Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ευθύμιος Ευθυμίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 29212/12, 24/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B34 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 29212/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και
- Ευθύμιος Ευθυμίου
- Phan Thi Tuoi Ημερομηνία: 24.2.
- Για την κατηγορούσα αρχή: κα Παστελλά με κ. Λ. Μάρκου. Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Α. Κληρίδης. Κατηγορούμενος 1 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα ο κατηγορούμενος 1 (στο εξής ο κατηγορούμενος) αντιμετωπίζει κατηγορίες παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (κατηγορία 1), επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 2, 3 και 4), επίθεσης με σκοπό τη ματαίωση της νόμιμης σύλληψης, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Κεφ. 154 (κατηγορία 5) και αντίστασης κατά της νομίμου συλλήψεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Κεφ. 154 (κατηγορία 6). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος, στις 14.11.12 στην Λεμεσό: · Εργοδότησε αλλοδαπή, δηλαδή την πρώην κατηγορούμενη 2, χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια (κατηγορία 1), · Διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Λοχ.4702 Α. Κωνσταντινίδης (κατηγορία 2), στην Γ/Αστ.3570 Γ. Πίτρακκου (κατηγορία 3) και στον Αστ.1786 Π. Παττίχη (κατηγορία 4). · Επιτέθηκε κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως, δηλαδή κατά της Γ/Αστ.3570 Γ. Πίτρακκου και του Αστ.1786 Π. Παττίχης, με σκοπό τη ματαίωση της νομίμου σύλληψης της πρώην κατηγορούμενης 2 για ποινικό αδίκημα (κατηγορία 5). · Επιτέθηκε εναντίον του Λοχ.4702 Α. Κωνσταντινίδη και του Αστ.1786 Π. Παττίχη από τη Λεμεσό, με σκοπό τη ματαίωση της νομίμου συλλήψεως του για ποινικό αδίκημα (κατηγορία 6). Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώην κατηγορούμενης 2, η οποία αντιμετώπιζε κατηγορία διεξαγωγής επαγγέλματος, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (κατηγορία 7), απαλλάχθηκε της εν λόγω κατηγορίας, στις 9.12.15, μετά από καταχώρηση αναστολής ποινικής δίωξης εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, λόγω αδυναμίας εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον της προγενέστερα, λόγω μη εμφάνισης της στο Δικαστήριο. Ως είχε δε ενημερωθεί το Δικαστήριο, η πληροφορία που υπήρχε για αυτήν ήταν ότι είχε φύγει στο εξωτερικό. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 5 μάρτυρες. Περαιτέρω δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών τεκμηρίων 4, 7 και
- Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου, σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε, ως άλλωστε εδικαιούτο, να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και να μην καλέσει μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Α/Αστ.2141 Νικόλας Θεοδοσίου, του Αστυνομικού Σταθμού Αγίου Ιωάννη, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 14.11.12 και μεταξύ των ωρών 17:15 με 18:10, έλαβε στον Αστυνομικού Σταθμού Αγίου Ιωάννη, ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο για την παρούσα (τεκμήριο 2). Δεν έκανε άλλες ενέργειες για την υπόθεση. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Λοχ.4702 Αντώνης Κωνσταντινίδης της Υ.Α.Μ., Κλιμακίου Λεμεσού, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 14.11.14 και περί ώρα 09:45, προς έλεγχο πληροφορίας ότι στο κατάστημα ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΚΕΠΑΠ, το οποίο είναι ενιαίος χώρος µε περίπτερο και βρίσκεται στην οδό Μίλτωνος αρ. 58, εργάζονται παράνοµα αλλοδαπές, ο μάρτυρας µετέβηκε στο µέρος μαζί µε τους Α./Αστ.2253, Α./Αστ75, Αστ.1786 και Γ./Αστ.
- Αφού εντόπισαν το κατάστημα και το έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση αντιλήφθηκαν µια αλλοδαπή, προφανώς ασιατικής καταγωγής, να ασχολείται µε την καθαριότητα του καταστήµατος και συγκεκριµένα να σκουπίζει το πάτωµα µε σκούπα µεταξύ πάγκου και ψησταριάς. Αµέσως πλησίασε την αλλοδαπή η Γ./Αστ. 3570, η οποία αφού αποκάλυψε την ιδιότητα τους, υποδεικνύοντας της την αστυνοµική της ταυτότητα καθότι ήταν όλοι τους µε πολιτική περιβολή, ζήτησε τα στοιχεία της για έλεγχο. Αφού η Γ./Αστ. 3570 διαπίστωσε την ταυτότητα της αλλοδαπής και την συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκηµα της παράνοµης απασχόλησης, στο µέρος εντοπίστηκε και δεύτερη αλλοδαπή, η οποία από εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για την NGUYEN Nga Thi, Βιετναµέζα υπήκοο, σύζυγο του κατηγορούμενου, ιδιοκτήτη του καταστήµατος. Αυτή δεν έκανε οτιδήποτε στο μέρος. Ακολούθως στο µέρος αφίχθηκε ο κατηγορούμενος, ο οποίος ανέφερε στον μάρτυρα ότι είναι σύζυγος της πιο πάνω αλλοδαπής. Ο μάρτυρας ταυτόχρονα υπέδειξε στον κατηγορούμενο την αστυνοµική του ταυτότητα και τον πληροφόρησε για το αδίκηµα το οποίο διέπραττε δηλαδή της παράνοµης εργοδότησης της ήδη συλληφθείσας αλλοδαπής. Ο κατηγορούμενος αµέσως άρχισε να φωνάζει µε τις φράσεις «Εν θα την συλλάβετε τζαι να φύετε που δαµέ» και στην συνέχεια µπήκε µπροστά από την συλληφθείσα αλλοδαπή µε σκοπό να παρεµποδίσει τα µέλη της Αστυνομίας, ως προς την διεκπεραίωση της σύλληψης. Αµέσως ο μάρτυρας του υπέδειξε να αποµακρυνθεί από την αλλοδαπή και του έκανε τις απαραίτητες συστάσεις, αναφέροντας του επίσης όπως πάει το συντομότερο στον Αστυνομικό Σταθµό Αγ. Ιωάννη, ο οποίος θα αναλάµβανε την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος αντί να συµµορφωθεί συνέχισε να φωνάζει µε τις ίδιες φράσεις και ενώ ο μάρτυρας προσπάθησε να βοηθήσει την Γ./Αστ.3570 να οδηγήσει την αλλοδαπή εντός του υπηρεσιακού οχήµατος, το οποίο βρισκόταν σταθµευµένο έξω από το κατάστηµα, ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε βίαια με τα χέρια στο στήθος παρεµποδίζοντας ταυτόχρονα να µετακινήσουν την αλλοδαπή ενώ παράλληλα άρπαξε τα χέρια της Γ./Αστ.3570, η οποία εκείνη την ώρα προσπαθούσε να τοποθετήσει χειροπέδες στην συλληφθείσα, µε αποτέλεσµα να τραυµατίσει την Γ./Αστ.3570 στον δεξί της αντίχειρα. Αµέσως ο μάρτυρας πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα αυτόφωρα αδικήµατα που διέπραττε δηλαδή της παρεµπόδισης για νόµιµη σύλληψη τρίτου προσώπου καθώς και της επίθεσης εναντίον αστυνοµικού κατά την εκτέλεση του νόµιµου καθήκοντος του και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόµο εκείνος απάντησε «Εν θα συλλάβεις κανένα τζαι να φίετε που δαµέ». Ακολούθως η ώρα 10:10 ο μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο για τα πιο πάνω αυτόφωρα αδικήµατα αφού προηγουµένως του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόµο εκείνος απάντησε «Εν θα συλλάβεις κανένα». Στην προσπάθεια του μάρτυρα να τοποθετήσει χειροπέδες στον κατηγορούμενο, αυτός αρνείτο επίµονα να συνεργασθεί, σπρώχνοντας µε τα χέρια του τόσο τον μάρτυρα όσο και τους άλλους συναδέλφους του δηλ. τους Α/Αστ.75 και Αστ.1786, ενώ κλώτσησε µε τα πόδια του την Γ./Αστ.3570, οι οποίοι προσπαθούσαν να βοηθήσουν στο να τον ακινητοποιήσουν. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να αντιδρά έντονα σπρώχνοντας µε τα χέρια αλλά και κτυπώντας µε τα πόδια όλους τους συναδέλφους του μάρτυρα, µε σκοπό να αποφύγει την σύλληψη του και ταυτόχρονα να παρεµποδίσει την µετακίνηση της ήδη συλληφθείσας αλλοδαπής. Αφού έγινε κατορθωτή η τοποθέτηση χειροπεδών στον κατηγορούμενο, αυτός συνέχισε να αντιδρά και να µην συνεργάζεσαι για την µετακίνηση του από το µέρος και φώναζε µεγαλόφωνα προς τον μάρτυρα «Εννα πιάσεις τον βίλλο µου. Εντζαιν ισόβια που να πάω, εννα φκώ τζαι εννα δεις ήντα µπου να πάθεις ρε µαλακισµένε». Ακολούθως µετά πάροδο περίπου 5 λεπτών, ο κατηγορούμενος ηρέµησε και ζήτησε όπως νίψει το πρόσωπο του µε νερό. Με την βοήθεια του Αστ.1786, ο μάρτυρας τον οδήγησε στο αποχωρητήριο του υποστατικού για να το πράξει. Αφού ο κατηγορούμενος ένιψε το πρόσωπο του άρχισε πάλι να αντιδρά, να βρίζει µε τις ίδιες φράσεις τόσο τον μάρτυρα όσο και τον Αστ.1786 και αρνείτο να εξέλθει του αποχωρητηρίου. Στην προσπάθεια των δύο αστυνομικών να τον μετακινήσουν, ο κατηγορούμενος συνέχισε να κτυπά µε τα χέρια του, στα οποία είχαν ήδη τοποθετηθεί χειροπέδες, τον μάρτυρα και στην προσπάθεια του να αποφύγει την µετακίνηση, τους έσπρωξε προς τον τοίχο του αποχωρητηρίου µε αποτέλεσµα ο Αστ.1786 να χτυπήσει σε προεξοχή των κεραµικών και να τραυµατιστεί στο δεξί του χέρι και να τρέχει αίµα από τα δάκτυλα του. Μετά, µε την βοήθεια και του Α./Αστ.2253 κατάφεραν και οδήγησαν τον κατηγορούμενο εντός του υπηρεσιακού οχήµατος και στην συνέχεια αυτός οδηγήθηκε στον Αστυνομικό Σταθµό Αγ. Ιωάννη για την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Κατά την αντίδραση του κατηγορούμενου και κατά τη διάρκεια που γινόταν η διαδικασία σύλληψης του, προκάλεσε στον μάρτυρα τραύματα. Την ίδια ημέρα ο μάρτυρας επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Κατέθεσε ως τεκμήριο 4 το σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό. Περαιτέρω κατά την μαρτυρία του ανέφερε, σε σχέση με την πρόσοψη του επίδικου υποστατικού - σουβλατζίδικου, ότι αριστερά ήταν αυτό και δεξιά συγκοινωνούσε με περίπτερο. Η όλη πρόσοψη καλυπτόταν από υαλοπίνακα που επέτρεπε να βλέπεις εντός. Τόσο η πόρτα του περιπτέρου δεξιά όσο και του σουβλατζίδικου αριστερά ήταν ανοικτές. Αναφορικά με το κατά πόσο ανέφερε στον κατηγορούμενο τον λόγο σύλληψης της αλλοδαπής ανέφερε ότι δεν θυμόταν εάν του είπε ότι εκείνη σκούπιζε αλλά του εξήγησε ότι βρέθηκε να εργάζεται παράνομα εκεί. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η Αστ.4793 Χριστίνα Μακρυγιάννη, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγ. Ιωάννη. Σύμφωνα με αυτήν: Στις 14.11.12 ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Την ίδια ηµέρα και µεταξύ των ωρών 15:40-16:40, µε την βοήθεια της διερµηνέας της Βιετναμέζικης γλώσσας TUI ΤΗΟ DΟ MICHAELIDES, πήρε ανακριτική κατάθεση από την ΡΗΑΝ ΤΗΙ ΤUΟΙ από το Βιετνάµ, ΔΕΑ
- Πέραν από την λήψη της πιο πάνω κατάθεσης δεν έκανε οτιδήποτε άλλο. Δεν είδε ούτε μίλησε με τον κατηγορούμενο. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Αστ.1786 Παντελή Παττίχης, της Υ.Α.Μ., Κλιμακίου Λεμεσού, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Στις 14.11.12 και περί ώρα 09:45, προς έλεγχο πληροφορίας ότι στο κατάστημα ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΚΕΠΑΠ, το οποίο είναι ενιαίος χώρος µε περίπτερο και βρίσκεται στην οδό Μίλτωνος αρ. 58, εργάζονται παράνομα αλλοδαπές, ο μάρτυρας μετέβηκε στο μέρος, µε τους Λοχ.4702, Α./Αστ.2253 και Α./Αστ.
