Δημοκρατία ν. Στυλιανού Παπανικολάου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7327/15, 18/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2016:8 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7327/15 Δημοκρατία ν.
- Στυλιανού Παπανικολάου
- Γιώργου Ζωδιάτη
- Στέλιου Καλλή Κατηγορουμένων -------------------- Ημερομηνία: 18.2.2016 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης Για τον κατηγορούμενο 2: κα Μ. Νεοφύτου Για τον κατηγορούμενο 3: κ. Α. Δημητρίου με κα Χ. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση αφορά τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της κατοχής, της κατοχής με σκοπό την προμήθεια και της προμήθειας μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, συγκεκριμένα 95 κιλών και 699,2 γραμμαρίων κοκαΐνης με ποσοστό καθαρότητας 20,47%. Η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να καταθέσει ψηφιακούς δίσκους που προβάλλουν κάποια πλάνα που είχαν ληφθεί από κλειστά κυκλώματα ιδιωτικών επιχειρήσεων. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε ότι δεν προτίθετο να καλέσει το Δικαστήριο να προβεί σε εύρημα ότι κάποιο πρόσωπο που φαινόταν στα οπτικά πλάνα ήταν ο κατηγορούμενος 3, αλλά θα προσπαθούσε να αποδείξει, ενόψει και άλλης μαρτυρίας που θα προσκόμιζε σε κατοπινό στάδιο, ότι στα πλάνα απεικονίζετo το όχημα ΜΕΡ 412 και ότι κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο το πιο πάνω όχημα οδηγείτο από τον κατηγορούμενο
- Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι στους πιο πάνω ψηφιακούς δίσκους με διακριτικά ΓΜ1/ΜΓ3 και ΓΜ2/ΜΓ4 υπάρχουν αποθηκευμένα οπτικά πλάνα που είχαν καταγραφεί από δύο κάμερες του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης που είναι εγκατεστημένες στο υποστατικό με την επωνυμία «Atlas Bank» που βρίσκεται στην οδό Προμαχών Ελευθερίας αρ. 19 στον Άγιο Αθανάσιο Λεμεσού. Τα οπτικά πλάνα καταγράφηκαν την 27.3.15 από τις κάμερες που έφεραν την ονομασία, «pedestrian entrance view, main entrance view και parking basement garage entrance». Στο ψηφιακό δίσκο με διακριτικά ΓΜ5/ΜΓ7 υπάρχουν αποθηκευμένα οπτικά πλάνα που είχαν καταγραφεί από τρεις κάμερες του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης που είναι εγκατεστημένο στο πιο πάνω υποστατικό. Τα οπτικά πλάνα καταγράφηκαν την 27.3.15 από τις κάμερες που έφεραν την ονομασία, «pedestrian entrance view, main entrance view και parking basement garage entrance». Ο κατηγορούμενος 3, δια του συνηγόρου του, έφερε ένσταση στην κατάθεση των πιο πάνω ψηφιακών δίσκων. Ο κ. Δημητρίου ισχυρίσθηκε ότι η κατάθεση των ψηφιακών δίσκων συνιστά παραβίαση των προνοιών του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Νόμου 138(Ι)/01, ως έχει τροποποιηθεί και του Άρθρου 15 του Συντάγματος εφόσον στο μαρτυρικό υλικό που επιχειρείται να κατατεθεί φαίνεται κάποιο όχημα που με βάση τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής οδηγείτο από τον ίδιο. Το οπτικό πεδίο της κάμερας που έλαβε τα πλάνα δεν περιορίσθηκε στον ελάχιστο βαθμό αλλά επεκτάθηκε ανεπίτρεπτα και σε δημόσιο δρόμο. Πέραν τούτου η χρήση του συγκεκριμένου υλικού από την Αστυνομία ήταν παράνομη. Ο κ. Αριστείδης απορρίπτει την πιο πάνω θέση ως επίσης και τη θέση ότι έχουν επηρεασθεί με οποιονδήποτε τρόπο τα συνταγματικά δικαιώματα του κατηγορουμένου
- Εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν νομιμοποιείται να εγείρει την υπό κρίση ένσταση καθότι αυτός δεν παραδέχεται ότι στα επίδικα οπτικά πλάνα απεικονίζεται ο ίδιος. Το Δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για να διευκρινισθούν τα αμφισβητούμενα γεγονότα που αφορούν το οπτικό πεδίο που κάλυπταν οι κάμερες. Στα πλαίσια της πιο πάνω διαδικασίας κατατέθηκαν παραδεκτά γεγονότα και κλήθηκε να καταθέσει εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ο Γιώργος Γεωργίου. Η Υπεράσπιση δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Συνοψίζουμε τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν φωτογραφίες οι οποίες λήφθηκαν από τα βίντεο που περιέχονται στους εν λόγω ψηφιακούς δίσκους. Πρόκειται για τα τεκμήρια 4, 5Α, 5Β, 6 και
- Οι φωτογραφίες απεικονίζουν διαφόρους χώρους περιμετρικά του υποστατικού όπου στεγαζόταν η ATLAS BANK. Σε όλες τις φωτογραφίες διακρίνεται ένα μαύρο αυτοκίνητο τύπου σαλούν. Να σημειωθεί ότι η φωτογραφία τεκμήριο 6 αποτελεί μεγέθυνση της φωτογραφίας τεκμήριο 5Β. Κατατέθηκαν επίσης, εκ συμφώνου, η επιστολή της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα που θα αναφέρεται μετά ως «η Επίτροπος», ημερομηνίας 28.1.2016, με την οποία βεβαιώνεται ότι η εταιρεία ATLAS CAPITAL FINANCIAL SERVICES υπέβαλε την εκ του νόμου προβλεπομένη γνωστοποίηση σύστασης και λειτουργίας κλειστού κυκλώματος βιντεοπαρακολούθησης. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η ATLAS CAPITAL FINANCIAL SERVICES είναι ιδιοκτήτρια του υποστατικού που στεγάζεται η ATLAS BANK. Κατατέθηκε επίσης και η γνωστοποίηση σύστασης και λειτουργίας αρχείου έναρξης επεξεργασίας κλειστών κυκλωμάτων βιντεοπαρακολούθησης, ημερομηνίας 20.1.
- Σύμφωνα με την πιο πάνω γνωστοποίηση ο σκοπός της λειτουργίας και επεξεργασίας των κλειστών κυκλωμάτων βιντεοπαρακολούθησης ήταν η ασφάλεια. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην παράγραφο (γ) «safety and security reasons. CCTV will help record any acts of mindless vandalism or burglaries». Ο μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη εντός δίκης, Γιώργος Γεωργίου, είναι ο Διευθυντής και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας KRYPTO SECURITY. Ήταν ο «surveyor» ήτοι εκείνος που είχε συμβουλεύσει την εταιρεία ATLAS CAPITAL FINANCIAL SERVICES σε σχέση με τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για την προστασία του υποστατικού όπου στεγαζόταν η ATLAS BANK. Ανάμεσα στα μέτρα που εισηγήθηκε ήταν και η τοποθέτηση κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης. Η εταιρεία του, KRYPTO SECURITY, ήταν αυτή που στη συνέχεια ανέλαβε και την τοποθέτηση του πιο πάνω κυκλώματος. Η τοποθέτηση κλειστού κυκλώματος βιντεοπαρακολούθησης κρίθηκε αναγκαία για την ασφάλεια του υποστατικού καθότι στο ισόγειο θα λειτουργούσε κατάστημα που θα πρόσφερε τραπεζικές υπηρεσίες. Το σύστημα κάλυπτε