Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Satam Al Abed κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5385/13, 8/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5385/13 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και
- Satam Al Abed
- FarhoudSamer Κατηγορουμένων -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 8/1/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: καμία εμφάνιση Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση παρόλο που καταχωρήθηκε εναντίον δύο κατηγορούμενων, οδηγήθηκε σε ακρόαση μόνο για τον κατηγορούμενο 1 αφού οι κατηγορίες που ο κατηγορούμενος 2 αντιμετώπιζε διακόπηκαν και σε αυτές απαλλάγηκε. Τα αδικήματα που αποδίδονται στον κατηγορούμενο 1 και ο οποίος από τώρα και στο εξής θα καλείται ο κατηγορούμενος, είναι αυτό της παροχής συνδρομής στη διάπραξη ποινικού αδικήματος και της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του (1η και 2η κατηγορία αντίστοιχα). Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, ο Αστυφ. 1135 Μάμας Νικοδήμου (Μ.Κ.1), ο Μιχάλης Σωκράτους (Μ.Κ.2), ο Αστυφ.3270 Θεόδωρος Κωνσταντίνου (Μ.Κ.3) και ο Αστυφ.1960 Θεόδουλος Παπαβασιλείου (Μ.Κ.4). Αυτοί και σύμφωνα και με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκαν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Μετά δε την κλήση του τελευταίου σε απολογία, αυτός επέλεξε να προβεί στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση, χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία.«Θέλω να αναφέρω ότι εδώ και δύο χρόνια πηγαινοέρχομαι στο Δικαστήριο χωρίς να φταίω, δεν διέπραξα κανένα αδίκημα, ήταν λόγω του συγκεντρωμένου πλήθους που βρέθηκα σε αυτή τη θέση. Θέλω να αναφέρω επίσης ότι σήμερα πήρα τη σύζυγο μου στο νοσοκομείο, η οποία εγκυμονεί, και ήλθα ενώπιον σας για να σας αποδείξω ότι δεν έχω κάμει οτιδήποτε. Δεν έχω κάτι άλλο να πω. Δεν έχω μάρτυρες». Τα αδικήματα που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, φέρεται να διαπράχθηκαν την 1/1/2013, έξω από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού στην οδό Ανεξαρτησίας και ενόσω διεξαγόταν εκδήλωση για την έλευση του νέου χρόνου. Στο χώρο ήταν συγκεντρωμένος αρκετός κόσμος μεταξύ των οποίων άγνωστος αριθμός αλλοδαπών που βρίσκονταν σε κατάσταση μέθης και οι οποίοι παρενοχλούσαν τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους. Τα γεγονότα αυτά αποτέλεσαν κοινό έδαφος χωρίς να αμφισβητηθούν. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την παραθέσω. Να αναφερθεί μόνο ότι ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν δύο διαφορετικές εκδοχές. Από τη μια οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής υποστήριξαν ότι ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον αστυφύλακα 1960 Θ. Παπαβασιλείου για να βοηθήσει άλλο πρόσωπο να αποδράσει, ενώ από την άλλη ο ίδιος ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο αλλά αντίθετα και ο ίδιος σπρώχθηκε από το πλήθος. Από το σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι δεν έχω πεισθεί ότι η εκδοχή που προβλήθηκε από τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Κι αυτό γιατί από τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας δημιουργούνται πολλές αμφιβολίες οι οποίες και σύμφωνα με τη νομολογία επενεργούν προς όφελος του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.1 ο οποίος ήταν παρών στη σκηνή υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος έσπρωξε με τα χέρια του στο στήθος τον αστυφ.1960, Μ.Κ.
- Παρόλο που από την αρχή μέχρι το τέλος επέμενε στη θέση του αυτή, δεν έχω πεισθεί για την αλήθεια των ισχυρισμών του, αλλά αντίθετα πολλές αμφιβολίες και ερωτηματικά δημιουργούνται από τα όσα έχει αναφέρει. Και αυτό γιατί οι απαντήσεις του δεν χαρακτηρίζονταν από την απαιτούμενη σαφήνεια. Στο Τεκμήριο Α προβάλλει ότι ο κατηγορούμενος και ενώ ο αστυφ. 1960 προσπαθούσε να μεταφέρει άλλον αλλοδαπό που βρισκόταν υπό σύλληψη για το αδίκημα της επίθεσης εναντίον αστυνομικού στο αστυνομικό όχημα, ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον αστυφ.1960 στο στήθος, παρέχοντας έτσι ευκαιρία στον υπό σύλληψη αλλοδαπό να διαφύγει. Στη συνέχεια όμως είπε ότι στην προσπάθεια τους να συγκρατήσουν τον αλλοδαπό που βρισκόταν υπό σύλληψη, ο υπό σύλληψη αλλοδαπός διέφυγε και συνέχισε λέγοντας κατά λέξη «ο κατηγορούμενος είχαμε πέσει πάνω του ή έπεσε αυτός πάνω μας», διευκρινίζοντας στη συνέχεια ότι δεν εννοούσε ότι έπεσαν χάμω αλλά απλώς ότι «συγκρούσθηκαν». Οι πιο πάνω απαντήσεις του μάρτυρα δημιουργούν την απορία τι πραγματικά έγινε και για αυτό δεν μπορώ να αποδεχθώ το μέρος της μαρτυρίας του που σχετίζεται με τις ενέργειες του κατηγορούμενου. Και τούτο λαμβανομένου υπόψη ότι η κατάσταση που υπήρχε στην σκηνή που έγινε το επεισόδιο ήταν όπως είπε περίεργη, υπήρχε σύγχυση και υπήρχαν μαζεμένοι πολλοί αλλοδαποί. Οι απαντήσεις του αυτές δημιουργούν την απορία τι πραγματικά έγινε και εάν όλα προκλήθηκαν τυχαία λόγω του συγκεντρωμένου πλήθους και της σύγχυσης που επικρατούσε όπως ήταν και η εκδοχή του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος έσπρωξε πράγματι τον αστυφ.1960 στο στήθος, απλώς συγκρούσθηκαν, έπεσε ο κατηγορούμενος πάνω τους ή ακόμα οι ίδιοι έπεσαν πάνω του; Ο Μ.Κ.2 ήταν κατά την κρίσιμη ημερομηνία δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Λεμεσού που ήταν διοργανωτής της εκδήλωσης. Αυτός υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία και στην οποία περιέγραψε τα γεγονότα που επισυνέβησαν. Σε αυτήν αναφέρει ότι είδε κάποιον αλλοδαπό να σπρώχνει τον αστυφ.1960 και άλλον αλλοδαπό που ο αστυφύλακας προσπαθούσε να μεταφέρει σε αστυνομικό όχημα να τρέπεται σε φυγή. Ο αλλοδαπός που έσπρωξε τον αστυφύλακα συνελήφθη από τον αστυφύλακα, τοποθετήθηκε σε αστυνομικό όχημα και μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό. Από ότι πληροφορήθηκε ο αλλοδαπός που συνελήφθη γιατί έσπρωξε τον αστυφύλακα ονομάζεται Satam Al Abed. Ερωτώμενος ο μάρτυρας εάν βλέπει στο Δικαστήριο το άτομο που συνελήφθη και ονομάζεταιSatam Al Abed,απάντησε κατά λέξη «Θέλω να πω την αλήθεια. Έχει δύο χρόνια που είναι η υπόθεση τούτη, δεν είναι πράγματι ας πούμε να λέμε θυμάμαι 100% ότι είναι τούτος. Τις μέρες τούτες που έγινε η κατάθεση θυμόμουν τις φάτσες καλά αλλά μετά από 2 χρόνια και κάτι, δεν είναι εύκολο πράγμα να θυμάσαι». Αντεξεταζόμενος από τον κατηγορούμενο και ερωτώμενος εάν ο μάρτυρας τον είχε δει να σπρώχνει ή να επιτίθεται εναντίον του αστυνομικού, απάντησε ότι μετά από δύο χρόνια δεν μπορούσε να θυμηθεί. Παρακολουθώντας τον μάρτυρα, παρατηρώντας το ύφος και τη συμπεριφορά του είμαι πεπεισμένη ότι αυτός μαρτύρησε την αλήθεια και για αυτό αποδέχομαι τη μαρτυρία του, όχι όμως και την εξ' ακοής την οποία προσήγαγε σε σχέση με την ταυτότητα του κατηγορούμενου. Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32
(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία, δεν αποκλείεται πλέον γι' αυτό μόνο το λόγο. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα και να αποδεχθώ ότι το πρόσωπο που είδε να σπρώχνει τον αστυφύλακα είναι πράγματι ο κατηγορούμενος. Και αυτό για τον λόγο ότι δεν διευκρινίστηκε ο βαθμός της εξ' ακοής αυτής μαρτυρίας, από πού δηλαδή πληροφορήθηκε ότι το άτομο που είδε να σπρώχνει τον αστυφύλακα ονομαζόταν Satam Al Abed με αποτέλεσμα η αναφορά του αυτή να παραμείνει εντελώς γενική και αόριστη και να μην μπορεί να αξιολογηθεί με ορθό και αντικειμενικό τρόπο. Πέραν τούτου το μέρος αυτό της μαρτυρίας του δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό καθότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί και το ενδεχόμενο απλής συνωνυμίας. Ο Μ.Κ.3 επίσης αστυφύλακας, δεν ήταν παρών στην σκηνή του επεισοδίου αλλά απλώς ήταν το πρόσωπο που κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα της επίθεσης κατά αστυνομικού και συνδρομής σε απόδραση προσώπου που τελεί υπό νόμιμη κράτηση. Αυτός μαρτύρησε για τις ενέργειες που έκαμε χωρίς να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του, για αυτό και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Μ.Κ.4, ήταν ο αστυφύλακας που όπως ισχυρίσθηκε υπέστη επίθεση από τον κατηγορούμενο. Αυτός στο Τεκμήριο Δ, περιγράφει πως ενήργησε ο κατηγορούμενος ενόσω ο ίδιος προσπαθούσε να μεταφέρει στο αστυνομικό όχημα τον αλλοδαπό που είχε συλλάβει, λέγοντας κατά λέξη «τον άρπαξε από τα χέρια μου, αφού με έσπρωξε στο στήθος και τον βοήθησε να τραπεί σε φυγή βοηθούμενος από αριθμό αλλοδαπών που βρίσκονταν εκεί». Όμως κανένας άλλος από τους μάρτυρες που ήταν παρόντες στην σκηνή δεν περιέγραψε με τον ίδιο τρόπο τις ενέργειες του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.1 είπε μόνο ότι είδε τον κατηγορούμενο να σπρώχνει με τα χέρια του στο στήθος τον Μ.Κ.4, χωρίς όμως να αναφέρει και ότι τον άρπαξε από τα χέρια του αστυφύλακα. Δεν είπε επίσης ο Μ.Κ.1 ότι ο κατηγορούμενος βοήθησε τον άλλο αλλοδαπό να τραπεί σε φυγή βοηθούμενος μάλιστα από άλλα πρόσωπα, αλλά αντίθετα είπε ότι όταν ο κατηγορούμενος έσπρωξε με τα χέρια του τον Μ.Κ.4, τότε ο αλλοδαπός που βρισκόταν υπό σύλληψη «βρήκε την ευκαιρία και έφυγε τρέχοντας μέσα στο πλήθος». Τα ίδια με τον Μ.Κ.1 προέβαλε και ο Μ.Κ. 2. Περιγράφοντας ο Μ.Κ.4 ενόρκως τον τρόπο που ενήργησε ο κατηγορούμενος είπε κατά λέξη. «Ήταν υπό νόμιμη κράτηση και ήταν να γίνει μεταφορά στο αστυνομικό όχημα. Ο κατηγορούμενος τον τράβηξε με τα χέρια του από το σώμα, σπρώχνοντας με εμένα με σκοπό να με απωθήσει και ενώ τα κατάφερα, μετά μπήκε μπροστά από εμένα και του ατόμου που βρισκόταν υπό κράτηση, με σκοπό να με εμποδίσει να τον ακολουθήσω». Παρατηρούμε δηλαδή ότι εκτός των διαφορών που πιο πάνω επισημαίνονται μεταξύ της μαρτυρίας του και των Μ.Κ. 1 και 2, να αποδίδει στον κατηγορούμενο και άλλες ενέργειες που δεν τις περιλαμβάνει στην κατάθεση του. Για τους πιο πάνω λόγους δεν έχω πεισθεί ότι ο κατηγορούμενος έχει ενεργήσει με τον τρόπο που περιέγραψε και για αυτό το μέρος τούτο της μαρτυρίας του δεν γίνεται αποδεκτό. O κατηγορούμενος και όπως προαναφέρεται, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Η δήλωση αυτή έχει κάποια αξία, η οποία θα πρέπει να εξετασθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια, που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (βλ. Ονησιφόρουv. The Police
(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανόςv. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή κατάρριψη γεγονότων αλλά από το περιεχόμενο της μπορεί να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η ανώμοτη δήλωση (όπως και η σιωπή) σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Τhemistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Rebublic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). H ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (βλ. Μαυρικίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 80/06, ημερ. 4/7/2007). Στην προκείμενη περίπτωση και παρόλο που τίποτε θετικό δεν μπορεί να προκύψει από την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου, εν τούτοις με αυτήν εντείνονται οι αμφιβολίες που έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου ότι όσα συνέβησαν ήταν ως αποτέλεσμα της σύγχυσης που επικρατούσε στο χώρο λόγω του συγκεντρωμένου πλήθους, όπως ανάφερε και ο Μ.Κ.
- Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα.Την 1/1/2013, έξω από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού στην οδό Ανεξαρτησίας διεξαγόταν εκδήλωση για την έλευση του νέου χρόνου. Στο χώρο ήταν συγκεντρωμένος αρκετός κόσμος μεταξύ των οποίων άγνωστος αριθμός αλλοδαπών που βρίσκονταν σε κατάσταση μέθης και οι οποίοι παρενοχλούσαν τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους. Μεταξύ των παρευρισκομένων βρισκόταν και ο κατηγορούμενος. Σε κάποια στιγμή και όταν η αστυνομία μετέβη στο μέρος για να επιβάλει την τάξη, αφού η κατάσταση που υπήρχε στο μέρος ήταν περίεργη και υπήρχε σύγχυση. Ο Μ.Κ.4 ήταν ένας από τους αστυφύλακες που μετέβη στο μέρος για τον σκοπό αυτό. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ο Μ.Κ.4 συνέλαβε κάποιο αλλοδαπό ο οποίος βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και δημιουργούσε φασαρία. Κατά το χρόνο που ο Μ.Κ.4 προσπαθούσε να μεταφέρει αυτόν τον αλλοδαπό τον οποίο είχε συλλάβει ο κατηγορούμενος με κάποιο τρόπο ήλθε σε επαφή τον Μ.Κ.
- Όπως είναι νομολογημένο η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Θα προχωρήσω λοιπόν να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποσείσει το απαιτούμενο βάρος απόδειξης ξεκινώντας πρώτα από το αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης. Ότι ο παραπονούμενος είναι όργανο της τάξης το οποίο κατά την ώρα του επεισοδίου μετέβη στο μέρος κατά την δέουσα εκτέλεση των καθηκόντων του δεν έχει αμφισβητηθεί. Δεν αποδείχθηκε όμως οποιαδήποτε ενέργεια του κατηγορούμενου εναντίον του η οποία να συνιστά επίθεση αφού η οποιαδήποτε επαφή υπήρξε μεταξύ του κατηγορούμενου και του Μ.Κ.4 δεν αποδείχθηκε ότι έγινε με πρόθεση ή απερίσκεπτα και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να αποδοθεί σε τυχαίο γεγονός, λόγω της σύγχυσης που επικρατούσε στο χώρο. Και αυτό γιατί όπως είναι νομολογημένο επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που σκόπιμα ή απερίσκεπτα προκαλεί σε κάποιον άλλο την αντίληψη πως απειλείται με άμεση και παράνομη βία. Η έννοια της, περικλείει και την πραγματική ή σκοπούμενη χρήση βίας σε αυτόν χωρίς την συναίνεση του. Μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και χωρίς κάποιος να αγγιχθεί, όταν δε επέλθει ανεπιθύμητη σωματική επαφή, αυτή από μόνη της αρκεί, όσο ανεπαίσθητη και αν είναι η βία που εξασκήθηκε. Θα πρέπει όμως πρώτα να αποδειχθεί η διάπραξη της επίθεσης αυτής καθεαυτής (βλ. D.P.P. v. Rogers
(1953)2 AllE.R. 644). Θα πρέπει δηλαδή ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία εναντίον του παραπονούμενου με πρόθεση ή απερίσκεπτα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. (βλ. Archbold Pleading, Evidence & Practice, παρ. 19-166 μέχρι 19-167, Georgiou ν. The Police
(1961)C.L.R,Fairclough v. Whipp
(1951)2 All E.R. 834). Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας αφορά την παροχή συνδρομής στη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι παρείχε στον 2ο κατηγορούμενο συνδρομή για να διαπράξει ποινικό αδίκημα, δηλαδή απόδραση από νόμιμη κράτηση. Η απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος με πρόθεση ή απερίσκεπτα έσπρωξε τον Μ.Κ.4, σηματοδοτεί την αποτυχία της να αποδείξει όχι μόνο την 2η αλλά και την 1η κατηγορία, αφού η πρόθεση αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος το οποίο αποδεικνύεται εφόσον εξάγεται από τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, κάτι που δεν υπάρχει στην εξεταζόμενη περίπτωση. Με βάση όλα τα πιο πάνω και οι δύο κατηγορίες είναι καταδικασμένες σε απόρριψη. Συνακόλουθα τόσο η 1η όσο και η 2η κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου 1 απορρίπτονται και ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάττεται στις κατηγορίες αυτές. (Υπ.).......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο