← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Xρίστου Χρυσοστόμου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11202/15, 27/1/2016

Δημοκρατία ν. Xρίστου Χρυσοστόμου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11202/15, 27/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2016:4 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11202/15 Δημοκρατία ν.

  1. Xρίστου Χρυσοστόμου
  2. Μιχάλη Χρυσοστόμου
  3. Διαμάντως Πανή
  4. Παντελή Ανδρέου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 27.1.2016 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Α. Ματθαίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τους κατηγορούμενους 2 και 3: κ. Κ. Ευσταθίου μαζί με κα Στ. Αλεξάνδρου (για να ακούσει απόφαση η κα Σ. Αλεξάνδρου) Για τον κατηγορούμενο 4: κ. Σ. Μάτσας με κ. Θ. Αθανασίου Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Δίκη εντός Δίκης Αρ.1) Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τα αδικήματα της συνωμοσίας, εισαγωγής, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ποσότητας ναρκωτικών ουσιών τάξης Α και Β. Αντιμετωπίζει τα αδικήματα από κοινού με τους κατηγορουμένους 3 και
  5. Ο κατηγορούμενος 1 έχει παραδεχθεί τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και έχει ήδη επιβληθεί σ΄ αυτόν ποινή. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε να καταθέσει το φορητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου 2, ως και τον φορτιστή αυτού. Η υπεράσπιση έφερε ένσταση στην κατάθεσή τους. Προέβαλε τη θέση ότι το τηλέφωνο του κατηγορουμένου 2 παραλήφθηκε παράνομα ενώ ο τελευταίος τελούσε υπό παράνομη κράτηση. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος 2 τελούσε υπό κράτηση, «χωρίς ένταλμα σύλληψης». Πέραν του γεγονότος ότι βρισκόταν παράνομα υπό κράτηση, κατά παράβαση του άρθρου 11 του Συντάγματος παραβιάσθηκε και το δικαίωμα του να συμβουλευθεί δικηγόρο, το οποίο προστατεύεται από το Σύνταγμα και από τις πρόνοιες του Νόμου 163

(1)/
  1. Ενόψει της πιο πάνω ένστασης διενεργήθηκε δίκη εντός δίκης για να εξετασθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2, το δεδομένο χρόνο, τελούσε υπό παράνομη κράτηση. Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν οι αστυνομικοί Οδυσσέας Οδυσσέως, Γιώργος Ευριπίδου και Θέμης Αθανασίου και εκ μέρους της Υπεράσπισης ο κατηγορούμενος
  2. Δηλώθηκαν επίσης τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα, τα οποία παραθέτουμε αυτούσια: «Την 15/05/2015 και περί ώρα 14:05 ο Αστυφύλακας 3437 Α. Αριστοτέλους μετέβηκε στο περίπτερο με την ονομασία MNV στο χωριό Καντού της Επαρχίας Λεμεσού και μετά από συνομιλία που είχε με την υπάλληλο του περίπτερου του παρέδωσε τα επίδικα Τεκμήρια, δηλαδή τα Τεκμήρια 54 και 55 επί του Τεκμηρίου Α3 τα οποία στη συνέχεια παρέδωσε στον χειριστή τεκμηρίων Αστυφύλακα 1828 Γ. Ευριπίδου. Τα παρέδωσε η ώρα 15:
  3. Ο αστυφύλακας 1828 υπέδειξε τα αναφερόμενα αντικείμενα στον Μιχάλη Χρυσοστόμου και στη Διαμάντω Πανή και ο δεύτερος κατηγορούμενος απάντησε "εν δικά μου". Ο Αστυφύλακας 1828 τον πληροφόρησε ότι θα τα παραλάμβανε για εξετάσεις, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και του απάντησε "εντάξει". Ο δεύτερος κατηγορούμενος υπόγραψε ως παραδίδων απόδειξη παραλαβής τεκμηρίων και ο Αστυφύλακας 1828 υπόγραψε ως ο παραλαβών.» Συνοψίζουμε την προφορική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας. Ο Οδυσσέας Οδυσσέως υπηρετούσε κατά τον επίδικο χρόνο στην Υ.ΚΑ.Ν., στο κλιμάκιο της Λεμεσού και διορίσθηκε ανακριτής της υπόθεσης. Όλες οι ενέργειες της αστυνομίας που αφορούσαν την παρούσα υπόθεση ήταν υπό την εποπτεία και καθοδήγησή του. Τη 15.5.2015 ο μάρτυρας πληροφορήθηκε ότι είχε ανακοπεί, από μέλη της Υ.ΚΑ.Ν., όχημα που οδηγούσε ο Χρίστος Χρυσοστόμου, πρώην κατηγορούμενος 1 που θα αναφέρεται από τώρα και εξής ως «ο κατηγορούμενος 1». Ο μάρτυρας μετέβη στη σκηνή το μεσημέρι της ίδιας ημέρας «γύρω στις 12 παρά τέταρτο». Το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1, εντός του οποίου ανευρέθησαν κιβώτια με ναρκωτικές ουσίες, είχε ανακοπεί πλησίον της οικίας των κατηγορουμένων 2 και
  4. Όταν ο μάρτυρας αφίχθηκε στη σκηνή ο κατηγορούμενος 1 τελούσε υπό κράτηση. Υπό κράτηση τελούσε ήδη και η κατηγορουμένη 3, καθότι σε ερμάρι του κυρίως υπνοδωματίου της οικίας της εντοπίσθηκε, στην παρουσία της, ποσότητα ναρκωτικής ουσίας. Ο κατηγορούμενος 1 είναι αδελφός του κατηγορούμενου 2, ενώ οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι ανδρόγυνο. Οταν ο μάρτυρας έφτασε στη σκηνή, ήτοι την 11π.μ. ο κατηγορούμενος 2, δεν βρισκόταν στο χώρο, βρισκόταν στην εργασία του, στην Αστυνομία των Βρετανικών Βάσεων. Ο κατηγορούμενος 2 κλήθηκε από τη σύζυγό του, κατηγορουμένη 3, για να πάει στην οικία του. Ο κατηγορούμενος 2 έφθασε στην οικία του μισή ώρα αργότερα, γύρω στις 12.15 μ.μ.. Ο μάρτυρας τον πληροφόρησε ότι εντοπίσθηκαν ναρκωτικές ουσίες στο αυτοκίνητο του αδελφού του, κατηγορουμένου 1, και στο ερμάρι του υπνοδωματίου του. Σε σχέση με τα ναρκωτικά που εντοπίσθηκαν στο υπνοδωμάτιο του, ο μάρτυρας τού τα υπέδειξε και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Ο κατηγορούμενος 2 εδήλωσε άγνοια σε σχέση με τις πιο πάνω ουσίες. Στη συνέχεια ο μάρτυρας τον ενημέρωσε ότι είχε πρόθεση να τον ανακρίνει και να του λάβει ανακριτική κατάθεση και τον κάλεσε να πάει στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. είτε με δικό του μέσο είτε με το όχημα της αστυνομίας. Ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε να πάει στα εν λόγω γραφεία με το όχημα της αστυνομίας. Ο μάρτυρας, μαζί με τον κατηγορούμενο 2 και δύο άλλους αστυνομικούς έφυγαν από τη σκηνή τελευταίοι. Προτού φύγουν ο μάρτυρας διευθέτησε τη μεταφορά των τεκμηρίων, των δύο κρατουμένων, κατηγορουμένου 1 και της κατηγορουμένης 3 και τη μεταφορά με «πλατφόρμα» των τριών αστυνομικών οχημάτων που είχαν εμπλακεί στην ανακοπή του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος
  5. Ανέμεναν επίσης την άφιξη της μητέρας της κατηγορουμένης 3, η οποία θα αναλάμβανε τη φροντίδα του βρέφους των κατηγορουμένων 2 και
  6. Οταν ο ΜΚ1 τέλειωσε τις πιο πάνω εργασίες και ήλθε και η μητέρα της κατηγορουμένης 3 που ανέλαβε το βρέφος, ο ΜΚ1, ο κατηγορούμενος και ακόμη δύο αστυνομικοί μπήκαν στο όχημα της αστυνομίας για να μεταβούν στο σταθμό. Αντεξετάσθηκε γιατί στο όχημα μετέβαιναν σύνολο τρεις αστυνομικοί και αυτός ανέφερε χαρακτηριστικά ότι τόσοι είχαν «περισσέψει», τόσοι είχαν «αρτιρήσει». Επεσήμανε δε ότι δεν υπήρχαν άλλα διαθέσιμα οχήματα καθότι τρία αστυνομικά οχήματα είχαν ήδη αχρηστευθεί κατά την ανακοπή του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος
  7. Όταν έφθασαν στο σταθμό ο κατηγορούμενος 2 δεν ανακρίθηκε αμέσως. Ο ΜΚ1 θεώρησε πιο ορθό όπως ο κατηγορούμενος 2 παρευρίσκεται μαζί με τους κατηγορουμένους 1 και 3 στο άνοιγμα των χαρτοκιβωτίων που είχαν εντοπισθεί στο όχημα του πρώην κατηγορουμένου 1, καθ' ότι πίστευε ότι ενδεχομένως ο κατηγορούμενος 2 να είχε κάποια σχέση με τις εν λόγω ουσίες. Τα κιβώτια μεταφέρθηκαν στην αίθουσα διαλέξεων του σταθμού και ανοίχθηκαν στην παρουσία των κατηγορουμένων 1, 2 και
  8. Η διαδικασία που ακολουθείτο ήταν η πιο κάτω. Ο αστυνομικός Γ. Ευριπίδου επιδείκνυε τα τεκμήρια στους τρεις κατηγορούμενους, τους εφιστούσε την προσοχή τους στο νόμο, οι κατηγορουμένοι του έδιδαν μια απάντηση την οποίαν αυτός κατέγραφε. Εκ των δύο συλληφθέντων, του κατηγορουμένου 1 και της κατηγορουμένης 3 μόνο ο πρώτος έφερε χειροπέδες. Η κατηγορουμένη 3 λόγω του ότι είναι γυναίκα, εκρίθη ότι δεν υπήρχε κίνδυνος διαφυγής της και γι αυτό δεν της είχαν φορέσει χειροπέδες. Ο κατηγορούμενος 2 δεν φορούσε χειροπέδες καθότι, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ1, αυτός δεν τελούσε υπό κράτηση. Ο κατηγορούμενος 2, κατά το άνοιγμα των χαρτοκιβωτίων καθόταν δίπλα από τη σύζυγό του, κατηγορουμένη
  9. Ο μάρτυρας απαγόρευσε στους δύο πιο πάνω κατηγορούμενους «να μιλούν μεταξύ τους σε σχέση με την υπόθεση». Σε κάποιο χρόνο, προσήλθαν στον αστυνομικό σταθμό, τρεις δικηγόροι, οι κ.κ. Χατζηλοΐζου, Ν. Καλλής και Σ.Αλεξάνδρου. Οι δικηγόροι συνομίλησαν με τους τρεις κατηγορουμένους εντός της αίθουσας διαλέξεων. Ο μάρτυρας θυμόταν ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν συνομιλήσει με ένα εκ των τριών δικηγόρων, δεν ήταν σε θέση όμως να θυμηθεί με ποιον. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να καθορίσει την ώρα που ήλθαν οι δικηγόροι, ήταν όμως σίγουρος ότι ήλθαν πριν τη σύλληψη του κατηγορουμένου
  10. Ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης την ίδια ημέρα, δηλαδή τη 15.5.2015 και ώρα 18.
  11. Η σύλληψη του έγινε από τον αστυνομικό Θέμη Αθανασίου, ΜΚ
  12. Ο μάρτυρας ΜΚ3, κατέθεσε στο Δικαστήριο το ένταλμα σύλληψης, πρόκειται για το τεκμήριο
  13. Σύμφωνα με το πιο πάνω τεκμήριο η απάντηση που έδωσε ο κατηγορούμενος, κατά τη σύλληψή του, ήταν: «Δεν έχω να πω τίποτε». Παρενθετικά αναφέρουμε ότι η μαρτυρία του ΜΚ3 παρέμεινε αναντίλεκτη αφού ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε. Ο ΜΚ2, Αστ. 1828 Γ. Ευριπίδου, ήταν το πρόσωπο στο οποίο είχε ανατεθεί, τη 15.5.2015, η σφράγιση και η αποσφράγιση των τεκμηρίων που αφορούσαν την υπό κρίση υπόθεση. Ήταν επίσης το πρόσωπο που παρέλαβε η ώρα 15.00, της ίδιας ημέρας, το επίδικο κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου 2 μαζί με το φορτιστή. Οι συνθήκες παραλαβής των πιο πάνω αντικειμένων περιγράφονται στα παραδεκτά γεγονότα και ως εκ τούτου δεν κρίνουμε σκόπιμο να τις επαναλάβουμε. Ο μάρτυρας κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι καθ΄ όλη τη διάρκεια της σφράγισης και αποσφράγισης των τεκμηρίων βρισκόταν εντός της αίθουσας διαλέξεων μαζί με τους τρεις κατηγορούμενους. Ο μάρτυρας δεν θυμόταν κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε πάει κατά την αποσφράγιση ή σφράγιση των τεκμηρίων στο αποχωρητήριο ή για να καπνίσει, ανέφερε όμως ότι αυτός ήταν ελεύθερος να κάνει ο,τιδήποτε. Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική αναφορά: «E. Ανθρώπους τους οποίους καλείτε να τους έχετε τζιαμέ, τους ρωτάτε, τους δείχνετε Τεκμήρια, που προχωράτε και τους κάνετε επίστηση της προσοχής τους στον νόμο και ζητάτε και απάντηση και την καταγράφετε. Τέτοιοι, τέτοια άτομα μπορούν να πηγαινοέρχονται ελεύθερα στα γραφεία της αστυνομίας, να φεύγουν, να μπορούν να μιλούν στα κινητά κλπ; A. Βέβαια. E. Το ίδιο έκαναν και οι τρεις τους; A. Όχι, εκτός από τον Μιχάλη οι άλλοι δεν δικαιούνταν.» Προς υποστήριξη των θέσεων της υπεράσπισης, πάντοτε για τους σκοπούς της Δίκης εντός Δίκης, έδωσε ένορκη μαρτυρία ο ίδιος ο κατηγορούμενος
  14. Δεν εκλήθη οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας. Ο κατηγορούμενος 2 είναι αστυνομικός των Βρετανικών Βάσεων. Υπηρετεί το λειτούργημα του αστυνομικού τα τελευταία έντεκα χρόνια. Ο κατηγορούμενος 2 κατά την κατάθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου, υιοθέτησε γραπτή δήλωσή του. Την παραθέτουμε αυτούσια: «
  15. Στις 15.5.2015 μεταφέρθηκα από αστυνομικούς στο κτίριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού όπου βρίσκονται και τα Γραφεία της ΥΚΑΝ.
  16. Στον χώρο εκείνο μου υποδείχθηκε και παρέμεινα σε συγκεκριμένο δωμάτιο μαζί με τη σύζυγό μου Διαμάντω και τον αδελφό μου Χρίστο Χρυσοστόμου.
  17. Ήμασταν και οι τρεις στον χώρο φρουρούμενοι. Επρόκειτο για μια αίθουσα δίπλα από τα γραφεία της Αστυνομίας. Ο καθένας μας καθόταν σε διαφορετικά σημεία της αίθουσας καθ΄ υπόδειξη των αστυνομικών. Δεν μας επιτρεπόταν να μιλούμε μεταξύ μας οι τρεις κρατούμενοι. Αυτή η απαγόρευση μας είχε επιβληθεί από την οικία μας στο Σούνι.
  18. Δεν μπορούσα ούτε να φύγω από τον χώρο ούτε να μετακινηθώ παρά μόνο εάν και εφόσον ζητούσα άδεια από την Αστυνομία. Αυτό έγινε εξ όσων θυμούμαι μία τουλάχιστον φορά όταν ήθελα να πάω στην τουαλέτα και ακόμα δύο φορές όταν εζήτησα και επήρα άδεια να πάω να καπνίσω, πάντα με συνοδεία αστυνομικού.
  19. Στον χώρο εκείνο ο αστυφύλακας Ευριπίδου όντως μας υποδείκνυε, εννοώ και τους τρεις αναφερόμενους, διάφορα τεκμήρια ή αντικείμενα τα οποία ήταν σε ένα μεγάλο τραπέζι και μας εφιστούσε την προσοχή μας στον Νόμο ότι δηλαδή δεν ήμουν υποχρεωμένος να πω οτιδήποτε αλλά οτιδήποτε έλεγα πιθανόν να χρησιμοποιούταν ως μαρτυρία.
  20. Δεν ενημερώθηκα για κανένα δικαίωμα που είχα και μόνον αργά το απόγευμα λίγο πριν συλληφθώ και επίσημα, μου επιτράπηκε να δω την δικηγόρο μου Σταυρούλα Αλεξάνδρου, μετά που η ίδια ως συγγενής ζήτησε και της επετράπη να μας δει. Η συνάντηση μαζί της έγινε στον εξωτερικό διάδρομο πάντοτε στην παρουσία αστυνομικού. Αυτό έγινε μισή ώρα περίπου πριν εκτελεσθεί το ένταλμα συλλήψεως μου.
  21. Αυτά έγιναν στις 15.5.2015.» Κατά την προφορική κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι η Αστυνομία περιόρισε τις κινήσεις του μόλις αυτός έφθασε στην οικία του, στο Σούνι. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Α. Θέλω να πω ότι μόλις έφτασα στην οικία μου στο Σούνι, έκαμαν έρευνα στο αυτοκίνητο μου, προσπάθησα να μιλήσω με τη γυναίκα μου, πήγα να αλλάξω ρούχα και δεν με άφηναν. Τους είπα επίσης θέλω να πάω τουαλέτα και μου είπαν δεν δικαιούσαι να πάεις. Ο κύριος Σάκης Οδυσσέως συγκεκριμένα του είπα "σε παρακαλώ, να πάω τουαλέτα" και μου είπε "αν θέλεις να πάεις θα πάεις με ανοικτή την πόρτα". Είχαμε και μια μικροσυζήτηση εκεί γι' αυτό το θέμα και στο τέλος με άφησε να πάω τουαλέτα και με έβλεπαν έξω τρεις αστυνομικοί.» Σε κάποιο άλλο σημείο της κατάθεσης του ο μάρτυρας ανέφερε ότι μόλις έφτασε στην οικία του, οι αστυνομικοί που ήταν εκεί τον «άρπαξαν». Του ζητήθηκε να επεξηγήσει τον πιο πάνω όρο και αυτός διευκρίνισε ότι δεν τον άφηναν να κινείται ελεύθερα. Ανέφερε δε, μεταξύ άλλων, ότι η Αστυνομία του είχε απαγορεύσει να κάνει «οποιοδήποτε τηλεφώνημα». Σε σχέση με τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες πήγε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. είπε τα πιο κάτω τα οποία παραθέτουμε αυτούσια: «E. Τώρα για να πάεις από το Σούνι στην αστυνομία, ρωτώ, εσύ διάλεξες να πάεις με την αστυνομία; A. Μου ανέφερε ο κύριος Σάκης Οδυσσέως ότι "θα βγει ένταλμα σύλληψης και καλό θα ήταν να έρτεις μαζί μας" και εγώ του είπα "θα πάει η οικογένεια μου και εγώ θα μείνω πίσω, θα έρθω και εγώ". Αυτό του είπα.» Αντεξεταζόμενος για το ίδιο θέμα διαφοροποίησε σε κάποιο βαθμό την προηγούμενη απάντηση και κατέθεσε τα πιο κάτω: «Ε. Και τους είπες ότι "η οικογένεια μου εν να πάει εγώ εν να μείνω δαμέ;". A. Σωστό. E. Επομένως σου δόθηκε η επιλογή να μείνεις εκεί, έτσι είναι; A. Όχι ακριβώς. Τι θέλω να πω. Αν ήξερα ότι μπορούσα να κινούμαι ελεύθερα θα έκανα τις δουλειές μου πρώτα γιατί τη συγκεκριμένη μέρα είχα συγκεκριμένες δουλειές που άφησα πίσω, γι' αυτό επέλεξα να πάω με την οικογένεια μου. Γι' αυτόν τον λόγο. E. Επέλεξες να πάεις με την οικογένεια σου για ποιον λόγο; A. Για να δω πώς θα πάει η υπόθεση και να κανονίσω τις δουλειές μου αν μπορούσα αλλά ήμουν υπό κράτηση, υπό φρούρηση και δεν μπορούσα να πιάσω ούτε το τηλέφωνο μου.» Σε κάποιο άλλο στάδιο της κατάθεσης του ανέφερε ότι δεν κλήθηκε να πάει στα γραφεία της ΥΚΑΝ, πήγε «εθελοντικά». Παραδέχθηκε επίσης ότι κανένας δεν του είχε αναφέρει ότι ήταν υπό σύλληψη. Υποβλήθηκε σε αυτόν ότι του είχε δοθεί η επιλογή να πάει στο σταθμό με δικό του αυτοκίνητο ή με αστυνομικό όχημα και ότι ήταν ο ίδιος που επέλεξε να πάει με αστυνομικό όχημα. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση «να απαντήσει με σιγουριά» καθότι δεν θυμόταν. Καταθέτοντας σε σχέση με το αστυνομικό όχημα που τον μετέφερε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. αρχικά ανέφερε ότι στο όχημα μετέβαιναν τέσσερις αστυνομικοί, δύο καθόντουσαν μπροστά και δύο πίσω. Ο ίδιος καθόταν στα πισινά καθίσματα, στη μέση. Ο ένας αστυνομικός καθόταν στα δεξιά του και ο άλλος στα αριστερά του. Αμέσως μετά διαφοροποίησε την απάντησή του και ισχυρίσθηκε ότι οι αστυνομικοί ήταν τρεις. Δεν θυμόταν κατά πόσο υπήρχε συνοδηγός. Αντεξεταζόμενος επί του ιδίου θέματος δήλωσε ότι δεν μπορούσε να πει με σιγουριά κατά πόσο οι αστυνομικοί ήταν τρεις ή τέσσερις ή κατά πόσο υπήρχε συνοδηγός, ήταν όμως απόλυτα σίγουρος ότι αριστερά και δεξιά του υπήρχαν αστυνομικοί. Όταν έφτασαν στα γραφεία της ΥΚΑΝ τον «συνόδευσαν και τον πήραν στο μεγάλο δωμάτιο πάνω». Από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι επρόκειτο για την αίθουσα διαλέξεων όπου είχαν τοποθετηθεί τα χαρτοκιβώτια με τα ναρκωτικά. Κατά την αποσφράγιση και σφράγιση των τεκμηρίων, ισχυρίσθηκε ότι δεν καθόταν με τους άλλους δύο κατηγορουμένους, καθόταν μόνος του. Η σύζυγός του, κατηγορουμένη 3, καθόταν μπροστά, μεταξύ τους υπήρχαν «δύο θέσεις διαφορά». Ενώ βρισκόταν στο χώρο «υπέθεσε» ότι ήταν ύποπτο πρόσωπο και ότι ήταν συνεχώς υπό φρούρηση. Παραδέχθηκε όμως ότι κανένας αστυνομικός δεν του είχε αναφέρει ότι ήταν υπό σύλληψη και ότι ο ίδιος ουδέποτε ζήτησε να φύγει. Υποβλήθηκε σε αυτόν ότι ήταν ελεύθερος, αν επιθυμούσε, να φύγει , αυτός απάντησε, «Αυτό δεν το γνώριζα». Αντεξετάσθηκε για τα καθήκοντα του ως αστυνομικός των Βρετανικών Βάσεων και κατά πόσο είχε επαφή με κρατουμένους. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του: «E. Και ποια είναι τα καθήκοντα σας ως αστυνομικός των Βρετανικών Βάσεων; A. Είμαστε γενικών καθηκόντων. Από τροχαία ως λίγο πιο σοβαρά. Δεν αναμειγνυόμαστε με υποθέσεις σοβαρές ως αστυνομία. Μικροκλοπές. Ως εκεί. E. Με κρατούμενους συναναστρέφεστε; A. Ναι. E. Τους διαβάζετε τα δικαιώματα τους; A. Πάντοτε. E. Επομένως είσαι σε θέση να ξέρετε τα δικαιώματα σας, έτσι δεν είναι ως αστυνομικός; A. Γνωρίζω τα δικαιώματα που ίσχυαν στις Βρετανικές Βάσεις. E. Είναι τα ίδια αν ξέρεις με την Κυπριακή Δημοκρατία; A. Δεν γνωρίζω. E. Εγώ σας υποβάλλω ότι είναι τα ίδια. A. Όπως είπα πριν δεν γνωρίζω.» Αντεξεταζόμενος σε σχέση με τις επαφές που είχε με τους δικηγόρους ανέφερε αρχικά ότι είχε συνομιλήσει μόνο με τη δικηγόρο Σταυρούλα Αλεξάνδρου, η οποία ήταν και εξαδέλφη του. Τόσο στη γραπτή δήλωσή του όσο και κατά την προφορική του μαρτυρία, ανέφερε ότι κατά τη συνομιλία τους «υπήρχε αστυνομικός». Τα πιο πάνω τα ανέφερε προς υποστήριξη της θέσης του ότι δεν μπορούσε να φύγει από τον αστυνομικό σταθμό καθότι βρισκόταν συνεχώς υπό φρούρηση. Στη συνέχεια όμως ανακάλεσε την πιο πάνω απάντηση και ανέφερε ότι ο αστυνομικός δεν βρισκόταν δίπλα του αλλά σε «κάποια απόσταση». Αρχικά ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο δικηγόρος Χ"Λοΐζου είχε μιλήσει με τον αδελφό του, κατηγορούμενο 1 και ο δικηγόρος Ν. Καλλής με τη σύζυγό του κατηγορουμένη
  22. Στη συνέχεια όμως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του ότι ήταν και ο ίδιος παρών σε όλες τις συνομιλίες. Ήταν παρών κατά τη συνομιλία που είχε η σύζυγός του με το Ν. Καλλή και κατά τη συνομιλία που είχε ο αδελφός του με τον Χ"Λοΐζου. Στην τελευταία ήταν παρούσα η σύζυγός του. Ο κατηγορούμενος συμφώνησε με την υπεράσπιση , ότι δεν είχε υποβάλει οποιονδήποτε παράπονο στους δικηγόρους αναφορικά με παραβίαση των δικαιωμάτων του ούτε τους κατήγγειλε ότι βρισκόταν υπό παράνομη σύλληψη. Ερωτηθείς γιατί δεν το έπραξε ισχυρίσθηκε ότι είχε την εντύπωση ότι «ήταν υπό σύλληψη». Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: E. Εσείς όμως δεν παραπονεθήκατε; A. Όχι. E. Γιατί δεν το κάματε; A. Επειδή όπως προανέφερα είχα την εντύπωση ότι ήμουν υπό σύλληψη. E. Εσείς ως αστυνομικός που είστε, πόσα χρόνια είσαστε αστυνομικός; A. 11 χρόνια. E. 11 χρόνια. Όταν συλλαμβάνεται κάποιο πρόσωπο δεν του το λέτε κιόλας; A. Βεβαίως τον ενημερώνουμε για τη σύλληψη του, κάνουμε έρευνα, του παίρνουμε τα αντικείμενα του όλα και τον βάζουμε υπό κράτηση. E. Μας είπατε ότι δεν σας ενημέρωσε κανένας ότι είστε υπό σύλληψη, ότι δεν σας είπε κανένας ότι είστε υπό σύλληψη; A. Όχι. E. Τότε πώς υποθέσατε ότι είστε υπό σύλληψη; Αυτό νομίζατε; A. Επειδή δεν ξέρω πώς λειτουργεί το σύστημα της Κυπριακής Δημοκρατίας.» Παραπονέθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι αστυνομικοί τους είχαν απαγορεύσει να μιλούν μεταξύ τους. Η απαγόρευση δεν αφορούσε μόνο τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά ήταν «γενική». Απαγορεύθηκε οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ των τριών κατηγορουμένων. Αντεξετάσθηκε επί του σημείου αυτού και η δημόσια κατήγορος του υπενθύμισε, μεταξύ άλλων, ότι είχαν επαφές με τους δικηγόρους όλοι μαζί. Ο κατηγορούμενος έδωσε την πιο κάτω απάντηση, την οποία θεωρούμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε αυτούσια: Ε. Αφού εσύ προηγουμένως μας είπες ότι ήρθαν οι δικηγόροι και ήσασταν και οι τρεις μαζί μου και θωρούσατε. Πώς σας έλεγαν να μην μιλάτε μεταξύ σας; A. Εφόσον γνωρίζετε ότι άμαν είσαι με τον δικηγόρο σου μπορείς να μιλάς με τον δικηγόρο χωρίς να έχει αστυνομικό μπροστά. Όταν δεν υπήρχαν οι δικηγόροι μας το έλεγαν αυτό. "Μην μιλάτε μεταξύ σας".» Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Η μαρτυρία θα προσεγγισθεί με επίγνωση της νομολογημένης αρχής ότι σε τέτοιας φύσης διαδικασία θα πρέπει να αποφεύγεται η εξαγωγή ευρημάτων τα οποία τείνουν να πλήξουν τη γενικότερη αξιοπιστία οποιουδήποτε μάρτυρα στην υπόθεση και ιδιαίτερα την αξιοπιστία του κατηγορουμένου[1]. Έχουμε δε κατά νου ότι η μαρτυρία που δίδεται από αστυνομικά όργανα σε υποθέσεις όπως η παρούσα, που αφορά αποδεκτότητα τεκμηρίου που παραλήφθηκε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, θα πρέπει να εξετάζεται με ιδιαίτερη προσοχή[2]. Αρχίζοντας από τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής παρατηρούμε ότι η μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 δεν έχει στην ουσία αμφισβητηθεί ενώ η μαρτυρία του ΜΚ1 αμφισβητήθηκε μόνο σε δύο σημεία. Το πρώτο σημείο αφορούσε τις συνθήκες μεταφοράς του κατηγορουμένου στο σταθμό, υποβλήθηκε στο μάρτυρα η θέση ότι υπήρχαν στο αυτοκίνητο τρεις αστυνομικοί για να ελέγχουν τον κατηγορούμενο 2 για να μη φύγει. Ο ΜΚ1 διαφώνησε με την πιο πάνω θέση και εξήγησε ότι μπήκαν τρεις αστυνομικοί μέσα στο αυτοκίνητο γιατί τόσοι είχαν περισσέψει, θέση την οποία αποδεχόμαστε. Το δεύτερο σημείο αφορούσε την κατ΄ ισχυρισμό σύλληψη του κατηγορουμένου
  23. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι είχε συλλάβει τον κατηγορούμενο 2 και τον κρατούσε παράνομα χωρίς ένταλμα σύλληψης. Παρατηρούμε ότι η θέση αυτή αντικρούεται από τη μαρτυρία του κατηγορουμένου 2 που δήλωσε ευθαρσώς ότι δεν είχε συλληφθεί από οποιονδήποτε. Η σύλληψή του έγινε αργότερα με δικαστικό ένταλμα σύλληψης. Η μαρτυρία και των τριών μαρτύρων κατηγορίας ήταν σταθερή και είχε συνοχή, δεν παρουσίασε οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή κενά. Την αποδεχόμαστε στο σύνολό της. Στρεφόμενοι τώρα στη μαρτυρία του κατηγορουμένου 2 το πρώτο που θα θέλαμε να παρατηρήσουμε είναι ότι αυτός αναφέρθηκε σε πολλά γεγονότα και προέβαλε διάφορες εκδοχές που αφορούσαν την ουσία της υπόθεσης για τα οποία οι μάρτυρες κατηγορίας δεν αντεξετάσθηκαν. Ο κατηγορούμενος 2 απέδωσε κάποιες ενέργειες στον ανακριτή της υπόθεσης Οδυσσέως, ΜΚ
  24. Ο ΜΚ1 αντεξετάσθηκε επί μακρώ, ουδέποτε όμως υποβλήθηκαν σε αυτόν οι θέσεις του κατηγορουμένου 2 ήτοι ότι είχε απαγορευτεί στον τελευταίο να κινείται ελεύθερα στην οικία του ή ότι του απαγόρευσαν να αλλάξει ρούχα και να πάει τουαλέτα. Καμία ερώτηση υποβλήθηκε και σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι όταν πήγε τουαλέτα η πόρτα του χώρου ήταν ανοικτή και τον φρουρούσαν τρεις αστυνομικοί. Επιπρόσθετα, δεν τέθηκε η θέση του κατηγορουμένου 2 ότι οι αστυνομικοί δεν του επέτρεπαν να τηλεφωνήσει σε οποιονδήποτε. Πέραν των πιο πάνω, παρατηρούμε ότι ενώ οι μάρτυρες κατηγορίας είχαν ρωτηθεί κατά την αντεξέταση πού καθόταν ο κατηγορούμενος 2, αν αυτός είχε δικαίωμα να συνομιλεί με τους άλλους δύο κατηγορουμένους και κατά πόσο θα μπορούσε να πάει στην τουαλέτα, η αντεξέταση που ακολούθησε επί των πιο πάνω θεμάτων είχε γενικό χαρακτήρα και δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες συγκεκριμένες θέσεις. Δεν αντεξετάσθηκαν για τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο κατηγορούμενος 2 εκ των υστέρων, ήτοι ότι του είχε απαγορευθεί οποιαδήποτε επικοινωνία με τους άλλους δύο κατηγορουμένους και ότι εντός του σταθμού αυτός κυκλοφορούσε πάντα με τη συνοδεία αστυνομικών. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίσθηκε ότι όταν πήγαινε να καπνίσει και όταν πήγε στο αποχωρητήριο συνοδευόταν πάντα από αστυνομικούς. Υπενθυμίζουμε ότι αρχικά είχε αναφέρει επίσης ότι υπήρχε δίπλα του αστυνομικός και την ώρα που συνομιλούσε με τη δικηγόρο Σταυρούλα Αλεξάνδρου, στη συνέχεια όμως διαφοροποίησε την πιο πάνω θέση. Ακόμη δεν υποβλήθηκε σε οποιοδήποτε από τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής πώς ο κατηγορούμενος 2 ζήτησε επανειλημμένα να τηλεφωνήσει και δεν του επέτρεψαν. Επίσης η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, αναφορικά με τις θέσεις και τον τρόπο που καθόντουσαν οι τρείς κατηγορούμενοι στην αίθουσα διαλέξεων κατά την αποσφράγιση - σφράγιση των τεκμηρίων, δεν αμφισβητήθηκε. Η υπεράσπιση όφειλε να είχε θέσει στους μάρτυρες κατηγορίας τα πιο πάνω θέματα για σχολιασμό, για να διδόταν η δυνατότητα στους τελευταίους να προβάλουν τις δικές τους θέσεις. Πρόκειται για σημαντικά θέματα επί των οποίων βασίζεται η εισήγηση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος 2 τελούσε υπό παράνομη κράτηση. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Tekinder Pal v Δημοκρατίας[3] όπου ο Ναθαναήλ Δ. είπε σχετικά τα πιο κάτω: «Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599.» Καταλήγουμε ότι καμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στις εκδοχές που είχε προβάλει ο κατηγορούμενος 2 και οι οποίες δεν έχουν τεθεί υπόψη των μαρτύρων κατηγορίας. Απορρίπτουμε επίσης και τον ισχυρισμό του ότι εντός του αστυνομικού οχήματος που τον μετέφερε στον αστυνομικό σταθμό υπήρχαν τέσσερις αστυνομικοί και οι δύο εξ αυτών καθόντουσαν στο πίσω κάθισμα, ο ένας στα δεξιά του και ο άλλος στα αριστερά του. Τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε στο ΜΚ1 που ήταν το άτομο που τον μετέφερε, πέραν τούτου όμως, ως επισημαίνουμε και πιο πάνω κατά την παράθεση της συγκεκριμένης μαρτυρίας, αυτή στερείτο συνοχής. Τέλος επισημαίνουμε ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου 2 πώς στην αίθουσα διαλέξεων τους είχαν βάλει να καθίσουν στις θέσεις που σημείωσε επί της φωτογραφίας 37, του Τεκμηρίου 1, ήτοι στις τελευταίες σειρές, ο ένας σε απόσταση από τον άλλα, στερείται οποιασδήποτε λογικής. Τούτο διότι εφόσον αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο σκοπός που μεταφέρθηκαν και οι τρείς κατηγορούμενοι στην αίθουσα διαλέξεων ήταν για να είναι παρόντες κατά την αποσφράγιση, υπόδειξη και σφράγιση των τεκμηρίων για να έχουν ιδίαν αντίληψη της όλης διαδικασίας, αλλά και να βλέπουν τι περιείχαν τα χαρτοκιβώτια. Το εύλογο και αναμενόμενο είναι πώς θα τους τοποθετούσαν, αλλά και οι ίδιοι θα ήθελαν να είναι, όσο πιο κοντά στα τεκμήρια. Συνεπώς οι υποδειχθείσες κατ' ισχυρισμό θέσεις από τον κατηγορούμενο 2, δεν συνήδαν με τον σκοπό της παρουσίας τους στο χώρο. Το δικαίωμα της ελευθερίας του προσώπου προστατεύεται από το άρθρο 11.1 του Συντάγματος και το άρθρο 5 της Ευρωπαικής Σύμβασης. Στο άρθρο 11.4 του Συντάγματος γίνεται πρόνοια και για το δικαίωμα κάποιου προσώπου που τελεί υπό σύλληψη να τύχει νομικής συμβουλής.[4] Ο τρόπος άσκησης του εν λόγω δικαιώματος έχει πλέον ρυθμιστεί νομοθετικά με το Νόμο 163
(1)/2005[5]. Επισημαίνουμε ότι τόσο το άρθρο 11.4 του Συντάγματος όσο και το άρθρο 3
(1)του πιο πάνω Νόμου αναφέρονται στα δικαιώματα συλληφθέντος προσώπου. Στα δικαιώματα συλληφθέντος προσώπου κάνουν αναφορά και οι αποφάσεις Δημοκρατία και 1. Αχιλλέα Ιακώβου κ.α.[6] και Panovitch ν Cyprus[7], στις οποίες μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης. Το ερώτημα που καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει είναι κατά πόσο κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος 2 τελούσε υπό παράνομη σύλληψη και η παράνομη κράτηση. Ο περιορισμός των κινήσεων και ή ενεργειών κάποιου προσώπου δεν συνεπάγεται αυτόματα και στέρησης της ελευθερίας του[8]. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου υπάρχει διάκριση μεταξύ της στέρησης της προσωπικής ελευθερίας και του απλού περιορισμού των κινήσεων. Η κάθε υπόθεση πρέπει να εξετάζεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και η εξέταση πρέπει να έχει ως αφετηρία την κατάσταση του κατηγορουμένου (concrete situation) και να λαμβάνονται υπόψη διάφορα κριτήρια όπως είναι το είδος, η διάρκεια, οι συνέπειες και ο τρόπος εφαρμογής των σχετικών μέτρων. Η διαφορά μεταξύ στέρησης της ελευθερίας και περιορισμού των κινήσεων είναι απλώς θέμα βαθμού και έντασης και όχι της φύσης ή της ουσίας. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Iskandarov v Russia[9]: «In order to determine whether someone has been "deprived of his liberty" within the meaning of Article 5 the starting-point must be his concrete situation and account must be taken of a whole range of criteria such as the type, duration, effects and manner of implementation of the measure in question (see Amuur v. France, 25 June 1996, § 42, Reports 1996-III). The difference between deprivation of and restriction upon liberty is merely one of degree or intensity, and not one of substance (see Guzzardi v. Italy, 6 November 1980, Series A no. 39, and Medvedyev and Others v. France [GG], no. 3394/03, § 73, ECHR 2010-.).» Την ίδια προσέγγιση είχε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην υπόθεση Morphou Gendarmerie v Christakis Michael[10] ως επίσης και στην απόφαση Δημοκρατία ν Hugop Haroutioum Kirnouyan κ.ά.[11]. Η τελευταία υπόθεση αφορούσε ανακοπή και ακινητοποίηση οχήματος στα πλαίσια έρευνας που έγινε δυνάμει του άρθρου 21
(1)(α)(ii) του περί Αστυνομίας Νόμου Κεφ. 285 και του άρθρου 20
(2)(β) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του
  1. Αποφασίσθηκε ότι η ανακοπή και η ακινητοποίηση οχημάτων με σκοπό την έρευνα, η οποία διενεργήθηκε εντός των ορίων των πιο πάνω άρθρων, δεν συνιστά στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, όσο και εάν ενδεχομένως συνεπάγεται, ανάλογα με τα περιστατικά, κάποιο περιορισμό των κινήσεων. Κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 βρισκόταν υπό παράνομη κράτηση κατά παράβαση του άρθρου 11.1 του Συντάγματος και του άρθρου 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, είναι θέμα πραγματικό,[12] το οποίο θα πρέπει να κριθεί αντικειμενικά. Στο σύγγραμμα του Ανδρέα Ν. Λοΐζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, τίθενται κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τον τρόπο εξέτασης του ζητήματος που εγείρεται. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω, στη σελίδα 62: «Σχετική είναι η αρχή ότι η συμπεριφορά της Αστυνομίας κατά τη διεξαγωγή ανάκρισης για ένα αδίκημα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά. Αυτό συνάδει με την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών και την προστασία από κατάχρηση εξουσίας από την Αστυνομία. Επομένως, η πρόθεση της Αστυνομίας, όπως εμφανίζεται, να μη συλλάβει ένα άτομο και η υποκειμενική τους εκτίμηση του στόχου που επιδίωκαν δεν είναι αδιαμφισβήτητη. Το γεγονός ότι η Αστυνομία δε ζήτησε να συλλάβει το άτομο εκείνο ή ο ισχυρισμός τους ότι δεν είχαν, στο στάδιο εκείνο, πρόθεση να το συλλάβουν δεν είναι αποφασιστικό. Αν, παρά το γεγονός ότι σε ένα άτομο δεν τέθηκε κανονικός περιορισμός στην ελευθερία της διακίνησής του, φανεί ότι η Αστυνομία είχε σκοπό να το κρατήσει κάτω από τον έλεγχο της αν αποπειράτο, ασκώντας το δικαίωμα του εκείνο, να αρνηθεί συνεργασία ή να φύγει, η αστυνομική ενέργεια συνιστά σύλληψη που προστατεύεται από την υποπαράγραφο γ.» Παρόμοιο θέμα με αυτό που εξετάζουμε, απασχόλησε το Κακουργιοδικείο στην υπόθεση Κάπελλος ν Δημοκρατίας[13]. Σε εκείνη την υπόθεση εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα που εξουσιοδοτούσε την έρευνα της οικίας του κατηγορουμένου. Ο λοχίας που εκτέλεσε το ένταλμα θεώρησε ορθό αντί να πάει με τους άνδρες του απευθείας στην οικία του κατηγορουμένου και να την ερευνήσει, να καλέσει τον κατηγορούμενο στον τοπικό Αστυνομικό σταθμό για να μεταβεί μαζί τους, από το σταθμό αυτό στην οικία του. Ο υπεύθυνος του σταθμού ειδοποίησε τον κατηγορούμενο και ο τελευταίος πήγε στα γραφεία του Αστυνομικού αυτού Τμήματος. Εκεί συναντήθηκε με το λοχία και τους άλλους άνδρες της Υ.Κ.Α.Ν. Ο λοχίας τον πληροφόρησε για την ύπαρξη του εντάλματος και στη συνέχεια, όλοι μαζί, μετέβησαν με δύο αστυνομικά οχήματα στην οικία του κατηγορούμενου. Στην αυλή εντοπίστηκαν σε θήκη μοτοποδηλάτου, το οποίο ανήκε στον κατηγορούμενο, ναρκωτικά και μια ζυγαριά ακριβείας. Ο κατηγορούμενος έφερε ένσταση στην κατάθεση των πιο πάνω. Ήταν η θέση του ότι είχε τεθεί παράνομα υπό κράτηση και ότι η έρευνα που έλαβε χώρα ήταν παράνομη. Διεξήχθη δίκη εντός δίκης. Το Κακουργιοδικείο (πλειοψηφία) αφού άκουσε μαρτυρία κατέληξε ότι ο κατηγορούμενος δεν τελούσε υπό παράνομη κράτηση. Η πιο πάνω κατάληξη επικυρώθηκε από το Εφετείο[14]. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου: «Βασιζόμενοι σε γεγονότα που φαίνεται να αποτελούσαν κοινό έδαφος, και για τους λόγους που εξηγούμε στη συνέχεια, κρίνουμε ότι, η απόφαση της πλειοψηφίας του Κακουργιοδικείου ότι ο εφεσείων κατά τη μεταφορά του από τον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου, με αστυνομικό όχημα, μέχρι την οικία του όπου θα διεξαγόταν η έρευνα δεν ισοδυναμούσε με παράνομη σύλληψη, ήταν ορθή. Σε κανένα στάδιο ο εφεσείων αρνήθηκε να συνοδέψει τους αστυνομικούς στην οικία του ή ζήτησε να πάει μόνος του και εμποδίστηκε να το πράξει. Επομένως, ανεξάρτητα από το πώς ο ίδιος υποκειμενικά ένοιωθε όταν συμφώνησε να πάει στην οικία του για σκοπούς έρευνας με τους αστυνομικούς της ΥΚΑΝ, οι συνθήκες μεταφοράς του στην οικία του δεν συνιστούσαν παράνομη σύλληψη και κράτηση. Έτσι, κατά το χρόνο ανεύρεσης των ναρκωτικών και της ζυγαριάς δεν είχε παραβιαστεί οποιοδήποτε συνταγματικό δικαίωμα του εφεσείοντα ώστε να καθίστανται τα ναρκωτικά και η ζυγαριά μη αποδεκτά τεκμήρια στην υπόθεση.» Παρενθετικά αναφέρουμε ότι τελικά η καταδίκη του κατηγορουμένου ακυρώθηκε για λόγους όμως που δεν αφορούσαν τη δίκη εντός δίκης. Ακυρώθηκε λόγω μη ύπαρξης ενισχυτικής μαρτυρίας στην ομολογία του κατηγορούμενου - Εφεσίβλητου, σε συνδυασμό με τις εύλογες αμφιβολίες ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής . Στρεφόμενοι στην υπο κρίση υπόθεση και στο εξεταζόμενο ζήτημα στα πλαίσια πάντοτε της διεξαχθείσας δίκης εντός δίκης, καταλήγουμε ότι με βάση την αποδεκτή μαρτυρία προκύπτουν τα πιο κάτω γεγονότα: Το πρωί της 15.5.2015 αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 ανεκόπη σε κοντινή απόσταση από την οικία των κατηγορουμένων 2 και
  2. Στο όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 εντοπίσθηκαν χαρτοκιβώτια που περιείχαν ναρκωτικές ουσίες. Λίγη ώρα αργότερα σε έρευνα που διεξήχθη στην οικία των κατηγορουμένων 2 και 3, στην παρουσία της τελευταίας, εντοπίσθηκε σε ερμάρι υπνοδωματίου ποσότητα ναρκωτικής ουσίας. Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 συνελήφθηκαν για αυτόφωρα αδικήματα. Ο κατηγορούμενος 2 απουσίαζε κατά τον πιο πάνω χρόνο από την οικία του, βρισκόταν στην εργασία του. Υπηρετεί ως αστυνομικός στις Βρετανικές Βάσεις τα τελευταία 11 χρόνια. Η αστυνομία δεν επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 2, εκείνη που επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του ήταν η σύζυγός του, κατηγορουμένη
  3. Η τελευταία ήταν εκείνη που του είχε ζητήσει να επιστρέψει στο σπίτι του. Ο κατηγορούμενος 2 επέστρεψε στην οικία του η ώρα 12.15 μ.μ.. Ο ΜΚ1 τον πληροφόρησε ότι είχαν εντοπισθεί ναρκωτικές ουσίες στο αυτοκίνητο του αδελφού του, κατηγορουμένου 1 και στο ερμάρι του υπνοδωματίου του ιδίου. Του υπέδειξε τα ναρκωτικά που είχαν εντοπισθεί στο ερμάρι και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Ο κατηγορούμενος εδήλωσε άγνοια σε σχέση με τα ναρκωτικά που εντόπισε η αστυνομία. Ο ΜΚ1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 2 ότι υπήρχαν εύλογες υποψίες ότι συνδεόταν με τα αδικήματα και τον κάλεσε να πάει στο σταθμό για να ανακριθεί. Ο κατηγορούμενος 2 του απάντησε «θα πάει η οικογένεια μου και εγώ θα μείνω πίσω; Θα έρθω και εγώ». Στον κατηγορούμενο 2 αναφέρθηκε από το ΜΚ1 ότι αν ήθελε θα μπορούσε, αν επιθυμούσε, να πάει στο σταθμό με το όχημα της αστυνομίας ή με δικό του μέσο. Ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε να πάει με το όχημά της αστυνομίας. Ουδείς πίεσε τον κατηγορούμενο 2 να πάει στο σταθμό, ως ο ίδιος ανέφερε πήγε «εθελοντικά», «. επέλεξε να πάει με την οικογένεια του», «. για να δει πως θα πάει η υπόθεση». Παρενθετικά αναφέρουμε ότι σε κανένα στάδιο της διαδικασίας η υπεράσπιση αμφισβήτησε το δικαίωμα των αστυνομικών αρχών, να καλέσουν τον κατηγορούμενο 2 στο σταθμό για να δώσει κατάθεση. Το πιο πάνω δικαίωμα της αστυνομίας ρυθμίζεται από το άρθρο 5
(1)της Ποινικής Δικονομίας. Παραθέτουμε το περιεχόμενο του άρθρου αυτούσιο για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «5.-
(1)Κάθε ανακριτής δύναται να απαιτήσει από οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο αυτός έχει λόγο να θεωρεί ενήμερο των γεγονότων ή περιστατικών του ποινικού αδικήματος για το οποίο διεξάγει ανακρίσεις, να παραστεί σε τέτοιο τόπο και χρόνο ως ο ανακριτής ήθελε εύλογα ορίσει για το σκοπό εξέτασης και λήψης κατάθεσης από αυτό σε σχέση με το ποινικό αδίκημα.» Ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην οικία του στο Σούνι δεν του είχε τεθεί κανένας περιορισμός σε σχέση με τις κινήσεις του. Ο κατηγορούμενος 2 μετέβη στο σταθμό, με όχημα της αστυνομίας, στο οποίο επέβαιναν ο ΜΚ1 και δύο άλλοι αστυνομικοί. Το πιο πάνω όχημα έφυγε τελευταίο από τη σκηνή καθότι ο ΜΚ1 που ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης έπρεπε να προβεί προηγουμένως σε διάφορες ενέργειες. Πέραν τούτου ανέμεναν να φθάσει στο χώρο η πεθερά του κατηγορουμένου 2 για να αναλάβει το βρέφος. Οι κατηγορούμενοι 1 και 3, που ήταν υπό σύλληψη, είχαν φύγει με διαφορετικά αυτοκίνητα. Στον κατηγορούμενο 1 είχαν φορεθεί χειροπέδες, όχι όμως στην κατηγορουμένη 3, καθότι λόγω του ότι ήταν γυναίκα και εκρίθη ότι ο κίνδυνος να διαφύγει ήταν απομακρυσμένος, δεν θεωρήθηκε αυτό αναγκαίο. Στον κατηγορούμενο 2 δεν φορέθηκαν, σε οποιονδήποτε στάδιο, χειροπέδες. Η ακριβής ώρα που έφθασε ο κατηγορούμενος 2 στο σταθμό παρέμεινε αδιευκρίνιστη. Όταν έφθασαν στο σταθμό ο κατηγορούμενος 2 οδηγήθηκε στην αίθουσα διαλέξεων για να είναι παρών κατά την αποσφράγιση και σφράγιση των τεκμηρίων. Θεωρήθηκε αναγκαία η παρουσία του κατά την πιο πάνω διαδικασία καθότι η αστυνομία είχε υποψίες ότι συνδεόταν με τα ναρκωτικά που είχαν εντοπισθεί στο όχημα που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο
  1. Η αποσφράγιση άρχισε, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΚ2, η ώρα 14:
  2. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι όταν ο κατηγορούμενος 2 έφτασε στο σταθμό οδηγήθηκε αμέσως στην αίθουσα διαλέξεων όπου θα γινόταν η αποσφράγιση των τεκμηρίων, δεικνύει ότι ο τελευταίος είχε φτάσει στο σταθμό λίγα μόνο λεπτά πριν τη 14:
  3. Όταν έφθασε ο κατηγορούμενος 2 στο σταθμό κανένας δεν του ανέφερε ότι ήταν υπό σύλληψη ή υπό κράτηση. Ο ΜΚ1 ζήτησε από τον κατηγορούμενο 2 να μην συζητά με τους κατηγορούμενους 1 και 3 για οποιοδήποτε θέμα που αφορούσε την υπό διερεύνηση υπόθεση. Ο κατηγορούμενος 2 μπορούσε να κινείται ελεύθερα στο χώρο και κατά την αποσφράγιση των κιβωτίων και την υπόδειξη των τεκμηρίων καθόταν δίπλα από τη σύζυγό του, στα μπροστινά καθίσματα της αίθουσας. Η ώρα 14.57 ο ΜΚ2 άνοιξε στην παρουσία και των τριών κατηγορουμένων μία συσκευασία που περιείχε κάνναβη. Ο μάρτυρας την υπέδειξε και στους τρεις κατηγορουμένους, τους πληροφόρησε ότι επρόκειτο για κάνναβη και τους επέστησε την προσοχή τους στο νόμο. Η απάντηση που έδωσε ο κατηγορούμενος 2 ήταν «τίποτε». Η ώρα 15.00 ο ΜΚ2 παρέλαβε από συνάδελφό του δύο κινητά τηλέφωνα και δύο φορτιστές. Το ένα τηλέφωνο μάρκας ΥΑΚΟΥΑ είχε παραληφθεί από το σπίτι του κατηγορουμένου 2 και το δεύτερο τηλέφωνο μάρκας I-PHONE από κάποιο περίπτερο στο Καντού. Το τηλέφωνο μάρκας I-PHONE, πρόκειται για το επίδικο τηλέφωνο του οποίου ζητείται η κατάθεση του. Ο ΜΚ2 υπέδειξε τα τηλέφωνα και στους τρεις κατηγορουμένους, τους επέστησε την προσοχή τους στο νόμο και ο κατηγορούμενος 2 απάντησε «εν δικά μου». Ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε σχετική απόδειξη παράδωσης τεκμηρίων. Μετά την παραλαβή των τηλεφώνων άρχισε η αποσφράγιση των χαρτοκιβωτίων. Ανοίγονταν τα κιβώτια, υποδεικνυόταν το περιεχόμενο τους στους τρεις κατηγορουμένους, γινόταν επίστηση της προσοχής τους στο νόμο, αυτοί έδιδαν μια απάντηση η οποία καταγράφετο από το ΜΚ
  4. Η απάντηση που έδιδε ο κατηγορούμενος 2 σε όλες τις περιπτώσεις ήταν η ίδια «τίποτε». Το τελευταίο χαρτοκιβώτιο ανοίχθηκε η ώρα 15.
  5. Στο χώρο βρισκόντουσαν κάποιοι αστυνομικοί λόγω της διαδικασίας που διεξαγόταν, ήτοι της αποσφράγισης, υπόδειξης και σφράγισης τεκμηρίων και του γεγονότος ότι στην αίθουσα βρισκόντουσαν και οι δύο συλληφθέντες, οι κατηγορουμένοι 1 και
  6. Σε κάποιο χρόνο που παρέμεινε αδιευκρίνιστος, πήγαν στο σταθμό τρεις δικηγόροι, η Σ. Αλεξάνδρου, ο Χρ. Χ"Λοΐζου και ο Ν. Καλλής. Ο κατηγορούμενος 2 είχε επαφές και με τους τρεις δικηγόρους. Ο κατηγορούμενος 2 δεν παραπονέθηκε σε οποιονδήποτε ότι βρισκόταν υπό παράνομη κράτηση. Ουδείς αστυνομικός ανέφερε στον κατηγορούμενο 2, μέχρι την 18.35 ότι ήταν υπό σύλληψη. Η ώρα 18.35 ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, από το ΜΚ
  7. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας προκύπτει ότι ο μόνος περιορισμός που είχε τεθεί στον κατηγορούμενο 2 ήταν να μη συνομιλεί με τους δύο συλληφθέντες, ήτοι τη σύζυγο του και τον αδελφό του, για την υπόθεση. Το γεγονός αυτό δεν υποδηλεί βέβαια ότι ο κατηγορούμενος 2 βρισκόταν υπό παράνομη κράτηση. Εχοντας υπόψη το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας, την οποία εξέτάσαμε υπο το πρίσμα των αρχών που παραθέσαμε πιο πάνω, καταλήγουμε ότι κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος 2 συγκατατέθηκε όπως ο ΜΚ2 παραλάβει το επίδικο τηλέφωνο και το φορτιστή του, αυτός δεν τελούσε υπό παράνομη κράτηση και ουδείς αστυνομικός του είχε αναφέρει ότι ήταν υπό σύλληψη. Συνακόλουθα η ένσταση δεν μπορεί να γίνει δεκτή και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Το κινητό τηλέφωνο και ο φορτιστής κατατίθενται ως τεκμήρια 54 και 55 αντίστοιχα. (Yπ.) .............. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Assize Court/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση απόφαση σε Δ/Δ αναφορικά με την κατάθεση του φορητού τηλεφώνου και φορτιστή του κατηγορούμενου 2 στην ακρόαση της κυρίως υπόθεσης [1] Petri v Republic
(1968)2 CLR 7. [2] Volettos v Republic
(1961)169. [3]
(2010)2 ΑΑΔ
  1. [4] 11.4 'Πας συλλαμβανόμενος πληροφορείται κατά τη στιγμή της συλλήωεως αυτού εις καταληπτήν υπ' αυτού γλώσσαν τους λόγους της συλλήψεως αυτού και δικαιούται να τύχη των υπηρεσιών συνηγόρου της εκλογής αυτού'. [5] Βλέπετε άρθρα 3 και 8 του Νόμου. [6] 8322/2008, ημερ. 24.6.2009, Κακουργιοδικείου Λεμεσού. [7] Appl. no. 4268/04, 11.12.
  2. [8] 17185/05, 23.9.
  3. [9] 17185/05, 23.9.
  4. [10] 2 R.S.C.C.
  5. [11]
(1996)2 ΑΑΔ 126. [12] Βλέπετε σχετικά Δημοκρατία ν Δ. Κυπριανίδη
(1994)2 ΑΑΔ 37. [13] Αρ. Υπόθ. 13575/03, 20.12.2005, Κακουργιοδικείο Λάρνακας. [14]
(2007)2 ΑΑΔ 247. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.