το κτίριο περιμετρικά, με κλειστού κυκλώματος τηλεόραση. Πρόσβαση στα δεδομένα που επεξεργάζονταν μέσω των κλειστών κυκλωμάτων βιντεοπαρακολούθησης είχε μόνο μέλος της διευθυντικής ομάδας της εταιρείας. Στο κτίριο τοποθετήθηκαν κάμερες «ευκρίνειας» 2 megapixel, στη «διάθεση» τους είχαν τότε κάμερες πολύ μεγαλύτερης «ευκρίνειας», μέχρι και 16 megapixel, κρίθηκε όμως ότι η κάμερα των 2 megapixel ήταν ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις. Σκοπός των κάμερων ήταν η κάλυψη απόστασης τριών περίπου μέτρων, περιμετρικά του κτιρίου. Η ευκρίνεια των κάμερων που επιλέχθηκαν ήταν ικανοποιητική για την αναγνώριση οποιουδήποτε προσώπου που θα βρισκόταν μέσα στον εξωτερικό χώρο του συγκεκριμένου υποστατικού. Υπήρχε μεγάλη ευκρίνεια των οπτικών πλάνων σε σχέση με τον χώρο περιμετρικά του κτιρίου, όχι όμως σε σχέση με τον δρόμο και τον ορίζοντα καθότι οι κάμερες που χρησιμοποιήθηκαν ήταν πολύ μικρής «ευκρίνειας». Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «E. Γιατί καλύψατε και τον δρόμο; (Δείχνει τον πλακόστρωτο δρόμο και το σύνορο) A. Αναπόφευκτα στον ορίζοντα φαίνεται και ο δρόμος, δεν μπορώ... αναπόφευκτα στον ορίζοντα φαίνεται και ένα πλοίο κάτω φαίνεται ο ορίζοντας, αλλά αν στα στοιχεία αυτά επιχειρήσετε ψηφιακή μεγέθυνση θα δείτε ότι δεν υπάρχει αναγνώριση, γι' αυτό αν ο πελάτης ήθελε να έχει αναγνώριση και στον ορίζοντα, τότε θα ήμουν πολύ ευτυχής γιατί θα πουλούσαμε μια κάμερα των 8 megapixel ή των
- E. Η ανάλυση στον δρόμο είναι η ίδια όπως την ανάλυση στο πεζοδρόμιο; A. Όχι, γιατί ουσιαστικά στον ορίζοντα το πλάτος μεγαλώνει και όσο μεγαλώνει το πλάτος της σκηνής τόσο μειώνεται η ευκρίνεια». Οι κάμερες με βάση την πρακτική που ακολουθείτο τοποθετούνταν με κλίση μικρότερη των 23 μοιρών «ώστε οριζόντια να βλέπουν τον ύποπτο και όχι πάνω προς τα κάτω». Οι κάμερες δεν είχαν τη δυνατότητα να περιστρέφονται. Υποδείχθηκαν στο μάρτυρα οι φωτογραφίες 5Α και 5Β και ρωτήθηκε γιατί οι φωτογραφίες αυτές κάλυπταν και το δρόμο και δεν περιορίζονταν στον εξωτερικό χώρο του υποστατικού όπου στεγαζόταν η ATLAS BANK. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι συγκεκριμένες κάμερες διέθεταν ενσωματωμένο φακό, μεταξύ 3 και 9 mm. Στο σημείο που ήταν τοποθετημένες οι κάμερες ήταν εστιασμένες στο μέγιστο βάθος των 9 mm. Το «επιθυμητό» αυτής της κάμερας ήταν να δώσει στοιχεία των προσώπων που εισέρχονταν στην τράπεζα. Για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός αναπόφευκτα η κάμερα θα έπρεπε να καλύψει και μέρος του ορίζοντα και έδωσε ως παράδειγμα, προς υποστήριξη της θέσης του, την περίπτωση ενός ατόμου που εισέρχεται στην τράπεζα. Για να φαίνεται το άτομο αυτό ολόκληρο αναπόφευκτα η κάμερα έπρεπε να καλύπτει και μέρος του δρόμου και του ορίζοντα. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «E. Γιατί καλύπτει και τον δρόμο; A. Αν βάλετε έναν άνθρωπο να σταθεί εδώ, να δείτε ότι η κεφαλή του πάει μέχρι το πεζοδρόμιο το απέναντι. Αν ένας άνθρωπος σταθεί στην είσοδο εδώ (δείχνει την είσοδο την πλακόστρωτη είσοδο του κτιρίου), η αναλογία του παίρνει σχεδόν ολόκληρο τον δρόμο, άρα είναι το βάθος πίσω από τον άνθρωπο. E. Η κάμερα πόσα megapixel έχει; A. 2». Σε κάποιο άλλο στάδιο της κατάθεσής του ανέφερε τα πιο κάτω, σε συνέχεια της πιο πάνω θέσης του: «E. Το επιθυμητό όπως έχετε πει είναι να φαίνεται αυτό το πλακόστρωτο, ο χώρος του πελάτη όπως τον έχετε περιγράψει. A. Ναι, αλλά να πω ότι στις περιπτώσεις όπου ο πελάτης αυτός είναι ο επιθυμητός χώρος για τον πελάτη, αλλά εγώ αν σταθμεύσω στο πεζοδρόμιο του πελάτη και σημαδεύω με όπλο τον πελάτη που είναι στον χώρο, τότε ο πελάτης έχει έννομο συμφέρον να πει, να δείξει και τον άνθρωπο ο οποίος είναι στο πεζοδρόμιο για την ασφάλεια και του απειλεί την ασφάλεια του. Γι' αυτό κάποιες κάμερες βλέπουν και λίγο την περίμετρο. E. Τι είναι νόμιμο τι δεν είναι θα αποφασίσει το Δικαστήριο. A. Βεβαίως». Αντεξεταζόμενος επί του ιδίου θέματος ανέφερε ότι αν η κάμερα δεν κάλυπτε μέρος του δρόμου και του ορίζοντα τότε σε περίπτωση που κάποιος στεκόταν στην αρχή του πλακόστρωτου χώρου του επιδίκου υποστατικού η κάμερα δεν θα τον κάλυπτε. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρατηρούμε ότι η μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας ήταν στην ουσία τεχνικής φύσεως και δεν έχει αντικρουσθεί. Η μαρτυρία του ήταν θετική και εμπεριστατωμένη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Ήταν η θέση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, ως αναφέρουμε και πιο πάνω ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν νομιμοποιείται να εγείρει τη συγκεκριμένη ένσταση. Στην ουσία εκείνο που εισηγείται ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος 3 απεικονίζεται στα πλάνα καθότι υπάρχει μαρτυρία που τον συνδέει με το όχημα, δεν δύναται όμως να φέρει ένσταση στο αίτημα για κατάθεση των ψηφιακών δίσκων, εκτός αν δηλώσει ρητώς και ευθαρσώς ότι στα πλάνα απεικονίζεται ο ίδιος. Η θέση αυτή δεν μας βρίσκει σύμφωνους καθότι αποδοχή τέτοιας εισήγησης θα ισοδυναμούσε με παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου της μη αυτοενοχοποίησης[1] και θα αντίστρεφε το βάρος της απόδειξης. Η Κατηγορούσα Αρχή είναι αυτή που έχει το βάρος της απόδειξης της ενοχής ενός κατηγορούμενου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας πριν και κατά τη δίκη και συνεχίζει να ισχύει μέχρι το τέλος μιας έφεσης εναντίον καταδίκης[2]. Από τη στιγμή που η Κατηγορούσα Αρχή επιχειρεί να παρουσιάσει τους ψηφιακούς δίσκους για να καταδείξει ότι κατά το συγκεκριμένο χρόνο και τόπο ο κατηγορούμενος 3 οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα, μαρτυρία που είναι σχετική με την ενοχή του κατηγορουμένου, κρίνουμε ότι ο κατηγορούμενος 3 έχει έννομο συμφέρον να εγείρει ένσταση ως προς την αποδεκτότητα τους. Προχωρούμε στη συνέχεια να εξετάσουμε κατά πόσο με την κατάθεση των συγκεκριμένων ψηφιακών δίσκων παραβιάζονται τα συνταγματικά και νομικά δικαιώματα του κατηγορουμένου
- Το Άρθρο 15 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Παραθέτουμε το εν λόγω άρθρο αυτούσιο για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «
- Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνει σεβασμού.
