← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Μαρίνου Χατζηαντώνη, Αρ. Υπόθ.: 7670/14, 20/1/2016

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Μαρίνου Χατζηαντώνη, Αρ. Υπόθ.: 7670/14, 20/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2016:3 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 7670/14 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Μαρίνου Χατζηαντώνη Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20.1.2016 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ο. Σοφοκλέους, Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Κονναρής (για να ακούσει απόφαση κ. Η. Κονναρής) Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα του βιασμού, κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα, κατηγορία 1 και της κατακράτησης γυναίκας χωρίς τη θέλησή της με σκοπό τη συνουσία, κατά παράβαση του άρθρου 162 του Ποινικού Κώδικα, κατηγορία

  1. Αρχικά αντιμετώπιζε και το αδίκημα της αρπαγής προσώπου, με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του, η κατηγορία όμως αυτή ανεστάλη από το Γενικό Εισαγγελέα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, αυτά διαπράχθηκαν στη Λεμεσό σε άγνωστη ημερομηνία κατά το μήνα Νοέμβριο του
  2. Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν οι αστυφύλακες Μαρίνα Ανδρέου και Αχιλλέας Κοκκινόφτας, ΜΚ1 και 2, οι γονείς της παραπονουμένης Λάμπρος Ιωάννου και Ανθούσα Ιωαννίδου, ΜΚ3 και 4, η παραπονουμένη, Ελισάβετ Ιωάννου, ΜΚ5 και ο Ανδρέας Πατρικίου, ΜΚ
  3. Εκ μέρους της Υπεράσπισης δεν κλήθηκε οποιοσδήποτε μάρτυρας ενώ ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ανώμοτη κατάθεση. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει κοινή θέση και των δύο μερών ότι ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη γνωρίστηκαν μέσω ιστοσελίδας κοινωνικής διαδικτύωσης, και συγκεκριμένα μέσω του facebook. Επικοινωνούσαν μέσω του facebook για μερικές εβδομάδες και ακολούθως συμφώνησαν όπως συναντηθούν. Ο κατηγορούμενος πήγε με το αυτοκίνητό του και παρέλαβε την παραπονουμένη από χώρο πλησίον της οικίας της. Ο πρώτος σταθμός τους ήταν ένα περίπτερο στη Γερμασόγεια, απ΄ όπου ο κατηγορούμενος κατέβηκε και αγόρασε δύο καφέδες και ένα «shark» και στη συνέχεια κατέληξαν σε κάποιο πολυώροφο κτίριο. Ανέβηκαν μαζί τις σκάλες μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο και ο κατηγορούμενος της ζήτησε να παραμείνει εκεί να τον περιμένει, της είπε χαρακτηριστικά «μείνε εδώ εν να έρτω σε πέντε λεπτά», απομακρύνθηκε και επέστρεψε μετά από λίγα λεπτά κρατώντας ένα κλειδί. Άνοιξε την πόρτα με το κλειδί που κρατούσε και εισήλθαν σε ένα χώρο που αποτελείτο από ένα δωμάτιο με δύο κρεβάτια, ένα μπάνιο και ένα μπαλκόνι. Κάθισαν για λίγο στο μπαλκόνι, κάπνισαν τσιγάρα και στη συνέχεια εισήλθαν εντός του δωματίου. Σε κάποιο στάδιο, μετά την είσοδο τους στο δωμάτιο ο κατηγορούμενος κλείδωσε την πόρτα του δωματίου και πήρε το κλειδί. Λίγο χρόνο αργότερα ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη είχαν σεξουαλική επαφή, συνουσία. Εκείνο που αμφισβητείται έντονα από τα δύο μέρη είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η πιο πάνω πράξη και τα ό,σα προηγήθηκαν. Ήταν η θέση της υπεράσπισης, ως αυτή προκύπτει μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και ιδιαίτερα της παραπονουμένης, ότι αυτή είχε συναινέσει και επιθυμούσε την ερωτική επαφή με τον κατηγορούμενο, θέση εκ διαμέτρου αντίθετη από τη θέση της παραπονουμένης. Αποτελεί επίσης κοινή θέση και των δύο πλευρών ότι μετά το επίδικο συμβάν ο κατηγορούμενος οδήγησε την παραπονουμένη πίσω στο σημείο απ΄ όπου την παρέλαβε. Το Μάρτιο του 2014 η παραπονουμένη εκμυστηρεύθηκε στο φίλο της Ανδρέα Πατρικίου, ΜΚ6, ότι ο Μαρίνος Χ"Αντώνης την είχε βιάσει και λίγες μέρες αργότερα κατήγγειλε το συμβάν στην Αστυνομία. Η Μαρίνα Ανδρέου, ΜΚ1, ήταν η εξετάστρια της υπόθεσης. Η μάρτυρας υιοθέτησε την κατάθεση της ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Στην κατάθεσή της καταγράφονται οι ενέργειες στις οποίες είχε προβεί για διερεύνηση της υπόθεσης. Η αντεξέταση της επικεντρώθηκε στις συνθήκες λήψης της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου και κατά πόσο ήταν αναγκαία υπό τις περιστάσεις η εξασφάλιση διατάγματος αποκάλυψης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων σε σχέση με το κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου. Ήταν η θέση της μάρτυρας ότι η έκδοση του διατάγματος δεν εκρίθη αναγκαία καθότι αποτελούσε κοινό έδαφος, παραπονούμενης και κατηγορούμενου, πως μόνο μία φορά είχαν συνομιλήσει από το τηλέφωνο κι αυτό έγινε την ημέρα που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα. Όσον αφορά την θέση γιατί δεν ήλεγξε τα κινητά τηλέφωνα έτσι ώστε να διαπιστώσει κατά πόσον υπήρχαν μηνύματα σχετικά με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, ανέφερε πως γι΄ αυτήν, έστω κι αν εντοπίζοντο τέτοια, αυτά δεν αποτελούσαν συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Ήταν δε η θέση αμφοτέρων των εμπλεκομένων ότι τα είχαν διαγράψει. Το ίδιο επικαλέστηκε και για τον έλεγχο του σκληρού δίσκου των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών. Η παραπονούμενη εδήλωσε στην Αστυνομία πως είχε διαγράψει όλες τις συνομιλίες της με τον κατηγορούμενο. Σε ερώτηση γιατί δεν έστειλε τους Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές στο Αρχηγείο Αστυνομίας για να επαναφέρουν το περιεχόμενο των όσων είχαν διαγραφεί, και πάλιν απάντησε πώς με τα ενώπιον της στοιχεία και ιδιαίτερα με δεδομένη την κοινή θέση πώς τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώραν 6,7,8 μήνες πριν τον Μάρτιο 2014, ήτοι εντός της περιόδου των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2013, δεν έκρινε τούτο σκόπιμο. Επανέλαβε δε πως λόγω της φύσης των υπό διερεύνηση αδικημάτων, ο χρόνος και το περιεχόμενο των επικοινωνιών τους μέσω του facebook ως επίσης και τα μηνύματα που συνομιλούσαν στο facebook, τα μηνύματα που αντάλλασσαν μεταξύ τους στα κινητά τους τηλέφωνα, δεν αποτελούσαν συστατικά στοιχεία των υπό διερεύνηση αδικημάτων. Ο αστυφύλακας 3064 Αχιλλέας Κοκκινόφτας ήταν αυτός που είχε συλλάβει τον κατηγορούμενο, έλαβε μέρος στην έρευνα της οικίας του και έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Μετά τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης ο μάρτυρας ζήτησε από τον κατηγορούμενο να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη, αυτός αρνήθηκε, υπέγραψε όμως συγκατάθεση όπως η παραπονούμενη τον δει μόνο του. Αντεξετάσθηκε κατά πόσο είχε ζητήσει τη συγκατάθεση του κατηγορουμένου για να γίνει αποκάλυψη των τηλεπικοινωνιακών του δεδομένων και κατά πόσο έγινε εξέταση των τηλεφωνικών του μηνυμάτων. Η απάντηση του μάρτυρα ήταν αρνητική. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι «ενήργησε με αμέλεια στην εξέταση της υπόθεσης», παρέλειψε να εξετάσει κατά πόσο οι δύο εμπλεκόμενοι είχαν μεταξύ τους οποιεσδήποτε τηλεφωνικές επικοινωνίες και να διακριβώσει κατά πόσο η καταγγελία της παραπονουμένης ήταν ψευδής. Ο μάρτυρας απέρριψε τις πιο πάνω θέσεις και επεσήμανε ότι ο ίδιος δεν ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης, απλώς βοήθησε τη συνάδελφο του στη διερεύνηση της. Η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου κατατέθηκε ως τεκμήριο στο Δικαστήριο. Την παραθέτουμε κατωτέρω αυτούσια: «Σε πληροφορώ ότι λαμβάνω μέρος στην διερεύνηση υπόθεσης που αφορά τα αδικήματα 1) του βιασμού, 2) της απαγωγής και 3) της αρπαγής προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του, δηλαδή της Ελισάβετ Ιωάννου από την Λεμεσό, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν κατά το μήνα Νοέμβριο του 2013 στην Λεμεσό. Για την υπόθεση αυτή έχω μαρτυρία που μου παρέχει εύλογη βάση για υποψία ότι ενέχεσαι γι΄ αυτό προτίθεμαι να σε ανακρίνω και να σου πάρω κατάθεση. Δεν είσαι υπόχρεος να πεις τίποτε εκτός εάν θέλεις, οτιδήποτε όμως πεις, πιθανόν να γραφεί και να δοθεί ως μαρτυρία. Ερώτηση 1: Τί έχεις να πεις για την υπόθεση που συνελήφθηκες και μόλις πληροφορήθηκες; Απάντηση 1: Επαραξενεύτηκα. Ερώτηση 2: Πού μένεις και με ποιους; Απάντηση 2: Μένω στην διεύθυνση που σου ανάφερα μαζί με τους γονείς μου Διαμαντή και Μαρία Χ"Αντώνη. Ερώτηση 3: Εργάζεσαι; Απάντηση 3: Όχι τα τελευταία δυόμιση χρόνια είμαι άνεργος. Ερώτηση 4: Πού δούλευες προηγουμένως; Απάντηση 4: Ήμουν πωλητής στην εταιρεία Infocopy και πιο πριν στον Δήμο Λεμεσού. Ερώτηση 5: Εργάστηκες ποτέ στην Δημόσια Υπηρεσία ή στην Αστυνομία; Απάντηση 5: Όχι. Ερώτηση 6: Είσαι ελεύθερος ή παντρεμένος; Απάντηση 6: Είμαι χωρισμένος. Ήμουν παντρεμένος με κάποια Φρόσω Παπαδοπούλου και έχουμε ένα γιο δέκα χρονών. Χωρίσαμε πριν 7 χρόνια. Ερώτηση 7: Τώρα έχεις κάποια σχέση; Απάντηση 7: Ναι με την Ευθυμία Ποχάνη. Ερώτηση 8: Πόσο καιρό έχεις δεσμό με την Ευθυμία; Απάντηση 8: Τέσσερα χρόνια. Ερώτηση 9: Δεν μένετε μαζί; Απάντηση 9: Όχι. Ερώτηση 10: Τον τελευταίο ένα χρόνο εκτός από την Ευθυμία είχες κάποια άλλη σχέση με άλλη κοπέλλα; Απάντηση 10: Με την μιτσιά τούτη που βρέθηκα μαζί της. Ερώτηση 11: Με ποιαν εννοείς; Απάντηση 11: Τούτην που μου ανάφερες την Ελισάβετ Ιωάννου. Ερώτηση 12: Έχεις αυτοκίνητο; Απάντηση 12: Ναι, ένα Mazda RX 8 με νούμερα ΚΗΖ
  4. Ερώτηση 13: Χρησιμοποιείς άλλο αυτοκίνητο, εκτός από αυτό; Απάντηση 13: Της μάμας μου, ένα Τοyota Corolla. Ερώτηση 14: Γνωρίζεις τους αριθμούς εγγραφής; Απάντηση 14: Αν δεν κάμνω λάθος ΚΒΤ247 και είναι χρώματος γκρίζο προς silver. Ερώτηση 15: Είσαι χρήστης του facebook; Απάντηση 15: Ναι. Ερώτηση 16: Με ποια στοιχεία είσαι καταχωρημένος, δηλαδή το προφίλ σου; Απάντηση 16: Τα πραγματικά μου. Ερώτηση 17: Πόσο καιρό έχεις το facebook; Απάντηση 17: Περίπου τρία χρόνια. Ερώτηση 18: Τί έχεις στο προφίλ σου, δηλαδή φωτογραφία; Απάντηση 18:Κανονική. Είμαι εγώ, η ανιψιά μου Νικολέττα και η κοπέλλα μου η Ευθυμία. Ερώτηση 19: Πόσο καιρό έχεις αυτήν την φωτογραφία στο προφίλ σου; Απάντηση 19: Αρκετό καιρό, δεν θυμούμαι. Έχω όμως και άλλη φωτογραφία. Αυτή που σου ανάφερα είναι η μεγάλη που δεν την αλλάζω. Η άλλη φωτογραφία του είναι πιο μικρή, την αλλάζω κάθε τόσο. Ερώτηση 20: Δηλαδή τί φωτογραφίες έχεις χρησιμοποιήσει; Απάντηση 20: Τώρα έχω φωτογραφία με την ανιψιά μου την Νικολέττα. Πριν έχω χρησιμοποιήσει, φωτογραφίες με το αυτοκίνητό μου το RX 8, με μοτόρες, που είμαι μόνο εγώ και άλλες. Ερώτηση 21: Έχεις τατουάζ; Απάντηση 21: Ναι. Έχω δύο στο αριστερό μου χέρι, δύο στο δεξί μου και ένα στην πλάτη μου. Ερώτηση 22: Γνωρίζεις που είναι τα διαμερίσματα με την ονομασία Parojim Appartments στην Γερμασόγεια; Απάντηση 22: Ναι γιατί πάω μια φορά την εβδομάδα. Ερώτηση 23: Τί εννοείς μίαν φορά την εβδομάδα; Απάντηση 23: Είναι το σημείο που συναντώ την κοπέλλα μου κάθε μια ή δύο εβδομάδες και κάμνουμε σεξ. Ερώτηση 24: Έχεις πάει στο Parojim με άλλη κοπέλλα; Απάντηση 24: Με την κοπέλλα τούτη την Ελίζα. Ερώτηση 25: Δηλαδή πόσες φορές πήγες μαζί της στο Parojim; Απάντηση 25: Μόνο μια φορά. Ερώτηση 26: Πότε ήταν αυτή η φορά; Απάντηση 26: Δεν θυμούμαι. Πριν 6-7-8 μήνες, δεν θυμούμαι. Ερώτηση 27: Την κοπέλα αυτή, δηλαδή την Ελίζα ή Ελισάβετ Ιωάννου πώς την γνώρισες; Απάντηση 27: Που το internet. Ερώτηση 28: Τί εννοείς που το internet; Απάντηση 28: Που μιαν σελίδα του facebook που έχει παιχνίδια. Ερώτηση 29: Δηλαδή έτσι γνωριστήκατε παίζοντας παιχνίδια στο διαδίκτυο; Απάντηση 29: Δεν παίζαμε μαζί παιχνίδια. Απλά εγώ είδα την φωτογραφία της και της μίλησα στο chat και έτσι γνωριστήκαμε. Ερώτηση 30: Πόσο καιρό μιλούσατε στο chat του facebook; Απάντηση 30: Λίγο διάστημα δεν θυμούμαι. Ερώτηση 31: Είχατε κοινούς φίλους στο facebook; Απάντηση 31: Δεν ξέρω. Ερώτηση 32: Η ιστοσελίδα που λέεις ότι γνώρισες την Ελίζα, μπορείς να γνωρίσεις άλλους; Απάντηση 32: Εγώ έπαιζα τάβλι στην σελίδα αυτή που ονομάζεται Dod. Στην σελίδα αυτή όσοι παίζουν παιχνίδια μπορούν να συνομιλούν μεταξύ τους με γραπτά μηνύματα στο chat. Eρώτηση 33: Πόσες φορές συνάντησες την Ελίζα; Απάντηση 33: Μια φορά. Ερώτηση 34: Ήταν η συνάντηση που είπες πιο πάνω ότι πήγατε στο Parojim; Απάντηση 34: Ναι. Δεν είχε άλλη. Ερώτηση 35: Την συνάντηση αυτή ποιος την επιδίωξε; Απάντηση 35: Είπα της εγώ αν θέλει να βρεθούμε και είπε μου ΟΚ. Βρεθήκαμε στα Πολεμίδια. Ερώτηση 36: Δεν θυμάσαι τώρα πότε ήταν; Απάντηση 36: Έχει τζιαιρό, πολλήν τζιαιρό. Ερώτηση 37: Επικοινωνούσατε και μέσω τηλεφώνου, εκτός από το διαδίκτυο; Απάντηση 37: Μόνο μία φορά μιλήσαμε στο τηλέφωνο. Την μέρα που συναντηθήκαμε. Ερώτηση 38: Εκτός από τον αριθμό τηλεφώνου 96-559573 που δήλωσες, χρησιμοποιάς άλλον αριθμό; Απάντηση 38: Όχι. Ερώτηση 39: Σε ποιον αριθμόν κάλεσες την Ελίζα εκείνη την μέρα; Απάντηση 39: Δεν θυμούμαι το τηλέφωνο της γιατί δεν το αποθήκευσα. Ερώτηση 40: Στο chat που κάνατε στο facebook μιλήσατε καμιά φορά για σεξ; Απάντηση 40: Όχι. Ερώτηση 41: Για ποιον λόγο ήθελες να συναντηθείτε; Απάντηση 41: Για να γνωριστούμε. Δεν είχα σκοπό να κάμω κάτι άλλο. Ερώτηση 42: Συμφώνησε από την πρώτη στιγμή που της το ζήτησες για να βρεθείτε; Απάντηση 42: Είπε μονομιάς εντάξει, ήθελε να γνωριστούμε. Ερώτηση 43: Κατά τις συνομιλίες σας στο facebook εσύ από πού μπαίνεις στο διαδίκτυο; Απάντηση 43: Μόνο από το σπίτι από τον φορητό υπολογιστή μου. Ερώτηση 44: Είσαι καπνιστής; Απάντηση 44: Ναι. Ερώτηση 45: Πίνεις αλκοόλ ή κάμνεις χρήση ναρκωτικών; Απάντηση 45: Όχι. Ερώτηση 46: Έχεις οποιοδήποτε πρόβλημα με την υγεία σου και παρακολουθείσαι από γιατρό; Απάντηση 46: Όχι. Ερώτηση 47: Θέλεις να μου πεις τι ακριβώς έγινε εκείνη την μέρα που συναντήθηκες με την Ελίζα και πήγατε στο Parojim; Απάντηση 47: Τί να σου πω; Βρεθήκαμε και πήγαμε. Ερώτηση 48: Θυμάσαι τί μέρα ήταν και τί ώρα; Απάντηση 48: Δεν θυμάμαι τι μέρα ήταν. Θυμούμαι όμως ότι ήταν πρωινές ώρες γιατί μιλούσαμε όλη νύχτα με μηνύματα. Ερώτηση 49: Πριν πάτε στο Parojim κάνατε οποιαδήποτε στάση; Απάντηση 49: Όχι. Δεν θυμάμαι τι έκαμα εκείνη την μέρα. Συνήθως όμως σταματώ σε περίπτερο και πιάνω shark ή καφέ. Ερώτηση 50: Της είχες πει ότι θα πηγαίνατε στο Parojim; Απάντηση 50: Είπα της ότι θα πηγαίναμε σε κάτι διαμερίσματα. Ερώτηση 51: Δηλαδή συγκατατέθηκε αμέσως για να πάτε σε διαμέρισμα; Απάντηση 51: Στην αρχή είπε μου ότι εφοάτουν γιατί δεν με ξέρει καλά αλλά μετά είπεν εντάξει γιατί είπα της ότι ήταν να πάμε για να μιλήσουμε μόνο. Ερώτηση 52: Για ποιον λόγο ήθελες να πάτε σε αυτά τα διαμερίσματα στην Γερμασόγεια; Απάντηση 52: Γιατί έχω κοπελλούα και δεν θέλω να με βλέπει ο κόσμος. Ερώτηση 53: Σου υποβάλω ότι σύμφωνα με την Ελίζα Ιωάννου, σε είχε ρωτήσει αν θα κάμετε σεξ στο διαμέρισμα και εσύ την διαβεβαίωσες ότι δεν θα κάμνατε τίποτε. Τί έχεις να πεις γι΄ αυτό; Απάντηση 53: Ότι δεν θα κάμναμε τίποτε. Ούτε της είπα έτσι πράμα. Δεν προγραμματίζεις κάτι τέτοιο. Το σεξ έρχεται που μόνο του. Ερώτηση 54: Θέλεις να κάμεις ένα διάλειμμα για να πιείς κάτι ή θέλεις να συνεχίσουμε; Απάντηση: Δεν έχω πρόβλημα. Να συνεχίσουμε να τελειώνουμε. Ερώτηση 55: Θυμάσαι σε ποιο δωμάτιο πήγατε; Απάντηση 55: Όχι. Ερώτηση 56: Πλήρωσες για το δωμάτιο; Απάντηση 56: Ναι. Είκοσι ευρώ. Ερώτηση 57: Δηλαδή πληρώνεις και σου δίνουν κλειδί; Απάντηση 57: Ναι έχει ένα γραφείο όπως το ρεσέψιον πληρώνεις και σου δίνουν κλειδί δωματίου. Ερώτηση 58: Στο ρεσέψιον πήγες μόνος σου ή με την Ελίζα; Απάντηση 58: Μόνος μου. Ερώτηση 59: Δηλαδή η Ελίζα σε είδε που πλήρωνες για δωμάτιο; Απάντηση 59: Όχι. Νομίζω δεν με είδε. Ερώτηση 60: Τί εκάμετε όταν πήγατε στο διαμέρισμα; Απάντηση 60: Στην αρχή κουβεντιάζαμε στο μπαλκόνι και πίναμε shark ή καφέ. Νομίζω καφέ γιατί ήταν πρωί. Ακόμα εκαπνίζαμε. Ερώτηση 61: Μετά τί έγινε; Απάντηση 61: Της είπα να μπούμε μέσα και αυτή μου είπε όχι και εγώ την τράβησα λίγο από το χέρι αλλά όχι με το ζόρι γιατί είχε κόσμο κάτω και δεν ήθελα να μας ακούν. Ερώτηση 62: Θυμάσαι αν ήταν κρύο ή ζέστη; Απάντηση 62: Νομίζω ήταν κρυάδα. Ερώτηση 63: Όταν μπήκατε στο διαμέρισμα κλείδωσες την πόρτα; Απάντηση 63: Στην αρχή όχι. Μετά όμως μου είπε ότι ήθελε να φύγει και εγώ κλείδωσα την πόρτα για να μην φύγει γιατί που ήταν να πάει από Γερμασόγεια ως τα Πολεμίδια. Ερώτηση 64: Δηλαδή ο λόγος που την κλείδωσες ήταν αυτός; Απάντηση: Ναι. Ερώτηση 65: Για ποιον λόγο ήθελε να φύγει; Απάντηση 65: Επειδή έκαμα κίνηση εγώ δηλαδή προσπάθησα να την φιλήσω και να την αγκαλιάσω αυτή φοβήθηκε και ήθελε να φύγει. Ερώτηση 66: Δηλαδή είχε φοβηθεί γιατί δεν ήθελε να κάμει σεξ μαζί σου; Απάντηση 66: Όχι. Φοβήθηκε όταν κλείδωσα την πόρτα. Ερώτηση 67: Σου είπε ότι δεν ήθελε να κάμει σεξ μαζί σου; Απάντηση 67: Στην αρχή είπεν μου ότι εν θέλει και μετά εκάμαμεν. Ερώτηση 68: Καταλαβαίνεις την έννοια της λέξης σεξ; Απάντηση 68: Ναι. Είμαι 30 χρονών και ξέρω πολλά καλά τι είναι το σεξ. Ερώτηση 69: Από την ώρα που κλείδωσες την πόρτα μέχρι την ώρα που ήρθατε σε σεξουαλική επαφή, πόση ώρα πέρασε; Απάντηση 69: Εν θυμούμαι. Πάντως έγινε ότι έγινε και φύγαμε αμέσως. Ερώτηση 70: Σου είχε πει ότι ήθελε να φύγει από το δωμάτιο και δεν της το επέτρεψες; Απάντηση 70: Ναι. Γιατί ήταν μακριά, δεν είχε κύριο δρόμο κοντά για να τα βρει και να φύγει. Ερώτηση 71: Σου υποβάλλω ότι την ώρα που κλείδωσες το δωμάτιο, πήρες τα κλειδιά από την πόρτα και της τα έδειχνες και την κορόιδευες ότι δεν μπορούσε να φύγει και αυτή σε παρακαλούσε να την αφήσεις να φύγει. Τί έχεις να πεις γι΄ αυτό; Απάντηση 71: Ναι έτσι έγινε γιατί δεν ήθελα να φύγει μόνη της. Της είπα ότι θα την έπαιρνα εγώ σπίτι της. Ερώτηση 72: Επίσης σου υποβάλλω ότι σύμφωνα με την μαρτυρία που υπάρχει σου ανάφερε ότι αν δεν την άφηνες θα πηδούσε από το μπαλκόνι και ότι θα καλούσε την Αστυνομία. Τί έχεις να πεις για αυτό; Απάντηση 72: Δεν μου είπε για Αστυνομία. Είπεν μου όμως ότι θα πετάσσετουν που το μπαλκόνι και εγώ έκλεισα την μπαλκονόπορτα για να την προστατέψω. Ερώτηση 73: Επίσης σου υποβάλλω ότι προσπάθησε να σου πάρει τα κλειδιά και εσύ την έσπρωχνες για να μην τα πιάσει; Απάντηση 73: Είπα της δεν θα τα πιάσεις τα κλειδιά. Ερώτηση 74: Την έσπρωξες πίσω για να μην τα πιάσει; Απάντηση 74: Ναι για να μην φύγει. Ερώτηση 75: Σου υποβάλλω ότι χρησιμοποίησες βία στην Ελίζα με σκοπό να την βιάσεις και ήρθες σε σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς την θέλησή της. Τί έχεις να πεις γι΄ αυτά; Απάντηση 75: Τίποτε. Ήταν της στιγμής, δεν το ήθελα. Ερώτηση 76: Δηλαδή παραδέχεσαι ότι ήρθες σε σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς την θέλησή της; Απάντηση 76: Όχι. Στην αρχή δεν ήθελε να κάμουμε σεξ. Μετά όμως με ρώτησε ότι αν θα κάμναμε σεξ θα την άφηνα να φύγει και εγώ της είπα ναι γι΄ αυτό δέχτηκε να κάμουμε σεξ. Ερώτηση 77: Δηλαδή ο λόγος που συγκατατέθηκε ήταν απλά για να μπορέσει να φύγει από το δωμάτιο που ήταν κλειδωμένο; Απάντηση 77: Ναι για να φύγουμε γενικά και οι δύο. Ερώτηση 78: Επίσης σου υποβάλλω ότι σύμφωνα με την μαρτυρία που υπάρχει η Ελίζα δεν έδωσε σε καμία περίπτωση την συγκατάθεσή της για να έρθετε σε σεξουαλική επαφή. Την είχες βάλει πάνω στο κρεβάτι και ασκώντας σωματική βία σ΄ αυτήν της έβγαλες τα ρούχα της και μετά την βίασες. Τί έχεις να πεις γι΄ αυτό; Απάντηση 78: Δεν την βίασα μου είπε να κάμουμε για να φύγουμε. Ερώτηση 79: Ποιος έβγαλε τα ρούχα της; Απάντηση 79: Μόνη της αφού μου είπεν να κάμουμε σεξ και ότι ο μόνος λόγος ήταν για να φύγουμε. Ερώτηση 80: Χρησιμοποίησες οποιαδήποτε προφύλαξη; Απάντηση: Όχι. Ερώτηση 81: Γιατί όχι; Δεν χρησιμοποιείς προφυλακτικό σε τέτοια περίπτωση; Απάντηση 81: Επειδή δεν είχα σκοπό να κάμω κάτι μαζί της γι΄ αυτό δεν πήρα προφυλαχτικά μαζί μου. Ερώτηση 82: Ολοκλήρωσες εσύ; Δηλαδή εκσπερμάτωσες; Απάντηση 82: Όχι. Ερώτηση 83: Γιατί; Απάντηση 83: Γιατί εν μου έρκετουν να τελειώσω. Ερώτηση 84: Το παθαίνεις συχνά αυτό να μην μπορείς να τελειώσεις; Απάντηση 84: Με την κοπέλλα μου τελειώνω κανονικά. Με αυτήν όμως δεν μου βγήκε. Ερώτηση 85: Τί εννοείς δεν σου βγήκε; Απάντηση 85: Με όλα αυτά που προηγήθηκαν, επειδή δεν το έκαμνε γιατί το ήθελε ή της άρεσκα αλλά επειδή το έκαμνε γιατί ήθελε να φύγουμε. Ερώτηση 86: Πώς ήταν συναισθηματικά η Ελίζα όταν κάνατε σεξ; Απάντηση 86: Έδειχνε μου ότι ήταν κανονικά. Μετά είπεν μου ότι εμετάνοιωσε το. Ερώτηση 87: Είχε κλάψει πριν ή μετά την σεξουαλική πράξη; Απάντηση 87: Έκλαψε αλλά δεν θυμούμαι σε ποια φάση. Επέρασαν πολλοί μήνες. Ερώτηση 88: Τί έγινε μετά; Φύγατε αμέσως; Απάντηση 88: Ναι. Εφύαμεν αμέσως και πιάσαμε το highway και την επήρα στο σημείο που την είχα παραλάβει. Ερώτηση 89: Συζητήσατε για το περιστατικό αυτό μέσα στο αυτοκίνητο; Απάντηση 89: Όχι. Τίποτε αλλά μιλούσαμε κανονικά. Ερώτηση 90: Μετά τί έγινε; Πεσμου. Απάντηση 90: Την ρώτησα αν θα ξαναμιλήσουμε και μου είπε όχι. Μετά όμως την έπιασα τηλέφωνο και της είπα να μιλήσουμε για να τα βρούμε και πως έγινε λάθος. Αυτή μου είπε ότι δεν θέλει να μου ξαναμιλήσει και πως θα μου έκαμνε μπλοκ δηλαδή να μην μπορώ να της τηλεφωνώ. Ερώτηση 91: Τί εννοείς έγινε λάθος; Απάντηση 91: Εννοώ ότι μετάνοιωσα που έγινε με τούτον τον τρόπο δηλαδή ότι έκαμε σεξ μαζί μου καλά τζιαι μόνο γιατί ήθελε να φύγουμε. Δεν είμαι έτσι άνθρωπος. Ερώτηση 92: Από εκείνη την μέρα ξαναμιλήσατε; Απάντηση 92: Όχι. Δοκίμασα μόνο μια φορά να της μιλήσω στο τηλέφωνο της. Απάντησε η αδελφή της τζιαι μου είπε ότι άλλαξε τηλέφωνο και της είπα να μου το δώσει αλλά δεν μου το έδινε. Ήθελα να δω τι κάμνει. Ερώτηση 93: Θέλεις να πεις κάτι άλλο γι΄ αυτήν την υπόθεση; Απάντηση 93: Έκαμα λάθος. Ήταν της στιγμής. Δεν ξανάγινε τέτοιο πράγμα. Ερώτηση 94: Δηλαδή έχεις κατανοήσει ότι αυτό που έγινε δηλαδή που έκαμες σεξ μαζί της, έγινε χωρίς πραγματικά το θέλει η ίδια και ότι είχες ασκήσει κάποια πίεση σε αυτήν; Απάντηση 94: Ναι. Έκαμα λάθος γιατί δεν είναι του χαρακτήρα μου να κάμνω τέτοια πράγματα. Ερώτηση 95: Θέλεις να αναφέρεις κάτι άλλο; Απάντηση 95: Στο σημείο που σου είπα ότι στο αυτοκίνητο μου μιλούσε κανονικά εκατάλαβα ότι έπαιζε τον ρόλο της για να την πάρω σπίτι. Τούτο αναφέρω το γιατί εκατάλαβα ότι έκαμα λάθος. Ερώτηση 96: Είπες σε κανένα τι έγινε εκείνη την μέρα στο Parojim; Απάντηση 96: Όχι δεν λέγονται τέτοια πράγματα.» Παρενθετικά αναφέρουμε ότι όταν ζητήθηκε η κατάθεση του πιο πάνω εγγράφου η υπεράσπιση είχε ένσταση. Ήταν η θέση της ότι δεν ήταν το προϊόν ελεύθερης βούλησης αλλά εξασφαλίσθηκε μετά από πιέσεις και απειλές. Συγκεκριμένα ότι οι ΜΚ1, ΜΚ2 και ο Υπαστυνόμος Μαρίνος Βασιλείου απείλησαν τον κατηγορούμενο ότι αν δεν έδιδε κατάθεση θα του «έβαζαν βόμβα». Διετάχθη η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, κατέθεσαν δύο μάρτυρες και στη συνέχεια, εν τω μέσω της διαδικασίας, η υπεράσπιση ανακάλεσε όλους τους ισχυρισμούς της περί πιέσεων και απειλών για τοποθέτηση βόμβας και συμφώνησε όπως η κατάθεση γίνει δεκτή. Ενόψει των πιο πάνω η δίκη εντός δίκης διακόπηκε και κατατέθηκε στο Δικαστήριο η ανακριτική του κατάθεση. Η παραπονούμενη καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Την παραθέτουμε αυτούσια: «Διαμένω μαζί με τους γονείς μου στην οδό που έχω προαναφέρει. Τα τελευταία τρία χρόνια περίπου διατηρώ προσωπική σελίδα στο δίκτυο - ιστοσελίδα FACEBOOK με το όνομα Eliza Ioannou. Στον λογαριασμό μου στο facebook έχω αρκετούς φίλους. Κατά τον Οκτώβριο του 2013, δεν θυμάμαι την ημερομηνία, μου έκανε αίτημα φιλίας κάποιος ονόματι Marinos Hatziantonis. Εγώ έκανα αποδοχή το αίτημα φιλίας του αν και δεν γνώριζα ποιος είναι. Μετά από αυτό αρχίσαμε να μιλάμε καθημερινά με γραπτά μηνύματα (chat) στο facebook. Με τον Μαρίνο μιλούσαμε για διάφορα πράγματα, για τη ζωή μου γενικά, παίζαμε από κοινού παιχνίδια και μιλούσαμε φιλικά. Μιλούσαμε έτσι για περίοδο ενός μήνα περίπου και μετά άρχισε να μου ζητά να βρεθούμε από κοντά. Εγώ του είπα ότι δεν έχω πρόβλημα να βρεθούμε αλλά ήθελα να ξέρω το πού. Αυτός μου είπε ότι είχε κάποια διαμερίσματα και να πάμε εκεί. Εγώ του είπα πως δεν ήθελα να βρεθούμε σε τέτοιο χώρο και του πρότεινα να πάμε σε ένα παρκάκι στη γειτονιά μου όπου ένιωθα πιο ασφαλής να συναντηθώ με κάποιον που πρώτη φορά θα έβλεπα. Αυτός επέμενε να βρεθούμε στα διαμερίσματα αλλά να μην ανησυχώ και δεν θα γίνει μεταξύ μας και απλά σκοπός ήταν να συναντηθούμε για να γνωρίσει από κοντά ο ένας τον άλλο. Εγώ και πάλι αρνήθηκα να βρεθούμε και συνεχίσαμε όμως να μιλάμε. Εγώ του έδειξα εμπιστοσύνη γιατί ήταν πολύ φιλικός μαζί μου και σε καμιά περίπτωση δεν μου έδειξε κάτι που να με κάνει να μην τον εμπιστεύομαι. Μετά από αρκετές φορές που επέμενε να συναντηθούμε αποφάσισα να δεχτώ κι έτσι σε μια συνομιλία που είχαμε στο facebook, συμφώνησα να βρεθώ μαζί του την επόμενη μέρα, νομίζω ήταν Παρασκευή ή Σάββατο. Του έδωσα τον αριθμό του κινητού μου τηλεφώνου, για να μου τηλεφωνήσει την επόμενη μέρα να συναντηθούμε και μου έδωσε κι αυτός τον αριθμό
  5. Την επόμενη μέρα το πρωί που δεν θυμάμαι να σου πω πότε ήταν, την ημερομηνία, θυμάμαι απλά ότι ήταν μέσα στο Νοέμβριο του 2013, μου τηλεφώνησε από αυτό τον αριθμό και μου είπε να ετοιμαστώ και να του κάνω κλήση για να ξεκινήσει. Συμφωνήσαμε να έρθει να με πιάσει στο δρόμο που είναι το 7ο δημοτικό-γυμνάσιο Πολεμιδιών. Να σου αναφέρω ότι όταν συμφωνήσαμε να βρεθούμε, μου είπε ότι θα κάναμε σεξ, συγκεκριμένα μου είπε αν θα γινόταν κάτι μεταξύ μας. Εγώ αρνήθηκα λέγοντας του ότι δεν τον ξέρω τόσο καλά και αυτός μου είπε εντάξει, αφήνοντας να νοηθεί ότι είναι δεκτός το τι θέλω. Ήρθε κατά το μεσημέρι στο σημείο που συμφωνήσαμε, λίγο πιο κάτω από το έβδομο γυμνάσιο, ήταν δώδεκα περίπου. Ήρθε με ένα αυτοκίνητο TOYOTA μακρύ, παλιό αυτοκίνητο, δεν ξέρω τι μοντέλο, ούτε τα νούμερα είδα, χρώματος γκρίζου. Εγώ μπήκα στο αυτοκίνητο, αυτός ξεκίνησε και χωρίς να με ρωτήσει που να πάμε, ξεκίνησε να πηγαίνει προς Γερμασόγεια. Στη διαδρομή έπιασε αυτοκινητόδρομο και βγαίνοντας τον αυτοκινητόδρομο σταμάτησε σε περίπτερο και μας έφερε καφέδες. Εγώ όταν σταματήσαμε στο περίπτερο τον ρώτησα πού πάμε και μου είπε θα δεις. Εγώ άρχισα να ανησυχώ και συνέχισα να τον ρωτώ και έπαιρνα την ίδια απάντηση. Συνέχισε να οδηγεί ώσπου φτάσαμε στη Γερμασόγεια σε κάτι διαμερίσματα. Είναι αυτά που σας υπέδειξα προηγουμένως. Μόλις φτάσαμε μου είπε να κατεβώ από το αυτοκίνητο λέγοντας μου να μην αγχώνομαι και δεν έχει τίποτα. Εγώ τότε αν και ήμουν αγχωμένη κατέβηκα από το αυτοκίνητο αφού κάπως τον εμπιστεύτηκα όταν μου είπε πως δεν θα κάναμε τίποτα. Αυτός προχώρησε μπροστά, βγήκαμε από μια πίσω σκάλα και κάπου στον πρώτο όροφο μου είπε να μείνω να τον περιμένω στην σκάλα και αυτός μπήκε μέσα στο κτίριο. Έκανε περίπου πέντε λεπτά και επέστρεψε κρατώντας κλειδί. Μου έδειξε ένα διαμέρισμα λέγοντας μου ότι είναι το διαμέρισμα που θα μπαίναμε. Άνοιξε την πόρτα, άνοιξε τις κουρτίνες, μπήκαμε μέσα και άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βγήκαμε στο μπαλκόνι. Αρχίσαμε να μιλάμε για γενικά θέματα και να πίνουμε τσιγάρο. Μιλήσαμε για γενικά θέματα. Όταν τέλειωσε το τσιγάρο μας, μου είπε να πάμε μέσα και εγώ του είπα όχι, ότι ήθελα να μείνω έξω. Μου το είπε τρεις φορές και επειδή αρνήθηκα, την τρίτη φορά με άρπαξε από το χέρι και με τράβηξε μέσα. Να σου πω ότι το διαμέρισμα αυτό ήταν μόνο ένα μπάνιο-τουαλέτα και κρεβάτια. Δεν είχε σαλόνι, ούτε κουζίνα. Ήταν δωμάτιο ξενοδοχείου στην ουσία. Όταν με τράβηξε μέσα καθίσαμε στο ένα από τα δύο κρεβάτια. Μόλις καθίσαμε, αυτός με έσπρωξε με το χέρι του, στους ώμους κι εγώ έπεσα πίσω στο κρεβάτι. Άρχισε να μου χαϊδεύει παντού το σώμα μου κι εγώ τον έσπρωχνα με τα χέρια μου να σταματήσει. Αυτός συνέχιζε να το κάνει κι εγώ του είπα «κανεί δεν νοιώθω άνετα μαζί σου» και του ζήτησα επίμονα να φύγουμε. Αυτός τότε σηκώθηκε από το κρεβάτι, πήγε και κλείδωσε την πόρτα και έπιασε τα κλειδιά. Μετά άρχισε να μου κουνάει τα κλειδιά και να με κοροϊδεύει ότι δεν μπορούσα να φύγω. Εγώ προσπάθησα να πιάσω τα κλειδιά από τα χέρια του κι αυτός με έσπρωχνε. Αφού δεν μπόρεσα να φύγω τον παρακάλεσα να μου ανοίξει την πόρτα. Φοβήθηκα πολύ και του είπα ότι θα βγω από το μπαλκόνι και θα πηδήξω από εκεί αν χρειαστεί για να φύγω. Αυτός τότε μου ζήτησε να καθίσω για να μιλήσουμε κι εγώ του είπα ότι δεν τον εμπιστεύομαι και θέλω να φύγω. Του είπα πως αν συνεχίσει έτσι θα καλέσω αστυνομία και τότε αυτός προσπάθησε να μου πιάσει το κινητό μου από τα χέρια μου. Αφού δεν κατάφερε να μου πιάσει το κινητό μου, μου ζήτησε να κάτσω ήσυχα για να μιλήσουμε, λέγοντας μου πως δεν θα τον κάνω εγώ ρεζίλι μέσα στη γειτονιά. Με παρακάλεσε να κάναμε σεξ και μετά μου υποσχέθηκε να με αφήσει να πάω όπου θέλω. Εγώ αρνήθηκα λέγοντας του πως θέλω να φύγω εκείνη την ώρα. Τότε άρχισε να μου τηλεφωνεί συνεχώς η αδελφή μου η Χριστιάνα. Της απάντησα και της είπα να πάμε για ψώνια για να τον κάνω να με αφήσει για να φύγω. Τότε αυτός αφού κατάλαβε ότι έλεγα ψέματα ότι θα πήγαινα για ψώνια με την αδελφή μου, μου άρπαξε το κινητό μου και έκλεισε την κλήση. Είπε μου ότι κατάλαβε ότι έλεγα ψέματα. Μετά μου τηλεφώνησε ξανά η αδελφή μου και μου είπε να της πάρω αμέσως την τσάντα της στο σπίτι, την οποία κρατούσα. Εγώ της είπα ότι θα πήγαινα και έκλεισα το τηλέφωνο. Τότε αυτός μου είπε να δεχτώ να κάνουμε σεξ και να με πάρει στο σπίτι μου. Εγώ αρνήθηκα επιμένοντας να με πάρει σπίτι μου. Αυτός τότε με έσπρωξε ξανά στο κρεβάτι, εγώ τον κλώτσησα για να φύγει και αυτός βγήκε από πάνω μου και εγώ άρχισα να τον κτυπώ με τα χέρια μου στους ώμους του για να φύγει από πάνω μου. Αυτός συνέχιζε να με πιέζει και άρχισε να μου βγάζει τα ρούχα μου. Φορούσα παντελόνι τζιν και φανέλα λεπτή ροζ χρώματος και άσπρη ζακέτα. Αφού μου έβγαλε όλα μου τα ρούχα με πίεση, αφού εγώ προσπαθούσα συνέχεια να αντισταθώ και τον έσπρωχνα, κατάφερε και μου έβγαλε τα ρούχα μου και τα εσώρουχα. Αυτός άνοιξε το φερμουάρ του τζιν που φορούσε, κατέβασε λίγο το παντελόνι του, έβγαλε το πέος του έξω με το χέρι το δεξί ενώ με το αριστερό του χέρι συνέχισε να μου κρατά σφιχτά το χέρι μου για να μην φύγω. Τον είδα ότι ήταν σε στύση και τον έσπρωχνα με το άλλο μου χέρι, φωνάζοντας του να με αφήσει να φύγω. Αυτός χωρίς να με ακούσει, γονάτισε πάνω στο κρεβάτι, έπεσε πάνω μου, μπήκε με τη βία μέσα μου, όταν έβαλε το πέος του στο γεννητικό μου όργανο και εγώ του φώναζα «φύε, φύε». Αυτός με άρπαξε από τον κότσο που είχα τα μαλλιά μου και μου είπε «αρέσκει σου σκατοπουτανάκι μου;». Εγώ συνέχιζα να του λέω ότι εν θέλω και να φύει και αυτός συνέχιζε μέχρι που σε κάποια φάση έβγαλε το πέος του έξω και τέλειωσε πάνω στο πόδι μου. Τότε μου άφησε τα χέρια μου και σηκώθηκε από το κρεβάτι και άναψε αμέσως τσιγάρο. Εγώ σηκώθηκα, άρχισα να κλαίω και αφού πήγα στην τουαλέτα έπιασα μια πετσέτα και σκούπισα τα υγρά του από πάνω μου. Μετά ντύθηκα και του ζήτησα ξανά να φύγουμε. Μου είπε να πιώ ακόμα ένα τσιγάρο και να φύγουμε. Εγώ έκανα ότι μου είπε. Μετά από λίγο, βγήκαμε από το διαμέρισμα, αυτός πήγε κάτω με τα κλειδιά και επέστρεψε, μπήκαμε στο αυτοκίνητο και φύγαμε. Η πράξη η σεξουαλική διήρκησε περίπου δέκα με δεκαπέντε λεπτά κι εγώ καθ΄ όλη την διάρκεια φώναζα και τον έσπρωχνα να σταματήσει αλλά αυτός συνέχιζε να το κάνει παρά την θέλησή μου. Δεν ξέρω ακριβώς πόση ώρα μείναμε στο χώρο. Να σου πω ότι παρόλο που φώναζα δεν με άκουσε κανένας ούτε ήρθε κανένας να δει τι γινόταν. Να σου αναφέρω ότι την ώρα που κλείδωσε την πόρτα, εγώ κτυπούσα την πόρτα και φώναζα «βοήθεια» αλλά κανένας δεν φάνηκε να με ακούει και αυτός μου είπε «κανένας εν θα σε ακούσει δαμέ». Όταν φύγαμε, στην διαδρομή για το σπίτι μου με κοίταζε και με ρώτησε αν αυτό το γεγονός θα το αναφέρω σε κανένα. Εγώ του είπα πως όχι. Με πήρε στο σημείο από όπου με παρέλαβε και μου είπε «Γεια σου θα τα πούμε στο τηλέφωνο». Εγώ του είπα ναι για να μπορέσω να φύγω και έτσι αυτός έφυγε κι εγώ πήγα στο σπίτι μου περπατητή αφού είναι κοντά. Πήγα στο σπίτι κλαίγοντας και είπα στην αδελφή ότι ο λόγος που ανάφερα ψώνια στο τηλέφωνο ήταν γιατί ήθελα να μου πει να πάω σπίτι για να με βοηθήσει. Αυτή με ρώτησε τι έγινε αλλά εγώ δεν της είπα τι έγινε. Απλά ήπια ένα παυσίπονο για τον πονοκέφαλο, έκανα μπάνιο και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Μετά από αυτό δεν μιλούσα σε κανένα, με έπιασε μελαγχολία, δεν έτρωγα πολύ και κοιμόμουν συνεχώς. Οι γονείς μου με έβλεπαν έτσι και με ρωτούσαν συνεχώς τι είχα κι εγώ δεν τους έλεγα. Με πήραν στον γιατρό για αναλύσεις και επειδή είχα χαμηλό σίδηρο νόμισαν ότι για αυτό είχα αδιαθεσία. Με πήραν και σε ψυχολόγο αλλά εγώ δεν του είπα τίποτα για το τι έγινε. Με τον Μαρίνο από εκείνη την μέρα δεν ξαναμίλησα. Μου τηλεφωνούσε αλλά δεν του απαντούσα. Μετά από αυτό τον έκανα φραγή από τις κλήσεις μου και block στο facebook. Από τότε, δεν το είπα σε κανέναν. Πριν από λίγες μέρες εγώ το εμπιστεύτηκα στο φίλο μου τον Ανδρέα Πατρίκιο. Μου είπε ότι αυτό είναι αδίκημα και έπρεπε να το πω στην Αστυνομία αλλά εγώ φοβόμουν και αρνήθηκα να το κάνω. Μετά με έπεισε και ήρθα να το καταγγείλω γιατί είδα ότι αυτός ο άνθρωπος μου έκανε κακό και θέλω να δικαστεί για αυτό. Ο Μαρίνος είναι γύρω στα τριάντα χρόνων υπολογίζω αν και μου είπε ότι είναι εικοσιπέντε, φαίνεται τριάντα. Είναι γύρω στο 1.68 μ., 1.70 , παχουλός, φοράει γυαλιά, έχει κοντά μαύρα μαλλιά και σκούρα καστανά μάτια. Έχει τατουάζ, δύο στο ίδιο χέρι, δεν θυμάμαι όμως ποιο χέρι. Δεν μπορώ να σου πω τι τατουάζ ήταν, δεν θυμάμαι. Αν τον δω μπορώ να τον αναγνωρίσω σίγουρα. Δεν ξέρω που μένει ή άλλα στοιχεία του. Στο facebook του έδειχνε ότι έμενε Νεάπολη, Λεμεσός, αλλά δεν ξέρω πού. Δεν γνωρίζω άλλα στοιχεία του. Μου είπε πως είναι αστυνομικός αλλά δεν ξέρω αν είναι αλήθεια. Να σου πω ότι κατά την ώρα που με βίαζε δεν χρησιμοποίησε προφυλακτικό ή οτιδήποτε άλλο λιπαντικό ή κάτι. Να σου πω ότι δεν ήμουν παρθένα όταν έγινε αυτό, είχα στο παρελθόν σεξουαλική σχέση. Τα ρούχα που φορούσα εκείνη τη μέρα τα έχω πλύνει. Το σημείο που έγινε, τα διαμερίσματα που πήγαμε δηλαδή είναι αυτά που σας υπέδειξα στη Γερμασόγεια και ονομάζεται "Parojim Apts".» H παραπονούμενη κατήγγειλε το συμβάν στην Αστυνομία αρκετούς μήνες αργότερα. Ο λόγος που δεν το είχε καταγγείλει, νωρίτερα, σύμφωνα με την προφορική της μαρτυρία, ήταν γιατί φοβόταν και κυρίως επειδή ντρεπόταν να μιλήσει για το γεγονός αυτό σε κάποιο άλλο πρόσωπο. Στη συνέχεια όμως επειδή «. δεν μπορούσε να το κρατήσει μέσα της», το εκμυστηρεύτηκε στο φίλο της τον Αντρέα, ΜΚ
  6. Ο Αντρέας, ΜΚ6, το ανέφερε στο φίλο του Τιμόθεο, που ήταν «πιο μεγάλος σε ηλικία» και αυτός τη συμβούλευσε να πάει στην Αστυνομία. Η παραπονουμένη αντεξετάσθηκε πάνω σε κάθε πτυχή της μαρτυρίας της, δόθηκε όμως ιδιαίτερη έμφαση στις συνομιλίες που είχε με τον κατηγορούμενο πριν τη συνάντηση τους και στα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν εντός του δωματίου πριν έλθουν σε συνουσία. Αντεξετάσθηκε επίσης εκτεταμένα και σε σχέση με το τηλεφώνημα που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της είχε δεχθεί από τον κατηγορούμενο μετά το επίδικο συμβάν. Καταθέτοντας σε σχέση με τα γεγονότα που προηγήθηκαν της συνάντησης ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν μεταξύ τους, της είχε ζητήσει να συναντηθούν και να «κάνουν sex». Αυτή αρνήθηκε, και η συνάντηση ακυρώθηκε. Της ζήτησε εκ νέου να συναντηθούν, αυτή του ανέφερε «όι,όι δεν θα έρτω με τούτο το σκοπό» (εννοώντας το sex), αυτός επέμενε και η παραπονουμένη συμφώνησε να συναντηθούν, θα πήγαινε για να γνωρισθούν πρώτα «φιλικά» και στη συνέχεια αν της άρεσε τότε μόνο θα είχαν σχέσεις. Συμφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης ότι η συνεννόηση που είχαν μεταξύ τους ήταν ότι θα συναντιόντουσαν για να γνωριστούν καλύτερα, για να δουν αν ταίριαζαν και αν ταίριαζαν θα «τα έφτιαχναν». Αυτή αντιλήφθηκε ότι είχε ξεκαθαρισθεί το ζήτημα του sex, ότι κατά την πρώτη τους συνάντηση «δεν θα είχαν sex». Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική αναφορά: «E. Δηλαδή συμφωνάς μαζί μου ότι εσύ σαν ελεύθερη ήθελες να συνάψεις κάποιον δεσμό αφού διαλύθηκε ο προηγούμενος‑‑ A. Όχι δεσμό απαραίτητα. Φιλικά τζιαί αν έκρινα εγώ ότι θα έκαμνα σχέση ναι. E. Και όταν δέχτηκες να συναντηθείς μαζί με τον κατηγορούμενο, είχες υπόψη σου ότι αν σου αρέσει, αν εδέχεσουν εσύ θα συνέχιζες να έχεις σχέση; A. Είπε μου όι ότι να μεν φοούμαι τζιαί να έρτω μαζί του. Δηλαδή άφησε το να εννοηθεί ότι «έλα, εντάξει» για να με ησυχάσει για να πάω να‑‑ E. Η ερώτηση είναι άλλη. Όταν επήαινες εσύ για να συναντηθείς, αν αποφάσιζες μετά τη συνάντηση ότι ήταν ο άνθρωπος που ζητούσες, διότι είδες μια φωτογραφία εσύ και είχες μιλήσει με το τηλέφωνο μαζί του, αν τον έβλεπες και έκρινες προσωπικά ότι ήταν της αρεσκείας σου θα πήγαινες για να συνάψεις δεσμό. Έτσι είναι, ναι ή όχι; A. Όϊ, που την ίδια μέρα.» Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι εκείνο που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους ήταν να συναντηθούν για να κάνουν έρωτα, θέση την οποίαν η ίδια απόρριψε. Αντεξετάσθηκε επίσης γιατί δεν κατέβηκε από το αυτοκίνητο και να φύγει όταν ο κατηγορούμενος σταμάτησε στο περίπτερο. Ήταν η θέση της ότι μέχρι τη στιγμή εκείνη, ο κατηγορούμενος δεν της «έδωσε κάποιο λόγο για φυγή». Δεν ένοιωσε φόβο ούτε όταν ο κατηγορούμενος σταμάτησε το όχημα του έξω από το κτίριο με την ονομασία «Parojim Appartments». Η παραπονουμένη δεν εγνώριζε ότι επρόκειτο για ξενοδοχείο, ο κατηγορούμενος της είχε αναφέρει ότι εκεί βρισκόταν το διαμέρισμα του όπου πήγαινε τα Σαββατοκυρίακα για να ξεκουραστεί. Σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης γιατί δεν έφυγε τότε, η παραπονούμενη είπε τα πιο κάτω: «Α. Εν ένοιωσα φόβο να φύγω. Επειδή εγώ επήα με σκοπό ας πούμε φιλικά να πιούμε τον καφέ μας τζιαι να με πάρει σπίτι. Όπως που την αρχή εξηγήθηκα εγώ στο τηλέφωνο και το facebook ότι είναι εντελώς φιλικά και θα πάμε να πιούμε τον καφέ μας τζιαι να φύουμε.» Υποβλήθηκε στην παραπονουμένη ότι είχαν συνεννοηθεί μεταξύ τους ότι θα πήγαιναν σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου για να είναι μόνοι τους, να κουβεντιάσουν, να γνωριστούν και να κάνουν σεξ. Αυτή απόρριψε την πιο πάνω θέση ως επίσης τη θέση ότι φιλήθηκαν πολλές φορές, ότι η ίδια τον βοήθησε να της βγάλει τα ρούχα, ότι «τον τραβούσε πάνω της» και ότι βοήθησε το όργανό του να εισέλθει στον κόλπο της. Μετά την πράξη ο κατηγορούμενος, σύμφωνα πάντα με την παραπονουμένη, της πρόσφερε τσιγάρο, αυτή αρνήθηκε και του ζήτησε να φύγουν. Αυτός συμφώνησε και την οδήγησε στο σημείο από όπου την είχε παραλάβει. Πριν αυτή κατεβεί από το αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος την ρώτησε «να σε πιάσω τηλέφωνο;» και αυτή επειδή φοβήθηκε του απάντησε «ναι εντάξει». Όταν ο κατηγορούμενος την πήρε τηλέφωνο αυτή δεν απάντησε την κλήση. Υποβλήθηκε σε αυτήν ότι ο κατηγορούμενος δεν της τηλεφώνησε καθότι «δεν τον είχε ικανοποιήσει». Η μάρτυρας επέμενε ότι την είχε πάρει τηλέφωνο μια φορά, η ίδια δεν απάντησε την κλήση, την απάντησε ο Τιμόθεος. Ο τελευταίος ζήτησε από τον κατηγορούμενο να μην την ξαναενοχλήσει. Η παραπονουμένη, στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, ανέφερε ότι μετά το συμβάν δεν ξαναμίλησε με τον κατηγορούμενο. Της τηλεφωνούσε αλλά αυτή δεν του απαντούσε, «.. τον έκανε φραγή από τις κλήσεις της και block στο facebook». Ο αριθμός τηλεφώνου που της είχε δώσει ο κατηγορούμενος ήταν «96557513». Κατά την αντεξέταση ρωτήθηκε μεταξύ άλλων πως θυμόταν τον αριθμό τηλεφώνου του κατηγορουμένου που είχε δώσει στην Αστυνομία. Αυτή ανέφερε ότι δεν τον θυμόταν αλλά τον είδε «την ώρα που ήταν στην Αστυνομία, δεν τον ήξερε απ΄ έξω τον αριθμό του». Ο αριθμός του τηλεφώνου του κατηγορουμένου δεν ήταν καταχωρημένος στο κινητό της τηλέφωνο, ήταν όμως «στις κλήσεις της». Ανέφερε ότι έκαμε φραγή του τηλεφώνου του μετά που πήγε στην Αστυνομία. Κατά το χρόνο που έδιδε κατάθεση υπήρχαν στο τηλέφωνο της κλήσεις του κατηγορουμένου. Οι κλήσεις είχαν γίνει ένα μήνα προηγουμένως ήτοι περί το Φεβρουάριο του
  7. Ο ΜΚ6, Αντρέας Πατρίκιος, ήταν το πρώτο πρόσωπο στο οποίο η παραπονουμένη εκμυστηρεύτηκε ότι ο κατηγορούμενος την είχε βιάσει. Ο μάρτυρας έδωσε γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία την 24.3.2014, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Στη γραπτή του κατάθεση αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ήταν φίλοι με την παραπονουμένη τα τελευταία εννιά έτη περίπου. Μια εβδομάδα πριν δώσει την κατάθεση του η παραπονουμένη και αυτός καθόντουσαν μέσα στο αυτοκίνητό της πρώτης και μιλούσαν για διάφορα θέματα. Κάποια στιγμή του ανέφερε ότι θα του έλεγε κάτι σημαντικό και του ζήτησε όμως «. να μην το πει πουθενά αλλού». Του αποκάλυψε τότε ότι την είχε βιάσει κάποιος Μαρίνος Χατζηαντώνης, τον οποίο είχε γνωρίσει μέσω facebook. Επικοινωνούσαν μεταξύ τους μέσω facebook για ένα μήνα περίπου και στη συνέχεια διευθέτησαν όπως συναντηθούν. Η παραπονουμένη ανέφερε στο μάρτυρα ότι ο Μαρίνος Χατζηαντώνης την παρέλαβε από τη γειτονιά της και την οδήγησε σε κάποια διαμερίσματα στη Γερμασόγεια. Αρχικά κάθησαν στο μπαλκόνι του διαμερίσματος και κάπνισαν τσιγάρο, στη συνέχεια ο Μαρίνος Χατζηαντώνης ζήτησε από την παραπονουμένη να μπουν εντός του διαμερίσματος, εκείνη όμως αρνήθηκε. Την έπιασε τότε από το χέρι, με βία και την έβαλε μέσα στο δωμάτιο. Όταν η παραπονουμένη του είπε ότι θα πηδούσε από το μπαλκόνι για να μπορέσει να φύγει αυτός κλείδωσε την πόρτα της εισόδου και την μπαλκονόπορτα, της κουνούσε τα κλειδιά της πόρτας κοροϊδευτικά και της έλεγε ότι δεν μπορούσε να φύγει. Η παραπονουμένη τρομοκρατήθηκε και άρχισε να κλαίει. Ο κατηγορούμενος την έσπρωξε πάνω στο κρεβάτι και τη βίασε. Τη στιγμή που τη βίαζε αυτή προσπαθούσε να διαφύγει, δεν μπορούσε όμως γιατί αυτός ήταν πολύ δυνατός. Στη συνέχεια την έφερε στο σημείο από όπου την παρέλαβε και τη ρώτησε εάν θα έλεγε «τίποτε» και αυτή του είπε «όχι». Ο κατηγορούμενος προσπάθησε στη συνέχεια να επικοινωνήσει με την παραπονουμένη, αυτή όμως τον «έκανε blocked από το κινητό της». Μετά την πιο πάνω αποκάλυψη και κατά τις επόμενες μέρες, ο μάρτυρας προσπαθούσε να πείσει την παραπονουμένη να καταγγείλει το συμβάν στην Αστυνομία. Αρχικά αυτή αρνείτο, στη συνέχεια όμως πείσθηκε και το κατάγγειλε. Καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι με την παραπονουμένη ήταν «αδελφικοί φίλοι», συναντιόντουσαν καθημερινά. Περίγραψε την παραπονουμένη ως άτομο πρόσχαρο, «ανοικτό» και δυναμικό. Κατά το χρόνο όμως που του διηγήθηκε τα ό,σα είχαν διαδραματισθεί μεταξύ του κατηγορουμένου και της ιδίας η ψυχολογική της κατάσταση ήταν άθλια, «ξέσπασε, έκλαιγε, εκτύπαν». Ο μάρτυρας είχε καταλάβει ότι κάτι της είχε συμβεί, γι΄ αυτό την πίεσε να του μιλήσει. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του: «E. Ούτε κατάλαβες από τη συμπεριφορά της κάτι; A. Κατάλαβα κάτι εγώ γιατί γνωρίζω την Ελίζα ανοικτό βιβλίο, επροσπάθησα να την πιέσω, αλλά αρνείτουν να μου πει, αλλά εγώ εσυνέχισα να την πιέζω τζιαί επίεζα την ώσπου ξέσπασε τζιαί είπε μου τα.» Ο μάρτυρας με δική του πρωτοβουλία αποφάσισε να αναφέρει το θέμα του βιασμού της παραπονουμένης στο φίλο του, Τιμόθεο Ρίκαπι. Στη συνέχεια οι δύο τους, ο Τιμόθεος και ο ίδιος πίεσαν την παραπονουμένη να καταγγείλει το συμβάν στην Αστυνομία. Οι γονείς της παραπονουμένης, οι Λάμπρος Ιωάννου και Ανθούσα Ιωαννίδου, ΜΚ3 και ΜΚ4 αντίστοιχα, έδωσαν γραπτές καταθέσεις στην Αστυνομία την 24.3.2014, τις οποίες υιοθέτησαν ως μέρος της κυρίως εξέτασής τους. Αμφότεροι ανάφεραν στις καταθέσεις τους ότι είχαν ενημερωθεί για το συμβάν τρεις μέρες πριν δώσουν κατάθεση στην Αστυνομία. Συγκεκριμένα, η παραπονουμένη τους είπε ότι κάποιος άνδρας, τον οποίον γνώρισε μέσω facebook την είχε βιάσει. Τους είπε επίσης, ότι ο λόγος που δεν τους το είχε αποκαλύψει νωρίτερα ήταν γιατί φοβόταν. Και οι δύο μάρτυρες είχαν διαπιστώσει ότι η συμπεριφορά της παραπονουμένης είχε αλλάξει τους τελευταίους μήνες. Συγκεκριμένα η μητέρα της, ΜΚ4, πρόσεξε ότι σηκωνόταν από το κρεβάτι και μετά από λίγο ξαναξάπλωνε, ήταν συνεχώς σκεφτική και ήταν «μέσα στα νεύρα, ό,τι της έλεγαν νευρίαζε». Την ρώτησε επανειλημμένα τι την απασχολούσε, αυτή δεν απαντούσε και θύμωνε που την ρωτούσε. Η μάρτυρας απέδωσε την συμπεριφορά της, στην υγεία της, είχε χαμηλό σίδηρο και στο γεγονός ότι δεν έβρισκε δουλειά και «δεν άντεχε άλλο σπίτι». Ο πατέρας της, ΜΚ3, ανέφερε ότι έβλεπε τη θυγατέρα του να είναι στενοχωρημένη, δεν γνώριζε όμως τα αίτια της κατάστασης της, εκείνος και η σύζυγος του υπέθεσαν ότι η κακή διάθεση της οφειλόταν στην έλλειψη σιδήρου. Η αντεξέταση του ΜΚ3 περιορίσθηκε σε ένα σημείο ήτοι ποια χρονική περίοδο η θυγατέρα του, Χριστιάνα απουσίαζε για σπουδές στην Κωνσταντινούπολη. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει μια θετική απάντηση επί του θέματος, είχε συγχιστεί σε σχέση με τις ημερομηνίες. Επί του ιδίου σημείου, ήτοι σε σχέση με το χρόνο που απουσίαζε η θυγατέρα τους Χριστιάνα στην Κωνσταντινούπολη, αντεξετάσθηκε εκτεταμένα και η ΜΚ
  8. Παρενθετικά αναφέρουμε ότι ο χρόνος που βρισκόταν η Χριστιάνα στην Κύπρο θεωρήθηκε από την υπεράσπιση ως μείζον θέμα στην προσπάθεια της να αποδείξει ότι η επίδικη συνάντηση έγινε το καλοκαίρι και όχι το φθινόπωρο του
  9. Υπενθυμίζουμε ότι στην κατάθεση που είχε δώσει η παραπονουμένη στην Αστυνομία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ενώ βρισκόταν στο δωμάτιο μαζί με τον κατηγορούμενο της τηλεφώνησε η αδελφή της και της εζήτησε να της επιστρέψει την τσάντα της. Η ΜΚ4 δεν ήταν σε θέση να δώσει άμεσα μια απάντηση σε σχέση με το θέμα, η απάντηση που έδωσε ήταν αποτέλεσμα διαφόρων συνειρμών. Αφού έλαβε υπόψη ότι η Χριστιάνα είχε γεννηθεί το 1990, σπούδασε για τέσσερα έτη στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, το επόμενο έτος πήγε για σπουδές στην Κωνσταντινούπολη και όταν επέστρεψε εργάσθηκε για ένα περίπου έτος στο Costa Coffee και στη συνέχεια για 6-8 μήνες στο Mall, προτού εργοδοτηθεί ως αεροσυνοδός στο Dubai, κατέληξε ότι το 2013 βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη για σπουδές. Δεν διευκρίνισε όμως, κατά πόσο ήταν την ακαδημαϊκή χρονιά 2012-2013 ή 2013-
  10. Λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι οι σπουδές της στην Κωνσταντινούπολη άρχισαν το Σεπτέμβριο και διήρκησαν δέκα μήνες τα χρονικά διαστήματα που εργάσθηκε στην Κύπρο μετά τις σπουδές της και το γεγονός ότι η εργοδότησή της ως αεροσυνοδός έγινε τον Αύγουστο του 2015, συνάγεται ότι η Χριστιάνα βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη για σπουδές την ακαδημαϊκή χρονιά 2012-2013, ήτοι από το Σεπτέμβριο του 2012 και κατά τους επόμενους δέκα μήνες. Η μάρτυρας αντεξετάσθηκε και σε σχέση με την κατάσταση της παραπονουμένης. Συμφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση ότι η παραπονουμένη, λόγω έλλειψης σιδήρου ήταν μελαγχολική και αδύνατη από την ηλικία των 16-17 ετών. Συμφώνησε επίσης ότι η διάθεσή της είχε βελτιωθεί τελευταίως καθότι «έκαμε φιλενάδες και άλλην παρέα», και πρόσθεσε ότι σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι είχε βρει δουλειά στο Jumbo. Αυτή ήταν συνοπτικά η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Ο κατηγορούμενος δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπιση του και επέλεξε να δώσει ανώμοτη δήλωση. Παραθέτουμε αυτούσια τη δήλωσή του: «Εντιμότατοι Κυρία Πρόεδρε και κύριοι Δικαστές Θέλω να κάνω μια δήλωση για την υπόθεση που βρίσκομαι κατηγορούμενος και να σας πω ακριβώς πώς είναι τα γεγονότα. Εγώ το 2013 μεταξύ τέλος Ιουνίου αρχές Ιουλίου γνώρισα μέσω του Facebook την Ελισάβετ Ιωάννου και μιλούσαμε κάθε μέρα για πολλές ώρες. Εγώ έψαχνα να γνωρίσω κάποιαν κοπέλα με την οποία θα δημιουργούσα δεσμό γιατί ήθελα να κάνω οικογένεια. Είχα δεσμό, αλλά αν έβρισκα καλύτερα θα επέλεγα την καλύτερη. Η ίδια η παραπονούμενη ζητώντας ήθελε και αυτή να γνωρίσει κάποιον και συμφωνήσαμε από το τηλέφωνο να συναντηθούμε. Εγώ καθ' όλη τη διάρκεια που μιλήσαμε και η ίδια δεν το απέρριψε, ήθελε και στη γνωριμία να κάνουμε και sex και το γνώριζε και το δέχτηκε. Μέσα στον Ιούλιο μου τηλεφώνησε, μιλήσαμε για πολλή ώρα και συμφωνήσαμε να συναντηθούμε και επειδή δεν είχε αυτοκίνητο μου ζήτησε να πάω στα Πολεμίδια και όταν θα είμαι κοντά να την πάρω τηλέφωνο για να κατεβεί κάτω να πάμε μαζί στον χώρο για να είμαστε μόνοι μας. Γνώριζε ότι θα κάναμε sex, το πώς είναι τα χαρακτηριστικά μου και τα χαρακτηριστικά της, γνωρίζαμε ο ένας τον άλλον από το Facebook. Όταν ήμουν έξω από το σπίτι της όπως μου εξήγησε, της τηλεφώνησα, κατέβηκε κάτω στον δρόμο, μπήκε στο αυτοκίνητο μου. Όταν πηγαίναμε Γερμασόγεια σταμάτησα σε ένα περίπτερο και αγόρασα καφέ, shark και νερό τα οποία η ίδια μου τα ζήτησε και από τα Πολεμίδια ήξερε πού θα πηγαίναμε και τι θα κάνατε. Όταν πήγαμε στο ξενοδοχείο έμεινε έξω από το αυτοκίνητο και εγώ πήγα στο reception και πήρα δωμάτιο στον 1ο όροφο. Επέστρεψα πίσω και ανεβήκαμε στο δωμάτιο. Μπαίνοντας στο δωμάτιο κλείδωσα την πόρτα για να μην μας ενοχλήσει κανένας. Καθίσαμε στο μπαλκόνι, αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε, κουβεντιάσαμε και ήπιαμε τον καφέ μας και το shark μας και μετά σηκώθηκε, με πήρε από το χέρι και κάθισε στο κρεβάτι του δωματίου. Κάθισα δίπλα της και αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε και με τις ενέργειες μας και την πάροδο της ώρας μείναμε και οι δύο γυμνοί και κάναμε έρωτα. Ούτε την ανάγκασα, ούτε τη βίασα, ούτε τη χτύπησα, ούτε την απείλησα, ούτε μου ζήτησε να φύγει, ούτε με απείλησε ότι θα αυτοκτονήσει, ούτε σηκώθηκε από το κρεβάτι να πάει στο μπαλκόνι. Ό,τι έγινε, έγινε σε ένα δωμάτιο με τη θέληση μας και τον σκοπό που είχαμε πάει. Κύριοι Δικαστές, για να σας πω, η σχέση μας δεν προχώρησε γιατί η άλλη σχέση που είχα ήταν καλύτερη. Ποτέ δεν μου είπε ότι δεν ήθελε να κάνουμε sex. Ποτέ δεν μου είπε να διακόψουμε και ποτέ δεν μου είπε η ίδια ότι με έκανε μπλοκ τον αριθμό του τηλεφώνου μου. Εγώ μετά που τούτο το γεγονός την πήγα στο σπίτι της και δεν μου έκανε κανένα παράπονο, ούτε έκλαψε και ούτε είχαμε συμφωνήσει κατά πόσο θα συνεχίζαμε να αποφασίσουμε για το πώς θα συνεχίζαμε και ο λόγος που την πήρα ξανά τηλέφωνο και μιλήσαμε την ίδια μέρα ήταν για να της πω ότι σκέφτομαι να μην συνεχίσουμε διότι σαν να μην ταιριάζουμε και ότι ήταν προτιμότερο να μην πληγωθεί όπως ξαναπληγώθηκε, να τερματίσουμε τη σχέση ως εδώ. Δεν είχα άλλη επαφή μαζί της, ούτε τηλεφωνική ούτε στο Facebook, ούτε προσπάθησα ξανά να επικοινωνήσω μαζί της ούτε στο τηλέφωνο ούτε στο Facebook μέχρι που έμαθα ότι με κατηγόρησε ότι την απήγαγα και ότι τη βίασα. Όταν η Αστυνομία ήρθε στο σπίτι μου και με συνέλαβε με έβαλαν οι αστυνομικοί να στέκομαι δίπλα τους στο σπίτι της μάνας μου, το ανακάτωσαν, μου πήραν το κομπιούτερ μου και το τηλέφωνο μου, με πήραν στην Αστυνομία. Αυτά τα οποία είπαν ότι με άφησαν να κάνω πρόγευμα και να πιώ γαλατάκι είναι ψέματα γιατί εγώ έχω να πιώ γαλατάκι από το Δημοτικό. Ούτε πρόγευμα με άφησαν να κάνω ούτε τίποτε. Με πήραν κατευθείαν στην Αστυνομία. Ούτε μου ζήτησαν να συμμετάσχω σε αναγνωριστική παράταση. Μου ζήτησαν να τους υπογράψω για να δουν τα τηλεφωνήματα που είχα κάνει και τα μηνύματα μου. Τους υπέγραψα και επειδή αυτοί ισχυρίζονταν για επεισόδιο τoν Νοέμβριο του 2013, πράγμα το οποίο δεν έγινε, εγώ ήμουν ήσυχος ότι δεν με κατηγορούσαν για τις κατηγορίες αυτές αφού τον Οκτώβριο ‑ Νοέμβριο δεν είχα καμία σχέση μαζί της. Τους υπέγραψα να εξετάσουν τα τηλεφωνήματα μου για τον Οκτώβριο ‑ Νοέμβριο, δεν το έκαναν όπως είπαν αλλά και να το έκαμναν, οι τηλεπικοινωνίες θα έλεγαν ότι από το τηλέφωνο μου δεν έκανα τέτοια τηλεφωνήματα στην παραπονούμενη, αλλά ούτε η παραπονούμενη μου τηλεφώνησε. Εγώ τους έδωσα τον σωστό αριθμό του τηλεφώνου μου, ενώ η παραπονούμενη αυτό που είπε και στο Δικαστήριο και στην Αστυνομία είναι άλλο τηλέφωνο το οποίο εγώ δεν έχω καμία σχέση. Δεν ξέρω ποια είναι τα κίνητρα της παραπονούμενης που με κατηγόρησε μετά από 8 μήνες. Όλη η αλήθεια είναι αυτή που σας είπα τώρα, εγώ δεν αρνούμαι ότι ήρθα σε συνουσία μαζί της με τη θέληση της αφού συμφωνήσαμε να το πράξουμε. Είμαι αθώος στις κατηγορίες που είμαι κατηγορούμενος, δεν την κράτησα με το ζόρι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου ούτε την πήρα με το ζόρι να την περιορίσω. Ήταν η συμφωνία μας και είχαμε πάει στο ξενοδοχείο για να μιλήσουμε, να είμαστε μόνοι μας και να κάνουμε sex. Αυτή είναι όλη η αλήθεια, είμαι αθώος.» Στρεφόμαστε τώρα στην αξιολόγηση της ενώπιον μας μαρτυρίας. Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν και να εξετάσουμε τη μαρτυρία τους. Η αξιολόγηση θα επικεντρωθεί στους ισχυρισμούς που κατέστησαν επίμαχοι καθότι δεν θεωρούμε σκόπιμο να επεκταθούμε σε μάρτυρες ή ισχυρισμούς που δεν αμφισβητήθηκαν. Αφού εξετάσαμε τη μαρτυρία στο σύνολό της και διαβουλευθήκαμε, καταλήξαμε σε ευρήματα και συμπεράσματα τα οποία θα παραθέσουμε πιο κάτω όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μας αλλά με βάση τη σειρά η οποία κατά την κρίση μας αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασής μας[1]. Οι ΜΚ1 και 2, Μαρίνα Ανδρέου και Αχιλλέας Κοκκινόφτας είναι αστυνομικοί οι οποίοι ανέλαβαν τη διερεύνηση της υπόθεσης. Η μαρτυρία τους ήταν θετική και είχε συνοχή. Επικρίθηκε από την υπεράσπιση η «παράλειψη» των δύο μαρτύρων να εξασφαλίσουν τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία τους επί του συγκεκριμένου σημείου δεν αμφισβητήθηκε. Εκείνο που υποβλήθηκε στους μάρτυρες ήταν ότι η «παράλειψη» τους επηρέασε την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Το θέμα αυτό θα μας απασχολήσει σε κατοπινό στάδιο, σε ξεχωριστό κεφάλαιο. Οι δύο αυτοί μάρτυρες αντεξετάσθηκαν εκτενώς σε σχέση με τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου και τους απεδόθησαν αρχικά έκνομες ενέργειες. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι οι δύο αυτοί μάρτυρες, σε συνεργασία με τον Υπαστυνόμο Μαρίνο Βασιλείου, είχαν απειλήσει τον κατηγορούμενο, προτού ο τελευταίος δώσει κατάθεση, ότι «θα του έβαλλαν βόμβα» και ότι κατά τη λήψη της κατάθεσης οι Μαρίνος Βασιλείου και Αχιλλέας Κοκκινόφτας, ΜΚ2, τροποποιούσαν τις απαντήσεις που έδινε ο κατηγορούμενος και τις διαμόρφωναν έτσι ώστε να συνάδουν με την κατάθεση της παραπονουμένης. Διατάχθηκε, ως αναφέρουμε και πιο πάνω, η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης. Κατά τη διάρκεια της δίκης εντός δίκης η υπεράσπιση ανακάλεσε όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς περί πιέσεων και απειλών και έγινε δεκτό το αίτημα όπως κατατεθεί η κατάθεση του κατηγορουμένου. Παρά το γεγονός ότι η κατάθεση κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο, κρίνουμε ορθό, στο στάδιο αυτό, έχοντας υπόψη μας όλο το μαρτυρικό υλικό, να εξετάσουμε τη βαρύτητα που θα αποδώσουμε στο συγκεκριμένο έγγραφο. Προτού το Δικαστήριο αποφασίσει να στηριχθεί σε μια ομολογία θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι θεληματική. Ο όρος θεληματική χρησιμοποιείται υπό την έννοια ότι δεν λήφθηκε από τον κατηγορούμενο από φόβο μήπως επηρεασθεί δυσμενώς η θέση του ή από ελπίδα για κάποιο όφελος που προκλήθηκε ή του δόθηκε από πρόσωπο που ασκούσε εξουσία ή με τρόπο που αποτελεί καταπίεση. Το Δικαστήριο πρέπει επίσης να ικανοποιηθεί ότι αυτή ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη, η δεκτότητα της ομολογίας κατηγορουμένου δεν αποτελεί παρά μόνο την αφετηρία για την ουσιαστική εξέταση και την αξιολόγηση του περιεχομένου της. Καθοδηγητικό επί του θέματος είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Χρ. Ι. Ανδρέου ν Δημοκρατίας[2]: «Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic

(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Mάρτιν v. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65.» Συνήθως όταν η κατάθεση γίνει δεκτή ως θεληματική εξυπακούεται ότι είναι και αληθινή. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου τα δύο στοιχεία δεν συνυπάρχουν. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice[3]: «If a confession is voluntary, the inference that it is also true follows naturally in most cases. On rare occasions, however, the mental condition of the accused may give rise to doubts as to the reliability of his confession. (Blackstone's Criminal Practice 2007 F17-33). Η ομολογία, αν τηρεί τις πιο πάνω προϋποθέσεις και γίνει δεκτή από το Δικαστήριο μπορεί να της δοθεί βαρύνουσα σημασία και από μόνη της να στηρίξει καταδίκη καθότι, ως αναγνωρίζεται και από τη νομολογία μας, οι άνθρωποι δεν ομολογούν αδικήματα τα οποία δεν έχουν διαπράξει. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά από τον Δικαστή Πική στην Παναγή (Καυκαρής) ν Δημοκρατία[4]: «Η ομολογία του εγκλήματος (εφόσον γίνεται δεκτή ως εκούσια) μπορεί αφ΄εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντος. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δεν διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πορωμένη κι αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης.» Στην υπό κρίση υπόθεση η κατάθεση που έδωσε ο κατηγορούμενος στην Αστυνομία είναι μικτή (mixed statement), σε ένα μέρος περιέχει ομολογία και σ΄ άλλο δικαιολογίες. Σε τέτοια περίπτωση όπως την παρούσα που ο κατηγορούμενος δεν έχει καταθέσει ενόρκως το Δικαστήριο, αν κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχουμε παραθέσει πιο πάνω, θα πρέπει να εξετάσει την κατάθεση στο σύνολο της και να αποδώσει τη βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται στα διαφορετικά μέρη αυτής. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η Αγγλική απόφαση της Βουλής των Λόρδων Duncan[5]: «Where a 'mixed' statement is under consideration by the jury in a case where the defendant has not given evidence, it seems to us that the simplest, and, therefore, the method most likely to produce a just result, is for the jury to be told that the whole statement, both incriminating parts and the excuses or explanations, must be considered by them in deciding where the truth lies. It is, to say the least, not helpful to try to explain to the jury that the exculpatory parts of the statement are something less than evidence of the facts they state. Equally, where appropriate, as it usually will be, the judge may, and should, point out that the incriminating parts are likely to be true (otherwise why say them?), whereas the excuses do not have the same weight. Nor is there any reason why, again where appropriate, the judge should not comment in relation to the exculpatory remarks upon the election of the accused not to give evidence.» Στην Αγγλική απόφαση Donaldson[6] το Δικαστήριο τόνισε ότι οι ένορκοι όταν εξετάζουν τη βαρύτητα που θα δώσουν στο μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που είναι ευνοϊκό για τον ίδιο θα πρέπει να λάβουν υπόψη ότι οι δηλώσεις είχαν γίνει χωρίς όρκο και δεν έχουν «δοκιμασθεί» μέσα από την αντεξέταση. Οι πιο πάνω αρχές έχουν υιοθετηθεί και από τα Κυπριακά Δικαστήρια, σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Κωνσταντίνου και Δημοκρατίας[7] όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή. Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Aυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές εξετάσαμε το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας και προβήκαμε σε ευρεία θεώρηση των γεγονότων και περιστατικών που περιβάλλουν τη λήψη της κατάθεσης. Η υπεράσπιση, ως αναφέρουμε και ανωτέρω, ήγειρε αρχικά θέμα απειλών ήτοι ότι ο κατηγορούμενος έδωσε τη συγκεκριμένη κατάθεση μετά από απειλές που δέχθηκε από τους ΜΚ1, ΜΚ2 και κάποιο άλλο αστυνομικό. Στη συνέχεια η θέση αυτή αποσύρθηκε. Κρίνουμε ότι επρόκειτο για εντελώς αβάσιμη θέση η οποία στερείτο οποιασδήποτε πειστικότητας. Κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να ρίχνει οποιαδήποτε σκιά για τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης. Επισημαίνουμε ότι ούτε καν στην ανώμοτη δήλωση που έδωσε ο κατηγορούμενος γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στις συνθήκες λήψης της κατάθεσης ή στην ίδια την κατάθεση. Στην ανώμοτη δήλωσή του εκφράζει κάποια παράπονα για τη συμπεριφορά της Αστυνομίας, αυτά όμως δεν έχουν συνδεθεί με οποιονδήποτε τρόπο με την κατάθεση του και τις συνθήκες λήψης αυτής. Παρατηρούμε ότι η κατάθεση δόθηκε από τον κατηγορούμενο λίγο χρόνο μετά τη σύλληψη του. Διαβάζοντας δε τις απαντήσεις που έδιδε κατά την ανακριτική του κατάθεση διαπιστώνουμε ότι ήταν φυσικές και αυθόρμητες. Φαίνεται δε από το περιεχόμενο της κατάθεσης του ότι αυτός είχε εκ των υστέρων μετανιώσει για το συμβάν. Στην κατάθεση του ανέφερε ότι τηλεφώνησε αργότερα της παραπονουμένης και της ζήτησε «να μιλήσουν για να τα βρουν και πως έγινε το λάθος». Όταν ρωτήθηκε από τον αστυνομικό «να πει κάτι άλλο για την υπόθεση», αυτός απάντησε αμέσως «έκαμα λάθος», δήλωση την οποία επανέλαβε πολλάκις και στη συνέχεια. Σε κάποιο δε σημείο, Απάντηση 55, ανέφερε χαρακτηριστικά «Ναι. Έκαμα λάθος γιατί δεν είναι του χαρακτήρα μου να κάμνω τέτοια πράγματα». Εντύπωση μας έκανε και η τελευταία του απάντηση. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο είχε αποκαλύψει σε οποιονδήποτε τι είχε γίνει, αυτός ανέφερε, «Όχι δεν λέγονται τέτοια πράγματα». Η υπό κρίση κατάθεση είναι κατά την άποψή μας το προϊόν της ελευθέρας βούλησης του κατηγορουμένου και αποτέλεσε το μέσο για την εκτόνωση της βεβαρυμένης συνείδησης του. Στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος παραδέχεται μεταξύ άλλων ότι είχε «τραβήσει» την παραπονουμένη από το χέρι για να μπει εντός του δωματίου, ότι η παραπονουμένη του ζήτησε να φύγει και αυτός για να την αποτρέψει κλείδωσε την πόρτα και πήρε τα κλειδιά. Παραδέχεται επίσης ότι όταν προσπάθησε να την φιλήσει και να τη χαϊδέψει αυτή φοβήθηκε και του ανέφερε ότι αν δεν την άφηνε να φύγει θα πηδούσε από το μπαλκόνι και ότι σε κάποια φάση η παραπονουμένη έκλαιγε. Παρά τις πιο πάνω αναφορές του επέμενε ότι δεν την είχε βιάσει, ότι αυτή συγκατατέθηκε να κάνουν σεξ και έβγαλε από μόνη της τα ρούχα της και έκαναν σεξ. Πρόκειται για τις απαντήσεις 76, 78 και
  1. Παρατηρούμε ότι τα πιο πάνω δεν συνάδουν με το υπόλοιπο περιεχόμενο της κατάθεσης του και ιδιαίτερα με την αμέσως προηγούμενη απάντησή του. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Ερώτηση 75: Σου υποβάλλω ότι χρησιμοποίησες βία στην Ελίζα με σκοπό να την βιάσεις και ήρθες σε σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς την θέλησή της. Τί έχεις να πεις γι΄ αυτά; Απάντηση 75: Τίποτε. Ήταν της στιγμής, δεν το ήθελα.» Δεν συνάδουν επίσης με την αναφορά του ότι η παραπονουμένη έκλαιγε και ότι αυτός δεν κατάφερε να εκσπερματώσει καθότι η παραπονουμένη «δεν το έκαμνε γιατί το ήθελε» ή επειδή «της άρεσκε», ως επίσης και με τις δηλώσεις του ότι «είχε κάμει λάθος» και ότι «τέτοια πράγματα δεν λέγονται». Εξετάσαμε το σύνολο της κατάθεσης του και καταλήγουμε ότι καμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στις πιο πάνω αναφορές ήτοι τις απαντήσεις 76, 78 και
  2. Στην κατάθεση του ανέφερε επίσης ότι ουδέποτε συζητήθηκε μεταξύ της παραπονουμένης και του ιδίου το θέμα του σεξ. Η δήλωσή του αυτή δεν συνάδει με τη γραμμή υπεράσπισης. Υπενθυμίζουμε ότι υποβλήθηκε στην παραπονουμένη κατά την αντεξέταση της η θέση ότι εκείνο που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους ήταν να συναντηθούν και να κάνουν σεξ. Επί του σημείου αυτού δεχόμαστε τη θέση της παραπονουμένης ότι ο κατηγορούμενος της εζήτησε αρχικά να κάνουν σεξ και εκείνη αρνήθηκε. Οι υπόλοιπες αναφορές που περιέχονται στην κατάθεση του σε σχέση με τα ουσιώδη σημεία κρίνουμε ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια και γίνονται δεκτές από το Δικαστήριο. Οι γονείς της παραπονούμενης, ΜΚ3 και ΜΚ4, είναι δύο απλοί άνθρωποι, χαμηλής μόρφωσης, βιοπαλαιστές. Η εικόνα που αποκομίσαμε και από τους δύο ήταν θετική, επρόκειτο για ειλικρινείς μάρτυρες, η μαρτυρία τους όμως είναι περιορισμένης σημασίας. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία τους αναφορικά με τη συμπεριφορά της παραπονουμένης πριν και μετά την κατάθεση της στην Αστυνομία, καταλήγουμε όμως, με βάση τα ό,σα ανέφερε η ίδια η ΜΚ4, ότι η παραπονουμένη ήταν μελαγχολική πολύ πριν το επίδικο συμβάν. Από τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί προκύπτει ότι η παραπονουμένη ήταν μελαγχολική και αδύνατη από την ηλικία των 16-17 ετών και αυτό οφειλόταν, σε κάποιο τουλάχιστο βαθμό, στο γεγονός ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας, ήτοι είχε χαμηλό σίδηρο. Συνάγεται επίσης από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι κατά τον επίδικο χρόνο, το φθινόπωρο του 2013 και κατά τους επόμενους μήνες που ακολούθησαν μέχρι και το Μάρτιο του 2014, η παραπονουμένη ήταν άνεργη, γεγονός που πιθανόν να συνέδραμε στη μελαγχολία της. Η συμπεριφορά της άλλαξε μετά την καταγγελία του επεισοδίου στην Αστυνομία, το γεγονός αυτό όμως συμπίπτει χρονικά και με την αλλαγή των προσωπικών και επαγγελματικών συνθηκών της. Την περίοδο εκείνη, σύμφωνα πάντα με τη μητέρα της «έκαμε φιλενάδες και άλλη παρέα», και εργοδοτήθηκε στο κατάστημα "Jumbo". Αποδεχόμαστε επίσης τη μαρτυρία της ΜΚ4 σε σχέση με τις σπουδές της θυγατέρας της Χριστιάνας και την εργασιακή της καριέρα. Με βάση τη μαρτυρία της προκύπτει ότι από τον Ιούλιο του 2013 και εντεύθεν η Χριστιάνα βρισκόταν στην Κύπρο μέχρι και τον Αύγουστο του 2015 όταν εργοδοτήθηκε ως αεροσυνοδός στο Dubai. O MK6, Αντρέας Πατρίκιος, είναι νεαρό πρόσωπο, εγκατέλειψε το σχολείο σε πολύ νεαρή ηλικία και εργάζεται σήμερα σε πλυντήριο αυτοκινήτων. Κατά την αντεξέταση του ήταν έκδηλη η δυσφορία του και ο εκνευρισμός του. Έκδηλη ήταν και η σύγχυση του σε σχέση με τις ημερομηνίες και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε την κατάθεση του. Δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο έδωσε την κατάθεσή του την ίδια μέρα που είχε δώσει η παραπονουμένη ή την ίδια μέρα που έδωσαν οι γονείς της. Δεν θυμόταν, μεταξύ άλλων, αν ο Τιμόθεος είχε πάει στον αστυνομικό σταθμό, πότε η παραπονουμένη είχε δώσει κατάθεση στην Αστυνομία ή πότε του είχε αναφέρει η τελευταία ότι έκανε «μπλοκ» το τηλέφωνο του κατηγορούμενου από το τηλέφωνό της. Τα πιο πάνω αποτελούν εντελώς επουσιώδη θέματα και δεν επηρεάζουν με οποιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του. Η εντύπωση που σχηματίσαμε ήταν ότι επρόκειτο για άτομο φιλαλήθη. Δεν παραγνωρίζουμε ότι σε κάποια σημεία η μαρτυρία του στερείτο συνοχής, αυτό όμως δεν οφείλετο στη μη προσήλωση του στην αλήθεια. Ως έχουμε ήδη επισημάνει, πρόκειται για άτομο που δυσκολευόταν να εκφραστεί και ήταν χαμηλής μόρφωσης, «βγήκε» από το σχολείο προτού καν συμπληρώσει τη φοίτησή του στο γυμνάσιο. Χαρακτηριστικό ήταν το γεγονός ότι δεν ήταν καν σε θέση να απαντήσει, με θετικό τρόπο, κατά πόσο ο μήνας Απρίλης ακολουθούσε το μήνα Μάρτη. Στρεφόμαστε τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονουμένης. Σε τέτοιας φύσης υποθέσεις ήτοι υποθέσεις που αφορούν σεξουαλικά αδικήματα, το Δικαστήριο δεν έχει νομοθετική υποχρέωση να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία της μαρτυρίας της παραπονουμένης, αυτό όμως συνηθίζεται, ως θέμα πρακτικής, με βάση το Κοινοδίκαιο. Το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί εξ ολοκλήρου σε τέτοια μαρτυρία και να θεμελιώσει καταδίκη, αφού όμως πρώτα λάβει υπόψη και προειδοποιήσει τον εαυτό του τους πιθανούς κινδύνους που ελλοχεύουν στη στήριξη καταδίκης αποκλειστικά με τέτοια μαρτυρία[8]. Η μαρτυρία της παραπονουμένης θα αξιολογηθεί υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών. Πρόκειται για κοπέλα πολύ νεαρής ηλικίας, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν 21 περίπου ετών. Είναι άτομο εσωστρεφές και μοναχικό, ανάλωνε μεγάλο μέρος του χρόνου της παίζοντας παιχνίδια στο διαδίκτυο, κλεισμένη στο δωμάτιο της. Δεν είχε εργασία, δεν είχε παρέες και δεν συναναστρεφόταν συχνά με κόσμο. Γνώρισε τον κατηγορούμενο μέσω διαδικτύου, προφανώς τον συμπάθησε και συμφώνησε να συναντηθεί μαζί του. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι ο λόγος που συναντήθηκαν οι δυο τους ήταν για να συνευρεθούν ερωτικά. Απορρίπτουμε την πιο πάνω θέση. Δεχόμαστε τη θέση της ότι εκείνο που συμφώνησαν ήταν να συναντηθούν και να γνωρισθούν χωρίς να αποκλείεται η σύναψη στο μέλλον ερωτικής σχέσης. Εξάλλου, αυτό είχε αναφέρει και ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση. Δεχόμαστε επίσης τη μαρτυρία της για τα ό,σα είχαν συμβεί κατά τη συνάντηση τους. Η μαρτυρία της επί του συγκεκριμένου θέματος ήταν αυθόρμητη και θετική. Αντεξετάσθηκε εκτενώς και επισταμένα· η μαρτυρία της όμως παρέμενε σταθερή, απαλλαγμένη από οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Επισημαίνουμε δε ότι η μαρτυρία της επί του συγκεκριμένου θέματος συνάδει σε πολλά και ουσιώδη σημεία με την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή του ανέφερε μεταξύ άλλων ότι όταν βρισκόντουσαν στο μπαλκόνι του διαμερίσματος αυτός την τράβησε από το χέρι για να τη βάλει μέσα στο δωμάτιο. Η παραπονουμένη του ζήτησε να φύγουν και αυτός, για να την εμποδίσει, κλείδωσε την πόρτα και πήρε τα κλειδιά. Παραδέχεται επίσης ότι η παραπονουμένη δεν ήθελε να έχει ερωτική επαφή μαζί του και ότι τον παρακαλούσε να την αφήσει να φύγει. Παραδεκτό είναι και το γεγονός ότι σε κάποια στιγμή τον είχε απειλήσει ότι αν δεν την άφηνε να φύγει θα πηδούσε από το μπαλκόνι. Δεν παραγνωρίζουμε ότι σε κάποιες περιπτώσεις, κατά την αντεξέτασή της επί επουσιωδών θεμάτων, η μαρτυρία της ήταν συγχυσμένη. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί πότε έλαβαν χώρα κάποια γεγονότα, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που είχε μεσολαβήσει. Στη σύγχυση της συνέβαλε και ο τρόπος αντεξέτασης της ο οποίος σε κάποια σημεία στερείτο συνοχής, το ένα θέμα παρεμβάλλετο μέσα στο άλλο ενώ σε κάποια περίπτωση η αντεξέτασή της αφορούσε λανθασμένη χρονική περίοδο. Έντονη ήταν η σύγχυσή της σε σχέση με τον όροφο που βρισκόταν το διαμέρισμα, σε σχέση με το χρόνο που έκανε «φραγή» του αριθμού του τηλεφώνου του κατηγορουμένου από το κινητό της τηλέφωνο, ακόμη και σε σχέση με το χρόνο που γνώρισε τον Τιμόθεο. Αναφορικά με τον όροφο του διαμερίσματος έδωσε τρεις διαφορετικές απαντήσεις, αρχικά ανέφερε ότι βρισκόταν στον πρώτο όροφο, στη συνέχεια ανέφερε ότι ήταν στο δεύτερο όροφο και τέλος ανέφερε ότι ήταν στον τρίτο όροφο. Για τη φραγή του τηλεφώνου ισχυρίσθηκε αρχικά ότι προέβη στη συγκεκριμένη ενέργεια προτού πάει στην Αστυνομία ενώ αργότερα ισχυρίσθηκε ότι έγινε μετά την καταγγελία της στην Αστυνομία. Για το χρόνο της γνωριμίας της με τον Τιμόθεο αρχικά ανέφερε ότι τον γνώρισε το Πάσχα του 2014, στη συνέχεια όμως είπε ότι τον γνώριζε «. από πιο πριν, λόγω του Πατρίκιου, σαν φίλο». Σημειώνουμε ότι η παραπονουμένη και ο Τιμόθεος σε κάποιο χρόνο αργότερα αρραβωνιάστηκαν. Ως έχουμε επισημάνει και πιο πάνω, τα θέματα αυτά από μόνα τους δεν είναι ουσιώδη για την έκβαση της υπόθεσης. Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι οι δύο εμπλεκόμενοι είχαν συνευρεθεί σεξουαλικά κατά την πρώτη τους συνάντηση, που ήταν και η μοναδική και ότι η συνεύρεση έλαβε χώρα σε κάποιο διαμέρισμα στο "Parojim Apts". Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η παραπονουμένη προέβη σε φραγή του τηλεφώνου του κατηγορουμένου ή ότι αυτή αρραβωνιάστηκε τον Τιμόθεο. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μας ότι η φραγή του τηλεφώνου και ο χρόνος που αρραβωνιάστηκε τον Τιμόθεο συνδέονται με το θέμα του τηλεφωνήματος που είχε κατ΄ ισχυρισμό δεχθεί από τον κατηγορούμενο. Η μάρτυρας ανέφερε ότι σε κάποιο στάδιο μετά τον αρραβώνα της δέχθηκε κλήση από τον κατηγορούμενο και ο τελευταίος συνομίλησε στο τηλέφωνο με τον αρραβωνιαστικό της Τιμόθεο. Η πιο πάνω θέση αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος δεν της τηλεφώνησε μετά το συμβάν. Η πιο πάνω θέση δεν συνάδει όμως με την κατάθεση που έδωσε ο κατηγορούμενος στην Αστυνομία. Ο τελευταίος στην κατάθεσή του αναφέρει ότι της είχε τηλεφωνήσει. Την πρώτη φορά απάντησε την κλήση η ίδια ενώ τη δεύτερη φορά απάντησε την κλήση η αδελφή της. Αποδεχόμαστε ότι αυτή είχε δεχθεί τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο μετά το συμβάν, εξάλλου το παραδέχεται και ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση, δεν έχουμε όμως πεισθεί ότι το τηλεφώνημα έγινε κάτω από τις συνθήκες που η ίδια περίγραψε καθότι αυτή δεν είχε καλή θύμηση των συγκεκριμένων γεγονότων. Το μόνο που θα μπορούσε να εξαχθεί από τα πιο πάνω είναι ότι ο κατηγορούμενος της είχε τηλεφωνήσει κάποιο χρόνο μετά το συμβάν και ότι δεν ήταν η παραπονουμένη που είχε απαντήσει τη συγκεκριμένη κλήση. Ένα άλλο θέμα που μας απασχόλησε, παρά το γεγονός ότι δεν έχει εγερθεί από την υπεράσπιση, είναι η παράλειψη της παραπονουμένης να αναφέρει ο,τιδήποτε στην αδελφή της, Χριστιάνα και να καταγγείλει το συμβάν στην Αστυνομία, αμέσως ή εντός λογικού χρονικού διαστήματος. Σύμφωνα με τα ό,σα η ίδια ανέφερε στην κατάθεσή της, ενώ αυτή βρισκόταν στο δωμάτιο μαζί με τον κατηγορούμενο και αφού προηγήθηκε το κλείδωμα της κυρίως πόρτας του διαμερίσματος και ο τελευταίος είχε δείξει τις προθέσεις του, της τηλεφώνησε η αδελφή της. Η παραπονουμένη απάντησε την κλήση, δεν της ανέφερε όμως ότι κινδύνευε. Θεώρησε σκόπιμο αντί να ζητήσει απευθείας βοήθεια από την αδελφή της, να «παραπλανήσει» τον κατηγορούμενο ζητώντας από αυτήν να πάνε για ψώνια. Ο κατηγορούμενος της άρπαξε το κινητό και έκλεισε την κλήση. Η αδελφή της, τής τηλεφώνησε για δεύτερη φορά, της ζήτησε να της επιστρέψει αμέσως την τσάντα της· και πάλι η παραπονουμένη όμως δεν της ανέφερε ο,τιδήποτε. Μετά το συμβάν, όταν η παραπονουμένη επέστρεψε στο σπίτι συνάντησε την αδελφή της, της εξήγησε «ότι ο λόγος που ανέφερε ψώνια στο τηλέφωνο ήταν γιατί ήθελε να της πει να πάει σπίτι για να τη βοηθήσει», η αδελφή της την ρώτησε τι έγινε αλλά η παραπονουμένη δεν της είπε ο,τιδήποτε. Η παραπονουμένη εκμυστηρεύθηκε για πρώτη φορά τα ό,σα είχαν συμβεί στον αδελφικό της φίλο, ΜΚ6, τέσσερις περίπου μήνες αργότερα. Η παραπονουμένη δεν αντεξετάσθηκε επί των πιο πάνω σημείων, δεν της ζητήθηκε να δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις για τη συμπεριφορά της αυτή. Από τη γραπτή της κατάθεση, η οποία αποτελεί μέρος της κυρίως εξέτασης της, προκύπτει ότι όταν δέχθηκε τα τηλεφωνήματα από την αδελφή της, αυτή τελούσε υπό το κράτος του φόβου γιατί ο κατηγορούμενος είχε ήδη δείξει τις προθέσεις του και είχε ήδη κλειδώσει την πόρτα του διαμερίσματος. Προφανώς ο φόβος της επηρέασε και τη δυνατότητα της να σκεφτεί λογικά και να αναζητήσει τρόπο διαφυγής. Άλλωστε ο κατηγορούμενος ήταν παρών και ό,τι και αν έλεγε στην αδελφή της θα το άκουγε και αυτός. Κάτι που εύλογα κρίνεται πως απέτρεψε την παραπονουμένη που ήταν φοβισμένη από το να της καταγγείλει ο,τιδήποτε και να ζητήσει τη βοήθεια της. Η απειρία της να αντεπεξέλθει σε τέτοιου είδους καταστάσεις και η αφέλεια της φαίνεται και από τον τρόπο που αντέδρασε. Αντί να ζητήσει από την αδελφή της αμέσως βοήθεια αυτή θεώρησε ότι θα «παραπλανούσε» τον κατηγορούμενο, θα τον έπειθε να την αφήσει να φύγει αν αυτός μάθαινε ότι θα πήγαινε ψώνια με την αδελφή της. Δεν αποκλείουμε κάποια άλλη νεαρή κοπέλα, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, να αντιδρούσε διαφορετικά. Η αναμενόμενη ανθρώπινη συμπεριφορά σε τέτοιας φύσης υποθέσεις είναι η άμεση αντίδραση του θύματος και η καταγγελία του αδικήματος[9]. Η κάθε υπόθεση όμως πρέπει να κρίνεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά, έχοντας υπόψη ότι ο καθένας αντιδρά με διαφορετικό τρόπο, με βάση το ψυχισμό του και δεν υπάρχει συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς. Ως αναφέρθηκε σχετικά από το Εφετείο στην Αντωνίου ν Αστυνομίας[10]: «Χωρίς προς στιγμήν να παραγνωρίζεται η πρωταρχική ανάγκη η ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση να αξιολογείται στη βάση του τεκμηρίου της αθωότητας αφενός, αλλά και στην ανάγκη θεμελίωσης των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αφετέρου, πρέπει και το Δικαστήριο να είναι δεκτικό στην ολοένα και πλέον αποδεκτή και συγκλίνουσα θέση, ότι τα θύματα των σεξουαλικών επιθέσεων βιώνουν μια πληθώρα ψυχολογικών μετατραυματικών εμπειριών που αναμφίβολα επηρεάζουν και την δυνατότητα τους να υποβάλουν άμεσα το παράπονο τους, αλλά και τη δυνατότητα τους να λειτουργούν και να αντιδρούν πάντοτε κατά τρόπο που εκλογικευμένα θα θεωρείτο αναμενόμενος.» Η παραπονουμένη ως αναφέραμε και πιο πάνω ήταν μια νεαρή κοπέλα με πολύ περιορισμένες εμπειρίες. Το γεγονός ότι δεν αντέδρασε με εκλογικευμένο τρόπο ουδόλως επηρεάζει την αξιοπιστία της. Δεχόμαστε επίσης την εξήγηση που έδωσε σε σχέση με την παράλειψη της να καταγγείλει αμέσως το συμβάν στην Αστυνομία. Υπενθυμίζουμε ότι κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι ο λόγος που δεν το κατάγγειλε ήταν γιατί «φοβόταν αλλά κυρίως γιατί ντρεπόταν». Επισημαίνουμε ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Εξετάσαμε τη μαρτυρία της στο σύνολό της και είναι κοινή διαπίστωση μας ότι η παραπονουμένη ήταν ειλικρινής. Αντεξετάσθηκε εκτενώς αλλά παρέμεινε σταθερή στην εξιστόρηση του πυρήνα των γεγονότων. Στη μαρτυρία της έχουμε διακρίνει κάποιες αντιφάσεις οι οποίες όμως, ως περιγράφουμε ανωτέρω, αφορούν επουσιώδη σημεία και δεν αποδυναμώνουν τη βαρύτητα της μαρτυρίας της. Δεν είναι κάθε αντίφαση που έχει σημασία. Οι αντιφάσεις που καθιστούν μια μαρτυρία αναξιόπιστη πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής σε σημείο που να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεση του να πει ψέματα[11]. Μικροαντιφάσεις και μικροανακρίβειες σε επουσιώδη σημεία, εξεταζόμενες στο σύνολο της μαρτυρίας δυνατόν, σε κάποιες περιπτώσεις να ενδυναμώνουν την αξιοπιστία των μαρτύρων και να προβάλουν «. το φυσικό τρόπο με τον οποίο διατύπωσαν τα σχετικά γεγονότα που είχαν στη μνήμη τους»[12]. Ως έχουμε ήδη αναφέρει, σε υποθέσεις όπως η παρούσα, αποτελεί κανόνα πρακτικής το Δικαστήριο να αναζητεί ενισχυτική μαρτυρία για το παράπονο που προβάλλεται και να προειδοποιεί τον εαυτό του για τον ενδεχόμενο κίνδυνο καταδίκης του κατηγορουμένου, στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές και έχοντας προειδοποιήσει τους εαυτούς μας για τους πιθανούς κινδύνους, καταλήγουμε, χωρίς δισταγμό, ότι μπορούμε να βασισθούμε στη μαρτυρία της παραπονουμένης χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας. Ανεξαρτήτως όμως της πιο πάνω κατάληξης μας, παρατηρούμε ότι η μαρτυρία της παραπονουμένης ενισχύεται σε όλα σχεδόν τα κρίσιμα σημεία από την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου. Δεν κρίνουμε σκόπιμο να επαναλάβουμε τα ό,σα αναφέρει ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του, περιοριζόμαστε να τονίσουμε απλώς ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε μεταξύ άλλων ότι αυτός είχε κλειδώσει την παραπονουμένη εντός του δωματίου, αυτή δεν ήθελε να έχει σωματική επαφή μαζί του, αυτός όμως επέμενε και δεν της επέτρεπε να φύγει. Παραδέχεται επίσης ότι σε κάποιο στάδιο αυτή έκλαψε και στο τέλος ότι την είχε αναγκάσει να έλθει σε σεξουαλική επαφή μαζί του, παρά τη θέλησή της. Ο κατηγορούμενος ως αναφέραμε και πιο πάνω έδωσε ανώμοτη δήλωση. Η δήλωση του αυτή θα εξετασθεί και θα αξιολογηθεί στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια ότι είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη[13]. Στην Αγγλική απόφαση R v Campell[14] δόθησαν οι πιο κάτω κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης της ανώμοτης δήλωσης: «. μια ανώμοτη κατάθεση του κατηγορουμένου, με την πρακτική που επικρατεί σήμερα, φαίνεται να πήρε κάπως σκιερό χαρακτήρα που βρίσκεται στο μισό δρόμο, σε ότι αφορά αξία και βάρος, ανάμεσα σε ένορκη κατάθεση και απλή εξ ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί να λέγεται στους ενόρκους ότι οφείλουν να την αγνοήσουν εξ ολοκλήρου. Πρέπει να τους λέγεται ότι μπορούν να της δώσουν το βάρος που νομίζουν ότι της αξίζει, αλλά ότι δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση». Είχαμε την ευκαιρία να εξετάσουμε προσεκτικά την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου και διαπιστώνουμε ότι αυτή δεν υποστηρίζεται από οποιανδήποτε άλλη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας. Πέραν τούτου, τα ό,σα ο κατηγορούμενος ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι εκ διαμέτρου αντίθετα με τα ό,σα ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στην ανώμοτη δήλωση αναφέρει μεταξύ άλλων ότι σκοπός της συνάντησης τους ήταν να γνωρισθούν και να κάνουν σεξ ενώ στην κατάθεση του στην Αστυνομία απέρριψε ρητά την πιο πάνω θέση και ανέφερε ότι μοναδικός σκοπός της συνάντησης τους ήταν η γνωριμία και ότι δεν είχαν «προγραμματίσει» να κάνουν σεξ. Ανέφερε επίσης ότι μόλις εισήλθαν εντός του δωματίου κλείδωσε την πόρτα για να μην τους ενοχλούν, βγήκαν στο μπαλκόνι και εκεί αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν. Μετά από πρωτοβουλία της παραπονουμένης εισήλθαν εντός του δωματίου, συνέχισαν τις αγκαλιές και τα φιλιά, «έμειναν και οι δύο γυμνοί και έκαναν έρωτα». Στην ανακριτική του κατάθεση όμως ρητά αναφέρει ότι ο λόγος που κλείδωσε την πόρτα ήταν για να αποτρέψει την παραπονουμένη από το να φύγει και ότι όταν προσπάθησε να τη φιλήσει και να τη χαϊδέψει αυτή αποτραβήχτηκε, φοβήθηκε και ήθελε να φύγει. Απείλησε δε ότι θα πηδούσε από το μπαλκόνι. Ανέφερε επίσης ότι η παραπονουμένη δεν ήθελε να κάνει σεξ μαζί του. Τέλος θα ηθέλαμε να επισημάνουμε ότι η αναφορά του κατηγορουμένου στην ανώμοτη δήλωσή του ότι η παραπονουμένη δεν του είχε ζητήσει να φύγει από το δωμάτιο, δεν συνάδει με τη δήλωση του συνηγόρου του η οποία και τον δεσμεύει. Ο συνήγορος είχε συμφωνήσει με την παραπονουμένη ότι ο κατηγορούμενος δεν την άφηνε να φύγει. Της είπε σχετικά κατά την αντεξέταση «. έρχομαι και εγώ σου λέω, συμφωνώ μαζί σου, ότι δεν σε άφηνε». Καταλήγουμε ότι καμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στην ανώμοτη δήλωσή του. Ο συνήγορος υπεράσπισης αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου εισηγήθηκε ότι οι ανακριτικές αρχές απέφυγαν να εξετάσουν «τους ισχυρισμούς και τα δεδομένα» που αθώωναν τον κατηγορούμενο, τον «θυματοποίησαν» και του στέρησαν το δικαίωμα να τύχει δίκαιης δίκης. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα πάντα με την εισήγηση του, δεν ήταν άδικη, ο τρόπος εξέτασης του αδικήματος όμως από τις ανακριτικές αρχές έχει επηρεάσει τα δικαιώματά του. Η Αστυνομία παρά το γεγονός ότι έλαβε τα τηλέφωνα του κατηγορουμένου και της παραπονουμένης ως επίσης εξουσιοδότηση για αποκάλυψη των τηλεπικοινωνιακών τους δεδομένων, τελικά δεν προχώρησε με την εξασφάλιση των πιο πάνω στοιχείων. Αν ελάμβανε τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα θα ανακάλυπτε ότι το αδίκημα δεν είχε διαπραχθεί τον Οκτώβρη ή Νοέμβρη του
  3. Ανέφερε επίσης τα πιο κάτω τα οποία θεωρούμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε αυτούσια: «.Την 10.06.2014 δηλώθηκε στο Δικαστήριο ότι η Αστυνομία εξασφάλισε τα δικαστικά διατάγματα για αποκάλυψη τηλεπικοινωνιακών δεδομένων πλην όμως δεν απετάθη στη CYTA για να τα λάβει με αποτέλεσμα, λόγω παρέλευσης αρκετού χρόνου, η ίδια η CYTA να μην μπορεί να εφοδιάσει ούτε την Υπεράσπιση ούτε την Αστυνομία.» Η πιο πάνω δήλωση δεν αντικατοπτρίζει τα πραγματικά γεγονότα. Ανατρέξαμε στο φάκελο του Δικαστηρίου και εντοπίσαμε το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.06.2014, το οποίο επικαλέσθηκε ο συνήγορος. Από το πρακτικό του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κ. Κονναρής είχε ζητήσει αναβολή της ακρόασης για να εξασφαλίσει μαρτυρικό υλικό αναφορικά με τις «τηλεφωνικές επικοινωνίες» που είχε ο κατηγορούμενος. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής σε απάντηση του πιο πάνω αιτήματος ανέφερε τα πιο κάτω: «κα Σοφοκλέους: Αυτό το μαρτυρικό υλικό που ζητά ο κ. Κονναρής δεν υπάρχει. Λήφθηκαν τα διατάγματα για αποκάλυψη τηλεφωνικών επικοινωνιών, στην πορεία όμως κρίθηκε ότι δεν ήταν αναγκαίο κάτι τέτοιο και δεν προχώρησε η Αστυνομία να εκδώσει αυτό το υλικό, άρα αυτό το μαρτυρικό υλικό δεν πρόκειται να δοθεί και νομίζω μετά από κάποιους μήνες η CYTA δεν μπορεί να τα βρει. Δεν έχω ένσταση όμως στο αίτημα αναβολής του κ. Κονναρή.» Από το φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι λίγες εβδομάδες αργότερα και συγκεκριμένα την 21.07.14 ο κατηγορούμενος καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε μεταξύ άλλων όπως η Αστυνομία τον εφοδιάσει με αντίγραφο του διατάγματος αποκάλυψης τηλεφωνικών επικοινωνιών του κατηγορουμένου. Στην εν λόγω αίτηση επισυνάπτεται η επιστολή που είχε αποστείλει ο κατηγορούμενος προς την ΜΤΝ, ημερομηνίας 5.6.2014, με την οποία ζητούσε κατάσταση των εισερχομένων και εξερχομένων κλήσεων του για την περίοδο Ιουνίου 2013 - Νοεμβρίου
  4. Επισυνάπτεται και μια επιστολή που αποστάληκε από το Γενικό Εισαγγελέα προς το συνήγορο υπεράσπισης, ημερομηνίας 8.7.2014, με την οποία τον πληροφόρησε ότι η Αστυνομία δεν είχε προβεί σε οποιονδήποτε διάβημα δικαστικό για εξασφάλιση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων καθότι αυτό δεν είχε κριθεί αναγκαίο. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος εγνώριζε από τον Ιούλιο του 2014 ότι η Αστυνομία δεν είχε προβεί σε οποιονδήποτε διάβημα για να εξασφαλίσει τα πιο πάνω στοιχεία. Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι παρά το γεγονός ότι ο κ. Κονναρής, στην αγόρευσή του, αναφέρθηκε στη CYTA, το ίδιο και η κα Σοφοκλέους, τη 10.6.2014 ενώπιον του Δικαστηρίου, από την αίτηση που καταχώρησε ο κατηγορούμενος και συγκεκριμένα από την ένορκη δήλωση του ιδίου και τα τεκμήρια που επισύναψε, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν συνδρομητής στη CYTA αλλά στην ΜΤΝ. Ενόψει τούτου η δήλωση του κ. Κονναρή κατά την αγόρευσή του ότι η CYTA δεν μπορούσε να αποκαλύψει τα εν λόγω στοιχεία και αν ακόμη γινόταν δεκτή από το Δικαστήριο, καμία σχέση έχει με τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα του κατηγορουμένου εφόσον ο ίδιος ήταν συνδρομητής της ΜΤΝ. Κατά πόσο η δίκη που έχει διεξαχθεί είναι δίκαιη ή όχι, εκτείνεται και στο στάδιο των ερευνών και ανακρίσεων που διεξήγαγε η Αστυνομία[15]. Συνακόλουθα θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οποιεσδήποτε ενέργειες και ή παραλείψεις των ανακριτικών αρχών, που έγιναν στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, επηρέασαν δυσμενώς τον κατηγορούμενο, με επακόλουθο αυτός να εμποδιστεί να παρουσιάσει την υπεράσπισή του με δίκαιο και ορθό τρόπο. Το πιο πάνω ερώτημα θα πρέπει να απαντηθεί με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και τα στοιχεία που η αστυνομία είχε ενώπιον της. Κατά πόσο η δίκη ήταν δίκαιη ή όχι, δεν αποφασίζεται κατά τρόπο αφηρημένο αλλά στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης. Ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει ότι πράγματι έχει επηρεαστεί δυσμενώς[16]. Στρεφόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης επισημαίνουμε ότι η ΜΚ1 δεν αντεξετάστηκε επί του συγκεκριμένου σημείου, ήτοι του χρόνου που έλαβε χώραν η συνάντηση και ούτε της έχει τεθεί η θέση που προέβαλε ο κατηγορούμενος εκ των υστέρων πως τα αδικήματα διαπράχθηκαν το καλοκαίρι του 2013, για να σχολιάσει η μάρτυρας τη θέση αυτή. Οι ερωτήσεις και οι υποβολές που της είχαν γίνει είχαν σαν δεδομένο πως τα επίδικα γεγονότα είχαν λάβει χώρα τη χρονική περίοδο που η παραπονουμένη καθόρισε. Υπενθυμίζουμε ότι η εξετάστρια της υπόθεσης ΜΚ1 αντεξετάστηκε σε σχέση με τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα. Κατέθεσε ότι εφόσον το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορουμένου, επί των ουσιαστικών γεγονότων ταυτιζόταν με την κατάθεση της παραπονουμένης, κρίθηκε πως δεν ήταν αναγκαία η προώθηση του αιτήματος για τη λήψη διατάγματος αποκάλυψης των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων ή η αποστολή των σκληρών δίσκων των ηλεκτρονικών υπολογιστών για ανάκληση-επαναφορά των δεδομένων. Στο στάδιο αυτό είναι αναγκαίο να επισημάνουμε ότι ο κατηγορούμενος στο στάδιο των ανακρίσεων δεν ήγειρε οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με το χρόνο που συναντήθηκε με την παραπονουμένη ούτε αμφισβήτησε τη θέση της τελευταίας ότι συναντήθηκαν το Νοέμβριο του
  5. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω θεωρούμε ότι οι ανακριτικές αρχές με βάση τα δεδομένα που είχαν ενώπιον τους έπραξαν ό,τι υπό τις περιστάσεις ήταν αναγκαίο για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ακόμη όμως και αν εκρίναμε ότι η μη λήψη των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων των δύο εμπλεκομένων συνιστούσε παράλειψη, αυτή δεν επηρέασε αρνητικά την υπεράσπιση. Ακόμη και αν ο χρόνος διάπραξης των αδικημάτων δεν γίνει αποδεκτό ότι ήταν το Νοέμβριο του 2013 ουδεμία σημασία έχει αναφορικά με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι ένοχος ή όχι, αφού ο ακριβής χρόνος σε τέτοιας φύσης αδικήματα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Επισημαίνουμε δε ότι η παραπονουμένη που ήταν η κύρια μάρτυρας της υπόθεσης δεν αντεξετάστηκε επί του συγκεκριμένου θέματος, ήτοι του χρόνου διάπραξης του αδικήματος. Καταληκτικά, θα λέγαμε ότι εν πάση περιπτώσει, εν προκειμένω, μικρή αξία θα είχε ο εντοπισμός των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων ως επίσης και των δεδομένων των ηλεκτρονικών υπολογιστών των δύο εμπλεκομένων μερών, εφόσον ήταν παραδεκτή η συνουσία μεταξύ τους, ως επίσης το γεγονός ότι αυτή έλαβε χώρα μία μόνο φορά. Καταλήγουμε ότι η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης είναι ανεδαφική. Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία προκύπτουν τα πιο κάτω γεγονότα: Ο κατηγορούμενος ήταν κατά τον επίδικο χρόνο 30 ετών, ήταν άνεργος και διέμενε μαζί με τους γονείς του. Ήταν διαζευγμένος και πατέρας ενός παιδιού δέκα ετών. Τα τελευταία τέσσερα έτη διατηρούσε δεσμό με κάποια κοπέλα. Η παραπονουμένη ήταν 21 ετών και ήταν και αυτή άνεργη και διέμενε με τους γονείς της. Αμφότεροι διατηρούσαν λογαριασμό στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης, facebook. Η παραπονουμένη δέχθηκε στο facebook αίτημα φιλίας από κάποιον «Marinos Hatziantonis», ήτοι τον κατηγορούμενο. Αποδέχθηκε το αίτημα του συγκεκριμένου προσώπου, παρά το γεγονός ότι δεν τον εγνώριζε. Άρχισαν να παίζουν από κοινού κάποια παιχνίδια στο διαδίκτυο και επικοινωνούσαν μέσω γραπτών μηνυμάτων στο "chat". Τα μηνύματα τους ήταν γενικού ενδιαφέροντος. Μετά από ένα περίπου μήνα, ο κατηγορούμενος της ζήτησε όπως συναντηθούν για να γνωρισθούν καλύτερα. Η παραπονουμένη αρχικά αρνήθηκε καθότι ο κατηγορούμενος της είχε αναφέρει ότι κατά τη συνάντησή τους θα έκαναν σεξ, στη συνέχεια όμως συγκατατέθηκε καθότι πείσθηκε με βάση τα ό,σα της είπε αργότερα ο κατηγορούμενος ότι θα συναντιόντουσαν απλώς για να γνωρισθούν μεταξύ τους. Διευθετήθηκε συνάντηση μεταξύ τους. Ο κατηγορούμενος πήγε και την πήρε με το αυτοκίνητό του από κάποιο σημείο πλησίον της οικίας της και κατευθύνθηκαν προς τη Γερμασόγεια. Σταμάτησαν έξω από ένα πολυώροφο κτίριο που έφερε την ονομασία "Parojim Appartments", ο κατηγορούμενος της εζήτησε να κατεβεί λέγοντας της ταυτόχρονα «μην αγχώνεσαι δεν έχει τίποτα». Η παραπονουμένη επίστευε ότι στο εν λόγω κτίριο βρισκόταν το διαμέρισμα του κατηγορουμένου, για το οποίο της είχε μιλήσει προηγουμένως. Ο κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς το εσωτερικό του κτιρίου και η παραπονουμένη τον ακολούθησε. Της ζήτησε να τον περιμένει έξω από ένα διαμέρισμα και εκείνος απομακρύνθηκε και επέστρεψε μετά από λίγα λεπτά κρατώντας ένα κλειδί. Άνοιξε με το κλειδί την πόρτα και εισήλθαν εντός ενός χώρου που αποτελείτο από ένα δωμάτιο με κρεβάτια, ένα μπάνιο και μπαλκόνι. Κάθησαν στο μπαλκόνι και συζήτησαν για «γενικά» θέματα, καπνίζοντας τσιγάρο και πίνοντας τους καφέδες που είχαν αγοράσει προηγουμένως από κάποιο περίπτερο. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος της ζήτησε να μπουν εντός του δωματίου, αυτή όμως αρνήθηκε. Επανέλαβε το αίτημα του, αυτή συνέχιζε να αρνείται και τότε αυτός την άρπαξε από το χέρι, την τράβησε και την οδήγησε εντός του δωματίου. Κάθησαν πάνω σε ένα από τα δύο κρεβάτια και αυτός άρχισε να τη χαϊδεύει σε διάφορα σημεία του σώματός της. Η παραπονουμένη αντιστάθηκε και τον έσπρωξε με τα χέρια της για να τον αναγκάσει να σταματήσει. Ο κατηγορούμενος συνέχιζε και η παραπονουμένη του είπε «κανεί, δεν νοιώθω άνετα μαζί σου» και του ζήτησε να φύγουν. Αυτός σηκώθηκε τότε από το κρεβάτι, κλείδωσε την πόρτα, πήρε τα κλειδιά και τα κουνούσε κοροϊδευτικά, λέγοντας της ότι δεν μπορούσε να φύγει. Η παραπονουμένη προσπαθούσε να πάρει τα κλειδιά, αυτός όμως την εμπόδιζε σπρώχνοντας την. Ας σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος είναι σωματώδης και αρκετά ευτραφής σε αντίθεση με την παραπονουμένη που είναι χαμηλού αναστήματος και πολύ λεπτής σωματικής διάπλασης. Στη συνέχεια τον απείλησε ότι αν δεν την άφηνε να φύγει θα έβγαινε στο μπαλκόνι και θα πηδούσε. Ο κατηγορούμενος δεν υπέκυψε στην πιο πάνω απειλή. Προσπάθησε επίσης να τον εκφοβίσει λέγοντας του ότι θα τηλεφωνούσε στην Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος επιχείρησε τότε να της πάρει το κινητό της, δεν τα κατάφερε όμως. Της ζήτησε να κάνουν σεξ και της είπε ότι αν αυτή συγκατατίθετο και έκαναν σεξ τότε θα την άφηνε να φύγει. Αυτή αρνήθηκε. Στη συνέχεια της τηλεφώνησε η αδελφή της Χριστιάνα που βρισκόταν στην Κύπρο. Η παραπονουμένη απάντησε την κλήση και της ζήτησε να πάνε για ψώνια. Ο κατηγορούμενος της άρπαξε το τηλέφωνο και έκλεισε την κλήση. Η αδελφή της της ξανατηλεφώνησε και της ζήτησε να της επιστρέψει την τσάντα της που κρατούσε. Η παραπονουμένη της είπε ότι θα της την έπαιρνε και έκλεισε το τηλέφωνο. Ο κατηγορούμενος την παρακάλεσε εκ νέου να κάνουν σεξ, αυτή αρνήθηκε και του ζήτησε να την πάρει στο σπίτι της. Αυτός τότε την έσπρωξε και εκείνη έπεσε πάνω στο κρεβάτι, τον κλώτσησε, αυτός όμως δεν πτοήθηκε. Ανέβηκε από πάνω της, εκείνη τον κτυπούσε από τους ώμους, αυτός όμως παρέμεινε από πάνω της. Της έβγαλε τα ρούχα της με τη βία και στη συνέχεια άνοιξε το φερμουάρ του παντελονιού του και έβγαλε έξω το πέος του που ήταν σε στύση. Η παραπονουμένη τον έσπρωχνε και του ζητούσε να την αφήσει να φύγει αλλά αυτός την αγνόησε. Έβαλε το πέος του μέσα στο γεννητικό της όργανο ενώ εκείνη του φώναζε «φύε, φύε». Στη συνέχεια την άρπαξε από τα μαλλιά και της είπε «αρέσκει σου σκατοπουτανάκι μου;». Η παραπονουμένη συνέχιζε να του λέει ότι «δεν ήθελε» και του ζητούσε να φύγει. Κάποια στιγμή έβγαλε το πέος του από το γεννητικό της όργανο και εκσπερμάτωσε πάνω στο πόδι της. Μετά την πράξη σηκώθηκε από το κρεβάτι και κάπνισε ένα τσιγάρο. Η παραπονουμένη άρχισε τότε να κλαίει, πήγε στην τουαλέτα σκούπισε τα υγρά από το πόδι της και ντύθηκε. Η υπεράσπιση αμφισβήτησε ότι το επίδικο συμβάν είχε λάβει χώραν το Νοέμβριο του
  6. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι το συμβάν έλαβε χώραν κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και όχι το Νοέμβριο του
  7. Εν πρώτοις θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι πριν τη λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης ο κατηγορούμενος είχε πληροφορηθεί από το ΜΚ2 Αστ. 3064 Αχιλλέα Κοκκινόφτα ότι τα αδικήματα που διερευνούσε η Αστυνομία είχαν διαπραχθεί το Νοέμβριο του
  8. Πέραν τούτου παρατηρούμε ότι ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση πουθενά δεν αναφέρει ότι η συνάντησή τους έλαβε χώρα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Όταν δε του ζητήθηκε να τοποθετήσει χρονικά το επίδικο συμβάν, δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Αρχικά ανέφερε «έχει τζιαιρό, πολλήν τζιαιρό» και στη συνέχεια έδωσε την πιο κάτω απάντηση: «Ερώτηση 26: Πότε ήταν αυτή η φορά; Απάντηση 26: Δεν θυμάμαι. Πριν 6-7-8 μήνες, δεν θυμούμαι». Επισημαίνουμε ότι με βάση τη δήλωσή του «πριν 6-7-8 μήνες» και αφού λάβαμε υπόψη ότι η κατάθεση δόθηκε τέλος Μαρτίου του 2014, προκύπτει ότι αναφερόταν στη χρονική περίοδο, Αύγουστος μέχρι Οκτώβριος του
  9. Σε κάποιο άλλο μέρος της ανακριτικής του κατάθεσης όταν ρωτήθηκε αν θυμόταν κατά πόσο ήταν κρύο ή ζέστη αυτός απάντησε «Νομίζω ήταν κρυάδα». Από την κατάθεσή του προκύπτει επίσης ότι το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα λίγο μετά το μεσημέρι. Το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση ότι κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, στη Λεμεσό, ουδέποτε κάνει κρύο, ιδιαίτερα κατά τις πρώτες απογευματινές ώρες. Η πρώτη φορά που ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι το επίδικο συμβάν έλαβε χώραν κατά τους μήνες Ιούνιο με Ιούλιο του 2013 ήταν στην ανώμοτη δήλωση του, η οποία για τους λόγους που εξηγήσαμε ανωτέρω δεν είναι αποδεκτή. Ανεξαρτήτως τούτου όμως παρατηρούμε ότι η ανώμοτη δήλωση του δόθηκε την 5.11.2015 και το εύλογο ερώτημα που εγείρεται είναι πώς ήταν σε θέση κατά την πιο πάνω ημερομηνία να εγνώριζε ότι το συμβάν έγινε κατά την πιο πάνω περίοδο ενώ όταν έδιδε κατάθεση στην Αστυνομία, το Μάρτιο του 2014, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί το χρόνο που έλαβε χώραν το επεισόδιο. Η μόνη αποδεκτή μαρτυρία επί του συγκεκριμένου θέματος είναι αυτή της παραπονουμένης. Η τελευταία, στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία το Μάρτιο του 2014 ανέφερε ότι το επεισόδιο έγινε το Νοέμβριο του
  10. Κανένα λόγο και ή κίνητρο είχε να δώσει στην Αστυνομία ψευδή στοιχεία σε σχέση με το θέμα αυτό. Αν το συμβάν είχε όντως διαδραματιστεί σε κάποια ημερομηνία το καλοκαίρι του 2013 κανένα λόγο είχε να το αποκρύψει. Κατά πόσο η συμπεριφορά του κατηγορουμένου είναι έκνομη ή όχι δεν θα κριθεί από το χρόνο αλλά από τις πράξεις ή παραλείψεις του. Σημειωτέον ότι η παραπονουμένη δεν αντεξετάσθηκε επί του συγκεκριμένου σημείου. Αντεξετάσθηκε σε σχέση με το χρόνο που έλαβε τις τηλεφωνικές κλήσεις από τον κατηγορούμενο αλλά δεν της υποβλήθηκε ούτε μία ερώτηση σε σχέση με το χρόνο που έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν. Καταλήγουμε ότι άρχισαν να επικοινωνούν μεταξύ τους κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2013 και το επίδικο επεισόδιο έλαβε χώρα το Νοέμβριο του
  11. Ο κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει ως αναφέραμε και πιο πάνω δύο αδικήματα, της κατακράτησης γυναίκας χωρίς τη θέλησή της και του βιασμού. Σύμφωνα με το άρθρο 162 του Ποινικού Κώδικα: «
  12. Όποιος κατακρατεί γυναίκα χωρίς τη θέληση της- (α) σε υποστατικό με σκοπό να έρθει σε παράνομη συνουσία με αυτή, οποιοσδήποτε άντρας, συγκεκριμένος ή όχι ή (β) ................................. είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια.» Ο βιασμός συντελείται όταν υπάρχει παράνομη συνουσία χωρίς τη συναίνεση της παραπονουμένης ή με τη συναίνεσή της, εφόσον η συναίνεση δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης. Σχετικό είναι το άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα το οποίο παραθέτουμε αυτούσιο: «
  13. Όποιος έρχεται σε παράνομη συνουσία με γυναίκα, χωρίς τη συναίνεση της παθούσας ή με τη συναίνεση της εφόσον η συναίνεση για αυτό δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης ή προκειμένου για παντρεμένη γυναίκα, με την πλαστοπροσωπία του συζύγου της, είναι ένοχος κακουργήματος το οποίο καλείται βιασμός.» Σύμφωνα με τη νομολογία, για να αποδειχθεί βιασμός θα πρέπει να υπάρχει εισδοχή του πέους στον κόλπο της παραπονουμένης. Όπου αποδεικνύεται εισδοχή ο βιασμός συντελείται ακόμα και αν δεν υπάρξει εκσπερμάτωση. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί η απαραίτητη ένοχη διάνοια (mens rea) ότι δηλαδή αυτός γνώριζε, κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι η παραπονουμένη δεν συναινούσε στη συνουσία ή ότι ήταν αδιάφορος ως προς το εάν συναινούσε ή όχι. Στην υπόθεση Ν.Χ. ν Δημοκρατίας[17] ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για αριθμό αδικημάτων, μεταξύ των οποίων και του αδικήματος του βιασμού. Παρά το γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο η παραπονουμένη, και στις δύο περιπτώσεις, δεν είχε αντιδράσει γιατί είχε φοβηθεί και είχε πάθει σοκ, το Κακουργιοδικείο κατέληξε ότι αποδείχθηκε η απαραίτητη ένοχη διάνοια του δράστη καθότι ενήργησε υπό το κράτος σωματικής βλάβης ή φόβου σωματικής βλάβης και ότι «ενδομύχως» το θύμα δεν συναινούσε στις άνομες πράξεις. Η καταδίκη επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου: «.συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο ότι αποδείχθηκε η απαραίτητη ένοχη διάνοια (mens rea) του εφεσείοντα, ότι δηλαδή αυτός γνώριζε, κατά τον ουσιώδη χρόνο της προαναφερόμενης πράξης, ότι η παραπονούμενη δεν συναινούσε σ' αυτή ή ότι ήταν αδιάφορος ως προς το εάν συναινούσε ή όχι, αφού μάλιστα άσκησε και κάποια σωματική βία για να επιτύχει το σκοπό του». Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας στην υπό κρίση υπόθεση και καθοδηγούμενοι από τις πιο πάνω νομικές αρχές, καταλήγουμε ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία αμφοτέρων των αδικημάτων. Ο κατηγορούμενος κλείδωσε την παραπονουμένη εντός του δωματίου με σκοπό να έρθει σε παράνομη συνουσία μαζί της. Γνώριζε πολύ καλά ότι η παραπονουμένη δεν επιθυμούσε να έχει οποιαδήποτε ερωτική επαφή μαζί του και ότι ήθελε να φύγει από το δωμάτιο. Αυτός αντί να της επιτρέψει να φύγει, την εξανάγκασε, παρά τη θέλησή της να έλθει σε συνουσία μαζί του. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις δύο κατηγορίες, ήτοι κατηγορίες 1 και 2 και καταδικάζεται σ΄ αυτές. (Yπ.) .............. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΤ Subject: Criminal/Assize Court/Final Judgment Αναφορά: Βιασμός, κατακράτηση γυναίκας χωρίς τη θέλησή της με σκοπό τη συνουσία [1] Βλ. Χαρίτωνος κ.α. ν Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 40, 97. [2]
(2000)2 ΑΑΔ, 166,
  1. [3] Έκδοση 2007, F17-
  2. [4]
(1990)2 ΑΑΔ 203. [5]
(1981)73 Cr.App.R. 359, 365. [6]
(1976)64 Cr. App. R. 59. [7]
(1989)2 ΑΑΔ 109, 112 [8] Βλέπετε σχετικά Σοφοκλής Σιακαλλή ν Αστυνομίας Π.Ε.145/09, 14.4.2010. [9] Βλέπετε σχετικά Γεωργιάδης ν Δημοκρατίας
(2003)1 ΑΑΔ 1. [10]
(2008)2 ΑΑΔ 766. [11] Βλέπετε σχετικά Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, Χριστοφίδης ν Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 25, Γιαννίδης ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 143. [12] Π. Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 104. Βλέπετε επίσης σχετικά Ξυδιάς κ.ά. ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174. [13] Κρίνος Θεοχάρους ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22. [14]
(1979)69 Cr. App. R. 221 [15]Βλέπετε σχετικά Νίκος Νικολάου ν Αστυνομίας, Π. Ε. 23/2013, ημερ. 22.5.
  1. [16]Βλέπετε σχετικά Τσεκούρας και Δημοκρατία, Π.Ε. 180/2010, ημερ. 11.10.
  2. [17]
(2012)2 ΑΑΔ 503, 511. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.