ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΝΑ ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 15519/13, 3/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B18 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15519/13 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΝΑ ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 3 Φεβρουαρίου, 2016 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ν. Χατζηκωνσταντίνου Για την Κατηγορουμένη: κ. Σ. Σωφρονίου Κατηγορούμενη παρούσα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορουμένης) Οι Κατηγορίες που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει συνολικά τρεις κατηγορίες. Η 1η κατηγορία, αφορά οδήγηση χωρίς να είναι προσδεμένη με ζώνη ασφαλείας κατά παράβαση των Άρθρων 2, 15
(1), 17
(2)και 18 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86, η 2η κατηγορία, αφορά παράλειψη συμμόρφωσης με οδηγίες αστυνομικού με στολή κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(4)(θ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 66/84 όπως τροποποιήθηκε και η 3η κατηγορία αφορά παράβαση σήματος τροχαίας κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(2)(δ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 66/84 όπως τροποποιήθηκε, ότι δηλαδή παρέλειψε να συμμορφωθεί με σήμα τροχαίας απαγόρευσης επαναστροφής. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 10/7/12 από την κατηγορούμενη ενώ οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΥΤ325 στην οδό Πάφου στη Λεμεσό. Η Μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη των κατηγοριών, παρουσίασε ως μάρτυρα τον Αστ. 2236 Κωνσταντίνο Λοΐζου (ΜΚ1). Όπως ανέφερε ο ΜΚ1, κατά την ημερομηνία καταγγελίας, δηλαδή στις 10/7/12 υπηρετούσε στην Τροχαία Λεμεσού και τη συγκεκριμένη ημερομηνία εκτελούσε καθήκοντα ελέγχου τροχαίας. Βρισκόταν στη συμβολή της οδού Μίλτωνος με Πάφου και συγκεκριμένα στην οδό Μίλτωνος στην ανατολική πλευρά του δρόμου με στόχο να γίνεται έλεγχος στα οχήματα που κατευθύνοντο από την οδό Πάφου προς την Μίλτωνος με νότια κατεύθυνση, σε σημείο 20-25 μέτρα από το σημείο του «ΑΛΤ». Δεν υπήρχαν οποιαδήποτε εμπόδια μπροστά του. Ήταν ένστολος με φωσφορούχο γιλέκο και η ώρα ήταν 17:10 με 17:15 περίπου. Εξήγησε ότι εισήλθε εντός του δρόμου, σήκωσε το δεξί του χέρι πάνω και έκανε σήμα προς τον οδηγό του οχήματος να σταματήσει δεξιά. Δεν ήταν σίγουρος εάν οδηγός του οχήματος ήταν γυναίκα. Ο λόγος που έκανε το σήμα ήταν γιατί ο οδηγός δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Αντί ο οδηγός να ακολουθήσει τις οδηγίες του και πριν να τον προσεγγίσει, έκανε επαναστροφή γύρω από τα εξ αντιθέτου οχήματα, τα οποία βρίσκοντο σε αναμονή με βόρεια κατεύθυνση στο «ΑΛΤ» της οδού Μίλτωνος με την οδό Πάφου, παραβιάζοντας την άσπρη συνεχόμενη γραμμή και εισήλθε στην οδό Πάφου, οπότε δεν ήταν κατορθωτή η ανακοπή του οχήματος. Το όχημα το είχε δει αρχικά σε απόσταση 20-25 μέτρων και στα 15 μέτρα έγινε η επαναστροφή. Είδε τις πινακίδες εγγραφής από μπροστά στα 15 μέτρα και μετά την επαναστροφή τις είδε και από το πίσω μέρος του οχήματος. Επικοινώνησε μέσω ασυρμάτου με το τηλεφωνικό κέντρο τροχαίας και ζήτησε τα στοιχεία του ιδιοκτήτη ώστε να τον φέρουν σε επαφή μέσω κινητού. Μίλησε τηλεφωνικά με κάποια κοπέλα που του ανέφερε ότι ονομάζεται Άννα Κλεοβούλου (η κατηγορούμενη δηλαδή) και του είπε ότι ήταν η ιδιοκτήτρια του οχήματος. Αρνήθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία την πληροφόρησε, δέχθηκε όμως ότι μόνο αυτή οδηγεί το όχημα. Την κάλεσε να προσέλθει στο σταθμό για να παραλάβει το εξώδικο που εξέδωσε αυτή όμως δεν παρουσιάστηκε. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 γραπτή αναφορά την οποία ετοίμασε τον Οκτώβριο του 2015, σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Επεσήμανε ότι λανθασμένα στην εν λόγω αναφορά αναφέρεται ότι επικοινώνησε με την κατηγορούμενη μετά την επιστροφή του στο σταθμό. Η επικοινωνία έγινε πρώτα αφού μίλησε με το τηλεφωνικό κέντρο μέσω ασυρμάτου. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω ολόκληρο (αυτολεξεί) το κείμενο της εν λόγω αναφοράς: «Σταθμεύω στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και είμαι αποσπασμένος στο Τμήμα Τροχαίας. Τις 10/7/12 το απόγευμα διενεργούσα στατικό έλεγχο τροχαίας στην οδό Πάφου στη Λεμεσό φέροντας την αστυνομική μου στολή. Περί η ώρα 17:13 , έκανα σήμα στην οδηγό τον αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΥΤ 325 να σταματήσει για έλεγχο . Αυτή αντί να συμμορφωθεί και πριν φθάσει ακριβώς στο σημείο που βρισκόμουν, προέβη σε παράνομη επαναστροφή και διέφυγε. Πρόσεξα ότι επρόκειτο για γυναίκα οδηγό που δεν έφερε ζώνη ασφαλείας. Επιστρέφοντας στο Σταθμό και αφού εντόπισα από το Σύστημα της Αστυνομίας την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΥΤ 325 που είναι η Άννα Κλεοβούλου. Της τηλεφώνησα στον τηλεφωνικό αριθμό 99961288 και της ανέφερα τα αδικήματα που διέπραξε, πεπεισμένος ότι επρόκειτο για την οδηγό. Η Άννα Κλεοβούλου (όπως μου συστήθηκε από το τηλέφωνο) μου ανέφερε ότι αυτή είναι η μόνη που οδηγά το αυτοκίνητο της και επέμεινε ότι είχα καταγράψει λάθος αριθμούς εγγραφής του οχήματος. Εγώ , ωστόσο, είμαι απόλυτα σίγουρος για το καταγγελθέν όχημα αφού ο τύπος και οι αριθμοί εγγραφής που κατέγραψα ανταποκρίνονταν πλήρως με την καταγραφή στο Σύστημα της Αστυνομίας και ουδεμία αμφιβολία υπάρχει ως προς τούτο. Ενημέρωσα την Κλεοβούλου ότι θα εξέδιδα εξώδικο και της ζήτησα να έρθει να το παραλάβει. Η ίδια με διαβεβαίωσε ότι δεν θα το πλήρωνε. Εκδόθηκε το εξώδικο με αριθμό Η6020000580 το οποίο δεν παρελήφθηκε από την Κλεοβούλου με αποτέλεσμα να μην πληρωθεί και να συμπληρωθεί ποινικός φάκελος. Χωρίς καμία πρόθεση δόλου και πεπεισμένος ότι το εν λόγω αυτοκίνητο οδηγείτο από την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του, δεν προέβηκα σε περαιτέρω εξετάσεις χωρίς, ωστόσο, να είμαι σε θέση να υποδείξω την οδηγό. Απολογούμαι για το λάθος μου να μην προβώ σε περαιτέρω εξετάσεις προς στοιχειοθέτηση της υπόθεσης και διαβεβαιώνω ότι τίποτε δεν έγινε εσκεμμένα ή και κακόκοβουλα. Δεν θα επαναληφθεί.» Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε κατά πόσο είχε ετοιμαστεί και άλλο σημείωμα σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Του υποβλήθηκε ότι στο εν λόγω σημείωμα ανέφερε επίσης ότι είχε επιστρέψει στο σταθμό και ακολούθως επικοινώνησε μαζί της. Ανέφερε ότι δε θυμόταν ούτε το σημείωμα ούτε τέτοια δήλωση. Αρνήθηκε υποβολή ότι ουδέποτε τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη σε σχέση με την υπόθεση. Ανέφερε ότι το εξώδικο έχει ισχύ 30 μέρες από την έκδοση του. Ο