← Κύπρος

Παναγιώτης Χαραλάμπους ν. Cyprus Popular Bank Public Co Limited κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14644/13, 24/2/2016

Παναγιώτης Χαραλάμπους ν. Cyprus Popular Bank Public Co Limited κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14644/13, 24/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη Προσ. Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 14644/13 Παναγιώτης Χαραλάμπους εναντίον

  1. Cyprus Popular Bank Public Co Limited
  2. Ανδρέας Βγενόπουλος
  3. Νεοκλής Λυσάνδρου
  4. Ευθύμιος Μπουλούτας
  5. Χρίστος Στυλιανίδης
  6. Αθανάσιος Ορφανίδης
  7. Χάρης Χρίστου
  8. Ανδρέας Καλησπερίδης Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου, 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον παραπονούμενο: εμφανίζεται αυτοπροσώπως Για τους κατηγορούμενους 1, 7 & 8: κ. Μ. Παναγιώτου Κατηγορούμενοι 7 & 8 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε την 15 Ιουλίου 2013 από τον παραπονούμενο προσωπικά και έτυχε χειρισμού από τον ίδιο. Το κατηγορητήριο περιλαμβάνει τέσσερεις κατηγορίες το περιεχόμενο των οποίων κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο: Πρώτη Κατηγορία «Ψευδείς Παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  9. Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι 1,2,3,4,5,6,7 και 8 κατά/ή περί την 30/06/11 στη Λεμεσό, προέβηκαν σε ψευδείς παραστάσεις εναντίον του Παναγιώτη Χαραλάμπους από την Λεμεσό, αφού δεν ανανέωσαν το γραμμάτιο του με αριθμό 025-09-018333 και ημερομηνία λήξης 29/6/11, στο υποκατάστημα με αριθμό 25 της Cyprus Popular Bank Co Ltd στη Λεμεσό και χωρίς την υπογραφή και/ή την συγκατάθεση του, τον έκαναν επενδυτή αξιογράφων, με αποτέλεσμα ο Παναγιώτης Χαραλάμπους να υποστεί ζημιά ύψους €268.000,
  10. Δεύτερη Κατηγορία Απόκτηση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 όπως τροποποιήθηκε δυνάμει των Νόμων 18(IΘ) 2006 και 130(I)/
  11. Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι 1,2,3,4,5,6,7 και 8 κατά/ή περί την 30/06/11 στη Λεμεσό, προέβηκαν σε ψευδείς παραστάσεις εναντίον του Παναγιώτη Χαραλάμπους από την Λεμεσό, αφού δεν ανανέωσαν το γραμμάτιο του με αριθμό 025-09-018333 και ημερομηνία λήξης 29/6/11, στο υποκατάστημα με αριθμό 25 της Cyprus Popular Bank Co Ltd στη Λεμεσό και χωρίς την υπογραφή και/ή την συγκατάθεση του, τον έκαναν επενδυτή αξιογράφων, με αποτέλεσμα ο Παναγιώτης Χαραλάμπους να υποστεί ζημιά ύψους €268.000,
  12. Τρίτη Κατηγορία Απάτη κατά παράβαση του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 όπως τροποποιήθηκε δυνάμει του Νόμου 18(Ι)
  13. Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι 1,2,3,4,5,6,7 και 8 κατά/ή περί την 30/06/11 στη Λεμεσό, προέβηκαν σε ψευδείς παραστάσεις και/ή απάτησαν τον Παναγιώτη Χαραλάμπους από την Λεμεσό, αφού δεν ανανέωσαν το γραμμάτιο του με αριθμό 025-09-018333 και ημερομηνία λήξης 29/6/11, στο υποκατάστημα με αριθμό 25 της Cyprus Popular Bank Co Ltd στη Λεμεσό και χωρίς την υπογραφή και/ή την συγκατάθεση του, τον έκαναν επενδυτή αξιογράφων, με αποτέλεσμα ο Παναγιώτης Χαραλάμπους να υποστεί ζημιά ύψους €268.000,
  14. Τέταρτη Κατηγορία Συνομωσία για καταδολίευση και για διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση των άρθρων 302 και 372 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 όπως τροποποιήθηκε δυνάμει του Ν.18(Ι)
  15. Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι 1,2,3,4,5,6,7 και 8 κατά/ή περί την 30/06/11 στη Λεμεσό, προέβηκαν σε συνομωσία μεταξύ τους και εναντίον του Παναγιώτη Χαραλάμπους από την Λεμεσό, αφού δεν ανανέωσαν το γραμμάτιο του με αριθμό 025-09-018333 και ημερομηνία λήξης 29/6/11, στο υποκατάστημα με αριθμό 25 της Cyprus Popular Bank Co Ltd στη Λεμεσό και χωρίς την υπογραφή και/ή την συγκατάθεση του, τον έκαναν επενδυτή αξιογράφων, με αποτέλεσμα ο Παναγιώτης Χαραλάμπους να υποστεί ζημιά ύψους €268.000,00.» Αρχικά η υπόθεση στρεφόταν εναντίον 8 κατηγορουμένων. Στην πορεία, και συγκεκριμένα στις 4/11/13, η υπόθεση αποσύρθηκε εναντίον των κατηγορουμένων 2, 4 και 6 λόγω μη επίδοσης του κατηγορητηρίου με αποτέλεσμα οι εν λόγω κατηγορούμενοι να απαλλαγούν των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν. Αναφορικά με τους κατηγορούμενους 3 και 5, οι οποίοι καταχώρησαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν, η υπόθεση αποσύρθηκε πριν την ακρόαση και συγκεκριμένα στις 30/10/15 και 15/9/15 αντίστοιχα, με αποτέλσμα αυτοί να αθωωθούν και να απαλλαχτούν. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση μόνο για τους κατηγορούμενους 1,7 και
  16. Από πλευράς του παραπονούμενου μαρτυρία έδωσε ο ίδιος (ΜΚ1) καθώς και ακόμη ένας μάρτυρας, ο πρώην κατηγορούμενος υπ. αρ. 5, Χρίστος Στυλιανίδης (ΜΚ2). Η μαρτυρία του παραπονούμενου, ο οποίος υπενθυμίζω επέλεξε να χειριστεί την υπόθεση του προσωπικά, αν και του επισημάνθηκε ότι επρόκειτο περί σοβαρής υπόθεσης, ήταν εκτενής. Αναφέρω ενδεικτικά ότι η κυρίως εξέταση του παραπονούμενου, έλαβε τη μορφή δύο γραπτών δηλώσεων, σαράντα

(40)σελίδων περίπου, στα πλαίσια της οποίας κατατέθηκαν σαρανταπέντε
(45)τεκμήρια. Τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο ο παραπονούμενος, μπορούν να καταταχθούν χρονικά σε τρεις ενότητες: α) Στα γεγονότα της περιόδου 1996 - 28/6/11, β) στα γεγονότα της περιόδου 29/6/11 - 1/7/11 και γ) στα γεγονότα της περιόδου από 1/7/11 μέχρι και την 15/7/13, ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης. Συντριπτικό μέρος της μαρτυρίας του παραπονούμενου αφορά σε γεγονότα που έλαβαν χώρα σε χρόνο άλλο από τον ουσιώδη ή σε γεγονότα άλλα από τα επίδικα ως επίσης και σε εθνικές και ευρωπαϊκές Οδηγίες και Κανονισμούς, αποσπάσματα των οποίων κατέθεσε, είτε ως τεκμήρια είτε ως μέρος των γραπτών δηλώσεων του. Δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω αυτούσια τη μαρτυρία του παραπονούμενου, αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Αναφορά στη μαρτυρία του όπως και του ΜΚ2 προβαίνω πιο κάτω στην απόφαση μου όπου κρίνεται αναγκαίο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο παραπονούμενος, ο οποίος εργάζεται ως εκτελωνιστής για αρκετά χρόνια, διατηρούσε στην κατηγορούμενη 1 λογαριασμό κατάθεσης τακτής προθεσμίας με αρ. 025-09-018333 (εφ' εξής το γραμμάτιο) με επιτόκιο 4,2%. Το εν λόγω γραμμάτιο, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, έληγε την 29/6/11, (βλ. σχ. Τ.20), ημερομηνία κατά την οποία αυτός, επισκέφτηκε τον κατηγορούμενο 7, με σκοπό την ανανέωση του. Ως ανέφερε ο παραπονούμενος, ζήτησε από τον κατηγορούμενο 7 όπως «...χρησιμοποιήσει όλη την επιρροή του για την εξασφάλιση ενός καλύτερου επιτοκίου ή άλλως να προβεί στην ανανέωση του, αν μη τι άλλο, στη βάση, αυτού των 4.60%, που προσφερόταν από τον ΟΧΣ (Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης), η διαφορετικά να φροντίσει για την ετοιμασία των αναγκαίων εγγράφων, για την απόσυρση των χρημάτων και τη μεταφορά τους στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης η/και σε άλλο Τραπεζικό Ίδρυμα.» Ακολούθως, στις 30/6/11, σε επικοινωνία που ο παραπονούμενος είχε με τον κατηγορούμενο 7, ο τελευταίος τον ενημέρωσε ότι είχε οδηγίες από τους διευθυντές του - πρώην κατηγορούμενους 3 και 5 - όπως ανανεώσει την κατάθεση με επιτόκιο 7%, του τόκου πληρωτέου με επιταγή στο όνομα του παραπονούμενου κάθε τρεις μήνες. Για να γίνει τούτο όμως, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος 7 του ανέφερε ότι έπρεπε να μεταβεί στις 1/7/11, σε άλλο υποκατάστημα για να συναντήσει τον κατηγορούμενο 8 ο οποίος και θα προέβαινε στην εν λόγω ανανέωση. Στις 1/7/11, ο παραπονούμενος επισκέφθηκε εκ νέου τον κατηγορούμενο 7 ο οποίος τον παρέπεμψε και πάλι στον κατηγορούμενο 8 τον οποίο και συνάντησε περί το μεσημέρι της ίδιας μέρας. Κατά την εν λόγω συνάντηση, σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, αυτός ζήτησε από τον κατηγορούμενο 8 όπως αποσύρει μέρος του ποσού του γραμματίου και όπως το υπόλοιπο διατεθεί «για την αγορά» του νέου γραμματίου αίτημα, το οποίο απορρίφθηκε από τον κατηγορούμενο 8 ο οποίος του ανέφερε ότι το κεφάλαιο ήταν ήδη κατατεθειμένο σε άλλο λογαριασμό τρίμηνης προθεσμίας με αρ.025-31-020901 με επιτόκιο 0.5% ο οποίος ήταν στο όνομα του παραπονούμενου. Σχετικά με τούτο, ο κατηγορούμενος 8 του παρουσίσασε τραπεζική απόδειξη ημερομηνίας 1/7/11 και ώρας 13:19:14, που αφορούσε το κλείσιμο του λογαριασμού του γραμματίου και μεταφοράς του συνολικού ποσού των €265.740,38 στον προαναφερόμενο λογαριασμό τρίμηνης προθεσμίας. Παράλληλα του ζητήθηκε να υπογράψει την εν λόγω απόδειξη πράγμα το οποίο ο παραπονούμενος αρνήθηκε να πράξει (βλ. σχ. Τ.24). Ακολούθως, σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος 8 έθεσε ενώπιον του μια «χειροποίητη φόρμα», που έφερε ημερομηνία 1/7/11 και ώρα 13:20, με τίτλο «ΑΙΤΗΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ («ΜΑΕΚ») ΤΗΣ MARFIN POPULAR BANK CO LTD («η Τράπεζα») ζητώντας του να την υπογράψει πλην όμως αυτός και πάλι αρνήθηκε (βλ.σχ Τ.25). Το εν λόγω έντυπο, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, «...προετοίμασε και συμπλήρωσε ο αρθ.7 κ. Χάρης Χρίστου ή/και από κοινού με τον αρθ.8 κ. Καλισπερίδη ή/και...» με τους πρώην κατηγορούμενους 3 και 5. Στη συνέχεια, ως ανέφερε ο παραπονούμενος, ο κατηγορούμενος 8, ο οποίος επέμενε στην άμεση υπογραφή της «φόρμας» αυτής, ανέφερε στον παραπονούμενο ότι στις 1330 η Τράπεζα θα έκλεινε και αν δεν υπογραφόταν μέχρι τότε το εν λόγω έγγραφο, το επιτόκιο του γραμματίου πιθανόν να είχε αρνητικές συνέπειες. Τότε, ο παραπονούμενος, αφού ως ανέφερε, σκέφτηκε, ότι εφόσον δεν είχε υπογράψει την απόδειξη για κλείσιμο του γραμματίου και μεταφοράς του σχετικού ποσού στον νέο λογαριασμό και δεν είχαν τηρηθεί οι «κατευθυντήριες γραμμές της 25 Ιουνίου 2012/ESMA/2012/387 σχετικά με τις πτυχές καταλληλόλητας στη MiFID που αναφέρονται στην ΗΛΙΚΙΑ του πελάτη, ότι είναι συνήθως μια σημαντική πληροφορία την οποία ΠΡΕΠΕΙ να γνωρίζουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων για να αξιολογήσουν την καταλληλόλητα μιας επένδυσης», τις οποίες ο παραπονούμενος ανέφερε ότι γνώριζε, οι εν λόγω τραπεζικές πράξεις δεν θα είχαν οποιαδήποτε ισχύ. Λόγω τούτου, υπέγραψε τη «φόρμα» για να εξασφαλίσει όπως ανέφερε το γραμμάτιο με το επιτόκιο του 7%. Με την υπογραφή της «φόρμας», ο κατηγορούμενος 8, του παρέδωσε την απόδειξη για το κλείσιμο του γραμματίου και τη μεταφορά του ποσού των €265.740,38 στο νέο λογαριασμό τρίμηνης προθεσμίας του παραπονούμενου, την απόδειξη αγοράς «Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) της κατηγορούμενης 1 (εφ' εξής αξιόγραφα) για το ποσό των €265.000,00 (Τ.26) καθώς και την «φόρμα» που ο παραπονούμενος είχε υπογράψει. Μετά πάροδο τριών μηνών, ο παραπονούμενος αναζήτησε τόσο το νέο γραμμάτιο όσο και την επιταγή εξαργύρωσης των τόκων του 7% οπόταν και ενημερώθηκε ότι ο λογαριασμός του, είχε πιστωθεί με το ποσό των €3941,87, που αντιστοιχούσε σε επιτόκιο 5% αντί του 7% που είχε συμφωνήσει (Τ.32). Αυτό προκάλεσε την αντίδραση του παραπονούμενου ο οποίος διαμαρτυρήθηκε στον κατηγορούμενο 7 για την αθέτηση της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Συνεπεία τούτου, σύμφωνα με πάντα με τον παραπονούμενο, ήταν για τις επόμενες δύο τριμηνίες, Οκτώβριο 2011 - Δεκέμβριο 2011 και Ιανουάριο 2012 - Μάρτιος 2012, να πληρωθεί κανονικά με επιταγές της κατηγορούμενης 1 για τα ποσά που αντιστοιχούσαν σε τόκους ύψους 7% οπόταν και ανακουφίστηκε ότι όλα λειτουργούσαν κανονικά και στη βάση των συμφωνηθέντων. Όταν όμως την επόμενη τριμηνία δεν παρέλαβε οποιοδήποτε ποσό τόκων διαμαρτυρήθηκε εκ νέου για την αθέτηση, από πλευράς της κατηγορούμενης 1, της συμφωνίας τους. Ενημερώθηκε τότε από τον κατηγορούμενο 7, ότι κατόπι απόφασης και οδηγιών των ανώτερων διευθυντικών στελεχών της κατηγορούμενης 1, η καταβολή τόκων στους επενδυτές αξιογράφων ως ήταν ο ίδιος, αναστάληκε προσωρινά και ότι μόλις δινόταν νέα ειδοποίηση θα του αποστέλλονταν επιταγές με επιπρόσθετο τόκο. Στο άκουσμα της πληροφόρησης αυτής ο παραπονούμενος αντέδρασε και προέβη σε διάφορες καταγγελίες τόσο στο Γενικό Εισαγγελέα όσο και στο Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος της Αστυνομίας. Οι εν λόγω καταγγελίες του αφορούσαν σε ισχυριζόμενη αντιδεοντολογική συμπεριφορά από μέρους της κατηγορούμενης 1 και των εκπροσώπων της κατά την πώληση επενδυτικών προϊόντων ήτοι αξιογράφων ως επίσης και σε ισχυριζόμενες παραβάσεις από πλευράς της κατηγορούμενης 1 και των εκπροσώπων της, των εθνικών και ευρωπαϊκών νομοθεσιών που αφορούσαν την παροχή επενδυτικών προϊόντων στο κοινό. Επειδή δεν ικανοποιήθηκε από τον χειρισμό που η καταγγελία του έτυχε από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα και της Αστυνομίας προχώρησε σε καταγγελία τόσο του Γενικού Εισαγγελέα όσο και της Αστυνομίας, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η επιτροπή τον ενημέρωσε για τα δικαιώματα του καθώς επίσης και για τις υποχρεώσεις των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες όπως τέτοια δικαιώματα και υποχρεώσεις απορρέουν από τις ευρωπαϊκές νομοθεσίες. Η Επιτροπή περαιτέρω, τον παρέπεμψε να αποταθεί στα κυπριακά δικαστήρια όπως και ισχυρίζεται ότι έπραξε με την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Τέλος, με την παράγραφο 70 της δεύτερης γραπτής δήλωσης του (Έγγραφο Β) ο παραπονούμενος αξιώνει εναντίον των κατηγορουμένων 1,7 και 8, διάταγμα που να ακυρώνει τα αξιόγραφα που ως ισχυρίζεται εξαπατήθηκε να αγοράσει, αποζημιώσεις συνεπεία της δόλιας συμπεριφοράς των κατηγορουμένων να τον καταστήσουν επενδυτή αξιογράφων με τον τρόπο που τον κατέστησαν, αποζημιώσεις λόγω παράβασης από τους κατηγορούμενους των Νόμων και Κανονισμών του ΧΑΚ, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Κεντρικής Τράπεζας που αφορούν την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, αποζημιώσεις λόγω πρόκλησης ψυχολογικών και σωματικών προβλημάτων, επιστροφή όλων των χρημάτων που κατέβαλε στην κατηγορούμενη 1 με τόκο 7% ως επίσης και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Κατά την αντεξέταση του, ο παραπονούμενος επικαλέστηκε χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και άγνοια για τραπεζικά θέματα, κάτι που όπως ισχυρίστηκε, οι κατηγορούμενοι δεν έλαβαν υπόψη τους, κατά παράβαση των σχετικών Κανονισμών της Κεφαλαιαγοράς και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν τον κατέστησαν επενδυτή αξιογράφων. Δέχτηκε ότι το έντυπο συμμετοχής στην αγορά αξιογράφων που υπέγραψε (Τ.25), δεν περιοριζόταν στη μία σελίδα - Τ.25 - που κατέθεσε κατά την μαρτυρία του, αλλά ότι αποτελείτο από 9 σελίδες και μάλιστα όλες υπογεγραμμένες από τον ίδιο (Τ.46), συμπεριλαμβανομένης και υπογεγραμμένης από τον ίδιο δήλωσης, ότι είχε ενημερωθεί από την κατηγορούμενη 1 για τους επενδυτικούς κινδύνους που συνεπαγόταν η επένδυση σε αξιόγραφα και ότι εξακολουθεί να επιθυμεί, με δική του ευθύνη, να προχωρήσει. Δέχτηκε επίσης ότι στο εν λόγω έντυπο ανέγραψε προσωπικά ο ίδιος κάποια στοιχεία του, απέδωσε όμως την υπογραφή των εν λόγω εγγράφων στην πίεση που του ασκήθηκε από τους κατηγορούμενους. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι ανεξάρτητα της υπογραφής των εν λόγω εγγράφων η συμπεριφορά και ενέργειες των κατηγορουμένων συνιστούσαν παραβίαση των Κανονισμών της Κεντρικής Τράπεζας, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούν την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Ο δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά του παραπονούμενου, Χρίστος Στυλιανίδης, πρώην κατηγορούμενος 5, κλήθηκε να καταθέσει για τη διαδικασία που ακολουθείται για το κλείσιμο ενός λογαριασμού ως επίσης και για την διαδικασία ανάληψης ή μεταφοράς χρημάτων από ένα λογαριασμό σε άλλο. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι αναλόγως της κατηγορίας του λογαριασμού υπάρχουν διαφορετικές διαδικαστικές προϋποθέσεις για το κλείσιμο ή για την μεταφορά χρημάτων. Για τους λογαριασμούς τακτής προθεσμίας ο ΜΚ2 ανέφερε ότι αυτοί κανονικά ανανεώνονται αυτόματα στη λήξη τους εκτός αν ο πελάτης δώσει άλλες οδηγίες τουλάχιστο τρεις μέρες προηγουμένως αν και είναι στη διακριτική ευχέρεια της Τράπεζας να δεχτεί μικρότερη προειδοποίηση. Αν τέτοιο γραμμάτιο δεν ανανεωθεί ως γραμμάτιο, τότε ανανεώνεται ως ταμιευτήριο με χαμηλότερο τόκο. Με τη λήξη του γραμματίου επομένως, ανέφερε ο ΜΚ2, είτε το γραμμάτιο ανανεώνεται είτε τα λεφτά μεταφέρονται σε άλλο λογαριασμό στο όνομα του πελάτη, αναλόγως των οδηγιών του πελάτη, αν τέτοιες οδηγίες υπάρχουν. Τέλος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι από το πιστοποιητικό του γραμματίου που έληγε την 29/6/11 (Τ.20) και την απόδειξη κλεισίματος του (Τ.24) προκύπτει ότι τα χρήματα μεταφέρθηκαν από ένα λογαριασμό του παραπονούμενου σε άλλο λογαριασμό του ιδίου. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για τον παραπονούμενο, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους κατηγορούμενους υπέβαλε εισήγηση ότι δεν απεδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Σύμφωνα με τον συνήγορο καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε που να καταδεικνύει οποιαδήποτε ψευδή παράσταση από μέρους των κατηγορουμένων προς τον παραπονούμενο ή οποιαδήποτε άλλη δόλια συμπεριφορά, ως τους καταλογίζεται στο κατηγορητήριο. Αντίθετα, υποστήριξε ο συνήγορος, όλη η μαρτυρία δείχνει μια συνηθισμένη και καθημερινή τραπεζική λειτουργία και σε καμία περίπτωση δεν αποκαλύπτει τη διάπραξη από τους κατηγορούμενους των αδικημάτων που ισχυρίζεται ο παραπονούμενος. Εκείνο μάλιστα που προκύπτει από την μαρτυρία του ίδιου του παραπονούμενου, υποστήριξε ο συνήγορος, είναι ότι, όχι μόνο ουδείς εκ των κατηγορουμένων τον ξεγέλασε ή τον εξαπάτησε αλλά ότι ο ίδιος γνώριζε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο που και πως επένδυε τα χρήματα του με το κίνητρο του να είναι η εξασφάλιση της πιο συμφέρουσας γι' αυτόν επένδυσης. Με δεδομένο ότι ο παραπονούμενος, για όσο καιρό η επένδυση του απέδιδε ως οι προσδοκίες του, κανένα παράπονο είχε από τους κατηγορούμενους, η υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, υποστήριξε ο συνήγορος, θα πρέπει να απορριφθεί από αυτό το στάδιο. Σε κάθε περίπτωση, εισηγήθηκε ο συνήγορος, τα όσα προέβαλε ο παραπονούμενος, συνιστούν αστικής φύσεως διαφορές και όχι ποινικά αδικήματα όπως άλλωστε φαίνεται και από τις «θεραπείες» που ο παραπονούμενος «αξιώνει». Στην αντίπερα όχθη, ο παραπονούμενος υπεραμύνθηκε της υπόθεσης του υποστηρίζοντας ότι οι παραβάσεις των Νόμων και Κανονισμών του ΧΑΚ, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Κεντρικής Τράπεζας αλλά και της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας αποδείχθηκαν να είναι διάχυτες στη συμπεριφορά των κατηγορουμένων. Εξέτασα με προσοχή της εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως και των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Οι εν λόγω αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να της επαναλάβω. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατιας ν Στεφανου Χριστοδουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του 1962. Σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές η απαλλαγή του κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, ή β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Το πρώτο σκέλος αφορά τα εξωτερικά γνωρίσματα του αδικήματος, δηλαδή τα συστατικά του στοιχεία ενώ το δεύτερο αφορά την ποιότητα της προσκομισθείσας μαρτυρίας, αντικειμενικά πάντα κρινόμενης. Ως έχει επίσης νομολογηθεί, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία δικαιολογείται μόνο αν έχει παρουσιαστεί από πλευράς της κατηγορούσας αρχής, αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence), τέτοιας φύσης, που στην απουσία ικανοποιητικής εξήγησης από πλευράς κατηγορουμένου, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας. Άλλωστε ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία για να υπερασπίσει τον εαυτό του και όχι για να καλύψει ή να συμπληρώσει τα κενά ή τις ατέλειες της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, (βλ. σχ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ 82 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ
  1. Με γνώμονα τα πιο πάνω, διεξήλθα το μαρτυρικό υλικό, έχοντας κατά νου συνέχεια το κατηγορητήριο και παρατηρώ τα εξής. Οι αναφορές και ισχυρισμοί του παραπονούμενου περί παραβάσεων από τους κατηγορούμενους των Νόμων και Κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ΧΑΚ, της Κεντρικής Τράπεζας και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δεν έχουν σχέση με τα καταλογιζόμενα αδικήματα αφού οι υπό εξέταση κατηγορίες εδράζονται αποκλειστικά σε παραβάσεις συγκεκριμένων προνοιών του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Ως εκ τούτου στο βαθμό που η μαρτυρία του παραπονούμενου καταλογίζει στους κατηγορούμενους πράξεις ή παραλείψεις στη βάση νομοθετημάτων άλλων από αυτών που συνιστούν το υπό εξέταση κατηγορητηρίο, αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για να κληθούν οι κατηγορούμενοι να προβάλουν υπεράσπιση στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Η πρώτη και δεύτερη κατηγορία είναι σχεδόν πανομοιότυπες. Η μόνη διαφορά τους έγκειται στη νομική τους βάση με την πρώτη κατηγορία να εδράζεται επί του αρ. 297 Κεφ.154 και τη δεύτερη κατηγορία στα αρ.297 και 298 Κεφ.
  3. Με δεδομένο ότι το αρ.297 δεν δημιουργεί οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα αλλά είναι καθαρά ερμηνευτικό άρθρο στο οποίο παρατίθεται απλά ο ορισμός του τι συνιστά «ψευδή παράσταση», στο βαθμό που η πρώτη κατηγορία εδράζεται αποκλειστικά επί του εν λόγω άρθρου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποκαλύπτει οποιοδήποτε αδίκημα για το οποίο να μπορούν να κληθούν οι κατηγορούμενοι να προβάλουν υπεράσπιση. Συνεπώς οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν και να απαλλαχθούν από την πρώτη κατηγορία. Στρέφομαι τώρα στη δεύτερη κατηγορία η οποία αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των αρ.297 και 298 του Κεφ.
  4. Το άρθρο 297 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: " Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή ". Το δε άρθρο 298 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: "
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων." Το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγραμμα RUSSEL ON CRIME τόμος 2, είναι άκρως κατατοπιστικό. Το παραθέτω σε μετάφραση από την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Δημοκρατία ν Αντρέα Θ. Σοφοκλέους και Ευθυμίας Σοφοκλέους, Αρ. Υποθ. 3070/08, 27 Μαίου 2009.: «Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου ″ψευδής παράσταση″ παραπέμπομε στον τόμο 2 RUSSEL ON CRIME σ.σ. 1171 - 1184 όπου με αναφορά σε μία πληθώρα από αποφάσεις γίνεται εκτενής πάνω στο θέμα αυτό συζήτηση της οποίας τα κύρια σημεία τα οποία είναι απαραίτητα για τη διάπραξη του αδικήματος μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: (Η μετάφραση είναι του Δικαστηρίου). «Για να εμπίπτει η υπόθεση στα πλαίσια του Νόμου θα πρέπει να υπάρχει ψευδής παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν εμπίπτει στα πλαίσια του Νόμου. ..... Χρειάζεται προσεκτική διατύπωση του κατηγορητηρίου ώστε να διατυπωθούν τα γεγονότα της ισχυριζόμενης παράστασης, γεγονότα που αφορούν το παρόν ή το παρελθόν κατά το χρόνο της παράστασης. ...... Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση με βάση τον Ποινικό Κώδικα. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση (false pretence). ...... Ψευδής παράσταση συνίσταται σε ψευδή παράσταση με λόγια ή γραπτώς ή με συμπεριφορά ότι κάποιο γεγονός υπάρχει ή υπήρχε. ....... Υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση να τηρηθεί, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Όχι μόνο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει προβεί σε δήλωση για την οποία δεν πιστεύει ότι είναι αληθής αλλά επιπρόσθετα η δήλωση θα πρέπει να είναι στην πραγματικότητα ψευδής. ...... Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι όταν ο κατηγορούμενος (prisoner) προέβη στην ψευδή παράσταση, είχε πρόθεση με την εν λόγω ψευδή παράσταση να αποσπάσει τα εμπορεύματα, αντικείμενο του κατηγορητηρίου ......∙ ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η ψευδής παράσταση, εφόσον αυτή λειτουργεί ώστε να πείσει τον ιδιοκτήτη να μεταβιβάσει το περιουσιακό στοιχείο στον παραβάτη (to transfer the property in the goods of the offender .) Η Διωκτική Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι τα αντικείμενα αποσπάσθησαν συνεπεία των ψευδών παραστάσεων που εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Όπου πρόσωπο προβαίνει σε παραστάσεις γεγονότος τις οποίες γνωρίζει ότι είναι αναληθείς με σκοπό να πείσει τρίτα άτομα να του καταθέσουν χρήματα τα οποία ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν θα κατέθεταν αν δεν πίστευαν ότι οι δηλώσεις του είναι αληθείς και όπου το πρόσωπο αυτό πρόθεση έχει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά για διαφορετικό σκοπό από το σκοπό που ο ίδιος γνωρίζει ότι οι καταθέτες αντιλήφθησαν από τη δήλωση του ότι θα τα χρησιμοποιήσει, τότε έχουμε πρόθεση εξαπάτησης παρόλο που δυνατό να προτίθεται να δώσει πίσω τα χρήματα, αν έχει τέτοια δυνατότητα και παρόλο που δυνατό γνήσια να πιστεύει, και ακόμα να έχει καλό λόγο να πιστεύει ότι θα είναι σε θέση να τα δώσει πίσω. Η πρόθεση εξαπάτησης είναι αναγκαίο συστατικό για το αδίκημα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις περιουσιακού στοιχείου (chattel), χρημάτων ή αξιόγραφου αν και σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπου αποσπώνται χρήματα με ψευδείς παραστάσεις υπάρχει εκ πρώτης όψεως πρόθεση εξαπάτησης». [″To bring the case within the statute, there must be a false pretence that a fact exists or did exist. A promise or a pretence to do some act in the future is not within the statute . The indictment must be carefully worded so as to state the facts of the alleged prentence, such facts on the face of the allegation relating to the present or the past at the time when the pretence was made . A statement of intention about future conduct, whether or not it is a statement of existing fact, is not such a statement as would amount to a false pretence at criminal law. And a promise as to future conduct not intended to be kept is not by itself a sufficient false pretence . A false prentence means a false representation by words, writing or conduct that some fact exists or exists or existed, and that a promise as to future conduct not intended to be kept is not by itself a false pretence . Not only must the defendant have made a statement which he does not believe to be true, but in addition the statement must really by untrue . It must be proved that when the prisoner made the false pretence he intended thereby to obtain the goods which form the subject of the indictment . It does not make any difference when the false pretence is made so long as it operates to induce the owner to transfer the property in the goods of the offender . It is necessary for the prosecution to establish that it was by some of the false pretences laid in the indictment that the goods were obtained. If a man makes statements of fact which he knows to be untrue, and makes them for the purpose of inducing persons to deposit with him money which he knows they would not deposit but for their belief in the truth of his statements, and if he intends to use the money thus obtained for purposes different from those for which he knows the depositors understand from his statement that he intends to use them-then . we have the intent to defraud, although he may intend to repay the money if he can, and although he may honestly believe, and may even have good reason to believe, that he will be able to repay it. The intent to defraud is an essential ingredient in the crime of obtaining a chattel, money or valuable security by false pretences, though it may, in many cases, be inferred from the circumstances of the particular case. Where money is obtained by pretences that are false there is prima facie an intent to defraud″].» (Για τα πιο πάνω βλ. επίσης Archbold 35th ed. Σελ. 758-780, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Στην υπόθεση Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στο ακόλουθο απόσπασμα από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 που αφορά το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης: ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." (έμφαση δική μου) (Βλ. επίσης Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και R. V. Williams
(1836)7 C. AND P. Σελ. 354) Στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας, αυτό που αποδίδεται στους κατηγορούμενους ως «ψευδής παράσταση» είναι ότι δεν ανανέωσαν το γραμμάτιο του παραπονούμενου και ότι τον «έκαναν» επενδυτή αξιογράφων. Αδυνατώ να εντοπίσω στις λεπτομέρειες αδικήματος, ποια είναι η ψευδής παράσταση γεγονότος που οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι προέβηκαν προς τον παραπονούμενο και δη με πρόθεση καταδολίευσης του ή ποιο είναι ακριβώς το ποινικό αδίκημα που τους καταλογίζεται. Άλλωστε όπως ο ίδιος ο παραπονούμενος ανέφερε, εκείνο που είχε αντιληφθεί ήταν ότι επρόκειτο περί μιας συμφωνίας με την κατηγορούμενη 1 στη βάση της οποίας θα εισέπραττε τόκο 7% επί της επένδυσης του όπως και έγινε τουλάχιστο στα αρχικά στάδια της συμφωνίας. Η μη εκπλήρωση των συμφωνηθέντων σε μεταγενέστερο στάδιο είναι που, ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, έθεσε τη βάση για το παράπονο του. Αυτό επιμαρτυρούν και οι «θεραπείες» που ζητά με την παρούσα υπόθεση. Η ισχυριζόμενη παράλειψη τήρησης της, οποιασδήποτε συμβατικής υποχρέωσης για πληρωμή τόκου στο μέλλον, δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη, αφού για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα θα πρέπει να αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι προέβηκαν σε κάποια ψευδή παράσταση, αναφορικά με παρόν ή παρελθόν γεγονός, το ψευδές της οποίας γνώριζαν κατά το χρόνο της παράστασης και πάντα με σκοπό να καταδολιεύσουν τον παραπονούμενο. Το αν η εν λόγω συμπεριφορά των κατηγορουμένων δύναται να αποτελέσει αντικείμενο αστικής αγωγής δεν είναι θέμα που θα εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Τέλος δεν θα πρέπει να αγνοηθεί και το ότι για το αδίκημα του αρ.298 Κεφ.154 απαιτείται όπως αποδειχθεί η «απόκτηση» των αγαθών ή των χρημάτων από τους συγκεκριμένους κατηγορούμενους ως τους αποδίδεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. (Βλ.σχ. The Attorney-General of The Republic v Kyriacos Christodoulou Kyprianou
(1988)2 C.L.R. 209). Στη βάση των ανωτέρω δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων σε σχέση με την δεύτερη κατηγορία και επομένως αυτοί θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαχθούν και στην κατηγορία αυτή. Η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της απάτης κατά παράβαση του αρ.300 Κεφ. 154 οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως εξής:. « Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Σοφοκλέους του Κακουργοδικείου Λεμεσού, ανωτέρω, τυγχάνει πλήρους εφαρμόγής και στην παρούσα περίπτωση. Το παραθέτω αυτούσιο: « Οι σχετικές με το πιο πάνω αδίκημα είναι οι πρόνοιες του άρθρου 300 του Κεφ. 154 Σύμφωνα με τiς εν λόγω πρόνοιες, όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα (α) αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή (β) .............. είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Είναι προφανές ότι στις εν λόγω πρόνοιες εμπεριέχεται το στοιχείο της πρόθεσης του αδικοπραγούντα να εξαπατήσει το θύμα του. Κοντολογίς, ο δόλος συνιστά απαραίτητο συστατικό στοιχείο του συγκεκριμένου αδικήματος. Εκείνο που προκύπτει από τη νομολογία, είναι πως ο όρος «δολίως» (fraudulently), σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως», δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. (Βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ σελ. 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας και Suphire Securities v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 238/07 και 239/07, ημερ. 15.7.2008, της οποίες η έννοια του δόλου εξετάστηκε στα πλαίσια του αδικήματος της κλοπής). Η πρόθεση για εξαπάτηση δεν εξαντλείται στην οικονομική ζημιά ή απώλεια. Εάν κάποιος μπορεί να βλαφθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τον δόλο, αυτό είναι αρκετό για απόδειξη της πρόθεσης εξαπάτησης. (Ioannou v. Police
(1985)2 CLR 14). Τέλος, αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως η εξαπάτηση προκύπτει σαν πραγματικό γεγονός και ενίοτε μπορεί να σημαίνει τη βλάβη, οικονομική απώλεια και ζημιά κάποιου (Russel on Crime 1422).» Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας, εκείνο που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους ως «απάτη» είναι ουσιαστικά οι ίδιες πράξεις ή παραλείψεις που συνιστούν τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας ήτοι ότι με ψευδείς παραστάσεις ή απάτη δεν ανανέωσαν το γραμμάτιο του και τον «έκαναν» επενδυτή αξιογράφων. Για τους ίδιους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτε στην κατηγορία
  1. Υπενθυμίζω ότι τα χρήματα του παραπονούμενου σύμφωνα με τον ίδιο, μεταφέρθηκαν σε λογαριασμό στο όνομα του και ότι η δική του αντίληψη ως προς τη συμφωνία των μερών ήταν ότι θα λάμβανε τόκους ύψους 7% κάθε τρεις μήνες, κάτι που όντως γινόταν μέχρι που για κάποιο λόγο, ένα χρόνο αργότερα, οι εν λόγω πληρωμές σταμάτησαν. Επαναλαμβάνω ότι τα οποιαδήποτε θέματα τυχόν αστικής ευθύνης των κατηγορουμένων δεν άπτονται της παρούσας διαδικασίας και επομένως δεν θα με απασχολήσουν. Τέλος, προχωρώ να εξετάσω την τέταρτη κατηγορία αυτή της συνομωσίας για καταδολίευση και διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση των αρ. 302 και 372 Κεφ.
  2. Κατ' αρχή σημειώνω ότι το αρ.372 Κεφ.154 αφορά σε συνομωσία για διάπραξη πλημμελήματος ή πράξης που συνιστά πλημμέλημα ενώ το αρ.302 αφορά σε κακούργημα. Η συνύπαρξη επομένως και των δύο άρθρων στη νομική βάση της κατηγορίας, με το ένα να αναιρεί ουσιαστικά το άλλο θα ήταν αρκετή για να οδηγήσει σε απόρριψη της κατηγορίας. Ανεξάρτητα όμως τούτου, εκείνο που από τις λεπτομέρειες της κατηγορίας προκύπτει είναι ότι, αυτό που ουσιαστικά καταλογίζεται στους κατηγορούμενους είναι το αδίκημα της συνομωσίας με το παράπονο του παραπονούμενου να είναι το ίδιο με τις προηγούμενες κατηγορίες. Θα προχωρήσω επομένως να εξετάσω αν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση στη βάση συνομωσίας. Στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 λέχθηκαν τα εξής: «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328, O' Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28-4. Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373.» Οπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα απαραίτητη προϋπόθεση και συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος είναι η σύναψη συμφωνίας. Απλή γνώση ή ακόμα συζήτηση του σχεδίου δεν είναι από μόνη της αρκετή για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της συνωμοσίας. , (Βλ. Kenny's Outlines of Criminal Law, 19η έκδοση, παρ. 448-449 και Mulcany v. R.
(1868)L.R. 306). Στην παρούσα υπόθεση, πέραν των όσων έχω αναφέρει ανωτέρω σε σχέση με την απουσία στοιχείων ποινικής καταδολίευσης του παραπονούμενου από οποιωνδήποτε των κατηγορουμένων, δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε στη μαρτυρία που να παραπέμπει σε σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των κατηγορουμένων 1,7 και 8 για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ως τους καταλογίζεται και δη συνομωσίας εναντίον του παραπονούμενου. Η οποιαδήποτε υπαλληλική σχέση των κατηγορουμένων 7 και 8 με την κατηγορούμενη 1 δεν συνεπάγεται αυτόματα και συμφωνία μεταξύ τους και μάλιστα σε βαθμό που να την ανάγει σε συνομωσία για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Κρίνω ότι ούτε και για την τέταρτη κατηγορία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων σε καμία κατηγορία. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1, 7 και 8 αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, το θέμα άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (αρ.169 Κεφ.155). Από τα πρακτικά του Δικαστηρίου παρατηρώ, ότι, από της καταχώρησης της υπόθεσης και εντεύθεν, ο παραπονούμενος ήταν έτοιμος σε κάθε σχεδόν εμφάνιση να προωθήσει την υπόθεση του πλην όμως η υπόθεση αναβάλλετο για λόγους που αφορούσαν, τις πλείστες φορές, τους κατηγορούμενους 1, 7 και 8 και συγκεκριμένα το καθεστώς της εκπροσώπησης τους (σχετική η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27 Μαίου 2015). Έχοντας κατά νου ότι το θέμα εκπροσώπησης των κατηγορουμένων επιλύθηκε τελικά στις 30/10/15, ημερομηνία κατά την οποία ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία και ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο προβάλλοντας κοινή υπεράσπιση, θεωρώ δίκαιο όπως εναντίον του παραπονούμενου και προς όφελος των κατηγορουμένων 1, 7 και 8 επιδικασθεί μόνο ένα σετ εξόδων το οποίο περιορίζεται στα έξοδα της ακροαματικής διαδικασίας, ήτοι από την 30/10/15 μέχρι και σήμερα. Τέλος και προτού αφήσω την απόφαση μου, θεωρώ ορθό όπως σχολιάσω το εξής. Στην παρούσα υπόθεση, ο παραπονούμενος, αν και αποτάθηκε στις αρχές της πολιτείας, οι οποίες ανταποκρίθηκαν στις καταγγελίες του, εντούτοις αυτός έκρινε ότι η στάση τους δεν τον ικανοποιούσε με αποτέλεσμα να επιλέξει να προχωρήσει μόνος του την υπόθεση και μάλιστα χωρίς οποιαδήποτε νομική εκπροσώπηση. Και αυτό τη στιγμή που θεωρεί τον εαυτό του ως άτομο χαμηλού επιπέδου μόρφωσης. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να αποταθεί σε ποινικό Δικαστήριο για να ζητήσει αστικές θεραπείες, χρησιμοποιώντας μάλιστα και όρους της αστικής διαδικασίας, όπως «κλίμακα», «αγωγή», «απαίτηση», «διευθέτηση» και «διακανονισμό» και αυτό παρά τις αλλεπάλληλες επισημάνσεις τόσο του Δικαστηρίου όσο και των ίδιων των αντιδίκων του ότι ακόμη και με επιτυχή κατάληξη της υπόθεσης οι αιτούμενες θεραπείες δεν θα μπορούσαν να αποδοθούν. Θεωρώ περιττό να αναφέρω οτιδήποτε άλλο πέραν του να παραθέσω αυτούσιο το πρόσφατο σχόλιο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Κυριάκου Ανδρέου, Ποινική Έφεση Αρ. 84/2015, 3/2/2016, το οποίο αν και αφορούσε άλλο αδίκημα εντούτοις τυγχάνει θεωρώ εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση: «Όλο και πιο συχνά διαπιστώνουμε ότι για σοβαρά αδικήματα πολίτες αναλαμβάνουν την ιδιωτική δίωξη των ενόχων, ενώ η πολιτεία απουσιάζει, χωρίς να υπάρχει εμφανής εξήγηση. Αδικήματα όπως αυτά που αντιμετωπίζει εδώ ο Εφεσίβλητος είναι πολύ σοβαρά, εφόσον επηρεάζουν την ασφάλεια των συναλλαγών του τόπου και κατά την ταπεινή μας άποψη η πολιτεία θα πρέπει να έχει η ίδια τον έλεγχο της διαδικασίας.» (Υπ). ............... Λ. Πασχαλίδης Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Ψευδείς Παραστάσεις - Άπατη-Αξιόγραφα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.