← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ηλίας Πολυδώρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 22346/12, 29/1/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ηλίας Πολυδώρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 22346/12, 29/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B16 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22346/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και

  1. Ηλίας Πολυδώρου
  2. Μιχάλης Πολυδώρου Ημερομηνία: 29.1.
  3. Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Χ. Χ'Λοίζου. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορία επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος οι κατηγορούμενοι, στις 23.3.12 στην Λεμεσό, διέπραξαν επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον RAMI MAKRAM KAMEL SALEH, από την Αίγυπτο. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 5 μάρτυρες. Περαιτέρω δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και τα ακόλουθα: · Τα τεκμήρια 2 και 3 διακινήθηκαν ορθά χωρίς να διαρρηχθεί η αλυσίδα συνοχής διακίνησης του από την παραλαβή τους μέχρι σήμερα. · Το τεκμήριο 4Β είναι πιστή μετάφραση στα ελληνικά του τεκμηρίου 4Α. · Στις 27.3.12 και ώρα 10:00 ο Αστ.3423 Χ. Τσαγγάρη, του Αστ. Σταθµού Πολεµιδιών, συνέλαβε δυνάμει εντάλµατος τον κατηγορούμενο 2 και αφού του εξήγησε τον λόγο της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στον νόµο απάντησε «Εντάξει». Την ίδια ηµέρα και µεταξύ των ωρών 10:10-10:55 ο Αστ. 3423 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 (τεκμήριο 18). · Στις 27.3.12, µεταξύ των ωρών 21:40-21:50, ο Αστ.3621 Γεώργιος Χαραλάμπους, του Αστ. Σταθµού Πολεµιδιών, κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1, για το αδίκηµα της επίθεση µε πρόκληση πραγµατικής σωµατικής βλάβης και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόµο εκείνος απάντησε «Δεν παραδέχοµαι» (τεκμήριο 17). Την ίδια µέρα και µεταξύ των ωρών 21:55-22:10 ο Αστ.3621 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 2 για το ίδιο αδίκημα και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόµο εκείνος του απάντησε «Δεν παραδέχοµαι» (τεκμήριο 16). · Στις 23.3.12 ο Α/Αστ.1322 Πέτρος Γεωργιάδης, με τη βοήθεια του διερμηνέα Nasser Saleh, ο οποίος μετάφραζε από την αραβική γλώσσα στην ελληνική και αντίστροφα, έλαβε την κατάθεση του παραπονούμενου τεκμήριο 4A, την οποία ο παραπονούμενος, στο τέλος, ως ορθή την υπέγραψε στην παρουσία των εν λόγω προσώπων. · Στις 27.3.12 ο Λοχ.2059 Κυριάκος Κυριάκου, με τη βοήθεια του διερμηνέα Nasser Saleh, ο οποίος μετάφραζε από την αραβική γλώσσα στην ελληνική και αντίστροφα, έλαβε την κατάθεση του παραπονούμενου τεκμήριο 5A, την οποία ο παραπονούμενος, στο τέλος, ως ορθή την υπέγραψε στην παρουσία των εν λόγω προσώπων. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο μεν κατηγορούμενος 1 κατέθεσε ενόρκως ενώ ο κατηγορούμενος 2 προέβη σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσαν οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης, Α/Αστ.1322 Πέτρος Γεωργιάδης, του Αστ. Σταθμού Πολεμιδιών, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 23.3.12, μετά που του τηλεφώνησε ο Αστ.3023 Κ. Κωνσταντίνου, ο μάρτυρας μετέβηκε στην σκηνή του επίδικου επεισοδίου. Εκεί βρισκόταν μόνο ο Αστ.3023, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι έγινε κάποιο επεισόδιο και ότι κάποιος πήγε στο Νοσοκομείο. Περί 15:30 ο Αστ.3023 του παρέδωσε ένα σιδερολοστό (τεκμήριο 2), τον οποίο στην συνέχεια φύλαξε στην αποθήκη στου Σταθµού. Στις 27.3.12, στον Αστ. Σταθµό Πολεµιδιών, ο Γιάννος Παµπακάς, ο οποίος ήταν μάρτυρας του επίδικου επεισοδίου, παρέδωσε στον μάρτυρα ένα κόπτη, χαρτιού και γυαλιών με αιχμηρό αντικείμενο, χρώµατος πορτοκαλί (τεκμήριο 3), τον οποίο βρήκε στην σκηνή, το πήρε µαζί του και το φύλαξε. Ως εξεταστής της υπόθεσης είδε το μαρτυρικό υλικό που συλλέγηκε. Δεν ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να του πάρει DNA, ούτε δακτυλικά αποτυπώματα σε σχέση με το τεκμήριο
  1. Τέτοια δεν έλαβε ούτε από τον παραπονούμενο. Στην κατάθεση που ο μάρτυρας έλαβε από τον Πανίκο Χρίστου, εκείνος ανέφερε ότι είδε τον παραπονούμενο να κρατά στο ένα χέρι το τεκμήριο 2 και στο άλλο το τεκμήριο
  2. Υπήρξε και άλλη υπόθεση, όπου ο παραπονούμενος ήταν κατηγορούμενος και ο κατηγορούμενος 1 παραπονούμενος. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο παραπονούμενος Rami Makram Kamel Saleh, ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τις δύο καταθέσεις του (τεκμήριο 4Α-4Β ημερ. 23.3.12 και τεκμήριο 5Α-5Β ημερ. 27.3.12 ) όπου ανέφερε βασικά τα ακόλουθα: Στην πρώτη του κατάθεση ότι: Κατάγεται από την Αίγυπτο και ήλθε στην Κύπρο περί το
  3. Στις 23.3.12 γύρω στις 14:45 οδηγούσε το αυτοκίνητο του βόρεια της οδού Μίλτωνος, έχοντας μαζί του τον εξάχρονο γιο του. Σταμάτησε στο αλτ και εκεί, στα αριστερά του, σταμάτησε ένα μονοκάμπινο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΜΤ441, για να πάει δεξιά όπως θα πήγαινε και αυτός. Μετά ο παραπονούμενος έστριψε δεξιά και το άλλο αυτοκίνητο πήγε και του έκοψε τον δρόμο. Ο παραπονούμενος του έκανε παρατήρηση και εκείνος άρχισε να του φωνάζει λέγοντας του «Φύε καραγκιόζη». Ο παραπονούμενος εκνευρίστηκε και άρχισε και αυτός να φωνάζει στον άλλο οδηγό. Στην συνέχεια σταμάτησαν αριστερά του δρόμου. Ο παραπονούμενος είδε την γυναίκα συνοδηγό του άλλου αυτοκινήτου να μιλά στο κινητό της τηλέφωνο. Μετά από ένα-δυο λεπτά έφτασε εκεί ένα άλλο άσπρο αυτοκίνητο HONDA CIVIC και κατέβηκαν δυο άνδρες. Ο ένας από αυτούς με τον οδηγό του μονοκάμπινου επιτέθηκαν στον παραπονούμενο ενώ αυτός βρισκόταν έξω από το αυτοκίνητο και άρχισαν να τον χτυπούν στο κεφάλι και στο σώμα. Ο οδηγός του μονοκάμπινου τον χτυπούσε με ένα σίδερο και ο άλλος με τα χέρια του. Ο παραπονούμενος έπεσε στο έδαφος και μετά ξανασηκώθηκε και ενώ ήταν όρθιος του επιτέθηκε ο άνδρας που ήλθε με το HONDA CIVIC και του άρχισε γροθιές με αποτέλεσμα να ξαναπέσει στο έδαφος. Κάποιος από τα πρόσωπα που μαζεύτηκαν εκεί, ο οποίος έχει πλυντήριο αυτοκινήτων εκεί κοντά, φώναξε στους άνδρες που τον έδερναν να σταματήσουν και να φύγουν όπως και έκαναν. Μετά ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στην Αστυνομία και ζήτησε βοήθεια. Εκεί έφτασε περιπολικό της Αστυνομίας και μετά ασθενοφόρο, το οποίο τον μετέφερε στις Α΄ Βοήθειες στο Νοσοκομείο. Στην δεύτερη του κατάθεση ότι: Στις 27.3.12 και μεταξύ των ωρών 14:40 - 16:15 στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό, είδε δυο πρόσωπα που του έδειξε η Αστυνομία στην παρουσία του διερμηνέα Νάσερ Σάλεχ, τα οποία αναγνώρισε αμέσως. Συγκεκριμένα ο πρώτος που είδε και ανάφερε ότι ονομάζεται Ηλίας Πολυδώρου (κατηγορούμενος 1), ο οποίος είχε κότσο, ήταν αυτός που οδηγούσε το προαναφερόμενο μονοκάμπινο με τον οποίο συζήτησε αρχικά στον δρόμο. Ο άλλος που είδε στη συνέχεια και ανέφερε ότι ονομάζεται Μιχάλης Πολυδώρου (κατηγορούμενος 2) ήταν αυτός με το άσπρο HONDA CIVIC, που πήγε αμέσως μετά και όταν ο κατηγορούμενος 1 τον χτυπούσε. Ο κατηγορούμενος 2 μετέβηκε εκεί με ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο όμως δεν έλαβε μέρος στο επεισόδιο αλλά έμεινε πίσω. Ο κατηγορούμενος 2 του έδωσε μια γροθιά στο πρόσωπο ενώ ο κατηγορούμενος 1 τον χτύπησε με το σίδερο και με γροθιές. Δεν είδε με τι τον χτύπησε. Απλά όταν πήγε η Αστυνομία ενώ ήταν χτυπημένος τους έδειξε ένα σίδερο και τους είπε ότι μπορεί το σίδερο εκείνο να ήταν με αυτό που τον χτύπησε. Το εν λόγω σίδερο που ήταν χρώματος μπλε με πορτοκαλιά λαβή (τεκμήριο 2), όταν του υποδείχθηκε από την Αστυνομία κατά την λήψη της κατάθεσης του, ανέφερε ότι δεν το είχε ξαναδεί. Το πλαστικό το οποίο γράφει ΤΟΥΟΤΑ χρώματος κόκκινου το οποίο έχει μια λεπίδα στην μια άκρη και μικρή μύτη στην άλλη άκρη (τεκμήριο 3), το οποίο του υποδείχθηκε από την Αστυνομία, είναι δικό του και το είχε μέσα στο αυτοκίνητο κάτω από το κάθισμα του οδηγού. Η χρήση του είναι για να κόβεις την ζώνη του αυτοκινήτου και να σπάζεις το γυαλί αν πάθει κάτι το αυτοκίνητο και το είχε από άλλο αυτοκίνητο. Όταν ο άλλος τον χτύπησε αρχικά, ο παραπονούμενος έτρεξε και πήρε αυτό από το αυτοκίνητο του για να αμυνθεί αφού τον χτυπούσε και με την σωλήνα. Καθώς ο παραπονούμενος κρατούσε το εν λόγω αντικείμενο, πριν προλάβει να κάνει κίνηση εναντίον του άλλου, εκείνος τον ξαναχτύπησε και έπεσε κάτω. Παρέμεινε στο Νοσοκομείο Λεμεσού, από όπου εξήλθε στις 26.3.
  4. Περαιτέρω στη κυρίως εξέταση του, πέραν από την περιγραφή του επεισοδίου, είπε ότι συνεπεία των τραυμάτων που υπέστη παρέμεινε στο Νοσοκομείο 4 ημέρες. Κατέθεσε δε ως τεκμήριο 8 σχετική ιατρική έκθεση. Επίσης κατέθεσε ως τεκμήριο 9 αντίγραφο εγγράφου με τίτλο «Έκθεση Νοσηλείας Ασθενούς», το οποίο ως ανέφερε παρέλαβε την ημέρα της απόλυσης του από το Νοσοκομείο. Περαιτέρω, ως τεκμήριο 10 κατέθεσε σετ αποτελούμενο από 6 φωτογραφίες που δείχνουν τα τραύματα του, τις οποίες ο ίδιος έλαβε στις 25.3.12 όταν ήταν στο Νοσοκομείο και εκτύπωσε στο σπίτι του. Όσον δε αφορά τα τραύματα που υπέστη είπε ότι είχε τραύμα στη μύτη και του έγιναν ραφές κάτω από το αριστερό μάτι, εντός και εκτός του αριστερού αυτιού και είχε χτύπημα με το σίδερο στο αριστερό πόδι. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Λοχ.2059 Κυριάκος Κυριάκου, του Αστ. Σταθμού Πολεμιδιών, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 27.3.12 και ώρα 11:30, στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό, συνέλαβε δυνάμει εντάλματος τον κατηγορούμενο 1, σε σχέση με την παρούσα και αφού του εξήγησε τον λόγο της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο απάντησε «Ίντα που να πω». Την ίδια ηµέρα και μεταξύ των ωρών 12:00-12:50 ο μάρτυρας πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 (τεκμήριο 12). Ακολούθως την ίδια ημέρα πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 1, για να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη, επεξηγώντας του ότι θα διεξαχθεί µε δίκαιο τρόπο και ότι είναι προς το συμφέρον του να το πράξει. Εκείνος αρνήθηκε να λάβει μέρος σε τέτοια παράταξη, αναφέροντας ότι αυτός που θέλει να τον δει να τον δει. Για τον σκοπό αυτό υπέγραψε σχετική συγκατάθεση, αφού πληροφορήθηκε ότι τυχόν αναγνώριση του δυνατό να χρησιμοποιηθεί εναντίον του στο Δικαστήριο. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 14:40 και 14:57, στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεµεσού, ο παραπονούμενος, µε τη βοήθεια διερμηνέα, είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 1, ως το πρόσωπο που τον χτύπησε και αφού ο μάρτυρας επέστησε στον κατηγορούμενο 1 την προσοχή στον νόμο εκείνος απάντησε «Εν έχω να πω τίποτε» (Για τα πιο πάνω βλέπε τεκμήριο 7). Την ίδια ημέρα ο μάρτυρας πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 2, για να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη, επεξηγώντας του ότι θα διεξαχθεί µε δίκαιο τρόπο και ότι είναι προς το συμφέρον του να το πράξει. Εκείνος αρνήθηκε να λάβει μέρος σε τέτοια παράταξη, αναφέροντας ότι αυτός που θέλει να τον δει να τον δει. Για τον σκοπό αυτό υπέγραψε σχετική συγκατάθεση, αφού πληροφορήθηκε ότι τυχόν αναγνώριση του δυνατό να χρησιμοποιηθεί εναντίον του στο Δικαστήριο. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 16:00 και 16:12, στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεµεσού, ο παραπονούμενος, µε τη βοήθεια διερμηνέα, είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 2, ως το πρόσωπο που τον χτύπησε και αφού ο μάρτυρας επέστησε στον κατηγορούμενο 2 την προσοχή στον νόμο εκείνος απάντησε «Εκτύπησασε εγώ;» (Για τα πιο πάνω βλέπε τεκμήριο 6). Και οι δύο κατηγορούμενοι πήγαν οι ίδιοι στην Αστυνομία. Δεν ζήτησε ούτε από τον κατηγορούμενο 1, ούτε από τον παραπονούμενο να δώσουν DNA ή δακτυλικά αποτυπώματα σε σχέση με τα τεκμήρια 2 και
  5. Ούτε έγιναν τέτοιες εξετάσεις στα εν λόγω τεκμήρια. Κατά την λήψη της κατάθεσης του παραπονούμενου (τεκμήριο 5Α και 5Β) καταγραφόταν ότι έλεγε εκείνος μέσω του διερμηνέα. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Αστ.3023 Κώστας Κωνσταντίνου, του Αστ. Σταθμού Αγ. Ιωάννη, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Στις 23.3.12 και περί ώρα 15:00, κατόπιν μηνύματος του Αξιωµατικού Υπηρεσίας, ότι στην οδό Ευγενίου Βουλγάρεως υπάρχει συµπλοκή, μετέβηκε πρώτος στο μέρος όπου εντόπισε ένα αλλοδαπό (τον παραπονούμενο) να είναι πεσµένος στο έδαφος και µε ματωμένο πρόσωπο. Όπως του ανάφερε ο παραπονούμενος, τον χτύπησαν δύο πρόσωπα άγνωστα του µε σιδερολοστό και έφυγαν µε το αυτοκίνητο µε αρ. εγγραφής ΚΜΤ
  6. Ο παραπονούμενος του υπέδειξε τον σιδερολοστό σε απόσταση 3 µέτρα από το σηµείο που ήταν πεσµένος στο έδαφος, τον οποίο ο μάρτυρας παρέλαβε (τεκμήριο 2). Ο παραπονούμενος εκεί δεν του παρέδωσε οτιδήποτε άλλο. Στο µέρος έφτασε το ασθενοφόρο, το οποίο παρέλαβε τον παραπονούμενο. Ο μάρτυρας στη συνέχεια παρέδωσε το τεκμήριο 2 στον Α/Αστ.1322 για την συνέχιση των εξετάσεων. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε η Δρ. Ελένη Θωμά, η οποία στις 23.3.12 εργαζόταν στις Α΄ Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Σύμφωνα με την αυτήν: Στις 23.3.12 η ώρα 15:31 εξέτασε στο Τ.Ε.Π.Α. Λεμεσού, τον παραπονούμενο, ο οποίος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο. Αυτός ανέφερε ότι χτυπήθηκε από άλλα πρόσωπα. Παραπονείτο για πονοκέφαλο, ζάλη, αυχεναλγία, άλγος αριστερού ώμου αριστερού μηριαίου. Κατά την εξέταση επικοινωνούσε πλήρως (δηλ. μπορούσε να μιλήσει και αντιλαμβανόταν πλήρως ότι του έλεγε η μάρτυρας) με κλίμακα Γλασκώβης 15/
  7. Οι πνεύμονες κατά φύση και κοιλιά μαλακή, ανώδυνη κατά την ψηλάφηση. Παρουσίαζε θλαστικό τραύμα (δηλ. κόψιμο στο δέρμα) στο κάτω μέρος του αριστερού οφθαλμικού κόγχου, διατητραίνον τραύμα (που δημιουργεί τρύπα, δηλ. μπαίνει από την μια και βγαίνει από την άλλη) στο πτερύγιο (δηλ. το κάτω μέρος) του αριστερού αυτιού, μώλωπα στο αριστερό μηριαίο και οίδημα αριστερού ζυγωματικού. Του έγινε ακτινολογικός έλεγχος κρανίου, αυχένα, θώρακος, λεκάνης, αριστερού μηριαίου ζυγωματικού και άνω γνάθου, χωρίς εμφανής κάταγμα. Κλήθηκε ο επί καθήκοντι ειδικός χειρουργός, ο οποίος αφού εξέτασε τον ασθενή έκρινε ότι απαιτείτο η εισαγωγή του στον χειρουργικό θάλαμο όπως και έγινε. Η διάγνωση για τον παραπονούμενο ήταν «Κρανιοεγκεφαλική κάκωση» δηλ. κάκωση κεφαλής και συνεπεία αυτής διάσειση. Η μάρτυρας δεν χορήγησε οποιαδήποτε φάρμακα ή θεραπεία στον παραπονούμενο. Όπως όλοι οι ιατροί μπορεί να χορηγήσει παυσίπονα και αναλγητικά σε ένα ασθενή και γνωρίζει τις παρενέργειες αυτών. Δεν μπορεί να πει εάν 500 ml παρακεταμόλης (1 χάπι Panadol) που είναι μικρή δόση παυσίπονου και 500 ml Kefflex που είναι αντιβιοτικό, το οποίο χορηγείται για φλεγμονές και για πρόληψη μολύνσεων, αλλοιώνουν την διαύγεια ενός ασθενούς. Δεν μπορεί να πει πως και πότε προκλήθηκαν τα τραύματα στον παραπονούμενο. Η εκδοχή του κατηγορούμενου 1 ήταν η ακόλουθη: Την Παρασκευή, 23.3.12, γύρω στις 14:45, ξεκίνησε να πάει στην δουλειά του στην Λάρνακα, με το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΜΤ441, τύπου βαν με κάσια. Ήταν μαζί με την γυναίκα του. Έφτασε στο αλτ της οδού Μίλτωνος με την οδό Πάφου και θα έστριβε από την «Μάνγκο» να πάει βόρεια για να βγει στον υπεραστικό. Καθώς περίμενε στο αλτ, ήλθε ένα άλλο αυτοκίνητο και σταμάτησε στα δεξιά του, ακριβώς δίπλα του. Ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να μπει και μπήκε και ο άλλος μαζί, έστριψαν δεξιά και μαζί μπήκαν στην οδό Πάφου. Μόλις έστριψαν ο κατηγορούμενος σταμάτησε για να μην τουμπάρουν, εφόσον ο άλλος κόντεψε τελείως στο δικό του αυτοκίνητο. Αυτό έγινε προτού ο κατηγορούμενος στρίψει να πάει αριστερά. Κατάλαβε ότι θα πήγαινε και ο άλλος βόρεια. Ο άλλος, όπως ήταν ανοικτό το παράθυρο του συνοδηγού, άρχισε να βρίζει με τις φράσεις «Που πάεις ρε καραγκιόζη, γαμώ την ράτσα σου». Ο κατηγορούμενος κατάλαβε ότι μπορεί να είναι ξένος αφού άρχισε να μιλά σε άλλη γλώσσα και να φωνάζει. Επειδή στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του άλλου καθόταν ένα παιδί, ο κατηγορούμενος του είπε «Πιάστο αυτοκίνητο τζιε φύε τζιε έσιης τζιε μωρό μέσα στο αυτοκίνητο». Εκείνος συνέχισε να βρίζει τον κατηγορούμενο στα ελληνικά και του είπε «Ρε εγώ γαμώ την μάνα σου». Ο κατηγορούμενος θύμωσε πάρα πολύ αλλά επειδή ήταν και το παιδί του είπε «Πιάστο αυτοκίνητο τζιε φύε γιατί είπες πολλά». Τότε εκείνος του είπε «Περίμενε να πάρω το μωρό σπίτι γαμώ την μάνα σου τζιε να έρτω να σε κάμω άχρηστο τζιε να σε παίξω». Ο κατηγορούμενος ήθελε να φύγει αλλά ο άλλος έβαλε το αυτοκίνητο με τέτοιο τρόπο που δεν μπορούσε. Ο άλλος κατέβηκε κάτω και κρατούσε ένα κόκκινο αντικείμενο στο δεξί του χέρι, το οποίο είχε λεπίδα μέσα (τεκμήριο 3) και έπιασε και μια σωλήνα (τεκμήριο 2) από το αυτοκίνητο του με το αριστερό του χέρι. Αφού φοβήθηκε ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και ο άλλος πήγε προς το μέρος του και του γύρισε την σωλήνα. Ο κατηγορούμενος την απέφυγε αλλά η σωλήνα χτύπησε στο αυτοκίνητο του και επέστρεψε χτυπώντας τον άλλο στον κεφάλι ενώ στο αυτοκίνητο δεν προξενήθηκε ζημιά αφού ήταν κάτω στην γωνιά της κάσιας. Η σωλήνα έπεσε του άλλου κάτω και ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε να φύγει αλλά εκείνος του χίμηξε ξανά με το κόκκινο το αντικείμενο. Πιάστηκαν στα χέρια δηλ. αλληλοσπρώχθηκαν, έπεσαν πάνω στο αυτοκίνητο και κάτω, τον κρατούσε εκεί ο κατηγορούμενος και πήγε κόσμος και τους χώρισε. Από τον άλλο έτρεχαν αίματα από το κεφάλι από το χτύπημα με την σωλήνα. Ο κατηγορούμενος δεν θυμάται να πήγε ο γιός του στο μέρος, ούτε τηλεφώνησε κάποιου να πάει. Κανένας άλλος δεν ενεπλάκη στον καβγά. Ο άλλος έλεγε να φέρει Αστυνομία αλλά ο δρόμος ήταν κομμένος και όλοι φώναζαν να φύγουν τα αυτοκίνητα. Έτσι ο κατηγορούμενος επειδή ήξερε ότι δεν έφταιγε, πήρε το αυτοκίνητο του και έφυγε για να τελειώνει και το κακό. Ο γιος του ο Μιχάλης του είπε ότι είδαν περιπολικό της αστυνομίας έξω που το σπίτι του και επειδή κατάλαβε ο κατηγορούμενος ότι πρέπει να είναι για αυτή την υπόθεση, ρώτησε την αστυνομία και είπε του ότι εξετάζουν υπόθεση και έτσι πήγε να δώσει την κατάθεση. Δεν είχε καμιά πρόθεση να κρύψει οτιδήποτε αλλά δεν έφταιγε και δεν το πήρε σοβαρά. Το ΗΟΝDA CIVIC άσπρου χρώματος του είναι του γιου του Μιχάλη. Τέλος ο κατηγορούμενος 2 ανώμοτα, δήλωσε απλά ότι είναι αθώος. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Τόσο ο Μ.Κ.1 όσο και οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 ανέφεραν όλες τις ενέργειες που έκαναν στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και όλα όσα γνώριζαν για αυτήν, χωρίς η μαρτυρία τους ουσιαστικά να αμφισβητηθεί. Ως εκ των άνω η μαρτυρία αυτών γίνεται δεκτή. Καλή εντύπωση μου έκανε και η Μ.Κ.5, η οποία εξήγησε με απλότητα τα όσα διαπίστωσε κατά την εξέταση του παραπονούμενου, χωρίς να αμφισβητηθούν ούτε τα προσόντα της, ούτε τα ευρήματα και η διάγνωση της. Συνεπώς και αυτής η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Ο Μ.Κ.2, παραπονούμενος θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο να προσαρμόσει την εκδοχή του ώστε να πείσει για αυτήν. Έτσι όσον αφορά το επίδικο επεισόδιο, στην κυρίως εξέταση του δεν περιορίσθηκε στην υιοθέτηση των δύο καταθέσεων του αλλά το περιέγραψε εκ νέου ως ακολούθως: Εκεί στην φρουταρία «MANGO» σταμάτησαν αριστερά γιατί ο κατηγορούμενος 1 του έκλεισε τον δρόμο και δεν μπορούσε να περάσει. Ο μάρτυρας του είπε ότι ήταν δικός του ο δρόμος και ότι έπρεπε να του δώσει προτεραιότητα. Ο κατηγορούμενος του είπε «Φύγε απ' εδώ ρε καραγκιόζη». Ο μάρτυρας του είπε ότι κάνει λάθος που βρίζει, έχει παιδί μέσα στο αυτοκίνητο και είναι ντροπή να βρίζει μπροστά του. Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1 του είπε «Φύγε, φύγε». Καθώς ο μάρτυρας μετακινούσε το αυτοκίνητο του τον άκουσε να τον αποκαλεί καραγκιόζη. Ο κατηγορούμενος 1 του έκλεισε ξανά τον δρόμο και τον ρώτησε εάν είπε κάτι. Ο μάρτυρας του είπε να τον αφήσει να φύγει γιατί είχε το παιδί στο αυτοκίνητο και εκείνος επέμενε να του πει τι έλεγε. Τότε ο μάρτυρας του είπε «Εσύ με είπες καραγκιόζη». Αυτά έγιναν ενώ ήταν και οι δύο ακόμη μέσα στα αυτοκίνητα. Ο κατηγορούμενος 1 άρχισε να τον βρίζει με πολύ άσχημες βρισιές και τον έφτυσε. Ο μάρτυρας του είπε ότι είναι βρώμικος άνθρωπος και κάνει κάτι τέτοιο μπροστά σε ένα μικρό παιδί. Ο κατηγορούμενος 1 άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του και κατέβηκε και κατέβηκε και ο μάρτυρας από το αυτοκίνητο του και στάθηκε μπροστά στον κατηγορούμενο
  8. Ο κατηγορούμενος 1 του είπε «Εγώ είμαι βρώμικος;» και μετά γύρισε την πλάτη του και είπε στην κυρία που καθόταν μαζί του στο αυτοκίνητο να τηλεφωνήσει κάποιου, του οποίου ο μάρτυρας δεν άκουσε το όνομα. Μετά ο κατηγορούμενος άρπαξε κάτι από το αυτοκίνητο, γύρισε απότομα και χτύπησε με αυτό τον μάρτυρα στο κεφάλι και στα πόδια. Ο μάρτυρας δεν είδε τι ήταν αυτό που κρατούσε ο κατηγορούμενος
  9. Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1 τον χτύπησε με αρκετές γροθιές με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος. Όταν σηκώθηκε από το έδαφος άκουσε το παιδί του να φωνάζει και να λέει «Μπαμπά, μπαμπά». Είδε ότι κάποιος κρατούσε το παιδί, του ζήτησε να του τον δώσει και του είπε «Είσαι χτυπημένος, τηλεφώνα της γυναίκας σου να έρθει να το πάρει». Αυτός επέμενε και πήρε το παιδί του, άνοιξε την πισινή πόρτα του αυτοκινήτου για να το βάλει μέσα και ξαφνικά είδε ένα αυτοκίνητο μάρκας HONDA CIVIC άσπρο από το οποίο κατέβηκαν 2 πρόσωπα, εκ των οποίων το ένα στάθηκε εκεί και το άλλο έτρεξε προς το μέρος του. Έβαλε το παιδί στο αυτοκίνητο και πήρε το τεκμήριο 3 και ο κατηγορούμενος 2 του επιτέθηκε χτυπώντας τον με γροθιά, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και το τεκμήριο 3 να του πέσει από τα χέρια. Εκείνη την ώρα ο κατηγορούμενος 1 στεκόταν εκεί στο αυτοκίνητο του και δεν μετακινήθηκε. Ο μάρτυρας άρχισε να ζητά βοήθεια από τους παρευρισκόμενους να επικοινωνήσουν με την Αστυνομία, αλλά κατάλαβε ότι ο κόσμος απλά τους έδιωχνε. Είδε τότε ένα άτομο, το οποίο έχει πλυντήριο αυτοκινήτων απέναντι από το σπίτι του, να στέκεται δίπλα στον κατηγορούμενο 1 και να του λέει «Μπες στο αυτοκίνητο σου και φύγε». Ο μάρτυρας πήρε τα νούμερα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 και επικοινώνησε με την Αστυνομία, η οποία έφτασε στο μέρος, τον βοήθησαν και επικοινώνησαν με ασθενοφόρο, το οποίο τον μετέφερε στο Νοσοκομείο. Από μια απλή σύγκριση όμως είναι εμφανές ότι αρκετά από τα πιο πάνω δεν τα ανέφερε στις καταθέσεις του. Αυτό από μόνο του σίγουρα δεν καταδεικνύει ούτε εκ των υστέρων σκέψεις του ούτε και ότι δεν ήταν ειλικρινής. Ο ίδιος όταν ρωτήθηκε σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης του, γιατί αρκετά από τα όσα είπε στο Δικαστήριο δεν τα ανέφερε στις καταθέσεις του, υποστήριξε ουσιαστικά ότι δεν τα ανέφερε γιατί στην Αστυνομία υπέβαλε καταγγελία ότι τον χτύπησαν και ήλθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει περαιτέρω λεπτομέρειες. Είπε επίσης ότι τα όσα είπε στις καταθέσεις του ήταν στην βάση των ερωτήσεων που του τέθηκαν από τους αστυνομικούς, εξηγώντας ότι αυτές λήφθηκαν υπό τύπο ερωταπαντήσεων όπου όμως καταγράφηκαν μόνο οι απαντήσεις του και ότι δεν του ζητήθηκαν λεπτομέρειες. Το να γίνεται μια γενικότερη περιγραφή στην κατάθεση ενός μάρτυρα στην Αστυνομία και να δίνονται περαιτέρω λεπτομέρειες στο Δικαστήριο είναι και πρακτικό και εύλογο. Τα πράγματα όμως στην παρούσα δεν είναι έτσι. Ως θα εξηγηθεί στη συνέχεια με την όλη εκδοχή που έδωσε ο παραπονούμενος στο Δικαστήριο δεν πρόσθεσε απλά λεπτομέρειες των όσων αναφέρει στις καταθέσεις του αλλά και γεγονότα που θα ήταν αναμενόμενα να αναφέρει εξ αρχής ενώ κάποια από τα όσα ανέφερε όχι μόνο δεν συνάδουν αλλά έρχονται σε ουσιώδη αντίθεση με τις καταθέσεις του και άλλα μεταβάλλουν ουσιωδώς την σειρά των γεγονότων. Συγκεκριμένα: Στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι όταν ο κατηγορούμενος 1 του έκοψε τον δρόμο, ο παραπονούμενος του έκανε παρατήρηση και εκείνος άρχισε να του φωνάζει λέγοντας του «Φύε καραγκιόζη». Ο παραπονούμενος εκνευρίστηκε και άρχισε και αυτός να φωνάζει στον άλλο οδηγό και στην συνέχεια σταμάτησαν αριστερά του δρόμου. Στο Δικαστήριο όμως περιγράφοντας τα πιο πάνω ισχυρίσθηκε ότι μετά που αυτός έκανε παρατήρηση στον κατηγορούμενο 1 εκείνος του είπε «Φύγε, φύγε» και ότι προσπάθησε να μετακινήσει το αυτοκίνητο του οπόταν ο κατηγορούμενος 1 του έκλεισε ξανά τον δρόμο και τον ρώτησε εάν είπε κάτι. Αυτό είναι ουσιώδες, δεν συνάδει με τα όσα είπε σχετικά στην κατάθεση του και είναι εμφανές ότι το ανέφερε ώστε να δικαιολογήσει γιατί, παρά την συμπεριφορά του κατηγορούμενου 1, ο ίδιος δεν επέλεξε να φύγει από το μέρος αλλά να μείνει, να κατεβεί από το αυτοκίνητο και να ακολουθήσουν τα όσα έλαβαν χώραν μετά. Το ότι ενώ μπορούσε να φύγει, παρά την συμπεριφορά του κατηγορούμενου 1, επέλεξε να μείνει, προκύπτει και από τα όσα είπε στην αντεξέταση του. Συγκεκριμένα όταν ρωτήθηκε γιατί δεν έβαλε όπισθεν να φύγει διερωτήθηκε γιατί να πράξει κάτι τέτοιο εφόσον αυτός είχε προτεραιότητα και υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος 1 έπρεπε να τον αφήσει να φύγει. Συνεχίζοντας την περιγραφή του επεισοδίου στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι είδε την γυναίκα συνοδηγό του κατηγορούμενου 1 να μιλά στο κινητό της τηλέφωνο και μετά από ένα-δυο λεπτά έφτασε εκεί ένα άλλο άσπρο αυτοκίνητο HONDA CIVIC και κατέβηκαν δυο άνδρες. Ο ένας από αυτούς (ο κατηγορούμενος 2, ως προκύπτει από την δεύτερη του κατάθεση) με τον κατηγορούμενο 1 του επιτέθηκαν ενώ αυτός βρισκόταν έξω από το αυτοκίνητο και άρχισαν να τον χτυπούν στο κεφάλι και στο σώμα. Ο κατηγορούμενος 1 τον χτυπούσε με ένα σίδερο και ο άλλος με τα χέρια του. Αυτός έπεσε στο έδαφος και μετά ξανασηκώθηκε και ενώ ήταν όρθιος του επιτέθηκε ο άνδρας που ήλθε με το HONDA CIVIC (ο κατηγορούμενος 2) δίδοντας του γροθιές με αποτέλεσμα να ξαναπέσει στο έδαφος. Στο Δικαστήριο όμως περιέγραψε το εν λόγω περιστατικό όχι απλά αναφέροντας λεπτομέρειες αλλά προσθέτοντας γεγονότα που θα ήταν αναμενόμενο να πει στις καταθέσεις του και αλλάζοντας ουσιωδώς τόσο την σειρά των γεγονότων όσο και το τι έπραξε έκαστος των κατηγορουμένων. Συγκεκριμένα για πρώτη φορά είπε ότι ενώ ήταν ακόμη μέσα στα αυτοκίνητα, ο κατηγορούμενος 1 άρχισε να τον βρίζει πολύ άσχημα και ότι μάλιστα τον έφτυσε και ότι μετά αυτός είπε στον κατηγορούμενο 1 ότι είναι βρώμικος άνθρωπος και κάνει κάτι τέτοιο μπροστά σε ένα μικρό παιδί, οπόταν εκείνος κατέβηκε από το αυτοκίνητο όπως έπραξε και ο μάρτυρας, ο οποίος πήγε και στάθηκε μπροστά στον κατηγορούμενο
  10. Εδώ να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέταση του επέμενε ότι είπε κατά την λήψη της κατάθεσης του ότι ο κατηγορούμενος 1 τον έφτυσε και ότι αυτό δεν καταγράφηκε. Μάλιστα υποστήριξε ότι στο τέλος δεν του διαβάστηκαν οι καταθέσεις του, κάτι όμως που διαψεύδεται από τα όσα αναγράφονται στο τέλος και των δύο καταθέσεων, στο κάτω μέρος των οποίων υπάρχουν και οι υπογραφές του. Είπε επίσης, συνεχίζοντας την περιγραφή, για πρώτη φορά στο Δικαστήριο, ότι στην συνέχεια ο κατηγορούμενος 1 του γύρισε την πλάτη και ότι μάλιστα είπε στην σύζυγο του να τηλεφωνήσει κάποιου, του οποίου δεν άκουσε το όνομα. Είναι δε προφανές ότι τα πιο πάνω αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του για να δικαιολογήσει γιατί κατέβηκε και αυτός από το αυτοκίνητο αλλά και το πώς έφτασε στο μέρος λίγο μετά ο κατηγορούμενος
  11. Συνεχίζοντας την περιγραφή στο Δικαστήριο είπε ότι μετά ο κατηγορούμενος 1 άρπαξε κάτι από το αυτοκίνητο, γύρισε απότομα και τον χτύπησε με αυτό στο κεφάλι και στα πόδια και στη συνέχεια τον χτύπησε με αρκετές γροθιές με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος, σηκώθηκε και πήρε το παιδί του και ξαφνικά είδε να έρχεται ο κατηγορούμενος 2 με το αυτοκίνητο, ο οποίος έτρεξε προς το μέρος του και του επιτέθηκε με γροθιά με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και το τεκμήριο 3 που πήρε από το αυτοκίνητο του να του πέσει από τα χέρια. Διευκρίνισε επίσης ότι εκείνη την ώρα ο κατηγορούμενος 1 στεκόταν εκεί στο αυτοκίνητο του και δεν μετακινήθηκε. Τα πιο πάνω όμως έρχονται σε ουσιώδη αντίθεση με την πρώτη του κατάθεση όπου ουσιαστικά ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 του επιτέθηκαν ταυτόχρονα και ότι μετά που έπεσε στο έδαφος, ο κατηγορούμενος 1 του επιτέθηκε εκ νέου. Περαιτέρω σε αντίθεση με την πρώτη κατάθεση του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 του έδωσε μια γροθιά και όχι γροθιές. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί σχετικά ότι στην αντεξέταση του σε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν τον χτύπησε είπε ότι του επιτέθηκαν και οι δύο και τον χτύπησαν στο δρόμο και μάλιστα ότι τον προσέβαλαν και οι δύο μπροστά στο παιδί του, κάτι που για πρώτη φορά ανέφερε για τον κατηγορούμενο
  12. Περαιτέρω στην δεύτερη του κατάθεση, όπου αναφέρθηκε για πρώτη φορά ότι πήρε το τεκμήριο 3 από το αυτοκίνητο του, είπε εντελώς διαφορετικά από την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, ουσιαστικά ότι όταν ο κατηγορούμενος 1 τον χτύπησε αρχικά, αυτός έτρεξε και πήρε το εν λόγω τεκμήριο για να αμυνθεί αφού τον χτυπούσε και με την σωλήνα και ότι καθώς το κρατούσε και πριν προλάβει να κάνει κίνηση εναντίον του άλλου, εκείνος (που από τα συμφραζόμενα προκύπτει ότι αναφερόταν στον κατηγορούμενο 1) τον ξαναχτύπησε και έπεσε κάτω. Περαιτέρω θα πρέπει να λεχθεί ότι όταν πήγε στην σκηνή ο Μ.Κ.4 που ήταν ο πρώτος αστυνομικός που έφθασε εκεί, ο παραπονούμενος δεν παρέλειψε να του υποδείξει τον σιδερολοστό τεκμήριο 2, που σύμφωνα με την εκδοχή του ήταν το αντικείμενο που ενδεχομένως να χρησιμοποίησε εναντίον του ο κατηγορούμενος
  13. Από την άλλη παρέλειψε να αναφέρει στον εν λόγω αστυνομικό ότι και αυτός είχε στα χέρια του το τεκμήριο 3 σε κάποια φάση του όλου επεισοδίου, που ήταν ως ο ίδιος είπε, ένα πλαστικό το οποίο έχει μια λεπίδα στην μια άκρη και μικρή μύτη στην άλλη άκρη και χρησιμοποιείται για να κόβεις την ζώνη του αυτοκινήτου και να σπάζεις το γυαλί αν πάθει κάτι το αυτοκίνητο. Όταν δε ρωτήθηκε περί τούτου στην αντεξέταση του έδωσε την μη πειστική δικαιολογία ότι στη σκηνή δεν υπήρχε χρόνος για λεπτομερή συνομιλία με τον αστυνομικό και είπε σε αντίθεση με το πιο πάνω ότι εκεί το μόνο που είπε στους αστυνομικούς είναι ότι τον χτύπησαν δύο πρόσωπα. Ούτε στην πρώτη του κατάθεση όμως αναφέρθηκε στο τεκμήριο
  14. Για να το δικαιολογήσει δε αυτό, κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, είπε ότι δεν το ανέφερε γιατί ήταν χτυπημένος και ζαλισμένος. Παρά ταύτα στην πρώτη του κατάθεση δεν παρέλειψε να πει ότι χτυπήθηκε με σίδερο. Δέχθηκε δε κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, ότι αναφέρθηκε στο τεκμήριο 3 στην δεύτερη του κατάθεση, όχι από μόνος του αλλά μετά που τον ρώτησε σχετικά κατά την λήψη της ο αστυνομικός που του το υπέδειξε. Από τα πιο πάνω προκύπτει λοιπόν ότι δεν ήταν τυχαία η μη εξ αρχής αποκάλυψη της κατοχής του εν λόγω τεκμηρίου αλλά προφανώς ο παραπονούμενος προσπάθησε να αποκρύψει αυτό εφόσον γνώριζε ότι ενδεχομένως να διέψευδε την εκδοχή του στην πρώτη του κατάθεση ότι ουσιαστικά δέχθηκε επίθεση από δύο πρόσωπα χωρίς να μπορεί να προστατευθεί. Ακόμη και για το πρόσωπο που όπως είπε τον γνώριζε γιατί είχε πλυντήριο αυτοκινήτων, στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι εκείνος φώναξε στους άνδρες που τον έδερναν (δηλ. και στους δύο κατηγορούμενους) να σταματήσουν και να φύγουν όπως και έκαναν ενώ στο Δικαστήριο είπε ότι το πρόσωπο αυτό είπε μόνο στον κατηγορούμενο 1 «Μπες στο αυτοκίνητο σου και φύγε» ενώ στην αντεξέταση του είπε κάτι άλλο και συγκεκριμένα ότι το εν λόγω πρόσωπο είπε στον κατηγορούμενο 1, αν θέλει βοήθεια να πάει στο μαγαζί του, το οποίο και του υπέδειξε. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Μ.Κ.2 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συναφώς η μαρτυρία του, στο μέτρο που δεν συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία που έγινε δεκτή, απορρίπτεται. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί περαιτέρω ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο των τεκμηρίων 8 (ιατρικό πιστοποιητικό Δρ. Στ. Χαραλάμπους ημερ. 19.6.13) και 9 (αντίγραφο έκθεσης νοσηλείας ασθενούς) που κατέθεσε ο παραπονούμενος, καθότι αυτά περιέχουν εξ ακοής μαρτυρία και παρά την αμφισβήτηση τους, τα πρόσωπα που τα συνέταξαν δεν κλήθηκαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν ως προς τις αρχικές τους δηλώσεις, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία προς τούτο. Έτσι δεν δόθηκε η ευκαιρία στην υπεράσπιση να αντεξετάσει τα εν λόγω πρόσωπα και στο Δικαστήριο να αξιολογήσει τα όσα αναφέρονται στα τεκμήρια αυτά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). Ούτε όμως ο κατηγορούμενος 1 μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να πείσει ότι αυτός δεν είχε καμία ευθύνη για το επεισόδιο και ότι έδρασε αμυνόμενος σε επίθεση που δέχθηκε από τον παραπονούμενο. Η όλη εκδοχή του όμως στερείται πειστικότητας, δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική ενώ για κάποια σημεία της περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Συγκεκριμένα: Ενώ στην κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, είπε ότι μετά που ο παραπονούμενος τον έβρισε δύο φορές και αφού αυτός είπε στον παραπονούμενο για δεύτερη φορά να πάρει το αυτοκίνητο του και να φύγει, ο παραπονούμενος του είπε «Περίμενε να πάρω το μωρό σπίτι γαμώ την μάνα σου τζιε να έρτω να σε κάμω άχρηστο τζιε να σε παίξω» και μετά κατέβηκε από το αυτοκίνητο, στην αντεξέταση του είπε ότι ο παραπονούμενος κατέβηκε αμέσως μετά που αυτός του είπε να φύγει για δεύτερη φορά. Δεν βρίσκει δε έρεισμα στη λογική η θέση του ότι κατέβηκε και αυτός από το αυτοκίνητο παρά το ότι φοβήθηκε από την συμπεριφορά του παραπονούμενου, ο οποίος όχι μόνο του έκοψε τον δρόμο και τον έβριζε αλλά κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και κινήθηκε επιθετικά προς το μέρος του κρατώντας τα τεκμήρια 2 και 3. Θα ήταν δε λογικό σε τέτοια περίπτωση τουλάχιστον να παρέμενε στο αυτοκίνητο ώστε να αποφύγει την επίθεση από τον παραπονούμενο. Πειστικότητας στερείται και η θέση του ότι ο τραυματισμός του παραπονούμενου έγινε από ενέργεια του ιδίου και συγκεκριμένα από την σωλήνα τεκμήριο 2 που εκείνος κρατούσε. Αυτό γιατί δεν είναι λογικό ένα μεταλλικό αντικείμενο όπως το τεκμήριο 2, ενώ το κρατούσε συνέχεια ο παραπονούμενος, να ακολουθήσει την πορεία που ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε δηλ. από ψηλά προς τα κάτω, να χτυπήσει πάνω στην κάσια του αυτοκινήτου και μετά να επιστρέψει και να χτυπήσει τον παραπονούμενο στο κεφάλι. Άλλωστε αυτό, που σύμφωνα με τη όλη εκδοχή του κατηγορούμενου 1, ήταν το μοναδικό χτύπημα του παραπονούμενου στο κεφάλι δεν συνάδει με τα τραύματα που αυτός διαπιστώθηκε να έχει εκεί αφού από τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.5 αλλά και από τα όσα φαίνονται από τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 10, τραύματα υπάρχουν όχι μόνο σε ένα σημείο του κεφαλιού αλλά υπήρχε θλαστικό τραύμα στο κάτω μέρος του αριστερού οφθαλμικού κόγχου, διατητραίνον τραύμα στο πτερύγιο του αριστερού αυτιού καθώς και τραύμα στην μύτη. Μη λογικό κρίνεται και το ότι μετά και παρά τα τραύματα αυτά και αφού του έπεσε η σωλήνα τεκμήριο 2 και αφού τον έσπρωξε ο κατηγορούμενος 1, ο παραπονούμενος του χίμηξε ξανά με το τεκμήριο 3 αυτή την φορά. Εδώ να σημειωθεί ότι στην αντεξέταση του σε αντίθεση με την κυρίως εξέταση του είπε ότι η σωλήνα έπεσε από το χέρι του παραπονούμενου μόλις χτύπησε πάνω στην κάσια του αυτοκινήτου. Όσον αφορά το ότι όταν σταμάτησαν το αυτοκίνητο του παραπονούμενου του έκλεινε τον χώρο και δεν μπορούσε να φύγει, είπε ότι το αυτοκίνητο του ήταν σε ευθεία ενώ του παραπονούμενου στο φάρσο. Ενώ όμως υποστήριζε ότι εξ αυτού δεν μπορούσε να φύγει, στην αντεξέταση του αποκάλυψε ότι η πόρτα η δική του δηλ. του οδηγού του οχήματος του από την πόρτα του συνοδηγού του οχήματος του παραπονούμενου ήταν όσον ένα αυτοκίνητο δηλ. περίπου 2,5 μέτρα. Μη λογική κρίνεται η θέση του ότι παρά το όλο επεισόδιο για το οποίο δεν έφταιγε και παρά το ότι ο παραπονούμενος είπε ότι θα καλούσε Αστυνομία αυτός έφυγε από την σκηνή. Τέλος για να μην πέσει σε αντίφαση αναφορικά με την άλλη του θέση ότι ο παραπονούμενος του έκλεινε το δρόμο, είπε και πάλι μη πειστικά στην αντεξέταση του ότι έφυγε αφού ο παραπονούμενος μετακίνησε το όχημα του 1-2 μέτρα πίσω, κάτι που δεν μπορεί όμως να ισχύει εφόσον όταν ο Μ.Κ.4 μετέβηκε λίγο μετά στη σκηνή βρήκε τον παραπονούμενο να είναι πεσμένος στο έδαφος. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ούτε ο κατηγορούμενος 1 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς η μαρτυρία του, στο μέτρο που δεν συμφωνεί με την υπόλοιπη μαρτυρία που έγινε δεκτή, απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος 2, ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία, η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Στην παρούσα δεν τίθεται θέμα αξιολόγησης της βαρύτητας και της αξίας της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου 2 εφόσον αυτή δεν περιέχει ούτε και παραπέμπει σε οποιαδήποτε γεγονότα. Το κατά πόσο αυτός είναι αθώος ή ένοχος θα κριθεί από το Δικαστήριο στην βάση της μαρτυρίας που έχει γίνει δεκτή. Νομική πτυχή Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, είναι τα ακόλουθα:
  1. Επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο και
  2. Η πρόκληση στο πρόσωπο αυτό πραγματικής σωματικής βλάβης από την εν λόγω επίθεση. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα αναφέρεται ότι "σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη είτε προσωρινή. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 μια επιπόλαιη εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Στο σύγγραμμα Archbold 41η έκδοση, παρ. 20 - 116 αναφέρεται ότι πραγματική σωματική βλάβη σημαίνει κάποια πραγματική σωματική κάκωση. Δεν είναι αναγκαίο να είναι κάκωση μόνιμου χαρακτήρα, ούτε είναι αναγκαίο να είναι αυτό που θεωρείται οδυνηρή (grievous) σωματική βλάβη. Συνεπώς δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Συμπεράσματα Στην παρούσα από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και έχουν γίνει δεκτά, προκύπτει ότι κατά το επίδικο επεισόδιο, στο οποίο σίγουρα ενεπλάκησαν ο κατηγορούμενος 1 και ο παραπονούμενος, ο τελευταίος υπέστη τα τραύματα που εντόπισε αργότερα η Μ.Κ.
  1. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έπραξαν τα όσα τους αποδίδονται με τον τρόπο που τους αποδίδεται. Ως προαναφέρθηκε η μαρτυρία του κατηγορούμενου 1 δεν έγινε δεκτή ενώ ο κατηγορούμενος 2 δεν παρουσίασε οποιαδήποτε εκδοχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν οδηγεί από μόνο του σε αποδοχή της εκδοχής της άλλης πλευράς και σίγουρα δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ενοχής τους. Είναι παγίως νομολογημένο και γνωστό στο νομικό μας σύστημα ότι το βάρος απόδειξης μιας ποινικής υπόθεσης ήτοι μιας κατηγορίας καθώς και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει αποκλειστικά την κατηγορούσα αρχή, η οποία μάλιστα πρέπει να αποδείξει αυτήν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή στήριξε την υπόθεση της ως προς τις ενέργειες των κατηγορουμένων 1 και 2 στην μαρτυρία του παραπονούμενου, Μ.Κ.
  2. Η μαρτυρία όμως αυτού, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έγινε δεκτή. Είναι λοιπόν εμφανές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτήν ώστε να καταλήξει σε περαιτέρω και αναμφίβολα ευρήματα ως προς το τι ακριβώς έγινε κατά τον επίδικο χρόνο και από ποιον και στη συνέχεια σε σχετικά ασφαλή συμπεράσματα. Αυτό όμως στα πλαίσια του τεκμηρίου της αθωότητας δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνο υπέρ των κατηγορουμένων 1 και
  3. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αναμφισβήτητη μαρτυρία την κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και
  4. Συνεπώς αυτοί αθωώνονται και απαλλάσσονται. (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.