- Αφού εντόπισαν το εν λόγω κατάστημα και το έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση για 10 λεπτά, αντιλήφθηκαν µία αλλοδαπή, προφανώς ασιατικής καταγωγής να ασχολείται µε την καθαριότητα του καταστήµατος και συγκεκριµένα να σκουπίζει το πάτωµα µε σκούπα µεταξύ πάγκου και ψησταριάς. Την πιο πάνω αλλοδαπή πλησίασε αµέσως η Γ/Αστ.3570, η οποία αφού αποκάλυψε την ιδιότητα τους, υποδεικνύοντας της την αστυνοµική της ταυτότητα, ζήτησε τα στοιχεία της για έλεγχο. Αφού διαπίστωσε την ταυτότητα της και την συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκηµα της παράνοµης απασχόλησης, στο µέρος εντοπίστηκε και δεύτερη αλλοδαπή, η οποία από εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για την NGUYEN Nga Thi, Βιετναµέζα υπήκοο, σύζυγο του κατηγορούμενου, ιδιοκτήτη του καταστήµατος. Ακολούθως στο µέρος αφίχθηκε ο κατηγορούμενος. Αφού ο Λοχ.4702 πληροφόρησε αυτόν για το αδίκηµα το οποίο διέπραττε δηλαδή της παράνοµης εργοδότησης της ήδη συλληφθείσας αλλοδαπής, εκείνος αµέσως άρχισε να φωνάζει µε τις φράσεις «Εν θα την συλλάβετε τζαι να φύετε που δαµέ» και στην συνέχεια µπήκε µπροστά από την συλληφθείσα µε σκοπό να παρεµποδίσει τα μέλη της Αστυνομίας στην διεκπεραίωση της σύλληψης. Ο Λοχ.4702 του υπέδειξε να αποµακρυνθεί από την αλλοδαπή και του έκανε τις απαραίτητες συστάσεις αναφέροντας του να πάει το συντομότερο στον Αστυνομικό Σταθµό Αγ. Ιωάννη, ο οποίος θα αναλάµβανε την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος αντί να συµµορφωθεί συνέχισε να φωνάζει µε τις ίδιες φράσεις και ενώ ο Λοχ.4702 προσπάθησε να βοηθήσει την Γ./Αστ.3570 να τοποθετήσει χειροπέδες στην αλλοδαπή και να την οδηγήσει εντός του υπηρεσιακού οχήµατος, ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον Λοχ.4702 βίαια στο στήθος, παρεµποδίζοντας ταυτόχρονα να µετακινηθεί η αλλοδαπή, αρπάζοντας τα χέρια της Γ./Αστ.3570 µε αποτέλεσµα να τραυµατίσει αυτήν στον δεξί της αντίχειρα. Ακολούθως ο Λοχ.4702 αφού πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη για τα αυτόφωρα αδικήµατα που διέπραττε δηλαδή της παρεµπόδισης για νόµιµη σύλληψη τρίτου προσώπου καθώς και της επίθεσης εναντίον Αστυνοµικού κατά την εκτέλεση του νόµιµου καθήκοντος του, αυτός αρνείτο επίµονα να του τοποθετηθούν χειροπέδες, αντιδρώντας έντονα και άρχισε να σπρώχνει µε τα χέρια του τόσο τον μάρτυρα όσο και τον Λοχ.4702 και την Α./Αστ.75, µε την οποία ο μάρτυρας είχε προστρέξει για βοήθεια ενώ κλώτσησε την Γ./Αστ.3570 στα πόδια. Αφού έγινε κατορθωτό, χρησιµοποιώντας την ανάλογη βία και τοποθετήθηκαν χειροπέδες στον κατηγορούμενο, αυτός συνέχισε να είναι αντιδραστικός και να µην συνεργάζεται για µεταφορά του στον Σταθµό. Συνέχισε να σπρώχνει τόσο τον μάρτυρα όσο και τον Λοχ.4702 ενώ έβριζε τον τελευταίο µε τις φράσεις «Εννα πιάσεις τον βίλλο µου. Εντζαιν ισόβια που να πάω, εννα φκώ τζαι εννα δεις ήντα µπου να πάθεις ρε µαλακισµένε». Στην συνέχεια αφού σταµάτησε να φωνάζει ζήτησε να νίψει το πρόσωπο του. Οδηγήθηκε στο αποχωρητήριο του υποστατικού για να το πράξει. Αφού το έκανε άρχισε πάλι να αντιδρά, να βρίζει µε τις ίδιες φράσεις και άρχισε και πάλι να τους σπρώχνει και να τους κτυπά µε τα χέρια του και στην συνέχεια βίαια µε αποτέλεσµα ο μάρτυρας να κτυπήσει το δεξί του χέρι σε προεξοχή των κεραµικών και να τραυµατιστεί στα δάκτυλα, τα οποία έτρεχαν αίµα. Στην συνέχεια η Α./Αστ.75 µετέφερε τον μάρτυρα στο Γενικό Νοσοκοµείο Λεμεσού, όπου του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες. Σε σχέση με τα τραύματα του κατέθεσε ως τεκμήριο 7 την σχετική ιατρική έκθεση. Περαιτέρω κατά την μαρτυρία του είπε ότι η πρόσοψη του σουβλιτζίδικου αποτελείτο από τζαμαρία και ότι κατά την παρακολούθηση η πόρτα της εισόδου αυτού ήταν ανοικτή. Ο ίδιος μπήκε από την κύρια είσοδο. Δεν θυμάται ακριβώς από πού μπήκαν οι συναδέλφοι του. Είπε επίσης ότι η άλλη αλλοδαπή είχε αναφέρει και η ίδια ότι ήταν η σύζυγος του κατηγορούμενου. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε η Αστ.3570 Γ. Πίτρακκου, της Υ.Α.&Μ. Κλιμακίου Λεμεσού, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 14.11.12 και περί ώρα 09:45 μετέβηκε με τους Λοχ.4702, Α./Αστ.2253, Α./Αστ.75 και Αστ.1786, προς έλεγχο πληροφορίας ότι στο κατάστηµα ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΚΕΠΑΠ, το οποίο είναι ενιαίος χώρος µε περίπτερο και βρίσκεται στην οδό Μίλτωνος αρ. 58, εργάζονται παράνοµα αλλοδαπές. Αφού εντοπίσαν το κατάστηµα και το έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση για 10 λεπτά, αντιλήφθηκαν µια αλλοδαπή ασιατικής καταγωγής να ασχολείται µε την καθαριότητα του καταστήµατος και συγκεκριµένα να σκουπίζει το πάτωµα µε σκούπα µεταξύ πάγκου και ψησταριάς. Αµέσως η μάρτυρας πλησίασε την αλλοδαπή και αφού της αποκάλυψε την ιδιότητα της, υποδεικνύοντας της την αστυνοµική της ταυτότητα καθότι ήταν µε πολιτική περιβολή, ζήτησε τα στοιχεία της για έλεγχο. Από τον έλεγχο που διενήργησε η μάρτυρας διαπίστωσε ότι πρόκειται για την ΡΗΑΝ Thi Τuoi, Βιετναµέζα υπήκοο, αρ.φακ.Β10-03869, Αρ.ΔΕΑ 5669576, η οποία ήταν κάτοχος άδειας παραµονής και εργασίας ως οικιακή εργαζόµενη µε τον Ελληνοκύπριο Κώστα lωάννου, στην Λεµεσό, µέχρι της 3.9.
- Η μάρτυρας πληροφόρησε την αλλοδαπή για το αδίκηµα το οποίο διέπραττε δηλ. της παράνοµης απασχόλησης, της επέστησε την προσοχή της στο νόµο και εκείνη απάντησε «ΜΕ HAVE VISA». Ακολούθως η μάρτυρας την συνέλαβε η ώρα 10:00, αφού προηγουµένως της εξήγησε τους λόγους της σύλληψης της και αφού της επέστησε εκ νέου την προσοχή της στον νόµο οπόταν εκείνη απάντησε «ΜΕ ΝΟ GO, WORK ΤΟ GIAGIA». Εν τω μεταξύ, όταν είχαν ήδη ζητήσει τα στοιχεία της αλλοδαπής, στο µέρος εντοπίστηκε και δεύτερη αλλοδαπή, η οποία από εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για την NGUYEN Nga Thi, σύζυγο του κατηγορούμενου, ιδιοκτήτη του καταστήµατος. Ακολούθως στο µέρος αφίχθηκε ο κατηγορούμενος και ρώτησε «Τι θέλετε εδώ;». Ο Λοχ.4702 τον ενημέρωσε ρωτώντας τον ποιος είναι και εκείνος του είπε το ονοματεπώνυμο του και ότι είναι ο ιδιοκτήτης του υποστατικού. Στη συνέχεια ο Λοχ.4702 τον πληροφόρησε για το αδίκηµα, το οποίο διέπραττε δηλαδή της παράνοµης εργοδότησης της ήδη συλληφθείσας αλλοδαπής. Ο κατηγορούμενος αµέσως άρχισε να φωνάζει µε τις φράσεις «Εν θα την συλλάβετε τζαι να φύετε που δαµέ» και στην συνέχεια µπήκε µπροστά από την συλληφθείσα αλλοδαπή µε σκοπό να παρεµποδίσει τους αστυνομικούς στην διεκπεραίωση της σύλληψης. Ενώ η μάρτυρας προσπαθούσε να τοποθετήσει χειροπέδες στην συλληφθείσα, αυτή βλέποντας την συµπεριφορά του κατηγορούμενου, άρχισε να αντιδρά και να αντιστέκεται στην σύλληψη της, αρνούµενη να της τοποθετήσει η μάρτυρας χειροπέδες. Την ίδια στιγµή ο Λοχ.4702 προσπάθησε να βοηθήσει την μάρτυρα ώστε να τοποθετηθούν χειροπέδες στην αλλοδαπή αλλά ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον Λοχ.4702 στο στήθος µε δύναµη και προσπαθώντας να αρπάξει από την μάρτυρα τις χειροπέδες για να µην τις τοποθετήσει στην αλλοδαπή, την έσπρωξε βίαια µε αποτέλεσµα αυτή να χτυπήσει τον δεξί της αντίχειρα στον τοίχο και να τραυµατιστεί. Η μάρτυρα είπε στον κατηγορούμενο να σταµατήσει να χειροδικεί και εκείνος της απάντησε «Σιγά να µεν σου έδωσα τζιαί τον ππούνιο ρά». Αµέσως ο Λοχ.4702 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα αυτόφωρα αδικήµατα που διέπραττε δηλ. της παρεµπόδισης για νόµιµη σύλληψη τρίτου προσώπου καθώς και της επίθεσης εναντίον αστυνοµικού κατά την εκτέλεση του νόµιµου καθήκοντος του και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόµο εκείνος απάντησε «Εν θα συλλάβεις κανένα τζαι να φίετε που δαμέ». Προς βοήθεια τότε του Λοχ.4702 προσέτρεξε ο Αστ.1786 και η Α/Αστ.75 και στην προσπάθεια τους να του τοποθετήσουν χειροπέδες, επειδή αρνείτο επίµονα να συνεργαστεί αυτός άρχισε να τους σπρώχνει µε τα χέρια του, να τους κλωτσά, να τους βρίζει και να τους απειλεί ενώ κλότσησε και την μάρτυρα στα πόδια. Αφού έγινε κατορθωτό από τους συναδέλφους της μάρτυρος και του τοποθέτησαν χειροπέδες, ο κατηγορούμενος συνέχιζε να αντιδρά έντονα, να βρίσκεται εκτός ελέγχου και να µην συνεργάζεται καθόλου παρά µόνο να φωνάζει µεγαλόφωνα στον Λοχ.4702 «Εννα πιάσεις τον βίλλο µου. Εεντζαιν ισόβια που να πάω. Εννα φκώ τζαι εννα δεις ήντα µπου να πάθεις ρε µαλακισµένε». Στην συνέχεια και αφού ο κατηγορούμενος ηρέµησε, µε την βοήθεια του Λοχ.4702 και του Α./Αστ.2253, η μάρτυρας οδήγησε τόσο την αλλοδαπή όσο και τον κατηγορούμενο στο υπηρεσιακό όχηµα και ακολούθως τους µετέφεραν για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Στην συνέχεια η Μ.Κ.5 επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκοµείο Λεµεσού για εξετάσεις λόγω του τραυµατισµού της, όπου αφού έτυχε των Α' Βοηθειών. Κατέθεσε σχετικά το τεκμήριο
- Από περαιτέρω εξετάσεις που διενεργήθηκαν στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Λεμεσού διαπιστώθηκε ότι η πιο πάνω αλλοδαπή στις 9.11.12 μετέβηκε εκεί για να διευθετήσει την άδεια παραµονής και εργασίας της µε νέο εργοδότη, χωρίς ωστόσο να γίνει αποδεκτή η αίτηση της καθότι δεν προσκόµισε όλα τα απαραίτητα έγγραφα. Περαιτέρω κατά την μαρτυρία της ανέφερε ότι η πρόσοψη του επίδικου υποστατικού καλυπτόταν από τζαμαρίες και ότι κατά την παρακολούθηση η πόρτα του σουβλατζίδικου ήταν ανοικτή, το περίπτερο ήταν ανοικτό και ήταν κοινό το υποστατικό δηλ. δεν υπήρχε τοίχος. Δεν φαινόταν καπνός από το σουβλατζίδικο. Αυτή και ο Λοχίας μπήκαν πρώτοι από την είσοδο του σουβλατζίδικου. Δεν είδε από πού μπήκαν οι άλλοι. Μόλις εισήλθαν στο υποστατικό, η αλλοδαπή σκούπιζε μεταξύ της ψησταριάς και του πάγκου. Η μάρτυρας την πλησίασε, εκείνη γύρισε προς τα πάνω τους, την ενημέρωσε ότι είναι από την Αστυνομία, από το Immigration και πήγαν απλά για έλεγχο, να μην φοβάται και απλά θέλουν να δούν τα στοιχεία της. Της ζήτησε αν έχει άδεια παραμονής, το pink slip και το alien book. Αυτά λέχθηκαν στα αγγλικά και η αλλοδαπή έδειξε να καταλαβαίνει. Η αλλοδαπή ήταν ήμερη και τους είπε ότι η τσάντα της ήταν στην κουζίνα, της έδωσε τα έγγραφα και ακολούθως η μάρτυρας έκανε τον έλεγχο τηλεφωνικώς μέσω συναδέλφων της στο γραφείο. Ως προς τον έλεγχο των στοιχείων διευκρίνισε ότι αυτός έγινε επί τόπου. Εξήγησε βασικά ότι μέσω τηλεφωνήματος που γίνεται επί τόπου, προς τα γραφεία της Υπηρεσίας τους ενημερώνονται, από το σύστημα που υπάρχει εκεί, μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, κατά πόσον ένας αλλοδαπός είναι νόμιμος ή παράνομος. Μετά την λήψη των στοιχείων αυτών θεώρησε η οι έρευνα που είχε γίνει ήταν επαρκής για να την συλλάβει. Η άλλη αλλοδαπή που εμφανίσθηκε μετά που εισήλθαν στο υποστατικό τους είπε ότι είναι σύζυγος του κατηγορούμενου. Σε ερώτηση εάν γνώριζε ή θεωρεί ότι είχαν άδεια ως αστυνομικοί να εισέλθουν στο σουβλαζίδικο για έλεγχο του συγκεκριμένου αδικήματος απάντησε καταφατικά και πρόσθεσε ότι μπορούσαν να μπουν και για απλό έλεγχο. Διαφώνησε ότι παράνομα μπήκαν στο σουβλατζίδικο για έλεγχο. Εξ όσων γνωρίζει δεν έγινε επί τόπου οποιαδήποτε περαιτέρω έρευνα κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι όντως ιδιοκτήτης του υποστατικού. Τέλος όταν ρωτήθηκε εάν όλες οι ενέργειες του κατηγορουμένου συμπεριλαμβάνονται στην κατάθεση της είπε ότι υπήρχε και ένα περιστατικό προς το τέλος που οδηγούσαν την αλλοδαπή προς τα έξω, που ζήτησε ο κατηγορούμενος να πάει στο αποχωρητήριο και άκουγαν ότι εκεί αντέδρασε έντονα και άρχισε να βρίζει και να κτυπά τους συναδέλφους της. Όταν της ζητήθηκε, εξήγησε ότι ο λόγος που δεν το ανέφερε στην κατάθεση της ήταν ότι αυτή άκουγε αλλά δεν είδε τι έγινε. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο ρόλος του Μ.Κ.1 στην παρούσα περιορίσθηκε στην λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο, την οποία κατέθεσε, χωρίς ένσταση στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε. Συνεπώς η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Από τη πλευρά της, η μόνη ανακριτική ενέργεια που έκανε η Μ.Κ.3 ήταν να λάβει, με την βοήθεια διερµηνέα της Βιετναμέζικης γλώσσας, ανακριτική κατάθεση από την πρώην κατηγορούμενη 2, ΡΗΑΝ ΤΗΙ ΤUΟΙ από το Βιετνάµ. Η μαρτυρία δε αυτής δεν αμφισβητήθηκε και συνεπώς γίνεται δεκτή. Οι Μ.Κ.2, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 μου έκαναν καλή εντύπωση. Περιέγραψαν τα γεγονότα όπως τα έζησαν, ο καθένας με βάση την μνήμη του και τις ενέργειες που έκανε, απαντούσαν με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, οι θέσεις τους ήταν σταθερές και συνεπείς και δεν περιέπεσαν σε ουσιώδεις αντιφάσεις ούτε ως προς την μαρτυρία εκάστου ούτε όμως και ως προς την μεταξύ τους μαρτυρία. Οποιεσδήποτε μικροδιαφορές σε λεπτομέρειες στην μαρτυρία τους ως προς τα γεγονότα κρίνονται φυσιολογικές, ενόψει και του τρόπου που εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό και του αριθμού των παρόντων προσώπων αλλά και των ενεργειών εκάστου. Ως έχει άλλωστε νομολογηθεί μικροανακρίβειες σε επουσιώδεις λεπτομέρειες, εξεταζόμενες στο σύνολο της όλης μαρτυρίας, ενδυναμώνουν την αξιοπιστία των μαρτύρων και προβάλλουν το φυσικό τρόπο με τον οποίο διατύπωσαν τα σχετικά γεγονότα που είχαν στη μνήμη τους (βλ. Ξυδιάς ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174). Περαιτέρω δείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τί θα κατέθεταν (βλ. Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 143). Όσον αφορά το τι στοιχεία ζητήθηκαν και δόθηκαν από τις αλλοδαπές, η Μ.Κ.5 απάντησε με λεπτομέρεια σε σχέση με την συλληφθείσα καθότι αυτή έλεγξε τα στοιχεία της και προχώρησε στην σύλληψη της. Τα δε στοιχεία της άλλης αλλοδαπής τα έλεγξε άλλη συνάδελφος τους. Οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4 εύλογα δεν ήταν σε θέση να πουν περαιτέρω λεπτομέρειες, εφόσον δεν ήταν αυτοί που έκαναν τον σχετικό έλεγχο. Το ίδιο θα πρέπει να λεχθεί ότι ισχύει και για το τι λέχθηκε κατά τις συλλήψεις που έλαβαν χώραν. Με βεβαιότητα και λεπτομέρειες αναφέρθηκαν σχετικά για τον κάθε συλληφθέντα, αυτοί που έκαναν και την σύλληψη. Όσον αφορά τα στοιχεία της άλλης αλλοδαπής ο Μ.Κ.4 και η Μ.Κ.5 είπαν ότι έγινε έλεγχος από άλλη συνάδελφο τους και όχι από τους ίδιους και διαπιστώθηκε ότι ήταν η σύζυγος του κατηγορούμενου. Ανέφεραν όμως και οι δύο ότι και η ίδια η αλλοδαπή επί τόπου δήλωσε αυτό. Κρίνεται λοιπόν ότι οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 δεν ήταν σε θέση να πουν κατά πόσο διαπιστώθηκε θετικά και από τον τηλεφωνικό έλεγχο που έγινε ότι αυτή ήταν σύζυγος του κατηγορούμενου, εφόσον δεν ήταν αυτοί που έκαναν τον έλεγχο. Προφανώς η σχετική αναφορά τους προερχόταν από το ότι η αλλοδαπή τους ανέφερε αυτό. Τέλος όσον αφορά την Μ.Κ.5 δεν μου διαφεύγει ότι αυτή στην αντεξέταση της ανέφερε ότι το αδίκημα που διαπίστωσε και ενημέρωσε την αλλοδαπή ότι διέπραττε ήταν αυτό της παράνομης παραμονής και της παράνομης απασχόλησης ενώ στην κυρίως εξέταση της, όπως και στην κατάθεση της, αναφέρθηκε μόνο στην παράνομη απασχόληση. Αυτό όμως λαμβανομένου υπόψην του συνόλου της μαρτυρίας της δεν κρίνεται ως ουσιώδης αντίφαση και μάλιστα τέτοια ώστε να πλήττει σε τέτοιο βαθμό την αξιοπιστία της μάρτυρος που να καθιστά αυτήν συλλήβδην απορριπτέα. Είναι προφανές ότι η μάρτυρας κατά την αντεξέταση της συγχίστηκε ως προς αυτό και μετέφερε ένα εκ των υστέρων συμπέρασμα της, σε προγενέστερο χρόνο και δη στον χρόνο της σύλληψης της αλλοδαπής στο επίδικο υποστατικό. Αυτό είναι εμφανές από τα ακόλουθα: στην κατάθεση της ανέφερε στο τέλος ότι από περαιτέρω εξετάσεις που διενεργήθηκαν αργότερα στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Λεμεσού διαπιστώθηκε ότι η αλλοδαπή στις 9.11.12 μετάβηκε εκεί για να διευθετήσει την άδεια παραµονής και εργασίας της µε νέο εργοδότη, χωρίς ωστόσο να γίνει αποδεχτή η αίτηση της καθότι δεν προσκόµισε όλα τα απαραίτητα έγγραφα. Αυτό ουσιαστικά το ανέφερε και στην αντεξέταση της μετά που είπε τα πιο πάνω εκτεθέντα, εξηγώντας ότι όπως αναφέρει στην κατάθεση της, όταν έγιναν οι εξετάσεις, επειδή ο υπεύθυνος τους είπε να δουν αν υπήρχε οποιοδήποτε ραντεβού διευθετημένο για την αλλοδαπή, το μόνο που μπορούσαν να δουν ήταν ότι υπήρχε ένα ραντεβού, αλλά δεν έγινε αποδεκτή η αίτηση της, λόγω του ότι δεν είχε τα απαραίτητα έγγραφα που σημαίνει ότι υπήρχε παράνομη παραμονή, αλλά ίσως της δόθηκε κάποια ευκαιρία για να εγγραφεί αργότερα. Εξήγησε δε ότι αυτή την έρευνα δεν την έκανε η ίδια. Το όλο θέμα διευκρινίσθηκε στην επανεξέταση της όταν ερωτώμενη να διευκρινίσει πως διαπίστωσε τελικά κατά τον έλεγχο στη σκηνή αν υπήρχε παράνομη παραμονή, εξήγησε ότι την δεδομένη στιγμή δεν φαίνεται να υπήρχε τέτοια και ότι μετά από τον έλεγχο που έγινε όταν πήγαν στο γραφείο, ότι δεν εγγράφηκε σε νέο εργοδότη, εκεί διαπιστώθηκε το εν λόγω αδίκημα. Ως εκ των άνω κρίνω ότι τόσο οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4 όσο και η Μ.Κ.5 είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς η μαρτυρία τους γίνεται δεκτή. Τέλος θα εξετάσω και θα αξιολογήσω την κατάθεση του κατηγορούμενου (τεκμήριο 2). Αναφορικά με το πως αξιολογούνται τέτοιες καταθέσεις σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 109: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή. Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης». Η εκτίμηση λοιπόν της κατάθεσης του κατηγορούμενου είναι θέμα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 190 και Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 693). Από την εξέταση της κατάθεσης του κατηγορούμενου κρίνεται ότι θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτός κατά τον επίδικο χρόνο διατηρούσε στην οδό Μίλτωνος 58 «KEBAB Take Away», το οποίο βρίσκεται κάτω από την οικία του καθώς και ότι πριν την είσοδο του στο εν λόγω υποστατικό μετά την σύλληψη αυτής, γνώριζε την συλληφθείσα και ότι ήταν αλλοδαπή από το Βιετνάμ με το όνομα Phan Thi καθώς και ότι αυτή ήταν νόμιμη στην Κύπρο και ήθελε να αλλάξει εργοδότη. Τα πιο πάνω γίνονται δεκτά εφόσον αποτελούν δηλώσεις που έκανε εναντίον των συμφερόντων του ενώ όσο αφορά την σχέση του με το υποστατικό συνάδει και με την αναφορά του στους Αστυνομικούς, όταν εισήλθε στο σουβλατζίδικο, ότι ήταν ο ιδιοκτήτης αυτού. Το υπόλοιπο όμως μέρος της κατάθεσης του κρίνω ότι πρέπει να απορριφθεί εφόσον με αυτό επιχειρεί να δώσει εξήγηση για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές του ενέργειες και όχι μόνο δεν υποστηρίζεται από άλλη μαρτυρία αλλά σε κάποια ουσιώδη σημεία του έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την υπόλοιπη μαρτυρία που έγινε δεκτή. Νομική πτυχή Όσον αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, αυτό στηρίζεται στο άρθρο 14Β
(1)του Κεφ. 105 (κατηγορία 1). Από την ανάγνωση του άρθρου αυτού προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
- H εργοδότηση προσώπου από τον κατηγορούμενο, με την έννοια που έχει ο όρος «εργοδότηση» στα πλαίσια του Κεφ.
- Το πρόσωπο που εργοδοτείται να είναι αλλοδαπός.
- Να μην έχει εξασφαλιστεί η απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για την εργοδότηση του αλλοδαπού. Όσον αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο πρέπει να αναφερθεί ότι αξιόποινη, σύμφωνα με τον Νόμο, είναι η ανάληψη εργασίας και μάλιστα οποιουδήποτε είδους που καλύπτει μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων και όχι η απόκτηση ιδιότητας εργοδότη και εργοδοτούμενου υπό την εξειδικευμένη και στενή έννοια του αστικού ή του εργατικού δικαίου. Αυτό γιατί εκ φύσεως της η αποδοχή απασχόλησης με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό χωρίς την προαπαιτούμενη άδεια, μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες πρόχειρες, βεβιασμένες και ευτελείς όπου πιθανώς να ελλείπουν τα στοιχειώδη εχέγγυα που θα πρέπει κανονικώς εχόντων των πραγμάτων να διέπουν μια υγιή σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου. Με τη σχετική διάταξη του Νόμου επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι πως ο αλλοδαπός προέβαινε σε πράξεις, οι οποίες αποτελούν εργασία. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί η ύπαρξη εργοδότησης με την έννοια συμφωνίας ή ελέγχου από τον εργοδότη ή καταβολής ημερομισθίου. Ως έχει πρόσφατα ουσιαστικά επιβεβαιωθεί στην Θεοχάρους κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 49/2013, 50/2013 και 51/2013, ημερ. 26.11.14, με αναφορά στην Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227, (όπου εξετάστηκε η έννοια της πρόσληψης αλλοδαπού στα πλαίσια του Κανονισμού 38 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 (Κ.Δ.Π. 242/1972), δεν απαιτείται συμφωνία εργοδότησης επ' αμοιβή, αλλά το δικαστήριο έχει ευχέρεια, με βάση τα σχετικά κάθε φορά γεγονότα, να προβεί σε διαπιστώσεις σε ένα ευρύτερο πλαίσιο από την έννοια του όρου στο αστικό δίκαιο, νοουμένου βεβαίως ότι η τυχόν κατάληξή του περί ενοχής, πρέπει να είναι πέραν λογικής αμφιβολίας. Στην ίδια υπόθεση υιοθετήθηκαν πέραν των ανωτέρω και τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Karaoglanian v. Police
(1984)2 CLR 161, όπου αποφασίστηκε ότι το αδίκημα πρόσληψης αλλοδαπού, χωρίς την απαιτούμενη ειδοποίηση, κατά παράβαση του Κανονισμού 38, αποτελεί αδίκημα αυστηρής ευθύνης που στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου ενώ υποδείχθηκε και η ανάγκη για στενή ερμηνεία της σχετικής νομοθεσίας, χάριν της ευόδωσης των σκοπών του Νόμου. Ως προς το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κατηγορίας 1, αλλοδαπός σύμφωνα με το Κεφ. 105, είναι οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του Συντάγματος (βλ. επίσης Jones v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 355). Το λεκτικό του άρθρου 14Β
(1)υποδηλώνει επίσης ότι η εργοδότηση αλλοδαπού κατά παράβαση των προνοιών του συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης (strict liability), δηλ. δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279). Τέλος όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο, δηλαδή την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια, αυτό δεν οφείλει να το αποδείξει η κατηγορούσα αρχή αλλά εφόσον αποδειχθεί η εργοδότηση του αλλοδαπού, μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου το βάρος να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε τέτοια άδεια από το αρμόδιο, για την έκδοση αυτής, τμήμα του κράτους (βλ. Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 και το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 72). Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορίες 2, 3 και 4), το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, είναι τα ακόλουθα:
- Επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο και
- Η πρόκληση στο πρόσωπο αυτό πραγματικής σωματικής βλάβης από την εν λόγω επίθεση. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 αναφέρεται ότι "σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη είτε προσωρινή. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 μια επιπόλαιη εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Στο σύγγραμμα Archbold 41η έκδοση, παρ. 20 - 116, αναφέρεται ότι πραγματική σωματική βλάβη σημαίνει κάποια πραγματική σωματική κάκωση. Δεν είναι αναγκαίο να είναι κάκωση μόνιμου χαρακτήρα, ούτε να είναι αυτό που θεωρείται οδυνηρή (grievous) σωματική βλάβη. Συνεπώς δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Όσον αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών 5 και 6 θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτά εδράζονται στο άρθρο 244(α) του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «
- Όποιος- (α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα ή ..... ................................................................. είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι η κατηγορία 6 έπρεπε να εδράζεται στο άρθρο 244(β), δεν ευσταθεί, καθότι η εν λόγω πρόνοια αναφέρεται σε επίθεση, αντίσταση ή εσκεμμένη παρεμπόδιση οργάνου τήρησης της τάξης, κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ενώ στην κατηγορία 6 αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, είναι η επίθεση με σκοπό την ματαίωση της νόμιμης σύλληψης του. Δεν μου διαφεύγει ότι στην έκθεση αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας αναφέρεται «Αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης». Ως όμως έχει λεχθεί, οι λεπτομέρειες αδικήματος, οι οποίες και οριοθετούν το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο εδράζεται η συγκεκριμένη κατηγορία, αναφέρονται ρητώς σε επίθεση με σκοπό την ματαίωση της νόμιμης σύλληψης και όχι με σκοπό την αντίσταση σε αυτήν. Περαιτέρω η αναφορά στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 5 σε όργανο τήρησης της τάξης, δεν μεταβάλει την εν λόγω κατηγορία σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 244(β) καθότι γίνεται σαφώς κατανοητό από τις λοιπές λεπτομέρειες ότι αυτή αφορά επίθεση με σκοπό τη ματαίωση της νομίμου συλλήψεως. Τα πιο πάνω ήταν εξ αρχής γνωστά στην υπεράσπιση, η οποία έθεσε την γραμμή της στην βάση αυτών, χωρίς να εγείρει οποιοδήποτε σχετικό θέμα ή θέμα δυσμενούς επηρεασμό της, ορθώς κατά την κρίση μου, εφόσον κάτι τέτοιο δεν υφίσταται. Από το λεκτικό του άρθρου 244(α) λοιπόν σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των κατηγοριών 5 και 6 στην παρούσα, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία αυτών είναι τα ακόλουθα:
- Επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο (κοινό συστατικό),
- Η επίθεση να γίνεται με σκοπό την αντίσταση ή ματαίωση της νόμιμης σύλληψης ή της κράτησης του εαυτού του (για την κατηγορία 6) ή άλλου (για την κατηγορία 5) για κάποιο ποινικό αδίκημα (κοινό συστατικό). Αναφορικά με το πρώτο συστατικό στοιχείο της επίθεσης, ισχύουν τα όσα προαναφέρθηκαν σχετικά για το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη. Το δε αδίκημα του άρθρου 244(α) είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 38 του Αγγλικού Offences Against the Person Act
- Ανάλυση των συστατικών στοιχείων αυτού του αδικήματος γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 168 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «B2.15 On a literal reading of the OAPA 1861, s.38, the only actus reus required is that of common assault (see B2.5), whereas the mens rea is that of common assault, coupled with an intent to resist or prevent one's own, or another person's, lawful arrest or detention, etc. Nevertheless, it is firmly established that the arrest or detention in question must in fact be lawful (Self [1992] 3 All ER 476; Lee [2001] 1 Cr App R 293) and this must accordingly be treated as a further essential actus reus element. The victim need not be a police officer. He may be a private citizen assisting such an officer, or a private citizen or store detective making a 'citizen's arrest'. In Lee, Rose LJ appears to have assumed that the victim must be the person seeking to make the lawful arrest; but this was obiter and (with respect) mistaken. There is no good reason why s.38 should not extend to assaults on hapless citizens who unwittingly obstruct the accused's attempt to escape from pursuing officers. As to the contrast between the powers of arrest given to police officers and the more restricted powers given to private citizens, see Self and D1.
- The mens rea requirement in s.38 may be negatived by the accused's mistaken view of the facts, as for example where he mistakes CID officers for rival gangsters, and believes he is being abducted, rather than arrested. In such a case the accused would have no intent to resist lawful arrest. Indeed, he would not even have the mens rea of assault (Kenlin v Gardiner [1967] 2 QB 510; Williams [1987] 3 All ER 411; Brightling [1991] Crim LR 364). The mistake would not have to be a reasonable one (Williams; Lee; Blackburn v Bowering [1994] 1 WLR 1324). In contrast, the accused has no defence if his mistake is merely one of law, as for example where he does not appreciate that a citizen has a power of arrest, or where he assumes that an arrest is unlawful merely because he is (or believes himself to be) innocent of the offence in question. As Rose LJ said in Lee: Whether or not an offence has actually been committed or is believed by the defendant not to have been committed is irrelevant. We reach this conclusion without regret. Neither public order nor the clarity of the criminal law would be improved if juries were required to consider in relation to s.38 offences the impact of a defendant's belief as to the lawfulness of his arrest in cases where a lawful arrest is being properly attempted on reasonable grounds.». Από την πολύ πρόσφατη υπόθεση Φωτίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 192/2014, ημερ. 16.9.15, προκύπτουν επίσης τα ακόλουθα: Παράνομη σύλληψη (και κατ' επέκταση παράνομη κράτηση και περιορισμός) οποιουδήποτε πολίτη από αστυνομικούς, αποτελεί παράνομη αποστέρηση της ελευθερίας, η οποία δημιουργεί δικαίωμα στον πολίτη να αντισταθεί, με σκοπό να απελευθερωθεί από την παράνομη σύλληψη του. Γίνεται δε παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα από την θεμελιακή υπόθεση Christie v. Leachinsky [1947] AC 373, 591: «I would say that it is the right of every citizen to be free from arrest unless there is in some other citizen, whether a constable or not, the right to arrest him. And I would say next that it is the corollary of that right of every citizen to be thus free from arrest that he should be entitled to resist arrest unless that arrest is lawful». Ως αναφέρεται περαιτέρω στην Φωτίου ανωτέρω, με παραπομπή σε αγγλικό σύγγραμμα και νομολογία, ένα πρόσωπο έχει ανεπιφύλακτο δικαίωμα στο Κοινοδίκαιο να αντισταθεί σε παράνομη σύλληψη (Christie v. Leashinsky
(1947)A.C. 573), ωστόσο δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει υπερβολική δύναμη για να το πράξει (βλ. Wilson
(1955)1 W.L.R. 493 και Long
(1836)7 C & P p.314). Ενώ υπερβολική βία (δύναμη) στο να αντισταθείς στη σύλληψη δύναται να στοιχειοθετήσει αδίκημα, το πρόσωπο που χρησιμοποιεί τέτοια υπερβολική βία δεν θα είναι ένοχος για αδίκημα για επίθεση εναντίον αστυνομικού κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του (Kenlin v. Gardiner
(1967)2 Q.B. 510). Για τα πιο πάνω βλέπε και σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2009, στη σελ.1187 D1.
- Το δικαίωμα για αντίσταση λοιπόν δεν είναι απόλυτο. Τελεί σε σχέση αναλογικότητας προς τις ενέργειες των αστυνομικών. Έτσι, όταν ασκείται υπέρμετρη βία, τότε ο δράστης μπορεί να κριθεί ένοχος επίθεσης παρά το παράνομο της σύλληψης (Wilson ανωτέρω). Δεν μπορεί όμως να κριθεί ένοχος για επίθεση κατά οργάνου της τάξης εν τη δεούση εκτελέσει του καθήκοντός του, εφόσον ελλείπει το συστατικό στοιχείο της δέουσας εκτέλεσης καθήκοντος (Kenlin ανωτέρω). Το κατά πόσο έγινε χρήση υπερβολικής βίας είναι δε θέμα των ειδικών περιστάσεων και εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ των πράξεων των αστυνομικών και της αντίδρασης του αντισταμένου. Το Δικαστήριο έχει στα πλαίσια αυτά καθήκον να εξισορροπήσει κατά τρόπο συγκεκριμένο τις ενέργειες των αστυνομικών αφενός και τις ενέργειες του αντισταμένου, ως αντίδραση, αφετέρου με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση η βία που άσκησε ο τελευταίος ήταν υπερβολική. Η συμπεριφορά λοιπόν του αντισταμένου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σωρευτικά αλλά ανάλογα των περιστάσεων. Το κάθε στάδιο ενός επεισοδίου θα πρέπει να προσεγγίζεται με την αναγκαία διάκριση ώστε να επιτευχθεί η ορθή εξισορρόπηση με βάση τις συγκεκριμένες κάθε φορά ενέργειες ενός εκάστου των εμπλεκομένων. Όσον αφορά την υπεράσπιση του λάθους ή πλάνης ως προς τα γεγονότα σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2000, p. 19-169: «One type of mistake will not avail a defendant, however, even if genuinely held and, it seems, even if held on reasonable grounds. If the defendant mistakenly believes that an arrest which is in fact lawful is unlawful, whether of himself or another, he is not entitled to use force to resist it: R. v. Fennell [1971] 1 Q.B. 428, 54 Cr.App.R. 451, CA. The mistake here is not purely of fact; it is one of mixed law and fact. It is the "They're not allowed to do that" mistake». Ευρήματα Με βάση την μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή στην παρούσα, πέραν των όσων έγιναν δεκτά από την κατάθεση του κατηγορούμενου, καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 14.11.12 και περί ώρα 09:45, οι Μ.Κ.2, Μ.Κ.4, Μ.Κ.5, Α./Αστ.2253 και Α./Αστ.75, μέλη της Αστυνομίας, με πολιτική περιβολή, τα οποία υπηρετούσαν στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (στο εξής Υ.Α.Μ.), μετέβηκαν στην οδό Μίλτωνος αρ. 58, στην Λεμεσό, προς έλεγχο πληροφορίας ότι στο κατάστηµα με την ονομασία «ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΚΕΜΠΑΠ», εργάζονται παράνοµα αλλοδαπές. Αφού εντόπισαν το συγκεκριμένο υποστατικό διαπίστωσαν ότι αυτό στέγαζε, σε ενιαίο χώρο, στην μεν αριστερή πλευρά του όπως το έβλεπαν, σουβλατζίδικο, στην δε δεξιά πλευρά του, περίπτερο. Το σουβλατζίδικο με το περίπτερο συγκοινωνούσαν. Η πρόσοψη του όλου υποστατικού καλυπτόταν από υαλοπίνακες, οι οποίοι επέτρεπαν την θέα στο εσωτερικό του. Τόσο η πόρτα εισόδου του σουβλατζίδικου όσο και η πόρτα εισόδου του περιπτέρου ήταν ανοικτές. Δεν φαινόταν καπνός από το σουβλατζίδικο. Αφού οι πιο πάνω έθεσαν το υποστατικό υπό διακριτική παρακολούθηση για 10 περίπου λεπτά, αντιλήφθηκαν εντός του σουβλατζίδικου, μια κοπέλα, η οποία είχε χαρακτηριστικά προσώπου ασιατικής καταγωγής, να ασχολείται µε την καθαριότητα αυτού και συγκεκριµένα να σκουπίζει το πάτωµα µε σκούπα µεταξύ πάγκου και ψησταριάς. Στη συνέχεια, με σκοπό να ελέγξουν τα στοιχεία της εν λόγω κοπέλας, εισήλθαν στο σουβλατζίδικο, μέσω της πόρτας εισόδου αυτού, πρώτοι η Μ.Κ.5 με τον Μ.Κ.2 και στη συνέχεια ο Μ.Κ.4 και τα λοιπά μέλη της Αστυνομίας. Αµέσως η Μ.Κ.5 πλησίασε την κοπέλα και στην αγγλική γλώσσα, αφού της αποκάλυψε την ιδιότητα της και ότι είναι από το «Immigration», υποδεικνύοντας της την αστυνοµική της ταυτότητα, την ενημέρωσε ότι πήγαν για έλεγχο και της ζήτησε τα στοιχεία της. Συγκριμένα της ζήτησε αν έχει άδεια παραμονής, το «pink slip» και το «Alien book». Η κοπέλα ήταν ήρεμη, έδειξε να καταλαβαίνει και είπε στην Μ.Κ.5 ότι η τσάντα της ήταν στην κουζίνα. Έδωσε στην Μ.Κ.5 τα έγγραφα της και ακολούθως η τελευταία, προς έλεγχο των στοιχείων, επί τόπου επικοινώνησε τηλεφωνικώς με συναδέλφους της στο γραφείο της Υ.Α.Μ., οι οποίοι την ενημέρωσαν από το σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή που υπάρχει εκεί, ότι επρόκειτο για την ΡΗΑΝ Thi Τuoi, Βιετναµέζα υπήκοο, αρ.φακ.Β10-03869, Αρ.ΔΕΑ 5669576, η οποία ήταν κάτοχος άδειας παραµονής και εργασίας ως οικιακή εργαζόµενη µε τον Ελληνοκύπριο Κώστα lωάννου, στην Λεµεσό, µέχρι της 3.9.
- Μετά τα πιο πάνω η Μ.Κ.5 θεώρησε ότι είχε επαρκή στοιχεία για να προχωρήσει στην σύλληψη της αλλοδαπής. Έτσι πληροφόρησε την αλλοδαπή για το αδίκηµα το οποίο διέπραττε δηλ. της παράνοµης απασχόλησης, της επέστησε την προσοχή της στο νόµο και εκείνη απάντησε «ΜΕ HAVE VISA». Ακολούθως η Μ.Κ.5 συνέλαβε την αλλοδαπή. Αφού προηγουµένως της εξήγησε τους λόγους της σύλληψης της και αφού της επέστησε εκ νέου την προσοχή της στον νόµο εκείνη απάντησε «ΜΕ ΝΟ GO, WORK ΤΟ GIAGIA». Εν τω μεταξύ, όταν η Μ.Κ.5 είχε ήδη ζητήσει τα στοιχεία της αλλοδαπής, στο µέρος εμφανίσθηκε και δεύτερη αλλοδαπή, η οποία ανέφερε στα μέλη της Αστυνομία ότι ήταν η σύζυγος του κατηγορούμενου. Από εξετάσεις που έγιναν στη συνέχεια από άλλο μέλος των παρόντων μελών της Αστυνομίας (όχι από τους Μ.Κ.2, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5) διαπιστώθηκε ότι η εν λόγω αλλοδαπή ήταν η NGUYEN Nga Thi, Βιετναµέζα υπήκοος. Ακολούθως στο µέρος αφίχθηκε ο κατηγορούμενος και ρώτησε «Τι θέλετε εδώ;». Ο Μ.Κ.2 υπέδειξε στον κατηγορούμενο την αστυνοµική του ταυτότητα και τον ενημέρωσε, ρωτώντας τον ποιος είναι. Ο κατηγορούμενος του είπε το ονοματεπώνυμο του και ότι είναι ο ιδιοκτήτης του υποστατικού και σύζυγος της αμέσως προαναφερόμενης αλλοδαπής. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 εξήγησε στον κατηγορούμενο τον λόγο σύλληψης της αλλοδαπής λέγοντας του ότι αυτή βρέθηκε εκεί να εργάζεται παράνομα. Ακολούθως με βάση τα πιο πάνω στοιχεία πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι διέπραττε το αδίκηµα της παράνοµης εργοδότησης της ήδη συλληφθείσας αλλοδαπής. Ο κατηγορούμενος αµέσως άρχισε να φωνάζει µε τις φράσεις «Εν θα την συλλάβετε τζαι να φύετε που δαµέ» και στην συνέχεια µπήκε µπροστά από την συλληφθείσα µε σκοπό να παρεµποδίσει τα μέλη της Αστυνομίας στην διεκπεραίωση της σύλληψης. Αµέσως ο Μ.Κ.2 του υπέδειξε να αποµακρυνθεί από την αλλοδαπή και του έκανε τις απαραίτητες συστάσεις, αναφέροντας του επίσης όπως πάει το συντομότερο στον Αστυνομικό Σταθµό Αγ. Ιωάννη, ο οποίος θα αναλάµβανε την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος αντί να συµµορφωθεί συνέχισε να φωνάζει µε τις ίδιες φράσεις. Ενώ η Μ.Κ.5 προσπαθούσε να τοποθετήσει χειροπέδες στην συλληφθείσα, αυτή βλέποντας της συµπεριφορά του κατηγορούμενου, άρχισε να αντιδρά και να αντιστέκεται στην σύλληψη της, αρνούµενη να της τοποθετηθούν χειροπέδες. Την ίδια στιγµή ο Μ.Κ.2 προσπάθησε να βοηθήσει την Μ.Κ.5 ώστε να τοποθετηθούν χειροπέδες στην αλλοδαπή αλλά ο κατηγορούμενος έσπρωξε με τα χέρια µε δύναµη, τον Μ.Κ.2 στο στήθος και προσπαθώντας να αρπάξει από την Μ.Κ.5 τις χειροπέδες για να µην τις τοποθετήσει στην αλλοδαπή, την έσπρωξε βίαια µε αποτέλεσµα αυτή να χτυπήσει τον δεξί της αντίχειρα στον τοίχο και να τραυµατιστεί. Η Μ.Κ.5 είπε στον κατηγορούμενο να σταµατήσει να χειροδικεί και εκείνος της απάντησε «Σιγά να µεν σου έδωσα τζιαί τον ππούνιο ρά». Αµέσως ο Μ.Κ.2 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι διέπραττε τα αυτόφωρα αδικήµατα της παρεµπόδισης για νόµιµη σύλληψη τρίτου προσώπου καθώς και της επίθεσης εναντίον αστυνοµικού κατά την εκτέλεση του νόµιµου καθήκοντος του και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόµο εκείνος απάντησε «Εν θα συλλάβεις κανένα τζαι να φύετε που δαμέ». Ακολούθως ο Μ.Κ.2 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για τα πιο πάνω αυτόφωρα αδικήµατα και αφού προηγουµένως του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στον Νόµο, εκείνος απάντησε «Εν θα συλλάβεις κανένα». Στην προσπάθεια του Μ.Κ.2 να τοποθετήσει χειροπέδες στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος αρνείτο επίµονα να συνεργαστεί. Προς βοήθεια τότε του Μ.Κ.2 προσέτρεξε ο Μ.Κ.4 και η Α/Αστ.
- Ο κατηγορούμενος άρχισε να σπρώχνει τους προαναφερόμενους µε τα χέρια του, να τους κλωτσά, να τους βρίζει και να τους απειλεί ενώ κλώτσησε και την Μ.Κ.5 στα πόδια. Αφού έγινε κατορθωτό, με την χρήση ανάλογης βίας, να του τοποθετηθούν χειροπέδες, ο κατηγορούμενος συνέχιζε να αντιδρά έντονα, να σπρώχνει, να µην συνεργάζεσαι για την µετακίνηση του από το µέρος και φώναζε µεγαλόφωνα στον Μ.Κ.2 «Εννα πιάσεις τον βίλλο µου. Εντζαιν ισόβια που να πάω, εννα φκώ τζαι εννα δεις ήντα µπου να πάθεις ρε µαλακισµένε». Ακολούθως µετά πάροδο περίπου 5 λεπτών, ο κατηγορούμενος ηρέµησε και ζήτησε όπως νίψει το πρόσωπο του. Με την βοήθεια του Μ.Κ.4, ο Μ.Κ.2 τον οδήγησε στο αποχωρητήριο του υποστατικού για να το πράξει. Αφού ο κατηγορούμενος το έκανε άρχισε πάλι να αντιδρά και να βρίζει και αρνείτο να εξέλθει του αποχωρητηρίου. Στην προσπάθεια των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4 να τον μετακινήσουν, ο κατηγορούμενος τους χτυπούσε µε τα χέρια του, στα οποία είχαν ήδη τοποθετηθεί χειροπέδες, και στην προσπάθεια του να αποφύγει την µετακίνηση, έσπρωξε τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4 προς τον τοίχο του αποχωρητηρίου µε αποτέλεσµα, να χτυπήσει ο Μ.Κ.4 το δεξί του χέρι σε προεξοχή των κεραµικών και να τραυµατιστεί στα δάκτυλα. Μετά, µε την βοήθεια και του Α./Αστ.2253 κατάφεραν και οδήγησαν τον κατηγορούμενο εντός του υπηρεσιακού οχήµατος και στην συνέχεια αυτός οδηγήθηκε στον Αστυνομικό Σταθµό Αγ. Ιωάννη. Από την προαναφερόμενη συμπεριφορά του κατηγορούμενου τραυματίσθηκαν τόσο ο Μ.Κ.2 όσο και οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5, οι οποίοι ενόψει αυτού μετέβηκαν αργότερα την ίδια ημέρα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και συγκεκριμένα στο Τ.Ε.Π.Α., όπου εξετάσθηκαν από ιατρούς και τους παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες. Από την εξέταση τους διαπιστώθηκε ότι:
(1)ο Μ.Κ.2 έφερε εκδορές αριστερού αγκώνα, εκχυμώσεις αριστερού βραχιόνιου πλησίον αριστερού αγκώνα και απώλεια δέρματος της βάσης του δεξιού δείκτη ραχιαίως. Περαιτέρω ο Μ.Κ.2 ανέφερε άλγος δεξιού ώμου, δεξιού καρπού και οσφυαλγία. Του δόθηκε αντιβίωση, αναλγητικά και απελύθη.
(2)Ο Μ.Κ.4 ανέφερε άλγος δεξιού χεριού - 5ου δακτύλου και έφερε εκδορά στην ραχιαία επιφάνεια μεταξύ του 3ου και 4ου δακτύλου.
(3)Η Μ.Κ.5 παραπονείτο για πόνο στον δεξιό αντίχειρα και διαπιστώθηκε οίδημα - ερύθρωση βάσης δεξιού αντίχειρα. Απελύθη με οδηγίες. Από περαιτέρω εξετάσεις που διενεργήθηκαν αργότερα στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Λεμεσού διαπιστώθηκε ότι η συλληφθείσα αλλοδαπή μετέβηκε στις 9.11.12 στα εν λόγω γραφεία για να διευθετήσει την άδεια παραµονής και εργασίας της µε νέο εργοδότη, χωρίς ωστόσο να γίνει αποδεχτή η αίτηση της καθότι δεν προσκόµισε όλα τα απαραίτητα έγγραφα. Θέσεις Υπεράσπισης Η υπεράσπιση, ουσιαστικά δεν αμφισβήτησε τα όσα παρατήρησαν και τις ενέργειες των αστυνομικών τόσο πριν όσο και μετά την είσοδο τους στο υποστατικό, ούτε και τις ενέργειες της αλλοδαπής και του κατηγορούμενου. Εισηγείται όμως ότι:
- Η είσοδος των αστυνομικών στο υποστατικό με σκοπό να ερευνήσουν κατά πόσο το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν αλλοδαπή και εάν είχε άδεια εργασίας, ήταν παράνομη, κατά παράβαση των άρθρων 15 και 16 του Συντάγματος, αφού δεν έγινε είτε κατόπιν εντάλματος είτε με την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Συγκεκριμένα η είσοδος ήταν παράνομη γιατί το υποστατικό ήταν μεν σουβλατζίδικο αλλά εμπίπτει στην προστασία του άρθρου 16 εφόσον σύμφωνα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο όρος κατοικία επεκτείνεται σε επαγγελματική στέγη. Εν πάση περιπτώσει δεν αποδείχθηκε ότι δεν είναι η οικία του κατηγορούμενου εφόσον ο κατηγορούμενος διαμένει πάνω από αυτό. Εάν το υποστατικό δεν εμπίπτει στον όρο κατοικία δεν αποτελεί δημόσιο χώρο. Αυτό θα πρέπει να κρίνεται με βάση το αδίκημα που εξετάζεται και δη στην προκειμένη αυτό της παράνομης απασχόλησης αλλοδαπού δυνάμει του άρθρου 14Β του Κεφ. 105 και όχι στην βάση άλλων αδικημάτων του Ποινικού Κώδικα όπου κέντρα αναψυχής κρίθηκαν ως δημόσιοι χώροι. Το Κεφ. 105 δεν κάνει πρόνοια για δημόσιο χώρο. Εν πάση περιπτώσει η ώρα που εισήλθαν οι αστυνομικοί δηλ. το πρωί δεν λειτουργεί και άρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκεί έχει πρόσβαση το κοινό, κάτι που σημαίνει ότι δεν είναι δημόσιος χώρος. Συνεπώς τα όσα ακολούθησαν δηλ. η έρευνα και η σύλληψη της αλλοδαπής και του κατηγορούμενου ήταν παράνομες και οι ενέργειες του κατηγορούμενου, νόμιμη και ανάλογη αντίσταση στις παράνομες αυτές συλλήψεις.
- Εάν κριθεί ότι η είσοδος των αστυνομικών ήταν νόμιμη: Ι. Η έρευνα της αλλοδαπής ήταν παράνομη εφόσον δεν στοιχειοθετείτο εύλογη υποψία των αστυνομικών προς τούτο. Συγκεκριμένα δεν στοιχειοθετείται τέτοια εκ του ότι είχαν μια πληροφορία (που δεν διευκρίνισαν ποια ήταν ακριβώς) και είδαν ένα πρόσωπο που έμοιαζε να είναι αλλοδαπό να σκουπίζει στον χώρο. Εύλογη υποψία θα μπορούσε να δημιουργηθεί μόνο μετά από έλεγχο και εξακρίβωση ότι όντως ήταν αλλοδαπή. ΙΙ. Δεν υπήρχε εξουσία σύλληψης καθότι το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αυτόφωρο εφόσον για να ολοκληρωθούν τα στοιχεία του πρέπει να γίνουν περαιτέρω έρευνες σε σχέση με την ταυτότητα του προσώπου εάν είναι αλλοδαπό (προφανώς εννοεί όχι στον ίδιο χώρο). Συνεπώς είτε το Ι ισχύει είτε το ΙΙ, οι ενέργειες των αστυνομικών ήταν παράνομες και οι ενέργειες του κατηγορούμενου δικαιωματική και ανάλογη αντίσταση σε παράνομη σύλληψη της αλλοδαπής και του ιδίου.
