Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Mercedes Dawelky Aybar, Αρ. Υπόθεσης: 32644/12, 5/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B2 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32644/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Mercedes Dawelky Aybar Ημερομηνία: 5.1.2016. Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για την κατηγορούμενη: κα Κ. Πιερούδη. Κατηγορούμενη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ (Κεκλεισμένων των θυρών) Στην παρούσα η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορίες εμπορίας ενηλίκων προσώπων, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 5(α) του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 87(Ι)/07 (κατηγορία 1), σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων προσώπων, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 9(α) του ίδιου Νόμου (κατηγορία 2), μαστροπείας, κατά παράβαση του άρθρου 157(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 3), αποζείν από κέρδη πορνείας, κατά παράβαση του άρθρου 164
(1)(α) του Κεφ. 154 (κατηγορία 4) και επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 (κατηγορία 5). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, η κατηγορούμενη μεταξύ της 20.3.12 και 22.8.12, στην Λεμεσό, μεταβίβασε τον έλεγχο της ORQUIDEA PENA INOA από την Δομινικανή Δημοκρατία με σκοπό την εκμετάλλευση της μέσω απειλών, δηλαδή, την ανάγκαζε να πηγαίνει με πελάτες και να έρχεται σε συνουσία παρά την θέληση της (κατηγορία 1) και εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά το εν λόγω πρόσωπο, μέσω απειλών (κατηγορία 2). Περαιτέρω κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο προήγαγε θήλυ, δηλ. την προαναφερόμενη, σε κοινή πορνεία (κατηγορία 3) και ότι γνώριζε ότι ζούσε εξ ολοκλήρου ή μερικώς από κέρδη πορνείας (κατηγορία 4). Τέλος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο επιτέθηκε εναντίον του ίδιου προσώπου και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 5). Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 5 μάρτυρες. Επίσης δηλώθηκαν και αρκετά παραδεκτά γεγονότα, τα οποία και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης, σε όλες τις κατηγορίες και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτή επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και κάλεσε 3 μάρτυρες υπεράσπισης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Α/Αστ.1423 Νικόλας Μιχαήλ, ο οποίος υπηρετεί στο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων (Γ.Κ.Ε.Π.) του Τμήματος Γ' του Αρχηγείου Αστυνομίας. Ο μάρτυρας γνωρίζει να μιλά, γράφει και διαβάζει την ισπανική γλώσσα μετά από εκπαίδευση στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου. Στις 13.8.12 μετέβηκε στο καταφύγιο θυμάτων σεξουαλικής εκμετάλλευσης στην Λευκωσία, όπου μεταξύ των ωρών 11:10-12:50 έλαβε, στα ισπανικά, συνέντευξη από την Orquidea ΡΕΝΑ ΙΝΟΑ (στο εξής η παραπονούμενη) από την Δομινικανή Δημοκρατία, με ημερομηνία γέννησης 9.11.86, για σκοπούς αναγνώρισης της ως θύμα εμπορίας προσώπων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Το εν λόγω πρόσωπο είχε παραπεμφθεί στο Γ.Κ.Ε.Π., στις 3.8.12, από την μη κυβερνητική οργάνωση Cyprus Stop Trafficking. Η ώρα 12:50 της 13.8.12 η συνέντευξη διακόπηκε καθότι η παραπονούμενη είχε προκαθορισμένο ραντεβού με λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης η παραπονούμενη παραπονιόταν για ζαλάδες. Ανέφερε δε τον τρόπο στρατολόγησης της στην πατρίδα της καθώς και στις διευθετήσεις που έκανε πριν έλθει στην Κύπρο καθώς και ότι είχε μια κόρη ηλικίας 7 ετών, η οποία έμενε με την μητέρα της. Στις 14.8.12 ο μάρτυρας μετέβηκε εκ νέου στο καταφύγιο θυμάτων σεξουαλικής εκμετάλλευσης όπου, μεταξύ των ωρών 08:15 και 14:00, έλαβε δεύτερη συνέντευξη από την παραπονούμενη στα ισπανικά, για τον ίδιο σκοπό. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης η παραπονούμενη ανάφερε τον τρόπο άφιξης της στην Κύπρο και την σεξουαλική εκμετάλλευση που υπέστη. Στις 20.8.12 και μεταξύ των ωρών 11:45 και 20:40 στο Γ.Κ.Ε.Π., με τη βοήθεια διερμηνέα ισπανικών, ο μάρτυρας έλαβε κατάθεση από την παραπονούμενη (τεκμήρια 7Α-7Β - δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το τεκμήριο 7Β αποτελεί πιστή μετάφραση στα ελληνικά του τεκμηρίου 7Α). Στις 21.11.12 και μεταξύ των ωρών 12:15 και 17:45 στο Γ.Κ.Ε.Π., ο μάρτυρας έλαβε συμπληρωματική κατάθεση από την παραπονούμενη στα ισπανικά (τεκμήριο 8Α ). Την επόμενη μέρα μετέφρασε την πιο πάνω κατάθεση στα ελληνικά (τεκμήριο 8Β) (δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το τεκμήριο 8Β αποτελεί πιστή μετάφραση στα ελληνικά του τεκμηρίου 8Α). Στις 18.12.12 και μεταξύ των ωρών 12:15 και 14:00 στο Γ.Κ.Ε.Π., ο μάρτυρας έλαβε νέα συμπληρωματική κατάθεση από την παραπονούμενη στα ισπανικά (τεκμήριο 9Α), την οποία αργότερα την ίδια ημέρα μετέφρασε στα ελληνικά (τεκμήριο 9Β) (δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το τεκμήριο 9Β αποτελεί πιστή μετάφραση στα ελληνικά του τεκμηρίου 9Α). Οι δυο συμπληρωματικές καταθέσεις της παραπονούμενης ζητήθηκε όπως ληφθούν, από τον ανακριτή, για να διευκρινιστούν κάποια ζητήματα που προέκυψαν κατά τη διερεύνηση. Στην τελευταία της κατάθεση η παραπονούμενη ανέφερε ότι το παιδί της ήταν με την μητέρα της κατηγορούμενης και ότι φοβόταν να πει όλη την αλήθεια. Ο ισχυρισμός της αυτός δεν διασταυρώθηκε καθότι η Κυπριακή Αστυνομία δεν έχει αστυνομική συνεργασία με τη Δομινικανή Αστυνομία. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Α/Αστ.1680 Δημήτρης Δημητρίου, του ΤΑΕ Λεμεσού, το περιεχόμενο της κατάθεσης του οποίου έγινε παραδεκτό γεγονός ήτοι: Στις 9.8.12 ανέλαβε την συνέχιση των εξετάσεων σχετικά με την παρούσα. Η παραπονούμενη είχε καταγγείλει ότι μεταξύ 20.3.12 - 2.8.12, άγνωστα πρόσωπα την εξωθούσαν στην πορνεία σε διάφορα υποστατικά στην Λεμεσό. Λόγω του ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την ονομασία της μπυραρίας, υποστατικά, ξενοδοχεία που πήγαινε με πελάτες, την διεύθυνση της κατοικίας και όπως είπε εάν τα έβλεπε δυνατόν να τα θυμόταν, στις 9.9.12, μεταφέρθηκε στην Λεμεσό για υπόδειξη υποστατικών, χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα, αφού όπως ανάφερε δεν μπορούσε να θυμηθεί. Για την πορεία των εξετάσεων ενημερώθηκε το Γ.Κ.Ε.Π. και συμφωνήθηκε όπως της δοθεί χρόνος, αφού βρισκόταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και η κατάσταση της ήταν ευάλωτη. Στις 15.11.12, μεταφέρθηκε πάλιν στην Λεμεσό από μέλη του Γ.Κ.Ε.Π., όπου ανάφερε ότι τα όσα είπε στην πρώτη της κατάθεση είναι ορθά, απέκρυψε όμως κάποια σημαντικά στοιχεία επειδή φοβόταν μια ομοεθνή της ήτοι την κατηγορούμενη που ήταν κάτοικος Λεμεσού και η οποία ενέχεται στην εκμετάλλευση της μαζί με κάποιον άντρα ονόματι Κώστα και η οποία την απείλησε ότι θα κάνει κακό τόσον στην ίδια όσο και στην κόρη της, η οποία βρίσκεται στην πατρίδα της. Επίσης ανάφερε ότι στην υπόθεση ενέχεται και ο Παναγιώτης Στυλιανού, διαχειριστής του ΜARIALLA, όπου διέμενε η κατηγορούμενη. Στην συνέχεια η παραπονούμενη προέβηκε σε υπόδειξη του υπό αναφορά ξενοδοχείου καθώς και του υποστατικού με την ονομασία BIKER, στην οδό Βοιωτίας, στην Τουριστική Περιοχή Γερμασόγειας, αναφέροντας ότι ο ιδιοκτήτης του Μαρίνος Λουκαΐδης, την εξωθούσε στην πορνεία. Λόγω του ότι η παραπονούμενη είχε αναφέρει μικρά ονόματα, έγιναν εξετάσεις και εξακριβώθηκαν τα στοιχεία των πιο πάνω προσώπων και στις 13.12.12 εκδόθηκαν εναντίον τους εντάλματα συλλήψεως. Την ίδια μέρα και ώρα 10:45, στην Λεμεσό, ο μάρτυρας συνέλαβε τον Παναγιώτη Στυλιανού και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο εκείνος απάντησε «Εντάξει, αλλά εγώ δεν έχω καμία σχέση». Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 11:45-13:20, ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Παναγιώτη Στυλιανού στην οποία δεν παραδέχεται ενοχή (τεκμήριο 18). Στις 14.12.12 οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και εναντίον τους εκδόθηκε διάταγμα κράτησης για οκτώ ημέρες. Ακολούθησαν εκτεταμένες εξετάσεις για εξασφάλιση μαρτυρίας και ανακρίθηκαν αρκετοί ένοικοι του ξενοδοχείου MARIALLA καθώς και πρόσωπα που είχαν άμεση ή έμμεση σχέση με την υπόθεση. Στις 18.12.12 και μεταξύ των ωρών 09:00-12:50, ο μάρτυρας έλαβε νέα ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη, με την βοήθεια διερμηνέα (τεκμήρια 2Α-2Β - δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το τεκμήριο 2Β αποτελεί πιστή μετάφραση από τα ισπανικά στα ελληνικά του τεκμηρίου 2Α). Κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 15 μια εκ των αποδείξεων αποστολής χρημάτων που του παρέδωσε ο Μ.Υ.1, από την οποία φαίνεται ότι στις 29.2.12 απέστειλε στην παραπονούμενη το ποσό των €427.47, τα οποία είναι γύρω στα 20.000 πέσος. Επίσης κατέθεσε ως τεκμήριο 16 άλλη μια τέτοια απόδειξη, από την οποία φαίνεται ότι στις 17.3.12 ο Μ.Υ.1 απέστειλε στην παραπονούμενη το ποσό των €739.
- Από τις έρευνες που έκανε ο μάρτυρας φάνηκε ότι τα πιο πάνω ποσά παραλήφθηκαν. Αφού η υπόθεση συμπληρώθηκε, οδηγήθηκε στο Γ.Κ.Ε.Π. και μετά, μέσω της Αστυνομικής Διεύθυνσης Τμήμα Γ΄, προωθήθηκε στη Νομική Υπηρεσία για μελέτη και οδηγίες. Οι οδηγίες που δόθηκαν ήταν ότι, λόγω ανεπαρκούς μαρτυρίας για στήριξη της υπόθεσης, ενώπιον του Δικαστηρίου να μην προσαχθούν ως κατηγορούμενοι τα άλλα δυο πρόσωπα αλλά μόνο η κατηγορούμενη. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η Malgorzata Crysanthou, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Εργάζεται για τον Οργανισμό Cyprus Stop Trafficking. Στις 3.8.12, της τηλεφώνησε η Ανδρούλλα Χριστοφίδου και της είπε ότι η Ρίτα Σούπερμαν, από την Αστυνομία της τηλεφώνησε και της είπε ότι υπήρχε ένα κορίτσι στη Λεμεσό το οποίο έπρεπε να πάρουν στο καταφύγιο στη Λευκωσία. Η Ανδρούλλα την ρώτησε αν μπορούσε να πάει αυτή στη Λεμεσό και να φέρει το κορίτσι στο καταφύγιο. Η μάρτυρας συμφώνησε και η Ανδρούλλα της έδωσε τον αριθμό τηλεφώνου μιας ισπανόφωνης κοπέλας, η οποία ήταν μαζί με αυτό το κορίτσι, με σκοπό να κανονίσουν τόπο συνάντησης. Η μάρτυρας τηλεφώνησε στην κοπέλα που είχε το όνομα Μαρλέν και συμφώνησαν να βρεθούν μπροστά από μια υπεραγορά. Κατά τη διαδρομή προς Λεμεσό, περί ώρα 16:30, της τηλεφώνησε η Ρίτα Σούπερμαν και της είπε όταν συναντήσει το κορίτσι να το πάρει στην Κεντρική Αστυνομία στη Λεμεσό και μετά στο νοσοκομείο για εξετάσεις και στη συνέχεια στο καταφύγιο στη Λευκωσία. Της έδωσε το όνομα και τον αριθμό κινητού ενός αστυνομικού που θα τους έβλεπε. Όταν έφθασε η μάρτυρας στον τόπο συνάντησης, κάλεσε την Μαρλέν, η οποία της είπε ότι το κορίτσι ήταν πολύ φοβισμένο για να πάει στον κύριο δρόμο και να πάει η μάρτυρας στο χώρο στάθμευσης πίσω από την υπεραγορά. Εκεί τις συνάντησε η μάρτυρας. Δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με το κορίτσι αφού εκείνο δεν μιλούσε ούτε Αγγλικά, ούτε Ελληνικά. (Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το προαναφερόμενο κορίτσι ήταν η παραπονούμενη). Η μάρτυρας ζήτησε από την Μαρλέν να πει στην παραπονούμενη ότι έπρεπε να την πάρει η μάρτυρας στην Αστυνομία και στο νοσοκομείο πριν φύγουν για τη Λευκωσία. Η παραπονούμενη αρνείτο επίμονα και η Μαρλέν έδειξε στην μάρτυρα μώλωπες στο στήθος, στο χέρι και στο πρόσωπο εκείνης. Η μάρτυρας επέμενε να πάνε τουλάχιστον στο νοσοκομείο αλλά η παραπονούμενη αρνήθηκε. Έτσι η μάρτυρας έβαλε την παραπονούμενη στο αυτοκίνητο της και εκείνη αμέσως κλείδωσε την πόρτα και αποκοιμήθηκε. Η μάρτυρας προσπάθησε να τηλεφωνήσει στον αστυνομικό στη Λεμεσό για να τον ενημερώσει ότι θα πήγαιναν απευθείας στην Λευκωσία αλλά το τηλέφωνο του ήταν συνέχεια απασχολημένο. Εκείνος της τηλεφώνησε μετά από 20 λεπτά ενώ ήταν καθοδόν προς τη Λευκωσία. Του είπε τι συνέβη και της είπε να πληροφορήσει στην Ρίτα. Τηλεφώνησε στην Ρίτα και της είπε ότι θα πάνε απευθείας στο καταφύγιο, όπου έφθασαν μεταξύ των ωρών 20:00 με 21:00 και εκεί η μάρτυρας παρέδωσε την παραπονούμενη. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε η Αννίτα Ευσταθίου, η οποία ανέφερε τα εξής: Μια ημέρα του καλοκαιριού, δεν θυμάται να πει ακριβώς, καθόταν στο SNACK BAR του STEVE και έτρωγε μαζί με μια φίλη της. Τότε είδε κάποιες άγνωστες της να φορούν παντόφλες, οι οποίες της άρεσαν. Αφού τις ρώτησε από πού τις αγόρασαν, εκείνες της είπαν ότι τις αγόρασαν από μια κοπέλα και της υπέδειξαν το ξενοδοχειακό συγκρότημα MARIALLA APTS που είναι δίπλα από το STEVE και να ρωτήσει για να βρει την Mercedes στον 3ον όροφο. Αφού τέλειωσε το φαγητό της, η φίλη της έφυγε και η μάρτυρας πήγε και βρήκε την Mercedes (στο εξής η κατηγορούμενη) και την ρώτησε αν είναι αυτή που κάνει παντόφλες. Εκείνη της απάντησε θετικά. Τότε η μάρτυρας της παρήγγειλε ένα ζευγάρι παντόφλες και η κατηγορούμενη της είπε να πάει την επόμενη ημέρα να τις πιάσει αφού θα ήταν έτοιμες. Ακολούθως η μάρτυρας έφυγε. Την επομένη ημέρα πήγε για να πάρει τις παντόφλες. Αφού χτύπησε την πόρτα της άνοιξε η κατηγορούμενη και η μάρτυρας την ρώτησε εάν είναι έτοιμες οι παντόφλες. Η κατηγορούμενη της σύστησε την Samantha που ήταν εκεί, ως αδελφή της. Η μάρτυρας έκατσε για λίγο στο διαμέρισμα και η Samantha της ζήτησε το τηλέφωνο και της το έδωσε για να μιλούν αφού η μάρτυρας γνωρίζει την ισπανική γλώσσα. Ακολούθως αφού η μάρτυρας αποχαιρέτησε τις δυο κοπέλες έφυγε. Μετά από δυο ημέρες η Samantha την πήρε τηλέφωνο από το κινητό της και της είπε αν θέλει να πάνε να πιουν καφέ στο διαμέρισμα. Μετά από λίγο η μάρτυρας πήγε στο διαμέρισμα της Samantha, το οποίο ήταν άλλο από αυτό που την συνάντησε την πρώτη φορά. Της άνοιξε η Samantha, η οποία ήταν μόνη της, ήταν καλά και δεν έδειχνε φυλακισμένη. Η Samantha της είπε ότι η κατηγορούμενη της άλλαξε διαμέρισμα και έφυγε από εκεί μαζί με τον άνδρα της τον Τόμι. Ενώ η μάρτυρας βρισκόταν στο διαμέρισμα με την Samantha, η τελευταία δέχτηκε τηλεφώνημα από κάποιο πρόσωπο και η μάρτυρας την άκουγε που του έλεγε με σπασμένα αγγλικά «I don't have money». Μετά από ένα μισάωρο περίπου χτύπησε η πόρτα, άνοιξε η Samantha, μπήκε ο Tόμις και άρχισε να φωνάζει και να ζητά από την Samantha το διαβατήριο της, το οποίο του έδωσε. Εκείνος είπε στην Samantha ότι αν δεν του δώσει τα χρήματα θα έπαιρνε την Αστυνομία για να έλθει να την πιάσει και ακολούθως έφυγε από το διαμέρισμα. Δεν γνωρίζει η μάρτυρας για ποια χρήματα μιλούσε το εν λόγω πρόσωπο. Στην συνέχεια μετά από είκοσι λεπτά περίπου χτύπησε η πόρτα, άνοιξε η Samantha, μπήκε η κατηγορούμενη, η οποία έδειχνε να είναι πολύ θυμωμένη για κάποιο λόγο, που η μάρτυρας δεν γνωρίζει. Η κατηγορούμενη έπιασε την Samantha από τον λαιμό. Η μάρτυρας της είπε να σταματήσει και εκείνη της είπε να φύγει για να μην την χτυπήσει και αυτήν. Ακολούθως η κατηγορούμενη τραβούσε την Samantha από τα μαλλιά, την έριξε από το κρεβάτι στο πάτωμα και αφού έπιασε ένα τηγάνι την χτυπούσε με αυτό στα μούτρα και το κεφάλι. Η Samantha αιματώθηκε και το πρόσωπο της ήταν όλο σημάδια και πρησμένο. Αμέσως η μάρτυρας βγήκε έξω. Κατά την ώρα που η κατηγορούμενη χτυπούσε την Samantha, ο Τόμι την έβλεπε και της έλεγε μπράβο. Κατά την ώρα που η μάρτυρας βγήκε έξω, μπήκαν κάποιοι που ήταν έξω, πιθανόν ένοικοι των διαμερισμάτων, οι οποίοι προσπάθησαν και χώρισαν τις δυο κοπέλες. Άκουγε την κατηγορούμενη να τους λέει «Φύγετε γιατί θα έρθει ο άντρας μου». Κάποια πρόσωπα εκεί ρωτούσαν τι συνέβηκε και τους έλεγε η κατηγορούμενη ότι η Samantha είναι πουτάνα και θέλει να την σκοτώσει. Τότε ο Τόμι και η κατηγορούμενη έμειναν έξω από το διαμέρισμα και η κατηγορούμενη είπε ότι θα πιάσει την Αστυνομία για να έλθει στο μέρος. Ο Τόμι, ο οποίος κρατούσε το διαβατήριο της Samantha, το έδωσε στην μάρτυρα και της είπε να της το δώσει. Αφού η μάρτυρας το πήρε το τοποθέτησε πάνω στον εξωτερικό χώρο του παραθύρου του διαμερίσματος της Samantha και έφυγε από το μέρος. Αφού η μάρτυρας μπήκε στο αυτοκίνητο της και το οδηγούσε για να πάει στο σπίτι της είδε την κατηγορούμενη με τον Τόμι μέσα σε ένα αυτοκίνητο να την ακολουθούν. Αμέσως χτύπησε το τηλέφωνο της και ήταν η κατηγορούμενη, η οποία την ρωτούσε πού είναι η Samantha και ότι αν την έχει μαζί της στο αυτοκίνητο πήρε τους αριθμούς εγγραφής και θα τα έδινε στην Αστυνομία. Η μάρτυρας της ανέφερε ότι ήταν μόνη και δεν ξέρει που είναι η Samantha. Μετά από λίγες μέρες της τηλεφώνησε κάποιος άνδρας, ο οποίος συστήθηκε ως Τόμι και την ρώτησε εάν γνωρίζει που είναι η Samantha. Η μάρτυρας του ανέφερε ότι δεν ήξερε τίποτα. Η Samantha είπε στην μάρτυρα μια φορά ότι η κατηγορούμενη την έφερε από την χώρα της για να της βρει δουλειά αλλά δεν της βρήκε κανονική δουλειά αλλά της έβρισκε διάφορους πελάτες για σεξ. Δεν ρώτησε την Samantha οτιδήποτε άλλο, αλλά ούτε και της είπε οτιδήποτε άλλο περισσότερο για την δουλειά της. Κατά τις επισκέψεις της στο διαμέρισμα της Samantha δεν είδε να μπαίνει οποιοσδήποτε άνδρας εκτός από τον Τόμι. Δεν γνωρίζει κανένα με το όνομα Κώστας. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε η παραπονούμενη Orquidea Pena Inoa. Αυτή υιοθέτησε ουσιαστικά τις τρεις καταθέσεις της (αναφορά θα γίνει αναλυτικά στην αξιολόγηση της). Αρκεί στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι εκεί περιέγραψε το πως μετέβηκε από την χώρα καταγωγής της δηλ. την Δομινικανή Δημοκρατία, στην Τουρκία, την από εκεί μετάβαση της στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου, την εκεί σεξουαλική εκμετάλλευση της και στην συνέχεια την παράνομη μετάβαση της στις ελεύθερες περιοχές και την επακόλουθη σεξουαλική εκμετάλλευση που υπέστη στην Λεμεσό. Πρόσθεσε δε κατά την κυρίως εξέταση της στο Δικαστήριο βασικά τα ακόλουθα: Γνωρίζει την κατηγορούμενη από τότε που ήταν μικρή αφού στην χώρα καταγωγής της δηλ. στον Άγιο Δομίνικο, ζούσε με την μητέρα της κατηγορούμενης. Είχαν δε επικοινωνία μέσω Facebook και τηλεφωνικώς. Σε σχέση με την διαδικασία για να έλθει από την χώρα της στην Ευρώπη είπε ότι όταν αποφάσισε να φύγει από την χώρα της μίλησε με την κατηγορούμενη. Εκείνη της είπε να έλθει για να δουλέψει και θα την βοηθούσε. Η κατηγορούμενη της είπε ότι η μάρτυρας θα πήγαινε στην Τουρκία και ότι θα δούλευε σε εστιατόριο. Όταν ήταν στην Κωνσταντινούπολη δεν είχε επικοινωνία με την κατηγορούμενη. Μετά ο Τούρκος την έβαλε στο αεροπλάνο και έφτασαν στην κατεχόμενη Κύπρο. Εκεί στο αεροδρόμιο την περίμενε ένας Τούρκος που έστειλε η κατηγορούμενη και ο Τόμι. Αυτός την πήρε και την πήγε σε ένα σπίτι που έμεναν και άλλες κοπέλες. Εκεί δεν είχε επικοινωνία με την κατηγορούμενη. Για πρώτη φορά είδε αυτήν όταν εκείνη και κάποιος Τούρκος την παρέλαβαν και την πέρασαν στις ελεύθερες περιοχές, όπου τους περίμενε με αυτοκίνητο ο Τόμι. Την ίδια ημέρα την έφεραν στο ξενοδοχείο ΜARIALLA. Εκεί έμενε με την κατηγορούμενη. Μια εβδομάδα μετά αντιλήφθηκε ότι δεν θα δούλευε σε εστιατόριο αλλά θα έκανε σεξ με άντρες επί πληρωμή. Εκεί στο ΜARIALLA έκανε σεξ επί πληρωμή κάτι που ήξερε και ο ιδιοκτήτης, ο οποίος είχε και ένα δωμάτιο εκεί για τον σκοπό αυτό. Τους πελάτες για να κάνει σεξ τους της έβρισκαν και τους έστελλαν η κατηγορούμενη και ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου. Επίσης ο Κώστας που λέει στην κατάθεση της, ο οποίος ήταν φίλος της κατηγορούμενης, την έπαιρνε από το ξενοδοχείο σε διάφορα μπαρ και κανόνιζε τα ραντεβού. Η κατηγορούμενη της έλεγε να πάει με τον Κώστα. Τις περισσότερες φορές έκανε σεξ στο ξενοδοχείο και όταν πήγαινε σε μπαρ υπήρχε ένα δωμάτιο με κρεβάτι πάνω για τον σκοπό αυτό. Όταν πήγαινε στα μπαρ πρώτα έπιναν ένα ποτό με τον Κώστα και τον πελάτη και μετά ο Κώστας απομακρυνόταν και την άφηνε με το άλλο άτομο αλλά σε καμία περίπτωση μόνη της, για να μην φύγει. Ο Κώστας όταν αυτή έμενε με τον πελάτη δεν έφευγε από το μπαρ αλλά την περίμενε κάτω και ήταν αδύνατο αυτή να φύγει. Εκεί οι πελάτες πλήρωναν τον Κώστα. Όταν έκανε σεξ με πελάτες στο ξενοδοχείο, πριν την στείλουν, πληρωνόταν την κατηγορούμενη. Στο μπαρ του Braulio, όπου την έπαιρνε η κατηγορούμενη δούλευε, σερβίροντας ποτά και κάνοντας τα ίδια. Και εκεί η κατηγορούμενη βρισκόταν πάντα μαζί της. Το όνομα Samantha το είχε δώσει στην μάρτυρα η κατηγορούμενη. Η ίδια δεν πήρε ποτέ λεφτά από πελάτες. Την συντηρούσε η κατηγορούμενη και ο Τόμι και ζούσε στο διαμέρισμα της κατηγορούμενης. Εκεί η κατάσταση ήταν πάρα πολύ δύσκολη. Ήταν υποχρεωμένη να είναι με άτομα που δεν ήθελε και την κακομεταχειρίζονταν. Δεν έβγαινε, δεν είχε τηλέφωνο και δεν μιλούσε ούτε με την οικογένεια της ούτε με άλλους. Είπε στην κατηγορούμενη πολλές φορές ότι ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα της αλλά εκείνη δεν έλεγε τίποτα, την κρατούσε εκεί και δεν την άφηνε να έχει σχέση με κανένα. Μια νύχτα η κατηγορούμενη ζήτησε από την μάρτυρα να της δώσει €2.000 για να πληρώσουν, όπως της είπε, τον Τούρκο που την πέρασε από τα «σύνορα». Η μάρτυρας δεν είχε λεφτά και της το είπε και η κατηγορούμενη την χτύπησε πολύ δυνατά ενώ η μάρτυρας ήταν έγκυος, κάτι που δεν ήξερε ακόμη. Επίσης ο Τόμι της πήρε το διαβατήριο. Όλα αυτά τα είδε η φίλη της η Άννα, η οποία ενώ η κατηγορούμενη μιλούσε με άλλα άτομα, την βοήθησε με κάποιο τσιγγάνο να δραπετεύσει, βγάζοντας την από την έξοδο κινδύνου. Η εκδοχή της κατηγορούμενης ήταν η ακόλουθη: Ο πατέρας της παραπονούμενης ήταν αλκοολικός και η μητέρα της την εγκατέλειψε και πήγε να ζήσει με τη γιαγιά της. Δεν την ήθελαν πια εκεί, γιατί άρχισε να συνάπτει σχέσεις με γείτονες. Ήταν στον δρόμο, δεν είχε πού να πάει και η μητέρα της κατηγορούμενης την λυπήθηκε και την πήρε στο σπίτι για να καθαρίζει. Στα 17 της η παραπονούμενη έμεινε έγκυος και για να μπορεί να συνεχίσει να βγαίνει άφηνε το μωρό της στη μητέρα της κατηγορούμενης. Όταν γεννήθηκε το μωρό, τον πατέρα αυτού τον έψαχνε η Ιντερπόλ και η παραπονούμενη είπε στην μητέρα της κατηγορούμενης να το προσέχει μέχρι εκείνος να επιστρέψει. Η δε παραπονούμενη πηγαινοερχόταν στο σπίτι της μητέρας της κατηγορούμενης ενώ το κοριτσάκι της έμενε με την μητέρα της κατηγορούμενης, η οποία το αγαπούσε σαν δικό της παιδί. Ενώ η κατηγορούμενη βρισκόταν στην Κύπρο είχε επικοινωνία με την παραπονούμενη μέσω τηλεφώνου και Facebook. Η παραπονούμενη στην χώρα της εργαζόταν πάντα σε διάφορα καμπαρέ. Η παραπονούμενη είπε στην κατηγορούμενη πολλές φορές από το τηλέφωνο ότι τα πράγματα δεν ήταν καλά για εκείνη εκεί και ήθελε να φύγει από τη χώρα, ήθελε να έλθει στην Κύπρο και να κάνει οποιαδήποτε δουλειά ακόμη και να καθαρίζει. Επίσης έλεγε στην κατηγορούμενη ότι φοβόταν και έπρεπε να φύγει γιατί είχε σχέσεις με κάποιον Κολομβιανό, ο οποίος την άφησε για κάποια φίλη της και εκείνη πήγε και τον κατάγγειλε για ναρκωτικά, με αποτέλεσμα αυτός να μπει φυλακή και μπορούσε να την σκοτώσει όταν αποφυλακιζόταν. Επίσης της έλεγε να την βοηθήσει γιατί δεν είχε λεφτά να αγοράσει εισιτήριο. Της έλεγε ότι ήθελε να πάει μέχρι την Τουρκία και από εκεί στην Κύπρο, γιατί οι Δομινικανοί δεν έχουν πρόβλημα να πάνε στην Τουρκία και από εκεί μεταφέρουν άτομα όπου θέλουν να πάνε. Η μητέρα της κατηγορούμενης της έλεγε να βοηθήσει την παραπονούμενη να έλθει στην Κύπρο γιατί ήταν και αλκοολική και της άρεσε να γυρίζει στους δρόμους και να μην εργάζεται και ήταν κακό άτομο και μπορούσε να κάμει κάτι κακό. Έτσι η κατηγορούμενη επειδή την λυπόταν κιόλας την βοήθησε οικονομικά να έλθει στην Κύπρο. Συγκεκριμένα της έστειλε χρήματα 3 φορές ο Μ.Υ.1, δηλ. ο φίλος της κατηγορούμενης. Όταν η παραπονούμενη έφτασε στην Τουρκία τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη και της είπε ότι βρισκόταν εκεί και ότι την επόμενη μέρα θα έφευγε για τα κατεχόμενα. Την επόμενη μέρα της τηλεφώνησε ξανά και της είπε ότι την είχαν πάρει και βρισκόταν στη Λευκωσία σε ένα πάρκινγκ στην οδό Λήδρας. Τότε η κατηγορούμενη χάρηκε πολύ και πήγαν με τον Μ.Υ.1 στην Λήδρας, έφεραν την παραπονούμενη στο διαμέρισμα 305 στο ξενοδοχείο ΜARIALA στην Λεμεσό και την άφησαν να ζει μαζί τους. Την πρώτη μέρα η παραπονούμενη ήπιε πάρα πολύ. Την άλλη μέρα έφυγε χωρίς να ξέρει τον δρόμο και την γλώσσα και επέστρεψε μεθυσμένη πάρα πολύ αργά. Τις πρώτες μέρες η παραπονούμενη δεν ήθελε ούτε να καθαρίσει, ούτε να σφουγγαρίσει, ούτε να κάνει τίποτε. Τότε άρχισε να γδύνεται μπροστά στον Μ.Υ.1 και σε όλο τον κόσμο. Όλες οι παντρεμένες γυναίκες εκεί στη γειτονιά είχαν πρόβλημα με την κατηγορούμενη για αυτό. Επίσης η παραπονούμενη άρχισε να κάνει παρέα με τσιγγάνους που έμεναν εκεί, έκαναν πάρτι, ποιος θα άντεχε περισσότερο και πάντα κέρδιζε η παραπονούμενη. Ήταν δε η μόνη γυναίκα που πήγαινε στα δωμάτια τους όταν έκαναν γλέντι. Δεν αναζητούσε εργασία. Όλα τα βράδια έφευγε για τη δισκοθήκη. Η κατηγορούμενη της έλεγε αν ήθελε να πάει να καθαρίσει σπίτια και εκείνη της είπε ότι αυτή δεν ήταν δουλειά για εκείνη. Στην συνέχεια ήλθε ο αρραβωνιαστικός της παραπονούμενης και πήρε τα πράγματα της και πήγε να μείνει μαζί του στο διαμέρισμα
- Μετά από αυτό η κατηγορούμενη δεν της μιλούσε και δεν είχε σχέσεις μαζί της. Στο διαμέρισμα της κατηγορούμενης πριν μετακομίσει στο 310, η παραπονούμενη έμεινε περίπου 15 μέρες. Μετά από 9-10 μέρες ο αρραβωνιαστικός της παραπονούμενης έφυγε γιατί δεν άντεξε εφόσον εκείνη είχε σχέσεις με όλους εκεί. Μετά εκείνη συνέχιζε να πηγαίνει στις δισκοθήκες με την Άννα, με τις φίλες της και έφτασε η στιγμή που οι 15 μέρες που είχαν πληρωθεί τέλειωσαν και ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου πήρε όλα τα πράγματα της από το δωμάτιο. Η κατηγορούμενη την λυπήθηκε και έδωσε στον ιδιοκτήτη €75 για να την αφήσει να μείνει εκεί γιατί δεν μπορούσε να την πάρει στο δικό της αφού ο Μ.Υ.1 δεν την ήθελε πια. Τέλος Ιουλίου η κατηγορούμενη έφυγε από το MARIALLA και πήγε να μείνει πιο πίσω στο TASSIANA με τον Μ.Υ.
- Τότε η παραπονούμενη είπε στον Πανίκο να της ενοικιάσει το διαμέρισμα 305 που έμενε πριν η κατηγορούμενη και μετακόμισε εκεί. Μετά που έφυγε από εκεί δεν είχε σχέσεις με την παραπονούμενη. Μια μέρα η κατηγορούμενη πήγε εκεί που έμενε η παραπονούμενη και τσακωθήκαν σαν 2 γυναίκες. Συγκεκριμένα ο Μ.Υ.1 ήθελε η παραπονούμενη να του δώσει τα λεφτά που της έδωσε και του είχε υποσχεθεί ότι θα του πλήρωνε. Η παραπονούμενη είπε στην κατηγορούμενη «Πες στον Tόμι ότι δεν θα πληρώσω» και όταν η τελευταία ρώτησε γιατί, εκείνη της είπε «Αν έρθει να πάρει τα λεφτά εγώ θα πω στον γιο σου ότι ο πατέρας του δεν είναι αυτός που νομίζει». Ο Μ.Υ.1 δεν άκουσε την κατηγορούμενη που του είπε να μην πάει για τα λεφτά και πήγε εκεί που ήταν η παραπονούμενη. Η κατηγορούμενη έμεινε κάτω και η παραπονούμενη της έστειλε μήνυμα να πει στον Μ.Υ.1 να φύγει γιατί θα έστελνε μήνυμα στον γιο της ότι είναι μπάσταρδος. Η κατηγορούμενη αγχώθηκε πολύ και πήγε πάνω για να της πάρει το τηλέφωνο και πιάστηκαν από τα μαλλιά και τσακωθήκαν. Ο Μ.Υ.1 πήρε το διαβατήριο της παραπονούμενης μπροστά στην Άννα και τηλεφώνησε πολλές φορές στην Αστυνομία της Γερμασόγειας αλλά δεν ήρθαν και τότε η κατηγορούμενη του είπε να φύγουν και αυτός έδωσε το διαβατήριο στην Άννα για να το δώσει όταν έρθει η Αστυνομία. Μετά η παραπονούμενη εξαφανίσθηκε. Μετά από κάποιες μέρες η παραπονούμενη της τηλεφώνησε και της είπε ότι έκανε πολύ καλά που τσακωθήκαν γιατί τώρα έχει τον φίλο της τον αστυνομικό που θα της βρει χαρτιά για να μπορέσει να μείνει Κύπρο και θα βάλουν την κατηγορούμενη φυλακή, γιατί αυτή την απήγαγε και της έδωσε τον Μ.Κ.1, ο οποίος της είπε ότι θα την βάλει 7 χρόνια φυλακή και μετά θα την απελάσει. Την Άννα την γνώρισε μια ημέρα στην κατηγορούμενη, η παραπονούμενη γιατί εκείνη ήθελε να αγοράσει παντόφλες που έφτιαχνε η κατηγορούμενη. Η Άννα ήταν πάντα με την παραπονούμενη και έβγαιναν μαζί κάθε μέρα και κάθε βράδυ. Όσον αφορά το πώς συντηρείτο η παραπονούμενη, είπε ότι εκεί στο MARIALLA γνώρισε κάποιον που λεγόταν Δημήτρης, ο οποίος της έδωσε το τηλέφωνο και την βοηθούσε. Ποτέ η κατηγορούμενη δεν ανάγκασε την παραπονούμενη να πάει χωρίς τη θέληση της με κάποιον άνδρα. Ούτε την υποχρέωνε να κάνει κάτι τέτοιο και να πληρώνουν την κατηγορούμενη οι άντρες. Ποτέ δεν την πήρε σε μπαρ με σκοπό να πάει με άνδρες. Ο λόγος που την κατηγόρησε η παραπονούμενη είναι γιατί ήθελε να μείνει στην Κύπρο και να έχει χαρτιά Ευρωπαίου πολίτη, βρήκε τον Μ.Κ.1 που της είπε να πει ότι την είχαν απαγάγει και όλα ήταν εύκολα για εκείνη. Ουδέποτε το παιδί της παραπονούμενης απειλήθηκε από την μητέρα της κατηγορούμενης, η οποία το αγαπούσε σαν δικό της παιδί. Μετά την καταγγελία τα αδέλφια της κατηγορούμενης είπαν στην μητέρα της ότι δεν μπορεί να συνεχίσει το παιδί να ζει μαζί της με όλο το κακό που έκανε στην κατηγορούμενη, αλλά η μητέρα της δεν ήθελε να τη δώσει γιατί ήταν σαν κόρη της. Τότε η παραπονούμενη ζήτησε το κοριτσάκι και η μητέρα της της είπε να βρεθεί κάποιος που θα την υποδεχτεί στην Εισαγγελία γιατί δεν ήθελε να έχει προβλήματα. Έτσι παρέδωσε το κοριτσάκι στην Εισαγγελία με τη θέληση της. Κατέθεσε ως τεκμήριο 22Α-22Γ αντίγραφο έγγραφου που είπε ότι είναι εξουσιοδότηση που δίνει ο πατέρας του παιδιού στην μητέρα της γιατί η παραπονούμενη ποτέ δεν βρισκόταν μαζί της. Αυτό η κατηγορούμενη είπε στην μητέρα της να το στείλει από την χώρα της για να δουν εδώ ότι το κοριτσάκι δεν διατρέχει κίνδυνο. Το έδωσε και μεταφράστηκε στα ελληνικά. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Χρυσόστομος Αργύρη, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Συζεί με την κατηγορούμενη εδώ και πέραν των 8 χρόνων. Ενώ διέμεναν σε διαμέρισμα στο ξενοδοχείο MARIALLA, κατά τον Φεβρουάριο 2012 η κατηγορούμενη του είπε ότι η εξαδέλφη της, ονόματι Samantha, ήθελε να έλθει στην Κύπρο. Δεν του είπε για ποιο λόγο, αλλά αυτός της είπε ότι θα την βοηθούσε. Μια ημέρα η παραπονούμενη τους είπε τα στοιχεία της και ότι χρειαζόταν άλλα €427.47 για το εισιτήριο της. Έτσι ο μάρτυρας στις 29.2.12 πήγε στο WESTERN UNION όπου και έστειλε, στο όνομα της παραπονούμενης, €427.47 γύρω στα 20.000 πέσος (τεκμήριο 15). Αφού έστειλε τα λεφτά, κατά τα μέσα του Μάρτη 2012 η κατηγορούμενη του είπε ότι η εξαδέλφη της της είπε ότι ήθελε κάποια λεφτά για να κρατά μαζί της στο αεροδρόμιο και να τα δείξει και όταν θα ερχόταν θα τους τα έδινε. Έτσι στις 17.3.12 ο μάρτυρας πήγε στο ίδιο WESTERN UNION και έστειλε, στο όνομα της παραπονούμενης, άλλα €739.17, γύρω στα 35.000 πέσος (τεκμήριο 16). Ο μάρτυρας δεν γνώριζε μέσω ποιου αεροδρομίου θα ερχόταν η παραπονούμενη, ούτε και τον ενδιέφερε. Ένα απόγευμα τηλεφώνησε κάποιος από τη Λευκωσία στην κατηγορούμενη. Ο μάρτυρας και η κατηγορούμενη πήγαν στην Λήδρας στην Λευκωσία, πήραν την παραπονούμενη και την έφεραν στο MARIALLA. Από εκείνη την ημέρα η παραπονούμενη διέμενε μαζί τους στο ίδιο διαμέρισμα στο MARIALLA. Έμεινε εκεί από τον Φεβρουάριο του 2012 μέχρι τον Ιούνιο του
- Κατά την παραμονή της στο διαμέρισμα ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι αυτή τις νύχτες έφευγε από το σπίτι και επέστρεφε ξημερώματα. Δεν γνωρίζει τι έκανε, αν δούλευε και που. Μετά η παραπονούμενη έμπλεξε με τους τσιγγάνους που έμεναν στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα και έγιναν πολλές φασαρίες με τις γυναίκες των τσιγγάνων. Συγκεκριμένα οι γυναίκες εκεί φοβούνταν ότι η παραπονούμενη θα τους έπαιρνε τους συζύγους τους, κάτι που έκανε καθημερινά. Καθημερινά υπήρχαν προβλήματα με τις γυναίκες των τσιγγάνων, οι οποίες έκαναν παράπονα συνέχεια λόγο του ντυσίματος της και γιατί γύριζε από το ένα δωμάτιο στο άλλο, με άντρες. Τσιγγάνοι άρχισαν να πηγαίνουν και στο διαμέρισμα του μάρτυρα, κάτι το οποίο αυτός δεν ανεχόταν. Η παραπονούμενη, για όσο διάστημα έμενε μαζί τους, κάθε νύχτα έβγαινε έξω, κυκλοφορούσε ελεύθερη και επέστρεφε το πρωί. Μετά έκανε φίλο ένα τσιγγάνο. Σε λίγες μέρες πήγε εκεί από το Σαν Ντομένικο και ο «boyfriend» της, ονόματι Αλί. Τότε ο μάρτυρας και η κατηγορούμενη έμεναν σε άλλο διαμέρισμα στο MARIALLA. Ο Αλί ήλθε για 15 ημέρες. Έφυγε όμως πολύ πιο νωρίς όταν έμαθε ότι η παραπονούμενη, ενώ εκείνος κοιμόταν, έβγαινε και επέστρεφε το πρωί. Μετά ο μάρτυρας με την κατηγορούμενη έφυγαν από το MARIALLA και πήγαν στο TATIANA HOTEL APARTMENTS, που ήταν πίσω από το MARIALLA. Η κατηγορούμενη δεν περιόριζε καθόλου την ελευθερία της παραπονούμενης όταν ήταν μαζί της. Ποτέ η κατηγορούμενη ή αυτός δεν χτύπησαν την παραπονούμενη. Ούτε αυτός την κράτησε ποτέ περιορισμένη στο σπίτι του. Ούτε η κατηγορούμενη την ανάγκασε ποτέ να έρθει σε συνουσία με άντρες παρά τη θέληση της. Ούτε την απείλησε προκειμένου να πάει με άντρες παρά τη θέληση της. Η κατηγορουμένη ποτέ δεν πήρε χρήματα από άντρες, οι οποίοι πήγαν με την παραπονούμενη. Ο μάρτυρας ζητούσε από την παραπονούμενη να του επιστρέψει τα λεφτά που της έστειλε αλλά εκείνη δεν του τα επέστρεφε. Ένα απόγευμα ενώ κάθονταν με την κατηγορούμενη σε ένα πάρκο κοντά στο διαμέρισμα που διέμεναν, η παραπονούμενη τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη και της είπε ότι θα τηλεφωνήσει στον άντρα της κατηγορούμενης να του πει ότι παιδί που είχαν μαζί δεν είναι δικό του εάν ο μάρτυρας συνέχιζε να ζητά τα λεφτά. Ο μάρτυρας είδε τότε την κατηγορούμενη να γίνεται σαν άγριο θηρίο και πήγαν πάνω να δουν τι γίνεται. Ξεκίνησαν να καυγαδίζουν. Γι' αυτό τον λόγο η παραπονούμενη έκανε όλη αυτή την ιστορία. Ο μάρτυρας τηλεφώνησε στην Αστυνομία της Γερμασόγειας την ώρα που έγινε το πιο πάνω και το ανέφερε και τους ζήτησε να έλθουν. Περίμενε περίπου μισή ώρα, πήρε το διαβατήριο από την παραπονούμενη και κρατούσε και το τηλέφωνο της, για να μην πάρει τηλέφωνο να δημιουργήσει προβλήματα στον σύζυγο της κατηγορούμενης για το μωρό. Η Αστυνομία δεν πήγε. Έτσι μετά από 20 λεπτά, ήταν παρούσα και η φίλη της παραπονούμενης, Άννα, ο μάρτυρας έδωσε σε αυτήν το διαβατήριο της παραπονούμενης και έφυγαν. Όσον αφορά την σχέση της οικογένειας της κατηγορούμενης στην χώρα της με την παραπονούμενη είπε ότι ήταν γνώριμοι πάρα πολλά χρόνια γι' αυτό και το παιδί της η παραπονούμενη το άφησε στην μητέρα της κατηγορούμενης για να το μεγαλώνει γιατί δεν είχε πού να το αφήσει. Ήταν στον δρόμο συνέχεια η παραπονούμενη. Η μητέρα της κατηγορούμενης για να μην έχει πρόβλημα από οποιονδήποτε, πήγε στο Δικαστήριο ή κάπου, σε κάποιο γραφεία της κυβέρνησης και έφτιαξαν χαρτιά για το παιδί ότι το είχε μαζί της. Μετά από τις καταγγελίες που έκανε η παραπονούμενη για την κατηγορούμενη, η μητέρα της τελευταίας πήγαινε να παραδώσει το μωρό και έμεινε το μωρό άλλες 8 μέρες μαζί της, γιατί δεν έβρισκαν κάποιον να το παραλάβει. Αναγνώρισε το έγγραφο (τεκμήριο 24) το οποίο είπε ότι το έστειλε ο αδελφός της κατηγορούμενης ή η μητέρα της και το παρέλαβε ο ίδιος από το DHL, και το έδωσε σε μεταφράστρια ισπανικών (μετάφραση στα ελληνικά υπάρχει στην σελίδα 2 του τεκμηρίου). Αυτό το χαρτί το ζήτησαν από την οικογένεια της κατηγορούμενης γιατί η παραπονούμενη έλεγε ότι απήγαγε το παιδί της. Δεν έγινε τέτοια απαγωγή. Το παιδί ήταν μέχρι και την τελευταία στιγμή με τη μητέρα της κατηγορούμενης, η οποία το πρόσεχε και το αγαπούσε περισσότερο από τα παιδιά της. Ποτέ δεν απειλήθηκε η ασφάλεια του παιδιού της παραπονούμενης από την κατηγορουμένη ή τη μητέρα της. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Γιαννάκης Κονναρής, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Είναι εργολάβος οικοδομών και αναλαμβάνει οικοδομικά έργα και συντηρήσεις. Περί τον Ιούνιο του 2012, μετά από συμφωνία που είχε με τον ιδιοκτήτη του «ΜARIALLA APTS» στον Ποταμό Γερμασόγειας, ανέλαβε την συντήρηση εξωτερικών χώρων του κτιρίου. Δούλεψε εκεί για τον σκοπό αυτό περίπου δύο εβδομάδες. Δεν βρισκόταν όμως συνέχεια εκεί. Όσο βρισκόταν εκεί και εργαζόταν, πολλές φορές έβλεπε μια αλλοδαπή, της οποίας το όνομα δεν γνωρίζει, που έβγαινε από το διαμέρισμα αρ.
- Αυτή ήταν πολύ προκλητικά ντυμένη, φαίνονταν τα βυζιά της και τραβούσε τα αντρικά βλέμματα. Δεν αντιλήφθηκε τι δουλειά έκανε η εν λόγω κοπέλα. Την αναγνώρισε σε φωτογραφία που του υποδείχθηκε από τον αστυνομικό που του έλαβε κατάθεση. Αυτή ήταν μόνη της την ημέρα που ήταν εκεί και την έβλεπε, διακινείτο ελεύθερα χωρίς να την περιορίζει κάποιος. Μαζί με την εν λόγω αλλοδαπή ήταν και η κατηγορούμενη και ο Τόμις, τον οποίο γνωρίζει από παλιά αφού είναι συνάδελφοι και βοηθά ο ένας τον άλλο όταν έχουν δουλειές. Ουδέποτε τους είδε ή άκουσε να της φωνάζουν. Κάποτε η αλλοδαπή κυκλοφορούσε με την κατηγορούμενη αλλά τις περισσότερες φορές την έβλεπε μόνη της. Αυτή πήγαινε στον 1ο όροφο, στον 2ο, έμπαινε, έβγαινε. Ο μάρτυρας όμως δεν έβλεπε συνέχεια γιατί είχε δουλειά και πηγαινοερχόταν. Επίσης την έβλεπε να κάνει παρέα και να φιλά πολλούς τσιγγάνους που έμεναν στο κτίριο. Πήγαιναν και έρχονταν μαζί, έμπαινε στο διαμέρισμα τους, έβγαινε. Ποτέ δεν μίλησε στον μάρτυρα. Την άκουσε που μιλούσε αλλά δεν ξέρει τι γλώσσα μιλούσε. Τον Πανίκο που ήταν υπεύθυνος των διαμερισμάτων, έδινε δωμάτια και είχε τον έλεγχο εκεί, τον έβλεπε καθημερινά. Τον είδε δυο-τρεις φορές τη στιγμή που έφευγε η αλλοδαπή μόνη της να μιλήσει μαζί του για λίγο, χωρίς να ξέρει τι έλεγαν. Δεν έπεσε στην αντίληψη του την εν λόγω αλλοδαπή να την πωλούσαν σε πελάτες. Αυτός έφευγε από την εν λόγω εργασία η ώρα 15:30 περίπου και μετά δεν ξέρει τι γινόταν εκεί. Κάποτε την έβλεπε περί τις 15:30 που έφευγε μόνη της από την πολυκατοικία, ντυμένη έξαλλα. Δεν ξέρει όμως που πήγαινε, εάν την παραλάμβανε κάποιος, εάν έφευγε με κάποιον ή με αυτοκίνητο. Δεν είδε καμιά φορά κανένα πρόσωπο ονόματι Κώστας ούτε και τον γνωρίζει. Όσο καιρό ήταν εκεί δεν είδε αλλά ούτε και άκουσε οποιαδήποτε φασαρία στο διαμέρισμα 305 όπου διέμενε και η κατηγορούμενη με τον Τόμι. Όσον αφορά το διαμέρισμα 310 δεν γνωρίζει τους ενοίκους αλλά ούτε και ξέρει εάν μένει οποιοσδήποτε εκεί. Ήταν ο Τόμις που του ζήτησε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία για τα όσα έβλεπε εκεί. Τέλος ως Μ.Υ.3 κατέθεσε ο Κλεάνθης Παναγιώτου, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Τον Οκτώβριο του 2011 μαζί με τον Άριστο Άζινο ανέλαβαν την μπυραρία με την ονομασία «ΜΕΡΑΚΛΗΣ», που βρίσκεται στην οδό Γεωργίου Α, αρ. 16 στην Λεμεσό. Είχαν κάποιο πρόβλημα με τις άδειες και στις 11.12.11 αποφάσισαν να την δουλέψουν χωρίς άδειες. Εκεί δούλεψαν το υποστατικό ως μπυραρία αλλά περισσότερο σέρβιραν και φαγητά και μέσα στην μπυραρία είχαν ως σερβιτόρες τρεις γυναίκες αλλοδαπές κυρίως Ρουμάνες. Την μπυραρία την λειτούργησαν ως τις πρώτες ημέρες του Ιουνίου 2012 και ύστερα την έκλεισαν γιατί δεν πήγαινε καλά. Ο Άριστος Άζινος δεν πήγαινε πάντα στην μπυραρία. Μια νύχτα κατά τις αρχές Απριλίου, πήγε στο μαγαζί του μια Δομινικανή που τους είπε ότι ονομάζεται Samantha και ήθελε δουλειά. Επειδή δεν είχε ούτε χαρτιά και δεν μιλούσε αγγλικά ή ελληνικά της είπε όχι. Την νύχτα που πήγε εκεί ήταν μόνη της, έκατσε στο τραπεζάκι και συνεχώς μιλούσε στο κινητό της τηλέφωνο στην γλώσσα της χωρίς να καταλαβαίνει ο μάρτυρας τι έλεγε. Με το που την είδε ο μάρτυρας κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά γιατί συνέχεια μιλούσε στο τηλέφωνο και γελούσε και γενικά κατάλαβε από το ύφος της ότι μιλούσε στην γλώσσα της με άντρα. Εκείνη την νύχτα του τηλεφώνησε μια κοπέλα και του είπε ότι ονομάζεται Mercedes (στο εξής η κατηγορούμενη) και τον παρακαλούσε να πιάσει την άλλη κοπέλα δουλειά στην μπυραρία γιατί είναι φτωχή αλλά αυτός της είπε ότι δεν το κάνει γιατί δεν είχε χαρτιά μαζί της για να του τα δείξει και να έλθει να την πάρει. Η κατηγορούμενη του είπε ότι δεν μπορεί να έλθει να την πάρει γιατί είχαν ένα άλογο το οποίο θα γεννούσε. Αυτός είχε πολύ κόσμο στο μαγαζί και δεν μπορούσε να φύγει για να μεταφέρει την κοπέλα. Εκείνη έμεινε στο μαγαζί πολλή ώρα και κάποιοι πελάτες της έλεγαν να της κεράσουν φαί αλλά δεν ήθελε τίποτε. Μετά που έκλεισε το μαγαζί κατά η ώρα 01:00 της είπε ο μάρτυρας να την πάρει στο σπίτι της. Εκείνη του έδειξε τον δρόμο και την πήρε εκεί όπου μένουν οι τσιγγάνοι, που ήταν 500 μέτρα από το μαγαζί του. Την κατέβασε στο πάρκινγκ και επειδή έπρεπε αυτός να βάλει μπροστά ‑ πίσω για να φύγει, πρόσεξε ότι εκείνη μπήκε από την πισινή πλευρά του ξενοδοχείου, είχε ένα γραφείο και έκατσε εκεί με κάποιον και μιλούσαν. Ο μάρτυρας την κατηγορούμενη δεν την γνωρίζει προσωπικά και το τηλέφωνο του μπορεί να το βρήκε μέσω του συνεταίρου του. Της κοπέλας της είπε ότι ονομάζεται Κλεάνθης και ουδέποτε της είπε το όνομα Braulio. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε σε όλες τις ενέργειες που έκανε καθηκόντως, στα πλαίσια των συνεντεύξεων και των καταθέσεων που έλαβε από την παραπονούμενη, ήταν θετικός και άμεσος στις απαντήσεις του και δεν προέκυψε πουθενά από την μαρτυρία ότι αυτός καθοδήγησε την παραπονούμενη στην τρίτη της κατάθεση να διορθώσει τα όσα ανέφερε στις δύο προηγούμενες, όπως του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι τα όσα είπε κατά την αντεξέταση του αναφορικά με το κατά πόσο η ιστορία που ανέφερε η παραπονούμενη ευσταθούσε ώστε να προχωρήσει η Αστυνομία με υπόθεση, αποτελεί την γνώμη του στα πλαίσια των καθηκόντων του και ασφαλώς δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό της κατηγορούμενης στην μαρτυρία της ότι ο εν λόγω μάρτυρας την απειλούσε ότι θα την βάλει φυλακή και θα την απελάσει, θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτός δεν του τέθηκε καν κατά την αντεξέταση του ώστε να τον σχολιάσει και να μπορέσει το Δικαστήριο να τον αξιολογήσει. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται δεκτή. Η μαρτυρία του Μ.Κ.2 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση ενώ η Μ.Κ.3 δεν αντεξετάσθηκε καν. Συνεπώς και των δύο η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Η Μ.Κ.4 κατά την μαρτυρία της προσποιείτο ότι δεν αντιλαμβανόταν κάποιες ερωτήσεις, επαναλάμβανε άλλες, σκεφτόταν καλά πριν απαντήσει και γενικά άφησε την εικόνα ότι δεν επιθυμούσε να αποκαλύψει όλα όσα γνώριζε για την υπόθεση. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι προσπάθησε να δείξει ότι δεν γνώριζε την παραπονούμενη παρά μόνο για δύο ημέρες και ότι δεν πήγε στο διαμέρισμα όπου εκείνη διέμενε, παρά μόνο την ημέρα που, στην παρουσία της, η παραπονούμενη δέχθηκε επίθεση από την κατηγορούμενη, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε σχετικά η παραπονούμενη. Πιο συγκεκριμένα: Στην κατάθεση της, την οποία ουσιαστικά υιοθέτησε στην κυρίως εξέταση της, ανέφερε ότι μια ημέρα ενώ βρισκόταν σε ένα σνακ μπαρ είδε κάποιες άγνωστες της να φορούν παντόφλες, οι οποίες της άρεσαν και αφού της ρώτησε την παρέπεμψαν στην κατηγορούμενη, υποδεικνύοντας της το κτίριο όπου εκείνη διέμενε. Έτσι πήγε στο εν λόγω κτίριο και σε διαμέρισμα στον τρίτο όροφο βρήκε την κατηγορούμενη και της παρήγγειλε παντόφλες. Η κατηγορούμενη της είπε να πάει εκεί την επόμενη μέρα κάτι που έπραξε. Όταν πήγε εκεί, η κατηγορούμενη της σύστησε την παραπονούμενη ως αδελφή της. Η μάρτυρας έκατσε για λίγο εκεί και η παραπονούμενη της ζήτησε το τηλέφωνο και της το έδωσε για να μιλούν αφού η μάρτυρας γνωρίζει ισπανικά. Ακολούθως η μάρτυρας έφυγε. Μετά από δυο ημέρες η παραπονούμενη της τηλεφώνησε από το κινητό της και της είπε αν θέλει να πάει να πιουν καφέ στο διαμέρισμα. Η μάρτυρας μετά από λίγο πήγε στο διαμέρισμα της παραπονούμενης, το οποίο όμως ήταν άλλο από αυτό που την συνάντησε την πρώτη φορά και την ίδια ημέρα ακολούθησε το επεισόδιο κατά το οποίο η κατηγορούμενη πήγε εκεί και χτύπησε την παραπονούμενη. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι από την ίδια την κατάθεση της προκύπτει ότι συνάντησε την παραπονούμενη όχι μόνο τις δύο φορές που προαναφέρθηκαν αλλά περισσότερες. Συγκεκριμένα σε τούτο συνηγορεί η αναφορά της ότι η παραπονούμενη της είπε «μια φορά ότι η κατηγορούμενη την έφερε από την χώρα της για να της βρει δουλειά αλλά δεν της βρήκε κανονική δουλειά αλλά της έβρισκε διάφορους πελάτες για σεξ» και ότι «Κατά τις φορές που επισκέφθηκε την Samantha στο διαμέρισμα της δεν είδε να μπαίνει οποιοσδήποτε άνδρας εκτός από τον Τόμι». Περαιτέρω στην αντεξέταση της δεν δέχθηκε ότι ήταν την παραπονούμενη που συνάντησε στον σνακ μπαρ και την πήρε στο διαμέρισμα της κατηγορούμενης για να τις κάνει παντόφλες ούτε ότι με την παραπονούμενη πήγαιναν μαζί βόλτες ενώ δεν γνώριζε ούτε τον Πανίκο, που ήταν ο υπεύθυνος του ξενοδοχείου όπου διέμενε η παραπονούμενη. Όταν δε της τέθηκε ότι δύο μέρες πριν γίνει το προαναφερόμενο συμβάν η κατηγορούμενη με τον Τόμι, δεν έμεναν στο συγκεκριμένο κτίριο αλλά αλλού δεν το δέχθηκε και πρόσθεσε ότι είναι πιο μετά που μετακόμισαν, κάτι που δείχνει, αντίθετα με την εικόνα που προσπάθησε να παρουσιάσει ότι δεν γνώριζε πολλά πράγματα για την υπόθεση, ότι γνώριζε. Ενώ δε από τα όσα είπε στην κατάθεση της και στην κυρίως εξέταση της προκύπτει ότι γνώρισε την παραπονούμενη δύο μέρες πριν το συμβάν και μετά δεν την ξαναείδε, στην αντεξέταση της ερωτώμενη πόσο χρόνο κράτησε η γνωριμία τους, είπε αρχικά κάτι μέρες και στη συνέχεια ότι ήταν μια περίπου εβδομάδα. Όταν της τέθηκε όμως το πιο πάνω ουσιαστικά υποκρίθηκε ότι δεν κατάλαβε την προηγούμενη ερώτηση ενώ όταν της ζητήθηκε να διευκρινίσει τι πράγμα κράτησε μια εβδομάδα απάντησε «Τίποτε». Ενόψει των ανωτέρω η μαρτυρία της Μ.Κ.4 δεν μπορεί να γίνει δεκτή παρά μόνο όσον αφορά το τι έγινε κατά την ημέρα που στην παρουσία της, η κατηγορούμενη επιτέθηκε και τραυμάτισε την παραπονούμενη. Αυτό γιατί τόσο η κατηγορούμενη όσο και ο Μ.Υ.1 ανέφεραν ότι αυτή ήταν παρούσα αλλά και γιατί το μέρος αυτό συνάδει τόσο με τα όσα είπε η παραπονούμενη αλλά και η ίδια η κατηγορούμενη. Η Μ.Κ.5 δηλ. η παραπονούμενη θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά την μαρτυρία της δεν ήταν σταθερή, περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, αρκετά σημεία της εκδοχής της δεν βρίσκουν έρεισμα στην λογική ενώ άλλα διαψεύδονται από άλλη μαρτυρία και γενικά δεν ήταν πειστική η όλη θέση της για τον πραγματικό ρόλο της κατηγορούμενης στην υπόθεση. Συγκεκριμένα: Η παραπονούμενη έδωσε τρεις καταθέσεις. Στην πρώτη (τεκμήριο 7Α-7Β, ημερ. 20.8.12) βασικά ανέφερε ότι κάποια Maritsa, που γνώρισε στην πατρίδα της, η οποία βοηθούσε κοπέλες να εργαστούν στην Ευρώπη την προσέγγισε και την ρώτησε εάν ενδιαφέρεται, λέγοντας της ότι έχει διασυνδέσεις και μπορεί να την βοηθήσει να δουλέψει στην Ισπανία σε εστιατόριο. Η παραπονούμενη πλήρωσε το πρόσωπο αυτό για τα έξοδα, την προμήθεια της και το αεροπορικό εισιτήριο και εκείνη έκανε όλες διευθετήσεις ώστε να ταξιδέψει τελικά στην Τουρκία για να δουλέψει σε εστιατόριο. Έτσι στις 19.3.13 μετέβηκε στην Κωνσταντινούπολη, μέσω Μαδρίτης. Στο αεροδρόμιο την περίμενε κάποιος Τούρκος, όπως της είχε πει η Maritsa, ο οποίος την πήρε σε ένα ξενοδοχείο, όπου διέμεινε μέχρι την επόμενη μέρα, οπόταν ταξίδεψε αεροπορικώς με τον Τούρκο στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου. Εκεί, στο αεροδρόμιο τους παρέλαβε ένα νεαρό πρόσωπο επίσης τουρκικής καταγωγής. Κατά την διαδρομή από το αεροδρόμιο ο Τούρκος σε έντονο και αυστηρό ύφος της ζήτησε να του δώσει το διαβατήριο και το κινητό της τηλέφωνο και από εκείνη τη στιγμή αυτός άλλαξε συμπεριφορά. Η μάρτυρας του τα έδωσε γιατί φοβήθηκε και τότε αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Από το αεροδρόμιο την πήραν σε ένα παλιό, μεγάλο διώροφο σπίτι, όπου έμεναν άλλες 5 με 6 κοπέλες, οι οποίες ήταν κλειδωμένες στα δωμάτια τους. Ο Τούρκος την οδήγησε σ' ένα υπνοδωμάτιο στον πρώτο όροφο και αφού εισήλθαν σε αυτό κλείδωσε την πόρτα και την ανάγκασε με βία να κάνει σεξ μαζί του. Αυτός της έδινε καθημερινά ένα χάπι για να κοιμηθεί και περίπου μια φορά τον μήνα ένα χάπι για να μην δει περίοδο. Κατά τη διάρκεια της ημέρας κοιμόταν και κατά τη διάρκεια της νύκτας υποχρεωνόταν να κάνει σεξ με άντρες. Δεν έπαιρνε λεφτά, ήταν κλειδωμένη στο δωμάτιο και ο Τούρκος της έπαιρνε εκεί φαγητό. Όταν αυτή αρνιόταν να υπακούσει και να κάνει σεξ ο Τούρκος την χτυπούσε. Σχεδόν κάθε νύκτα υποχρεωνόταν να κάνει σεξ, πολλές φορές και με 3 ή 4 άντρες. Μετά από 2 μήνες περίπου, ο Τούρκος πήγε στο δωμάτιο της και της είπε να ντυθεί και να ετοιμάσει τις αποσκευές της. Αυτή, άλλη μία κοπέλα που έμενε στο σπίτι, ο Τούρκος και το άλλο πρόσωπο τουρκικής καταγωγής, επιβιβαστήκαν σε αυτοκίνητο και αφού ταξίδεψαν για περίπου μια ώρα, σταμάτησαν σε κάποιο σημείο, όπου κατέβηκαν όλοι πλην του Τούρκου. Περπάτησαν για κάποια ώρα σε σημεία που δεν υπήρχε δρόμος, πέρασαν από σημείο όπου υπήρχαν συρματοπλέγματα και στη συνέχεια συνάντησαν και πάλι τον Τούρκο με το αυτοκίνητο. Μπήκαν σε αυτό και μετά από μια ώρα περίπου σταμάτησαν σ' ένα σταυροδρόμι και συνάντησαν ένα ελληνοκύπριο, ονόματι Κώστα, στον οποίο ο Τούρκος παρέδωσε την παραπονούμενη. Ο Κώστας την μετέφερε σ' ένα σχετικά καινούριο, διώροφο σπίτι με αυλή, στην Λεμεσό, όπου έμεναν ακόμα 3 κοπέλες. Η κατάσταση εκεί ήταν η ίδια με το προηγούμενο σπίτι όπου διέμεινε, με τη διαφορά ότι δεν έκανε σεξ με άντρες μέσα στο σπίτι. Ήταν κλειδωμένη στο δωμάτιο της και μόνο ο Κώστας άνοιγε για να βγει. Της έπαιρνε φαγητό στο δωμάτιο και της έδινε καθημερινά ένα χάπι για να κοιμηθεί και κάθε μήνα ένα για να μην δει περίοδο. Ο Κώστας είχε χειρότερη συμπεριφορά και ήταν πιο βίαιος από τον Τούρκο. Της φώναζε και την ξυλοφόρτωνε πολύ συχνά. Κάθε νύκτα την έπαιρνε μαζί με τις άλλες 3 κοπέλες, με το αυτοκίνητο του σε μια μπυραρία, όπου στον πάνω όροφο υπήρχαν δύο δωμάτια, όπου την έστελνε και την υποχρέωνε να κάνει σεξ με άντρες. Δεν της έδινε λεφτά για τον σκοπό αυτό. Κάποτε οι πελάτες την έπαιρναν από το σπίτι και μετά την παραλάμβανε ο Κώστας, ο οποίος την απείλησε πολλές φορές ότι αν μιλήσει ή αν προσπαθήσει να δραπετεύσει θα την συλλάβει η Αστυνομία καθότι είναι παράνομη. Στις 2.8.12 τη νύκτα την παρέλαβε ένας πελάτης από το σπίτι. Πριν φύγει η μάρτυρας είδε το διαβατήριο της σ' ένα ράφι κοντά σ' ένα παράθυρο. Όταν δεν την έβλεπε ο Κώστας πήρε το διαβατήριο, άνοιξε το παράθυρο και το πέταξε έξω. Πριν φύγει με τον πελάτη παρέδωσε το κινητό της στον Κώστα. Ενώ βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού και χωρίς να γίνει αντιληπτή πήρε το διαβατήριο και το έκρυψε στο εσώρουχο της. Ο πελάτης την πήρε σ' ένα ξενοδοχείο στη Λεμεσό και έκαναν σεξ. Όταν τέλειωσαν εκείνος πήγε να κάνει μπάνιο και αυτή εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και κατάφερε να το σκάσει με το διαβατήριο της. Πήγε σ' ένα πάρκο όπου κρύφτηκε και κοιμήθηκε μέχρι το πρωί. Την επομένη ενώ βρισκόταν εκεί άκουσε μια κοπέλα να μιλά ισπανικά στο τηλέφωνο. Μόλις την άκουσε, την πλησίασε, της είπε τα προβλήματα της και ζήτησε την βοήθεια της. Η κοπέλα αυτή, το όνομα της οποίας είναι Marleni την πήρε στο σπίτι της, την βοήθησε και την έφερε σε επαφή με την Αστυνομία. Σε κανένα λοιπόν σημείο την πρώτη της κατάθεση η παραπονούμενη δεν έκανε αναφορά στην κατηγορούμενη. Στην δεύτερη της κατάθεση (τεκμήριο 8Α-8Β) την οποία έδωσε στις 21.11.12, είπε ουσιαστικά ότι δεν ανέφερε όλη την αλήθεια στην πρώτη κατάθεση επειδή φοβόταν την κατηγορούμενη, η οποία απειλούσε τόσο την ίδια όσο και την κόρη της και ότι τώρα που έχει ηρεμήσει είναι διατεθειμένη να πει όλη την αλήθεια. Έτσι ανέφερε ότι όταν έφθασε στο σπίτι του Κώστα, εκεί πήγε και η κατηγορούμενη που ήταν φίλη αυτού. Όταν την είδε η μάρτυρας για πρώτη φορά αυτή της μιλούσε πολύ καλά και ήταν πολύ συμπαθητική μαζί της. Την πρώτη φορά δεν της είπε οτιδήποτε σχετικά με σεξ με άντρες. Εκτός από το μπαρ που ανέφερε στην πρώτη της κατάθεση, ο Κώστας και η κατηγορούμενη την έπαιρναν και σε άλλα μπαρ για να δουλέψει και για να κάνει σεξ με πελάτες. Ο Κώστας την έπαιρνε στο ξενοδοχείο MARIALLA όπου ήταν υπόχρεα να κάνει σεξ με άντρες. Εκεί την έπαιρνε στο δωμάτιο της κατηγορούμενης, η οποία της μιλούσε στα ισπανικά και της έλεγε ότι ήταν υποχρεωμένη να κάνει σεξ στο ξενοδοχείο με άντρες γιατί αυτή και ο Κώστας πλήρωσαν πολλά λεφτά στους Τούρκους για να την φέρουν στην Λεμεσό. Η κατηγορούμενη της είπε ότι αν δεν πήγαινε με τους πελάτες και έκανε σεξ θα την χτυπήσει. Μερικές φορές έτυχε να την χτυπήσει επειδή δεν ήθελε να κάνει κάτι τέτοιο. Αυτό το είπε στην κατηγορούμενη, η οποία της είπε ότι πρέπει να την πληρώσει €2.000 για τα έξοδα που την έφερε στην Κύπρο. Δεν είχε λεφτά και έτσι δεν είχε άλλη επιλογή. Η κατηγορούμενη έμενε με τον φίλο της, ο οποίος ονομάζεται Τόμις. Η μάρτυρας δεν μιλούσε μ' αυτόν όμως εκείνος της έλεγε πολλές φορές «Money, money», θέλοντας να πει ότι έπρεπε να κάνει σεξ με τους πελάτες για να κερδίζει λεφτά γι' αυτούς. Η κατηγορούμενη έστελνε στα δωμάτια όπου έμενε η μάρτυρας στο ξενοδοχείο, άντρες για να κάνει σεξ με αυτούς. Όταν ερχόταν ένας πελάτης στο ξενοδοχείο, η κατηγορούμενη της τηλεφωνούσε και της έλεγε ότι έχει φθάσει και ότι πρέπει να ανοίξει την πόρτα του δωματίου και στη συνέχεια να κάνει σεξ μ' αυτόν. Ο Κώστας την έπαιρνε στο εν λόγω ξενοδοχείο, τόσο κατά την διάρκεια της ημέρας όσο και κατά την διάρκεια της νύκτας. Ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου, ο Πανίκος τα γνώριζε όλα αυτά και επίσης και αυτός της έστελνε πελάτες για να κάνει σεξ μαζί τους. Οι πελάτες ουδέποτε έδωσαν λεφτά στην μάρτυρα και υποθέτει ότι πλήρωναν την κατηγορούμενη ή τον Πανίκο ή τον Κώστα. Εκτός από το μπαρ του Κώστα, ο Κώστας και η κατηγορούμενη την έπαιρναν στο μπαρ BIKERS, του οποίου ο ιδιοκτήτης ονομαζόταν Μαρίνος. Δεν γνωρίζει πόσα λεφτά πλήρωναν οι πελάτες για να κάνουν σεξ μαζί της, ούτε γνωρίζει πόσα ποτά έπρεπε να πιούν. Δεν ήθελε να κάνει σεξ αλλά δεν είχε άλλη επιλογή γιατί ήταν συνέχεια κάτω από τον έλεγχο του Κώστα. Επιπρόσθετα η κατηγορούμενη και ο Τόμις την έπαιρναν στον μπαρ του Braulio, ο οποίος ήταν Κύπριος. Εκεί η μάρτυρας δούλεψε για 10 νύκτες περίπου. Η κατηγορούμενη της είπε ότι πρέπει να σερβίρει τους πελάτες, να κάθεται μαζί τους και να είναι ευγενική. Αν ένας πελάτης ήθελε να κάνει σεξ μαζί της η κατηγορούμενη την έπαιρνε στο ξενοδοχείο MARIALLA όπου πήγαινε ο πελάτης στο δωμάτιο. Στο μπαρ του Braulio δεν γνωρίζει πόσα λεφτά χρειαζόταν να πληρώσει ένας πελάτης για να κάνει σεξ, ούτε γνωρίζει ποιον πλήρωναν. Η μάρτυρας ήταν συνέχεια κάτω από τον έλεγχο του Κώστα όταν εργαζόταν στο BIKERS και της κατηγορούμενης, όταν εργαζόταν στο μπαρ του Braulio, και ουδέποτε την άφηναν μόνη της. Επίσης η κατηγορούμενη της είπε να κάνει σεξ με ένα πρόσωπο, το οποίο την παρέλαβε από το ξενοδοχείο MARIALLA και την πήρε 3 φορές στο εστιατόριο του όπου έκαναν σεξ. Αυτός δεν έδωσε λεφτά στην μάρτυρα αλλά ούτε γνωρίζει πόσα λεφτά έδινε στην κατηγορούμενη. Στην τρίτη της κατάθεση (τεκμήριο 9Α-9Β - 18.12.12), την οποία έδωσε στις 18.12.12, είπε ότι γνώριζε την οικογένεια της κατηγορούμενης πριν έλθει στην Κύπρο. Ενώ έκανε τις διευθετήσεις για να έλθει στην Κύπρο, με την βοήθεια της Maritsa πίστευε ότι η κατηγορούμενη βρισκόταν στην Ισπανία. Η Maritsa και η κατηγορούμενη είναι φίλες και μιλούσαν μέσω τηλεφώνου για να κάνουν τις διευθετήσεις για να έλθει η μάρτυρας στην Κύπρο. Πριν έλθει στην Κύπρο, η κατηγορούμενη της έστειλε, μέσω WESTERN UNION και στο όνομα του Τόμι, 30,000 πέσος για τα έξοδα της στην Τουρκία. Όταν έφθασε στην Κύπρο ο Κώστας την πήρε στην Λεμεσό όπως ανέφερε στην πρώτη κατάθεση. Τις πρώτες μέρες όταν ήταν στην Λεμεσό διέμεινε στο σπίτι του Κώστα, μετέπειτα η κατηγορούμενη και ο Τόμις την πήραν στο ξενοδοχείο MARIALLA όπου διέμεινε τον περισσότερο καιρό. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η κατηγορούμενη και ο Τόμις την πήραν σε διάφορα μπαρ στην Λεμεσό για να δουλέψει και για να κάνει σεξ με άντρες. Δεν δραπέτευσε από το σπίτι του Κώστα όπως ανάφερε στην πρώτη κατάθεση αλλά από το ξενοδοχείο MARIALLA. Ο Τόμις και η κατηγορούμενη την χτύπησαν πολλές φορές. Την τελευταία φορά ήταν στο δωμάτιο του Τόμι και της κατηγορούμενης στο ξενοδοχείο MARIALLA. Αυτή τη φορά ο Δημήτρης και η Άννα, τους οποίους γνώρισε εκεί είδαν τι συνέβηκε. Μίλησε προηγουμένως με την Άννα σχετικά με τα προβλήματα της και της είπε ορισμένα πράγματα όπως για παράδειγμα ότι την ξεγέλασαν για να έρθει στην Κύπρο. Μετά που ο Τόμις και η κατηγορούμενη την έδειραν την τελευταία φορά, αυτή δραπέτευσε από το MARIALLA αφού την βοήθησε ο Δημήτρης. Εκείνη την ημέρα ενώ βρισκόταν στο δωμάτιο του Τόμι και της κατηγορούμενης, η Άννα είδε ότι ο Τόμις έβαλε το διαβατήριο της στο μπάνιο, το πήρε και το έδωσε στον Δημήτρη. Στη συνέχεια ο Δημήτρης την πήρε σ' ένα άλλο ξενοδοχείο. Έμεινε εκεί για μια νύκτα και την επόμενη ημέρα έφυγε και συνάντησε την Marleni, η οποία την βοήθησε να έρθει σε επαφή με την κυρία Ανδρούλλα. Όταν βρισκόταν στην Λεμεσό η κατηγορούμενη της είπε να αλλάξει όνομα και την φώναζε Samantha. Η μάρτυρας δεν μιλούσε απευθείας στον Τόμι, αλλά αυτός της πήρε στο διαβατήριο, αυτός την χτυπούσε και της πήρε το κινητό της τηλέφωνο. Προκύπτει λοιπόν από τις καταθέσεις της παραπονούμενης ότι παρά το ότι η πρώτη της λήφθηκε στις 20.8.12, αυτή δεν αποκάλυψε τον ρόλο της κατηγορούμενης στην υπόθεση παρά μόνο σταδιακά και συγκεκριμένα αρχικά στην δεύτερη της κατάθεση την οποία έδωσε στις 21.11.12 δηλ. τρείς μήνες αργότερα και στη συνέχεια στην τρίτη της κατάθεση που έδωσε ένα περίπου μήνα μετά στις 18.12.
- Μάλιστα μόνο στην τρίτη της κατάθεση αποκάλυψε ότι γνώριζε την κατηγορούμενη από την πατρίδα της και ότι εκείνη την βοήθησε για να έλθει στην Κύπρο. Για να δικαιολογήσει τα πιο πάνω, στην δεύτερη της κατάθεση είπε ότι φοβόταν την κατηγορούμενη, η οποία απειλούσε τόσο την ίδια όσο και την κόρη της και ότι τώρα που έχει ηρεμήσει είναι διατεθειμένη να πει όλη την αλήθεια και στην τρίτη της κατάθεση είπε ότι ο λόγος που φοβόταν να πει την αλήθεια ήταν ότι η κόρη της βρισκόταν με την μητέρα της κατηγορούμενης στην πατρίδα της και πρόσθεσε ότι κατά τον χρόνο της λήψης της κατάθεσης η κόρη της βρίσκεται με την οικογένεια της στην Δομινικανή Δημοκρατία και είναι ασφαλής. Αυτά έδωσε ως δικαιολογία και κατά την μαρτυρία της στο Δικαστήριο. Θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί σε σχέση με τα πιο πάνω τα οποία είναι ουσιαστικά και καίρια για την εμπλοκή και το ρόλο της κατηγορούμενης στην υπόθεση, ότι αποτελεί παράδοξο το ότι στην δεύτερη της κατάθεση η παραπονούμενη ενώ αποκαλύπτει το λόγο που δεν είπε όλη την αλήθεια στην πρώτη και δίνει αρκετές λεπτομέρειες για την «δράση» της κατηγορούμενης εντούτοις ουσιαστικά απέκρυψε ότι γνώριζε αυτήν από πριν και ότι μάλιστα εκείνη την βοήθησε και οικονομικά για να έλθει στην Κύπρο, κάτι που αποκάλυψε πλέον στην τρίτη της κατάθεση, ένα μήνα μετά. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο πολύ αρχικό στάδιο της κυρίως εξέτασης της δήλωσε ότι είναι συγχυσμένη γιατί φοβάται για την κόρη της και την οικογένεια της στον Άγιο Δομίνικο και ότι η κόρη της ακόμη και τώρα κινδυνεύει σε αντίθεση με την τρίτη της κατάθεση όπου στις 18.12.12 δηλ. 2 ½ περίπου χρόνια πριν, δήλωσε ότι η κόρη της είναι με την οικογένεια της και είναι ασφαλής. Όταν δε ρωτήθηκε τι αναμένει από το Δικαστήριο είπε ότι θέλει να πει την αλήθεια γιατί θέλει να τελειώνει αυτή η ιστορία και θέλει να καταλάβει το Δικαστήριο τι πέρασε, τι της συνέβη ότι την χτυπούσαν και την χτύπησε και όταν ήταν έγκυος. Στην αντεξέταση της επανέλαβε ότι στην πρώτη της κατάθεση δεν αποκάλυψε την δράση της κατηγορούμενης καθότι η κόρη της ήταν με την μητέρα της κατηγορούμενης. Είπε δε ότι δεν ήταν η μητέρα της αλλά ήταν η κατηγορούμενη που απειλούσε τηλεφωνικά την κόρη της και της έλεγε ότι θα σκότωναν την παραπονούμενη κάτι που η κόρη της ανέφερε στην Εισαγγελία της χώρας της όταν η παραπονούμενη έβγαλε την μικρή, με τη βοήθεια της Εισαγγελίας, από το σπίτι τους γιατί αρνήθηκαν να της την δώσουν. Μάλιστα η μάρτυρας αναφέρθηκε σε σχετικό έγγραφο που είχε στην κατοχή της. Όταν δε ρωτήθηκε γιατί στην δεύτερη της κατάθεση πλέον αποκάλυψε την δράση της κατηγορούμενης στην υπόθεση και εάν πλέον δεν φοβόταν, είπε ότι δεν θυμάται καλά αλλά νομίζει ότι η Αστυνομία στη Λευκωσία τότε γνώριζε ήδη το όνομα της κατηγορουμένης, δεν ήξερε όμως πως το γνώριζε. Και αυτό παρά το ότι στην δεύτερη κατάθεση της είπε ότι η ίδια είχε ηρεμήσει και ήταν διατεθειμένη να πει όλη την αλήθεια. Αποκάλυψε δε μάλιστα ότι κατά την λήψη της δεύτερης της κατάθεσης η κόρη της δεν βρισκόταν πια στο σπίτι της μητέρας της κατηγορούμενης αφού έφυγε από εκεί στις 25.9.
- Παρόλα αυτά, ως προαναφέρθηκε, στην δεύτερη της κατάθεση δηλ. δύο περίπου μήνες αργότερα, δεν αποκάλυψε ότι γνώριζε την κατηγορούμενη και ότι εκείνη την βοήθησε στέλνοντας της λεφτά να έλθει στην Κύπρο να δουλέψει. Όταν δε ρωτήθηκε γιατί δεν αποκάλυψε το ποιο πάνω εφόσον η κόρη της δεν ήταν πλέον με την μητέρα της κατηγορούμενης, απάντησε σε αντίθεση με το πιο πάνω γεγονός «Δηλαδή θέλετε να πω ότι ναι την γνώριζα τη Μερσέντες και μου έστειλε λεφτά και τώρα η κόρη μου είναι με τη μαμά της;». Υποστήριξε δε ότι ποτέ δεν είπε το όνομα της κατηγορούμενης στην δεύτερη της κατάθεση κάτι που όμως διαψεύδεται από την ίδια την κατάθεση όπου όχι μόνο ανέφερε το όνομα αλλά έδωσε περιγραφή της, αριθμό τηλεφώνου και διεύθυνση της. Όταν της τέθηκε και αυτό, επανέλαβε προηγούμενη μη λογική απάντηση της ότι έδωσε την εν λόγω κατάθεση γιατί πλέον η Αστυνομία γνώριζε το όνομα της κατηγορούμενης, χωρίς να εξηγήσει πως. Όταν δε στη συνέχεια ρωτήθηκε γιατί δεν είπε την αλήθεια ότι την ήξερε από την χώρα της είπε, σε αντίθεση με πριν, ότι δεν το έκανε γιατί η κόρη της ακόμα ήταν στο σπίτι της και δεν ήθελε να τα πει όλα μέχρι να την βγάλει από εκεί. Όταν δε ρωτήθηκε γιατί δεν ανέφερε ότι η κατηγορούμενη της έστειλε και χρήματα διερωτήθηκε, μη πειστικά λες και δεν ήταν σημαντικό, τι θα έλεγε για €400, δηλ. για ένα τόσο μικρό ποσό και στη συνέχεια για να γίνει πιο πειστική είπε ότι δεν θεώρησε αναγκαίο να αναφέρει τα χρήματα γιατί αυτή συντηρούσε την μητέρα της κατηγορούμενης μέχρι να έλθει εδώ. Στη συνέχεια είπε ότι όταν προέκυψε το πρόβλημα η ίδια τηλεφώνησε στη μητέρα της κατηγορούμενης από το καταφύγιο και της ζήτησε να της επιστρέψει την κόρη της και εκείνη της είπε όχι, οπότε τότε χρειάστηκε να αποταθεί στην Αστυνομία της χώρας της και για αυτό έχει το έγγραφο που προαναφέρθηκε. Δέχθηκε δε από την άλλη ότι όταν έφυγε από την πατρίδα της για να έλθει στην Κύπρο εμπιστεύτηκε την κόρη της στην μητέρα της κατηγορούμενης, την οποία εμπιστευόταν και αγαπούσε, προσθέτοντας ότι δεν πίστευε ποτέ της ότι η κατηγορούμενη θα της έκανε κάτι τέτοιο. Στην κυρίως εξέταση της είπε δε ότι επειδή η μητέρα της κατηγορούμενης δεν ήθελε να της παραδώσει την κόρη της αναγκάστηκε να αποταθεί στην Εισαγγελία της χώρας της και να βγάλει δια της βίας την κόρη της από εκείνο το σπίτι. Όσον αφορά το έγγραφο στο οποίο αναφέρθηκε, αυτό κατατέθηκε ως τεκμήριο 21 στην επανεξέταση της. Πρέπει δεν να λεχθεί ότι το έγγραφο αυτό, το οποίο συντάχθηκε από την «Εισαγγελία για αγόρια και κορίτσια και εφήβους, νομική περιφέρεια του Santiago» και αποτελεί «Πιστοποιητικό συμφωνητικής πράξης κηδεμονίας» δεν επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης περί απειλών ή άρνηση της μητέρας της κατηγορούμενης να παραδώσει την ανήλικη. Αυτό που λέει είναι ότι την κηδεμονία της ανήλικης, η οποία για τους 7 προηγούμενους μήνες ζούσε με την μητέρα της κατηγορούμενης, από την ημέρα σύνταξης του εγγράφου ήτοι στις 28.9.12, θα την αναλάβει στο εξής η Matilde Castillo, ξαδέλφη της παραπονούμενης και ότι η παραπονούμενη κατόπιν συζήτησης με ανοικτή ακρόαση, δήλωσε ότι συμφωνεί με αυτό. Η δε παραπονούμενη αποκάλυψε στην επανεξέταση της ότι η Εισαγγελέας την ρώτησε στο τηλέφωνο γιατί έβγαλε την κόρη της από το σπίτι και αυτή δεν είπε το πρόβλημα που είχε με την κατηγορούμενη αλλά ότι απλώς ήθελε το κορίτσι να φύγει από εκεί, διότι πριν καταφύγει σε αυτήν τη μέθοδο είχε τηλεφωνήσει στην μητέρα της κατηγορούμενης και της ζήτησε να της επιστρέψει την κόρη της αλλά εκείνη είπε όχι. Πρέπει όμως να λεχθεί ότι δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική ότι ενώ η μητέρα της κατηγορούμενης αρνήθηκε και το παιδί δεχόταν απειλές και για αυτό η παραπονούμενη έκανε ενέργειες, μέσω επίσημης αρχής για απομάκρυνση της και είχε την ευκαιρία να αναφέρει στην Εισαγγελέα την πραγματικότητα εντούτοις δεν το έπραξε. Όταν δε στην συνέχεια της υποβλήθηκε ότι το εν λόγω έγγραφο δεν λέει ότι είναι με τη βία που αφαιρέθηκε το παιδί από τη μητέρα της κατηγορούμενης πρόσθεσε, για να γίνει πιο πειστική, ότι η Αστυνομία ανέκρινε την μητέρα της κατηγορούμενης γιατί δεν ήθελε να δώσει το παιδί και εφόσον δεν ήθελε να το δώσει με το καλό, η παραπονούμενη κατέφυγε σε αυτήν τη μέθοδο. Εδώ θα πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 ο ισχυρισμός της παραπονούμενης ότι το παιδί της ήταν με την μητέρα της κατηγορούμενης και για αυτό φοβόταν να πει όλη την αλήθεια, δεν διασταυρώθηκε καθότι η Κυπριακή Αστυνομία δεν έχει αστυνομική συνεργασία με τη Δομινικανή Αστυνομία. Στην τρίτη της κατάθεση είπε ότι η Maritsa και η κατηγορούμενη είναι φίλες και μιλούσαν μέσω τηλεφώνου για να κάνουν τις διευθετήσεις για να έλθει η μάρτυρας στην Κύπρο και ότι πριν έλθει εδώ η κατηγορούμενη της έστειλε, μέσω WESTERN UNION και στο όνομα του Τόμι, 30,000 πέσος για τα έξοδα της στην Τουρκία. Στην κυρίως εξέταση της είπε ότι όταν αποφάσισε να φύγει από την χώρα της μίλησε με την κατηγορούμενη και εκείνη της είπε να έλθει για να δουλέψει και θα την βοηθούσε. Στην αντεξέταση της όμως είπε ότι η κατηγορούμενη δεν της είπε ότι θα έλθει να δουλέψει στην Ευρώπη ή στην Κύπρο αλλά στην Τουρκία και εκεί οι Δομινικανοί μπορούν να μπουν χωρίς βίζα. Παρά τα πιο πάνω στην αντεξέταση της ισχυρίσθηκε ότι δεν γνώριζε ότι από την Τουρκία θα περνούσε στην Κύπρο. Όταν δε ρωτήθηκε, πολύ λογικά ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, που νόμιζε ότι θα πάει, είπε ότι όταν έφτασε στην Τουρκία νόμιζε ότι θα ζούσε και θα δούλευε εκεί. Δεν βρίσκει όμως έρεισμα στην λογική η όλη θέση της ότι δηλ. μίλησε με την κατηγορούμενη ουσιαστικά για να πάει στην χώρα που ήταν και η κατηγορούμενη, η οποία μάλιστα της έστειλε και λεφτά για να την βοηθήσει και εντούτοις πίστευε ότι θα πήγαινε και θα έμενε στην Τουρκία. Εδώ θα πρέπει να προστεθεί ότι από τα τεκμήρια 15 και 16 που είναι οι αποδείξεις αποστολής των χρημάτων από τον Μ.Υ.1 στην παραπονούμενη φαίνεται ότι η αποστολή γίνεται από την Λεμεσό, Κύπρο. Περαιτέρω στην αντεξέταση της είπε ότι η κατηγορούμενη δεν της έστειλε λεφτά για το εισιτήριο αλλά για να τα έχει μαζί της για την περίπτωση που στην Τουρκία την ρωτούσαν να έχει κάποια λεφτά μαζί της. Για πρώτη φορά αποκάλυψε ότι τα εισιτήρια για να πάει από την χώρα της στην Τουρκία τα έκοψε η ίδια και η μητέρα της κατηγορούμενης. Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι όταν έφτασε στην Κωνσταντινούπολη δεν είχε επικοινωνία με την κατηγορούμενη και ότι στη συνέχεια ο Τούρκος την έβαλε στο αεροπλάνο και μετά από μία πτήση έφτασε στην κατεχόμενη Κύπρο. Στην αντεξέταση της όμως, σε αντίθεση με τα πιο πάνω, είπε ότι κατά την διάρκεια του ταξιδιού ενώ βρισκόταν στο αεροπλάνο είχε επικοινωνία με την κατηγορούμενη και ότι όταν έφτασε την πρώτη μέρα είχε και πάλι επικοινωνία με την κατηγορούμενη. Είπε επίσης ότι τον Τούρκο τον έστειλε η κατηγορούμενη, της οποίας ήταν φίλος. Όταν της τέθηκε ότι στην πρώτη κατάθεση της είπε ότι ήταν η Μαρίτσα που κανόνισε τα πάντα για να πάει στην Τουρκία είπε ότι στην κατάθεση δεν είπε ψέματα, αλλά δεν είπε κάποια πράματα γιατί φοβόταν επειδή η κόρη της ήταν με τη μητέρα της κατηγορούμενης. Όταν ρωτήθηκε εάν δηλ. η Μαρίτσα είναι πρόσωπο φανταστικό είπε ότι υπάρχει το πρόσωπο αυτό και οργανώνει ταξίδια για την Ευρώπη. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε για το ρόλο της Μαρίτσας στο δικό της ταξίδι είπε ουσιαστικά ότι την ανέφερε για να μην μπλέξει την κατηγορούμενη γιατί φοβόταν για την κόρη της. Όταν της επαναλήφθηκε η ερώτηση είπε ότι την Μαρίτσα απλώς την είδε μια με δύο φορές σε ένα κέντρο. Στη συνέχεια είπε ουσιαστικά ότι στην πρώτη της κατάθεση αναφέρθηκε στην Μαρίτσα ότι θα της έκανε το ταξίδι αλλά τελικά ήταν η κατηγορούμενη και η μητέρα της που θα της το έκαναν. Εδώ να σημειωθεί ότι σε καμία από τις καταθέσεις της δεν εμπλέκει την μητέρα της κατηγορούμενης στις διευθετήσεις για το ταξίδι ενώ και στην τρίτη της κατάθεση εξακολουθούσε να αναφέρεται σε εμπλοκή της Μαρίτσας. Όταν δε ρωτήθηκε ποιος αγόρασε το εισιτήριο και ενώ πριν είπε ότι η κατηγορούμενη δεν της έστειλε λεφτά για αυτό είπε ότι το αγόρασε η ίδια και η μητέρα της κατηγορούμενης διότι η κατηγορούμενη της έκανε το ταξίδι. Στην πολύ λογική ερώτηση εάν ήταν άρα ψέματα η αναφορά της στην πρώτη κατάθεση ότι έδωσε στην Μαρίτσα το διαβατήριο για να της αγοράσει εισιτήριο απάντησε μη πειστικά ότι δεν ήταν ψέματα αλλά απλώς εκείνο το ταξίδι δεν έγινε και ακυρώθηκε, χωρίς να έχει αναφερθεί σε συγκεκριμένο ταξίδι και το λόγο ακύρωσης του. Σε άλλο σημείο είπε ότι με την Μαρίτσα συμφώνησε στην αρχή να κάνουν το ταξίδι και μετά το ταξίδι ακυρώθηκε και είπε έτσι γιατί φοβόταν για τη ζωή της κόρης της. Σε ερώτηση όμως εάν ήταν ψέματα ότι η Μαρίτσα της είπε ότι θα την παραλάβει ένας Τούρκος από το αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης είπε ότι δεν ήταν ψέματα. Στη συνέχεια είπε για το ίδιο θέμα ότι δεν θυμάται πια και μετά είπε ότι ήταν η κατηγορούμενη που τηλεφώνησε και μίλησε με τον Τούρκο. Ερωτώμενη εάν η Μαρίτσα δεν τηλεφώνησε σε αυτόν είπε ότι αυτό έγινε αλλά ήταν στην πατρίδα της. Στην πρώτη της κατάθεση είπε ότι στα κατεχόμενα ο Τούρκος, ο οποίος την παρέλαβε και την έφερε από την Τουρκία την είχε κλειδωμένη σε ένα σπίτι, την ανάγκαζε με βία καθημερινά να κάνει σεξ με άντρες και την κακομεταχειριζόταν. Είπε μάλιστα ότι αυτό κράτησε περίπου 2 μήνες περίπου, πριν αυτός την μεταφέρει στην ελεύθερη Κύπρο, όπου την παρέλαβε ο Κώστας και την πήρε σε σπίτι στην Λεμεσό όπου υφίστατο τα ίδια και χειρότερα. Μάλιστα είπε ότι τόσο στα κατεχόμενα όσο και στην Λεμεσό στα σπίτια υπήρχαν και άλλες κοπέλες που τύγχαναν της ίδιας μεταχείρισης. Όταν στην αντεξέταση της ρωτήθηκε ουσιαστικά για πόσο χρονικό διάστημα έμεινε στα κατεχόμενα είπε ότι δεν ξέρει ακριβώς και πρόσθεσε ότι τους δύο μήνες τους είπε για παράδειγμα ενώ στη συνέχεια είπε ότι αυτό ήταν για κάποιες μέρες. Όταν ρωτήθηκε γιατί τότε ανέφερε τους δύο μήνες είπε ότι όταν έδωσε την κατάθεση της ήταν τρομαγμένη, χτυπημένη και πανικόβλητη. Αυτό όμως δεν συνάδει ούτε με το μέγεθος της πρώτης της κατάθεσης αλλά ούτε και με το γεγονός ότι εκεί περιέγραψε με μεγάλη λεπτομέρεια όλα όσα ισχυρίσθηκε ότι έλαβαν χώραν από τότε που ήταν στην πατρίδα της μέχρι και την ημέρα που έδωσε την κατάθεση. Εγείρεται λοιπόν εύλογα ερώτημα ως προς την αξιοπιστία της γιατί δεν είναι λογικό ενώ βρισκόταν στην κατάσταση που ισχυρίζεται και δεν ήθελε να εμπλέξει την κατηγορούμενη, στην πρώτη της κατάθεση να προβαίνει σε τόσο εκτενή περιγραφή των γεγονότων, μέρος μόνο των οποίων ουσιαστικά αργότερα υποστήριξε ότι ήταν πραγματικά. Στην κυρίως εξέταση της είπε ότι για πρώτη φορά είδε την κατηγορούμενη στην Κύπρο, εφόσον πριν δεν είχε επικοινωνία μαζί της, όταν εκείνη και κάποιος Τούρκος την παρέλαβαν και την πέρασαν στις ελεύθερες περιοχές, όπου τους περίμενε με αυτοκίνητο ο Τόμις και την έφεραν στην Λεμεσό. Είπε επίσης ότι αυτό δεν το ανέφερε στην πρώτη της κατάθεση γιατί η κόρη της βρισκόταν με τη μητέρα της κατηγορούμενης και φοβόταν και επειδή η μητέρα της δεν ήθελε να της παραδώσει την κόρη της αναγκάστηκε να αποταθεί στην Εισαγγελία της χώρας της και να βγάλει δια της βίας την κόρη της από εκείνο το σπίτι. Όμως στην τρίτη της κατάθεση, που ως προαναφέρθηκε, δόθηκε 3 περίπου μήνες μετά που η κόρη της είχε φύγει από την φύλαξη της μητέρας της κατηγορούμενης, είπε ότι όταν έφθασε στην Κύπρο ήταν ο Κώστας που την πήρε Λεμεσό και ότι τις πρώτες μέρες στην Λεμεσό διέμενε στο σπίτι του Κώστα και μετά η κατηγορούμενη και ο Τόμις την πήραν στο ξενοδοχείο MARIALLA όπου διέμεινε τον περισσότερο καιρό. Στην δεύτερη δε κατάθεση της, την οποία έδωσε δύο μήνες μετά που η κόρη της είχε φύγει από την φύλαξη της μητέρας της κατηγορούμενης, πέραν του ότι αναφέρεται στην κατηγορούμενη σαν να μην την γνώριζε από πριν, ουσιαστικά αναφέρει ότι διέμενε στο σπίτι που την πήρε ο Κώστας και αυτός την έπαιρνε σε διάφορα μέρη όπου την υποχρέωνε να κάνει σεξ, περιλαμβανομένου του ξενοδοχείου MARIALLA. Είπε επίσης ότι η κατηγορούμενη έμενε με τον φίλο της τον Τόμι, με τον οποίο η μάρτυρας δεν μιλούσε αλλά εκείνος της έλεγε πολλές φορές «Money, money», θέλοντας να πει ότι έπρεπε να κάνει σεξ με τους πελάτες για να κερδίζει λεφτά γι' αυτούς. Στην τρίτη της κατάθεση αναφέρει ότι η κατηγορούμενη και ο Τόμις την πήραν σε διάφορα μπαρ στην Λεμεσό για να δουλέψει και να κάνει σεξ με άντρες αλλά στο τέλος λέει ότι αυτή με τον Τόμι δεν μιλούσε απευθείας. Στην κυρίως όμως εξέταση της, σε αντίθεση με τα πιο πάνω, είπε ότι στο ξενοδοχείο MARIALLA, την έφεραν από την ίδια ημέρα που ήλθε από τα κατεχόμενα και εκεί έμεινε με την κατηγορούμενη. Επίσης ανέφερε ότι ο Κώστας που είπε στην πρώτη της κατάθεση είναι υπαρκτό πρόσωπο και φίλος της κατηγορούμενης. Και ενώ για τον Τόμι είπε στις καταθέσεις τα πιο πάνω, στην αντεξέταση της υποστήριξε ουσιαστικά ότι το πρόσωπο που εκεί ανέφερε ως Κώστας ήταν ο Τόμις. Υποστήριξε δε μεταξύ άλλων ότι το πρόσωπο που την κλείδωνε στο δωμάτιο ήταν ο Τόμις. Συγκεκριμένα ερωτώμενη εάν δηλ. ο Τόμις την κλείδωνε μέσα σε ένα δωμάτιο και μόνο αυτός της άνοιγε να βγει απάντησε καταφατικά και πρόσθεσε ότι έμενε στο σπίτι τους και έβγαινε μόνο με αυτούς, αλλιώς δεν έβγαινε. Μάλιστα ισχυρίσθηκε ότι ήταν ο Τόμις που της έδινε το χάπι που λέει στην πρώτη της κατάθεση (για να κοιμηθεί και για να μην βλέπει περίοδο). Όταν όμως ρωτήθηκε σχετικά είπε ότι της έδινε φάρμακα αλλά δεν ξέρει τι είδους ήταν. Όταν δε της υπομνήσθηκε ότι στην πρώτη της κατάθεση είπε ότι ο Κώστας της έδωσε ένα κινητό τηλέφωνο αλλά όταν έβγαινε έξω με πελάτες του το παρέδιδε, έκανε ότι δεν το θυμόταν, προφανώς για να μην διαψευστεί ως προς την θέση της ότι δεν την άφηναν να έχει επικοινωνία με κανένα. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι στην κυρίως εξέταση της είπε ότι εκεί στο διαμέρισμα στο MARIALLA δεν έβγαινε και δεν είχε τηλέφωνο και δεν μιλούσε ούτε με την οικογένεια της ούτε με άλλα άτομα. Ήταν δε η θέση της ότι βρισκόταν υπό συνεχή έλεγχο και δεν την άφηναν να επικοινωνήσει με κανένα. Στην αντεξέταση της είπε ότι την είχαν κλεισμένη στο διαμέρισμα 305, δεν έμεινε ποτέ μόνη της αλλά πάντα με την κατηγορούμενη και ότι μέχρι να δραπετεύσει από το μέρος έμενε εκεί. Αυτό όμως διαψεύδεται από την Μ.Κ.4 δηλ. το πρόσωπο που η παραπονούμενη αναφέρει ως Άννα, η οποία είπε στο Δικαστήριο ότι ήταν η παραπονούμενη, που στην παρουσία της κατηγορούμενης, κατά την πρώτη γνωριμία τους της ζήτησε το τηλέφωνο της για να μιλούν και δύο μέρες μετά η παραπονούμενη της τηλεφώνησε από το κινητό της και την προσκάλεσε για καφέ. Επίσης η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι όταν πήγε εκεί, η παραπονούμενη έμενε σε άλλο διαμέρισμα, της άνοιξε η ίδια, ήταν μόνη της, ήταν καλά και δεν έδειχνε φυλακισμένη και ανέφερε στην Μ.Κ.4 ότι η κατηγορούμενη της άλλαξε διαμέρισμα και έφυγε από εκεί μαζί με τον Τόμι. Το ότι η παραπονούμενη δεν ήταν περιορισμένη στο δωμάτιο της στο συγκρότημα όπου διέμενε, προκύπτει και από την μαρτυρία του Μ.Υ.2, για την οποία θα γίνει λόγος στην συνέχεια και από την οποία φαίνεται ότι εντός του συγκροτήματος η παραπονούμενη κυκλοφορούσε ελεύθερα. Περαιτέρω το ότι δεν έλεγε την αλήθεια ούτε για αυτό προκύπτει και από το ότι σε υποβολή ότι στη συνέχεια η κατηγορούμενη με τον Τόμι μετακόμισαν σε άλλη πολυκατοικία και πλέον έμενε μόνη της εκεί, είπε από την μια ότι δεν γνωρίζει εάν μετακόμισαν ή όχι ενώ από την άλλη είπε ότι αυτή ξέρει ότι ήταν εκεί με εκείνους και ποτέ δεν έμενε μόνη. Στην κυρίως εξέταση της είπε ότι μια εβδομάδα μετά που την έφεραν στο MARIALLA η ίδια αντιλήφθηκε ότι δεν θα δούλευε σε εστιατόριο αλλά θα έκανε σεξ με άντρες επί πληρωμή. Σε ερώτηση εάν αυτό έγινε στην Τουρκία ή στην Κύπρο είπε ότι έγινε στην Κύπρο και πρόσθεσε αυθόρμητα ότι για αυτήν το χειρότερο από όλα, το πιο σημαντικό, αυτό που την πόνεσε πάρα πολύ ήταν ότι την χτύπησε ενώ ήταν έγκυος. Εδώ δεν μπορεί παρά να λεχθεί ότι εγείρονται και πάλι εύλογα ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία της μάρτυρος και τα κίνητρα της για την καταγγελία εφόσον δεν είναι λογικό να υπέστη στα χέρια της κατηγορούμενης την κακομεταχείριση που ισχυρίζεται και ιδιαίτερα τον δια βίας εξαναγκασμό της να κάνει σεξ με άντρες και όμως παρά τα όσα πέρασε εκείνο που την ενόχλησε και την πόνεσε περισσότερο και το οποίο η ίδια μάλιστα ανέφερε ότι ήταν το πιο σημαντικό, ήταν ότι την χτύπησε η κατηγορούμενη ενώ ήταν έγκυος. Στην βαρύτητα δε του εν λόγω γεγονότος είχε κάνει μάλιστα αναφορά η μάρτυρας, ως προαναφέρθηκε, και στα αρχικά στάδια της μαρτυρίας της. Όσον δε αφορά το πόσα και ποια άτομα την εκμεταλλεύτηκαν σεξουαλικά, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι παρά το ότι αυτή στις καταθέσεις της αναφέρεται στην εμπλοκή και άλλων ατόμων και μάλιστα ονομαστικά (όπως ο Πανίκος ιδιοκτήτης του MARIALLA, κάποιος Μαρίνος αλλά και ο Τόμις), άτομα που εντόπισε η Αστυνομία και έλαβε καταθέσεις (Παναγιώτης Στυλιανού, Μαρίνος Λουκαΐδης και Μ.Υ.1), εντούτοις οι οδηγίες που δόθηκαν από την Νομική Υπηρεσία ήταν να διωχθεί ποινικά μόνο η κατηγορούμενη, «λόγω ανεπαρκούς μαρτυρίας» όσον αφορά τους υπόλοιπους. Όσον αφορά το ποιος επωφελείτο από τον εξαναγκασμό της παραπονούμενης να κάνει σεξ με άντρες, στην κυρίως εξέταση της είπε ότι όταν έκανε σεξ στο ξενοδοχείο, πριν την στείλουν, πληρωνόταν η κατηγορούμενη. Συγκεκριμένα όταν ρωτήθηκε εάν είδε ποτέ την κατηγορούμενη να παίρνει λεφτά όταν πήγαινε με πελάτες απάντησε καταφατικά. Όταν στην συνέχεια της ζητήθηκε να περιγράψει κάποιο περιστατικό ή πώς γινόταν αυτό είπε ότι όταν ήταν στο MARIALLA υπήρχε ένα δωμάτιο στον δεύτερο όροφο που ήταν γι' αυτό τον σκοπό, κάποτε καλούσαν εκεί φίλους της κατηγορούμενης, αυτοί εισέπρατταν και μετά έστελναν την παραπονούμενη. Όταν ρωτήθηκε στην συνέχεια σε ποια χρονική στιγμή έβλεπε την κατηγορούμενη να πιάνει χρήματα είπε ότι την έβλεπε στο λόμπι και όταν της ζητήθηκε να επεξηγήσει, απάντησε υπεκφεύγοντας «Με την κατηγορούμενη και τον σύζυγο της ποτέ δεν ήμουν μόνη. Εγώ εδώ δεν γνώριζα κανέναν». Σε προηγούμενο όμως σημείο της κυρίως εξέτασης της όταν ρωτήθηκε εάν γνώριζε κατά πόσο κάποιο άλλο πρόσωπο (εφόσον είπε ότι η ίδια δεν έπαιρνε λεφτά) πληρωνόταν, είπε «Φαντάζομαι πως ναι, δεν έχω όμως άμεση γνώση». Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η θέση της ότι γνώριζε θετικά ότι πληρωνόταν η κατηγορούμενη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την δεύτερη κατάθεση της, όπου ανέφερε ότι οι πελάτες ουδέποτε έδωσαν λεφτά στην ίδια και υποθέτει ότι πλήρωναν την κατηγορούμενη ή τον Πανίκο ή τον Κώστα καθώς και ότι στο μπαρ του Braulio δεν γνωρίζει πόσα λεφτά χρειαζόταν να πληρώσει ένας πελάτης για να κάνει σεξ, ούτε γνωρίζει ποιον πλήρωναν. Μάλιστα στην τελευταία υποβολή που της τέθηκε είπε για πρώτη φορά ότι χρήματα εισέπραττε και ο Τόμις. Αναφορικά δε με τα όσα έγιναν κατά την ημέρα που της επιτέθηκε η κατηγορούμενη, στην κυρίως εξέταση της είπε ότι μια νύχτα η κατηγορούμενη της ζήτησε να της δώσει €2.000 για να πληρώσουν, όπως της είπε, τον Τούρκο που την πέρασε από τα «σύνορα». Η μάρτυρας δεν είχε λεφτά και της το είπε και η κατηγορούμενη την χτύπησε πολύ δυνατά ενώ η μάρτυρας ήταν έγκυος, κάτι που δεν ήξερε ακόμη. Επίσης ο Τόμις της πήρε το διαβατήριο. Όλα αυτά τα είδε η φίλη της η Άννα, η οποία ενώ η κατηγορούμενη μιλούσε με άλλα άτομα, την βοήθησε με κάποιο τσιγγάνο να δραπετεύσει, βγάζοντας την από την έξοδο κινδύνου. Την εν λόγω όμως εκδοχή της δεν την ανέφερε στις καταθέσεις της. Συγκεκριμένα στην δεύτερη της κατάθεση δεν ανέφερε τίποτα σχετικό. Εκεί είπε σε κάποιο σημείο ότι η κατηγορούμενη της είπε ότι αν δεν πήγαινε με τους πελάτες και έκανε σεξ θα την χτυπήσει. Η μάρτυρας δεν ήθελε να κάνει κάτι τέτοιο και το είπε στην κατηγορούμενη, η οποία της είπε ότι πρέπει να την πληρώσει €2.000 για τα έξοδα που την έφερε στην Κύπρο. Η μάρτυρας δεν είχε λεφτά και έτσι δεν είχε άλλη επιλογή. Για πρώτη φορά αναφέρθηκε στο γεγονός της επίθεσης, αναφέροντας γενικά ότι την τελευταία φορά που την χτύπησαν ήταν στο δωμάτιο του Τόμι και της κατηγορούμενης στο ξενοδοχείο MARIALLA και τότε τα είδαν όλα ο Δημήτρης και η Άννα. Στην αντεξέταση της σε ερώτηση εάν η κατηγορούμενη της ζήτησε τα χρήματα που της έστειλε όταν αυτή ήλθε στην Κύπρο, αρχικά είπε «Όχι αμέσως». Όταν όμως της ζητήθηκε να καθορίσει χρονικά πότε της τα ζήτησε είπε ότι δεν της ζήτησε τα συγκεκριμένα λεφτά και πρόσθεσε, κάτι καινούριο, ότι δηλ. της ζητούσε λεφτά και επειδή δεν της τα έδινε την χτυπούσε. Προσπάθησε δε να παρουσιάσει την κατηγορούμενη ότι την χτύπησε χωρίς έλεος παρά το ότι ήταν έγκυος ενώ στην συνέχεια παραδέχθηκε ότι ούτε η ίδια το ήξερε ότι ήταν έγκυος. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω θέση της ότι η κατηγορούμενη της ζήτησε το πιο πάνω ποσό για τον συγκεκριμένο σκοπό δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στην λογική εάν ληφθούν υπόψην και άλλα δεδομένα που η ίδια η παραπονούμενη ανέφερε. Συγκεκριμένα είπε ότι αυτή ποτέ δεν πήρε λεφτά από τους πελάτες και ότι την συντηρούσε η κατηγορούμενη και το Τόμις και ζούσε μαζί τους. Εφόσον όμως δεν έπαιρνε η ίδια χρήματα και δεν είχε άλλους πόρους αλλά ουσιαστικά συντηρείτο από την κατηγορούμενη, με ποια λογική η τελευταία, η οποία προφανώς το γνώριζε αυτό, της ζήτησε το ποσό των €2.000; Όταν ουσιαστικά στην αντεξέταση της ρωτήθηκε πως είναι δυνατό αφού την είχαν φυλακισμένη και την πουλούσαν οι ίδιοι να την χτύπησαν γιατί δεν τους έδινε τα χρήματα έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι για αυτό και την πουλούσαν, κάτι που όμως δεν φαίνεται να το συνδέει με το συγκεκριμένο επεισόδιο ότι δηλ. επειδή αρνείτο να κάνει σεξ με άντρες της ζήτησαν αυτό το ποσό. Από την μαρτυρία της γίνονται όμως δεκτά, εφόσον αυτά ουσιαστικά τα δέχθηκε και η κατηγορούμενη, ότι γνωρίζονταν από την πατρίδα τους, ότι ο Μ.Υ.1 της έστειλε δύο φορές χρήματα για να την βοηθήσουν να έλθει στην Κύπρο, ότι αυτή ήλθε στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου, μέσω κατεχομένων, ότι την παρέλαβαν στις ελεύθερες περιοχές η κατηγορούμενη και ο Μ.Υ.1 και την έφεραν στην Λεμεσό, όπου διέμεινε για κάποιο χρόνο μαζί τους στο διαμέρισμα τους και ότι περί τις αρχές Αυγούστου η κατηγορούμενη της επιτέθηκε και την χτύπησε. Αυτό δε το τελευταίο υποστηρίζεται και από την μαρτυρία της Μ.Κ.
- Πέραν όμως του ανωτέρω, κρίνω ότι η παραπονούμενη δεν ήταν ειλικρινής και συναφώς η υπόλοιπη μαρτυρία της δεν γίνεται δεκτή. Όσον αφορά τον Μ.Υ.1 η μαρτυρία αυτού θα εξετασθεί με προσοχή ενόψει του ότι πρόκειται για πρόσωπο που έχει «συμφέρον» στην υπόθεση εφόσον ήταν και είναι συμβίος της κατηγορούμενης πέραν των 8 ετών, κατά τους επίδικους για την παρούσα χρόνους διέμενε με αυτήν και περαιτέρω η παραπονούμενη τόσο στις καταθέσεις της στην Αστυνομία όσο και κατά την μαρτυρία της στο Δικαστήριο απέδωσε και σε αυτόν ενέργειες που είχαν σχέση με τον περιορισμό των κινήσεων της και τον εξαναγκασμό της να πηγαίνει για σεξ με άντρες επί πληρωμή. Λαμβανομένου υπόψην λοιπόν και του πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτός δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Ήταν φανερή η προσπάθεια του να διαψεύσει την εκδοχή της παραπονούμενης δημιουργώντας ταυτόχρονα μια αρνητική εικόνα για αυτήν ώστε να βοηθήσει την κατηγορούμενη να πείσει για την δική της εκδοχή. Όμως η όλη προσπάθεια του χαρακτηριζόταν από αντιφάσεις, η όλη εκδοχή του δεν ήταν σταθερή, σε κάποια σημεία της διαψεύδεται από άλλη μαρτυρία, σε άλλα δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική ενώ σε άλλα στερείται πειστικότητας. Συγκεκριμένα: Αυτός έδωσε δύο καταθέσεις στην Αστυνομία, τις οποίες αναγνώρισε στο Δικαστήριο και με το περιεχόμενο των οποίων δήλωσε ενόρκως ότι συμφωνεί. Πρόκειται για τα τεκμήρια 23 (ημερ. 13.12.12 στο εξής η πρώτη του κατάθεση) και 14 (ημερ. 17.12.12 στο εξής η δεύτερη του κατάθεση). Στην πρώτη του κατάθεση ανέφερε ότι γνωρίζει την παραπονούμενη γιατί είναι εξαδέλφη της κατηγορούμενης. Όσον αφορά το πώς ήλθε η παραπονούμενη στην Κύπρο και διέμεινε μαζί με αυτόν και την κατηγορούμενη, είπε στην πρώτη κατάθεση του ότι περίπου ένα χρόνο πριν η κατηγορούμενη του είπε μια μέρα και πήγαν σε μια καφετέρια στην περιοχή Λήδρας στη Λευκωσία και έπιασαν την παραπονούμενη και την έφεραν Λεμεσό. Δεν γνώριζε όμως ο ίδιος που ήταν αυτή πριν έλθει στην Κύπρο. Στην δεύτερη του κατάθεση, λίγες δηλ. μέρες μετά την πρώτη, αποκάλυψε όμως αρκετές λεπτομέρειες που δείχνουν ότι όχι μόνο γνώριζε που ήταν πριν έλθει η παραπονούμενη στην Κύπρο αλλά ότι την βοήθησε κιόλας να έλθει. Έτσι ανέφερε ότι κατά τον Φεβρουάριο 2012 η κατηγορούμενη του είπε ότι η εξαδέλφη της, ονόματι Samantha, ήθελε να έρθει στην Κύπρο. Δεν του είπε όμως τον λόγο. Αυτός όμως της είπε ότι θα την βοηθούσε. Έτσι μια ημέρα η παραπονούμενη τους είπε τα στοιχεία της και ότι χρειαζόταν άλλα €427.47 για το εισιτήριο της και ο μάρτυρας στις 29.2.12 πήγε στην WESTERN UNION όπου κι έστειλε, στο όνομα της παραπονούμενης, €427.47 δηλ. γύρω στα 20.000 πέσος. Περί τα μέσα Μαρτίου του 2012 η κατηγορούμενη του είπε ότι η εξαδέλφη της ήθελε κάποια λεφτά για να κρατά μαζί της στο αεροδρόμιο και να τα δείξει και όταν θα ερχόταν θα τους τα έδινε. Έτσι στις 17.3.12 ο μάρτυρας πήγε στο ίδιο WESTERN UNION και έστειλε, στο όνομα της παραπονούμενης, άλλα €739.17, δηλ. γύρω στα 35.000 πέσος. Αυτός δεν γνώριζε μέσω ποιου αεροδρομίου θα ερχόταν, ούτε και τον ενδιέφερε. Όταν όμως ρωτήθηκε στην αντεξέταση του γιατί δεν ανέφερε τα πιο πάνω στην πρώτη του κατάθεση απέφυγε να απαντήσει. Θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να σημειωθεί ότι στερείται λογικής και πειστικότητας η θέση του ότι παρά το ότι γνώριζε ότι μια συγγενής της συμβίας του θα ερχόταν στην Κύπρο και παρά το ότι της έστειλε μάλιστα λεφτά για τον σκοπό αυτό, δεν ενδιαφέρθηκε καν μέσω ποιου αεροδρομίου θα ερχόταν. Περαιτέρω παρά το ότι ο ίδιος γνώριζε ότι αυτή θα ερχόταν στην Κύπρο από την χώρα της, τρεις με τέσσερεις μέρες μετά που της έστειλε τα τελευταία χρήματα, πήγε με την κατηγορούμενη και την παρέλαβαν από την Λευκωσία και έμεινε μαζί τους, στην αντεξέταση του δήλωσε, πάλι εκτός κάθε λογικής, ότι ούτε και σήμερα γνωρίζει από πού και πως ήλθε η παραπονούμενη στην Κύπρο. Στην αντεξέταση του παρά τα όσα αντίθετα είπε στην πρώτη του κατάθεση ότι δεν γνώριζε το λόγο που η παραπονούμενη ήλθε στην Κύπρο, προφανώς για να πείσει, είπε ότι εκείνη ήθελε να φύγει επειγόντως από την χώρα της γιατί εκεί είχε κατηγορήσει κάποιον, ο οποίος ήταν 17 μήνες προφυλακισμένος και την ημέρα της δίκης εκείνη δεν παρουσιάσθηκε. Επίσης είπε ότι γνώριζε την παραπονούμενη ως Samantha και για πρώτη φορά έμαθε ότι την λένε ORQUIDIA PENA INOA, στην Αστυνομία. Η θέση του όμως αυτή διαψεύδεται τόσο από τις καταθέσεις του αλλά και από το γεγονός ότι οι αποδείξεις αποστολής των χρημάτων που ο ίδιος προσωπικά πήγε και έστειλε στην παραπονούμενη (τεκμήρια 15 και 16) φέρουν ως παραλήπτη την ORQUIDIA PENA INOA. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση του είπε, σε αντίθεση με τα πιο πάνω, ότι η κατηγορούμενη με την παραπονούμενη δεν γνωρίζει τι σχέση είχαν, ήταν γνωστές, φίλες, συγγενείς, κάτι στην χώρα τους. Όσον αφορά τον λόγο που η παραπονούμενη ήλθε στην Κύπρο είπε ότι η κατηγορούμενη ήθελε έναν άνθρωπο δικό της κοντά της, να μπορεί να μιλήσει, η παραπονούμενη εξέφρασε την επιθυμία να έλθει εδώ και χρειαζόταν λεφτά για να μπορέσει να δείξει στο αεροδρόμιο από πού θα ερχόταν. Σε άλλο δε σημείο της κυρίως εξέτασης του όμως δήλωσε με βεβαιότητα ότι γνωρίζει την σχέση της οικογένειας της κατηγορούμενης στην χώρα της με την παραπονούμενη και ότι ήταν γνώριμοι πάρα πολλά χρόνια γι' αυτό και το παιδί της η παραπονούμενη το άφησε στην μητέρα της κατηγορούμενης για να το μεγαλώνει γιατί δεν είχε πού να το αφήσει αφού αυτή ήταν συνέχεια στον δρόμο. Σε σχέση με τη διαμονή της παραπονούμενης στην Κύπρο, ως έχει προαναφερθεί, στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι αυτή έμεινε μαζί τους στο διαμέρισμα από τον Φεβρουάριου του 2012 μέχρι και τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Στην αντεξέταση του όμως όταν ρωτήθηκε για αυτό είπε ότι η παραπονούμενη έμεινε μαζί τους για πολύ λίγο χρόνο και μετά άλλαξε διαμέρισμα. Όταν ρωτήθηκε να πει συγκεκριμένα είπε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί και διερωτήθηκε εάν ήταν για τρεις μήνες ενώ αμέσως μετά είπε ότι μαζί τους έμεινε για κάποιες μέρες. Στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι κατά την παραμονή της παραπονούμενης στο διαμέρισμα αυτός διαπίστωσε ότι τις νύχτες εκείνη έφευγε από το σπίτι και επέστρεφε ξημερώματα. Δεν γνωρίζει τι έκανε, αν δούλευε και που. Τόσο το διαμέρισμα όσο και τα τρόφιμα στο σπίτι τα πλήρωνε ο μάρτυρας. Στην δεύτερη του κατάθεση όμως ανέφερε ότι ο ίδιος νύχτες σπάνια έμενε με την κατηγορούμενη και ότι πήγαινε στο MARIALLA κατά τα απογεύματα όταν σχόλανε. Πως λοιπόν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι έκανε η παραπονούμενη τις νύχτες; Ενώ δε σε καμία από τις καταθέσεις του δεν ανέφερε κάτι τέτοιο, στην κυρίως εξέταση του είπε ότι η παραπονούμενη έμπλεξε με τους τσιγγάνους που έμεναν στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα και καθημερινά γίνονταν πολλές φασαρίες με τις γυναίκες των τσιγγάνων, οι οποίες έκαναν παράπονα συνέχεια λόγω του έξαλλου ντυσίματος της παραπονούμενης και γιατί εκείνη γύριζε από το ένα δωμάτιο στο άλλο, με άντρες και οι τσιγγάνες φοβούνταν ότι θα τους έπαιρνε τους συζύγους τους, κάτι που έκανε καθημερινά. Μάλιστα οι τσιγγάνοι άρχισαν να πηγαίνουν και στο διαμέρισμα του μάρτυρα, κάτι το οποίο αυτός δεν ανεχόταν. Ήταν όμως προφανές ότι ανέφερε αυτά ώστε να συνάδουν με τα όσα είπε και η ίδια η κατηγορούμενη. Περαιτέρω ενώ είπε ότι κατά τον χρόνο που ο φίλος της παραπονούμενης Αλί ήλθε στο MARIALLA, δεν έμενε μαζί τους η παραπονούμενη και μετά αυτός με την κατηγορούμενη έφυγαν από εκεί και δεν είχαν καθόλου σχέσεις με την παραπονούμενη εντούτοις γνώριζε και το λόγο που ο Αλί έφυγε πιο νωρίς, αποδίδοντας στην παραπονούμενη ότι ενώ ο Αλί κοιμόταν τη νύχτα, εκείνη έβγαινε έξω και επέστρεφε το πρωί. Στην αντεξέταση του δε, αντίθετα με την δεύτερη του κατάθεση, είπε ότι τότε συζούσε κανονικά με την κατηγορούμενη και ότι έφευγε από το σπίτι από τις 6 το πρωί και δούλευε μέχρι τις 4, 5 ή και 7 το απόγευμα. Για να πείσει όμως για το ότι γνώριζε τι έκανε η παραπονούμενη, πρόσθεσε ότι όταν η δουλεία του ήταν κοντά, καθημερινά πήγαινε σπίτι για φαγητό το μεσημέρι. Στη συνέχεια είπε δε ότι το απόγευμα που επέστρεφε, η παραπονούμενη πολλές φορές ήταν στο σπίτι και πολλές φορές δεν ήταν και ότι κάποτε εκείνη έφευγε νωρίς και γυρνούσε η ώρα 9, 10 το βράδυ. Παρά δε το ότι η όλη συμπεριφορά της παραπονούμενης δεν του άρεσε και μάλιστα στην πρώτη του κατάθεση δήλωσε ότι τα έξοδα του διαμερίσματος και τα τρόφιμα τα πλήρωνε αυτός, όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση του εάν αντιλήφθηκε η παραπονούμενη να κάνει σεξ επί πληρωμή είπε ουσιαστικά ότι με τον τρόπο που εκείνη συμπεριφερόταν δεν την ένιωθε δικό του άνθρωπο και δεν τον ενδιέφερε. Όταν όμως, πολύ λογικά ρωτήθηκε εάν γνωρίζει πως εκείνη πλήρωνε για να τα βγάλει πέρα, είπε ότι θα έπρεπε να ρωτηθούν οι τσιγγάνοι, ουσιαστικά υπονοώντας ότι εκείνοι της έδιναν λεφτά για να πηγαίνει μαζί τους. Από την άλλη στην δεύτερη του κατάθεση είπε ότι δεν ξέρει εάν η κατηγορούμενη προσπαθούσε να βρει δουλειά στην παραπονούμενη σε μπυραρία. Ενώ και πάλι σε καμία από τις καταθέσεις του δεν ανέφερε κάτι σχετικό, στην κυρίως εξέταση του ερωτώμενος για «το περιστατικό που η κατηγορούμενη είχε αντιπαράθεση με την παραπονούμενη» είπε ότι ένα απόγευμα ενώ κάθονταν με την κατηγορούμενη σε ένα πάρκο κοντά στο διαμέρισμα που διέμεναν, η παραπονούμενη τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη και της είπε ότι θα τηλεφωνήσει στον άντρα της κατηγορούμενης να του πει ότι παιδί που είχαν μαζί δεν είναι δικό του. Ο μάρτυρας είδε τότε την κατηγορούμενη να γίνεται σαν άγριο θηρίο και πήγαν πάνω να δουν τι γίνεται. Ξεκίνησαν να καυγαδίζουν. Όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο την απείλησε και εάν είχαν κάποια διαφορά είπε ότι όπως έμαθε μετά, ενώ ο ίδιος ζητούσε τα λεφτά που έστειλε στην παραπονούμενη εκείνη δεν ήθελε να τα δώσει. Γι' αυτόν τον λόγο η παραπονούμενη έκανε αυτή την ιστορία. Τότε αυτός τηλεφώνησε στην Αστυνομία της Γερμασόγειας και τους ανέφερε ότι υπάρχει φασαρία στο MARIALLA και ότι μαλώνει η γυναίκα του με μια άλλη φίλη της και τους ζήτησε να έλθουν. Περίμενε περίπου μισή ώρα, πήρε το διαβατήριο από την παραπονούμενη και κρατούσε και το τηλέφωνο της, για να μην πάρει τηλέφωνο να δημιουργήσει προβλήματα στον σύζυγο της κατηγορούμενης. Η Αστυνομία δεν πήγε. Έτσι μετά από 20 λεπτά, ήταν παρούσα και η φίλη της παραπονούμενης, Άννα, ο μάρτυρας έδωσε σε αυτήν το διαβατήριο της παραπονούμενης και έφυγαν. Στην αντεξέταση του δέχθηκε ότι ζητούσε από την παραπονούμενη να του επιστρέψει τα λεφτά που της έστειλε για να έλθει στην Κύπρο και η ίδια δεν του έλεγε τίποτε και άρχισε να απειλεί την κατηγορούμενη ότι θα πει στον άντρα της ότι το παιδί δεν είναι δικό του εάν ο μάρτυρας ξαναζητούσε λεφτά. Όταν δε ρωτήθηκε εάν δηλ. δεν ήταν η πρώτη φορά που η παραπονούμενη απείλησε την κατηγορούμενη ότι θα το κάνει αυτό την ημέρα που έγινε το επεισόδιο είπε ότι αυτό συνέβαινε συνέχεια για να προσθέσει γενικά και αόριστα ότι συνέχεια η παραπονούμενη προσπαθούσε να κερδίσει κάτι από οποιονδήποτε. Όταν ρωτήθηκε εάν έψαξε να βρει δουλειά στην παραπονούμενη για να πάρει τα λεφτά του πίσω, ουσιαστικά απάντησε μη πειστικά ότι δεν το έκανε γιατί γνώριζε ότι αυτή δεν είχε χαρτιά νόμιμα να είναι στην Κύπρο και δεν ήθελε να έχει φασαρίες. Μάλιστα σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι δεν πίστευε ότι θα πάρει τα λεφτά του πίσω και ότι κάθε τόσο που συζητούσαν ήταν για πλάκα λέγοντας χαρακτηριστικά «Από τη μη έχοντας, τίποτε δεν παίρνεις». Όσον δεν αφορά το τι έγινε κατά το επεισόδιο, στην κυρίως εξέταση του απέφυγε να περιγράψει, παρά το ότι αυτός ήταν παρών. Όταν δε στην αντεξέταση του υποβλήθηκε ότι η κατηγορούμενη επιτέθηκε στην παραπονούμενη και τη χτύπησε, προσπάθησε ουσιαστικά να καλύψει την κατηγορούμενη λέγοντας ότι επιτέθηκε η μια στην άλλη. Αυτό όμως δεν είναι λογικό εφόσον από τα όσα ο ίδιος είπε ήταν η κατηγορούμενη που πήγε στο διαμέρισμα της παραπονούμενης και μάλιστα όντας πολύ θυμωμένη. Όταν δε στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι η κατηγορούμενη πήρε ένα τηγάνι και χτύπησε την παραπονούμενη επανειλημμένα στο πρόσωπο, απάντησε μη πειστικά ότι αυτός έμενε εκεί για 7, 8 μήνες και δεν υπήρχε τηγάνι. Δέχθηκε όμως ότι τότε αυτός και η κατηγορούμενη είχαν μετακομίσει από το εν λόγω διαμέρισμα και ότι μετέφεραν μαζί τους τα μαγειρικά τους σκεύη. Όταν δε ρωτήθηκε εάν η παραπονούμενη δεν είχε τέτοια έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι εάν πήγαινε αυτός να διαρρήξει το σπίτι της θα ήξερε εάν είχε τηγάνι και ότι «πιστεύει» ότι δεν είχε γιατί δεν ήθελε ποτέ της να μαγειρέψει. Εδώ να σημειωθεί ότι στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι μετά από μια παρεξήγηση που είχε η κατηγορούμενη με την παραπονούμενη τον Ιούνιο του 2012, αυτός με την κατηγορούμενη άλλαξαν δωμάτιο και πήγαν σε ένα πίσω από το MARIALLA και από τότε δεν είδε ποτέ μπροστά του την παραπονούμενη. Τέλος στην κυρίως εξέταση του είπε ότι από την ημέρα που έγινε ο καβγάς μέχρι την σύλληψη της κατηγορούμενης, η παραπονούμενη δεν είχε καμία επικοινωνία μαζί τους. Σε εκείνο το σημείο το Δικαστήριο πρόσεξε ότι η κατηγορούμενη έκανε στο μάρτυρα κάποια νοήματα με τα χέρια και της επιστήθηκε η προσοχή να μην το ξανακάνει. Στη συνέχεια όμως ο μάρτυρας προφανώς αντιλαμβανόμενος τα νοήματα αυτά είπε ότι μαζί του δεν επικοινώνησε αλλά νομίζει ότι τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη μετά από κάμποσο χρόνο, ότι δεχόταν η κατηγορούμενη τηλέφωνα από τη Λευκωσία από κάποιον, ο οποίος μιλούσε ισπανικά και την απειλούσε ότι θα την έστελλε 5, 7 χρόνια φυλακή. Πρόσθεσε δε ότι και η ίδια η παραπονούμενη μιλούσε με τη κατηγορούμενη και της έλεγε ότι είναι ο άντρας της και είναι αστυνομικός. Είναι όμως προφανές ότι και αυτά τα ανέφερε για να επιβεβαιώσει την αντίστοιχη θέση της κατηγορούμενης. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι ο Μ.Υ.1 δεν ήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει την συμβία του να πείσει για την εκδοχή της. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή με εξαίρεση ότι έστειλε τα δύο ποσά μέσω WESTERN UNION στην παραπονούμενη (βλ. τεκμήρια 15 και 16) και το ότι παρέλαβε μέσω DHL το τεκμήριο 24 (πρωτότυπο) και το έδωσε σε μεταφράστρια ισπανικών, η οποία το μετάφρασε στα ελληνικά (βλ. τεκμήριο 22Γ). Δεν γίνονται όμως δεκτά τα όσα ανέφερε σχετικά με το παιδί της παραπονούμενης και τη διαμονή του με την μητέρα της κατηγορούμενης, καθότι όλα προφανώς δεν προέρχονται από προσωπική του γνώση, αλλά από τα όσα του είπε η κατηγορούμενη. Ούτε ο Μ.Υ.3 μου έκανε καλή εντύπωση. Η όλη εκδοχή του ότι λειτουργούσε το υποστατικό ως εστιατόριο και για το πώς και υπό ποιες περιστάσεις πήγε και παρέμεινε η παραπονούμενη εκεί, ένα ολόκληρο βράδυ από η ώρα 09:30 - 12:30, δεν ήταν πειστική εφόσον χαρακτηριζόταν από αντιφατικότητα, έλλειψη συνέπειας και σταθερότητας. Ήταν δε προφανές ότι κάποια σημεία της αποτελούσαν εκ των υστέρων σκέψεις του με σκοπό να πείσει για την αλήθεια τους και δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα αφού στερούνταν στοιχειώδους λογικής. Συγκεκριμένα: Στην κατάθεση του τεκμήριο 26, την οποία ουσιαστικά υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι το υποστατικό με την ονομασία «ΜΕΡΑΚΛΗΣ», το ανέλαβε με κάποιο άλλο πρόσωπο και το δούλεψαν ως μπυραρία, σερβίροντας όμως περισσότερο και φαγητά. Εκεί δούλευαν ως σερβιτόρες τρεις αλλοδαπές. Σε ολόκληρη δε την κατάθεση του αναφέρει το εν λόγω υποστατικό ως μπυραρία. Στην κυρίως εξέταση του όμως προσπάθησε να παρουσιάσει το εν λόγω υποστατικό ως οικογενειακό εστιατόριο, λέγοντας ότι το διατηρούσε ως εστιατόριο - μπαρ και μάλιστα όταν ρωτήθηκε σε σχέση με το τι αναφέρει σχετικά στην κατάθεση του, είπε ότι ήταν εστιατόριο και για δικαιολογήσει αυτή την ασυνέπεια πρόσθεσε ότι, επειδή δικαιούντο να σερβίρουν ποτό, ήταν στυλ μπυραρίας - εστιατόριο, προσθέτοντας μάλιστα ότι εκεί πήγαιναν και άντρες και γυναίκες και αντρόγυνα. Το γεγονός ότι το τεκμήριο 27 που κατέθεσε φέρει ημερ. 6.3.12 και αποτελεί άδεια λειτουργίας του συγκεκριμένου υποστατικού από τον ΚΟΤ, ως εστιατορίου, δεν επιβεβαιώνει κατά την κρίση μου την αντίθετη με την κατάθεση του μάρτυρα θέση του, ότι αυτό το λειτουργούσε ως μπυραρία. Στην κατάθεση του είπε σε σχέση με την παραπονούμενη ότι μια νύχτα περί τις αρχές Απριλίου, πήγε στο μαγαζί του μια Δομινικανή που τους είπε ότι ονομάζεται Samantha και ήθελε δουλειά. Επειδή αυτή δεν είχε ούτε χαρτιά και δεν μιλούσε αγγλικά ή ελληνικά, ο μάρτυρας της είπε όχι. Εκείνη είχε πάει εκεί μόνη της, έκατσε στο τραπεζάκι και συνεχώς μιλούσε στο κινητό της τηλέφωνο στην γλώσσα της χωρίς να καταλαβαίνει ο μάρτυρας τι έλεγε. Ανέφερε επίσης, χωρίς να καθορίσει πότε έγινε αυτό, ότι εκείνη την νύχτα του τηλεφώνησε μια κοπέλα και του είπε ότι ονομάζεται Mercedes (η κατηγορούμενη) και τον παρακαλούσε να πιάσει την άλλη κοπέλα δουλειά στην μπυραρία γιατί είναι φτωχή αλλά αυτός της είπε ότι δεν του κάνει γιατί δεν είχε χαρτιά μαζί της για να του τα δείξει. Στην κυρίως εξέταση του είπε ουσιαστικά ότι μίλησε με την κατηγορούμενη πριν και αυτή του είπε ότι «Είναι μια κοπέλα που ενδιαφέρεται για δουλειά» οπόταν ο μάρτυρας της είπε να περάσει από το μαγαζί. Το πρώτο που τον ενδιέφερε ήταν να δει κάποια χαρτιά ότι ήταν νόμιμη και από τη στιγμή που η παραπονούμενη ήταν παράνομη, δεν μπορούσε να τη βάλει στο μαγαζί. Δεν ανέφερε δε ούτε στην κατάθεση του όμως, ούτε στην κυρίως εξέταση, ότι ρώτησε την κατηγορούμενη, όπως ήταν λογικό αφού για εκείνον ήταν το πιο σημαντικό, εάν η παραπονούμενη είχε χαρτιά ή αν ήταν νόμιμη και να της πει να τα πάρει μαζί της για να τα δει. Για πρώτη φορά στην αντεξέταση του ανέφερε ότι είπε στην κατηγορούμενη να περάσει η παραπονούμενη από το μαγαζί, να την δει, να μιλήσουν και να δει τα χαρτιά της που ήταν το κυριότερο. Δεν ρώτησε όμως αυτήν εάν η παραπονούμενη ήταν νόμιμη κάτι που δεν είναι λογικό ενόψει των ανωτέρω και των όσων ο ίδιος είπε σχετικά ότι δηλ. δεν θα εργοδοτούσε κάποια που ήταν παράνομη. Όταν ρωτήθηκε εάν είπε στην κατηγορούμενη ότι δεν ήθελε κάποια που ήταν παράνομη, απάντησε δε, εντελώς εκτός λογικής, ότι δεν της είπε και ότι απλά της είπε να πάρει την κοπέλα εκεί να την δει, να μιλήσει μαζί της και εάν του έκανε θα την κρατούσε. Στην κατάθεση του είπε ότι δεν γνώριζε που βρήκε το τηλέφωνο του η κατηγορούμενη, την οποία δεν γνώριζε, υπέθεσε όμως ότι το βρήκε μέσω του συνεταίρου του. Στην κυρίως εξέταση του όμως και στην αντεξέταση του ήταν βέβαιος ότι η κατηγορούμενη εξασφάλισε το τηλέφωνο του από τον συνέταιρο του. Και ενώ πουθενά στην κυρίως εξέταση του δεν ανέφερε κάτι τέτοιο, στην αντεξέταση του για πρώτη φορά, όταν ρωτήθηκε εάν δεν του είπε ο συνέταιρος του, ο οποίος είχε και άλλο νυκτερινό κέντρο, ότι θα του έστελλε την κοπέλα, είπε ότι ο ίδιος πήρε τηλέφωνο το συνέταιρο του μετά που πήγε η παραπονούμενη, για να τον ενημερώσει ότι η κοπέλα ήταν παράνομη, δεν έχει χαρτιά και εκείνος κατάλαβε αμέσως για ποια του μιλούσε και του είπε ότι καλά έκανε που δεν την έπιασε. Μάλιστα πρόσθεσε και πάλι για πρώτη ότι ανέφερε στον συνέταιρο του ότι η κοπέλα δεν του έκανε λόγω και της συμπεριφοράς της ενώ στην κατάθεση του ανέφερε ότι της είπε όχι γιατί δεν είχε χαρτιά και δεν μιλούσε ούτε αγγλικά ή ελληνικά. Στην αντεξέταση όταν ρωτήθηκε πως συνεννοήθηκε με την παραπονούμενη είπε ότι δεν είπαν κουβέντα. Δεν είναι όμως λογικό να μην μίλησαν καθόλου και εντούτοις αυτός να αντιλήφθηκε ότι αυτή ήταν παράνομη. Για να δικαιολογήσει δε αυτή την ασυνέπεια, στην αντεξέταση του είπε για πρώτη φορά, ότι δήθεν είδε το διαβατήριο της και δεν του έδειξε κάποιο χαρτί που να λέει ότι είχε άδεια να δουλέψει. Ενώ δε στην κατάθεση του δεν ανέφερε κάτι τέτοιο, στην κυρίως εξέταση του είπε ότι μόλις αντιλήφθηκε ότι η παραπονούμενη ήταν παράνομη, τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη και της είπε «Ελάτε να την πάρετε διότι η κοπέλα εν μου κάμνει εμένα για δουλειά, εν μπορεί να δουλέψει στο μαχαζί μου». Η κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να πάει να την πάρει γιατί είχαν ένα άλογο το οποίο θα γεννούσε και επειδή αυτός είχε πολύ κόσμο στο μαγαζί, δεν μπορούσε να φύγει για να μεταφέρει την παραπονούμενη εκεί που έπρεπε να πάει. Έτσι την κράτησε μέχρι τις 12:00 ‑ 12:30 (στην κατάθεση του είπε ότι αυτό έγινε η ώρα 01:00) και την έβαλε στο αυτοκίνητο του και του υπέδειξε και πήγε και την κατέβασε σε ένα ξενοδοχείο το MARIELA. Ενώ δε στην κατάθεση του ανέφερε ότι η παραπονούμενη πήγε στο μαγαζί του μόνη της, στην αντεξέταση του είπε ότι όταν τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη της είπε «Ελάτε να παραλάβετε την κοπέλα που εφέρετε δαμέ». Σε άλλο όμως σημείο της αντεξέτασης του υποστήριξε ότι δεν γνώριζε πως πήγε στο μαγαζί του η παραπονούμενη. Στην κατάθεση του είπε ότι η παραπονούμενη ήταν μόνη της, έκατσε στο τραπεζάκι και συνεχώς μιλούσε στο κινητό της τηλέφωνο στην γλώσσα της χωρίς να καταλαβαίνει τι έλεγε. Έμεινε στο μαγαζί πολλή ώρα και κάποιοι πελάτες της έλεγαν να της κεράσουν φαί αλλά δεν ήθελε τίποτε. Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι δεν μπορούσαν να μιλήσουν μαζί. Της πρόσφερε έναν χυμό, την έκατσε σε ένα τραπέζι μόνη της να περάσει η νύχτα να βρεθεί ο τρόπος να φύει από εκεί και κακώς την είχε εκεί, έπρεπε να της πει «φύε» γιατί ζούσε στον κόσμο της. Κρατούσε ένα τηλέφωνο και όλη νύχτα μιλούσε με τις ώρες αλλά ο μάρτυρας δεν είχε και τον τρόπο εκείνη την ώρα να τη διώξει. Στην αντεξέταση του είπε αρχικά ότι είχε 40-50 άτομα τα οποία σέρβιρε φαγητά και δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με την παραπονούμενη ενώ σε άλλο σημείο είπε ότι προσφέρθηκαν κάποιοι θαμώνες να κεράσουν την παραπονούμενη φαί και ότι ήταν ωραία γυναίκα και μέσα στο μαγαζί υπήρχαν και νεαροί και αστυνομικοί και κάποιοι νεαροί «τόλμησαν να την παρενοχλήσουν ας πούμε με την καλή έννοια» και ότι ο ίδιος έκατσε σε μια γωνιά για να μην έλθει η παραπονούμενη σε επαφή με κανέναν μέχρι να τελειώσει η νύχτα να φύγει από πάνω του αυτός «ο πελάς», αυτό «το πρόβλημα». Σε άλλο σημείο είπε ότι ο ίδιος δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει να πάει να κάτσει με πελάτες γιατί είχε δήθεν την ευθύνη της σαν μαγαζάτορας διότι δεν έπαυε αυτή η κοπέλα να ήταν παράνομη και δεν ήθελε ο ίδιος να πάει φυλακή εάν ερχόταν η Αστυνομία. Μάλιστα το ότι εκείνη παρέμεινε υπό αυτές τις περιστάσεις στο μαγαζί του είπε ότι επρόκειτο για «μια πόμπα, μια πυρηνική πόμπα για μένα, για το μαχαζί». Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι το μαγαζί του από τον συγκρότημα όπου πήρε την παραπονούμενη μετά απείχε 300 μέτρα. Στην αντεξέταση του είπε ότι η απόσταση αυτή ήταν 500 μέτρα και ότι εξήγησε στην κατηγορούμενη που ήταν το μαγαζί του. Όταν λοιπόν ενόψει των ανωτέρω, ρωτήθηκε πολύ λογικά, γιατί δεν είπε στην παραπονούμενη να φύγει μόνη της, απάντησε μη πειστικά ότι δεν μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί της. Σε άλλο σημείο όμως ο ίδιος ανέφερε ότι αφού περιποιήθηκε τους πελάτες του, φώναξε στην παραπονούμενη «Έλα στο αυτοκίνητο μου», την έβαλε στο αυτοκίνητο και την πήρε γιατί ήταν κοντινή η απόσταση ενώ εάν ήταν μακριά δεν θα την έπαιρνε. Μάλιστα είπε ότι εκείνη του έδειχνε με το χέρι της που να την πάρει και γνώριζε τον δρόμο καλύτερα από εκείνον. Στην κατάθεση του είπε ότι με το που είδε την κοπέλα κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά γιατί συνέχεια μιλούσε στο τηλέφωνο και γελούσε και γενικά κατάλαβε ότι μιλούσε με άντρα από το ύφος της. Στην αντεξέταση του για να πείσει προς τούτο είπε ότι το αντιλήφθηκε καθότι εκείνη έκαμνε κάποιες στιγμιαίες κινήσεις, οι οποίες ήταν «σαν έρωτας, σαν ερωτικός διάλογος». Και αυτό ενώ ο ίδιος είπε ότι ήταν πολύ απασχολημένος γιατί έπρεπε να εξυπηρετήσει τους πολλούς πελάτες που είχε. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε πολύ λογικά εάν διαπίστωσε και ότι μιλούσε με ένα μόνο άτομο είπε ότι μπορεί να μιλούσε με 10 και ότι ο ίδιος ξέρει ότι δεν υπήρχε σοβαρότητα στην κοπέλα και κάτι που να το εκτιμήσεις πάνω της, να την εμπιστευτείς. Σε άλλο σημείο στην αντεξέταση του είπε ότι η παραπονούμενη ήταν όπως να γνώριζε την Κύπρο καλύτερα από τον ίδιο. Όταν ρωτήθηκε πως το συμπέρανε, έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι όταν την πήρε στο ξενοδοχείο τον κατεύθυνε εκείνη με το χέρι της και ότι υπολόγισε ότι «η κοπέλα γνωρίζει την περιοχή πιο καλά από εκείνον». Στην κατάθεση του είπε ότι η παραπονούμενη του έδειξε τον δρόμο και την πήρε εκεί όπου μένουν οι τσιγγάνοι και την άφησε στην είσοδο και πήγε μόνη της μέσα. Στην κυρίως εξέταση του όμως είπε ότι την κατέβασε στο πάρκινγκ του ξενοδοχείου και δήθεν επειδή έπρεπε να βάλει μπροστά - πίσω, πρόσεξε ότι εκείνη μπήκε από την πισινή πλευρά του ξενοδοχείου, είχε ένα γραφείο και έκατσε εκεί με κάποιον και μιλούσαν. Στην αντεξέταση του είπε δε ότι την άφησε στην πισινή πλευρά από το πάρκινγκ του ξενοδοχείου και την είδε να μπαίνει μέσα, όχι γιατί την περίμενε να το κάνει αυτό αλλά επειδή έπρεπε να στρίψει να βγει από το πάρκινγκ. Δεν δέχθηκε ότι του είπαν να μην αφήσει την παραπονούμενη να φύγει μόνη της. Εδώ να σημειωθεί όμως ότι πέραν του μη λογικού της όλης δικαιολογίας του γιατί δεν είπε στην παραπονούμενη να φύγει μόνη της από το υποστατικό του όταν μάλιστα ο ίδιος θεωρούσε ότι ήταν επικίνδυνο για αυτόν που βρισκόταν εκεί, στην κυρίως εξέταση του ο ίδιος ανέφερε ότι έπρεπε να την πάρει, να την παραδώσει εκεί που έπρεπε να πάει. Περαιτέρω στην αντεξέταση του σε άλλο σημείο είπε για πρώτη φορά ότι όταν τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη για να πάρουν την παραπονούμενη και εκείνη του είπε ότι δεν μπορούσε του είπε επίσης ότι θα περνούσαν να την πάρουν και ότι όταν έγινε 12:00-12:30 και δεν ήλθαν υποχρεώθηκε να την πάρει αυτός. Σε άλλο σημείο είπε ότι ανέφερε μάλιστα στην κατηγορούμενη να πάει να την πάρει γιατί το μαγαζί θα κλείσει περί τις 12:00-1:
- Όταν δε ρωτήθηκε πολύ λογικά γιατί δεν τηλεφώνησε εκ νέου της κατηγορούμενης όταν πέρασε η ώρα, είπε μη πειστικά ότι δεν την ξαναπήρε και πρόσθεσε και πάλι εντελώς εκτός λογικής ότι ο απώτερος σκοπός του ήταν να φύγει εκείνη από το μαγαζί του, να την παραδώσει στο σπίτι της. Παρόλα αυτά άφησε την παραπονούμενη στο υποστατικό του από η ώρα 9:00 μέχρι τις 12:
- Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Μ.Υ.3 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, αλλά ήλθε να βοηθήσει την κατηγορούμενη, διαψεύδοντας την παραπονούμενη. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της. Όσον αφορά τον Μ.Υ.2 θα πρέπει αρχικά να λεχθεί ότι από το σύνολο της μαρτυρίας του προκύπτει ότι η αλλοδαπή στην οποία έκανε αναφορά ήταν η παραπονούμενη. Αυτός αντίθετα δε με τους άλλους μάρτυρες υπεράσπισης γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Παρά το ότι, ως ο ίδιος αποκάλυψε, ήταν ο Μ.Υ.1, τον οποίο γνώριζε από παλιά και συνεργάζονταν, που του ζήτησε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία για την υπόθεση, εντούτοις από τα όσα είπε κατά την μαρτυρία του και από την συνολική εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο, δεν κρίνεται ότι προσήλθε με σκοπό να πει ψέματα για να βοηθήσει την κατηγορούμενη. Αντίθετα κρίνω ότι επρόκειτο για ειλικρινή μάρτυρα, ο οποίος ανέφερε όλα όσα ο ίδιος αντιλήφθηκε κατά τον σύντομο χρόνο που εργάσθηκε στο κτιριακό συγκρότημα, όπου διέμενε η παραπονούμενη αλλά και η κατηγορούμενη. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Τέλος, ούτε η κατηγορούμενη μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά την μαρτυρία της προσπάθησε ουσιαστικά να παρουσιάσει την ίδια ως το αθώο θύμα της παραπονούμενης. Έτσι παρά το ότι αναφέρθηκε στον προκλητικό και κακό χαρακτήρα αυτής από την άλλη προσπάθησε να πείσει ότι αυτή την λυπήθηκε και την βοήθησε να έλθει στην Κύπρο, χωρίς καν να ξέρει πως ακριβώς θα ερχόταν. Παρά δε την κακή συμπεριφορά που η παραπονούμενη επέδειξε στην συνέχεια, όταν έμενε στον ίδιο χώρο με την κατηγορούμενη, κάτι που προκαλούσε ντροπή σε αυτήν, όχι μόνο την ανεχόταν αλλά όταν θα την έδιωχναν από το ξενοδοχείο της πλήρωσε ένα ποσό για να μείνει ακόμη λίγες μέρες. Ακόμη δε και για την επίθεση που διέπραξε εναντίον της παραπονούμενης, παρά το ότι ουσιαστικά την παραδέχθηκε, προσπάθησε να την εμφανίσει σαν κάτι το μη σοβαρό, ισχυριζόμενη ότι και αυτή χτυπήθηκε. Αρκετά δε ουσιώδη σημεία της εκδοχής της είτε έρχονται σε αντίθεση με τα όσα είπε στις δύο καταθέσεις της (από τις οποίες ήταν εμφανής η προσπάθεια της να αποστεί) είτε δεν αναφέρονται καθόλου σε αυτές και προφανώς αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της ενώ άλλα στερούνται πειστικότητας. Δεν μπορεί να παραγνωρισθεί επίσης ότι κατά την διάρκεια της μαρτυρίας της, αναφερόμενη στην παραπονούμενη, ενίοτε μιλούσε με ειρωνικό τρόπο ή γελούσε ενώ κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, όταν αυτός προφανώς ξέχασε να αναφέρει κάτι, του έκανε νοήματα από το εδώλιο. Όσον αφορά το πώς ήλθε η παραπονούμενη στην Κύπρο, στην κυρίως εξέταση της είπε ότι γνώριζε αυτήν από την πατρίδα της από τότε που ήταν 11 ετών και ενώ η κατηγορούμενη βρισκόταν στην Κύπρο είχε επικοινωνία με την παραπονούμενη μέσω τηλεφώνου και Facebook. Είπε δε ότι η παραπονούμενη που στην χώρα της εργαζόταν πάντα σε διάφορα καμπαρέ, της είπε πολλές φορές ότι τα πράγματα δεν ήταν καλά για εκείνη εκεί και ήθελε να φύγει, να έλθει στην Κύπρο και να κάνει οποιαδήποτε δουλειά ακόμη και να καθαρίζει. Επίσης της έλεγε ότι φοβόταν και έπρεπε να φύγει γιατί είχε σχέσεις με κάποιον Κολομβιανό, τον οποίο κατήγγειλε για ναρκωτικά με αποτέλεσμα αυτός να μπει φυλακή και μπορούσε να την σκοτώσει όταν αποφυλακιζόταν. Περαιτέρω της έλεγε να την βοηθήσει γιατί δεν είχε λεφτά να αγοράσει εισιτήριο και συγκεκριμένα ότι ήθελε να πάει μέχρι την Τουρκία και από εκεί στην Κύπρο, γιατί οι Δομινικανοί δεν έχουν πρόβλημα να πάνε στην Τουρκία και από εκεί μεταφέρουν άτομα όπου θέλουν να πάνε. Η μητέρα της κατηγορούμενης της έλεγε να βοηθήσει την παραπονούμενη να έλθει στην Κύπρο γιατί ήταν και αλκοολική και της άρεσε να γυρίζει στους δρόμους και να μην εργάζεται και ήταν κακό άτομο και μπορούσε να κάμει κάτι κακό. Έτσι η κατηγορούμενη επειδή την λυπόταν κιόλας την βοήθησε οικονομικά να έλθει στην Κύπρο. Συγκεκριμένα της έστειλε χρήματα 3 φορές ο Μ.Υ.1, δηλ. ο φίλος της κατηγορούμενης. Όταν η παραπονούμενη έφτασε στην Τουρκία τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη και της είπε ότι βρισκόταν εκεί και ότι την επόμενη μέρα θα έφευγε για τα κατεχόμενα. Την επόμενη μέρα της τηλεφώνησε ξανά και της είπε ότι την είχαν πάρει και βρισκόταν στη Λευκωσία σε ένα πάρκινγκ στην οδό Λήδρας. Τότε η κατηγορούμενη χάρηκε πολύ, τηλεφώνησε στον Μ.Υ.1 και πήγαν και πήραν την παραπονούμενη από την Λήδρας και την έφεραν στο διαμέρισμα 305 στο ξενοδοχείο MARIALLA και την άφησαν να ζει μαζί τους. Στην πρώτη της κατάθεση (τεκμήριο 4 ημερ. 13.12.12 στα ελληνικά) από τα πιο πάνω αναφέρει, ουσιαστικά χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη επικοινωνία, μόνο ότι τον Μάρτιο του 2012 της τηλεφώνησε η παραπονούμενη, την οποία γνώριζε από παλιά αφού είναι συμπατριώτισσα της και της είπε ότι βρισκόταν στην Κύπρο και η κατηγορούμενη ήθελε να την βοηθήσει επειδή δεν έχει πού να μείνει και τι να φάει. Έτσι πήγε με τον Μ.Υ.1 στην Λευκωσία, πήραν την παραπονούμενη την έφεραν στην Λεμεσό και της επέτρεψαν να μείνει στο διαμέρισμα τους μέχρι να βρει δουλειά. Ούτε όμως στην δεύτερη της κατάθεση (τεκμήριο 2Α ημερ. 18.12.12 στα ισπανικά) αποκάλυψε τα πλείστα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση της. Συγκεκριμένα εκεί ανέφερε ότι με την παραπονούμενη δεν είναι συγγενείς αλλά γνωστές από την χώρα της. Είπε δε ότι ήταν μέσα στο Φεβρουάριο 2012 και όχι τον Μάρτιο, που εκείνη της τηλεφώνησε και της είπε ότι ήθελε να έρθει στην Κύπρο. Περαιτέρω εκεί αναφέρει ως λόγο που η παραπονούμενη ήθελε να έλθει στην Κύπρο μόνο το να βρει δουλειά αφού χρωστούσε λεφτά στην χώρα της όπου έκανε δάνεια για την σιλικόνη που έβαλε στο στήθος. Πρόσθεσε δε κάτι που δεν ανέφερε στην πρώτη της κατάθεση ήτοι ότι βοήθησε την παραπονούμενη να έλθει στην Κύπρο στέλνοντας της χρήματα. Συγκεκριμένα είπε ότι λόγω του ότι η παραπονούμενη της είπε ότι δεν έφταναν τα χρήματα για το εισιτήριο, η κατηγορούμενη είπε στον Μ.Υ.1 και της έστειλε λίγα. Επίσης της έστειλε και άλλα για να κρατά μαζί της. Όσα δε χρήματα έδωσαν την παραπονούμενη εκείνη έπρεπε να τους τα δώσει στην Κύπρο μετά που θα ερχόταν και θα έβρισκε λεφτά. Μάλιστα κράτησε και τις σχετικές αποδείξεις. Περαιτέρω ενώ ήταν προφανές από τα όσα είπε ότι ήταν απλά γνωστή με την παραπονούμενη και προσπάθησε να παρουσιάσει μια εντελώς αρνητική εικόνα για τον χαρακτήρα και την συμπεριφορά αυτής, ταυτόχρονα προσπάθησε να πείσει ότι παρά ταύτα την λυπήθηκε και την βοήθησε να έλθει στην Κύπρο. Έτσι στην κυρίως εξέταση της είπε ότι, ο πατέρας της παραπονούμενης ήταν αλκοολικός και η μητέρα της την εγκατέλειψε και πήγε να ζήσει με τη γιαγιά της. Δεν την ήθελαν πια εκεί, γιατί άρχισε να συνάπτει σχέσεις με γείτονες. Ήταν στον δρόμο, δεν είχε πού να πάει και η μητέρα της κατηγορούμενης την λυπήθηκε και την πήρε στο σπίτι για να καθαρίζει. Τότε ήταν 11 χρονών η παραπονούμενη. Στα 17 της έμεινε έγκυος και για να μπορεί να συνεχίσει να βγαίνει άφηνε το μωρό στη μητέρα της κατηγορούμενης, η οποία αγαπούσε το κοριτσάκι σαν κόρη της. Όταν γεννήθηκε το μωρό έψαχνε τον πατέρα αυτού η Ιντερπόλ και η παραπονούμενη είπε στην μητέρα της κατηγορούμενης να το προσέχει μέχρι εκείνος να επιστρέψει. Η δε παραπονούμενη πηγαινοερχόταν στο σπίτι της μητέρας της κατηγορούμενης ενώ το κοριτσάκι της έμενε εκεί. Η παραπονούμενη στην χώρα της εργαζόταν πάντα σε διάφορα καμπαρέ. Πέραν δε των πιο πάνω η παραπονούμενη της είπε ότι φοβόταν και έπρεπε να φύγει από την χώρα της γιατί κατήγγειλε κάποιον Κολομβιανό (και εδώ άφησε υπονοούμενο ότι η καταγγελία της παραπονούμενης ήταν ψευδής και εκδικητική), ο οποίος πήγε στην φυλακή λόγω αυτού και μπορούσε να την σκοτώσει όταν αποφυλακιζόταν. Εκτός όμως από τα πιο πάνω και η ίδια η μητέρα της κατηγορούμενης της έλεγε ότι η παραπονούμενη ήταν αλκοολική, της άρεσε να γυρίζει στους δρόμους, να μην εργάζεται, ήταν κακό άτομο και μπορούσε να κάνει κάτι κακό. Στην αντεξέταση της παραδέχθηκε δε ότι η μόνη που συμπαθούσε την παραπονούμενη ήταν η μητέρα της ενώ οι άλλοι δεν την ήθελαν λόγω της συμπεριφοράς της. Παρά λοιπόν τα πιο πάνω η κατηγορούμενη της έστειλε χρήματα για να την βοηθήσει να έλθει στην Κύπρο, γνωρίζοντας μάλιστα ότι θα ερχόταν παράνομα μέσω των κατεχομένων από την Τουρκία περιοχών της Δημοκρατίας και θα έμενε παράνομα εδώ. Όσον δε αφορά τον τρόπο με τον οποίο η παραπονούμενη θα έφθανε στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας, ενώ επρόκειτο για κάποιο πρόσωπο που φαίνεται ότι ουδέποτε προηγουμένως εξήλθε της χώρας της, η κατηγορούμενη μη πειστικά προσπάθησε να το παρουσιάσει ως απόφαση της παραπονούμενης, λέγοντας γενικά και αόριστα ότι η παραπονούμενη γνώριζε πάντα ότι αυτή ζει στην Κύπρο και όλες οι γυναίκες στον Άγιο Δομίνικο μπορούν να πάνε εύκολα στην Τουρκία γιατί δεν χρειάζονται βίζα και από εκεί τις παίρνουν σε άλλα μέρη. Όταν δε ρωτήθηκε γιατί μεσολάβησε να έλθει η παραπονούμενη στην Κύπρο αφού ήξερε ότι θα ήταν παράνομη, είπε μη πειστικά, ενόψει και των όσων ανέφερε για τον χαρακτήρα της παραπονούμενης, ότι το έκανε δήθεν γιατί εκείνη ήθελε να έλθει και μάλιστα προσπάθησε να πείσει ότι όταν το έμαθε ότι η παραπονούμενη ήθελε να έλθει χάρηκε πάρα πολύ. Η όλη λοιπόν θέση της ότι η ίδια βοήθησε την παραπονούμενη να έλθει στην Κύπρο γιατί απλά την λυπήθηκε στερείται πειστικότητας. Όταν δε ρωτήθηκε στην αντεξέταση της γιατί παρά τα πιο πάνω αποφάσισε να βοηθήσει την παραπονούμενη, για πρώτη φορά πρόσθεσε κάτι καινούριο, προφανώς αντιλαμβανόμενη το μη πειστικό της όλης εκδοχής της. Συγκεκριμένα είπε ότι εκείνο το διάστημα και η ίδια ήταν πολύ τρελαμένη γιατί είχε προβλήματα λόγω κάποιου προσώπου που την είχε εκμεταλλευτεί και αισθανόταν μόνη και σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να βοηθήσει την παραπονούμενη που είχε και αυτή παρόμοιο πρόβλημα, ώστε έχοντας την για παρέα εδώ να αισθάνεται καλύτερα. Περαιτέρω όταν στην αντεξέταση της της υποβλήθηκε ότι αυτή μεσολάβησε για να έλθει η παραπονούμενη στην Κύπρο, απάντησε αρνητικά και πρόσθεσε ότι είναι η παραπονούμενη που ήθελε γιατί είχε πρόβλημα με τον Μαρτίν. Όταν ρωτήθηκε γιατί αυτό δεν το είπε στην κατάθεση της είπε ότι την πρώτη φορά που την έπιασαν δεν μιλούσε ελληνικά και δεν ήξερε, της φώναζαν πολύ και δεν ήξερε τι θα κάνει γιατί ήθελαν να μιλήσει. Όταν στη συνέχεια της υποβλήθηκε ότι ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο και ότι όταν έδωσε τη δεύτερη κατάθεση η ίδια ανέφερε ότι της διαβάστηκε και συμφώνησε με αυτά που είπε στην πρώτη, είπε ότι ο Δημήτρης της είπε (προφανώς αναφερόμενη σε αστυνομικό) και η ίδια ήθελε να βγει από εκεί γιατί φώναζαν και ο Δημήτρης της είπε «Θα τα πάρω στο κρανίο και θα σε σπάσω στο ξύλο». Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ήταν εμφανές κατά την μαρτυρία της ότι ήθελε να αποστεί από τα όσα ανέφερε στις δύο καταθέσεις ώστε να μπορεί να προσαρμόσει την όλη εκδοχή της στα μέτρα της, χωρίς να περιορίζεται. Έτσι στην κυρίως εξέταση της ερωτώμενη εάν κατάλαβε πλήρως αυτά που της έλεγαν στην πρώτη της κατάθεση είπε ότι καταλάβαινε ότι μπορούσε, αλλά μιλούσαν πολύ δυνατά και δεν μπορούσε να τα καταλάβει όλα και μετά της είπαν να υπογράψει. Όταν δε της υποδείχθηκε το τεκμήριο 4 δεν το αναγνώρισε με την δικαιολογία ότι δεν ξέρει να διαβάζει ελληνικά. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί κατ' αρχήν ότι το τεκμήριο 4, στο τέλος του οποίου αναγράφεται ότι της διαβάστηκε και ως ορθή την υπέγραψε σε όλες τις σελίδες της, ξεκινά με την πρόταση «Μιλώ και διαβάζω πολύ καλά την ελληνική γλώσσα, αφού διαμένω μόνιμα στην Κύπρο από το έτος 2005». Πέραν τούτου καμία ένσταση τέθηκε κατά την κατάθεση του ως τεκμηρίου. Αντίθετα η μαρτυρία της Γ/Αστ.4788 που έλαβε την εν λόγω κατάθεση δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Περαιτέρω στο τεκμήριο 2Α που της λήφθηκε στις 18.12.12, με την βοήθεια διερμηνέα της ισπανικής γλώσσας, αναφέρεται στην πρώτη της κατάθεση στα ελληνικά και δηλώνει ότι ό,τι ρωτήθηκε στην πρώτη το απάντησε και το αντιλήφθηκε. Επίσης αναφέρει ότι στις 18.12.12 η διερμηνέας της ξαναδιάβασε την εν λόγω κατάθεση και της την μετέφρασε και είναι ότι είπε και κατάλαβε στις 13.12.
- Ήταν δε εμφανές κατά την μαρτυρία της στο Δικαστήριο ότι αντιλαμβανόταν πλήρως τα ελληνικά εφόσον ενώ γινόταν μετάφραση των ερωτήσεων στα ισπανικά στην αρχή αυτή απαντούσε στα ελληνικά. Της ζητήθηκε να απαντά στα ισπανικά που είναι η μητρική της γλώσσας ενόψει του ότι η ίδια επέλεξε να έχει την συνδρομή διερμηνέα. Μάλιστα σε κάποιο σημείο όταν συνέχιζε να απαντά στα ελληνικά ρωτήθηκε εάν επιθυμεί να δώσει τη μαρτυρία της στα ελληνικά, χωρίς τις υπηρεσίες διερμηνέα κάτι που όμως αρνήθηκε. Όσον δε αφορά την δεύτερη της κατάθεση τεκμήριο 2Α (της οποίας, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι αποτελεί, πιστή μετάφραση το τεκμήριο 2Β) παρά το ότι δέχθηκε όταν της υποδείχθηκε, ότι είναι η κατάθεση της και φέρει δήλωση ότι της διαβάστηκε αλλά και τις υπογραφές αυτής σε όλες τις σελίδες εντούτοις και παρά τα όσα αναφέρει σε σχέση με την προηγούμενη κατάθεση της, μη πειστικά ανέφερε ότι δεν καταλαβαίνει τίποτα από όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 2Α. Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση στον Μ.Κ.2, που έλαβε την δεύτερη κατάθεση της κατηγορούμενης, η πιο πάνω θέση της. Σε σχέση με τα όσα ανέφερε για τον χαρακτήρα και την συμπεριφορά της παραπονούμενης στην χώρα καταγωγής τους, στην αντεξέταση της ερωτώμενη πως τα γνώριζε είπε ουσιαστικά ότι αυτά της τα έλεγε η οικογένεια της, η οποία ζει εκεί. Όταν δε ρωτήθηκε εάν δηλ. αυτά της τα είπε η αδελφή της απάντησε αρνητικά και είπε ότι όλος ο κόσμος το ξέρει, η μητέρα της και ο πατέρας της κόρης της παραπονούμενης. Από την άλλη είπε ότι η ίδια βρίσκεται στην Κύπρο εδώ και 10 χρόνια και ότι με την παραπονούμενη δεν έζησε στην χώρα τους πολύ καιρό εφόσον ζούσε με τον σύζυγο της. Συμφώνησε δε ότι δεν είχε πολλές προσωπικές σχέσεις με την παραπονούμενη λέγοντας «Αν εγώ ζω εδώ και εκείνη εκεί πώς θα έχουμε στενές σχέσεις;». Ήταν δε η θέση της ότι γνώριζε την παραπονούμενη στην χώρα της ως Samantha και εκείνη μετά άλλαξε το όνομα της και ήλθε ως Orquidea, κάτι που η ίδια έμαθε μετά. Αυτή η θέση της όμως διαψεύδεται από τα τεκμήρια 15 και 16, τα οποία είναι αποδείξεις αποστολής των χρημάτων που και η ίδια ανέφερε, από τον Μ.Υ.1 προς την παραπονούμενη, και αναγράφουν ως όνομα παραλήπτη όχι το Samantha, αλλά το ORQUIDIA PENA INOA. Στην κυρίως εξέταση της είπε ότι όταν η παραπονούμενη έφτασε στην Τουρκία της τηλεφώνησε και της είπε ότι βρισκόταν εκεί και ότι την επόμενη μέρα θα έφευγε για τα κατεχόμενα. Την επόμενη μέρα της τηλεφώνησε ξανά και της είπε ότι την είχαν πάρει και βρισκόταν στη Λευκωσία και έτσι πήγε με τον Μ.Υ.1 και την παρέλαβαν. Στην αντεξέταση της είπε ότι η παραπονούμενη δεν της τηλεφώνησε από τα κατεχόμενα αλλά όταν ήταν στην Λήδρας στην Λευκωσία. Δεν την βοήθησε η κατηγορούμενη να περάσει στις ελεύθερες περιοχές. Παρά όμως το γεγονός ότι γνώριζε ότι η παραπονούμενη ουσιαστικά ήλθε μέσω κατεχομένων και θα ήταν λογικό να την ρωτήσει έστω και μετά πως τα κατάφερε, όταν ρωτήθηκε εάν η παραπονούμενη της αποκάλυψε τον τρόπο, υπεκφεύγοντας απάντησε ότι είναι πάρα πολλές οι γυναίκες και κόσμος που πάνε στην Τουρκία και από εκεί περνούν αλλού. Στη συνέχεια ότα