Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κυβέλη Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7297/13, 12/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B6 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου Βασιλείου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7297/13 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και
- Κυβέλη Γεωργίου
- Γεώργιος Οικονόμου Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 12.1.16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μανώλη Για κατηγορούμενη 1: κ. Χ. Χριστοφόρου Για τον Κατηγορούμενο 2 : κα. Γρίλλη Κατηγορούμενοι1 και 2 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Με βάση το κατηγορητήριο οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες κατά παράβαση του Περί Ρύθμισης των Στοιχημάτων Νόμου 106
(1)/2012. Συγκεκριμένα η 1η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 23.11.2012 στη Λεμεσό παρείχε συνδρομή στον 2ον κατηγορούμενο για να διαπράξει ποινικό αδίκημα, δηλαδή, την παροχή υπηρεσιών στοιχημάτων χωρίς να κατέχει άδεια αποδέκτη κλάσης Α (1η κατηγ.). Ο 2ος κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την ίδια πιο πάνω ημερομηνία λειτουργούσε υποστατικό για παροχή υπηρεσιών, στοιχήματος χωρίς να είναι κάτοχος άδειας υποστατικού (2η κατηγ.) και ότι παρείχε υπηρεσίες στοιχημάτων χωρίς να κατέχει άδεια αποδέκτη κλάσης Α (3η κατηγ.). Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής οι συνήγοροι των κατηγορούμενων εισηγήθηκαν ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι δεν θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής. Με την άρνηση των Κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ.191). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου,
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τέσσερεις μάρτυρες κατηγορίας. Κατά τη διάρκεια δε της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν συνολικά 19 τεκμήρια καθώς μέρος της μαρτυρίας κατατέθηκε με τη μορφή παραδεκτών γεγονότων που εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Ο ΜΚ1 αστυφύλακας Παναγιώτης Βρυωνή κατά την ένορκη κατάθεση του κατέθεσε στο Δικαστήριο δέσμη φωτογραφιών (τεκμ.2) που έλαβε ο ίδιος στις 18.10.12 δηλαδή ημερομηνία άλλη από αυτή που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου και οι οποίες απεικονίζουν υποστατικό άλλο από αυτό στο οποίο αναφέρθηκαν οι υπόλοιποι μάρτυρες κατηγορίας. Ο ΜΚ2, αστυφ. 1935 Δ. Κλεοβούλου, ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος και κατέθεσε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν κατά την έρευνα που έγινε στις 23.11.12 στο υποστατικό στην οδό Αγίας Φυλάξεως 181Β. Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι στο εν λόγω υποστατικό ο κατηγορούμενος 2 παρείχε υπηρεσίες στοιχημάτων χωρίς να κατέχει άδεια αποδέκτη κλάσης Α και ότι λειτουργούσε το υποστατικό για παροχή υπηρεσιών στοιχημάτων χωρίς να είναι κάτοχος άδειας ή κατά παράβαση των όρων της άδειας του. Ανέφερε επίσης ότι διερεύνησε τόσο το αδίκημα της παροχής υπηρεσιών στοιχημάτων χωρίς άδεια όσο και το αδίκημα της παροχής υπηρεσιών στοιχημάτων κατά παράβαση των όρων της άδειας, επειδή, ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίσθηκε ότι υπήρχε σχετική άδεια. Ο ίδιος ως ο εξεταστής της υπόθεσης παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό του κατηγορούμενου 2 και δεν του ζήτησε να παρουσιάσει οποιαδήποτε άδεια. Όπως ανέφερε για τη ποινική δίωξη των κατηγορούμενων στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στη γραπτή κατάθεση που έδωσε η αρμόδια διοικητική λειτουργός της Εθνικής Αρχής Στοιχημάτων. Επίσης αποδέχθηκε πως οι κατηγορούμενοι διώχθηκαν βάση του Νόμου 106
(1)/12 χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει χρονικά πότε υπήρχε η δυνατότητα έκδοσης αδειών με βάση το Νόμο αυτό. Η διοικητική λειτουργός της Εθνικής Αρχής Στοιχημάτων κλήθηκε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ΜΚ3. Υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση της ημερ. 9.1.13 τεκμ 14 όπου αναφέρει ότι μεταξύ των καθηκόντων της είναι και η τήρηση αρχείου αδειούχων αποδεκτών κλάσης Α και εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων τους σύμφωνα με τον Νόμο 106
(1)/
- Στη γραπτή κατάθεση της αναφέρει ότι όπως έχει πληροφορηθεί το επίδικο υποστατικό στην οδό Αγίας Φυλάξεως 181Β λειτουργούσε κάτω από την επωνυμία της εταιρείας MERIDIAN LTD με υπεύθυνο τον κατηγορούμενο
- Ακολούθως μέσα σε αυτά τα πλαίσια δηλώνει ότι το αναφερόμενο υποστατικό για την περίοδο 1.1.2012 μέχρι 31.12.2012 δεν είχε άδεια αποδέκτη Κλάσης Α ή εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου Κλάσης Α σύμφωνα με το Νόμο 106
(1)/12 καθώς και ότι ο κατηγορούμενος 2 που της έχει αναφερθεί ως το υπεύθυνο πρόσωπο δεν έχει άδεια αποδέκτη Κλάσης Α ή εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου. Σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 ανέφερε ότι αυτή είναι το υπεύθυνο πρόσωπο επικοινωνίας για την εταιρεία Fair Champion Bet. Χωρίς να διευκρινίσει πως σχετίζεται η εταιρεία αυτή με τα υπό εξέταση αδικήματα ανέφερε ότι κάθε εταιρεία καθορίζει ένα υπεύθυνο πρόσωπο επικοινωνίας για θέματα που αφορούν την εταιρεία. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι κατά τον επίδικο χρόνο δηλαδή στις 23.11.12 η εταιρεία MERIDIAN δεν είχε άδεια αποδέκτη κλάσης Α ή εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου δηλώνοντας πως με βάση το Νόμο106
(1)/12 οι εταιρείες για να έχουν δικαίωμα να διεξάγουν «επίγειο» στοίχημα στη Κύπρο, δηλαδή όπως εξήγησε, όχι ηλεκτρονικό υποχρεούνται να υποβάλουν αίτηση για εξασφάλιση της σχετικής άδειας. Εξήγησε επίσης ότι εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος είναι νομικό ή φυσικό πρόσωπο που υποβάλλει αίτηση για εξασφάλιση άδειας εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του αποδέκτη κλάσης Α που είναι το «επίγειο στοίχημα». Ανέφερε ότι οι άδειες που εκδόθηκαν πριν τη θέσπιση του Νόμου 106
(1)/12 είχαν ισχύ μέχρι τις 31.12.12 καθώς και ότι η Εθνική Αρχή Στοιχημάτων που συστάθηκε με τη θέσπιση του αναφερόμενου Νόμου, στις 21.11.12 ανακοίνωσε στο τύπο ότι άρχισε να δέχεται την υποβολή αιτήσεων για την παροχή αδειών. Διευκρίνισε μάλιστα πως μέχρι το τέλος του 2012 δεν είχε ακόμα εκδοθεί οποιαδήποτε άδεια από την εν λόγω αρμόδια αρχή. Τέλος ανέφερε πως «άτυπα» είχε πρόσβαση στο προηγούμενο αρχείο του Υπουργείου οικονομικών αλλά δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει το καθεστώς που επικρατούσε πριν από τη θέσπιση του Νόμου 106
(1)/12 βάση του οποίου η ίδια ανέλαβε καθήκοντα. Ο ΜΚ4, αστυφ. Μάριος Μιχαηλίδης, υπηρετεί στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων και έλαβε μέρος στην έρευνα που έγινε στο επίδικο υποστατικό. Μεταξύ των καθηκόντων του είναι και η συλλογή, ο χειρισμός και η εξέταση ηλεκτρονικών τεκμηρίων. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης που ετοίμασε, τεκμ. 15, στην οποία αναφέρει ότι ο αστυφ. 3098 είχε εισέλθει στο επίδικο υποστατικό σαν πελάτης και αφού έδωσε το ποσό των €10 για να στοιχηματίσει σε ποδοσφαιρικούς αγώνες ο υπεύθυνος του υποστατικού, δηλαδή ο κατηγορούμενος 2, του εκτύπωσε απόδειξη μέσω συγκεκριμένου ηλεκτρονικού υπολογιστή και εκτυπωτή. Στη συνέχεια εντόπισε το συγκεκριμένο ηλεκτρονικό υπολογιστή ο οποίος είχε φορτωμένο λογισμικό διαχείρισης στοιχημάτων με την ονομασία BETTY. Δεν κατέστη όμως δυνατόν να προχωρήσει στην εξέταση του προγράμματος επειδή παρά την εισαγωγή του κωδικού η εκκίνηση του προγράμματος απέτυχε. Για το λόγο αυτό δεν ήταν σε θέση να αναφέρει εάν το στοίχημα που έπαιξε ο συνάδελφος του και για το οποίο εκδόθηκε η απόδειξη παράρτημα 1 στην έκθεση του ήταν ηλεκτρονικό ή άλλο στοίχημα Επίσης ανέφερε πως δεν έλεγξε τον πύργο του ηλεκτρονικού υπολογιστή (Τεκμ.8) που παραλήφθηκε κατά την έρευνα που έγινε στο υποστατικό για να είναι σε θέση να αναφέρει τι είδους στοιχήματα μπορούσαν να διεξαχθούν στο επίδικο υποστατικό. Κατά την έρευνα που διεξήγαγε διαπίστωσε περαιτέρω ότι το υποστατικό είχε σύνδεση με το διαδίκτυο με παροχέα τη Cytanet. Ερωτηθείς κατά πόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο η εταιρεία MERIDIEN είχε άδεια διεξαγωγής στοιχημάτων από άλλη Ευρωπαϊκή χώρα εκτός από τη Κύπρο ανέφερε ότι η αναφερόμενη εταιρεία κατείχε άδεια από τη Μάλτα. Το γεγονός ότι ο αστυφ. 3098 κατά τον επίδικο χρόνο είχε εισέλθει στο επίδικο υποστατικό σαν πελάτης και αφού έδωσε το ποσό των €10 για να στοιχηματίσει ο κατηγορούμενος 2 του εκτύπωσε απόδειξη μέσω συγκεκριμένου ηλεκτρονικού υπολογιστή και εκτυπωτή προκύπτει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του ίδιου που δηλώθηκε παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Επίσης από την υπόλοιπη μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι το επίδικο υποστατικό έφερε την ονομασία MERIDIAN. Η κατηγορούμενη 1 στην γραπτή κατάθεση της τεκμ.10 αναφέρει ότι είναι υπεύθυνη της εταιρείας MERIDIAN η οποία παρέχει υπηρεσίες στοιχήματος. Στη Λεμεσό η εταιρεία διατηρεί 25 παραρτήματα, ένα εκ των οποίων και το επίδικο στο οποίο υπεύθυνος είναι ο κατηγορούμενος 2. Δηλώνει περαιτέρω ότι στις 23.11.12 το εν λόγω υποστατικό δεν είχε άδεια για παροχή υπηρεσιών στοιχημάτων από το Υπουργείο Οικονομικών αλλά είχε άδεια από την Μάλτα. Αναφέρει επίσης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε ακόμα συσταθεί η αρμόδια επιτροπή έτσι ώστε να δέχεται την υποβολή αιτήσεων για την παροχή των σχετικών αδειών βάση του νόμου που είχε τροποποιηθεί. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι στηρίζονται στο Περί Ρύθμισης των Στοιχημάτων Νόμο 106
(1)/2012 ο οποίος θεσπίσθηκε στις 11.7.2012 και σύμφωνα με την ερμηνεία του άρθρου 2 : «Αρχή» σημαίνει την Εθνική Αρχή Στοιχημάτων που διορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙΙ «ηλεκτρονικό στοίχημα» σημαίνει στοίχημα το οποίο διεξάγεται μέσω τηλεπικοινωνιών «στοίχημα» σημαίνει οποιοδήποτε είδος στοιχήματος διενεργείται επί αθλητικών ή άλλων γεγονότων από αριθμό φυσικών προσώπων που συμμετέχουν σε αυτό, υπό τον όρο ότι, τα κέρδη κάθε παίκτη καθορίζονται από το πρόσωπο που διοργανώνει το στοίχημα, πριν ή κατά το χρόνο διενέργειάς του, με αναφορά, τόσο στο ποσό που ο κάθε παίκτης κατέβαλε για τη συμμετοχή του στο στοίχημα, όσο και στην καθορισμένη τιμή απόδοσης του συγκεκριμένου στοιχήματος και το οποίο διεξάγεται κατόπιν άδειας στοιχήματος Κλάσης Α ή Β, ως προβλέπεται στον παρόντα Νόμο. «παροχή υπηρεσιών στοιχήματος» σημαίνει την πρόσκληση από πρόσωπο σε τρίτο πρόσωπο να συμμετέχει σε στοίχημα, σύμφωνα με ενέργειες που έχουν γίνει από το πρόσωπο αυτό. Το άρθρο 12 του Νόμου 106
(1)/2012 προνοεί τα ακόλουθα:
(1)Υπηρεσίες στοιχήματος παρέχονται μόνο από πρόσωπο που κατέχει άδεια αποδέκτη Κλάσης Α ή άδεια εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου αποδέκτη Κλάσης Α ή άδεια αποδέκτη Κλάσης Β που εκδίδεται, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης, από την Αρχή, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Μέρους και η οποία άδεια εξουσιοδοτεί, ανάλογα με την Κλάση κάθε άδειας, την παροχή των υπηρεσιών στοιχήματος όπως αυτές καθορίζονται στο εδάφιο
(2).
(2)Η Αρχή εκδίδει δυνάμει του εδαφίου
(1)άδεια - (α) αποδέκτη Κλάσης Α με την οποία εξουσιοδοτεί την παροχή υπηρεσιών για διεξαγωγή στοιχήματος εντός αδειούχου υποστατικού εξαιρουμένων υπηρεσιών στοιχήματος άδειας Κλάσης Β και ιπποδρομιακού στοιχήματος (β) αποδέκτη Κλάσης Β με την οποία εξουσιοδοτεί την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικού στοιχήματος, εξαιρουμένων των παιγνιομηχανημάτων περιορισμένου οφέλους, των τυχερών παιχνιδιών καζίνο παρεχόμενων με απευθείας σύνδεση και του ιπποδρομιακού ηλεκτρονικού στοιχήματος˙ (γ) εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου αποδέκτη Κλάσης Α με την οποία εξουσιοδοτεί την παροχή υπηρεσιών για διεξαγωγή στοιχήματος για λογαριασμό αποδέκτη Κλάσης Α εντός αδειούχου υποστατικού εξαιρουμένων υπηρεσιών στοιχήματος άδειας Κλάσης Β και ιπποδρομιακού στοιχήματος. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 11 η Εθνική Αρχή Στοιχημάτων εξετάζει τις αιτήσεις για άδεια αποδέκτη κλάσης Α ή Β, εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου και άδειας υποστατικού και εκδίδει τις αντίστοιχες άδειες που προβλέπει ο Νόμος. Ενώ με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 36 η αίτηση για άδεια υποστατικού υποβάλλεται στην Αρχή από αδειούχο αποδέκτη Κλάσης Α ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία που συνοπτικά περιγράφεται πιο πάνω και ειδικότερα τη μαρτυρία της διοικητικής λειτουργού της Εθνικής Αρχής Στοιχημάτων, ΜΚ3, προκύπτει ότι κατά τον επίδικο χρόνο το αναφερόμενο υποστατικό λειτουργούσε κάτω υπό την επωνυμία της εταιρείας MERIDIAN LTD. Επίσης σύμφωνα με τη προσκομισθείσα μαρτυρία παρά το ότι ο Νόμος 106
(1)/12 θεσπίσθηκε στις 11.7.12, η Εθνική Αρχή Στοιχημάτων ανακοίνωσε στο τύπο ότι άρχισε να αποδέχεται την υποβολή αιτήσεων για την παροχή αδειών στις 21.11.12 και μέχρι το τέλος του έτους 2012 δεν είχε ακόμα εκδοθεί οποιαδήποτε άδεια από την αρμόδια αρχή. Διαπιστώνεται συνεπώς ότι ενώ οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται με βάση τις διατάξεις του Νόμου 106
(1)/12 για αδικήματα που διαπράχθηκαν στις 23.11.12 με βάση τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής η αρμόδια αρχή δεν αποδεχόταν την υποβολή αιτήσεων για την έκδοση των απαιτούμενων από το Νόμο αδειών πριν από τις 21.11.12. Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία της ΜΚ3, αυτή άτυπα είχε πρόσβαση στο προηγούμενο αρχείο, αλλά δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει και να αναφέρει το καθεστώς που επικρατούσε πριν από τη θέσπιση του Νόμου 106
(1)/12 βάση του οποίου η ίδια ανέλαβε καθήκοντα. Παράλληλα σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ4 η εταιρεία MERIDIEN είχε άδεια διεξαγωγής στοιχημάτων από άλλη Ευρωπαϊκή χώρα και συγκεκριμένα τη Μάλτα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι περί Συλλογικών Στοιχημάτων Νόμος75
(1)/97 καταργήθηκε με την έναρξη ισχύος του Νόμου 106
(1)/2012 ενώ στις μεταβατικές διατάξεις του νέου Νόμου και συγκεκριμένα στο άρθρο 91 προνοούνται τα ακόλουθα:
(1)..................
(2)Οι Κανονισμοί, τα διατάγματα, οι άδειες και οι γνωστοποιήσεις, που εκδόθηκαν δυνάμει του περί Συλλογικών Στοιχημάτων (Ρύθμιση και Φόρος) Νόμου, θεωρούνται ότι εκδόθηκαν δυνάμει του παρόντος Νόμου και εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι να καταργηθούν ή αντικατασταθούν.
(3)Νομικά πρόσωπα τα οποία, κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, κατέχουν άδεια για διεξαγωγή ηλεκτρονικού στοιχήματος που εκδόθηκε από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δύνανται να συνεχίσουν την παροχή υπηρεσιών στοιχήματος μόνο καθόσον αφορά το στοίχημα που επιτρέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και θεωρείται ότι λειτουργούν στα πλαίσια του νόμου αυτού μέχρι την έκδοση σχετικής άδειας από την Αρχή, νοουμένου ότι έχουν υποβάλει αίτηση για εξασφάλιση άδειας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου εντός ενός
(1)μηνός από της γνωστοποίησης της ημερομηνίας που η Αρχή αποδέχεται αιτήσεις. Στην προκειμένη περίπτωση καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί που να τείνει να καταδείξει ποια συγκεκριμένα στοιχήματα διεξάγονταν κατά τον επίδικο χρόνο στο επίδικο υποστατικό και κατά πόσο αυτά ήταν ηλεκτρονικά ή άλλα στοιχήματα. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν τα κενά και τις ατέλειες που παρουσιάζει η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Αυτά και γενικά η ποιότητα της μαρτυρίας οδηγούν στην κατάληξη πως αν οι κατηγορούμενοι κληθούν σε απολογία θα κληθούν όχι για να υπερασπίσουν τον εαυτό τους αλλά για να διορθώσουν τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Περαιτέρω κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται ούτε υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 σε καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και συναφώς ο καθένας τους αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες που τον αφορούν. (Υπ.)........... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/General/Final Αναφορά: Περί στοιχημάτων Νόμος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο