← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σωτήρης Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 28850/13, 29/1/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σωτήρης Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 28850/13, 29/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B15 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 28850/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Σωτήρης Νικολάου Ημερομηνία: 29.1.2016 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Παστελλά με κ. Λ. Μάρκου. Για τον κατηγορούμενο: κα Ε. Ιωάννου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορίες λειτουργίας κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια του Διοικητικού Συμβουλίου του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 6

(1)και 18
(1)(β) του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου 29/85 (κατηγορία 1), λιανικής πώλησης οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια, κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(α) και 23 του περί Πωλήσεως Οινοπνευματωδών Ποτών Νόμου, Κεφ. 144 (κατηγορία 2) και χρήσης μεγαφώνων σε δημόσιο χώρο χωρίς άδεια, κατά παράβαση του άρθρου 187
(1)(α)
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 3.8.13, στην Λεμεσό:
  1. Λειτουργούσε κέντρο αναψυχής δηλ. το υποστατικό με την ονομασία «TOOL BOX», χωρίς άδεια του Διοικητικού Συμβουλίου του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού (κατηγορία 1).
  2. Πωλούσε λιανικώς οινοπνευματώδη ποτά, στον εν λόγω υποστατικό, χωρίς άδεια λιανικής πώλησης οινοπνευματωδών ποτών από την αρμόδια αρχή (κατηγορία 2).
  3. Χρησιμοποίησε μεγάφωνα σε δημόσιο χώρο, δηλ. στο πιο πάνω υποστατικό, χωρίς άδεια του Επάρχου Λεμεσού. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε στο Δικαστήριο ένας μάρτυρας. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου σε όλες τις κατηγορίες και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο, κατά τον επίδικο χρόνο, Αστ.145 Μιχάλης Αντωνίου, ο οποίος υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού. Ο μάρτυρας κατάθεσε ως τεκμήριο 1, αντίγραφο του ανακριτικού φακέλου της υπόθεσης και υιοθέτησε το περιεχόμενο του. Εκεί αναγράφεται ότι στις 3.8.13 και ώρα 02:30 κατήγγειλε τον κατηγορούμενο, ιδιοκτήτη του μουσικοχορευτικού κέντρου TOOL BOX, που βρίσκεται στην γωνιά των οδών Ανδρέα Δρουσιώτη και Ζήνωνος, ότι: Ι. Λειτουργεί το υποστατικό χωρίς άδεια, ΙΙ. Σερβίρει οινοπνευματώδη ποτά χωρίς άδεια, ΙΙΙ. Μετέδιδε ηχογραφημένη μουσική χωρίς άδεια. Τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε, του επίστησε την προσοχή στο Νόμο και απάντησε «Οι άδειες βρίσκονται στο Δημαρχείο». Τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί και του επίστησε την προσοχή στο Νόμο και απάντησε «Θα σου φέρω τις άδειες». Στις παρατηρήσεις του στο εν λόγω τεκμήριο γράφει περαιτέρω ότι κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι το πιο πάνω υποστατικό λειτουργούσε ως μουσικοχορευτικό. Υπήρχαν περί τα 15 πρόσωπα τα οποία κατανάλωναν διάφορα οινοπνευματώδη ποτά όπως βότκα, μπύρα, ουίσκι κλπ. Μεταδιδόταν ηχογραφημένη μουσική μέσω μεγαφώνων, τα οποία ήταν στερεωμένα σε διάφορα σημεία του υποστατικού, έξι στο σύνολο. Σε σχέση με την αναφορά του για τον «ιδιοκτήτη» του υποστατικού είπε ότι αυτό του το ανέφερε ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατά τον έλεγχο όταν ο μάρτυρας αναζήτησε τον υπεύθυνο ή τον ιδιοκτήτη. Περαιτέρω κατά την μαρτυρία του ανέφερε τα ακόλουθα: Πήγε στο υποστατικό με ακόμη ένα συνάδελφο του, έχοντας οδηγίες από τον προϊστάμενο τους να ελέγχουν τα υποστατικά της Λεμεσού εάν παρανομούν ή όχι. Εξήγησε ότι στο τεκμήριο 1 δεν αναφέρει ότι του είπε ο κατηγορούμενος ότι είναι ο ιδιοκτήτης επειδή το έγγραφο αυτό είναι στερεότυπο και συμπληρώνεται και διέγραψε στο συγκεκριμένο σημείο την λέξη «υπεύθυνος» και άφησε το «ιδιοκτήτης». Είπε επίσης ότι συμπλήρωσε το τεκμήριο 1 στις 2.9.13 δηλ. ένα περίπου μήνα μετά τον έλεγχο. Σε ερώτηση πως θυμόταν τα όσα κατέγραψε είπε ότι η συνήθης τακτική που ακολουθεί η Αστυνομία τόσο στους ελέγχους υποστατικών που έχουν άδειες όσο και σ' αυτά που δεν έχουν και καταγγέλλονται είναι, πριν το τέλος της βάρδιας, να καταχωρούνται στο ηλεκτρονικό σύστημα τα στοιχεία όλων και να παίρνουν αύξοντα αριθμό. Στην προκειμένη η υπόθεση έλαβε συγκεκριμένο αύξοντα αριθμό οπόταν ο μάρτυρας εντόπισε σε μεταγενέστερο στάδιο, στο ηλεκτρονικό σύστημα, με κάθε λεπτομέρεια την καταγγελία που είχε καταχωρήσει. Όταν μπήκε στον χώρο ο μάρτυρας, ο κατηγορούμενος στεκόταν εκεί αλλά δεν θυμάται τι ακριβώς έκανε. Πάντως δεν σέρβιρε ποτά. Όταν ρωτήθηκε τότε γιατί αναφέρει στο τεκμήριο 1 ότι ο κατηγορούμενος σέρβιρε ποτά είπε ότι είναι η γενική ονομασία της κατηγορίας. Στον χώρο δεν είναι σίγουρος εάν υπήρχε ταμειακή μηχανή. Σε σχέση με το εάν είδε οποιοδήποτε άτομο να πληρώνει ή να δίνει χρήματα εκεί είπε ότι είδε να παίρνουν ποτά από τον μπάρμαν, από το μπαρ. Όσον αφορά το συμπέρασμα του ότι ήταν οινοπνευματώδη ποτά που είδε να παίρνουν οι θαμώνες είπε ότι όσον αφορά τις μπύρες κρατούσαν μπουκάλια με μπύρα, τις γνωστές μπύρες που ξέρουμε όλοι. Ο ίδιος δεν ήπιε κάτι στο μέρος. Δεν κατάσχεσε οποιοδήποτε από τα εν λόγω ποτά για να γίνει ανάλυση ούτε πήρε οποιεσδήποτε ετικέτες. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν ήταν οινοπνευματώδη ποτά είπε ότι αναφέρει αυτό που είδε να αναγράφεται στα μπουκάλια. Είπε δε ότι το συγκεκριμένο υποστατικό λειτουργούσε ως μουσικοχορευτικό κέντρο και ότι αυτά υπάγονται στα κέντρα αναψυχής. Είδε άτομα να χορεύουν και να διασκεδάζουν. Όσον αφορά τα μεγάφωνα είδε 6 να είναι στερεωμένα σε διάφορα σημεία του υποστατικού και συγκεκριμένα στις γωνιές. Σε σχέση με το συμπέρασμα του ότι η μουσική που ακουγόταν προερχόταν από τα μεγάφωνα είπε ότι πήγε κοντά στα μεγάφωνα και άκουσε τη μουσική από αυτά. Είπε επίσης ότι αποκλείεται η μουσική να προερχόταν από οποιοδήποτε άλλο παράγοντα αφού το υποστατικό ήταν χώρος κλειστός και έτσι δεν υπήρχε η δυνατότητα να ακουγόταν μουσική σε αυτό το υποστατικό από κάποιο άλλο υποστατικό. Πέραν αυτού δεν έλεγξε τα μεγάφωνα. Τέλος σε υποβολή ότι το συγκεκριμένο υποστατικό κατά τον επίδικο χρόνο είχε άδεια λειτουργίας είπε ότι ο κατηγορούμενος δεν του έδειξε οποιαδήποτε από τις τρεις άδειες που του είχε ζητήσει αλλά του είπε «Οι άδειες είναι στο Δημαρχείο». Ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση ανέφερε τα ακόλουθα: «Την συγκεκριμένη ημέρα δεν εργαζόμουν στο μαγαζί. Απλά βρισκόμουν στο χώρο τη συγκεκριμένη ώρα που ήρθαν οι αστυνομικοί. Δεν πωλούνταν οινοπνευματώδη ποτά και επειδή ζήτησαν την ιδιοκτήτρια οι αστυνομικοί και η ιδιοκτήτρια απουσίαζε, παρουσιάστηκα εγώ στη θέση της γιατί έτυχε να ήμασταν φίλοι, ήμασταν κολλητοί. Ο αστυνομικός ζήτησε την ταυτότητα μου και τα στοιχεία μου. Του τα έδωσα. Ύστερα ζήτησε μου τις άδειες για το μαγαζί. Του είπα ότι δεν γνώριζα που ήταν, από ό,τι ήξερα ήταν στο Δημαρχείο και ότι θα ενημέρωνα την ιδιοκτήτρια να του τις πάρει και έτσι έγινε. Αποχώρησε ο αστυνομικός από τον τόπο. Μετά δεν ξέρω τι συνέβηκε και έλαβα κλήση από το Δικαστήριο να παρουσιαστώ. Επίσης η ημερομηνία που έχει πάνω στην αναφορά του ο αστυνομικός από ό,τι πρόσεξα είναι λάθος γιατί γράφει 3.8.13 και 3.8.13 η ώρα 2:30 είναι ξημερώματα Παρασκευής ενώ το μαγαζί δούλευε Παρασκευή και Σάββατο μόνο και αν ήταν η σωστή ώρα πάνω στην αναφορά ήταν να γράφει 4/8ου, ξημερώματα Σαββάτου». Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέγραψε με σαφήνεια όλα όσα είδε και διαπίστωσε κατά τον επίδικο χρόνο στο επίδικο υποστατικό καθώς και όσα του ανέφερε ο κατηγορούμενος εκεί. Απαντούσε δε στις ερωτήσεις που του έγιναν με αμεσότητα και ευθύτητα ενώ η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από συνέπεια και λογική και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Εξήγησε επίσης λογικά πως θυμόταν τα όσα διαπίστωσε κατά τον επίδικο χρόνο και τα κατέγραψε αργότερα στο τεκμήριο 1 καθώς και πως και γιατί συμπλήρωσε το εν λόγω έγγραφο με τον συγκεκριμένο τρόπο, κάτι που επιβεβαιώνεται από το ίδιο το έγγραφο. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Ο κατηγορούμενος, ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία, η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Αφού έλαβα λοιπόν υπόψη μου το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου, σε συνάρτηση με τη δοθείσα μαρτυρία του Μ.Κ.1, την οποία έχω κάνει δεκτή μετά από τη σχετική αξιολόγηση καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να δοθεί στη δήλωση αυτή, στο μέτρο που είναι αντίθετη με την τεθείσα μαρτυρία και αναφέρεται σε γεγονότα που δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου με άλλη μαρτυρία, οποιαδήποτε βαρύτητα. Νομική πτυχή Η κατηγορία 1 στηρίζεται στο άρθρο 18
(1)(β) του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου 29/
  1. Από την ανάγνωση του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι τα ακόλουθα:
  2. Ο κατηγορούμενος να λειτουργεί κέντρο, εν τη εννοία του Νόμου.
  3. Αυτό να γίνεται χωρίς να υπάρχει άδεια λειτουργίας. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 29/85: «κέντρον» σηµαίνει κατάστηµα— (α) λειτουργούν εντός των περιοχών των πόλεων, κωµοπόλεων, συµβουλίων βελτιώσεως και παραλιακών περιοχών˙ ή (β) λειτουργούν εκτός των ως άνω περιοχών και το οποίον το Διοικητικόν Συµβούλιον θέλει ορίσει ονοµαστικώς λόγω της µορφής των υπ' αυτού προσφεροµένων υπηρεσιών ή λόγω τοποθεσίας, συγκεντρώσεως ή κινήσεως πελατών, ταξιδιωτών, περιηγητών ή παραθεριστών, εν τω οποίω παρέχονται επί πληρωµή εστίασις, ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσµατα, ανεξαρτήτως του εάν εις το κατάστηµα προσφέρεται µουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραµµα:». Για να αποδειχθεί λοιπόν ότι ένα υποστατικό αποτελεί κέντρο εν τη εννοία του υπό αναφορά Νόμου, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι εκεί, όχι μόνο παρέχονταν τα πιο πάνω ή κάποια εξ αυτών, αλλά και ότι αυτά παρέχονταν επί πληρωμή. Μάλιστα αυτό ανεξάρτητα του εάν εκεί προσφέρεται µουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραµµα. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του ίδιου Νόμου, κάθε κέντρο, εξαιρουµένων των λειτουργούντων εντός αδειούχων ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, κατατάσσεται από το Διοικητικό Συμβούλιο, ανάλογα με την φύση των υπ' αυτού παρεχοµένων υπηρεσιών, σε μια ή περισσότερες κατηγορίες, ανάμεσα στις οποίες και αυτή των μουσικοχορευτικών. Για να εμπίπτει όμως στην εν λόγω κατηγορία θα πρέπει να αποτελεί «κέντρο» εν τη προαναφερόμενη εννοία και όχι απλά να προσφέρεται εκεί μουσική και χορός χωρίς δηλ. πληρωμή. Όσον αφορά την άδεια λειτουργίας, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, τέτοια είναι η άδεια που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 6 του Νόμου, το οποίο προβλέπει και τη σχετική διαδικασία έκδοσης τέτοιας άδειας. Επίσης στο άρθρο 6 αναφέρεται ότι η άδεια αυτή εκδίδεται από το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 2 είναι αυτό του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού. Στην υπόθεση Στυλιανού ν. Κ.Ο.Τ.
(1999)2 Α.Α.Δ. 47 αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 18
(1)(β) του Νόμου 29/85 «δεν συναρτά την ποινική ευθύνη του παραβάτη με την ιδιοκτησία του κέντρου, αλλά με τις πράξεις λειτουργίας του, έννοια συνυφασμένη με τη συμμετοχή στη λειτουργία του κέντρου» (βλ. επίσης Κ.Ο.Τ. ν. Χάρη Βασιλείου & Σια Λτδ κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 399). Έτσι επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση στην οποία η καταδίκη δεν είχε στηριχθεί στη σχέση του εφεσείοντα με την ιδιοκτήτρια του κέντρου εταιρεία αλλά στο γεγονός της λειτουργίας του κέντρου από τον ίδιο. Η κατηγορία 2 στηρίζεται στο άρθρο 3
(1)(α) σε συνδυασμό με το άρθρο 23 του περί Πώλησης Οινοπνευματωδών Ποτών Νόμου, Κεφ.
  1. Από την ανάγνωση των πιο πάνω άρθρων σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος στην παρούσα προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι τα ακόλουθα:
  2. Ο κατηγορούμενος να πωλεί λιανικώς οινοπνευματώδη ποτά,
  3. Αυτό να γίνεται σε υποστατικό ή τόπο,
  4. Αυτό να γίνεται χωρίς άδεια από την αρχή αδειών που μεταξύ άλλων περιλαμβάνεται και το Συμβούλιο του Δήμου εντός των ορίων του οποίου βρίσκεται το υποστατικό. Το ερμηνευτικό άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου ορίζει ότι:- «"οινοπνευματώδη ποτά" σημαίνει οινοπνεύματα και οινοπνευματούχα ποτά οποιασδήποτε περιγραφής τα οποία είναι κατάλληλα ή προτίθενται ή τα οποία μπορούν με οποιοδήποτε τρόπο να μετατραπούν προς χρήση ως ποτά και περιλαμβάνει οινοπνεύματα, οινοπνευματούχα ποτά, οίνους, ελαφρόν ξανθό ζύθο, ζύθο, ισχυρό μαύρο ζύθο, μελαψό ζύθο και μηλίτην οίνον αλλά δεν περιλαμβάνει μεθυλικά οινοπνεύματα·». Ως συνάγεται από την πολύ πρόσφατη υπόθεση Hossain v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 71/2015, ημερ. 17.12.15, το νομικό βάρος (legal burden) απόδειξης το έχει μέχρι τέλους η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όταν όμως αυτή αποσείσει το συγκεκριμένο βάρος, παρουσιάζοντας μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος πωλούσε λιανικώς οινοπνευματώδη ποτά τότε, μεταφέρεται στον κατηγορούμενο το μαρτυρικό βάρος (evidential burden) δηλ. έχει δικαίωμα να προσκομίσει μαρτυρία για να αποδείξει ότι ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν ευσταθούσε όπως για παράδειγμα ότι δεν πωλούσε τέτοια ποτά ή ότι τα ποτά που πωλούσε δεν ήταν οινοπνευματώδη. Το βάρος δε αυτό δεν αποσείεται μόνο με υποβολές κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας. Τέτοιες είναι μεν αναγκαίες ώστε να δοθεί η ευκαιρία στο μάρτυρα να απαντήσει και περαιτέρω να τεθεί η υπόθεση της άλλης πλευράς, αλλά χωρίς να ακολουθήσει αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές, οι υποβολές μένουν μετέωρες. Η κατηγορία 3 στηρίζεται στο άρθρο 187(α)(β)
(2)του Ποινικού Κώδικα. Από την ανάγνωση της εν λόγω διάταξης σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι τα ακόλουθα:
  1. Ο κατηγορούμενος να χρησιμοποιεί μεγάφωνο,
  2. Αυτό να γίνεται σε δημόσιο χώρο,
  3. Αυτό να γίνεται χωρίς άδεια που εκδίδεται από τον Έπαρχο ή από πρόσωπο που εξουσιοδοτεί ο Έπαρχος για αυτό. Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, όπου προβλέπονται τα ακόλουθα: «δημόσιος χώρος» ή «δημόσιο υποστατικό» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους, είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25 και Anthony Castelow and another v. The Police
(1970)2 C.L.R. 141 ερμηνεύθηκε ότι κέντρα αναψυχής αποτελούν δημόσιο χώρο ή υποστατικό. Όσον δε αφορά τις απαιτούμενες από το Νόμο άδειες για όλα τα επίδικα αδικήματα, θα πρέπει να λεχθεί ότι την ύπαρξη τους δεν οφείλει να την αποδείξει η κατηγορούσα αρχή αλλά εφόσον αποδειχθούν τα άλλα συστατικά στοιχεία, μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου το μαρτυρικό βάρος, να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε τέτοιες άδειες από τις αρμόδιες κατά Νόμο αρχές (βλ. Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 και το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 72). Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή στην παρούσα καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 3.8.13 και περί ώρα 02:30 ο Μ.Κ.1, στα πλαίσια ελέγχου υποστατικών της Λεμεσού, μετέβηκε με συνάδελφο του, στο υποστατικό με την ονομασία «ΤOOL BOX», το οποίο βρίσκεται στην γωνιά των οδών Ανδρέα Δρουσιώτη και Ζήνωνος, στην Λεμεσό. Στο υποστατικό ακουγόταν ηχογραφημένη μουσική, η οποία μεταδιδόταν μέσω 6 μεγαφώνων, τα οποία ήταν στερεωμένα σε διάφορα σημεία του υποστατικού και συγκεκριμένα στις γωνιές αυτού. Επίσης εκεί υπήρχαν 15 πρόσωπα τα οποία χόρευαν και κατανάλωναν οινοπνευματώδη ποτά όπως βότκα, μπύρα και ουίσκι. Κατά τον έλεγχο ο Μ.Κ.1 αναζήτησε τον υπεύθυνο ή τον ιδιοκτήτη του υποστατικού και ο κατηγορούμενος, ο οποίος στεκόταν εκεί του παρουσιάσθηκε ως ο ιδιοκτήτης. Ο κατηγορούμενος δεν σέρβιρε ποτά. Τα ποτά οι θαμώνες τα έπαιρναν από τον μπάρμαν, στο μπαρ που υπήρχε. Ο Μ.Κ.1 κατήγγειλε τον κατηγορούμενο ότι: Ι. Λειτουργεί το υποστατικό χωρίς άδεια, ΙΙ. Σερβίρει οινοπνευματώδη ποτά χωρίς άδεια και ότι ΙΙΙ. Μετέδιδε ηχογραφημένη μουσική χωρίς άδεια. Τον πληροφόρησε για τα αδικήματα, του επίστησε την προσοχή στο Νόμο και εκείνος απάντησε «Οι άδειες βρίσκονται στο Δημαρχείο» και «Θα σου φέρω τις άδειες». Συμπεράσματα Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι στο επίδικο υποστατικό κατά τον επίδικο χρόνο βρίσκονταν 15 άτομα τα οποία κατανάλωναν οινοπνευματώδη ποτά και χόρευαν, ακούγοντας μουσική μέσω μεγαφώνων καθώς και ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάσθηκε στον Μ.Κ.1 ως ιδιοκτήτης του υποστατικού. Από τα εκτεθέντα ανωτέρω στην νομική πτυχή, προκύπτει όσον αφορά την στοιχειοθέτηση των αδικημάτων των κατηγοριών 1 και 2, ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η προσφορά των οινοπνευματωδών ποτών γινόταν επί πληρωμή. Αυτό προς απόδειξη του ότι αποτελεί κέντρο εν τη εννοία του Νόμου 29/85 αλλά και της λιανικής πώλησης τέτοιων ποτών, ως απαιτούν οι σχετικές διατάξεις του Κεφ. 144. Η μόνη όμως σχετική επ' αυτού μαρτυρία είναι ότι τα οινοπνευματώδη ποτά, οι θαμώνες τα προμηθεύονταν από τον μπάρμαν, στο μπαρ που υπήρχε εκεί. Πέραν όμως αυτού καμία άλλη μαρτυρία τέθηκε, η οποία να μπορεί να οδηγήσει σε αναμφίβολο συμπέρασμα ότι αυτά πωλούνταν στους θαμώνες και ότι γινόταν οποιαδήποτε σχετική πληρωμή. Για να κατέληγε το Δικαστήριο σε κάτι τέτοιο, ουσιαστικά θα προέβαινε σε υπόθεση με βάση τα πιο πάνω γεγονότα. Είναι όμως γνωστό στο ποινικό μας σύστημα ότι η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή, η οποία θα πρέπει να προσκομίσει αποδεκτή και επαρκή μαρτυρία ώστε να αποδείξει εν έκαστο των συστατικών στοιχείων αυτής, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Δεν μου διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος όταν καταγγέλθηκε ανέφερε ότι οι άδειες είναι στο Δημαρχείο και ότι θα τις φέρει. Η αναφορά του όμως αυτή σε άδειες, δεν κρίνεται ως παραδοχή έστω με την έννοια ότι εφόσον τέτοιες άδειες ήταν αναγκαίες, το υποστατικό ήταν κέντρο εν τη εννοία του Νόμου 29/85 και εκεί γινόταν λιανική πώληση οινοπνευματωδών ποτών. Αυτό γιατί καταγγέλθηκε και απάντησε συγκεκριμένα στο ότι «λειτουργούσε υποστατικό χωρίς άδεια» (όχι κέντρο αναψυχής) και ότι «σέρβιρε οινοπνευματώδη ποτά χωρίς άδεια» (όχι ότι πωλούσε λιανικώς τέτοια ποτά). Ως εκ των άνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1 και 2. Όσον αφορά την κατηγορία 3 από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το εν λόγω υποστατικό αποτελούσε δημόσιο χώρο εφόσον επρόκειτο για υποστατικό στο οποίο είχε δικαίωμα εισόδου το κοινό (υπήρχαν 15 πρόσωπα τα οποία χόρευαν και κατανάλωναν οινοπνευματώδη ποτά). Το ότι ήταν δημόσιος χώρος προκύπτει και από το γεγονός της ελεύθερης πρόσβασης σε αυτό του Μ.Κ.1 και του συναδέλφου του, οι οποίοι φαίνεται ότι εισήλθαν εκεί ανεμπόδιστοι. Καμία άλλη μαρτυρία έχει τεθεί σχετικά που να δείχνει κάτι διαφορετικό. Περαιτέρω έχει αποδειχθεί αναμφίβολα ότι στο εν λόγω υποστατικό μεταδιδόταν μουσική μέσω μεγαφώνων. Όταν αναζητήθηκε από τον Μ.Κ.1 ο ιδιοκτήτης ή υπεύθυνος του υποστατικού, εμφανίσθηκε ως ιδιοκτήτης ο κατηγορούμενος, ο οποίος βρισκόταν στον χώρο. Όταν δε καταγγέλθηκε ότι μετέδιδε μουσική χωρίς άδεια απάντησε «Οι άδειες βρίσκονται στο Δημαρχείο» και «Θα σου φέρω τις άδειες». Η δε δήλωση του κατά τον επίδικο χρόνο ότι ήταν ιδιοκτήτης του υποστατικού συνιστά εξωδικαστική ομολογία. Αποτελεί καθιερωμένη αρχή πως μια εκούσια εξωδικαστική ομολογία μπορεί να εισαχθεί ως μαρτυρία προς απόδειξη των γεγονότων που περιέχονται σε αυτή. Είναι βεβαίως επιθυμητό να αναζητείται η εξακρίβωση της ορθότητας του περιεχομένου της προς αποκλεισμό πιθανότητας λάθους. Το περιεχόμενο της κρίνεται όχι μόνο με βάση την αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που ενισχύει ή καταρρίπτει την αλήθεια του περιεχομένου της. Η αποδεικτική αξία της ομολογίας έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166). Στην παρούσα ο κατηγορούμενος ομολόγησε από μόνος του στον αστυφύλακα Μ.Κ.1, όταν αυτός αναζήτησε τον υπεύθυνο ή τον ιδιοκτήτη του υποστατικού, ότι αυτός ήταν ο ιδιοκτήτης, χωρίς οποιονδήποτε ενδοιασμό και χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε άλλο που να αλλοιώνει την παραδοχή του αυτή. Δεν έχει δε δοθεί καμία δικαιολογία γιατί ο κατηγορούμενος να παραδεχθεί κάτι τέτοιο τόσο αυθόρμητα. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα όσα αντίθετα είπε στην ανώμοτη του δήλωση, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έγιναν δεκτά. Από τα πιο πάνω μπορεί λοιπόν να συναχθεί αβίαστα το συμπέρασμα ότι η ομολογία του ήταν αυθεντική και θεληματική. Τούτου δεδομένου σε συνδυασμό με το ότι και η υπόλοιπη μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή στην παρούσα, συνάδει με την εν λόγω ομολογία και δεν καταρρίπτει σε καμία περίπτωση την αλήθεια του περιεχομένου της κρίνω ότι είναι ασφαλές να στηριχθώ στην ομολογία αυτήν και να αποδεχθώ το αληθές της. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην το σύνολο της μαρτυρίας που έχω κάνει δεκτή, από την οποία φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος όχι μόνο εμφανίσθηκε ως ιδιοκτήτης του υποστατικού αλλά φαίνεται ότι γνώριζε θέματα ουσιώδη για τη λειτουργία του υποστατικού εφόσον όταν καταγγέλθηκε έδωσε συγκεκριμένη απάντηση για τις άδειες, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί ότι αυτός κατά τον επίδικο χρόνο ήταν υπεύθυνος για την κατοχή και χρήση του υποστατικού. Περαιτέρω εφόσον εκεί μεταδιδόταν μουσική μέσω μεγαφώνων, αβίαστα οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι αυτός χρησιμοποίησε τα μεγάφωνα, για μετάδοση μουσικής. Τέλος ο κατηγορούμενος δεν έχει αποσείσει το μαρτυρικό βάρος απόδειξης ότι υπήρχε άδεια για τον σκοπό αυτό, από τον Έπαρχο. Συνεπώς κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας 3. Εν κατακλείδι, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1 και 2 και κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 3. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Λειτουργία κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια - Λιανική πώληση οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια - Χρήση μεγαφώνων χωρίς άδεια) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.