← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μαργαρίτα Κωνσταντίνου, Aρ. Υπόθεσης: 776/11, 22/2/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μαργαρίτα Κωνσταντίνου, Aρ. Υπόθεσης: 776/11, 22/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 776/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μαργαρίτα Κωνσταντίνου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σιαπανή. Για την Κατηγορούμενη: κ. Χριστοφόρου. Κατηγορούμενη παρούσα. Π Ο Ι Ν Η Η Κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη μετά από δική της παραδοχή σε 12 κατηγορίες. Πρόκειται στην ουσία, για τρείς κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση των άρθρων 255 και 270(β) του Ποινικού Κώδικα (βλέπε κατηγορίες 1, 6 και 7), 8 κατηγορίες καταρτισμού εγγράφου χωρίς νόμιμη εξουσία και/ή δικαιολογία, κατά παράβαση του άρθρου 343(α) του ιδίου νόμου (βλέπε κατηγορίες 3, 11, 26, 38, 67, 83, 91 και 111 και μία κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2, 4

(1)(α)(ιιι)
(2), 5, 7 και 27, του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες του Νόμου Ν.188(Ι)/2007(βλέπε κατηγορία 118). Αν και οι λεπτομέρειες των κατηγοριών που εντέλει αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη και στις οποίες παραδέχθηκε ενοχή, δεν είναι κατατοπιστικές ως προς το ακριβές ύψος του ποσού που έκλεψε και/ή κατάφερε να εξασφαλίσει η κατηγορούμενη από κάθε παραπονούμενη, οι λεπτομέρειες της κατηγορίας 118, ως τούτες περιορίστηκαν με την παράθεση των γεγονότων από την Κατηγορούσα Αρχή, διασαφηνίζουν ότι η συνολική λεία της, ανέρχεται στο ποσό των €36.361,
  1. Γεγονότα Σύμφωνα με τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, από αμφότερες τις πλευρές, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, η κατηγορούμενη διατηρούσε επιχείρηση πώλησης κουζινικών, κοσμημάτων και ηλεκτρικών ειδών, περιλαμβανομένων και συστημάτων κλιματισμού. Οι παραπονούμενες ήταν πελάτισσες της. Κατά την σύναψη διαφόρων συμβάσεων πώλησης, η κατηγορούμενη συμφωνούσε όπως πωλήσει σ΄αυτές εμπορεύματα, επί πιστώσει, με ανάληψη υποχρέωσης από τις τελευταίες να καταβάλλουν, άτοκα, συγκεκριμένο χρηματικό ποσό μηνιαίως στην ίδια, έναντι της οφειλής τους. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι παραπονούμενες γνώριζαν ότι η κατηγορούμενη θα προωθούσε διαδικασία δανειοδότησης τους μέσω τράπεζας και ότι η ίδιες θα κατέβαλλαν προς την κατηγορούμενη μηνιαίως συγκεκριμένο ποσό, το οποίο η τελευταία αναλάμβανε να καταβάλλει προς την τράπεζα για αποπληρωμή του δανείου (βλέπε κατηγορίες 1, 6 και 7). Η κατηγορούμενη, παρά το ότι έλαβε από τις παραπονούμενες όλο το τίμημα των αγαθών που αγόρασαν από αυτή, εν τούτοις δεν το κατέθεσε, στο σύνολο του, στην τράπεζα, με αποτέλεσμα οι παραπονούμενες να παραμείνουν εκτεθειμένες έναντι της (της τράπεζας), έκαστη, για το ποσό που αναγράφεται στις λεπτομέρειες κάθε κατηγορίας. Στις πλείστες όμως των περιπτώσεων (βλέπε κατηγορίες 3, 11, 26, 38, 67, 83, 91, 111), η κατηγορούμενη κατά την σύναψη των εν λόγω συμφωνιών, ζητούσε από τις παραπονούμενες πελάτισσες της να υπογράφουν επί συγκεκριμένων τυποποιημένων εγγράφων, τα οποία κατείχε λόγω της συνεργασίας της με την Εμπορική Τράπεζα Κύπρου (στο εξής το «το τραπεζικό ίδρυμα» ή η «τράπεζα»), χωρίς ωστόσο να ενημερώνει τούτες για τον λόγο που τους ζητούσε να εναποθέσουν την υπογραφή τους επ΄αυτών. Έπειτα, και τούτο εν αγνοία των παραπονούμενων πελατισσών της, συμπλήρωνε τα εν λόγω τυποποιημένα έγγραφα, τα οποία αποτελούσαν αιτήσεις, είτε για απόκτηση πιστωτικής κάρτας κλειστού κυκλώματος (αποτελούσε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, μια μέθοδο δανεισμού από το εν λόγω τραπεζικό ίδρυμα), είτε για αύξηση ορίου μιας τέτοιας πιστωτικής κάρτας και προωθούσε τούτες προς τη τράπεζα, με αποτέλεσμα, είτε να ανοίγονται λογαριασμοί στο όνομα των παραπονουμένων, είτε να επεκτείνονται τα πιστωτικά όρια υφιστάμενης κάρτας. Με τον τρόπο αυτό, η τράπεζα κατέβαλλε στην κατηγορούμενη το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η πιστωτική κάρτα και/ή για το οποίο ενέκρινε σχετική αύξηση ορίου, και ακολούθως, προέκυπτε υποχρέωση εξόφλησης του προς την τράπεζα δια μηνιαίων δόσεων. Οι παραπονούμενες, σε πλήρη συμμόρφωση με τους όρους των μεταξύ των ιδίων και της κατηγορούμενης συμφωνιών, κατέβαλαν προς την τελευταία, το συμφωνηθέν χρηματικό ποσό και δη εξόφλησαν όλες τις οφειλές τους προς αυτή, χωρίς, επαναλαμβάνω, να γνωρίζουν ότι η κατηγορούμενη είχε ήδη πληρωθεί για την οφειλή τους από την τράπεζα μέσω της πιο πάνω διενεργηθείσας διαδικασίας. Η κατηγορούμενη, σε αρκετές περιπτώσεις, και για μεγάλο χρονικό διάστημα κατέβαλλε τα χρήματα που της δίδοντο από τις παραπονούμενες, στην