- Η κατηγορούσα αρχή δεν έχει αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παράνομης απασχόλησης. Συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ότι το πρόσωπο που σκούπιζε εκεί ήταν αλλοδαπή εφόσον αυτή δεν παρίσταται στην παρούσα διαδικασία για να μαρτυρήσει και η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει τα στοιχεία και τα αποτελέσματα της έρευνας που επικαλέστηκαν οι μάρτυρες ότι έλαβαν επί τόπου και τηλεφωνικώς σε σχέση με το κατά πόσο αυτή ήταν αλλοδαπή. Περαιτέρω δεν έχει αποδειχθεί σύνδεση του κατηγορούμενου με την αλλοδαπή άμεση ή έμμεση. Παραπέμπει ο συνήγορος στην κατάθεση του κατηγορούμενου ότι ήταν φίλη της γυναίκας του. Πέραν της δήλωσης του ιδίου ότι ήταν ο ιδιοκτήτης και της σχετικής αναφοράς στην κατάθεση του δεν ερευνήθηκε εάν πράγματι ήταν ή ανήκε σε εταιρεία το υποστατικό και εάν αυτός ήταν ο μοναδικός διευθυντής. Συνεπώς η κατάθεση του ως προς αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ομολογία. Η όλη μαρτυρία είναι περιστατική και δεν είναι τέτοια ώστε να οδηγεί σε ένα και αναμφίβολο συμπέρασμα αλλά υπάρχει και αθώα λογική εξήγηση. Συνεπώς αθώωση του κατηγορούμενου στην κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού οδηγεί στην αθώωση του στις λοιπές κατηγορίες εφόσον αυτό σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η σύλληψη της αλλοδαπής ήταν παράνομη και άρα αντίδρασε νόμιμα. Εξέταση των θέσεων της υπεράσπισης Αρχίζοντας από την θέση της υπεράσπισης ότι η είσοδος των αστυνομικών στο υποστατικό, με σκοπό να ερευνήσουν κατά πόσο το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν αλλοδαπή και εάν είχε άδεια εργασίας, ήταν παράνομη, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Πράγματι σύμφωνα με την Κυπριακή Νομολογία, ενόψει των διατάξεων των Άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος δεν υπάρχει στην Κύπρο δυνατότητα έγκρισης της προσαγωγής ως αποδεικτικού μέσου, μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα. Έτσι μαρτυρία η οποία λαμβάνεται ή προκύπτει ως αποτέλεσμα της παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου, τα οποία κατοχυρώνονται στο Δεύτερο Μέρος του Συντάγματος, αποκλείεται αυτόματα ως μαρτυρία (δηλ. το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια να την δεκτή), άσχετα με την αποδεικτική της αξία και το σκοπό για τον οποίο λήφθηκε (βλ. Δημοκρατία ν. Κυπριανίδη κ.ά.
(1994)2 Α.Α.Δ. 37, Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, Georghiou ν. Republic
(1984)2 C.L.R. 65, Merthodja v. Police
(1987)2 C.L.R. 227, Al-Hamad κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, Enotiades ν. Police
(1986)2 C.L.R. 64, Psaras & Another v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132 και Αστυνομία ν. Γιάλλουρος
(1992)2 Α.Α.Δ. 147 και σύγγραμμα του Α. Ν. Λοϊζου, Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, σελ. 219). Αντίθετα στην περίπτωση που η μαρτυρία εξασφαλίζεται κατά παράβαση Νόμου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια αποδοχής της υπό κάποιες προϋποθέσεις (βλ. Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186). Σύμφωνα με το άρθρο 16
(2)του Συντάγματος, η είσοδος σε κατοικία ή οιαδήποτε έρευνα εντός αυτής δεν επιτρέπεται, παρά μόνο κατόπιν δικαστικού εντάλµατος δεόντως αιτιολογηµένου ή όταν η είσοδος ενεργείται με τη ρητή συναίνεση του ενοίκου ή προς διάσωση θυµάτων οιουδήποτε αδικήµατος βίας ή οποιασδήποτε καταστροφής. Ενδεικτικό της βάσης στην οποία θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο ένα υποστατικό συνιστά κατοικία, η οποία εμπίπτει στην προστασία του άρθρου 16 του Συντάγματος, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Henri Jean Queiss v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 49 (όπου κρίθηκε ότι το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου που κατείχετο για προσωρινή διαμονή, συνιστούσε κατοικία («dwelling house») (η υπογράμμιση δική μου): «Professor Manesis explains [**] the protection is not confined to the "domicilium" but extends to the "domus" as well. The extension of the protection to the domus is consistent with the treatment of the right safeguarded by article 16 as a fundamental liberty and not an aspect of the law of tort or property law. It aims to ensure that in his private preserve the citizen is free from outside authority save as provided in the Constitution and then subject to conditions specified therein». Ως αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, σελ. 58, το Σύνταγμα κάνει πρόνοια για το απαραβίαστο της κατοικίας και όχι οποιασδήποτε άλλης οικοδομής. Δεν έχει μέχρι σήμερα αυθεντικά αποφασιστεί κατά πόσο εμπορική οικοδομή εμπίπτει εντός του ορισμού της κατοικίας. Η γραμματική ερμηνεία του όρου «κατοικία» περιορίζεται στο κτίριο το οποίο χρησιμοποιείται για την διαμονή προσώπου ή προσώπων. Ανάλογη είναι και η ερμηνεία του όρου «dwelling» στο αγγλικό κείμενο του Συντάγματος. Στην Δημοκρατία ν. Kirnouyan κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 126 λέχθηκε ότι στην Κύπρο, με εξαίρεση το άρθρο 16 του Συντάγματος, το οποίο θέτει ειδικές προϋποθέσεις μόνο ως προς την έρευνα κατοικίας, οι περιορισμοί ως προς τη δυνατότητα διεξαγωγής έρευνας στη βάση εύλογης υποψίας πηγάζουν από το Νόμο και όχι από το Σύνταγμα. Στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 411 αναφέρθηκε ότι η έρευνα αυτοκινήτου ή ακόμα και η είσοδος σε τόπο άλλο από κατοικία, δεν αποτελεί αντικείμενο συνταγματικής ρύθμισης, οπότε και η ενδεχόμενη μη τήρηση του Νόμου, ακόμα και ως προς τα προαπαιτούμενα της, θα ξέφευγε της εμβέλειας της νομολογίας αναφορικά με το ανεπίτρεπτο αποδοχής μαρτυρίας, αφού αυτό συναρτάται προς συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα (βλ. και Psaras ανωτέρω). Ως έχει δε νομολογηθεί, επιχειρηματικά υποστατικά, ως προς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που ασκούνται σε αυτά, δεν έχουν ασυλία από έρευνα, δυνάμει του άρθρου 15
(1)του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή (βλ. Psaras ανωτέρω). Στην παρούσα κρίνεται ότι, στην βάση των γεγονότων αυτής, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 11 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, εφόσον η εν λόγω διάταξη αφορά την έρευνα χώρου κατά την καταδίωξη προσώπου που διαφεύγει την σύλληψη. Έρεισμα για την διεξαγωγή έρευνας στην παρούσα παρέχεται από το άρθρο 25
(1)(β)(ι) του Κεφ. 155, το οποίο υπό τον πλαγιότιτλο «Έρευνα προσώπων και τόπων χωρίς ένταλµα» προβλέπει ότι κάθε αστυνοµικός δύναται, χωρίς ένταλµα να εισέλθει και ερευνήσει οποιοδήποτε τόπο αν έχει λόγο να πιστεύει ότι σε αυτό πρόκειται να διαπραχτεί ή διαπράττεται, ή έχει πρόσφατα διαπραχτεί ποινικό αδίκηµα. Σχετικό είναι επίσης και το άρθρο 28
(1)(α)(ιι) του περί Αστυνομίας Νόμου 73(Ι)/2004, το οποίο υπό τον πλαγιότιτλο «Εξουσία µελών της Αστυνοµίας προς επιθεώρηση αδειών και έρευνα προσώπων και µεταφορικών µέσων» προβλέπει ότι οποιοδήποτε µέλος της Αστυνοµίας δύναται να ανακόπτει, κατακρατά και ερευνά οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο έχει εύλογη υποψία ότι ενέχεται στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήµατος, κατά παράβαση οποιουδήποτε νόµου και ιδιαίτερα όταν το βλέπει να προβαίνει σε οποιαδήποτε παράνοµη πράξη ή ενέργεια ή εύλογα υποψιάζεται ότι αυτό προβαίνει ή προτίθεται να προβεί σε οποιαδήποτε παράνοµη πράξη ή ενέργεια ή ότι έχει παράνοµα στην κατοχή του οποιοδήποτε αντικείµενο. Σίγουρα τα πιο πάνω άρθρα και ιδιαίτερα το άρθρο 25
(1)του Κεφ. 155, το οποίο θεσπίστηκε πριν την έναρξη ισχύος του Συντάγματος, θα πρέπει να διαβάζονται και να ερμηνεύονται υπό το φως των προνοιών αυτού και συγκεκριμένα στην παρούσα υπό το φως του άρθρου 16. Με βάση όμως το ότι, ως έχει προαναφερθεί, η είσοδος σε τόπο άλλο από κατοικία δεν αποτελεί αντικείμενο συνταγματικής ρύθμισης και άρα δεν προϋποθέτει είτε την ύπαρξη δικαστικού εντάλματος έρευνας ή τη συναίνεση του ενοίκου, το άρθρο 25
(1)(β)(ι) του Κεφ. 155, καθ' ην έκταση αφορά χώρο άλλο από κατοικία, κρίνεται συνταγματικό και συνεχίζει να ισχύει, παρέχοντας την σχετική εξουσία στα μέλη της Αστυνομίας. Θα πρέπει λοιπόν στην παρούσα να εξετασθεί κατά πόσο το επίδικο υποστατικό εμπίπτει στον όρο κατοικία του άρθρου 16 του Συντάγματος. Ως προκύπτει από τα ευρήματα το επίδικο υποστατικό ήταν μέρος ενιαίου χώρου. Στην αριστερή πλευρά του χώρου στεγαζόταν το επίδικο, το οποίο χρησιμοποιείτο ως σουβλατζίδικο ενώ στην δεξιά στεγαζόταν περίπτερο. Τα δύο συγκοινωνούσαν μεταξύ τους. Η πρόσοψη του όλου υποστατικού καλυπτόταν από υαλοπίνακες, οι οποίοι επέτρεπαν την θέα στο εσωτερικό του. Τόσο η πόρτα εισόδου του σουβλατζίδικου όσο και αυτή του περιπτέρου ήταν ανοικτές. Η οικία του κατηγορούμενου, ως ο ίδιος ανέφερε στην κατάθεση του, δεν ήταν εκεί, αλλά πάνω από το εν λόγω υποστατικό. Ως επίσης ανέφερε στην κατάθεση του εκεί διατηρούσε «Kebab Take Away» και δεν ισχυρίσθηκε ότι ο χώρος ήταν μέρος της οικίας του. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω και την σχετική επί του θέματος νομολογία κρίνω ότι το επίδικο υποστατικό δεν εμπίπτει στον όρο κατοικία του άρθρου 16 του Συντάγματος. Με δεδομένο δε ότι το άρθρο 25
(1)(β)(ι) του Κεφ. 155 παρέχει εξουσία εισόδου σε οποιονδήποτε χώρο άλλο από κατοικία, καθίσταται άνευ σημασίας η κρίση περί του κατά πόσο το εν λόγω υποστατικό αποτελεί δημόσιο χώρο. Η πιο πάνω θέση της υπεράσπισης για παράνομη είσοδο, παρά το ότι τίθεται διαζευκτικά, κατά την κρίση μου είναι άμεσα και άρρηκτα συνδεδεμένη και συνεπώς θα πρέπει να εξετασθεί με την επόμενη θέση ότι δηλ. η έρευνα της αλλοδαπής ήταν παράνομη εφόσον δεν στοιχειοθετείτο εύλογη υποψία των αστυνομικών προς τούτο. Όσον αφορά το τι συνιστά εύλογη υποψία στην ΑΙ-Hamad κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 αποφασίσθηκε ότι όσον αφορά τους όρους «εύλογη υποψία» και «εύλογη πίστη» που απαντούνται σε διάφορα άρθρα της νομοθεσίας παρόλο που οι έννοιες των λέξεων "πίστη" και "υποψία" δεν είναι ταυτόσημες, καταλήγουν να έχουν την ίδια σημασία στα πλαίσια των άρθρων αυτών που προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις για τη διενέργεια έρευνας και την κατάσχεση αντικειμένων. Ως συνάγεται από την πιο πάνω υπόθεση για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει σε μια περίπτωση η απαιτούμενη εύλογη υποψία πρέπει να διαφανεί από τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το πρόσωπο που έκανε την έρευνα ειλικρινά πίστευε κατά τον κρίσιμο χρόνο ότι η έρευνα ήταν αναγκαία για τη διαλεύκανση των αδικημάτων που διερευνούσε και ότι οι πληροφορίες που είχε δικαιολογούσαν αντικειμενικά την πίστη ή την υποψία του. Περαιτέρω από τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα των Λοίζου και Πική, Criminal Procedure in Cyprus, υπό το Κεφάλαιο «Arrest and Search» σελ. 11-30 συνάγεται ότι για να αποφασισθεί κατά πόσο υπάρχει εύλογη υποψία πρέπει να εξεταστούν τα περιστατικά της υπόθεσης όπως εμφανίστηκαν κατά τον κρίσιμο χρόνο. Στην Tinker v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2006)2 Α.Α.Δ. 411 απορρίφθηκε ως εσφαλμένη η θέση του εφεσείοντα, η οποία υποστήριζε ότι υπήρχε έλλειψη στοιχείων που θα δικαιολογούσαν προσωπική υποψία του τελωνειακού λειτουργού, ο οποίος έκανε έρευνα στη βαλίτσα του εφεσείοντσα, μετά από την έρευνα που έκανε προηγουμένως ειδικός αστυφύλακας, εφόσον αυτή η θέση παραγνώριζε το γεγονός ότι ο ειδικός αστυφύλακας είχε προηγουμένως ενημερώσει τον τελωνειακό για τις παρατηρήσεις του. Από αυτό συνάγεται ότι οι πληροφορίες ή τα στοιχεία που δημιουργούν την εύλογη υποψία μπορεί να είναι εξ ακοής με την έννοια ότι δεν απαιτείται να είναι στην προσωπική γνώση αυτού που κάνει την έρευνα αλλά μπορεί να του μεταφέρονται από κάποιο άλλο στον οποίο δίδονται ή ο οποίος έχει προσωπική γνώση. Ως έχει αναφερθεί έρεισμα για την διεξαγωγή έρευνας στην παρούσα παρέχετο από το άρθρο 25
(1)(β)(ι) του Κεφ. 155, το οποίο προϋποθέτει ότι ο αστυνομικός έχει λόγο να πιστεύει ότι στο συγκεκριμένο χώρο πρόκειται να διαπραχτεί ή διαπράττεται, ή έχει πρόσφατα διαπραχτεί ποινικό αδίκηµα. Ως προκύπτει από τα ευρήματα στην παρούσα, τα δεδομένα με βάση τα οποία τα μέλη της Αστυνομίας εισήλθαν στο υποστατικό με σκοπό να ερευνήσουν τα στοιχεία της συγκεκριμένης κοπέλας ήταν τα ακόλουθα:
- Περιήλθε στην γνώση των μελών της Αστυνομίας μεταξύ των οποίων και της Μ.Κ.5, πληροφορία ότι στο επίδικο υποστατικό εργάζονταν παράνομα αλλοδαπές.
- Όταν έφτασε στο χώρο η Μ.Κ.5 διαπίστωσε, όπως και ο άλλοι, ότι επρόκειτο για σουβλατζίδικο.
- Κατά την διακριτική παρακολούθηση που έκανε η Μ.Κ.5, με τους άλλους συναδέλφους της, για 10 περίπου λεπτά, είδε ότι εντός του υποστατικού βρισκόταν μόνη της μια κοπέλα που είχε χαρακτηριστικά προσώπου ασιατικής καταγωγής και ασχολείτο µε την καθαριότητα του χώρου και συγκεκριµένα σκούπιζε το πάτωµα µε σκούπα µεταξύ πάγκου και ψησταριάς. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω τα μέλη της Αστυνομίας εισήλθαν στο επίδικο υποστατικό και η Μ.Κ.5 ζήτησε από την κοπέλα τα στοιχεία της για έλεγχο. Λαμβάνοντας υπόψην τα πιο πάνω δεδομένα που είχε σε γνώση της η Μ.Κ.5 κατά τον κρίσιμο χρόνο δηλ. κατά το χρόνο που επιδίωξε να κάνει την έρευνα ζητώντας από την κοπέλα τα στοιχεία της, κρίνω ότι αυτά εύλογα της δημιούργησαν υποψία ότι η κοπέλα ήταν αλλοδαπή και δεν είχε άδεια να εργάζεται στο υποστατικό και κατ' επέκταση ότι διέπραττε το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης. Ενόψει αυτών η Μ.Κ.5 ειλικρινά πίστευε ότι η έρευνα ήταν αναγκαία για εξακρίβωση των απαιτούμενων προς τούτο στοιχείων της αλλοδαπής. Τα πιο πάνω κρίνονται δε ότι δεν επρόκειτο για μια υποκειμενική αυθαίρετη διεργασία στο μυαλό της Μ.Κ.5 αλλά δικαιολογούν αντικειμενικά την εν λόγω υποψία της. Όσον αφορά το θέμα της πληροφορίας, τόσο η Μ.Κ.5 όσο και οι άλλοι μάρτυρες κατηγορίας εξήγησαν, όταν ρωτήθηκαν, ότι ήταν η συγκεκριμένη και όχι τίποτα περισσότερο. Ως έχει δε προαναφερθεί οι πληροφορίες ή τα στοιχεία που δημιουργούν την εύλογη υποψία μπορεί να είναι εξ ακοής με την έννοια ότι δεν απαιτείται να είναι στην προσωπική γνώση αυτού που κάνει την έρευνα. Θα πρέπει άλλωστε να λεχθεί ότι στην εξέταση τέτοιων θεμάτων πρέπει να αποφεύγονται «μηχανιστικές προσεγγίσεις που θα απομάκρυναν από την ουσία και θα μετέτρεπαν τα κεφαλαιώδη ζητήματα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και της εξιχνίασης των εγκλημάτων σε ζητήματα τύπου» (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 411). Αναφορικά δε με την θέση της υπεράσπισης, η οποία υπονοεί, ότι τα μέλη της Αστυνομίας έδρασαν ρατσιστικά γιατί εισήλθαν στο υποστατικό στηριζόμενοι στο ότι η κοπέλα έμοιαζε να είναι ασιατικής καταγωγής, ο κ. Κληρίδης παρέπεμψε σε νομολογία Δικαστηρίων των Η.Π.Α. Η παρούσα όμως δεν προσομοιάζει ως προς τα γεγονότα της με αυτά των συγκεκριμένων αποφάσεων καθότι εδώ η έρευνα δεν έγινε για λόγους άσχετους με την ιδιότητα της κοπέλας ως αλλοδαπής, εφόσον η ιδιότητα αυτή είναι βασικό συστατικό στοιχείο για το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα. Με άλλα λόγια οι αστυνομικοί δεν επέλεξαν να προβούν στην έρευνα της κοπέλας απλά λόγω εθνότητας, φυλής ή καταγωγής γιατί εκείνη είχε τα χαρακτηριστικά προσώπου ασιατικής καταγωγής δηλ. μόνο εξ αυτού και άσχετα με το αδίκημα που διερευνούσαν, ώστε να μπορεί να γίνεται λόγος για ρατσιστική συμπεριφορά. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι δεν ευσταθεί η θέση ότι η είσοδος των μελών της Αστυνομίας στο επίδικο υποστατικό ήταν παράνομη αλλά ούτε και η συνδεόμενη με αυτή θέση ότι η έρευνα της αλλοδαπής ήταν παράνομη λόγω μη ύπαρξης εύλογης υποψίας ως προς τούτο. Εξετάζοντας στη συνέχεια την θέση της υπεράσπισης ότι δεν υπήρχε εξουσία σύλληψης της αλλοδαπής καθότι το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αυτόφωρο πρέπει να λεχθούν κατ' αρχήν τα ακόλουθα: Όσον αφορά τις εξουσίες σύλληψης προσώπου, το άρθρο 11 του Συντάγματος απαγορεύει τέτοια σύλληψη εκτός αν αυτή διενεργηθεί με βάση έγκυρο δικαστικό ένταλμα, το οποίο και ισχύει κατά το χρόνο της σύλληψης, με εξαίρεση την περίπτωση του αυτόφωρου αδικήματος. Συνεπώς κρίνεται ότι έχει επιβιώσει και ισχύει η πρόνοια του άρθρου 14
(1)(β) του Κεφ. 155, σύμφωνα με την οποία ένας αστυνομικός μπορεί να συλλάβει, χωρίς ένταλµα, οποιοδήποτε πρόσωπο που διαπράττει στην παρουσία του ποινικό αδίκημα, το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση. Σε ότι αφορά την έννοια του όρου «αυτόφωρο αδίκημα» στην Kyriakides v. The Police I R.S.C.C. 66 αποφασίστηκε, πως η σύλληψη πρέπει να ακολουθεί αμέσως, όσον αφορά το χρόνο και τη σειρά διάπραξης του αδικήματος («"Flagrant" meant that the commission of the offence and arrest of the offender should follow each other directly in point of time and sequence»). Στην R. v. Eleni HadjiGeorgiou & Another 6 C.L.R. 6 αναφέρεται δε, ότι η συμπεριφορά του δράστη πρέπει να είναι τέτοια που να μην αφήνει καμία αμφιβολία σε ένα τρίτο λογικό πρόσωπο, ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί (βλ. και Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, σελ. 41). Ως προκύπτει από τα ευρήματα στην παρούσα, τα δεδομένα υπό τα οποία η Μ.Κ.5 προχώρησε στην σύλληψης της κοπέλας για το αδίκημα της παράνοµης απασχόλησης, ήταν, πέραν αυτών που αναφέρονται με αρ. 1-3 ανωτέρω τα εξής:
- Όταν εισήλθαν στο υποστατικό τα μέλη της Αστυνομίας η Μ.Κ.5, αφού αποκάλυψε στην κοπέλα την ιδιότητα της, την ενημέρωσε ότι πήγαν για έλεγχο και της ζήτησε τα στοιχεία της.
- Με βάση τα έγγραφα που παρέδωσε η κοπέλα στην Μ.Κ.5, η τελευταία, επί τόπου επικοινώνησε τηλεφωνικώς με συναδέλφους της στο γραφείο της Υ.Α.Μ., οι οποίοι την ενημέρωσαν από το σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή που υπάρχει εκεί, ότι επρόκειτο για την ΡΗΑΝ Thi Τuoi, Βιετναµέζα υπήκοο, αρ.φακ.Β10-03869, Αρ.ΔΕΑ 5669576, η οποία ήταν κάτοχος άδειας παραµονής και εργασίας ως οικιακή εργαζόµενη µε τον Ελληνοκύπριο Κώστα lωάννου, στην Λεµεσό, µέχρι της 3.9.
- Αμέσως μετά την λήψη των στοιχείων της κοπέλας, η Μ.Κ.5 προχώρησε στην σύλληψη της για το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης αλλοδαπού. Όλα τα πιο πάνω είναι κατά την κρίση μου τέτοια, ώστε δεν άφηναν καμία αμφιβολία, όχι μόνο στο μυαλό της Μ.Κ.5 αλλά και σε ένα τρίτο λογικό πρόσωπο που θα ήταν παρών και θα τα είχε υπόψην του, ότι η κοπέλα είχε διαπράξει στην παρουσία της Μ.Κ.5, αμέσως πριν την σύλληψη της, το προαναφερόμενο αυτόφωρο αδίκημα. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση της υπεράσπισης ότι για να ολοκληρωθούν τα στοιχεία έπρεπε να γίνουν περαιτέρω έρευνες σε σχέση με την ταυτότητα της κοπέλας εάν ήταν αλλοδαπή. Οι έρευνες που απαιτούνταν για το σκοπό αυτό προφανώς και έγιναν τηλεφωνικώς. Δεν θα ήταν λογικό και κυρίως δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του Νόμου, να απαιτείται στο στάδιο αυτό, προς διαπίστωση της διάπραξης του συγκεκριμένου αυτόφωρου αδικήματος, ο συλλαμβάνον αστυνομικός και δη η Μ.Κ.5 να μετέβαινε στο γραφείο της Υπηρεσίας της ώστε να επιβεβαιώσει ουσιαστικά, ως εισηγείται η υπεράσπιση, ιδίοις όμμασι ότι πράγματι τα στοιχεία ήταν όπως της τα είχαν μεταφέρει οι συνάδελφοι της. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι ορθά και νόμιμα η Μ.Κ.5 προχώρησε στην σύλληψη της περί ου ο λόγος κοπέλας. Μετά την απόρριψη των πιο πάνω θέσεων της υπεράσπισης θα εξετάσω κατά πόσο από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αρχίζοντας από αυτό της κατηγορία
- Όσον αφορά το κατά πόσο η πρώην κατηγορούμενη 2 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο αλλοδαπή, αυτό προκύπτει όχι μόνο από την μαρτυρία της Μ.Κ.5, η οποία προέβη σε συγκεκριμένο έλεγχο των στοιχείων της αλλά και από άλλη μαρτυρία που έγινε δεκτή και συγκεκριμένα από το ότι:
(1)η συγκεκριμένη κοπέλα είχε χαρακτηριστικά προσώπου ασιατικής καταγωγής,
(2)η όλη συνεννόηση μαζί της στον επίδικο χώρο έγινε όχι στα ελληνικά αλλά στα αγλλικά και
(3)η Μ.Κ.3 της έλαβε ανακριτική κατάθεση με την βοήθεια διερμηνέα της Βιετναμέζικης γλώσσας. Να σημειωθεί δε ότι ούτε τα πιο πάνω αμφισβητήθηκαν ούτε και τέθηκε οτιδήποτε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας που να αμφισβητεί τα όσα σχετικά είπαν. Αντίθετα κατά τις ερωτήσεις και υποβολές που έκανε ο συνήγορος υπεράσπισης ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο αναφερόταν σε αυτό ως «αλλοδαπή». Πέραν όμως των πιο πάνω και ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του αναφέρει ότι η εν λόγω κοπέλα είναι από το Βιετνάμ. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν κατά την κρίση μου αποδεκτή και ικανοποιητική μαρτυρία που αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η συγκεκριμένη κοπέλα δεν ήταν Κύπρια υπήκοος και άρα ήταν αλλοδαπή εν τη εννοία του Κεφ.
- Δεν με βρίσκει λοιπόν σύμφωνο η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι προς απόδειξη αυτού απαιτείτο η προσκόμιση γραπτώς ή άλλως, πέραν δηλ. της προαναφερόμενης μαρτυρίας, των στοιχείων που προέκυψαν από τον σχετικό έλεγχο που έκανε η Μ.Κ.
- Ούτε ασφαλώς και είναι απαραίτητη η παρουσία της ίδιας της αλλοδαπής στην παρούσα διαδικασία είτε ως κατηγορούμενης είτε ως μάρτυρα, ως ουσιαστικά εισηγείται περαιτέρω ο κ. Κληρίδης. Αυτό που απομένει λοιπόν να εξετασθεί είναι κατά πόσο η προαναφερόμενη εργοδοτείτο κατά τον επίδικο χρόνο από τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία, η οποία υπάρχει και η οποία έγινε δεκτή για αυτό το θέμα είναι περιστατική. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97 και Γεωργίου v. Aστυνoµίας
(2010)2 Α.Α.Δ 485). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36). Στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 αναφέρθηκε ότι οι διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου. Εκεί δε όπου χρειάζεται κάποια εξήγηση αυτή επίσης πρέπει να προκύπτει από τη μαρτυρία και όχι από απλές υποθέσεις (βλ. R. v. Mary Ann Ash
(1911)6 Cr.App.Rep. 225). Η περιστατική λοιπόν μαρτυρία, η οποία υπάρχει στην παρούσα είναι η εξής:
- Κατά τον επίδικο χρόνο ήτοι στις 14.11.12 η προαναφερόμενη αλλοδαπή, εντοπίσθηκε να βρίσκεται μόνη της εντός του επίδικου υποστατικού, το οποίο χρησιμοποιείτο ως σουβλατζίδικο, και να ασχολείται για ένα χρονικό διάστημα 10 περίπου λεπτών με την καθαριότητα αυτού και συγκεκριµένα να σκουπίζει το πάτωµα µε σκούπα µεταξύ πάγκου και ψησταριάς.
- Η πόρτα εισόδου του σουβλατζίδικου ήταν ανοικτή. Δεν φαινόταν καπνός από αυτό.
- Όταν τα μέλη της Αστυνομία ζήτησαν από τη αλλοδαπή τα στοιχεία της, αυτή ανέφερε ότι η τσάντα της ήταν στην κουζίνα από όπου και προφανώς έφερε στη συνέχεια τα έγγραφα που υπέδειξε.
- Όταν, μετά την σύλληψη της αλλοδαπής, εισήλθε στο υποστατικό ο κατηγορούμενος και ρώτησε τα μέλη της Αστυνομίας «Τι θέλετε εδώ;» και αφού ο Μ.Κ.2 του υπέδειξε την αστυνοµική του ταυτότητα και τον ενημέρωσε ρωτώντας τον ποιος είναι, ο κατηγορούμενος του ανέφερε το ονοματεπώνυμο του και ότι είναι ο ιδιοκτήτης του υποστατικού.
- Ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του παραδέχεται ουσιαστικά ότι κατά τον επίδικο χρόνο διατηρούσε το εν λόγω σουβλατζίδικο αναφέροντας ότι ήταν «KEBAB Take Away», το οποίο βρισκόταν κάτω από την οικία του καθώς και ότι γνώριζε την συλληφθείσα από πριν, ότι αυτή ήταν αλλοδαπή από το Βιετνάμ με το όνομα Phan Thi, ότι ήταν νόμιμη στην Κύπρο και ήθελε να αλλάξει εργοδότη. Ως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος άσκησε το αναφαίρετο δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Ασφαλώς εκ της στάσης του αυτής δεν δύναται να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα εναντίον του. Στα πλαίσια δε του τεκμηρίου της αθωότητας το βάρος απόδειξης των προαναφερόμενων συστατικών στοιχείων του υπό εξέταση αδικήματος και μάλιστα σε βαθμό πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας βρίσκεται πάντα στους ώμους της κατηγορούσα αρχής. Από τα πιο πάνω στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας προκύπτει όμως χωρίς αμφιβολία ότι η αλλοδαπή κατά τον επίδικο χρόνο ασχολείτο για ένα χρονικό διάστημα 10 περίπου λεπτών με την καθαριότητα του σουβλατζίδικου δηλ. εκτελούσε εργασία εκεί. Η παρουσία της δε στον χώρο δεν περιορίσθηκε στο συγκεκριμένο σημείο του υποστατικού όπου εθεάθη από τα μέλη της Αστυνομίας. Προκύπτει από το γεγονός της ύπαρξης της τσάντας της στην κουζίνα του ίδιου υποστατικού ότι σε κάποιο χρόνο προηγουμένως βρέθηκε και εκεί. Περαιτέρω για όλο το χρόνο που αυτή παρακολουθείτο διαπιστώθηκε ότι εκτελούσε την πιο πάνω εργασία, ούσα μόνη στο υποστατικό, του οποίου η πόρτα εισόδου ήταν ανοικτή. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην την πιο πάνω περιστατική μαρτυρία και ότι αυτή δεν συμβιβάζεται με οποιαδήποτε άλλη λογική εξήγηση, η οποία να προκύπτει από την όλη μαρτυρία, κρίνω ότι συνάγεται ως μοναδικό και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι η εν λόγω αλλοδαπή κατά τον επίδικο χρόνο εργοδοτείτο, με την έννοια που προσδίδει στον όρο εργοδότηση το Κεφ. 105, στο συγκεκριμένο χώρο. Περαιτέρω από την υπόλοιπη μαρτυρία και δη από το ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε από μόνος του στο επίδικο υποστατικό λίγο μετά την σύλληψη της αλλοδαπής και δήλωσε ότι είναι ο ιδιοκτήτης αυτού, το οποίο ως δήλωσε και στην κατάθεση του «διατηρεί» και είναι κάτω από την οικία του αλλά και το ότι γνώριζε την συλληφθείσα αλλοδαπή από πριν καθώς και το καθεστώς αυτής στην Κύπρο και ότι αυτή ήθελε να αλλάξει εργοδότη, και ελλείψει οποιασδήποτε άλλης λογικής εξήγησης, η οποία να προκύπτει από την μαρτυρία που έγινε δεκτή, κρίνω ότι συνάγεται ως μοναδικό και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι η εν λόγω αλλοδαπή κατά τον επίδικο χρόνο εργοδοτείτο στο συγκεκριμένο χώρο, από τον κατηγορούμενο. Δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε η σχετική προς τούτο θέση της υπεράσπισης ότι προς απόδειξη της σύνδεσης του κατηγορούμενου χρειαζόταν περαιτέρω διερεύνηση και προσκόμιση μαρτυρίας ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του υποστατικού. Δεν τέθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας ότι αυτό ανήκε σε κάποιον άλλο είτε ότι δεν το λειτουργεί ή διαχειρίζεται ο κατηγορούμενος, κάτι που κρίνεται πιο σημαντικό στα πλαίσια διαπίστωσης τέτοιων αδικημάτων δηλ. το ποιος πραγματικά το λειτουργεί και προβαίνει στην εργοδότηση, αφού αυτό δεν συνδέεται απαραίτητα με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του υποστατικού. Όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος πρέπει να λεχθεί ότι από τη στιγμή που έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε εξασφαλισθεί η σχετική άδεια από το αρμόδιο τμήμα του κράτους. Σε σχέση όμως με αυτό όχι μόνο δεν υπήρξε οποιοσδήποτε ισχυρισμός εκ μέρους του κατηγορούμενου για την ύπαρξη τέτοιας άδειας αλλά αντίθετα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτός δεν είχε εξασφαλίσει τέτοια άδεια εφόσον η αλλοδαπή ήταν κάτοχος άδειας παραµονής και εργασίας ως οικιακή εργαζόµενη µε τον Κώστα lωάννου, στην Λεµεσό, µέχρι της 3.9.
- Συνεπώς έχει αποδειχθεί και ότι ο κατηγορούμενος δεν εξασφάλισε τέτοια άδεια. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας
- Όσον αφορά την κατηγορία 5, από τα ευρήματα, προκύπτει ότι όταν ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε ότι η αλλοδαπή ήταν υπό σύλληψη άρχισε να φωνάζει λέγοντας «Εν θα την συλλάβετε τζαι να φύετε που δαµέ» και στην συνέχεια µπήκε µπροστά από την συλληφθείσα µε σκοπό να παρεµποδίσει τα μέλη της Αστυνομίας στην διεκπεραίωση της σύλληψης. Στη συνέχεια παρά τις υποδείξεις που του έγιναν να αποµακρυνθεί από την αλλοδαπή, αντί να συµµορφωθεί συνέχισε να φωνάζει και όταν η Μ.Κ.5 προσπάθησε να τοποθετήσει χειροπέδες σε αυτήν, με την βοήθεια του Μ.Κ.2, ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον τελευταίο με τα χέρια µε δύναµη στο στήθος και προσπαθώντας να αρπάξει από την Μ.Κ.5 τις χειροπέδες, την έσπρωξε βίαια µε αποτέλεσµα αυτή να χτυπήσει τον δεξί της αντίχειρα στον τοίχο. Είναι εμφανές λοιπόν ότι οι πιο πάνω πράξεις του κατηγορούμενου έναντι των αστυνομικών συνιστούσαν επίθεση. Η δε επίθεση αυτή φαίνεται από το σύνολο των προαναφερόμενων περιβαλλουσών περιστάσεων και την όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου ότι σκοπό είχε να ματαιώσει τη νόμιμη σύλληψη της αλλοδαπής. Συνεπώς κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το αδίκημα της κατηγορίας
- Περαιτέρω από τα ευρήματα προκύπτει ότι όταν ο Μ.Κ.2 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι διέπραττε τα αυτόφωρα αδικήµατα της παρεµπόδισης για νόµιµη σύλληψη τρίτου προσώπου καθώς και της επίθεσης εναντίον αστυνοµικού κατά την εκτέλεση του νόµιµου καθήκοντος του και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόµο εκείνος απάντησε «Εν θα συλλάβεις κανένα τζαι να φίετε που δαμέ». Ακολούθως ο Μ.Κ.2 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για τα πιο πάνω αυτόφωρα αδικήµατα και αφού προηγουµένως του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στον Νόµο, εκείνος απάντησε «Εν θα συλλάβεις κανένα». Στην προσπάθεια δε του Μ.Κ.2 να του τοποθετήσει χειροπέδες, αυτός αρνείτο επίµονα να συνεργαστεί και όταν προσέξτρεξαν για βοήθεια ο Μ.Κ.4 και η Α/Αστ.75, ο κατηγορούμενος άρχισε να σπρώχνει µε τα χέρια του, να τους κλωτσά, να τους βρίζει και να τους απειλεί ενώ κλότσησε και την Μ.Κ.5 στα πόδια. Αφού έγινε κατορθωτό, με την χρήση ανάλογης βίας, να του τοποθετηθούν χειροπέδες, ο κατηγορούμενος συνέχιζε να αντιδρά έντονα, να σπρώχνει, να µην συνεργάζεσαι για την µετακίνηση του από το µέρος και φώναζε µεγαλόφωνα. Στη συνέχεια αφού ζήτησε και οδηγήθηκε στο αποχωρήτηριο και ένιψε το πρόσωπο του άρχισε πάλι να αντιδρά και να βρίζει και αρνείτο να εξέλθει του αποχωρητηρίου και όταν οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4 προσπάθησαν να τον μετακινήσουν, αυτός τους κτυπούσε µε τα χέρια του και για να αποφύγει την µετακίνηση, έσπρωξε τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4 προς τον τοίχο του αποχωρητηρίου. Είναι εμφανές λοιπόν ότι και οι αμέσως προαναφερόμενες πράξεις του κατηγορούμενου έναντι των μελών της αστυνομίας συνιστούσαν επίθεση. Η δε επίθεση αυτή φαίνεται από το σύνολο των προαναφερόμενων περιβαλλουσών περιστάσεων και την όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου ότι σκοπό είχε αυτή την φορά να ματαιώσει τη νόμιμη σύλληψη του ιδίου. Έχει λοιπόν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το αδίκημα της κατηγορίας
- Όσον αφορά τις κατηγορίες 2, 3 και 4, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει αναμφίβολα ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου 2 και συγκεκριμένα τα σπρωξίματα, τα κτυπήματα με τα χέρια και οι κλωτσιές, εναντίον ενός εκάστου των Μ.Κ.2, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 συνιστούν επίθεση και ότι αυτή έγινε με πρόθεση εκ μέρους του κατηγορούμενου. Περαιτέρω δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα τραύματα που προκλήθηκαν στους εν λόγω μάρτυρες από τον κατηγορούμενο, συνεπεία των επιθέσεων αυτών, συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 2, 3 και
- Ως έχει προαναφερθεί, η υπεράσπιση που έθεσε ο κατηγορούμενος ότι δηλ. ουσιαστικά δικαιωματικά και νόμιμα έπραξε τα ανωτέρω αντιστάμενος σε παράνομη σύλληψη της αλλοδαπής και του ιδίου, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν ευσταθεί. Ούτε και λόγος για πλάνη του ως προς τα γεγονότα μπορεί κατά την κρίση μου να γίνει, υπό τις περιστάσεις της παρούσας. Η υπεράσπιση στήριξε την θέση της αυτή στο ότι δεν λέχθηκε στον κατηγορούμενο ότι η παράνομη εργοδότηση ήταν το σκούπισμα. Ως έχει όμως αναφερθεί ανωτέρω, μετά που ο κατηγορούμενος εισήλθε στο υποστατικό ο Μ.Κ.2 του εξήγησε τον λόγο σύλληψης της αλλοδαπής λέγοντας του ότι αυτή βρέθηκε εκεί να εργάζεται παράνομα. Αυτό κατά την κρίση μου θεωρείται επαρκής ενημέρωση και δεν χρειαζόταν να του εξηγηθεί και η πράξη στην βάση της οποίας κρίθηκε ότι στοιχειοθετείτο η παράνομη εργοδότηση. Άλλωστε η θέση του κατηγορούμενου δεν ήταν ότι η αλλοδαπή βρισκόταν εκεί για κάποιον άλλο λόγο αλλά ότι δεν εργαζόταν. Ως επίσης κρίθηκε πιο πάνω, η σύλληψη της αλλοδαπής ήταν νόμιμη. Ως έχει αναφερθεί δε ανωτέρω, ένα πρόσωπο δεν δικαιούται να προβάλει αντίσταση εάν λανθασμένα πιστεύει ότι μια σύλληψη είναι παράνομη ενώ στην πραγματικότητα είναι νόμιμη, γιατί σε τέτοια περίπτωση η πλάνη δεν είναι καθαρά ως προς τα γεγονότα αλλά ανάμικτη δηλ. τόσο ως προς τα γεγονότα όσο και ως προς το νόμο. Καταληκτικά ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει δηλ. στις κατηγορίες 1-
- (Υπ.) .......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Παράνομη εργοδότηση - Επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη - Επίθεση με σκοπό την ματαίωση νόμιμης σύλληψης). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο