωσε μαζί με το αυτοκίνητο €122.
  4. Ο χρόνος περνούσε χωρίς να παραλάβει το αυτοκίνητο και ο κατηγορούμενος του πρότασσε διάφορες δικαιολογίες οι οποίες εστιάζονταν στην γραφειοκρατία και οι οποίες καθυστερούσαν την άφιξη του αυτοκινήτου. Στο μεταξύ από τη μάνδρα αυτοκινήτων που διατηρούσε ο κατηγορούμενος αγόρασε για τη σύζυγο του ένα αυτοκίνητο μάρκας BMW X3 αξίας €32.000 ποσό το οποίο αποκόπηκε από το συνολικό ποσό χρημάτων που του παρέδωσε. Στις 11.10.2008 ο κατηγορούμενος του παρέδωσε έγγραφο στο οποίο αναγραφόταν η παράδοση του αυτοκινήτου KPY 902 και τα χρηματικά ποσά που του πλήρωσε καθώς και η αφαίρεση της αξίας του οχήματος BMW X
  5. Από τότε ο κατηγορούμενος του παρουσίαζε διάφορες δικαιολογίες για τη μη παράδοση του αυτοκινήτου. Στη συμπληρωματική του κατάθεση με ένδειξη Β1 ανέφερε ότι το αυτοκίνητο KPY 902 που παρέδωσε στον κατηγορούμενο και αναφέρει στην πρώτη του κατάθεση ότι είναι δικό του, το αγόρασε αυτός όμως είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του συνεταίρου του. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 πρωτότυπο τιμολόγιο ημερομηνίας 11.10.2008 και ως Τεκμήρια 7, 8, 9 πρωτότυπες αποδείξεις είσπραξης όλα με αναφορά στην εταιρεία A. Chrysanthou Cars Ltd για τα ποσά που πλήρωσε καθώς και ως Τεκμήριο 10 αντίγραφο τιμολογίου της εταιρείας Char. Pilakoutas Ltd. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας επανέλαβε ότι πήγε στον κατηγορούμενο γιατί ο θείος του αγόρασε πρόσφατα αυτοκίνητο από αυτόν και ήταν ευχαριστημένος, αρνήθηκε ότι ήταν οικογενειακοί φίλοι, αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην παρουσία του μίλησε στην Αγγλία για το αυτοκίνητο και επανέλαβε ότι του έδειξε φωτογραφία από το Auto Trader στον υπολογιστή. Τόνισε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε αυτοκίνητο και το αυτοκίνητο που του υπέδειξε στη φωτογραφία μπορούσε να το έχει οποιοσδήποτε και ότι τα λεφτά που πήρε από τον ίδιο τα έδωσε για να εξοφλήσει άλλο πρόσωπο το οποίο είχε ξεγελάσει με περίπτωση ίδια με τη δική του. Σε ερώτηση ότι αποτελούν δικά του συμπεράσματα τα πιο πάνω ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν παρών σε συζήτηση στο γραφείο του κατηγορούμενου με άλλο πελάτη. Εξήγησε ότι αυτό που ανέφερε ότι δεν υπήρχε αυτοκίνητο είναι ότι δεν υπήρχε αυτοκίνητο γιατί ο κατηγορούμενος δεν είχε πληρώσει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο και σε ερώτηση γιατί τότε έδωσε €122.000 αντί €100.000 που ήταν η συμφωνία ανέφερε ότι ήθελε να αγοράσει και αυτοκίνητο της γυναίκας του. Περαιτέρω ο μάρτυρας αντεξετάστηκε για την ιδιοκτησία του οχήματος που παρέδωσε στον κατηγορούμενο και σε σχέση με το πότε πωλήθηκε ή όχι το αυτοκίνητο που παρέδωσε. Στη συνέχεια ο μάρτυρας ρωτήθηκε για ποιο λόγο δεν κινήθηκε αστικά εναντίον του κατηγορουμένου και ανέφερε ότι δεν προχώρησε με αγωγές γιατί έκανε καταγγελία στην αστυνομία και τέλος σε ερώτηση ότι δεν προχώρησε με αστικές αγωγές γιατί είναι χρονοβόρες ο μάρτυρας συμφώνησε. Ο κατηγορούμενος μετά που κλήθηκε σε απολογία προχώρησε σε ανώμοτη δήλωση και ανέφερε τα πιο κάτω: «Θα ήθελα και εγώ να αναφερθώ στα γεγονότα όπως είχαν γίνει με όλη την αλήθεια, παρόλο που έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που έγινε η υπόθεση. Έχασα και εγώ τα σπίτια μου, προβλήματα αρκετά. Τον Φίλιππο Ευσταθίου τον είχα γνωρίσει από τον θείο του, είχα καλές σχέσεις. Του είχα πουλήσει τρία αυτοκίνητα και ήμουν εντάξει στις συναλλαγές μου και ήρθε κοντά μου όταν είχαμε παραγγείλει το πρώτο αυτοκίνητο το BMW και είχε γίνει η εκτελώνιση, και ήταν μπροστά στην παρουσία του που είχα ζητήσει την τιμή της Αγγλία για να το παραγγείλω και είχε δει όλη την συμφωνία και τα χαρτιά που είχα και από την προκαταβολή που είχα στείλει και εγώ στην Αγγλία, αλλά μετέπειτα το αυτοκίνητο που μου είχε δώσει το BMW KPY902 είχε κάνει αρκετούς μήνες για να πουληθεί και εγώ είχα χάσει ένα σεβαστό ποσό περίπου 10.000 ευρώ από την αξία που το είχα αγοράσει από την Αγγλία. Και είχα χάσει την προκαταβολή μου από το αυτοκίνητο και δεν μπόρεσα να διεκπεραιώσω τη συμφωνία που είχα, που έκανα μαζί του. Μετέπειτα είχαμε κάνει και άλλες δύο συμφωνίες για ένα BMW Χ5 και ένα Χ3, όπως είναι καταγραμμένα και στα Τεκμήρια που έχετε κοντά σας και από αυτές τις συμφωνίες, την μία είχα πληρώσει όπως αναφέρεται 32.000 ευρώ, έχει φύγει από τα ποσά. Με τον Φίλιππο είχαμε αρκετά καλές σχέσεις, του είχα ζητήσει και λεφτά να φέρω αυτοκίνητο και όταν το πουλούσαμε να μοιράσουμε το κέρδος, όπως έχει γίνει σε μια περίπτωση. Ήμαστουν αρκετά καλοί φίλοι, είχαμε και οικογενειακές και φιλικές σχέσεις μέχρι και που στο γάμο του που είχε γίνει τον είχαμε πάρει από το κατάστημα μου με αυτοκίνητο πολυτελείας. Τον είχα πάρει γαμπρό στον γάμο του, και με την σύζυγο μου ήμασταν καλεσμένοι το βράδυ. Ποτέ μου δεν ήθελα να ξεγελάσω τον Φίλιππο αλλά λόγω της οικονομικής καταστροφής που είχα, λόγω που είχα μπλέξει με τοκογλύφους και αρκετές δυσκολίες που είχα απειλές, αντιμετώπιζα δυσκολίες να επιστρέψω τα λεφτά πίσω. Δεν είχα ποτέ μου αρνηθεί να επιστρέψω τα λεφτά πίσω και μέχρι σήμερα δεν αρνούμαι να του τα δώσω, προσπαθώ. Όταν είμαι λίγο οικονομικά καλά θα του τα επιστρέψω. Εντάξει, αυτά είχα να πω». Στην ανακριτική του κατάθεση Τεκμήριο 1, η οποία λήφθηκε με την μορφή ερωτοαπαντήσεων, δεν έχει απαντήσει σε καμιά από τις ερωτήσεις που του έχουν τεθεί. Στο στάδιο των αγορεύσεων η κα Αναστασίου εισηγήθηκε ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ειδικά από την μαρτυρία του Μ.Κ.2 του παραπονουμένου διαπιστώνεται ότι ο κατηγορούμενος υπήρξε αντιπρόσωπος του παραπονούμενου. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι ο κατηγορούμενος παρέλαβε το ποσό των €90.000 από τον παραπονούμενο και ότι το ποσό ο παραπονούμενος το έδωσε στον κατηγορούμενο για ένα συγκεκριμένο σκοπό ο δε κατηγορούμενος το χρησιμοποίησε για άλλο και το ιδιοποιήθηκε. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της κας Ιωάννου η οποία εισηγήθηκε ότι με τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου δεν υπήρξε μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος κατακράτησε ούτε ότι ιδιοποιήθηκε ούτε ότι σφετερίστηκε μάλιστα με δόλιο τρόπο τα λεφτά που του έδωσε ο παραπονούμενος αλλά εδώ υπάρχει μία συμφωνία αγοραπωλησίας αυτοκινήτου η οποία δεν ολοκληρώθηκε. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι από την ενώπιον του δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία δεν διαπιστώνεται ότι ο κατηγορούμενος υπήρξε αντιπρόσωπος του παραπονουμένου. Τόνισε δε με έμφαση ότι εδώ υπάρχει μία αστική διαφορά μεταξύ των δύο προσώπων και ως τέτοια η διαφορά δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ποινικά. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι ο εξεταστής της υπόθεσης θεώρησε την καταγγελία του παραπονούμενου ως αυταπόδεικτη και γι΄ αυτό προχώρησε με την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου. Τέλος κάλεσε το Δικαστήριο για όλους τους πιο πάνω λόγους να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η πολιτική και ποινική διαδικασία είναι διαφορετική, δεν δημιουργείται πρόβλημα κατάχρησης εξουσίας από την προώθηση και των δύο ταυτόχρονα, αλλά και ούτε συμφωνώ με τη θέση της υπεράσπισης, ότι η Αστυνομία ερεύνησε την υπόθεση θεωρώντας ότι η καταγγελία του παραπονούμενου ήταν αυταπόδεικτη. Η δίωξη παραβατών του ποινικού δικαίου αποτελεί δημόσιο καθήκον των αρχών που είναι επιφορτισμένες με τη δίωξη του εγκλήματος Βασιλείου ν. Μακρίδη

(2000)2 ΑΑΔ 133. Στην υπό αναφορά υπόθεση δεν υπάρχει προώθηση πολιτικής διαδικασίας. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και με αυτή την προσοχή προχωρώ στην εξέταση της μαρτυρίας τους, αφού το έργο της αξιοπιστίας είναι ένα πολυσύνθετο και λεπτό έργο παρατήρησης κατατεθέντων μαρτύρων και ορθά έχει χαρακτηριστεί ως σημαντικότερο καθήκον του Δικαστηρίου (βλέπε C & A Pelekanos Associates Ltd
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 1273). Ο Α/Αστ. Ανδρέας Αποστόλου παρέθεσε στο Δικαστήριο τα γεγονότα ως αυτά έχουν περιέλθει στην αντίληψη του μέσα από την καταγγελία και την κατάθεση που έλαβε από τον παραπονούμενο Μ.Κ.2. Δεν αποτελεί μειονέκτημα το γεγονός ότι δεν αξιολόγησε ο ίδιος τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη του και δεν είναι δουλειά του να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με την αλήθεια του περιεχομένου των εγγράφων που περιήλθαν στην κατοχή του και τα παρέθεσε στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και αποδεκτή από το Δικαστήριο. Με ιδιαίτερη προσοχή εξετάστηκε από το Δικαστήριο η μαρτυρία του παραπονουμένου Μ.Κ.2 για διάφορους λόγους. Ο πρώτος λόγος αφορά την καθυστέρηση να υποβάλει καταγγελία στην αστυνομία και ο δεύτερος η ευκολία που παρέδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των €66.000 σε επιταγές και η παράδοση ενός αυτοκινήτου. Η υπεράσπιση αντεξέτασε επί μακρώ τον Μ.Κ.2 για την ιδιοκτησία του αυτοκινήτου το οποίο παρέδωσε στον κατηγορούμενο. Αντεξετάστηκε για την αναφορά στην πρώτη κατάθεση ότι είναι ιδιοκτησία δική του ενώ αργότερα στη συμπληρωματική κατάθεση αναφέρει ότι ανήκει σε τρίτο πρόσωπο. Όμως στο τέλος δεν διαπιστώνεται να υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα με την πώληση ή μεταβίβαση του αυτοκινήτου που παρέδωσε ο παραπονούμενος στον κατηγορούμενο. Κάτι τέτοιο δεν ισχυρίστηκε ο κατηγορουμενος πλην ότι καθυστέρησε η πώληση του. Εξετάζοντας λοιπόν με ιδιαίτερη προσοχή και αυστηρότητα τη μαρτυρία του δεν διαπιστώνω σε αυτή οτιδήποτε το μεμπτό ή οτιδήποτε το αναληθές. Ο παραπονούμενος κατέθεσε στο Δικαστήριο τα έγγραφα που του παρέδωσε ο κατηγορούμενος και αυτά διαπιστώνεται ότι εκδόθησαν από την εταιρεία A. Chrysanthou Cars Ltd. Αν ήθελε να αποκρύψει κάτι ο παραπονούμενος θα μπορούσε να απέφευγε την αναφορά σ΄ αυτά τα έγγραφα που του παραχώρησε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Πουθενά όμως στην αντεξέταση δεν υπεβλήθηκε στον παραπονούμενο ότι ο κατηγορούμενος δεν έλαβε από τον παραπονούμενο τα ποσά και το αυτοκίνητο. Αποτελεί φυσικό επακόλουθο και όχι μειονέκτημα στην αξιοπιστία του Μ.Κ.2 η επιθυμία του τουλάχιστον για επιστροφή του ποσού που έδωσε την στιγμή που ο σκοπός για τον οποίο εμπιστεύθηκε το ποσό στον κατηγορούμενο δεν υλοποιήθηκε. Η μαρτυρία του κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και αποδεκτή. Αναφορικά με την ανώμοτη κατάθεση του κατηγορούμενου σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. R. v. Frost
(1964)Cr. App. R. 284) το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Επίσης έχει νομολογηθεί (R. v. Coughlan,
(1976)64 Cr. App. R. 11) ότι «αυτό που λέγεται σε μια τέτοια κατάθεση, δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα, με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους, μπορεί όμως να κάμει τους ενόρκους να δουν τα αποδεδειγμένα γεγονότα για τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως». Ανάλογος τρόπος προεσέγγισης υιοθετήθηκε και στην υπόθεση R. v. Cambell
(1979)69 Cr. App. R. 221) στην οποία λέχθηκε ότι «μια ανώμοτη κατάθεση του κατηγορούμενου, με την πρακτική που επικρατεί σήμερα, φαίνεται να πήρε κάπως σκιερό χαρακτήρα που βρίσκεται στο μισό δρόμο, σε ότι αφορά αξία και βάρος, ανάμεσα σε ένορκη κατάθεση και απλή εξ΄ ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί να λέγεται στους ενόρκους ότι οφείλουν να την αγνοήσουν εξ΄ ολοκλήρου. Πρέπει να τους λέγεται ότι μπορούν να της δώσουν το βάρος που νομίζουν ότι της αξίζει, αλλά ότι δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία, όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση». Επί του πιο πάνω συγκεκριμένου θέματος, παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Σίφουνας ν. Αστυνομίας και Πέτρου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. σελ. 91 και στις εκεί αυθεντίες που η υπόθεση παραπέμπει. Επιβεβαιώθηκε στις ανωτέρω υποθέσεις πως η αξία της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, αφού εξέτασα την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου σε σχέση με τη γραμμή της υπεράσπισης ότι η οποιαδήποτε διαφορά παραπονούμενου και κατηγορούμενου έγκειται στην παραβίαση συμφωνίας, παρατηρώ τα εξής: Ο κατηγορούμενος για πρώτη φορά θέτει ότι η οποιαδήποτε συμφωνία για την αγορά του αυτοκινήτου ναυάγησε από το γεγονός ότι το αυτοκίνητο που ο παραπονούμενος του παρέδωσε είχε κάνει αρκετούς μήνες να πωληθεί με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ολοκληρώσει τη συμφωνία και να χάσει και την προκαταβολή. Περαιτέρω ότι μετά προχώρησαν σε άλλες δύο συμφωνίες για ένα ΒΜW X5 και ένα Χ3, όπως αυτά είναι κατεγραμμένα στα Τεκμήρια και ότι ο παραπονούμενος του έδωσε λεφτά για να φέρει αυτοκίνητο το οποίο θα πωλούσε και θα μοίραζαν το κέρδος. Το Τεκμήριο 6, το οποίο εκδόθηκε και παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο στον παραπονούμενο δεν αναφέρει οποιαδήποτε άλλη συμφωνία πλην της αγοράς ενός οχήματος BMW X6 και τα ποσά που του κατέβαλε ο παραπονούμενος. Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 6 η μόνη αναφορά που γίνεται είναι ότι «έλαβε το αυτοκίνητο BMW KPΥ 902 για το ποσό των €56.000 ως προκαταβολή για το BMW X6 του 2008 και πιο κάτω τρία ποσά τα οποία συνοψίζονται σε 66 αφαιρουμένων των 32 (X3) και προκύπτει το ποσό των 34, δίπλα στο οποίο αναφέρεται αγγλικά η λέξη cash». Ο παραπονούμενος εξήγησε ότι οι αριθμοί αντικατοπτρίζουν τα ποσά που έδωσε στον κατηγορούμενο και το ποσό που αφαιρέθηκε από την αγορά του οχήματος BMW X3. Με αυτά τα δεδομένα και ενόψει του γεγονότος ότι τα όσα αναφέρονται στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου, δεν είναι αποδεδειγμένα με άλλο τρόπο ή οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση πλην των όσων ο ίδιος παραδέχεται. Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας διαπιστώνεται ότι ο παραπονούμενος έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των €66.000 σε τρεις επιταγές και το αυτοκίνητο μάρκας BMW με αριθμούς εγγραφής ΚΡΥ 902 το οποίο ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 6 παραλήφθηκε από τον κατηγορούμενο για το ποσό των €56.000, ως προκαταβολή για την αγορά από τον παραπονούμενο αυτοκινήτου μάρκας BMW Χ6, το οποίο θα μετέφερε στην Κύπρο ο κατηγορούμενος. Ο παραπονούμενος αγόρασε ακόμα ένα αυτοκίνητο από τον κατηγορούμενο μάρκας ΒΜW Χ3 αξίας €32.000, ποσό το οποίο αφαιρέθηκε από τα πιο πάνω ποσά. Το αυτοκίνητο που υποσχέθηκε ο κατηγορούμενος να μεταφέρει και πωλήσει στον κατηγορούμενο, δεν μεταφέρθηκε ποτέ στην Κύπρο και ούτε παραδόθηκε στον παραπονούμενο. Το εναπομείναν ποσό το οποίο ανέρχεται στις €90.000 δεν έχει επιστραφεί ποτέ στον παραπονούμενο από τον κατηγορούμενο. Μέσα από τη μαρτυρία διαπιστώνεται ότι τόσο το τιμολόγιο όσο και οι αποδείξεις Τεκμήρια 6 - 9 αναφέρουν το όνομα νομικού προσώπου A. Chrysanthou Cars Ltd, αλλά αυτό που έχει παραμείνει αναντίλεκτο και η υπεράσπιση δεν το έχει αμφισβητήσει, είναι ότι τα ποσά από τον παραπονούμενο τα παρέλαβε και τα ιδιοποιήθηκε ο κατηγορούμενος προσωπικά. Αυτό διαπιστώνεται και από την ανώμοτη δήλωση του παραπονούμενου «Ποτέ μου δεν ήθελα να ξεγελάσω τον Φίλιππο αλλά λόγω της οικονομικής καταστροφής που είχα, λόγω που είχα μπλέξει με τοκογλύφους και αρκετές δυσκολίες που είχα απειλές, αντιμετώπιζα δυσκολίες να επιστρέψω τα λεφτά πίσω». Νομική Πτυχή Το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χαρίτωνος και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40. Ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου. Το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου διέπεται από το άρθρο 270 του Κεφ. 154, το οποίο πρέπει να διαβάζεται πάντοτε με το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα (Βλέπε Παναγή ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 794 και Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486). Οι λεπτομέρειες της κατηγορίας η οποία αφορά το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου παραπέμπει στο εδάφιο (β) του άρθρου 270 το οποίο ρητά προνοεί κατά λέξη τα εξής: «270. Αν αυτό που κλάπηκε είναι ένα από τα ακόλουθα πράγματα, δηλαδή- (α) .................................. (β) περιουσία εμπιστευμένη στον υπαίτιο, είτε σε μόνο του, είτε μαζί με άλλο, για την ασφαλή φύλαξη από αυτό, ή χρήση, πληρωμή, ή παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ..................................» Στο άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοια της. Στην υπόθεση Ανδρονίκου Ιωάννης κ.α. ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω), έχει αναλυθεί η έννοια της ως εξής: «Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larcency Act 1915 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn
(1986)1 ALL E.R. 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής». Η περιουσία που ο παραπονούμενος εμπιστεύθηκε στον κατηγορούμενο ήταν το ποσό των €66.000 και το αυτοκίνητο ΚΡΥ 902 το οποίο ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι τρίτου προσώπου και τα πιο πάνω ο παραπονούμενος τα παρέδωσε στον κατηγορούμενο για να του παραδώσει συγκεκριμένο όχημα. Η υπάρχουσα μαρτυρία, κάτι που δεν έχει αμφισβητηθεί και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, είναι ότι το ποσό των €66.000 το έθεσε υπό την κατοχή του καθώς και το αυτοκίνητο ΚΡΥ 902. Δεν έχει όμως υλοποιηθεί η συμφωνία και η παράδοση του οχήματος που έχουν συμφωνήσει. Μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος παρέδωσε ένα αυτοκίνητο αξίας €32.000, δεν έχει παραδώσει το όχημα που έχουν συμφωνήσει και δεν έχει επιστρέψει το υπόλοιπο ποσό των χρημάτων. Στην περίπτωση κλοπής υπό αντιπροσώπου εμπεριέχεται το στοιχείο του δόλου και της κατάχρησης της σχέσης εμπιστοσύνης, κάτι που πρέπει να αποδειχθεί. Στην Αγγλική υπόθεση R. v. Lawrence 55 Cr. App. Report σελ. 73, καταγράφονται αναλυτικά τα συστατικά στοιχεία της κλοπής και συνεπώς θα πρέπει να αποδειχθεί δόλια ιδιοποίηση περιουσίας άλλου προσώπου με σκοπό ο ιδιοκτήτης αυτής της περιουσίας να στερηθεί για πάντα αυτή την περιουσία. Η ιδιοποίηση της περιουσίας συντελείται όποτε πρόσωπο αναλάβει περιουσία ή διαθέτει την περιουσία χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος παρέλαβε νόμιμα και για συγκεκριμένο σκοπό την περιουσία του παραπονουμένου για την αγορά και παράδοση συγκεκριμένου οχήματος. Η δολιότητα του έγκειται στο γεγονός ότι παρέλαβε τα λεφτά από τον παραπονούμενο και ως ο ίδιος παραδέχεται στην ανώμοτη του δήλωση τα χρησιμοποίησε για ίδιον όφελος λόγω της οικονομικής καταστροφής που είχε, τα μπλεξίματα με τοκογλύφους και αρκετές δυσκολίες και απειλές που αντιμετώπιζε. Με αυτά διαπιστώνεται ότι ο κατηγορούμενος παρέλαβε νόμιμα τα χρήματα του κατηγορούμενου αλλά μετά τα διέθεσε με τρόπο που δεν είχε τη συγκατάθεση του. Καθοριστικό για την ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου είναι ποιες ήταν οι πραγματικές προθέσεις του όταν αποδέχθηκε να πάρει τα χρήματα που του εμπιστεύθηκε ο παραπονούμενος, αν οι προθέσεις του ήταν δόλιες, τότε αποδεικνύεται το αδίκημα της κλοπής. Η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα (Βλ. Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 26η έκδ. σελ. 364, παρ.1010). Μέσα από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και τα όσα ο ίδιος ο κατηγορούμενος έχει αναφέρει στην ανώμοτη του δήλωση διαπιστώνεται ότι τα λεφτά που πήρε από τον παραπονούμενο τα διέθεσε για άλλο λόγο εκτός από αυτόν που συμφώνησε με τον παραπονούμενο. Οι ισχυρισμοί του ότι η συμφωνία δεν ολοκληρώθηκε λόγω της μη έγκαιρης πώλησης του οχήματος που του παρέδωσε ο παραπονούμενος έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του για οικονομική καταστροφή και μπλέξιμο με τοκογλύφους. Ο κατηγορούμενος μέχρι σήμερα δεν έχει επιστρέψει τα χρήματα στον παραπονούμενο. Η αγορά τρίτου οχήματος από τον παραπονούμενο αξίας €32.000 από τη μάνδρα αυτοκινήτων που διατηρούσε ο κατηγορούμενος μειώνει τη ζημιά αλλά δεν καθιστά έννομη την πράξη του κατηγορουμένου να μην επιστρέψει πίσω ολόκληρο το ποσό που παρέλαβε από τον παραπονούμενο. Ο κατηγορούμενος οικειοποιήθηκε τα χρήματα του παραπονουμένου για διαφορετικό λόγο από αυτό που τα παρέλαβε. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η πράξη αυτή του κατηγορούμενου αποτελεί δόλια οικειοποίηση των χρημάτων του παραπονουμένου και κρίνω ένοχο τον κατηγορούμενο στην κατηγορία της κλοπής υπό αντιπροσώπου. (Υπ.) ................. Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΟΟ Subject: Criminal / General / Final Αναφορά: Κλοπή υπό αντιπροσώπου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.