τράπεζα έναντι των οφειλών που είχαν δημιουργηθεί με την έκδοση και/ή την αύξηση των ορίων των εν λόγων πιστωτικών καρτών. Σε κάποιο χρονικό σημείο, τράπεζα και κατηγορούμενη διαφοροποίησαν, δια ειδικής συμφωνίας, την σχέση τους, με τρόπο που οι οφειλές προς την τράπεζα που σχετίζοντο με τις εν λόγω πιστωτικές κάρτες, να αποπληρώνονται κατευθείαν από τον τρεχούμενο λογαριασμό που διατηρούσε η κατηγορούμενη στην τράπεζα. Έκτοτε, η κατηγορούμενη, αντί να καταβάλλει, ως έπραττε μέχρι τότε, τα χρήματα που της δίδοντο από τις παραπονούμενες κατευθείαν στους λογαριασμούς που είχαν ανοιχθεί στο όνομα τους, κατέβαλλε τούτα στον τρεχούμενο της λογαριασμό, και κατόπιν σχετικής εντολής που είχε δώσει προς την τράπεζα, από αυτόν (τον τρεχούμενο λογαριασμό), γίνοντο οι μηνιαίες πληρωμές προς τους λογαριασμούς των πιστωτικών καρτών των παραπονούμενων. Περί τα τέλη του έτους 2010 με αρχές του έτους 2011, προέκυψαν διαφορές στις σχέσεις, μεταξύ τράπεζας και κατηγορούμενης και τούτο συνεπεία ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων που παρουσίαζε ο τρεχούμενος λογαριασμός της κατηγορούμενης, που κατ΄ επέκταση επηρέασε δυσμενώς και την αποπληρωμή των οφειλών έναντι των ρηθέντων πιστωτικών καρτών. Ως αποτέλεσμα της εν λόγω διαφοράς, η τράπεζα επικοινώνησε με τις παραπονούμενες - πελάτισσες της κατηγορουμένης, οι οποίες, επί των συμφωνιών πιστωτικών καρτών, παρουσιάζοντο και/ή αποτελούσαν τις οφειλέτριες της, και απέτισε την καταβολή χρημάτων. Ήταν κατόπιν αυτών των δεδομένων, που οι παραπονούμενες (πλην των τριών - βλέπε κατηγορίες 1, 6 & 7 - που γνώριζαν εκ των προτέρων) αντιλήφθηκαν για πρώτη φορά, ότι κατά την σύναψη των συμφωνιών αγοράς εμπορευμάτων από την κατηγορούμενη και την εναπόθεση της υπογραφής τους επί των εγγράφων που τους έδιδε η κατηγορούμενη, στην ουσία καθίσταντο οι ίδιες οφειλέτριες της τράπεζας και όχι της πρώτης, καθώς και ότι, άμα την έγκριση από την τράπεζα της αιτήσεως απόκτησης πιστωτικής κάρτας, η κατηγορούμενη πληρωνόταν στο ακέραιο για τα εμπορεύματα που πώλησε σε αυτές. Οι εν λόγω πληροφορίες και/ή ενημέρωση που έτυχαν οι παραπονούμενες, οδήγησαν στην προώθηση υποβολής παραπόνων από αυτές προς την Αστυνομία, η οποία με την σειρά της άρχισε να διεξάγει έρευνες, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η καταχώρηση της υπό εξέτασης ποινικής υπόθεσης. Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί και τούτο σύμφωνα με τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και από τις δυο πλευρές ότι, η κατηγορούμενη σε σχέση με τα αδικήματα των κατηγοριών 3, 11, 26, 38, 67, 83, 91 και 111, έδρασε, για να επιτύχει τον παράνομο σκοπό της, με τρεις διαφορετικούς τρόπους και δη ως ακολούθως: (α) δια της, εν αγνοία των παραπονούμενων, προώθησης εκ μέρους των αίτησης για απόκτηση πιστωτικής κάρτας, με όριο το πραγματικό ποσό της αξίας των εμπορευμάτων που αγόρασαν από αυτήν, (β) δια της, εν αγνοία και πάλι των παραπονούμενων, προώθησης εκ μέρους των, αίτησης για αύξηση του ορίου, υφιστάμενης κάρτας (η οποία κάρτα σημειώνεται ότι όταν αρχικά αποκτήθηκε, τούτο έγινε χωρίς να το γνωρίζουν οι παραπονούμενες), για ποσό που αντικατοπτρίζει την αξία νέων εμπορευμάτων που αγόρασαν οι παραπονούμενες από αυτή και (γ) δια της, εν αγνοία και πάλι των παραπονούμενων, προώθησης εκ μέρους των, αίτησης για αύξηση του ορίου, υφιστάμενης κάρτας (η οποία κάρτα σημειώνεται και πάλι ότι όταν αρχικά αποκτήθηκε, τούτο έγινε χωρίς να το γνωρίζουν οι παραπονούμενες), για ποσό μεγαλύτερο της αξίας νέων εμπορευμάτων που αγόρασαν οι παραπονούμενες από αυτήν. Προκύπτουν επίσης, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου (περιλαμβανομένου και του περιεχομένου της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας το οποίο υιοθετήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης), ότι η κατηγορούμενη κατάγεται από το Καϊμακλί, είναι ηλικίας 58 ετών σήμερα και χήρα. Φοίτησε μέχρι την Γ΄ τάξη του Γυμνασίου και έπειτα ειδικεύτηκε στην ραπτική. Εργάστηκε για κάποιο διάστημα ως ράπτρια σε εργοστάσιο και σε ηλικία 18 ετών, τέλεσε το γάμο της από τον οποίο απέκτησε της δυο της κόρες και δη την Κατερίνα Κωνσταντίνου, η οποία σήμερα είναι 37 ετών, έγγαμη, υπάλληλος στην Ελληνική Τράπεζα και την Μαρία Κωνσταντίνου, 35 ετών σήμερα, διαζευγμένη, υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου. Ο σύζυγος της κατηγορουμένης, ο οποίος εργαζόταν ως πωλητής σε ιδιωτική εταιρεία, απεβίωσε, στην ηλικία των 47 ετών, λόγω εμφράγματος μυοκαρδίου. Από το 1975, η κατηγορούμενη ασχολείται με τις πωλήσεις ηλεκτρικών συσκευών, κουζινικών ειδών και κοσμημάτων. Περί το 2011, που προέκυψαν διαφορές στις σχέσεις της ιδίας και της Τράπεζας, την ευθύνη για την οποία επιρρίπτει στην τελευταία, βρέθηκε σε δεινή οικονομική θέση με υπέρογκες οφειλές προς την Τράπεζα, με αποτέλεσμα να παύσει να δραστηριοποιείται ως ανωτέρω. Τώρα τελευταία, άρχισε εκ νέου δειλά, δειλά, να επαναδραστηριοποιήται. Τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπισε, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι βρέθηκε εκτεθειμένη έναντι των πελατισσών της - παραπονουμένων, την οδήγησαν στο να επιχειρήσει το απευκταίο και δη να αυτοκτονήσει. Για καλή της τύχη, αποφεύχθηκε το μοιραίο, πλην όμως κρίθηκε αναγκαία η νοσηλεία της για 15 ημέρες στην Ψυχιατρική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Μετά την απόλυση της, ακολούθησε συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή, την οποία λάμβανε μέχρι πριν 1 ½ χρόνο. Το τελευταίο χρονικό διάστημα, όταν δεν αισθάνεται καλά τη στηρίζει ο αδελφός της, ο οποίος είναι ψυχοθεραπευτής. Η κατηγορούμενη διαμένει σε κατοικία στο Καϊμακλί, η οποία ανήκει στην κόρη της Κατερίνα, όπου το ¼ της εν λόγω κατοικίας, είναι υποθηκευμένο σε δάνειο της ΣΠΕ Καϊμακλίου για το ποσό των €100.000 με μηνιαία δόση των €400 η οποία δεν καταβάλλεται, ενώ τα υπόλοιπα 3/4, είναι υποθηκευμένα στην Alpha Bank για το συνολικό ποσό €350.000, του οποίου η δόση επίσης δεν καταβάλλεται και σχετική υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου. Τα εισοδήματα της κατηγορουμένης ανέρχονται σε €627 από σύνταξη χηρείας και €100 από την Υπηρεσία Χορηγιών και Επιδομάτων του Υπουργείου Οικονομιών. Μοναδική κινητή περιουσία που κατέχει, είναι ένα αυτοκίνητο. Η κατηγορούμενη, είτε προσωπικά, είτε μέσω συγκεκριμένης εταιρείας της, οφείλει σε διάφορα τραπεζικά ιδρύματα, σεβαστά χρηματικά ποσά, (συνολικά περίπου €130.000), οι δόσεις των οποίων, είτε δεν καταβάλλονται, είτε καταβάλλονται από τρίτα στενά συγγενικά της πρόσωπα. Tα μόλις πιο πάνω δάνεια (€130.000), πλέον το δάνειο των €100.000, έγιναν για κάλυψη των αναγκών της κατηγορούμενης, που προέκυψαν στα πλαίσια της δραστηριότητας της ως πωλήτρια ηλεκτρικών συσκευών, ως ανωτέρω περιγράφηκε. Ο συνήγορος υπεράσπισης ανάλωσε μεγάλο μέρος της αγόρευσης του για να υποδείξει και/ή να επιχειρηματολογήσει για τις ευθύνες της τράπεζας έναντι της κατηγορούμενης. Έπραξε τούτο με σκοπό να προωθήσει την θέση ότι, είναι η τράπεζα που ευθύνεται για το ότι η κατηγορούμενη βρέθηκε περί τι αρχές του έτους 2011 στη δεινή οικονομική κατάσταση που οδήγησε και στη μη καταβολή των δόσεων για τις πιστωτικές κάρτες που είχαν εκδοθεί στο όνομα των παραπονούμενων. Εξήγησε όμως ότι η εν λόγω θέση του, δεν προωθείται ως μετριαστικός παράγοντας για την παραβατική συμπεριφορά της κατηγορούμενης, αλλά για να υποδειχθεί ότι, αν δεν βρισκόταν η κατηγορούμενη στην άσχημη οικονομική κατάσταση που βρέθηκε, θα συνέχιζε να καταβάλλει τις δόσεις και καμία παραπονούμενη δεν θα βρισκόταν εκτεθειμένη προς την τράπεζα. Επίσης, προώθησε και τη θέση ότι, με τους τόκους που επέβαλλε η τράπεζα επί των οφειλών που αφορούσαν τις πιστωτικές κάρτες, τους οποίους τόκους επωμιζόταν η κατηγορούμενη, αφού οι παραπονούμενες της κατέβαλλαν άτοκες δόσεις, στην ουσία η κατηγορούμενη υπέστη ζημιά μεγαλύτερη του οφέλους που απεκόμισε από την διάπραξη των αδικημάτων. Τονίστηκε ιδιαίτερα το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης, καθώς επίσης και οι συνθήκες διάπραξης, υπό την έννοια ότι στις πλείστες των περιπτώσεων, τα χρήματα που απέκτησε από τις παραπονούμενες και/ή εξασφάλισε με τους παράνομους καταρτισμούς εγγράφων, αφορούσαν σε ποσά που της οφείλονταν από αυτές, αφού στην ουσία αφορούσαν σε ποσά ίσα ή μικρότερα της αξίας των εμπορευμάτων που αγόρασαν από αυτήν. Υπέδειξε δε ότι, όλα τα χρήματα που μηνιαίως της έδιδαν οι παραπονούμενες, έναντι των οφειλών τους προς αυτή, τα κατέθετε στη τράπεζα έναντι των οφειλών που δημιουργήθηκαν με την έκδοση των πιστωτικών καρτών και/ή αύξηση του πιστωτικού ορίου των εν λόγω καρτών. Επιπρόσθετα, ο συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε από το Δικαστήριο να συνυπολογίσει, μετριαστικά για την κατηγορούμενη, το γεγονός ότι έχει αποζημιώσει τις παραπονούμενες (σε δύο από αυτές καταβάλλει μηνιαίως ποσά για το σκοπό αυτό, ενώ τις υπόλοιπες τις αποζημίωσε πλήρως), αλλά και ότι έχει αναλάβει έναντι τους ευθύνη να τους καταβάλει οποιοδήποτε ποσό που ενδεχομένως να κληθούν να καταβάλουν προς την τράπεζα σε σχέση με τις επίδικες πιστωτικές κάρτες. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, προσκόμισε στο Δικαστήριο, σχετικές δηλώσεις, τόσο της κατηγορούμενης (που παρέδωσε στις παραπονούμενες), όσο και των παραπονούμενων (που παρέδωσαν στη πρώτη). Υπέδειξε ακόμα ότι, μόνο μία παραπονούμενη δεν έχει αποζημιωθεί ή συμφωνήσει με την κατηγορούμενη για το σκοπό αυτό, και ότι τούτο συμβαίνει γιατί η συγκεκριμένη παραπονούμενη δεν αποδέχθηκε να αποζημιωθεί. Εξέφρασε όμως την πρόθεση και ετοιμότητα της κατηγορούμενης, να το πράξει, μόλις τούτο επιτραπεί από την παραπονούμενη. Ζήτησε ακόμα όπως το Δικαστήριο λάβει υπόψη ότι η κατηγορούμενη συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης και ότι πρόκειται για πρόσωπο που δεν έχει ροπή προς το έγκλημα. Σημείωσε ακόμα ότι η κατηγορούμενη, συνεπεία της διάπραξης των αδικημάτων έχει απολέσει σχεδόν όλο της το πελατολόγιο, με αποτέλεσμα να βρίσκεται στα πρόθυρα της πτώχευσης. Αποτέλεσε ισχυρισμό του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η κατηγορούμενη δεν ενήργησε προσχεδιασμένα και ότι διέπραξε τα αδικήματα από αφέλεια και/ή έλλειψη γνώσεων (προφανώς εννοούσε ως προς τις σχετικές νομικές πρόνοιες και τις τραπεζικές διαδικασίες) και ζήτησε τούτο να συνυπολογιστεί μετριαστικά για αυτή. Με κάθε σεβασμό προς την εν λόγω θέση του συνηγόρου, τούτη δεν μπορεί να γίνει δεκτή, πρώτο γιατί δεν μπορεί να συμβαδίζει με την πρόθεση καταδολίευσης που παραδέχθηκε ότι είχε καθ' ον χρόνο διέπραττε όλα τα αδικήματα και δεύτερο γιατί προκύπτει από τα γεγονότα που παρέθεσε η κατηγορούσα αρχή και με τα οποία συμφώνησε η υπεράσπιση, ότι η κατηγορούμενη ενήργησε προσχεδιασμένα και με μεθοδικότητα με σκοπό να επιτύχει τον παράνομο σκοπό της. Τέλος, ο συνήγορος υπεράσπισης, ζήτησε από το Δικαστήριο, στη περίπτωση που θα κρίνει ότι η πρέπουσα ποινή για την κατηγορούμενη είναι αυτή της στερητικής της ελευθερίας, τότε να ασκήσει την διακριτική εξουσία που του παρέχει ο νόμος και να αναστείλει την εκτέλεση τούτης. Νομική Πτυχή Αδικήματα της φύσης των αδικημάτων που διέπραξε η κατηγορούμενη (βλέπε κατηγορίες 1, 6 & 7) κρίνονται ιδιαιτέρως σοβαρά καθότι είναι άμεσα συνδεδεμένα με την κατάχρηση εμπιστοσύνης που επιδεικνύει ένα πρόσωπο προς κάποιον τρίτο, τον οποίο τρίτο, αντικρίζει και/ή αντιμετωπίζει ως αντιπρόσωπο του. Ο αδικοπραγούντας των εν λόγω αδικημάτων, ο οποίος σημειώνεται ότι ενεργεί δολίως, εκμεταλλεύεται στην ουσία την εμπιστοσύνη που του επιδεικνύεται από τρίτους, οι οποίοι των καθιστούν κάτοχο της περιουσίας τους για συγκεκριμένο σκοπό, και ενεργεί με σκοπό το προσωπικό του όφελος και κατ΄ επέκταση την βλάβη των προσώπων για τους οποίους ενεργεί. Με τον τρόπο που δρα ένας αδικοπραγούντας τέτοιας φύσεως αδικημάτων, επιφέρει τέτοιες οικονομικές επιπτώσεις, οι οποίες δεν περιορίζονται αποκλειστικά στο θύμα, αλλά επηρεάζουν και την αντίληψη του κοινού και συγκεκριμένα του συναλλασσόμενου κόσμου και κατ΄ ακολουθία και των τρόπων που διεξάγονται οι οικονομικές του συναλλαγές, αφού δημιουργεί ένα αίσθημα ανασφάλειας μεταξύ των συνανθρώπων μας και ιδιαίτερα των εμπορευομένων και/ή συναλλασσομένων. Είναι ακριβώς για αυτό το λόγο που οι ποινές που προβλέπονται στο νόμο αφορούν σε πολυετής ποινές φυλάκισης (μέχρι και το 2000 η προβλεπόμενη ποινή ήταν αυτή των 7 ετών, η οποία, έκτοτε αυξήθηκε σε 10 έτη, όπου κατά το έτος 2012, αυξήθηκε, έτι περισσότερο, και δη στα 14 έτη). Αναφορικά τώρα με το αδίκημα του καταρτισμού εγγράφων χωρίς εξουσία, υποδεικνύεται και πάλι ότι εμπεριέχει το στοιχείο του δόλου, μιας και με την διάπραξη του, ο αδικοπραγούντας, ενεργεί με σκοπό του δικό του συμφέρον και/ή την απόκτηση πλεονεκτήματος έναντι του επηρεαζόμενου συνανθρώπου του. Η δε σοβαρότητα του, προκύπτει αβίαστα, από την προβλεπόμενη στο νόμο ποινή, που είναι αυτή των 7 ετών φυλάκισης. Όσον δε αφορά στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η σοβαρότητα του, προκύπτει, τόσο από την ίδια την φύση του, όσο και από την προβλεπόμενη σε αυτό ποινή που είναι αυτή των 14 ετών φυλάκισης. Ο ίδιος ο βασικός σκοπός του νόμου, που ήταν να ποινικοποιήσει και/ή να καταστήσει κολάσιμες ενέργειες που αποσκοπούν στο να νομιμοποιήσουν την κατοχή και γενικά την επεξεργασία εσόδων που αποκτούνται από την διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων, καταμαρτυρεί του λόγου το ασφαλές της πιο πάνω θέσης μου ως προς τη σοβαρότητα του αδικήματος της κατηγορίας
  2. Μεταξύ άλλων παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη αναφορικά με την σοβαρότητα των αδικημάτων, συνυπολογίζεται και ο τρόπος δράσης του κατηγορούμενου, η αξία της αποκτηθείσας περιουσίας (και/ή εσόδου), το κίνητρο του κατηγορούμενου, οι ενέργειες του μετά την διάπραξη του αδικήματος, καθώς επίσης και η εκ των υστέρων έστω αποζημίωση του θύματος του. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι σε αδικοπραγούντες που διαπράττουν αδικήματα της φύσης των αδικημάτων που διέπραξε η κατηγορούμενη, θα πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, όχι μόνο για σκοπούς αποτροπής του ιδίου του παραβάτη, αλλά και για να περάσει το μήνυμα στους επίδοξους μελλοντικούς παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν γίνονται δεκτές από την κοινωνία μας. Και τούτο γιατί, η διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με απόκτηση περιουσίας με δόλια μέσα, παρουσιάζει έξαρση τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα, οι ολοένα αυξανόμενες ποινές να αποτελούν το μόνο όπλο στα χέρια της δικαιοσύνης για να την αναχαιτίσει. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος βλέπε: Παναγή ν. Αστυνομίας, (Αρ. 1),
(2012)2 Α.Α.Δ. 515, Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ., 486, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 123, Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 219, Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 707, Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 109 και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14 Η επιβολή της ποινής αποτελεί ένα ουσιώδες μέρος της ποινικής διαδικασίας, το μέγιστο εργαλείο στα χέρια του Δικαστηρίου για την προώθηση των αρχών του ποινικού δικαίου. Είναι πράγματι ένα πολύ δύσκολο και λεπτό καθήκον το οποίο θα πρέπει να ασκείται με προσοχή. Όταν το Δικαστήριο αποφασίζει για το είδος και το ύψος της ποινής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του μεγάλο αριθμό παραγόντων, οι οποίοι πολλές φορές συγκρούονται μεταξύ τους και θα πρέπει να ζυγίζει αυτούς με τέτοιο τρόπο που να καθιστά την ποινική διαδικασία κοινωνικά αποδεκτή διατηρώντας έτσι την πίστη του κοινού στον νόμο και στην απονομή της δικαιοσύνης. Είναι πρωτίστως μια διαδικασία η οποία εμπεριέχει την άσκηση διακριτικών εξουσιών η οποία δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται καθορισμένη (standardised) καθότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει ποτέ να είναι τυφλή στο μονοπάτι της (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd edition, σελ. 2). Τελικός κριτής αναφορικά με το είδος αλλά και το ύψος της ποινής είναι το Δικαστήριο το οποίο θα επιλέξει τούτην αφού λάβει υπόψη του όλα τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση αλλά και το πρόσωπο του κατηγορουμένου. Η ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί μπροστά στην ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση κατηγορουμένων που διέπραξαν συγκεκριμένης φύσης αδικήματα. Οι προσωπικές περιστάσεις, καθώς επίσης και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε ένα αδίκημα είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όταν όμως καθίσταται ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τότε οι πιο πάνω παράγοντες υποχωρούν μπροστά στην εν λόγω ανάγκη. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τη διαδικασία της εξατομίκευσης της ποινής, υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει τούτη να εξουδετερώνει, είτε την σοβαρότητα του αδικήματος, είτε το στοιχείο της αποτροπής (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 304). Κατάληξη Στρεφόμενος τώρα στην υπό κρίση υπόθεση, και στα πλαίσια της εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή της κατηγορούμενης, έστω και στο στάδιο που τούτη έλαβε χώρα, καθώς επίσης και το λευκό της ποινικό μητρώο. Επιπρόσθετα λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές της συνθήκες, ως αυτές αναφέρθησαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της, αλλά και ως αυτές προκύπτουν από το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε κατόπιν εντολής του Δικαστηρίου. Λαμβάνω επίσης υπόψη, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχη μετά από δική της παραδοχή. Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η κατηγορούμενη, για δικούς τις λόγους και/ή για λόγους, που εν πάση περιπτώσει, δεν αφορούν στις παραπονούμενες, ενώ λάμβανε χρήματα από τες τελευταίες με ξεκάθαρο και σαφή σκοπό την κατάθεση τους στην Τράπεζα για σκοπούς αποπληρωμής σχετικών οφειλών τους, (βλ. κατηγορίες 1, 6 και 7), τούτα (τα χρήματα), δεν κατέληξαν εν όλο στην Τράπεζα και/ή δεν κατέληγαν στους λογαριασμούς των παραπονουμένων, με αποτέλεσμα, αφενός να καταδολιεύονται οι τελευταίες και αφετέρου να καθίστανται υπόλογες έναντι του τραπεζικού ιδρύματος. Δεν παραγνωρίζω τα όσα ανέφερε ο συνήγορος υπεράσπισης, αναφορικά με την δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρέθηκε η κατηγορούμενη περί τα τέλη του έτους 2010 και αρχές του έτους 2011, ούτε και τις σχετικές αναφορές του περί ευθυνών του τραπεζικού ιδρύματος έναντι της κατηγορούμενης. Οι εν λόγω ισχυρισμοί (περί ευθύνης της τράπεζας ο λόγος) δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαιολογία για τον τρόπο με τον οποίο έδρασε η κατηγορούμενη. Εν πάση περιπτώσει ως έγινε γνωστό στο Δικαστήριο, τούτοι (οι ρηθέντες ισχυρισμοί), αποτελούν το αντικείμενο άλλης εκκρεμούσας αστικής διαδικασίας. Ανεξάρτητα της οποιασδήποτε ευθύνης της Τράπεζας, παραμένει γεγονός ότι η κατηγορούμενη, καθ΄όν χρόνο διέπραττε τα αδικήματα του κατηγορητηρίου (για τα οποία κρίθηκε ένοχη), ενεργούσε με δόλιο τρόπο και με σκοπό ακριβώς να εκμεταλλευτεί τις παραπονούμενες, είτε αποκτώντας άμεσα από αυτές χρήματα για τα οποία είχε συγκεκριμένη εντολή ως προς τον τρόπο που θα έπρεπε να τα διαχειριστεί, την οποία εντολή δεν ακολουθούσε, είτε, εν αγνοία τους, καθιστώντας τες υπόλογες έναντι του τραπεζικού ιδρύματος, και εμμέσως αποκτώντας, εις βάρος τους, διάφορα χρηματικά ποσά. Συνυπολογίζεται όμως το γεγονός ότι για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα η κατηγορούμενη κατέβαλλε ανελλιπώς χρήματα προς την τράπεζα σε σχέση με τις οφειλές των παραπονουμένων, και ότι η μη καταβολή των δόσεων, προέκυψε συνεπεία της δεινής οικονομικής κατάστασης στη οποία βρέθηκε περί τα τέλη του έτους 2010 και αρχές του έτους
  1. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι, αναφορικά με τις κατηγορίες 3, 11, 26, 38, 67, 83, 91 και 111, με εξαίρεση κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις, ο βασικός σκοπός και στόχος της κατηγορούμενης ήταν να εισπράξει τα χρήματα που της όφειλαν οι παραπονούμενες πριν τον χρόνο που συμφώνησε με αυτές να της τα καταβάλουν και όχι να τους προκαλέσει οποιανδήποτε μόνιμη οικονομική ζημιά. Σημειώνεται φυσικά, και τούτο επιβαρυντικά για την κατηγορούμενη, ο τρόπος δράσης της και ιδιαίτερα η προεργασία, αλλά και η μεθοδικότητα με την οποία ενήργησε. Και αναφέρομαι φυσικά στην ενέργεια της να κατέχει εκ των προτέρων τυποποιημένες αιτήσεις του τραπεζικού ιδρύματος, και το «επίτευγμα» της να αποκτά και/ή να πείθει της ανυποψίαστες παραπονούμενες να θέτουν την υπογραφή τους επί τούτων, ώστε μετέπειτα να τις προωθεί και να εισπράττει χρήματα, καθιστώντας τις παραπονούμενες υπόλογες, για τα εν λόγω χρήματα, έναντι της τράπεζας. Τονίζεται ακόμα η ενέργεια της να καταγράφει επί των εν λόγω αιτήσεων, ως διεύθυνση διαμονής των παραπονουμένων, την προσωπική της διεύθυνση, ώστε οι παραπονούμενες να μην λάβουν πότε γνώση του γεγονότος ότι εκδόθηκαν πιστωτικές κάρτες στο όνομα τους και ότι στην ουσία ήταν πλέον οφειλέτριες της τράπεζας. Κρίνεται αναγκαίο να σημειωθεί στο σημείο αυτό, και τούτο και πάλι επιβαρυντικά για την κατηγορούμενη, το ύψος του ποσού που κατάφερε να οικειοποιηθεί και/ή για το οποίο κατέστησε υπόλογες τις παραπονούμενες στην τράπεζα και δη το συνολικό ποσό των €36.361,
  2. Λαμβάνω επίσης περαιτέρω υπόψη, την καθυστέρηση και δη το γεγονός ότι η κατηγορούμενη βρίσκεται αντιμέτωπη με την ποινή που θα της επιβληθεί 6 περίπου χρόνια μετά τη διάπραξη του τελευταίου χρονικά αδικήματος (ενώ αναφορικά με την πρώτη αξιόποινη της πράξη, βρίσκεται αντιμέτωπη με την ποινή της, 8 περίπου χρόνια μετά την διάπραξη της). Ως προς το σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο λαμβάνεται υπόψη και/ή επηρεάζει την τελική απόφαση του Δικαστηρίου ο παράγοντας «καθυστέρηση» παρατηρώ τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης και δη στην καταχώρηση της υπόθεσης αποτελεί σοβαρό μετριαστικό παράγοντα υπέρ του κατηγορούμενου στην περίπτωση που δεν ευθύνεται ο ίδιος για την εν λόγω καθυστέρηση. Όπως έχει αναφερθεί, η άμεση, με την εξιχνίαση, δίωξη ενός κατηγορούμενου, αποτελεί ενέργεια συνυφασμένη με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημέρα που διαπράχθηκε το αδίκημα και αυτό γιατί στο χρονικό αυτό διάστημα της καθυστέρησης μεταβάλλονται συνήθως οι συνθήκες των κατηγορούμενων. Μόνο εκεί που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο θα πρέπει να επιβάλλεται τέτοιου είδους ποινή. Η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μειώνει στην ουσία την ανάγκη η ποινή να είναι αποτρεπτική αφού καθίσταται δύσκολο η ποινή να έχει αναμορφωτικό ρόλο στον κατηγορούμενο. Τέλος, αναφέρθηκε ότι, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και οι σημαντικές αλλαγές που τυχόν θα επέλθουν στις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου κατά την διάρκεια της παρατηρηθείσας καθυστέρησης. Για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ σελ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ σελ. 71, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ σελ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ σελ. 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ σελ. 638, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ σελ. 252, Μ & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 AAΔ 717, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ σελ.
  1. Ως προς την οποιανδήποτε αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες της κατηγορούμενης στο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και σήμερα, σημειώνω τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετώπισε και τα οποία την οδήγησαν στο να επιχειρήσει το απευκταίο. Δεν παραγνωρίζω ότι η υπεράσπιση δεν προσκόμισε οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό ή βεβαίωση προς υποστήριξη των πιο πάνω, σημειώνω όμως ότι, το γεγονός της απόπειρας αυτοκτονίας και της δεκαπενθήμερης νοσηλείας της στη ψυχιατρική πτέρυγα του Γεν. Νοσοκομείου Λευκωσίας, αφενός αναφέρονται στη έκθεση του γραφείου ευημερίας και αφετέρου, δεν αμφισβητήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή. Είναι δε η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή που κατά την παράθεση των γεγονότων αναφέρθηκε στον εγκλεισμό της κατηγορούμενης στην ψυχιατρική πτέρυγα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Ως προς την πορεία της υπόθεσης, σημειώνω ότι μέχρι και το Φεβρουάριο του έτους 2011, δεν ήταν δυνατή η οποιαδήποτε έναρξη ανακρίσεων και/ή η εν γένει διενέργεια αστυνομικής έρευνας για τα αδικήματα του κατηγορητηρίου, καθότι μέχρι τότε, οι παραπονούμενες δεν γνώριζαν καν ότι οι ίδιες ήταν υπόλογες έναντι του τραπεζικού ιδρύματος ή ότι όφειλαν οποιαδήποτε ποσά για τις αγορές που έκαναν από την κατηγορούμενη, για τις οποίες είχαν ήδη, προ πολλού, καταβάλει προς την τελευταία όλο το τίμημα αγοράς. Η δε υπόθεση, καταχωρήθηκε 29/3/2011 και δη σε ελάχιστο χρόνο μετά τις πολυάριθμές καταγγελίες στην αστυνομία. Όσων δε αφορά στην καθυστέρηση που ακολούθησε της καταχώρησης της υπόθεσης, δεν κρίνεται άσχετη με αυτήν, η στάση που τήρησε η κατηγορούμενη στις κατηγορίες που κατηγορητηρίου και δη αυτή της μη παραδοχής. Υπενθυμίζω ότι η κατηγορούμενη ζήτησε άδεια και άλλαξε απάντηση στις συγκεκριμένες κατηγορίες του κατηγορητήριου (πλην της κατηγορίας 118), μόλις στις 5/11/
  2. Στην κατηγορία 118 δε, μόλις στις 23/11/
  3. Σημειώνεται ακόμα ότι, τούτο έγινε στο στάδιο που είχαν ήδη ακουστεί 4 μάρτυρες κατηγορίας στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Ήταν δε κατόπιν της αλλαγής απάντησης στις εν λόγω, κατηγορίες που η κατηγορούσα αρχή διέκοψε την ποινική δίωξη της κατηγορούμενης στις λοιπές κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Ένα άλλο γεγονός που λαμβάνεται υπόψη, είναι η συνεργασία της κατηγορούμενης με τις διωκτικές αρχές και ιδιαίτερα οι πληροφορίες που έδωσε σε σχέση με τα υπό διερεύνηση τότε αδικήματα. Σημειώνεται όμως ότι, όταν κατηγορήθηκε γραπτώς από τις διωκτικές αρχές δεν παραδέχθηκε ενοχή. Ως προς τον μετριαστικό παράγοντα της μεταμέλειας, λαμβάνω υπόψη και τούτο μετριαστικά για την κατηγορούμενη, ότι έχει ήδη αποζημιώσει πλήρως τις πλείστες των παραπονούμενων (πλην τριών εξ αυτών), καθώς επίσης και ότι με τις υπόλοιπες (πλην μιας εξ αυτών), έχει συμβληθεί και καταβάλλει προς αυτές, εδώ και κάποιους μήνες, χρηματικές δόσεις έναντι των χρημάτων που τους οφείλει συνεπεία της διάπραξης των επίδικων αδικημάτων. Όσο δε αφορά στην μοναδική παραπονούμενη, την οποία δεν αποζημίωσε, σημειώνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε να έρθει σε συνεννόηση με αυτή και να της καταβάλει χρήματα για σκοπούς αποζημίωσης της, αλλά και το γεγονός ότι ο λόγος που δεν κατέστη δυνατή μια τέτοια συμφωνία, ήταν η άρνηση της παραπονούμενης να συμβληθεί μαζί της. Συνυπολογίζεται επομένως η πρόθεση της κατηγορούμενης να αποζημιώσει τούτη, αν και εφόσον της το επιτρέψει. Όλες οι τελευταίες αυτές ενέργειες της κατηγορούμενης σε συνδυασμό με την παραδοχή της ενώπιον του Δικαστηρίου, έστω και στο στάδιο που έλαβε χώρα τούτη, αποδεικνύουν και την μεταμέλεια της για την διάπραξη των αδικημάτων. Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη ότι η χρονική περίοδος κατά την οποία διέπραξε τα επίδικα αδικήματα, αποτελεί την μόνη αξιόποινη συμπεριφορά της στον μέχρι τώρα πολυετή βίο της. Τούτο προκύπτει εξάλλου και από το λευκό της ποινικό μητρώο. Όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες, λαμβάνονται πολύ σοβαρά υπόψη αναφορικά με το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί. Δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης και φύσης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της εν γένει σοβαρότητας όλων των αδικημάτων, η οποία αναδεικνύεται από τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν και της ανάγκης για αποτροπή συνεπεία και της έξαρσης που παρουσιάσουν τα αδικήματα που σχετίζονται με την απόκτηση περιουσίας με δόλια μέσα. Είμαι της άποψης ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή, πλην της στερητικής της ελευθερίας, δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε ενδεχομένως και λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους μελλοντικούς παραβάτες. Ως εκ των ανωτέρω, επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στις κατηγορίες 1, 6 και 7, ποινή φυλάκισης 18 μηνών σε έκαστη κατηγορία. Στις κατηγορίες 3, 11, 26, 38, 67, 83, 91 και 111, ποινή φυλάκισης 15 μηνών σε έκαστη κατηγορία. Στην κατηγορία 118, ποινή φυλάκισης 2 ετών. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη, να συντρέχουν. Στο στάδιο αυτό θα εξετάσω, ως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης, κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στο κατηγορούμενο. Το άρθρο 3 του Νόμου 95/1972, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί ότι δικαστήριο που επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί. Νοείται ότι αν διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος αναστολής ο καταδικασθείς διαπράξει αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, το δικαστήριο που θα εκδικάσει την υπόθεση που αφορά στο νέο αυτό αδίκημα δύναται να διατάξει την εκτέλεση της ποινής η οποία ανεστάλη δυνάμει του εν λόγω διατάγματος. Το εδάφιο 2 του άρθρου 3 του Νόμου 95/1972 προνοεί ότι «το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να αποφασίσει το είδος και το ύψος της ποινής και αφού επιβάλει αυτή να εξετάσει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της. Η αναστολή εκτέλεσης μιας ποινής δεν επιβάλλεται ως μέτρο επιείκειας. Ως έχει νομολογηθεί οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς ελέγχου κατά πόσο θα πρέπει να ανασταλεί μία ποινή είναι:
  4. Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο του κατηγορουμένου για την διάπραξη του αδικήματος.
  5. Το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής.
  6. Η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας και γενικά η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά την διάπραξη του αδικήματος. Κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο, έχει περισσότερες πιθανότητες να επιτύχει σε απαίτηση του για αναστολή της εκτέλεσης στερητικής της ελευθερίας ποινής που θα του επιβληθεί. (Βλ. Παντελής Δημήτριου v Δημοκρατίας
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Θεοτόκης Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339, 341). Εξέτασα με προσοχή όλους τους παράγοντες και περιστάσεις που αφορούν στη κατηγορούμενη και που νομολογιακά υπέχουν σημασίας στην εξέταση του κατά πόσο θα ανασταλεί η όχι η εκτέλεση μίας ποινής φυλάκισης και κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση υφίστανται τέτοιοι παράγοντες και περιστατικά που δικαιολογούν την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε σε αυτή. Για σκοπούς πληρότητα και αιτιολογίας, σημειώνω ότι η κατηγορούμενη είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου ηλικίας 58 ετών, η οποία από τις αρχές του έτους 2011 που διέπραξε την τελευταία αξιόποινη της πράξη, μέχρι και σήμερα, όχι απλά δεν διέπραξε άλλο ποινικό αδίκημα, αλλά, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, δεν φαίνεται καν να απασχόλησε τις αστυνομικές αρχές για οποιαδήποτε ενέργεια της. Ως επί το πλείστον, η πρόθεση της κατά την διάπραξη των αδικημάτων, και παρά το δόλιο τρόπο και πρόθεση με την οποία ενέργησε, ήταν να εισπράξει ενωρίτερα από ότι συμφώνησε με τις παραπονούμενες, το τίμημα πώλησης των αγαθών που τους πώλησε. Οι δε μετέπειτα ενέργειες της να καταθέτει, μέχρι ενός χρονικού σημείου (μέχρι που το χρεωστικό υπόλοιπο της είχε υπερβεί του ορίου του), ανελλιπώς, στους λογαριασμούς των πιστωτικών καρτών, τα χρήματα που της έδιδαν οι παραπονούμενες μηνιαίως, δεικνύει ότι ο σκοπός της, όταν κατήρτιζε τα έγγραφα χωρίς νόμιμη εξουσία και/ή δικαιολογία, δεν ήταν η πρόκληση μόνιμής οικονομικής ζημίας, είτε στη τράπεζα, είτε στις παραπονούμενες, αλλά η με δόλια ομολογουμένως μέσα, απόκτηση χρημάτων, με σκοπό όμως μελλοντικά, αφενός να τα επιστρέψει στη τράπεζα και αφετέρου, να απαλλάξει τις παραπονούμενες, δια της εξόφλησης των οφειλών για τις πιστωτικές κάρτες, από την ευθύνη που τους επέβαλε έναντι της τράπεζας. Το γεγονός δε ότι στις πλείστες των περιπτώσεων, ο σκοπός της διάπραξης των αδικημάτων ήταν απόκτηση του τιμήματος πώλησης των αγαθών, πριν το χρόνο που συμφωνήθηκε και όχι η απόκτηση χρημάτων χωρίς αντάλλαγμα (δεν παραγνωρίζω ότι σε κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις συνέβη και αυτό), καθιστούν τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τέτοιας μορφής, που για τους σκοπούς της εξέτασης του κατά πόσο θα διαταχθεί η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στη κατηγορούμενη, αποτελούν λόγο που συνυπολογίζεται ευνοϊκά για αυτή. Αν στα πιο πάνω προσμετρηθεί και το γεγονός της μεταμέλειας της κατηγορούμενης (παραδοχή στις κατηγορίες και αποζημίωση και/ή συμφωνία προς αυτή την κατεύθυνση με τις παραπονούμενες) και η όλη συμπεριφορά που επιδεικνύει από την ημέρα διάπραξης του τελευταίου χρονικά αδικήματος μέχρι και σήμερα, καθώς επίσης και τα όσα προφανώς έζησε και/ή αισθάνθηκε, τόσο κατά την απόπειρα αυτοκτονίας στη οποία προέβη, όσο και τις αμέσως επόμενες μέρες, δικαιολογούν κατά τη γνώμη μου την απόφαση μου να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επέβαλα σ' αυτή. Ως εκ τούτου, η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επέβαλα στην Κατηγορούμενη σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Επεξηγούνται στην Κατηγορούμενη οι συνέπειες που θα υποστεί στην περίπτωση που στα επόμενα 3 έτη διαπράξει οποιαδήποτε αδίκημα το οποίο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης). (Υπ.) ............ Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal / Proper / Sentence (Anaphora: klopi ypo antiprosopou - katartismos eggrafou horis exousiodotisi - nomimopoiihi esodon - poini) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.