- Δεν χωρεί επέμβασις κατά την άσκησιν του δικαιώματος τούτου, ειμή τοιαύτη οία θα ήτο σύμφωνος προς τον νόμο και αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον». Το Άρθρο 15 του Συντάγματος αντιστοιχεί, εν μέρει στη διάταξη του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που θα αναφέρεται μετά απλώς ως η 'Ευρωπαϊκή Σύμβαση'. Επισημαίνουμε ότι το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης αναφέρει δύο πρόσθετους λόγους, την πρόληψη ποινικών παραβάσεων και την οικονομική ευημερία της χώρας. Όπως φαίνεται από τις πρόνοιες του Συντάγματος το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής ενός προσώπου δεν είναι απόλυτο. Είναι δυνατό να τεθούν περιορισμοί στο πιο πάνω δικαίωμα όταν τούτοι είναι αναγκαίοι για συγκεκριμένους σκοπούς. Οι περιορισμοί αυτοί μπορούν να τεθούν μόνο διά νόμου. Η διακήρυξη του απαραβίαστου της ιδιωτικής ζωής αναφέρεται στο δικαίωμα κάθε ανθρώπου να διατηρεί ένα πυρήνα στη ζωή του, στον οποίον κυριαρχεί αυτός μόνος και στον οποίο δεν μπορεί να διεισδύσει το κράτος: πιο συγκεκριμένα, η διακήρυξη του απαραβίαστου σημαίνει την απαγόρευση της δημοσιοποιήσεως των πληροφοριών που αφορούν τον πυρήνα αυτόν της ιδιωτικής του ζωής[3]. Η προστασία προσωπικών δεδομένων δεν εξαντλείται στην προστασία του απαραβίαστου της ιδιωτικής ζωής και στο δικαίωμα του ατόμου να παραμένει μόνος του (right to be alone) αλλά αποτελεί και εκδήλωση του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας προϋποθέτει το δικαίωμα του πολίτη να αποφασίζει ελεύθερα για τις πράξεις και παραλείψεις του. Όρος της ελευθερίας του πολίτη είναι ακόμα το δικαίωμα του να αποφασίζει και να συγκαθορίζει πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις είναι δυνατή η επεξεργασία των πληροφοριών που αφορούν το πρόσωπο του. Το δικαίωμα αυτό χαρακτηρίζεται ως το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των πληροφοριών ή του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού[4]. Τα προβλήματα που προέκυψαν από την τεχνολογική εξέλιξη στη σύγχρονη εποχή κατέστησαν αναγκαία τη θέσπιση ειδικών προστατευτικών κανόνων για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων. Κορμός της προστασίας των προσωπικών δεδομένων στη χώρα μας είναι ο περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Νόμος 138(Ι)/
- Σκοπός του πιο πάνω Νόμου, που θα αναφέρεται μετά ως ο 'Νόμος' είναι η οριοθέτηση της συνταγματικά ανεκτής επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ο πιο πάνω Νόμος ψηφίστηκε με σκοπό την εναρμόνιση του Κυπριακού Δικαίου με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 95/46/ΕΚ. Σύμφωνα με την πιο πάνω Οδηγία και συγκεκριμένα το άρθρο 10, στόχος των Εθνικών Νομοθεσιών όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι η διασφάλιση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής, όπως επίσης αναγνωρίζεται στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης καθώς και στις γενικές αρχές του Κοινοτικού Δικαίου ότι, για το λόγο αυτό, η προσέγγιση των εν λόγω Νομοθεσιών δεν πρέπει να οδηγήσει στην εξασθένιση της προστασίας που εξασφαλίζουν αλλά, αντιθέτως, πρέπει να έχει ως στόχο την κατοχύρωση υψηλού επιπέδου προστασίας στην κοινότητα. Το άρθρο 4 του Νόμου περιέχει τις βασικές αρχές που διέπουν το θέμα της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων. Η επεξεργασία των πρέπει να πληροί τις πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Υφίσταται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία (β) συλλέγονται για προσδιορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και δεν υφίστανται μεταγενέστερη επεξεργασία ασυμβίβαστη με τους σκοπούς αυτούς (γ) είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από ότι κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας (δ) είναι ακριβή και εφόσον χρειάζεται υποβάλλονται σε ενημέρωση. Η Επίτροπος ασκώντας τις αρμοδιότητες που τις δίδει ο Νόμος και συγκεκριμένα το άρθρο 23 εξέδωσε Οδηγία ως προς την ενιαία εφαρμογή που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Το πρώτο θέμα που θα μας απασχολήσει είναι κατά πόσο η μαρτυρία που επιχειρεί η Κατηγορούσα Αρχή να προσκομίσει αφορά τα προσωπικά δεδομένα του κατηγορουμένου
- Ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι με την κατάθεση των επιδίκων ψηφιακών δίσκων δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα κάποιου ανθρώπου, στη συγκεκριμένη περίπτωση του κατηγορουμένου 3 αλλά κάποιου αντικειμένου. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σημαίνει κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε υποκείμενο των δεδομένων που βρίσκεται εν ζωή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί κοινή θέση και των δύο μερών ότι στα πλάνα δεν απεικονίζεται ο κατηγορούμενος 3, απεικονίζεται όμως κάποιο όχημα που σύμφωνα με τη μαρτυρία που κατέχει η Κατηγορούσα Αρχή και προτίθεται να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, οδηγείτο κατά το συγκεκριμένο χρόνο από τον κατηγορούμενο
- Το γεγονός ότι στα πλάνα δεν απεικονίζεται ο ίδιος ο κατηγορούμενος 3 αλλά μόνο κάποιο όχημα, και ότι για να αποδειχθεί ότι το όχημα οδηγείτο από τον κατηγορούμενο 3 είναι αναγκαίο να προσκομισθεί και περαιτέρω μαρτυρία, δεν θέτει τις εν λόγω πληροφορίες εκτός της προστασίας που παρέχεται από το Νόμο. Σχετικό είναι το άρθρο 26 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ που προβλέπει τα πιο κάτω: «Η προστασία που παρέχεται, πρέπει να εφαρμόζεται σε κάθε πληροφορία που αφορά πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί ότι, για να διαπιστωθεί αν η ταυτότητα ενός προσώπου μπορεί να εξακριβωθεί, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των μέσων που μπορούν ευλόγως να χρησιμοποιηθούν είτε από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας είτε από τρίτο, για να εξακριβωθεί η ταυτότητα του εν λόγω προσώπου.». Καταλήγουμε ότι η μαρτυρία που επιχειρεί να καταθέσει η Κατηγορούσα Αρχή αφορά προσωπικά δεδομένα του κατηγορουμένου 3 και κατ΄ επέκταση επηρεάζει το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής του. Το επόμενο θέμα που θα μας απασχολήσει είναι κατά πόσο η επέμβαση αυτή ήταν σύμφωνη με το Νόμο και ήταν αναγκαία για τους σκοπούς που καταγράφονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 15 του Συντάγματος. Ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι η παράδοση του οπτικογραφημένου υλικού στην Αστυνομία δεν ήταν συμβατή με τον αρχικό σκοπό για τον οποίο έγινε η καταγραφή, ο αρχικός σκοπός της καταγραφής ήταν η ασφάλεια του συγκεκριμένου υποστατικού. Εισηγήθηκε δε περαιτέρω ότι η καταγραφή των πιο πάνω δεδομένων παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας καθότι οι κάμερες κάλυπταν μεγαλύτερη περίμετρο και κατ΄ επέκταση κατέγραφαν περισσότερα δεδομένα από αυτά που ήταν αναγκαία. Επισημαίνουμε ότι οι πιο πάνω εισηγήσεις εδράζονται στο άρθρο 4 του Νόμου και συγκεκριμένα στις υποπαραγράφους (β) και (γ) που παραθέτουμε πιο πάνω. Θα αρχίσουμε από την τελευταία εισήγηση ήτοι ότι η καταγραφή των στοιχείων παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Σύμφωνα με την πιο πάνω αρχή τα υπό επεξεργασία δεδομένα πρέπει να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτούν οι σκοποί της επεξεργασίας. Για τη νομιμότητα της επεξεργασίας απαιτείται αυστηρή σύνδεση του σκοπού της επεξεργασίας με τα υπό επεξεργασία δεδομένα με την έννοια ότι τα χρησιμοποιούμενα δεδομένα πρέπει να είναι αφενός συναφή και πρόσφορα για την επίτευξη του σκοπού της επεξεργασίας, αφετέρου να είναι τα ελάχιστα δυνατά, δηλαδή να μην είναι περισσότερα από όσο κάθε φορά απαιτείται ενόψει πάντα του σκοπού επεξεργασίας. Η Επίτροπος, ως αναφέρουμε και πιο πάνω, έχει εκδώσει Οδηγία που σκοπό έχει να βοηθήσει τους υπευθύνους για τη λειτουργία τέτοιων συστημάτων να κατανοήσουν τις υποχρεώσεις που θέτει ο Νόμος, την πρακτική εφαρμογή του Νόμου και τα όρια που καθορίζει. Στην Οδηγία καλύπτεται και το θέμα της αναλογικότητας. Στην παράγραφο 3 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η κάμερα πρέπει να τοποθετείται με τρόπο που να μπορεί να λαμβάνει εικόνες μόνο του χώρου και των προσώπων που είναι απολύτως απαραίτητο για την εκπλήρωση του προκαθορισμένου σκοπού. Κάμερες που τοποθετούνται έξω από τράπεζες πρέπει να εγκαθίστανται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην καταγράφονται οι περαστικοί ή οι θαμώνες μίας παρακείμενης καφετέριας. Περιστασιακά, μπορεί να είναι αναπόφευκτο οι κάμερες να τοποθετούνται με τέτοιο τρόπο που να καταγράφουν εικόνες εκτός του επιθυμητού πεδίου παρακολούθησης. Σε τέτοια περίπτωση, η καταγραφή θεωρείται αποδεκτή νοουμένου ότι είναι απόλυτα αναγκαία. Στρεφόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης παρατηρούμε ότι η ανάλυση των αισθητήρων των κάμερων που χρησιμοποιήθηκαν ήταν μόνο 2 megapixel, με αποτέλεσμα τα πλάνα που λήφθηκαν να ήταν μικρής ευκρίνειας, ενώ στο εμπόριο τότε διατίθεντο κάμερες μέχρι 16 megapixel. Ο μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε με τρόπο σαφή και εμπεριστατωμένο γιατί ήταν αναγκαία η καταγραφή στα πλάνα μέρος του ορίζοντα, συμπεριλαμβανομένου και του δημοσίου δρόμου. Παραθέτουμε τη μαρτυρία του αναλυτικά πιο πάνω και δεν κρίνουμε σκόπιμο να την επαναλάβουμε, το μόνο που θα θέλαμε να τονίσουμε ήταν τη θέση του, την οποία και δεχόμαστε, ότι η καταγραφή στα πλάνα μέρος του δρόμου ήταν αναπόφευκτη καθότι σε αντίθετη περίπτωση θα ήταν αδύνατη η απεικόνιση ολόκληρης της φιγούρας και δη της κεφαλής, των προσώπων που εισέρχονταν στο χώρο της Atlas Bank. Εξ' ίσου σημαντικό είναι, κατά την άποψη μας, το γεγονός ότι η ευκρίνεια της εικόνας που απεικόνιζε τον ορίζοντα ήταν πολύ πιο μικρή σε σχέση με την ευκρίνεια της εικόνας που απεικόνιζε περιμετρικά το χώρο της Τράπεζας. Σε σχέση με τη δεύτερη εισήγηση της Υπεράσπισης ήτοι την παραβίαση της αρχής της δεσμευτικότητας παρατηρούμε ότι με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 4
(1)(β) του Νόμου τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συλλέγονται για προσδιορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και δεν υφίστανται μεταγενέστερη επεξεργασία ασυμβίβαστη με τους σκοπούς αυτούς. Με αυτήν την πρόνοια περιορίζεται ο κίνδυνος που αφορά την κατάχρηση των προσωπικών δεδομένων, ήτοι τη χρήση τους για σκοπό άλλο από αυτό, για τον οποίο συλλέχθηκαν. Στην ίδια παράγραφο όμως, γίνεται ρητή πρόνοια ότι η μεταγενέστερη επεξεργασία δεδομένων για άλλους σκοπούς συμπεριλαμβανομένης και της δίωξης ποινικών αδικημάτων δεν θεωρείται ασυμβίβαστη με τους σκοπούς για τους οποίους έχουν αρχικά συλλεχθεί τα δεδομένα. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα του Νόμου για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «4.-
(1)Ο υπεύθυνος επεξεργασίας διασφαλίζει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα - (α) ....................... (β) συλλέγονται για προσδιορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και δεν υφίστανται μεταγενέστερη επεξεργασία ασυμβίβαστη με τους σκοπούς αυτούς: .......................... Νοείται έτι περαιτέρω ότι η μεταγενέστερη επεξεργασία δεδομένων για σκοπούς των αναγκών της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της άμυνας της Δημοκρατίας ή της δημόσιας ασφάλειας ή της διερεύνησης, διακρίβωσης και δίωξης ποινικών αδικημάτων δε θεωρείται ασυμβίβαστη με τους σκοπούς για τους οποίους έχουν αρχικά συλλεχθεί τα δεδομένα∙» Η τοποθέτηση των κάμερων στο υποστατικό όπου στεγαζόταν η ATLAS BANK έγινε για συγκεκριμένο σκοπό ήτοι για λόγους ασφαλείας της πιο πάνω τράπεζας. Η παράδοση των επιδίκων δεδομένων στην Αστυνομία ήταν καθ΄ όλα νόμιμη καθότι καλύπτεται από την επιφύλαξη της παραγράφου (β) του Νόμου που παραθέτουμε ανωτέρω. Υπενθυμίζουμε ότι τα στοιχεία είχαν δοθεί στην Αστυνομία στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Καταλήγουμε ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της δεσμευτικότητας. Αποτελεί κατάληξή μας ότι η παρουσίαση των επιδίκων ψηφιακών δίσκων που προβάλλουν τα οπτικά πλάνα που είχαν ληφθεί από τα κλειστά κυκλώματα της ATLAS BANK στο Δικαστήριο δεν συνιστά παραβίαση των Συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου 3 και δεν αντίκειται στις πρόνοιες του Ν.138(Ι)/2001. Η ένσταση του κατηγορουμένου 3 απορρίπτεται. (Υπ.) ............... Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΤ Subject: Criminal/Assize Court/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση - κατάθεση ψηφιακών δίσκων ως τεκμήρια [1] Ψύλλας και Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ
- [2] Nolkenbockhoff v Germany Judgment of 25 August 1987, Series A no.
- [3] Βλέπετε σχετικά Π. Δ. Δαγτόγλου σελ. 325, Σύγγραμμα Ιωάννη Ιγγλεζάκη «Ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα», 2003, σελ.
- [4] Βλέπετε σχετικά Σύγγραμμα Ιωάννη Ιγγλεζάκη «Ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα» 2003, σελ. 50 και 51 και την απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 15.12.83 BVerfGE 65, 1/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο