Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Βαρβάρας Στέλιου, Αρ. Υπόθεσης: 28958/14, 26/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 28958/14 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Βαρβάρας Στέλιου Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 26/1/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού μαζί με την κα Α. Αναξαγόρου Για την κατηγορούμενη: κ. Ρ. Βραχίμης Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει έξη συνολικά κατηγορίες. Οι τρείς από αυτές αφορούν αδικήματα κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 και συγκεκριμένα τα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α (1η Κατηγ.), της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο (2η Κατηγ.) και της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (3η Κατηγ.). Οι λοιπές κατηγορίες, δηλαδή η 4η, 5η και 6η κατηγορία αφορούν τα αδικήματα της κλεπταποδοχής, της κατοχής εκρηκτικών υλών και της κατοχής συλλεκτικού όπλου χωρίς πιστοποιητικό εγγραφής και άδεια κατοχής του. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής η κατηγορούμενη ζήτησε άδεια και άλλαξε απάντηση στις κατηγορίες 3-6 με αποτέλεσμα η παρούσα απόφαση να αφορά μόνο την 1η και 2η κατηγορία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 1ης και 2ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη στις 30/10/2014 στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή της ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α, δηλαδή 881,5386 γραμμάρια MDMAκαι 0,0223 γραμμάρια μεταμφεταμίνης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (1η Κατηγ.), με σκοπό να προμηθεύσει τα 881,5386 γραμμάρια MDMA σε άλλα πρόσωπα (2η Κατηγ.). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κάποια έγγραφα κατατέθηκαν εκ συμφώνου και το περιεχόμενο τους δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του και κάποια γεγονότα δηλώθηκαν επίσης παραδεκτά. Αυτό είναι η κατάθεση του αστυφ. 5460 Γενοβκιάν με άρνηση μόνο του χαρακτηρισμού των ουσιών στις οποίες γίνεται αναφορά και που ανευρέθηκαν στο σπίτι της κατηγορούμενης (Τεκμήριο 24). Ως παραδεκτά γεγονότα δηλώθηκαν ότι οι ουσίες που αναφέρονται στο Τεκμήριο 24, είναι τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ότι οι ουσίες και τα αντικείμενα που αναφέρονται στο ίδιο τεκμήριο ανευρέθηκαν στο διαμ. 11 στην πολυκατοικία Omelka Court στη Λεωφόρο Αμαθούντας 86 στον Άγιο Τύχωνα και ότι το άτομο στο οποίο γίνεται αναφορά στην κατάθεση, είναι η Βαρβάρα Στέλιου. Ως Τεκμήριο 25 κατατέθηκε η κατάθεση της Γ/Αστυφ. 4820 Χρ. Κύρου και το περιεχόμενο της δηλώθηκε επίσης παραδεκτό με άρνηση μόνο του χαρακτηρισμού των ουσιών που ανευρέθηκαν στο σπίτι της κατηγορούμενης, όπως και των όπλων και των εκρηκτικών υλών. Δηλώθηκαν περαιτέρω ως παραδεκτά γεγονότα ότι τα αντικείμενα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 25, είναι αυτά που κατατέθηκαν ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου, óτι η Βαρβάρα Στέλιου είναι η κατηγορούμενη και ότι οι φωτογραφίες 55 μέχρι 58 του Τεκμηρίου 1, απεικονίζουν τις σκηνές που η κατηγορούμενη υπέδειξε στην αστυφ.
- Με τις ίδιες επιφυλάξεις κατατέθηκε επίσης η κατάθεση του αστυφ. 2075 Χρ. Χριστοφή (Τεκμήριο 27) και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η Βαρβάρα Στέλιου που αναφέρεται στην κατάθεση, είναι η κατηγορούμενη και ότι τα τεκμήρια που επίσης αναφέρει στην κατάθεση του είναι αυτά που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Παραδεκτó επίσης με την ίδια επιφύλαξη, έγινε το περιεχόμενο των καταθέσεων του αστυφ. 1416 Α. Κτωρή, του Α/Αστυφ. 2218 Γ. Γεωργίου, του αστυφ. 2260 Π. Ζακχαίου, του Α/Αστυφ. 1746 Γ. Γεωργίου (Τεκμήρια 32-34 και 36 αντίστοιχα) και δηλώθηκε επίσης παραδεκτό ότι τα αντικείμενα που αναφέρονται στις καταθέσεις τους, είναι αυτά που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια. Με τις ίδιες επιφυλάξεις κατατέθηκε επίσης η κατάθεση του αστυφ. 3669 Ι. Κωνσταντίνου (Τεκμήριο 28) μαζί με τρία έντυπα που τιτλοφορούνται ως «αντικείμενα για εξέταση» και δηλώθηκε ως παραδεκτό ότι τα αντικείμενα που αναφέρονται στην κατάθεση του αυτή, είναι τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Παραδεκτό γεγονός δηλώθηκε το περιεχόμενο εγγράφου του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής (Τεκμήριο 29) καθώς επίσης και τα αποτελέσματα δικανικής εξέτασης με αρ. έκθεσης πραγματογνωμοσύνης 6256-2014 με αρ. αναφοράς ΥΠΕΓΕ 6256/14 (Τεκμήριο 30). Παραδεκτό γεγονός δηλώθηκε επίσης και το περιεχόμενο των τριών καταθέσεων του Παναγιώτη Χατζηττοφή (Τεκμήρια 31 Α, Β, Γ αντίστοιχα) και ότι τα αντικείμενα τα οποία αναφέρει στην κατάθεση του είναι αυτά που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι η ορθή ημερομηνία λήψης και των τριών καταθέσεων του Παναγιώτη Χατζηττοφή είναι η 30/10/
- Παραδεκτή έγινε επίσης η λήψη κατάθεσης από την κατηγορούμενη από την αστυφ. Κύρου (Τεκμήριο 26). Όλα τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν ο Α/Αστυφ. 2690 Α. Παντελή, ο Αστυφ.620 Μ. Αρτεμίου, ο Αστυφ. 2218 Γ. Γεωργίου και η Μαρία Αυξεντίου (Μ.Κ.1-4 αντίστοιχα), οι οποίοι και σύμφωνα και με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσαν οι πρώτοι τρεις τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης, η δε Μ.Κ.4 την έκθεση την οποία ετοίμασε σε σχέση με την υπόθεση και στη συνέχεια αντεξετάσθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούμενης. Μετά δε από την κλήση της τελευταίας σε απολογία, αυτή επέλεξε και άσκησε το δικαίωμα της σιωπής, χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα, είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Καλό είναι πάντως να λεχθεί ότι τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, δεν έχουν στην ουσία τους αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Η όλη επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούμενης, επικεντρώθηκε κυρίως στη θέση ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ακριβή ποσότητα MDMA που εντοπίσθηκε στις ουσίες που ανευρέθηκαν σπίτι της κατηγορούμενης. Εφόσον λοιπόν και σύμφωνα με τη θέση του κ. Βραχίμη, δεν διαφάνηκε από την προσκομισθείσα μαρτυρία και ειδικότερα αυτής της Μ.Κ.4, η ακριβής περιεκτικότητα των απαγορευμένων ουσιών, τόσο η 1η όσο και η 2η κατηγορία είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Μ.Κ.1 ήταν ο φωτογράφος της αστυνομίας που κλήθηκε και μετέβη στο σπίτι της κατηγορούμενης και έλαβε αριθμό φωτογραφιών (Τεκμήριο 1). Αυτός μαρτύρησε τα όσα περιήλθαν σε γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του, χωρίς σε καμία στιγμή να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να αλλοιώσει τη θετική αυτή εντύπωση, για αυτό και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή εκτός μόνο κάποιων απόψεων που εξέφρασε για διάφορα θέματα, με πιο σημαντικό το είδος των ουσιών που εντοπίσθηκαν. Και αυτό γιατί και όπως και ο ίδιος δέχθηκε, δεν διαθέτει εμπειρογνωμοσύνη επί του θέματος και τα όσα προέβαλε βασίσθηκαν απλώς και μόνο στην εμπειρία του στην ΥΚΑΝ. Μ.Κ.2 ήταν o εξεταστής της υπόθεσης. Αυτός δεν μετέβη στο χώρο που εντοπίσθηκαν τα ναρκωτικά αλλά παρέλαβε τα τεκμήρια από άλλο αστυφύλακα, τον 5460 Δ. Γενοβκιάν της ΥKAN Λεμεσού και ετοίμασε σχετικό κατάλογο. Από τις ενέργειες που καταγράφονται στο Τεκμήριο Β και κατατέθηκε ως μέρος της κύριας του εξέτασης είπε ότι δικές του ενέργειες ήταν μόνο όσες αριθμούνται με τους αριθμούς 10 και 11, η λήψη δηλαδή παρειακών επιχρισμάτων από την κατηγορούμενη και άλλο τρίτο πρόσωπο. Όλα τα υπόλοιπα που αναφέρονται, με σαφήνεια ανάφερε ότι τα πληροφορήθηκε από τον αστυφ. 5460 και αποτελούν συνεπώς εξ' ακοής μαρτυρία. Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32
(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία, δεν αποκλείεται πλέον γι' αυτό μόνο το λόγο. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι θα πρέπει να προσδοθεί στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, πλήρης βαρύτητα. Και αυτό όχι μόνο γιατί ο μάρτυρας μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας, αλλά κυρίως γιατί το περιεχόμενο της κατάθεσης του αστυφ. 5460 Γενοβκιάν από τον οποίο ο Μ.Κ.2 πληροφορήθηκε τα γεγονότα στα οποία έκαμε αναφορά δηλώθηκε παραδεκτό. Το μόνο σημείο στο οποίο δεν θα αποδοθεί καμία βαρύτητα είναι ο χαρακτηρισμός των ουσιών αφού ο μάρτυρας αυτός, όπως και ο Μ.Κ.1 δεν διέθετε εμπειρογνωμοσύνη επί του θέματος ενώ το μέρος αυτό της μαρτυρίας δεν αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός. Μ.Κ.3 ήταν ο αστυφύλακας που διερεύνησε υπόθεση διάρρηξης και κλοπής από κατοικία στο χωριό Λάνια της επαρχίας Λεμεσού που έγινε στις 30/10/2014 και από την οποία κλάπηκαν διάφορα αντικείμενα, κάποια από τα οποία ανευρέθηκαν στο διαμέρισμα της κατηγορούμενης και κατατέθηκαν ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκμήρια 14-18 και 21). Και ο μάρτυρας αυτός μαρτύρησε με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα περιήλθαν σε γνώση του μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του για αυτό και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, με εξαίρεση μόνο την εξ' ακοής μαρτυρία που αυτός προσήγαγε και η οποία αφορούσε την αξία των αντικειμένων που είχαν κλαπεί από την οικία στη Λάνια. Και αυτό γιατί δεν μπορεί να ελεχθεί η ορθότητα και η ακρίβεια της εξ' ακοής αυτής μαρτυρίας η οποία παραμένει άγνωστου βαθμού και η απόδοση σε αυτήν βαρύτητας δεν θα ήταν προς όφελος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Εν πάση περιπτώσει πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία αυτή δεν σχετίζεται με τις υπό εκδίκαση κατηγορίες. Ουσιαστικότατη μαρτυρία ήταν αυτή της Μ.Κ.4 η οποία είναι χημικός και εργάζεται στο Γενικό Χημείο του κράτους, στο εργαστήριο Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας στο οποίο και προίσταται. Αυτή κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως εμπειρογνώμονας και η εμπειρογνωμοσύνη της δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες οι μαρτυρίες και των κοινών μαρτύρων (βλ. Κώστας Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113). Σύμφωνα με τη νομολογία οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με τη μαρτυρία (βλ. Cybarco Ltd v. Kovascik
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 2013). Όπως σημειώνεται στο σύγγραμμα Phipson on Evidence,14η έκδοση, παρ. 32-14: "An expert may give his opinion upon facts which are either admitted, or proved by himself, or other witnesses in his hearing, at the trial, or are matters of common knowledge as well as upon an hypothesis bases thereon". Η μάρτυρας αυτή μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως εμπειρογνώμονας. Κατάθεσε με σταθερό και θετικό τρόπο, δίδοντας λεπτομέρειες και επεξηγήσεις για τις μεθόδους που χρησιμοποίησε για την εξαγωγή των συμπερασμάτων της, καθώς επίσης και όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια που είναι απαραίτητα έτσι ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων της αυτών. Εξήγησε τις μεθόδους που χρησιμοποίησε και οι οποίες είναι διεθνώς αναγνωρισμένες και κατέληξε στα συμπεράσματα της τα οποία κατέγραψε στο Τεκμήριο Ε. Ενόψει των πιο πάνω, η μαρτυρία της γίνεται πλήρως αποδεκτή. Αξίζει πάντως να λεχθεί ότι και η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία της, αλλά αντίθετα κατά την τελική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης κάλεσε το Δικαστήριο όπως την κρίνει αξιόπιστη. Η κατηγορούμενη και όπως προαναφέρεται, επέλεξε και άσκησε το δικαίωμα της σιωπής, ενέργεια που δεν μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον της (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Στην κατάθεση που αυτή έδωσε στην αστυνομία, περιγράφει τον τρόπο που τα «χάπια» βρέθηκαν στην κατοχή της, πως τα έκρυψε και τι προτίθετο να τα κάμει. Σε σχέση με την αξιολόγηση κατάθεσης κατηγορούμενου καθοδηγητικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Xρ. Κ. Γαβριήλ v. Δημοκρατίας 2009
(2)ΑΑΔ 693. «Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν και στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω),που επικαλέστηκε ο δικηγόρος του εφεσείοντα. Στη σελ. 112 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή. Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεσηDuncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncanότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης.» Με βάση λοιπόν τις πιο πάνω αρχές, όλα όσα περιέχονται στην κατάθεση της κατηγορούμενης και αποτελούν επιβαρυντικά για αυτήν στοιχεία, γίνονται αποδεκτά. Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 30/10/2014 και μετά από πληροφορία ότι η κατηγορούμενη η οποία διαμένει στο διαμέρισμα αρ. 11 στην πολυκατοικία Omelka Μπλόκ Α, στη Λεωφόρο Αμαθούντας αρ. 88 στον Άγιο Τύχωνα στη Λεμεσό κατέχει μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών και κλοπιμαίων ειδών, εξασφαλίσθηκε δικαστικό ένταλμα έρευνας και ομάδα αστυφυλάκων προχώρησε σε έρευνα. Εκεί βρισκόταν η κατηγορούμενη μαζί με άλλο τρίτο πρόσωπο, τον Γρηγόρη Ηλία που ήταν εκεί ως επισκέπτης. Κατά την έρευνα, εντοπίσθηκε πάνω σε ξύλινο κηροπήγειο το οποίο βρισκόταν σε τραπέζι στο σαλόνι του σπιτιού, πράσινη ξηρή φυτική ύλη που θεωρήθηκε από τα μέλη της ΥΚΑΝ ως κάνναβη. Όταν αυτά τα ίχνη υποδείχθηκαν στην κατηγορούμενη με την επισήμανση του αστυφ. 5460 Γενοβκιάν ότι πρόκειται για κάνναβη η κατοχή της οποίας απαγορεύεται από το Νόμο, η κατηγορούμενη απάντησε «εν το χόρτο που πίνω». Αμέσως ο αστυφύλακας 5460 συνέλαβε την κατηγορούμενη για αυτόφωρο αδίκημα και της εξήγησε τους λόγους της σύλληψης της. Της επέστησε την προσοχή στο Νόμο και η κατηγορούμενη απάντησε «αφού ξέρεις ότι είμαι χρήστης». Ο αστυφύλακας την ενημέρωσε για τα νομικά της δικαιώματα ως κρατούμενης. Στη συνέχεια ο ίδιος αστυφύλακας, εντόπισε μέσα σε ερμαράκι της κουζίνας ένα χαρτομάντηλο χρώματος άσπρου εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης που χαρακτηρίσθηκε από τον αστυφύλακα ως πράσινη ξηρή φυτική ύλης κάνναβης. Αμέσως ο αστυφύλακας το παρέλαβε ως τεκμήριο και το υπέδειξε στην κατηγορούμενη λέγοντας της ότι πρόκειται για κάνναβη και η κατηγορούμενη απάντησε «εν δικό μου, εν χόρτο». Στη συνέχεια ο αστυφύλακας Γενοβκιάν βρήκε κάτω από πάγκο της κουζίνας μέσα σε κρύπτη μια μαύρη δερμάτινη θήκη καλλυντικών με την επιγραφή «Beauty Line»μέσα στην οποία υπήρχε μια νάιλον διαφανής συσκευασία που περιείχε ποσότητα χαπιών χρώματος μπεζ με λογότυπο άγκυρα και ένα νάιλον σακούλι χρώματος κίτρινου, εντός του οποίου υπήρχε άλλο διαφανές νάιλον σακούλι μέσα στο οποίο υπήρχε επίσης ποσότητα χαπιών χρώματος μπεζ με λογότυπο άγκυρα. Αφού ο αστυφύλακας Γενοβκιάν τα ήλεγξε, ανέφερε στην κατηγορούμενη ότι τα χάπια πιστεύεται ότι είναι ναρκωτική ουσία έκσταση. Της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο και η κατηγορούμενη απάντησε «Εν έκσταση παλιά, εν δικά μου». Στο μέρος αφίχθηκε ο αστυφ. 2690 ο οποίος φωτογράφησε τα τεκμήρια καθ' υπόδειξη του αστυφ. Γενοβκιάν ο οποίος και τα παρέλαβε ως τεκμήρια. Στη συνέχεια ο αστυφ. Γενοβκιάν βρήκε στο αριστερό κομοδίνο του κρεβατιού, ένα καλαμάκι χρώματος κίτρινου κλειστό διά καψίματος και μέσα στο οποίο υπήρχε ποσότητα κρυσταλλικής ουσίας η οποία θεωρήθηκε από τον αστυφύλακα ως μεταμφεταμίνη. Το υπέδειξε στην κατηγορούμενη και την πληροφόρησε ότι θεωρεί ότι πρόκειται για μεταμφεταμίνη, λέγοντας της παράλληλα ότι η κατοχή της απαγορεύεται και αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, η κατηγορούμενη απάντησε «ενcrystal, εν δικό μου». Ο αστυφ. 2690 φωτογράφησε το ανευρεθέν τεκμήριο και ο αστυφ. Γενοβκιάν το παρέλαβε ως τεκμήριο. Κατά τη διάρκεια της έρευνας η αστυφ. 4820 εντόπισε μέσα σε κρύπτη στην κουζίνα του διαμερίσματος ένα συλλεκτικό πραγματικό όπλο τύπου BREN, ένα ομοίωμα παλαιού όπλου τύπου ΔΟΚΟ, ένα ομοίωμα περιστρόφου μάρκας Wembley με αρ. 125919, μία γεμιστήρα πυροβόλου όπλου, τρία πλήρη φυσίγγια πυροβόλου, δύο ραδιόφωνα μάρκας Roadstar και Tekado,προϊόντα κλοπής. Ανευρέθηκε επίσης και μία μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής ΚΖΧ882, η οποία είχε καταγγελθεί ως κλοπιμαία. Μετά το τέλος της έρευνας και χωρίς να ανευρεθεί τίποτε άλλο παράνομο, η κατηγορούμενη οδηγήθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Ο αστυφ. Γενοβκιάν παρέδωσε τις ανευρεθείσες ουσίες στον αστυφ.620 για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Ακολούθως η αστυφ.4820 Χρ. Κύρου έλαβε από την κατηγορούμενη ανακριτική κατάθεση για τα αδικήματα που αφορούν τα ναρκωτικά αφού προηγουμένως την πληροφόρησε γραπτώς για τα αδικήματα που διερευνούσε και της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο. Ακολούθως η αστυφ. 4820 μαζί με την κατηγορούμενη και άλλους δύο αστυφύλακες μετέβησαν στην σκηνή. Εκεί η κατηγορούμενη και μετά από δική της επιθυμία τους υπέδειξε κάποιο σημείο ως αυτό από το οποίο παρέλαβε τα ανευρεθέντα χάπια. Στη συνέχεια τα τεκμήρια παραλήφθηκαν από τον αστυφ.3669 Ι. Κωνσταντίνου ο οποίος μεταξύ άλλων ενεργειών στις οποίες προέβη παρέδωσε τις ανευρεθείσες ουσίες στη Μ.Κ.4 για επιστημονικές εξετάσεις στο γενικό χημείο του κράτους. Από τις εξετάσεις αυτές διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα. Ότι η ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης ήταν βάρους 2,6684 γραμμαρίων και περιείχε Δ.9 Τετραϋδροκανναβινόλη (Δ.9 THC), Κανναβινόλη (CBN) και ήταν κάνναβη από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, ότι τα 2388 μπεζ-καφέ δισκία, τα μπεζ-καφέ τεμάχια δισκίων, η μπεζ-καφέ σκόνη, τα 251 μπεζ-καφέ δισκία και τα μπεζ-καφέ τεμάχια δισκίων ήταν συνολικού βάρους 881,5386 γραμμαρίων και σε αυτά εντοπίσθηκαν (±)-Ν-α-Διμέθυλο-3,4 (μεθυλενοδιόξυ) φαιναιθυλαμίνη (MDMA) (±) -Ν-αιθύλο-α-μεθύλο-3,4- (μεθυλενοδιοξύ) φαιναιθυλαμίνη (MDE). Η άσπρη κρυσταλλική ουσία ήταν συνολικού βάρους 0,0223 γραμμαρίων και περιείχε μεταμφεταμίνη (Μεθυλοαμφεταμίνη). Η κατηγορούμενη υπέδειξε στον αστυφ. 4820 Χρ. Κύρου και στους αστυφύλακες 2758 και 2690 το σημείο από το οποίο παρέλαβε τα χάπια και η κατηγορούμενη έδωσε στην αστυφ. Κύρου ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 26). Με βάση τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που της αναλογεί και το οποίο είναι όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το οποίο την βαρύνει εξ' ολοκλήρου (βλ. Λοίζουv. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Θα προχωρήσω πρώτα να εξετάσω εάν οι ουσίες που εντοπίσθηκαν στο διαμέρισμα της κατηγορούμενης, αποτελούν ναρκωτικές ουσίες σύμφωνα με το Νόμο, σύμφωνα και με το λόγο της υπόθεσης Mohamad Sleiman Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 AAΔ 289, στην οποία λέχθηκε ότι η περιγραφή στο κατηγορητήριο παράνομου αντικειμένου δεν περιορίζει την απόδειξη του στην προσκόμιση μαρτυρίας αναφορικά με αυτό τούτο το είδος και την ποιότητα του. Λέχθηκε συγκεκριμένα ότι : «η περιγραφή, δε στο κατηγορητήριο του παράνομου αντικειμένου, καθώς η νομολογία καθιερώνει, δεν περιορίζει την απόδειξη του στην προσκόμιση μαρτυρίας αναφορικά με αυτό τούτο το είδος και την ποιότητα του. Είναι αρκετό όταν το αντικείμενο ανήκει στο γένος των παράνομων αντικειμένων που καλύπτει ο Νόμος...». Το στοιχείο τούτο είναι απαραίτητο να εξετασθεί γιατί σύμφωνα με τον κ. Βραχίμη, η κατηγορούσα αρχή δεν πέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες, καθότι δεν καταδείχθηκε η περιεκτικότητα των παράνομων ουσιών στα ανευρεθέντα δισκία, τεμάχια και σκόνης και ειδικότερα της ουσίας MDMA. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου. Και αυτό γιατί η χημικός (Μ.Κ.4), της οποίας τη μαρτυρία ο κ. Βραχίμης όχι μόνο δεν αμφισβήτησε, αλλά αντίθετα κάλεσε το Δικαστήριο να κάμει αποδεκτή, ήταν σαφέστατη επί του ζητήματος αυτού. Όπως ήταν η κατάληξη της, στα τεκμήρια που εξέτασε, εντόπισε τις ουσίες που καταγράφει στην έκθεση της και οι οποίες εντάσσονται στις κατηγορίες των ναρκωτικών ουσιών που προσδιόρισε και οι οποίες απαγορεύονται. Το στοιχείο αυτό είναι και σύμφωνα και με την κατάληξη της χημικού, αρκετό για να χαρακτηρίσει το είδος των ουσιών. Το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε το ποσοστό της περιεκτικότητας των παράνομων αυτών ουσιών, δεν μπορεί να διαφοροποιήσει το γεγονός ότι στα τεκμήρια που εξετάσθηκαν εμπεριέχονταν αυτές οι ουσίες που είναι παράνομες και απαγορευμένες από Νόμο, γεγονός που αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Αξιοσημείωτο είναι πάντως και πρέπει να λεχθεί ότι σε καμία περίπτωση δεν υποβλήθηκε στην μάρτυρα ότι τα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει ήταν λανθασμένα ή ότι στα τεκμήρια που εξέτασε, δεν περιέχονταν ουσίες που σύμφωνα με το Νόμο, αποτελούσαν ναρκωτικά τάξεως Α και Β. Αποτελεί λοιπόν κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα 2388 μπεζ-καφέ δισκία, τα μπεζ-καφέ τεμάχια δισκίων, η μπεζ-καφέ σκόνη, τα 251 μπεζ-καφέ δισκία και τα μπεζ-καφέ τεμάχια δισκίων, είχαν συνολικό βάρος 881,5386 γραμμάρια και αυτά περιείχαν (±)-Ν-α-Διμέθυλο-3,4 (μεθυλενοδιόξυ) φαιναιθυλαμίνη (MDMA) (±) -Ν-αιθύλο-α-μεθύλο-3,4- (μεθυλενοδιοξύ) φαιναιθυλαμίνη (MDE), ουσίες που σύμφωνα με το Νόμο αποτελούν ναρκωτικά τάξεως Α και τούτο αποτελεί συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου. Εύρημα επίσης αποτελεί ότι η άσπρη κρυσταλλική ουσία είχε βάρος 0,0223 γραμμάρια και περιείχε μεταμφεταμίνη. Για απόδειξη και των δύο αδικημάτων που αποδίδονται στην κατηγορούμενη, θα πρέπει να αποδειχθεί και το στοιχείο της κατοχής, το οποίο εμπεριέχεται και στα δύο αυτά αδικήματα που προκύπτουν από τον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο 29/77. Σε σχέση με το στοιχείο της κατοχής, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Σωτήρης Αθηνής v. Δημοκρατίας, 2008
(2)ΑΑΔ 256,στην οποία και υιοθετήθηκε αυτούσιο από το Ανώτατο Δικαστήριο, το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης του Κακουργιοδικείου. «Επειδή συμφωνούμε με τη νομική ανάλυση, με αναφορά μάλιστα στη νομολογία που κάνει επί του θέματος το Κακουργιοδικείο, θα την παραθέσουμε πάλιν αυτούσια: «Κατοχή στα πλαίσια του Νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της φύσεως του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (Καΐμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211). Η έννοια της κατοχής έχει ευρύτητα τέτοια ούτως ώστε να καλύπτει και τις περιπτώσεις φύλαξης ναρκωτικών σε υποστατικό τρίτου, εφόσον ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχο τους. Ως εκ τούτου η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για στήριξη καταδίκης (Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, 416-417). Η έννοια του όρου «κατοχή», όπως την έχουμε ήδη διαγράψει, στηρίζεται και νομοθετικά από τη Διάταξη 2
(3)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 1977, Ν.29/77, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί: Αναφέρεται: «
(3)Δια τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, παν πρόσωπον θεωρείται ως έχον εν τη κατοχή αυτού οιαδήποτε αντικείμενα τελούντα υπό τον έλεγχον αυτού καίτοι ταύτα ευρίσκονται υπό την φύλαξιν ετέρου προσώπου.» Η νομολογία καθιστά δυνατή την εξ αποστάσεως εμπλοκή (R. v. Blake 68 Cr.R.1, R.v. Peaston 69 Cr.App.R.203 και Χαράλαμπου Χαραλάμπους [ανωτέρω]). Στην απόφαση Peaston το Αγγλικό Εφετείο υιοθέτησε τη θέση ότι αφού ο Εφεσείων είχε παραγγείλει τα ναρκωτικά από τον προμηθευτή και αυτά στάληκαν μέσω του ταχυδρομείου στη διεύθυνση που διέμενε, τότε ορθά θεωρήθηκε (από το πρωτόδικο Δικαστήριο) ότι τα ναρκωτικά ήταν στην κατοχή του από την στιγμή που εναποτέθηκαν από τον ταχυδρόμο μέσα στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού που διέμενε και στο οποίο σπίτι ο κατηγορούμενος ενοικίαζε ένα από τα πολλά δωμάτια που υπήρχαν.» Σε σχέση με το ζήτημα του φυσικού ελέγχου και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 2
(3)του Ν. 29/77, πρόσωπο θεωρείται ότι έχει την κατοχή, όταν τα αντικείμενα τελούν υπό τον έλεγχο του έστω και εάν βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Για την απόδειξη της γνώσης της φύσης του αντικειμένου και λόγω του ότι αυτή συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία που να την αποδεικνύει. Έτσι και κατά κανόνα η γνώση αυτή συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, (Βλ. Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211)ιδιαίτερα από τη σύνδεση και τις πράξεις του κατηγορούμενου σε σχέση με το παράνομο αντικείμενο (βλ. Queiss πιο πάνω και Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Συμπεραίνεται δηλαδή από περιστατική μαρτυρία, η οποία μπορεί να οδηγήσει εξίσου σε ασφαλές συμπέρασμα, κάποτε μάλιστα, με μεγαλύτερη ασφάλεια (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388). Με βάση τα πιο πάνω και εξετάζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κρίνεται ότι το συστατικό στοιχείο της κατοχής έχει αποδειχθεί αφού διαφαίνεται να υπάρχουν και τα δύο στοιχεία που την συνιστούν. Και αυτό γιατί η κατηγορούμενη είχε τον φυσικό τους έλεγχο αφού οι ουσίες βρέθηκαν στο σπίτι της. Τα όσα προέβαλε ο κ. Βραχίμης ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτά δεν ήταν στην κατοχή της, αλλά μόνο στη φύλαξη της κάτι που διαφοροποιείται από την κατοχή, δεν μπορούν να ευσταθήσουν. Και αυτό γιατί κατοχή στα πλαίσια του Νόμου, σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της φύσης τους. Και βεβαιότατα η κατηγορούμενη είχε στο φυσικό της έλεγχο όλες τις ουσίες που εντοπίσθηκαν στο σπίτι της. Ότι η κατηγορούμενη είχε γνώση της φύσης τους προκύπτει από το γεγονός ότι τα περισσότερα από αυτά, βρίσκονταν κρυμμένα πίσω από τη τσεκουλαδούρα των πάγκων της κουζίνας για να μην φαίνονται και να εντοπίζονται εύκολα. Διότι βέβαια κανένας λόγος δεν υπήρχε να τα έχει κρυμμένα στο συγκεκριμένο χώρο, εάν δεν είχε γνώση για το τι αυτά ακριβώς αποτελούσαν, ενώ και ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε για την παραλαβή των ουσιών οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Η γνώση για τη φύση τους προκύπτει και από την κατάθεση της κατηγορούμενης στην οποία εξηγεί την εμπλοκή της στην υπόθεση και στην οποία αναφέρει ότι επειδή είχε οικονομική ανάγκη ζήτησε από τον άνθρωπο που της προμήθευε ναρκωτικά για δική της χρήση αφού και η ίδια είναι χρόνιος χρήστης να της δανείσει το ποσό των Ε.1000=. Αυτός της υποσχέθηκε ότι θα το πράξει με αντάλλαγμα να τον βοηθήσει σε μια «δουλειά». Όπως αναφέρει στην κατάθεση της αμέσως αντιλήφθηκε ότι η «δουλειά» αυτή, σχετίζεται με ναρκωτικά αφού το άτομο τούτο σχετίζεται με τέτοιες δοσοληψίες. Στη συνέχεια και όταν μίλησε ξανά με το άτομο αυτό, της είπε ότι θα την στείλει να παραλάβει ένα σακούλι με χάπια έκσταση και να το κρύψει για κάποιο διάστημα στο σπίτι της μέχρι να συνεννοηθούν περαιτέρω. Παρόλο που φοβήθηκε γιατί όπως το άτομο αυτό της είχε αναφέρει επρόκειτο για μεγάλη ποσότητα χαπιών, δέχτηκε να κάμει όσα αυτός της είχε ζητήσει, λόγω της οικονομικής ανάγκης που βρισκόταν. Όταν στη συνέχεια μετέβη σε συγκεκριμένο μέρος να παραλάβει το σακούλι αναγνώρισε ότι το σακούλι περιείχε «χάπια έκσταση», γιατί στο παρελθόν έκανε και η ίδια χρήση τέτοιων χαπιών. Και οι περαιτέρω ενέργειες που αυτή έκαμε μέχρι που τελικά έκρυψε τα χάπια κάτω από τον πάγκο της κουζίνας όπως και η απάντηση που έδωσε στον αστυφ. Γενοβκιάν όταν αυτός τα εντόπισε, καταδεικνύουν ότι αυτή είχε πλήρη γνώση και συναίσθηση της φύσης των όσων είχε παραλάβει και κρύψει στο σπίτι της και ότι αυτά αποτελούσαν ναρκωτικά. Με βάση τα πιο πάνω κρίνεται ότι το συστατικό στοιχείο της κατοχής έχει αποδειχθεί, αφού και τα δύο στοιχεία που την συνιστούν συνυπάρχουν. Η κατηγορούμενη είχε την φυσική κατοχή και έλεγχο των ναρκωτικών αφού τα είχε στο φυσικό της έλεγχο μέσα στο σπίτι της κρυμμένα έχοντας πλήρη γνώση τι ακριβώς αυτά συνιστούσαν. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το στοιχείο της κατοχής και συνακόλουθα το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον έχει αποδειχθεί τα αδίκημα της 2ης κατηγορίας, της παράνομης δηλαδή κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και συγκεκριμένα 881,5386 γραμμαρίων MDMA με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα, το οποίο ρυθμίζεται από το άρθρο 6
(3)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 29/77, όπως τροποποιήθηκε. Συνάγεται από τις διατάξεις του πιο πάνω άρθρου ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι η παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου και η πρόθεση προμήθειας σε άλλο πρόσωπο. Το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αυτού δηλαδή της κατοχής των ναρκωτικών, έχει όπως πιο πάνω αναφέρεται αποδειχθεί. Παραμένει λοιπόν προς εξέταση εάν η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει και την πρόθεση της προμήθειας σε άλλο πρόσωπο. Αναφορικά με το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος σχετικό είναι το άρθρο 30Α του Νόμου με το οποίο δημιουργείται μαχητό τεκμήριο εφόσον αποδειχθεί ότι η ποσότητα που παράνομα κατέχεται, καλλιεργείται ή μεταφέρεται, υπερβαίνει συγκεκριμένη ποσότητα που καθορίζεται στην στήλη αυτή. Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, η κατοχή 20 ή περισσοτέρων γραμμαρίων οποιουδήποτε ελεγχόμενου φαρμάκου υπό στερεή μορφή ή 20 ή περισσοτέρων κυβικών εκατοστών σε υγρή, θεωρείται ότι κατέχονται με σκοπό την προμήθεια τους σε τρίτο πρόσωπο, εκτός αν ο κατηγορούμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η Μ.Κ.4 αντεξεταζόμενη, με σαφήνεια εξήγησε ότι προέβη σε ποιοτικό, όχι όμως και σε ποσοτικό έλεγχο της ανευρεθείσας ουσίας MDMA που αφορά η 2η κατηγορία. Είπε ακόμα ότι τα δισκία, τα τεμάχια δισκίων και η σκόνη που ανευρέθηκαν και διαπιστώθηκε ότι περιείχαν την ουσία αυτή, περιείχαν εκτός αυτής και άλλα συστατικά, τα έκθετα όπως τα προσδιόρισε. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του την ακριβή περιεκτικότητα MDMAστα πιο πάνω. Εφόσον λοιπόν δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια μαρτυρία, το μαχητό τεκμήριο που δημιουργεί ο Νόμος δεν μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή, έτσι ώστε το βάρος απόδειξης να μετατεθεί στους ώμους της κατηγορούμενης έτσι ώστε αυτή να πρέπει να το αποσείσει με απόδειξη γεγονότων στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1985)2 ΑΑΔ 97, Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 250 και το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, 2003 σελ. 2006-07, Παρ. F 3.19). Αυτό σημαίνει ότι το βάρος απόδειξης παραμένει καθ' ολοκληρία όπως και σε κάθε άλλη ποινική υπόθεση στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία οφείλει να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Στην υπό εξέταση περίπτωση βρέθηκε στην κατοχή της κατηγορούμενης μεγάλη ποσότητα δισκίων, τεμαχίων δισκίων και σκόνης η οποία σύμφωνα με την έκθεση της χημικού περιέχει ποσότητα MDMA. Αυτά, η κατηγορούμενη τα παρέλαβε από συγκεκριμένο σημείο ακολουθώντας τις οδηγίες κάποιου τρίτου προσώπου και τα έκρυψε στο σπίτι της με σκοπό να τα παραδώσει σε αυτό το τρίτο πρόσωπο. Λαμβάνοντας υπόψη την πολύ μεγάλη ποσότητα των πιο πάνω αναφερομένων ουσιών, σε συνάρτηση με την παραδοχή της κατηγορούμενης στην κατάθεση της ότι το τρίτο πρόσωπο θα ερχόταν να τα παραλάβει, κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της και συνεπώς και την 2η κατηγορία. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέσεισε το βάρος απόδειξης που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις και είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη τόσο στην 1η όσο και στην 2η κατηγορία. (Υπ.)............ Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο