← Κύπρος

Έφορος Φορολογίας ν. LEMNUS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4454/15, 20/1/2016

Έφορος Φορολογίας ν. LEMNUS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4454/15, 20/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B9 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΔΗΜΗΤΡΊΟΥ - ΠΑΝΑΓΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4454/15 Μεταξύ: Έφορος Φορολογίας -v-

  1. LEMNUS LTD, απο την Λεμεσό
  2. ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ, απο την Λεμεσό ------------- Ημερομηνία: 20/01/2016 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Χατζηγιάννη Για Κατηγορούμενο 2: κος. Π. Μιχαηλίδης Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη 1 βρέθηκε ένοχη κατόπιν απόδειξης των κατηγοριών εναντίον της ενώ ο κατηγορούμενος 2 βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχή στις 2 κατηγορίες που αμφότεροι αντιμετωπίζουν δυνάμει του παρόντος κατηγορητηρίου. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής οφειλόμενου φόρου ενώ η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής πρόσθετου φόρου και τόκου, αμφότερες οι κατηγορίες κατά παράβαση των άρθρων και προνοιών του Νόμου Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του 2000 ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στις €137.790,83σ ενώ το αρχικό οφειλόμενο ποσό ήταν €138.910,29σ. Όπως ανάφερε η κα. Χατζηγιάννη, η συμμόρφωση προηγήθηκε της 1ης εμφάνισης ενώπιον του Δικαστηρίου και έκτοτε δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε άλλο ποσό. Σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό η κα. Χατζηγιάννη ζήτησε διάταγμα δυνάμει του άρθρου 46

(12)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων του 2000 για το ποσό των €90.041.71σ και περαιτέρω διάταγμα για το ποσό των €45.921.42σ. Παράλληλα ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου η δε κατηγορούμενη 1 δεν βαρύνεται με οιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορούμενου 2 από την άλλη χωρίς να αμφισβητήσει επί τους ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθησαν από την κατηγορούσα αρχή υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας ως τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του πελάτη του - κατηγορούμενου 2 και καταχώρησε γραπτή αγόρευση προς μετριασμό της ποινής του η οποία καταχωρήθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου και σημειώθηκε ως έγγραφο Α. Το σύνολο της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου έχει ληφθεί υπόψη απο το Δικαστήριο και δεν χρειάζεται να αναφερθεί εδώ στην ολότητα του. Αξίζει όμως να αναφέρω ότι γίνεται αναφορά στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορούμενου 2, στα προβλήματα υγείας τα οποία αυτός αντιμετωπίζει αλλά και στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψην ο χρόνος που παρέλευσε απο την διάπραξη των αδικημάτων, η άμεση παραδοχή του και οι επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης στο ανήλικο τέκνο του ηλικίας 9 ετών. Τέλος εισηγήθηκε ότι σε περίτπωση που επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας, η εκτέλεση της θα πρέπει να ανασταλεί καθότι αυτό δικαιολογείται απο το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου 2. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων αμφότεροι οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν έχοχοι είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή και οι δυο ποινές. Η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επηρεάζει το ύψος είσπραξης δημοσίου χρήματος και κατ' επέκταση επηρεάζει κατά τρόπο αρνητικό το ύψος των δημοσίων εσόδων, ιδιαίτερα στην σημερινή εποχή όπου η οικονομική κρίση που μαστίζει ολόκληρη την κοινωνία έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό και την οικονομική άλλωτε ευρωστία του Κράτους. Παράλληλα, η διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων εμποδίζει το κράτος από του να ασκεί ελεύθερα και απρόσκοπτα την οικονομική και κοινωνική πολιτική του κατά τρόπο ωφέλιμο προς τους πολίτες του και μάλιστα σήμερα που η ανάγκη της κοινωνίας για συμπαράσταση απο το Κράτος κατέστη πιο επιτακτική απο ποτέ. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα. Ενδεικτικά παραπέμπω στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ 262. Τα πιο κάτω αποσπάσματα από την απόφαση είναι ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή, πάντα σε σχέση φυσικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε υπόθεσης, αποτρεπτικών ποινών: ″Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποιν. Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96)″. Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ 85, αναφέρθηκε ότι: ″......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος .............................. Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας″. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν την θέση των κατηγορουμένων 1 και 2: α) Την σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. β) Το ύψος του οφειλόμενου ποσού το οποίος έχει βεβαιωθεί ως οφειλόμενος φόρος απο το
  1. γ) Την μη συμμορφωαση των κατηγορουμένων μέχρι και σήμερα και την μη πληρωμή του οφειλόμενου ποσού στο σύνολο του. Προς όφελος της κατηγορούμενης 1 λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Προς όφελος του κατηγορουμένου 2 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: α) Την άμεση παραδοχή του απο την πρώτη εμφάνιση του ενώπιον του Δικαστηρίου. β) Το λευκό ποινικό μητρώο του. γ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης αλλά και περιέχονται μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία έχει ετοιμαστεί. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει καθώς επίσης και τα προβλήματα υγείας που ο κατηγορύμενος 2 αντιμετωπίζει. Αναφέρω ότι ο κατηγορούμενος 2 κατά το 2013 έχει υποβληθεί σε 2 επεμβάσεις καρδίας και σήμερα παρακολουθείται σπο ιατρούς. Γενικά λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί και τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο
  2. Περαιτέρω, ως μετριαστικός παράγοντας λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι εκτός από την επιβολή ποινής στην κατηγορούμενη 1, το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει διάταγμα εναντίον της ίδιας για πληρωμή του ποσού ως το πρόσωπο που είναι ο χρεώστης απέναντι στον Έφορο ΦΠΑ. Από την άλλη το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει πως ο κατηγορούμενος 2 ως ο τότε διευθυντής της 1ης κατηγορύμενης με τις παραλείψεις του αλλά και γενικότερα με τη στάση και συμπεριφορά που επέδειξε, το ταμείο του κράτους στερήθηκε ένα πολύ μεγάλο ποσό εσόδων το οποίο του ανήκει που αν υπήρχε θα μπορούσε να διατεθεί προς όφελος των Κυπρίων πολιτών. Αντίθετα, με τις παραλείψεις του ο κατηγορούμενος προκάλεσε ζημιά στην Κυπριακή Δημοκρατία, σε βαθμό ίσο με το ύψος του μεγάλου οφειλόμενου ποσού, που βέβαια μόνο αρνητικό αποτέλεσμα μπορεί να επιφέρει στην κυπριακή οικονομία και στην κοινωνία γενικότερα. Ένας άλλος ελαφρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι το ποσό που έχει δοθεί ως έναντι. Μπορεί στο σύνολο του οφειλόμενου ποσού ως αυτά φαίνονται πιο πάνω τα ποσά που κατέβαλε να φαίνονται αμελητέα πλην όμως πιστώνεται προς όφελος του κατηγορούμενου
  3. Παρόλο που οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω, και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής αναφορικά με τον κατηγορούμενο
  4. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη 1 είναι αυτή της χρηματικής ενώ στον κατηγορούμενο 2 είναι η ποινή φυλάκισης. Καταληκτικά επιβάλλω στην κατηγορούμενη 1 χρηματική ποινή ύψους: - €1300,00= στην πρώτη κατηγορία και χρηματική ποινή ύψους - €650= στην δεύτερη κατηγορία. Στον κατηγορούμενο 2 επιβάλλω τις κάτωθι ποινές: - ποινή φυλάκισης 5 μηνών στην πρώτη κατηγορία και - ποινή φυλάκισης 3 μηνών στην δεύτερη κατηγορία. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 2 να συντρέχουν. Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων εκδίδεται διάταγμα εναντίον της κατηγορουμένης 1 για καταβολή των πιο κάτω οφειλομένων ποσών:
  1. €90.041.71σ από βεβαίωση ποσού κατόπιν ειδοποίησης ημερ. 12/03/2013 (1η κατηγορία)
  2. €45.921.42σ (2η κατηγορία). Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή στον κατηγορούμενο 2 θα εξετάσω τώρα, ως ήταν το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του κατηγορουμένου 2 ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  3. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλέπε Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών, οικογενειακών και οικονομικών συνθηκών του κατηγορούμενου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Ιδιαίτερα θεωρώ κρίσιμο να ανφέρω ότι τα όποιαδήποτε προβλήματα υγείας αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος δεν είναι τέτοιας φύσης που να αποκλείουν την επιβολή ποινής φυλάκισης. Τα πιστοποιητικά που παρουσιάστηκαν αφορούν το έτος 2011 και ο ίδιος το συνήγορος του ανέφερε ότι αυτά αντιμετωπίστηκαν με επεμβάσεις το 2013. Έκτοτε δε απλώς παρακολουθείται από τους ιατρούς του. Εν πάση περιπτώση ακόμα και κατά την διάρκεια που θα εκτίει την ποινή του στις Κεντρικές Φυλακές ο κατηγορούμενος 2 δύναται και πρέπει να λαμβανει την απαραίτητη και αναγκαία ιατροφαρμακευτική περίθαλψη η οποια σημειώνω ότι συνίστασται σε απλή παρακολούθηση ως εκ τούτου δεν είναι αδύνατο και/ή δύσκολο να προσφερθεί. Η έκτιση της ποινής του κατηγορουμένου 2 θα αρχίζει απο τις 13/01/2016 ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε υπό κράτηση. (Υπ.). .................................. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.