αστυνομικός που το εκδίδει δεν παρακολουθεί πότε θα σχηματιστεί ο ποινικός φάκελος. Όταν κληθούν για να δουν το φάκελο που έγινε για δικαστικούς σκοπούς είναι αργά πλέον για την καταβολή του εξωδίκου. Ανέφερε ακολούθως ότι ο ίδιος προέβη στη δημιουργία του ποινικού φακέλου Κατέγραψε τα γεγονότα στην πρόσοψη του φακέλου όπου γίνεται αναφορά στο εξώδικό αλλά όχι στο τηλεφώνημα. Ερωτηθείς κατά πόσο ήταν σημαντικό γεγονός στο οποίο έπρεπε να αναφερθεί, απάντησε ότι δεν μπορούσε να κρίνει ο ίδιος. Συνέταξε το Τεκμήριο 1 περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2015 λόγω αιτήματος που έγινε από τον Γενικό Εισαγγελέα. Η αναφορά ετοιμάστηκε στον προσωπικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή σύμφωνα με τα όσα θυμόταν και με βάση το εξώδικο το οποίο ήταν καταχωρημένο ηλεκτρονικά. Εξήγησε ότι, εκ παραδρομής στην αναφορά γράφτηκε ότι η τηλεφωνική επικοινωνία έγινε με την επιστροφή του στο σταθμό. Ως προς την αναφορά του ότι ήταν πεπεισμένος ότι επρόκειτο για την κατηγορούμενη οδηγό, εξήγησε ότι εννοούσε είχε ενδείξεις. Δεν θυμόταν το χρώμα ή τον τύπο του οχήματος, ανέφερε όμως ότι αυτά αναγράφονται στο εξώδικο. Την ίδια την κατηγορούμενη δεν τη γνωρίζει, ούτε μπορούσε να πει ότι ήταν αυτή η οδηγός. Υποπτευόταν ότι είδε γυναίκα, μπορεί όμως να ήταν και άνδρας. Ο λόγος που ανέφερε ότι ήταν γυναίκα στη μαρτυρία του και στην αναφορά του ήταν συμπέρασμα από τα λεχθέντα της ότι μόνο αυτή ήταν η οδηγός του οχήματος. Οι Εισηγήσεις των συνηγόρων Μετά το τέλος της υπόθεσης για τη Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος της κατηγορουμένης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης ώστε αυτή να κληθεί σε απολογία. Προέβαλε τις ακόλουθες θέσεις: 1. Δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση αφού δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Απουσιάζει παντελώς η βάση επί της οποίας μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. 2. Η μαρτυρία ήταν αναξιόπιστη και δεν συνδέεται καθόλου η κατηγορούμενη με τη διάπραξη των αδικημάτων. Από την πλευρά της, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης. Η θέση της ήταν ότι αποδείχθηκαν όλα τα συστατικά του αδικήματος και έχει συνδεθεί η κατηγορούμενη με τη διάπραξη τους. Νομική Πτυχή - Αρχές εξέτασης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133,145. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου (βλ. Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, Practice Note
(1962)1 All ER 448). Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191,198 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Δράκου, Ποιν. Εφέσεις 5-9/2012, 11/12/2012). Σχετική επίσης είναι η R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, η οποία υιοθετήθηκε στην Κυπριακή Νομολογία (βλ. Azinas v. Police, ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου, ανωτέρω, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191). Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα σε ελεύθερη μετάφραση (σελ. 1062): «Πως λοιπόν πρέπει ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση;
(1)Αν δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το κατ' ισχυρισμόν αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν υπάρχει δυσκολία. Ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση.
(2)Η δυσκολία προκύπτει όπου υπάρχει κάποια μαρτυρία, δεν είναι όμως αρκετά ισχυρή, επειδή π.χ. είναι εν γένει αδύνατη ή ασαφής ή επειδή είναι ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία, (α) Όπου ο δικαστής συμπεραίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, κρινόμενη στο απόγειο της, είναι τέτοια που οι ένορκοι ορθά καθοδηγούμενοι, δεν θα μπορούσαν να καταδικάσουν με βάση αυτή, αποτελεί υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση, να σταματήσει την υπόθεση, (β) Όπου όμως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της εξαρτάται από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα ενέπιπταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και από μια πιθανή θεώρηση των γεγονότων υπάρχει μαρτυρία με βάση την οποία οι ένορκοι θα μπορούσαν να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους[1].» Συμπεράσματα Έχοντας κατά νου τις προαναφερθείσες αρχές, ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 περιέχει θεμελιώδεις αντιφάσεις. Συγκεκριμένα:
- Στην αναφορά, Τεκμήριο 1, αναφέρει ξεκάθαρα ότι η οδηγός ήταν γυναίκα. Ακολούθως ανέφερε ότι ήταν πεπεισμένος ότι η κατηγορούμενη ήταν αυτή που οδηγούσε. Προφορικά όμως ανέφερε ότι δεν ήταν σίγουρος αν οδηγούσε γυναίκα ή άνδρας. Υποπτευόταν ότι ήταν γυναίκα.
- Δεν προέβη σε διερεύνηση των αδικημάτων. Από τη μια ανέφερε ότι ο αστυνομικός που προβαίνει στην έκδοση του εξωδίκου δεν παρακολουθεί τη διαδικασία δημιουργίας ποινικού φακέλου από την άλλη ανέφερε ότι ο ίδιος ετοίμασε τον ποινικό φάκελο και το σχετικό σημείωμα. Δεν αναζήτησε την κατηγορουμένη ώστε να της λάβει ανακριτική κατάθεση ούτε έδωσε ο ίδιος κατάθεση σε σχέση με τα διαδραματισθέντα έγκαιρα και μάλιστα ενώ, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, γνώριζε ότι η κατηγορουμένη αρνήθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων αλλά και την εξώδικη διευθέτηση.
- Προφορικά ανέφερε ότι ήλθε σε επαφή με το τηλεφωνικό κέντρο της τροχαίας μέσω ασυρμάτου και επικοινώνησε άμεσα με την κατηγορούμενη. Στο Τεκμήριο 1 που ετοιμάστηκε τον Οκτώβριο του 2015 αναφέρει ότι η επικοινωνία έγινε αφού επέστρεψε στο Σταθμό. Επισήμανε βέβαια ο ίδιος την αντίφαση, δεν έδωσε όμως εξήγηση γιατί το μνημονικό του σήμερα ήταν καλύτερο από τον Οκτώβριο του 2015 και μάλιστα χωρίς να κρατήσει οποιεσδήποτε σημειώσεις για τα συμβάντα. Στις σημειώσεις του στην πρόσοψη του φακέλου όσον αφορά τα γεγονότα, όπως ανέφερε ο ίδιος, γίνεται αναφορά στο εξώδικο αλλά όχι σε τηλεφώνημα. Υπό τις περιστάσεις κρίνω κατ' εφαρμογή του 2 (α) της Galbraith, ανωτέρω, ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, κρινόμενη στο απόγειο της, είναι τέτοια που ορθά καθοδηγούμενο Δικαστήριο, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει με βάση αυτή. Εμπεριέχει δηλαδή θεμελιώδεις αντιφάσεις που δεν μπορούν να στηρίξουν καταδίκη. Κατάληξη Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν περιθώρια να κληθεί η κατηγορούμενη σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Οι κατηγορίες απορρίπτονται και η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim/Prima Facie Case/Seat belt - Failure to comply with police direction -sign violation. Αναφορά: Ποινική/Ενδιάμεση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Ζώνη - Παράλειψη να συμμορφωθεί με οδηγίες αστυνομικού - παράβαση σήματος. [1] «How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο