Έφορος Φορολογίας ν. ZENIOS ZENIOS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 27113/14, 23/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B32 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΔΗΜΗΤΡΊΟΥ - ΠΑΝΑΓΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27113/14 Μεταξύ: Έφορος Φορολογίας -v-
- ZENIOS ZENIOS LTD, απο την Λεμεσό
- ΣΑΒΒΑΣ ΖΕΝΙΟΥ, απο την Λεμεσό ------------- Ημερομηνία: 23/02/2016 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Χατζηγιάννη Για Κατηγορούμενη 1: καμία εμφάνιση Για Κατηγορούμενη 2: κα. Π. Κυριακίδου Κατηγορούμενος 2 παρών ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στις 25 κατηγορίες που αμφότεροι αντιμετωπίζουν δυνάμει του παρόντος κατηγορητηρίου. Σημειώνω ότι οι κατηγορίες 26 - 32 (αμφότερες περιλαμβανομένες) που αρχικά περιλαμβάνονταν στο κατηγορητήριο αποσύρθηκαν και απορρίφθηκαν σε προηγούμενο στάδιο συνεπώς οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάγησαν και αθωώθηκαν στις κατηγορίες αυτές. Όλες οι κατηγορίες 1 - 25 (συμπεριλαμβανομένων) αφορούν αδικήματα παράλειψης καταβολής οφειλόμενου φόρου κατά παράβαση των άρθρων 46
(14), 46
(11), 49
(2), 49
(8), 48 και 57 του Περί Φόρου Προστιθέμενης αξίας Νόμου του 2000 και των σχετικών επ' αυτού κανονισμών, αδικήματα παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α που φαίνεται στην φορολογική δήλωση ως καταβλητέος κατά παράβαση των άρθρων 46
(14), 46
(9), 20
(1)και 48 της ίδιας με ανωτέρω νομοθεσίας, και αδικήματα παράλειψης καταβολής πρόσθετου φόρου και τόκου κατά παράβαση των άρθρων 46(10Α), 46
(11), 46
(14), 49
(8), 20
(1), 57 και 48 του ίδιου νόμου. Τα αδικήματα αφορούν διάφορες περιόδου εντός των ετών 2010, 2011, 2012, 2013 και
- Σε αυτό το σημείο να αναφέρω ότι την κατηγορούμενη 1, αρχικά εκρποσωπούσε η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου 2 όμως μετά που αυτή τέθηκε σε εκκαθάριση και αφού λήφθηκε η σχετική άδεια αρμόδιου Δικαστηρίου, για συνέχιση της διαδικασίας εναντίον της και αφού επιδόθηκε στον Επίσημο Παραλήπτη εκ νέου το κατηγορητήριο, ουδείς εμφανίστηκε για αυτήν. Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό σήμερα αναφορικά με όλες τις κατηγορίες ανέρχεται στις €231.117,21σ ποσό για το οποίο ζήτησε και την έκδοση σχετικών διαταγμάτων είσπραξης εναντίον της 1ης κατηγορούμενης δυνάμει του άρθρου 46 της σχετικής νομοθεσίας. Σε σχέση με το ποσό αυτό ανέφερε ότι ουδεμία πληρωμή έχει γίνει ενώ αναφέρθηκε και σε μια προηγούμενη καταδίκη εναντίον αμφότερων των κατηγορούμενων, στην Ποινική υπόθεση με αρ. 30663/10 στα πλαίσια της οποίας οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν στις 8/6/2014 η μεν 1η κατηγορούμενη σε πρόστιμο ύψους €19.650,00= ο δε 2ος κατηγορούμενος σε 6μηνη ποινή φυλάκισης. Τα κατηγορητήριο της προηγηθείσας υπόθεσης αφορούσε φορολογικά αδικήματα του ίδιου νόμου αναφορικά με τις περιόδους 1/11/2005 - 30/4/2007 και της περιόδου της 1/8/2009 - 31/10/
- Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου 2 σε μια εμπερειστατωμένη αγόρευση χωρίς να αμφισβητήσει επί τους ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθησαν από την κατηγορούσα αρχή ανάφερε τα κάτωθι: - Αναφορικά με την προηγούμενη καταδίκη του 2ου κατηγορούμενου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 μετά την επιβολή της ποινής του, μεταφέρθηκε στις Κεντρικές φυλακές όπου εξέτισε 4 εκ των 6 μηνών καθότι μετά απο αίτημα του προς τον Γενικό Εισαγγελέα αποφυλακίστηκε σε 4 μήνες. Για την ίδια υπόθεση ο πατέρας του καταδικάστηκε σε 6μηνη επίσης ποινή φυλάκισης, η εκτέλεση της οποίας αναστάληκε. Σύμφωνα με την κα. Κυριακίδου το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψην του κατά την επιβολή ποινής ότι κατά το στάδιο που επιβλήθηκε ποινή στον κατηγορούμενο 2 στην προηγηθείσα υπόθεση, ήτοι στις 8/6/2014, θα μπορούσαν να προστεθούν επί εκείνου του κατηγορητηρίου οι κατηγορίες που αφορούν το παρών το οποίο καταχωρήθηκε σημειώνω στις 23/10/2014 ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να αντιμετώπιζε μια και ενιαία ποινή. Η πορεία αυτή κατά την κα. Κυριακίδου ενδεχομένως να οδηγήσει στο να αντιμετωπίσει ο κατηγορούμενος 2 μια υπέρμετρα επαχθή ποινή. - Κατά 2ο λόγο η επιβολή ποινής φυλάκισης στην παρούσα υπόθεση θα οδηγήσει στην ενεργοποίηση της 2μηνης ποινής φυλάκισης που απέμεινε ως μη εκτιθείσα απο την προηγούμενη ποινή καθότι ο κατηγορούμενος 2 αποφυλακίστηκε στους 4 μήνες με όρο να μην διαπράξει η καταδικαστεί για άλλο αδίκημα. - Περαιτέρω η κα. Κυριακίδου αναφέρθηκε στην μη συμμόρφωση του κατηγορούμενου απο την μια αλλά κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι απο το έτος 2008 μέχρι και τον Απρίλιο του 2012 ο κατηγορούμενος 2 κατέβαλε στο αρμόδιο για τον Φ.Π.Α τμήμα συνολικά ποσό ύψους €1.112,087,00σ ποσό εκ του οποίου οι €304.092,00σ αποτελούν τόκους και προστίματα που επιβάλλονται απο το τμήμα. Τα ποσά δε αυτά που καταβλήθηκαν, πληρώθηκαν απο τον κατηγορούμενο 2 προσωπικά με εκποίηση προσωπικής του περιουσίας, κινητής και ακίνητης. - Η μη καταβολή των οφειλομένων ποσών οφείλεται σε αντικειμενική οικονομική αδυναμία η οποία προκλήθηκε απο την μια λόγω της οικονομικής κρίσης και απο την άλλη καθότι το τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων με αίτηση διέλυσε την κατηγορούμενη 1 εταιρεία με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος 2 μετά την αποφυλάκιση του να παραμείνει άνεργος χωρίς εισοδήματα η κάποια επιδόματα. - Ο κατηγορούμενος 2 δεν απεκόμισε απο την μη καταβολή κανένα οικονομικό όφελος. Η κατηγορούμενη 1 εισέπραξε αυτά τα ποσά τα οποία κατατέθηκαν σε τραπεζιτικό της λογαριασμό η λειτουργία του οποίου αναστάληκε απο την Τράπεζα με την οποία συνεργαζόταν με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αναληφθεί οιοδήποτε ποσό ακόμη και για πληρωμή αυτών των υποχρεώσεων. Σήμερα ο κατηγορούμενος 2 είναι αφερέγγυος και δεν δύναται να ασκήσει οιασδήποτε μορφής επιχειρηματική δραστηριότητα. - Αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες, οι οποίες σημειώνω διαφαίνονται και στην έκεθση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε, φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι παντρεμένος, πατέρας μιας μαθήτριας. Τα έξοδα φοίτησης της κόρης του καταβάλλονται από οικογένεια και φίλους. Τα μοναδικά τους εισοδήματα ως οικογένεια απορρέουν απο τον μισθό της συζύγου του ο οποίος ανέρχεται σε ποσό περί τα €1.600=. Ο κατηγορούμενος 2 προέρχεται απο μια κοινωνικά γνωστή οικογένεια, οικονομικά εύρωστη και με την επιβολή της προηγηθείσας ποινής φυλάκισης έχει απωλέσει τόσο την κοινωνική του θέση καθότι έχει διασυρθεί που για αυτόν συνιστά και την μεγαλύτερη τιμωρία. Το δε παρών κατηγορητήριο καταχωρήθηκε πριν την αποφυλάκιση του. - Η κα. Κυριακίδου ζήτησε όπως το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής προχωρήσει σε εξατομίκευση της λαμβάνοντας υπόψη και τους σκοπούς που έχει η επιβολή ποινής. Σύμφωνα με την ευπαίδευτη συνήγορο η ποινή φυλάκισης δεν είναι η κατάλληλη και η αρμόζουσα για τον κατηγορούμενο
- Ο κατηγορούμενος 2 ήδη οφείλει στο κράτος το ποσό που αναφέρθηκε ενώ με τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στις Κεντρικές Φυλακές και σύμφωνα με επίσημες έρευνες ο κατγορούμενος θα στοιχίζει στο κράτος καθημερινά ποσό περί τα €150=. Η κα. Κυριακίδου κάλεσε το Δικαστήριο όπως διευρύνει τους ορίζοντες στο ζήτημα της επιβολής ποινής ιδιαίτερα σε αυτές τις κρίσιμες συνθήκες της οικονομικής κρίσης και να εξετάσει τις επιλογές που πλεόν υπάρχουν αναφορικά με τα είδη ποινών. Εισηγήθηκε συγκεκριμένα την επιβολή ποινής προστίμου και την έκδοση διατάγματος κοινοτικής εργασίας. Καταχώρησε δε και σχετικό άρθρο του ευπαίδευτου δικηγόρου κου. Ηλία Στεφάνου το οποίο έχει ως θέμα τα εναλλακτικά ή ενδιάμεσα είδη ποινών. Ακόμα και σε περίπτωση επιβολή αμφότερων των ποινών ήτοι προστίμου και φυλάκισης και με παραπομπή σε σχετική νομολογία εισηγήθηκε αναστολή της ποινής φυλάκισης. Σύμφωνα με την κα. Κυριακίδου ο κατηγορούμενος 2 έχει ήδη τιμωρηθεί ενώ εάν του δοθεί μια 2η ευκαιρία θα μπορέσει να εργαστεί για να εξοφλήσει το χρηματικό πρόστιμο αλλά και να παραμείνει ενεργός πολίτης τόσο κοινωνικά όσο και σε επίπεδο ανθρώπινου εργατικού δυναμικού. - Τέλος η κα. Κυριακίδου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψην του την παραδοχή και απολογία του κατηγορούμενου 2 και να επιβάλει πραγματική δικαιοσύνη. Σημείωσε δε ότι ακόμα και την υστάτη ο κατηγορούμενος 2 ζήτησε όπως ποσά που θα επιστρέφονταν από το ΦΠΑ σε άλλη του εταιρεία να συμψηφιστούν με τα οφειλόμενα στην παρούσα ποσά αλλά λόγω διάλυσης της εταιρείας αυτό δεν μπορούσε να λάβει χώρα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων αμφότεροι οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν έχοχοι είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή και οι δυο ποινές. Για τα δε αδικήματα που αφορούν την μη καταβολή πρόσθετου φόρου και τόκων η προβλεπόμενη απο το Νόμο ποινή είναι η χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού. Η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επηρεάζει το ύψος είσπραξης δημοσίου χρήματος και κατ' επέκταση επηρεάζει κατά τρόπο αρνητικό το ύψος των δημοσίων εσόδων, ιδιαίτερα στην σημερινή εποχή όπου η οικονομική κρίση που μαστίζει ολόκληρη την κοινωνία έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό και την οικονομική άλλωτε ευρωστία του Κράτους. Παράλληλα, η διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων εμποδίζει το κράτος από του να ασκεί ελεύθερα και απρόσκοπτα την οικονομική και κοινωνική πολιτική του κατά τρόπο ωφέλιμο προς τους πολίτες του και μάλιστα σήμερα που η ανάγκη της κοινωνίας για συμπαράσταση απο το Κράτος κατέστη πιο επιτακτική απο ποτέ. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα. Ενδεικτικά παραπέμπω στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ 262. Τα πιο κάτω αποσπάσματα από την απόφαση είναι ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή, πάντα σε σχέση φυσικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε υπόθεσης, αποτρεπτικών ποινών: ″Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποιν. Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96)″. Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ 85, αναφέρθηκε ότι: ″......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος .............................. Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας″. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν δύναται να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν την θέση των κατηγορουμένων 1 και 2: α) Την σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. β) Το ύψος του οφειλόμενου ποσού συνολικά αναφορικά με όλες τις κατηγορίες και το οποίο μέχρι σήμερα ανέρχεται στις €231.117,21σ. γ) Την μη συμμορφωαση των κατηγορουμένων μέχρι και σήμερα και την μη πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. δ) Την μια προηγούμενη καταδίκη των κατηγορουμένων 1 και 2 για της ίδιας φύσης αδικήματα. Προς όφελος της κατηγορούμενης 1 λαμβάνω υπόψη μου την άμεση παραδοχή της. Προς όφελος του κατηγορουμένου 2 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: α) Την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. β) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 2, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από την ευπαίδευτη συνήγορο υπεράσπισης αλλά και περιέχονται μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία έχει ετοιμαστεί. Ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι πατέρας 1 ανήλικου τέκνου. γ) Το γεγονός ότι αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα τα οποία οδήγησαν στην διάλυση της εταιρείας του με αποτέλεσμα αυτός να μην μπορεί πλέον να ασκεί οιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα. δ) Τις προσπάθειες που καταβάλλει ο ίδιος για καταβολή μέρους των οφειλομένων ποσών ακόμα και με εκποίηση προσωπικών του στοιχείων. Παρά το ότι μέχρι και σήμερα στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καταβληθεί κανένα ποσό λαμβάνω υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος 2 για την επίδικη και αλλά και προηγούμενη περίοδο του κατηγορητηρίου κατέβαλε στο σχετικό τμήμα ποσά πέραν του €1.000.000= εκ του οποίου το 1/3 περίπου κάλυψε τόκους και επιβαρύνσεις. Γενικά λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί και τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο
- Περαιτέρω, ως μετριαστικός παράγοντας λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι εκτός από την επιβολή ποινής στην κατηγορούμενη 1, το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει διάταγμα εναντίον της ίδιας για πληρωμή του ποσού ως το πρόσωπο που είναι ο χρεώστης απέναντι στον Έφορο ΦΠΑ. Από την άλλη το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει πως ο κατηγορούμενος 2 ως ο τότε διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης με τις παραλείψεις του αλλά και γενικότερα με τη στάση και συμπεριφορά που επέδειξε, το ταμείο του κράτους στερήθηκε ένα πολύ μεγάλο ποσό εσόδων το οποίο του ανήκει που αν υπήρχε θα μπορούσε να διατεθεί προς όφελος των Κυπρίων πολιτών. Αντίθετα, με τις παραλείψεις του ο κατηγορούμενος προκάλεσε ζημιά στην Κυπριακή Δημοκρατία, σε βαθμό ίσο με το ύψος του μεγάλου οφειλόμενου ποσού, που βέβαια μόνο αρνητικό αποτέλεσμα μπορεί να επιφέρει στην κυπριακή οικονομία και στην κοινωνία γενικότερα. Παρόλο που οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω, και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Οφείλω να αναφέρω όμως ότι τα όσα η κα. Κυριακίδου ανέφερε σε σχέση με τις εναλλακτικές ποινές που δύναται να επιβληθούν με έχουν προβληματίσει σε μεγάλο βαθμό. Αναντίλεκτα η σοβαρότητα κάθε αδικήματος έχει διακυμάνσεις πόσο μάλλον στην σημερινή εποχή, όπου άνθρωποι χωρίς οιαδήποτε προηγούμενη παραβατική ποινική συμπεριφορά αλλά αντίθετα πρόσωπα που διατηρούσαν ακόμα και σημαντική κοινωνική θέση, καταλήγουν στις φυλακές ενόψει φορολογικών και/ή άλλων αδικημάτων που σχετίζονται με την μη καταβολή των υποχρεώσεων τους κυρίως προς το Κράτος. Από την μια τα Δικαστήρια συμφωνώ οφείλουν να προχωρούν σε εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του κάθε παραβάτη ξεχωριστά αλλά απο την άλλη θα πρέπει να αποδεικνύουν και το αυτονόητο, ήτοι ότι απρόσκοπτα τα Δικαστήρια απονέμουν δικαιοσύνη χωρίς διακρίσεις. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ο οποίος βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη και ποινή φυλάκισης έχει ήδη στιγματιστεί κοινωνικά έχοντας πρότερο έντιμο και κοινωνικό βίο δεν δύναται να αποτελέσει σκόπελο στην επιβολή προς αυτόν της αρμόζουσας ποινής. Η αποδοχή της θέσης αυτής θα οδηγούσε κρίνω στην κατηγοριοποίηση των πολιτών όσον αφορά την απονομή της δικαιοσύνης, θέση και κατάληξη αντίθετη με την ίση μεταχείριση όλων των πολιτών ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσης και οικονομικής κατάστασης. Περαιτέρω και σε σχέση με την εισήγηση ότι η φυλάκιση του κατηγορούμενου 2 θα δημιουργούσε περαιτέρω έξοδα στο κράτος, οφείλω να αναφέρω ότι η ενδεχόμενη έλλειψη δομών στα σωφρονιστικά μας ιδρύματα δεν είναι λόγος αποφυγής επιβολής ποινής φυλάκισης αλλά αντίθετα αποτελεί έργο έξω απο την εξουσία του Δικαστηρίου, ήτοι αυτά τα ζητήματα θα πρέπει να αντιμετωπισοτύν απο την πολιτεία. Τα Δικαστήρια διατηρώντας και σεβόμενα την διάκριση των εξουσιών οφείλουν να μην παρεμβαίνουν σε ζητήματα που δεν άπτονται της δικής τους εξουσίας, παρά την επιθυμία τους τα σωφρονιστικά ιδρύματα να λειτουργούν σύμφωνα με τα ορθά πρότυπα. Αυτό άλλωστε θα εξυπηρετούσε στον μέγιστο βαθμό και στην επίτευξη των στόχων της επιβολής μιας ποινής φυλάκισης. Συνεκτιμώντας τώρα και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη 1 είναι αυτή της χρηματικής ενώ στον κατηγορούμενο 2 είναι η αναπόφευκτα αυτή της ποινής φυλάκισης. Η οποιαδήποτε άλλη ποινή κρίνω ότι δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της επιβαλλόμενης ποινής με αναφορά και στην απαραίτητη αποτρεπτικότητα που θα πρέπει να περιβάλλει αυτήν. Η επιβολή ποινών είτε χρηματικών είτε με την μορφή έκδοσης διατάγματος παροχής κοινοτικής εργασίας, ως η εισήγηση της ευπαιδεύτης συνηγόρου, κρίνω ότι θα οδηγούσε στην ακόμα μεγαλύτερη έξαρση των αδικημάτων αυτής της φύσης. Θα έδιδε περαιτέρω, λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας. Προτού επιβάλω την ποινή στον κατηγορούμενο 2 οφείλω όμως να αναφέρω τα κάτωθι: Αρχικά σε σχέση με το κατά πόσο τα αδικήματα του παρόντος κατηγορητηρίου ια μπορούσαν να περιληφθούν στο προηγούμενο κατηγορητήριο. Να αναφέρω ότι κατά το στάδιο επιβολής ποινής η παρούσα υπόθεση δεν ήταν καταχωρημένη γεγονός που με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν θα μπορούσαν τα γεγονότα αυτής να ληφθούν υπόψη στην προηγούμενη. Το κατά πόσο η διάπραξη τω αδικημάτων διερευνείτο σε εκείνο το στάδιο δεν θεωρώ ότι έχει οιαδήποτε σημασία καθότι εκείνο που σύμφωνα με την νομολογία δύναται να ληφθεί υπόψη είναι σε περίπτωση που κατά την επιμέτρηση της ποινής σε μια υπόθεση θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και γεγονότα υπόθεσης που εκκρεμούσε ταυτόχρονα και δεν ακούσθηκαν. Ενώπιον μου τα γεγονότα είναι πλήρως διαφοροποιημένα απο την δυνατότητα αυτή. Περαιτέρω σε σχέση με την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου 2 και συγκεκριμένα σε σχέση με την ενεργοποίηση των 2 μηνών φυλάκισης που εκκρεμούν απο την ποινή αυτή. Σχετική με το ζήτημα αυτό αποτελεί η πολύ πρόσφατη απόφαση στην ποινική έφεση με αρ. 194/15, Λοίζου Πετρίδη εναντίον Αστυνομίας, ημερ.27/01/
- Στην απόφαση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμποντας και σε παλαιότερη νομολογία ήτοι την Σωτηριάδου ν. Αστυνομίας
(2009)2ΑΑΔ, 556, επανέλαβε ότι «...τόσο η Υπεράσπιση όσο και η Κατηγορούσα Αρχή - κυρίως η κατηγορούσα Αρχή- έχουν καθήκον να αναφέρουν στο εκδικάζον Δικαστήριο τα γεγονότα που σχετίζονται με την ανασταλείσα ποινή για να ληφθούν υπόψη κατά την επιβολή νέας ποινής, ώστε το σύνολο επιβληθείσα και ενεργοποιηθείσας ποινής να μην είναι υπερβολικό». Έχω δώσει σε αμφότερες τις πλευρές την δυνατότητα να αναφέρουν λεπτομέρειες για την ανασταλείσα ποινή μετά που το ζήτημα αυτό εγέρθηκε απο την συνήγορο του κατηγορούμενου
- Πράγματι αποτελεί κοινά παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 εξέτισε 4 μήνες ποινής φυλάκισης απο τους επιβληθέντες 6 ενώ αποφυλακίστηκε με όρο να μην καταδικαστεί για νέο αδίκημα. Οι 2 αυτοί μήνες θα ενεργοποιηθούν και με βάση αυτό το γεγονός αποδέχομαι την εισήγηση της κας. Κυριακίδου και συμφωνώ ότι θα πρέπει σε οιαδήποτε ποινή επιβάλω να προσμετρηθεί και η ανασταλθείσα ούτως ώστε η συνολικά επιβληθείσα ποινή να μην είναι υπερβολική ή υπέρμετρα επαχθής για τον κατηγορούμενο
- Καταληκτικά επιβάλλω στην κατηγορούμενη 1 τις κάτωθι χρηματικές ποινές: - Χρηματική ποινή ύψους €1200= στην 1η κατηγορία - Χρηματική ποινή ύψους €750 στην 2η κατηγορία - Χρηματική ποινή ύψους €1500= στην 3η κατηγορία - Χρηματική ποινή ύψους €2.500= στην 4η κατηγορία - Χρηματική ποινή ύψους €2.000= στην 5η κατηγορία - Χρηματική ποινή ύψους €1300= στην 6η κατηγορία - Χρηματική ποινή ύψους €1600 στην 7η κατηγορία - Χρηματική ποιή ύψους €800 στην 8η κατηγορία - Χρηματική ποινή ύψους €450 στην 9η κατηγορία - Χρηματική ποινή ύψους €200 στην 10η κατηγορία - Χρηματική ποινή ύψους €400 στην 11η κατηγορία - Χρηματική ποινή ύψους €130 στην 12η κατηγορία - Χρηματική ποινή ύψους €200= στην 13η κατηγορία - Χρηματική ποινή ύψους €200= στην 14η κατηγορία - Χρηματική ποινή ύψους €100 στην 15η κατηγορία - Χρηματική ποινή ύψους €100= στην 16η κατηγορία - Χρηματική ποινή ύψους €2.000= συνολικά αναφορικά με τις κατηγορίες 17η μέχρι και 25η οι οποίες αφορούν πρόσθετο φόρο και τόκους. Στον κατηγορούμενο 2 επιβάλλω ποινή φυλάκισης 6 μηνών στην πρώτη κατηγορία και καμία ποινή στις υπόλοιπες λαμβάνοντας υπόψη μου την συνολικότητα της ποινής και ιδιαίτερα το γεγονός ότι προς καθορισμό της ποινής έλαβα υπόψη το συνολικά οφειλόμενο ποσό συμποσούμενο απο όλες τις κατηγορίες 1η μέχρι και 25η συμπεριλαμβανομένων. Περαιτέρω στον καθορισμό της ποινής προσμετρήθηκε ότι εναντίον του κατηγορούμενου 2 θα ενεργοποιηθούν και οι 2 μήνες που παραμένουν απο την προηγούμενη ποινή ως ανωτέρω ανέφερα αλλά κυριότερα λαμβάνεται υπόψη το ανώτατο όριο ποινής που σύμφωνα με την νομοθεσία είναι οι 12 μήνες. Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων εκδίδεται διάταγμα εναντίον της κατηγορουμένης 1 για καταβολή των πιο κάτω ποσών:
- €10.530,00σ από βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 10/12/2012 πλέον όμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως.
- €2.466,00σ απο βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 16/7/2013 πλέον νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως.
- €21.223,03σ για την περίοδο 1/11/2010 - 31/1/2011 πλέον νόμιμο τόκο απο 10/3/2011 μέχρι εξοφλήσεως.
- €44.093,99σ για την περίοδο 1/02/2011 - 30/4/2011 πλέον νόμιμο τόκο απο 10/6/2011 μέχρι εξοφλήσεως.
- €41.044,08σ για την περίοδο 1/5/2011 - 31/7/2011 πλέον νόμιμο τόκο απο 10/9/2011 μέχρι εξοφλήσεως.
- €19.628,41σ για την περίοδο 1/8/2011 - 31/10/2011 πλέον νόμιμο τόκο απο 10/12/2011 μέχρι εξοφλήσεως.
- €26.256,96σ για την περίοδο 1/11/2011 - 31/1/2012 πλέον νόμιμο τόκο απο 10/3/2012 μέχρι εξοφλήσεως.
- €9.384,89σ για την περίοδο 1/02/2012 - 30/4/2012 πλέον νόμιμο τόκο απο 10/6/2012 μέχρι εξοφλήσεως.
- €4.846,70σ για την περίοδο 1/05/2012 - 31/07/2012 πλέον νόμιμο τόκο απο 10/9/2012 μέχρι εξοφλήσεως.
- €2.251,35σ για την περίοδο 1/08/2012 - 31/10/2012 πλέον νόμιμο τόκο απο 10/12/2012 μέχρι εξοφλήσεως.
- €9.384,89σ για την περίοδο 1/02/2012 - 30/4/2012 πλέον νόμιμο τόκο απο 10/6/2012 μέχρι εξοφλήσεως.
- €1641,77σ για την περίοδο 1/02/2013 - 30/4/2013 πλέον νόμιμο τόκο απο 10/6/2013 μέχρι εξοφλήσεως.
- €2.623,29σ για την περίοδο 1/05/2013 - 31/7/2013 πλέον νόμιμο τόκο απο 10/9/2013 μέχρι εξοφλήσεως.
- €2.404,05σ για την περίοδο 1/08/2013 - 31/10/2013 πλέον νόμιμο τόκο απο 10/12/2013 μέχρι εξοφλήσεως.
- €846,86σ για την περίοδο 1/11/2013 - 31/1/2014 πλέον νόμιμο τόκο απο 10/3/2014 μέχρι εξοφλήσεως.
- €1.526,28σ για την περίοδο 1/02/2014 - 30/4/2014 πλέον νόμιμο τόκο απο 10/6/2014 μέχρι εξοφλήσεως.
- €4.224,17σ από βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 10/12/2012
- €2.261,00σ από βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 16/09/2013
- €5.423,45 για την περίοδο 1/11/10 - 31/1/2011
- €11.856,45σ για την περίοδο 1/2/2011 - 30/4/2011
- €10.358,31σ για την περίοδο 1/5/2011 - 31/7/2011
- €4.651,16σ για την περίοδο 1/8/2011 - 31/10/2011
- €5.977,09σ για την περίοδο 1/11/2012 - 31/1/2012
- €2.007,29σ για την περίοδο 1/2/2012 - 30/4/2012
- €969,97σ για την περίοδο 1/5/2012 - 31/7/
- Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή στον κατηγορούμενο 2 θα εξετάσω τώρα εάν η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του κατηγορουμένου 2 ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλέπε Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών, οικογενειακών και οικονομικών συνθηκών του κατηγορούμενου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Η έκτιση της ποινής του κατηγορουμένου 2 θα αρχίζει απο τις 16/02/2016 ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε υπό κράτηση. (Υπ.). .................................. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο