← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΠΑΝΤΕΛΗ ΖΑΧΑΡΙΑ, Αρ. Υπόθεσης: 21930/15, 26/2/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΠΑΝΤΕΛΗ ΖΑΧΑΡΙΑ, Αρ. Υπόθεσης: 21930/15, 26/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21930/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΠΑΝΤΕΛΗ ΖΑΧΑΡΙΑ Κατηγορούμενος -------------------------- Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου, 2016 Για κατηγορούσα αρχή: κα Σ. Γιασκούρη Για τον κατηγορούμενο: κ. Αρμεύτης Κατηγορούμενος, παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος μετά από δική του παραδοχή στα ακόλουθα αδικήματα:

  1. Ότι στις 4/9/2015 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΑΒΗ 146 χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους,
  2. Ότι στις 4/9/2015 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΑΒΗ 146 το οποίο είχε δηλωθεί στον έφορο μηχανοκινήτων οχημάτων ως ακινητοποιημένο από την 1/7/
  3. Ότι στις 4/9/2015 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΑΒΗ 146 χωρίς άδεια κυκλοφορίας.
  4. Ότι στις 4/9/2015 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΑΒΗ 146 ενώ είχε αποστερηθεί της ικανότητας του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 12 μηνών από τις 27/11/2014 μέχρι τις 27/11/2015 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην υπόθεση 29379/
  5. Τα γεγονότα έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Πέραν της καταδίκης που αναφέρεται στην 4η κατηγορία δεν έχει άλλες καταδίκες για ανάλογα αδικήματα. Παραδέχθηκε αμέσως τη διάπραξη των αδικημάτων. Η προγενέστερη καταδίκη αφορούσε επιβολή δίμηνης φυλάκισης και στέρηση της άδειας οδήγησης του, μεταξύ άλλων, για οδήγηση χωρίς ασφάλεια. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου υιοθέτησε έκθεση του γραφείου ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε προς όφελος του. Όπως αναφέρεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 26 ετών και άνεργος. Η μητέρα του είναι ηλικίας 54 ετών, οικοκυρά και ο πατέρας του, ηλικίας 50 ετών, είναι λήπτης σύνταξης αναπηρίας που ανέρχεται στο ποσό των €210 μηνιαίως. Ο πατέρας του κατέστη ανίκανος για εργασία από το 1993 και αντιμετωπίζει επίσης ψυχολογικά προβλήματα. Ο κατηγορούμενος έχει δύο αδελφές ηλικίας 32 και 28 ετών. Ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος Λυκείου με χαμηλή επίδοση. Πήρε απαλλαγή από την Εθνική Φρουρά λόγω διαταραχής προσωπικότητας. Περιστασιακά εργαζόταν ως μηχανικός αυτοκινήτων. Το 2012 κατηγορήθηκε για αδίκημα το οποίο διέπραξε και φυλακίστηκε για περίοδο πέντε ετών. Εξέτισε 3 έτη φυλάκισης και αποφυλακίστηκε. Όταν αποφυλακίστηκε αποτάθηκε στο Γραφείο Κοινωνικών Υπηρεσιών και στη συνέχεια στην Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας για παροχή Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος αλλά η αίτηση απορρίφθηκε (λόγω του ότι είναι κάτω των 28 χρονών θεωρείται εξαρτώμενος στην αίτηση που υπέβαλε ο πατέρας του). Προσπάθησε να εξεύρει εργασία χωρίς αποτέλεσμα. Αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες αφού δεν έχει καθόλου εισοδήματα. Η οικογένεια του αδυνατεί να τον στηρίξει οικονομικά λόγω της χαμηλής σύνταξης που λαμβάνει ο πατέρας του. Ο ίδιος βρίσκεται σε μεγάλη απόγνωση αδυνατώντας να αντιμετωπίσει τα οικονομικά αδιέξοδα στα οποία βρίσκεται. Ο συνήγορος του συμπληρωματικά ανέφερε ότι μετά την πρόσφατη αποφυλάκιση του ο κατηγορούμενος νιώθει κοινωνικά αποκλεισμένος Συντηρείται από τον πατέρα του και μικροεργασίες («κουτσοδούλεια») που εξασφαλίζει. Ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα ενώ η περίοδος στέρησης που αντιμετώπιζε είχε σχεδόν λήξει αφού παρέμεναν περίπου 2 μήνες μέχρι τη λήξη του. Προέβαλε ως δικαιολογία για την οδήγηση, σε προσπάθεια του κατηγορουμένου να εξασφαλίσει εργασία. Για σκοπούς επιβολής της ποινής, θα εξετάσω πρώτα τη 4η κατηγορία η οποία αφορά ανυπακοή σε νόμιμη διαταγή Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 19Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, ενώ είχε αποστερηθεί στον κατηγορούμενο σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, η ικανότητα του να κατέχει άδεια οδήγησης για περίοδο 12 μηνών από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στην υπόθεση με αρ. 29379/13 στις 27/11/
  6. Σύμφωνα με το άρθρο 19Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 109(Ι)/2012: «19Α. Πρόσωπο, το οποίο έχει αποστερηθεί με απόφαση ή διάταγμα του δικαστηρίου, της ικανότητας να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα κατά παράβαση της πιο πάνω απόφασης ή διατάγματος, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα

(4)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα έξι χιλιάδες ευρώ οκτακόσια τριάντα τέσσερα ευρώ (€6.834) ή και στις δύο αυτές ποινές.» Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αφού η υπακοή σε διατάγματα δικαστηρίου συνιστά μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου (βλ. Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας ν Ντούμα κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 133). Παρακοή σε δικαστικό διάταγμα πρέπει, κατά κανόνα, να αντιμετωπίζεται με ποινή φυλάκισης και μόνο κατ' εξαίρεση με πρόστιμο (βλ. Kay v Municipality of Larnaca
(1982)2 C.L.R. 236, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 227). Η φύση του διατάγματος, οι πιθανές συνέπειες της παράβασης του, αλλά και οι λόγοι παρακοής, αποτελούν σχετικούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του στην επιλογή της ποινής[i] (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 196). Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 23rd ed, 2007, Vol. 1, στη σελ 1/745, παρ. 11.85[ii] αναφέρονται, μεταξύ άλλων, για το αδίκημα οδήγησης μετά από στέρηση, ως επιβαρυντικοί παράγοντες: αν η οδήγηση έγινε από πρόσωπο που ήταν ελεύθερο με εγγύηση, αν δεν πέρασε ποτέ εξέταση οδήγησης, η οδήγηση έναντι αμοιβής, η προσπάθεια αποφυγής εντοπισμού, η μεγάλη απόσταση οδήγησης, ο προσχεδιασμός, η συνεχιζόμενη παράβαση του διατάγματος και η πρόσφατη επιβολή ανικανότητας. Ως μετριαστικοί παράγοντες αναφέρονται: έκτακτο συμβάν, το μικρό της απόστασης οδήγησης, η συνεργασία με την αστυνομία και η μεταμέλεια. Εξετάζοντας την 1η κατηγορία, της οδήγησης χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, σημειώνω ότι, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ηλίας Σ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, 61: «Οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Σε μια εποχή μάλιστα που τα ατυχήματα αυτά βρίσκονται σε συνεχή άνοδο.» Το αδίκημα το οποίο έχει διαπράξει είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Εναπόκειται μάλιστα στον κατηγορούμενο να θέσει στο Δικαστήριο ειδικούς λόγους για να μην του στερηθεί η άδεια οδήγησης. Στην παρούσα περίπτωση μάλιστα οι πρόνοιες του Νόμου είναι ιδιαίτερα αυστηρές. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(6)[iii] του Περί Ασφάλισης Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν.96(Ι)/2000, σε δεύτερη ή μεταγενέστερη καταδίκη προσώπου για αδίκημα για ανασφάλιστη οδήγηση η στέρηση, εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των δώδεκα μηνών, ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη. Θα πρέπει να σημειωθεί βέβαια, ότι η ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. μεταξύ άλλων, Ελ. Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300,304). Οι κατηγορίες 2 και 3 είναι λιγότερο σοβαρές και συνήθως αντιμετωπίζονται με ποινές προστίμου. Ο κατηγορούμενος όταν αποφάσισε να οδηγήσει κατά τη διάρκεια της ισχύος της ανικανότητας που του είχε επιβληθεί και χωρίς ασφάλεια, επέδειξε αδιαφορία για την ύπαρξη δικαστικού διατάγματος και τη μη ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης προς όφελος τρίτου. Αυτή η οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη και αντικοινωνική. Ανυπακοή σε τέτοιο διάταγμα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα. Στην επιβολή ποινής απαιτείται από το Δικαστήριο η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί, την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του γραφείου ευημερίας. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες όμως, θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που δεν μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον κατηγορούμενο στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 45 ημερών. Στην 1η κατηγορία επιβάλλω στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης επίσης 45 ημερών. Όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο του κατηγορουμένου δεν κρίνω ότι συνιστούν λόγους για να μην αποστερηθεί ο κατηγορούμενος της ικανότητος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης. Τα όσα έχουν αναφερθεί μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της στέρησης και όχι την επιβολή της. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νουν, και συνεκτιμώντας την ανάγκη του κατηγορουμένου για επαναδραστηριοποίηση (βλ. Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327, 329) ο κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να κατέχει και να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 3 μηνών από σήμερα. Οι ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Στην 2η κατηγορία επιβάλλω πρόστιμο €
  1. Στην 3η κατηγορία επιβάλλω πρόστιμο €
  2. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο υπάρχουν λόγοι αναστολής των ποινών φυλάκισης τις οποίες ήδη έχω επιβάλει. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3[iv] του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/
  3. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
  1. Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
  2. Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
  3. Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Λαμβανομένων όλων υπόψη, της φύσεως του αδικήματος, της ηλικίας του κατηγορούμενου, των οικογενειακών και οικονομικών του συνθηκών, θεωρώ ότι δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν. Συγκεκριμένα έλαβα υπόψη μου τα ακόλουθα:
  4. Ο κατηγορούμενος αποφυλακίστηκε πρόσφατα και προσπαθεί να εξεύρει εργασία. Είναι άτομο ηλικίας 26 ετών και κρίνω ότι θα πρέπει, αφού διαφαίνεται να είναι και η επιθυμία του, ευκαιρία να επανενταχθεί στην κοινωνία.
  5. Παρά την αδιαφορία που επέδειξε για το ισχύον διάταγμα κρίνω ότι το περιστατικό ήταν μεμονωμένο, δεν κινδύνευσε κανείς ούτε προκλήθηκε δυστύχημα.
  6. Δεν συντρέχουν οι επιβαρυντικοί παράγοντες που προανέφερα. Η οδήγηση δηλαδή, δεν έγινε έναντι αμοιβής, ο κατηγορούμενος δεν προσπάθησε να αποφύγει τον εντοπισμό, δεν υπήρξε συνεχιζόμενη παράβαση του διατάγματος και το πρόσφατο της επιβολής της ανικανότητας αφού η περίοδος στέρησης ήταν κοντά στη λήξη της. Ως εκ τούτου οι ποινές φυλάκισης του κατηγορουμένου σε σχέση με την 1η και την 4η κατηγορία αναστέλλονται για τρία έτη από σήμερα. (Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής) (Υπ.).............. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Sentence/ Disobeying disqualification order Αναφορά: Ποινική/ Ποινή/ Παρακοή διατάγματος στέρησης [i] 'The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching the terms of an order of the court'. [ii] The Sentencing Guidelines deal with this offence. Courts are to assess the seriousness of the offence, having regard to aggravating and mitigating factors, then go on to consider offender mitigation, and finally to decide sentence. It is suggested that the following may be considered as aggravating factors relating to the offence: offence committed on bail; driver has never passed a test; driving for remuneration; efforts to avoid detection; long distance driven; planned, long-term evasion; recent disqualification. Among mitigating factors relating to the offence are suggested: emergency established; full period expired but test not re-taken; short distance driven. Under the heading of offender mitigation are listed: co-operation with the police; remorse. [iii]
(6)Σε δεύτερη ή μεταγενέστερη καταδίκη προσώπου για αδίκημα βάσει του άρθρου αυτού, ή σε καταδίκη τέτοιου προσώπου για αδίκημα βάσει του άρθρου αυτού μετά από προηγούμενη καταδίκη για αδίκημα βάσει των διατάξεων του άρθρου 5, του άρθρου 6, του άρθρου 7 ή του άρθρου 13Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, ή αδικήματος βάσει του άρθρου 203, άρθρου 210 ή άρθρου 236 του Ποινικού Κώδικα που διαπράχθηκε σε σχέση με το πρόσωπο που χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα, η στέρηση βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(4), εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των δώδεκα μηνών, ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη. [iv] 3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)οσάκις Δικαστήριον επιβάλλη ποινήν φυλακίσεως μη υπερβαίνουσαν τα τρία έτη, τούτο δύναται να διατάξη όπως η ποινή μη εκτελεσθή εκτός εάν, διαρκούσης της εν τω διατάγματι οριζομένης τριετούς περιόδου από της ημέρας της εκδόσεως του διατάγματος (εν τω παρόντι Νόμω αναφερομένης ως "περίοδος εφαρμογής του διατάγματος"), ο καταδικασθείς ήθελε διαπράξει έτερον αδίκημα τιμωρούμενον διά φυλακίσεως και μετά την τοιαύτην διάπραξιν Δικαστήριον ήθελε διατάξει συμφώνως προς το άρθρον 4 όπως η αρχική ποινή εκτελεσθή.
(2)Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.