← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Βαλεντίνα Κρόκου, Αρ. Υπόθεσης: 19494/12, 29/2/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Βαλεντίνα Κρόκου, Αρ. Υπόθεσης: 19494/12, 29/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B40 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19494/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Βαλεντίνα Κρόκου Ημερομηνία: 29.2.2016 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για την κατηγορούμενη: κ. Α. Αργυρού. Κατηγορούμενη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής υπό υπηρέτη, κατά παράβαση των άρθρων του 268 και 255 Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ως αυτές έχουν τροποποιηθεί, η κατηγορούμενη μεταξύ της 18ης Φεβρουαρίου 2011 και της 16ης Απριλίου 2011, στην Λεμεσό, ενώ ήταν υπάλληλος στο κατάστημα SALT & PEPPER της εταιρείας PROLIX LTD, έκλεψε το χρηματικό ποσό των €8.455, περιουσία της πιο πάνω εταιρείας. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 5 μάρτυρες. Δηλώθηκαν δε ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: · Η κατηγορούμενη στις 11.5.11, καταχώρησε εναντίον της PROLIX LTD, στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, την Αίτηση με αρ. 239/11, για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της. · Η εν λόγω Αίτηση επιδόθηκε στην Μ.Κ.5, στις 24.5.11, μέσω ιδιώτη επιδότη. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτή επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ.4845 Χάρης Μπέρου, του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα Στις 3.5.11 πήγε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού, ο Μάριος Σίσσαμος και κατήγγειλε την κατηγορούμενη, υπάλληλο του καταστήματος του με την επωνυμία SALT & PEPPER, ότι ενώ είχε στην κατοχή της το χρηματικό ποσό των €955, το οποίο προερχόταν από τις εισπράξεις του καταστήματος και όφειλε να προβεί σε κατάθεση στην τράπεζα, αμέλησε να το πράξει και πιθανόν να το οικειοποιήθηκε (βλ. τεκμήριο 4). Επίσης στις 18.5.11 ο Σίσσαμος κατήγγειλε ακόμα μία παρόμοια περίπτωση που αφορούσε το χρηματικό ποσό των €7.500, το οποίο ενώ η κατηγορούμενη είχε στην κατοχή της δεν προέβη σε σχετική κατάθεση στην τράπεζα. Την 12.6.11 ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τη κατηγορούμενη (τεκμήριο 2). Αργότερα την ίδια ημέρα κατηγόρησε αυτήν γραπτώς και αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο απάντησε «Δεν παραδέχομαι είναι ψέματα» (τεκμήριο 3). Περαιτέρω στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης ο μάρτυρας έλαβε καταθέσεις από την σύζυγο του Σίσσαμου, την λογίστρια της εταιρείας Στέλλα Ιορδάνους (τεκμήριο 5) και από δύο υπαλλήλους, τον Σταύρο Κωνσταντίνου (τεκμήριο 7) και κάποιο αλλοδαπό ονόματι Singh (τεκμήρια 6Α - 6Β). Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν έλαβε καταθέσεις από τον Χρίστο και την Αγγελίνα, τους οποίους ανέφερε η κατηγορούμενη στην κατάθεση της, ούτε ρώτησε κάποιον άλλον για αυτούς, καθότι από τις καταθέσεις που λήφθηκαν αυτοί δεν εμπλέκονταν στην υπόθεση εφόσον δεν ήταν παρόντες κατά την παραλαβή ή παράδοση χρημάτων. Ούτε από την Γεωργία Μαραθεύτη που αναφέρει ο Σίσσαμος στην πρώτη του κατάθεση, έλαβε κατάθεση καθότι για το συγκεκριμένο ποσό υπήρχαν άλλοι μάρτυρες. Δεν ερεύνησε ούτε για την εταιρεία Prolix Ltd στην οποία αναφέρθηκε η Ιορδάνους στην κατάθεση της, ούτε για την εμπορική επωνυμία Salt & Peper. Δεν ρώτησε οποιονδήποτε για την απόδειξη που ανέφερε ο Singh στην κατάθεση του ότι παρέδωσε στην κατηγορούμενη μαζί με το ποσό των €
  1. Όσον για το μπλοκ αποδείξεων που αναφέρεται σε άλλες καταθέσεις είπε ότι σύμφωνα με την Ιορδάνους αυτό βρισκόταν κυρίως στην κατοχή της κατηγορούμενης και ότι από έλεγχο που έγινε από το κατάστημα δεν εντοπίσθηκε. Δεν ρώτησε δε την κατηγορούμενη για το εν λόγω μπλοκ. Ούτε για την απόδειξη που ανέφερε ο Κωνσταντίνου στην κατάθεση του ρώτησε και πρόσθεσε ότι από τις καταθέσεις φαίνεται ότι αυτή δεν εντοπίζεται. Τέλος έκρινε ότι δεν χρειαζόταν να ζητήσει από την Ιορδάνους να του παραδώσει τα έντυπα της τράπεζας που εκείνη ανάφερε στην κατάθεση της καθότι θα τις παρουσίαζε η ίδια στο Δικαστήριο. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η υπεύθυνη του λογιστηρίου της παραπονούμενης εταιρείας PROLIX LTD, Στέλλα Ιορδάνους, η οποία ανέφερε βασικά τα ακόλουθα: Η παραπονούμενη διατηρεί καταστήματα με την εμπορική επωνυμία SALT & PEPPER, τα οποία ασχολούνται με την πώληση ειδών κατοικίας και επίπλων. Συγκεκριμένα έχει δυο καταστήματα στην Λεμεσό (το ένα για κουζίνες και άνοιξε τον Μάιο του 2011) και ένα Λευκωσία. Το λογιστήριο της εταιρείας βρίσκεται στο ένα από τα καταστήματα της Λεμεσού (στο εξής το επίδικο). Διευθυντής της εταιρείας είναι ο Μάριος Σίσσαμος με την σύζυγο του Γεωργία Σίσσαμου. Επίσης στην εταιρεία και συγκεκριμένα στο επίδικο κατάστημα εργάζεται ο Σταύρος Κωνσταντίνου ως υπεύθυνος του καταστήματος και προηγουμένως και η κατηγορούμενη, η οποία είχε ως καθήκοντα να συμβουλεύει τους πελάτες σε θέματα διακόσμησης και προώθησης των προϊόντων της εταιρείας, να βοηθά τον Σταύρο και να καταθέτει τα χρήματα της εταιρείας στις τράπεζες και συγκεκριμένα σε υποκαταστήματα της Λαϊκής Τράπεζας. Από έλεγχο που έγινε διαπιστώθηκε ότι σε δύο περιπτώσεις η κατηγορούμενη δεν κατέθεσε χρήματα, που προέρχονταν από πελάτες, στον λογαριασμό της εταιρείας. Η πρώτη περίπτωση αφορά συναλλαγή που έγινε την 17.2.11 για το ποσό των €7.
  2. Συγκεκριμένα αρχές Φεβρουαρίου 2011 η Ελένη Χ'Γεωργίου, κάτοικος Πάφου, μετέβη στο κατάστημα της εταιρείας στην Λευκωσία και προέβη σε παραγγελία για το ποσό των €14.
  3. Υπεύθυνη στο κατάστημα εκείνο ήταν η Γεωργία Μαραθεύτη. Για να προχωρήσει η παραγγελία η Χ'Γεωργίου πήγε στο επίδικο κατάστημα στην Λεμεσό στις 17.2.11 και έδωσε σαν προκαταβολή το ποσό των €7.500 σε μετρητά. Ο Σταύρος έκδωσε προς αυτήν την χειρόγραφη απόδειξη είσπραξης της εταιρείας με αρ.
  4. Επειδή τα χρήματα αφορούσαν το κατάστημα στην Λευκωσία δεν έγινε οποιαδήποτε καταχώρηση στο λογισμικό του καταστήματος στην Λεμεσό αφού είναι πολιτική της εταιρείας να διαχωρίζονται οι συναλλαγές για το κάθε κατάστημα. Το εν λόγω ποσό το πήρε ο Σταύρος και το φύλαξε με σκοπό να γίνει κατάθεση από την κατηγορούμενη την επόμενη ημέρα. Η κατηγορούμενη απουσίασε από την εργασία της με άδεια από τις 15.2.11 και επανήλθε στις 18.2.
  5. Κατά την απουσία της τόσο η μάρτυρας όσο και ο Σταύρος και η Γεωργία επικοινώνησαν μαζί της αρκετές φορές με σκοπό να πιάσει η μάρτυρας τα χρήματα - εισπράξεις του καταστήματος, που η κατηγορούμενη είχε στην κατοχή της για να τα κάνει κατάθεση. Οι εν λόγω εισπράξεις αφορούσαν άλλες συναλλαγές του καταστήματος και αντί η κατηγορούμενη να προέβαινε σε άμεση κατάθεση τους και να ενημερωθεί το λογισμικό, τα είχε στην κατοχή της για να τα καταθέσει αργότερα, κάτι που συνήθιζε. Αυτό συνέβαινε αρκετές φορές. Όταν η μάρτυρας μιλούσε με την κατηγορούμενη για το θέμα αυτό εκείνη έδινε διάφορες δικαιολογίες με σκοπό να αποφύγει να παραδώσει τα χρήματα. Επειδή όμως προέβαινε σε κατάθεση των χρημάτων έστω και μετά πάροδο λίγων ημερών αυτό περνούσε απαρατήρητο. Η μάρτυρας συνήθιζε να τις κάνει παρατηρήσεις για το θέμα, ότι θα ήταν καλύτερα να μην κρατά στην κατοχή της τα χρήματα. Από ότι πληροφορήθηκε η μάρτυρας στις 18.2.11 όταν η κατηγορούμενη επέστρεψε στην εργασία της ο Σταύρος στην παρουσία της Γεωργίας, της έδωσε το προαναφερθέν ποσό των €7.500 για να το κάνει κατάθεση. Εκείνη την ημέρα η κατηγορούμενη προέβη σε κατάθεση χρημάτων που είχε στην κατοχή της από εισπράξεις της εταιρείας στην τράπεζα. Μετά από 2-3 ημέρες παρέδωσε στην μάρτυρα τα σχετικά έντυπα κατάθεσης της τράπεζας. Η μάρτυρας έκανε έλεγχο στο σύστημα και είδε ότι όσο αφορούσε τις συναλλαγές της Λεμεσού ήταν ορθές με τις καταθέσεις. Όσο όμως αφορούσε τις €7.500 δεν μπορούσε να το ελέγξει και να ενημερωθεί αφού ήταν για την Λευκωσία και δεν στάληκε εκεί με φαξ ώστε να μπορέσει η κοπέλα να το περάσει στο λογισμικό. Η κατηγορούμενη όφειλε από την στιγμή που έκανε την κατάθεση να ενημερώσει την Λευκωσία ότι έγινε αυτή και να τους αποστείλει το σχετικό έντυπο μαζί με την απόδειξη είσπραξης για να ξεκαθαρίσει η συναλλαγή. Αυτό όμως δεν έγινε. Η παραγγελία της Χ'Γεωργίου προχώρησε κανονικά και στις 9.5.11 όταν έφθασε η μέρα για να της παραδοθούν τα προϊόντα διαπιστώθηκε ότι το ποσό των €7.500 δεν έγινε κατάθεση και στο λογισμικό της Λευκωσίας και εκκρεμούσε ολόκληρο το ποσό της παραγγελίας δηλαδή €14.
  6. Όσον αφορά το μπλοκ αποδείξεων είσπραξης από το οποίο εκδόθηκε η απόδειξη με αρ. 02498, αυτό κυρίως το είχε στην κατοχή της η κατηγορούμενη αφού το έπιανε για να εισπράξει από πελάτες εκτός καταστήματος. Από έλεγχο που έγινε στο κατάστημα αυτό δεν εντοπίσθηκε. Είχαν όμως αντίγραφο της σχετικής απόδειξης (τεκμήριο 8) που τους έστειλε με φαξ η πελάτης τους. Όσον αφορά τα χρήματα που κατέθεσε η κατηγορούμενη στις 18.2.11 κατέθεσε και εξήγησε δύο καταστάσεις της τράπεζας για τον λογαριασμό της παραπονούμενης εταιρείας, μια για την Λευκωσία (τεκμήριο 12) και μια για την Λεμεσό (τεκμήριο 13). Σύμφωνα με την μάρτυρα στις 18.2.11 η μόνη κατάθεση που έγινε για τη Λευκωσία έγινε μέσω της visa της JCC. Η κατηγορούμενη εκείνη την ημέρα έκανε κατάθεση σε σχέση με προηγούμενες εισπράξεις σε μετρητά που είχαν και συγκεκριμένα για τις ημερομηνίες 22.1.11, 1.2.11, 2.2.11, 8.2.11, 10.2.11 και 11.2.11 για €8, €100, €681, €270, €144 και €1.439 αντίστοιχα. Επίσης κατέθεσε ως τεκμήριο 14 έγγραφο με τις εισπράξεις σε μετρητά, το οποίο βγήκε ταυτόχρονα και αυτόματα από τον υπολογιστή. Η δεύτερη περίπτωση αφορούσε το ποσό των €
  7. Συγκεκριμένα στις 16.4.11 το επίδικο κατάστημα είχε εισπράξει σε μετρητά το ποσό των €2.955 από δύο πελάτες. Η μία ήταν για €2.000 και η άλλη για το ποσό των €
  8. Το ποσό των €955 αφορούσε αγορές από το κατάστημα στην Λευκωσία από την πελάτισσα Τόνια Κυριάκου, η οποία πλήρωσε στις 15.4.11 και της εκδόθηκε χειρόγραφη απόδειξη είσπραξης με αρ. 02610 για το ποσό των €955 (τεκμήριο 9), από τον πρόσωπο που παρέλαβε τα χρήματα δηλ. τον μεταφορέα της παραπονούμενης εταιρείας, Singh. Ο Singh παρέδωσε τα χρήματα στην παρουσία της μάρτυρος, στην κατηγορούμενη στις 16.4.11 για να τα κάνει κατάθεση. Η σχετική απόδειξη στάληκε με το φαξ στην Λευκωσία στις 16.4.11 και ταυτόχρονα ενημερώθηκε το λογισμικό. Μετά από αυτό έπρεπε να γίνει η κατάθεση έτσι ώστε να κλείσει το υπόλοιπο. Για τις €2.000 ήταν αγορές από την Άννα Παπαμιχαήλ που έγιναν από το κατάστημα στην Λεμεσό στις 16.4.
  9. Σε αυτήν εκδόθηκε απόδειξη με αρ. 50003001 από τον υπολογιστή. Σε σχέση με αυτό αρχικά η κατηγορούμενη της είπε ότι έκανε τις καταθέσεις και η μάρτυρας της είπε ότι έκανε έλεγχο μέσω του προγράμματος στην τράπεζα και δεν έγιναν οι καταθέσεις. Η κατηγορούμενη απολογήθηκε αναφέροντας ότι θα τις κάνει το συντομότερο καθώς τα ξέχασε σε άλλη τσάντα της και έλεγε κάποιες δικαιολογίες. Στις 21.4.11 η κατηγορούμενη έκανε 4 καταθέσεις για ποσά που αφορούσαν άλλες εισπράξεις αλλά όχι του ποσού των €2.
  10. Είπε δε στην μάρτυρα ότι σε μία κατάθεση υπήρχαν €50 περισσότερα από την είσπραξη και δεν γνώριζε από πού προήλθαν. Όταν η μάρτυρας έκανε έλεγχο διαπίστωσε ότι τα €50 προέρχονταν από τις €2.000 που τα είχε στην κατοχή της η κατηγορούμενη (κατέθεσε σχετικά τα τεκμήρια 10 και 11). Στην παρουσία του Σταύρου έγινε στην κατηγορούμενη γενικά παρατήρηση ότι έπρεπε να προβαίνει καθημερινά σε καταθέσεις των χρημάτων και να μην τα κρατά στην κατοχή της για να μην γίνονται λάθη. Επίσης η μάρτυρας της είπε ότι υπολείπεται η κατάθεση για τα €1.950 και ότι έπρεπε να της την παρουσιάσει. Η κατηγορούμενη της είπε ότι έκανε την κατάθεση αλλά δεν την είχε στην κατοχή της. Η μάρτυρας της ζήτησε επιτακτικά να της την παρουσιάσει μετά τις εορτές του Πάσχα δηλαδή στις 27.4.
  11. Στις 27.4.11 η κατηγορούμενη δεν παρουσίασε την κατάθεση και αφού η μάρτυρας ενημέρωσε τον Σταύρο εκείνος έκανε αυστηρή παρατήρηση στην κατηγορούμενη και της ζήτησε να διευθετήσει την εκκρεμότητα εντός της ημέρας. Την ίδια ημέρα αργότερα η κατηγορούμενη παρουσίασε στην μάρτυρα κατάθεση για €1.
  12. Η Γεωργία όταν το έμαθε θύμωσε και η κατηγορούμενη της ανέφερε ότι τα χρήματα τα είχε στην κατοχή της και τα έχασε και αναγκαστικά δανείστηκε το πιο πάνω ποσό από τον πατέρα της με σκοπό να κάνει την κατάθεση. Μετά από συζήτηση που είχαν με την Γεωργία η τελευταία ζήτησε από την κατηγορούμενη να φύγει από την εργασία. Για την περίπτωση των €955, η κατηγορούμενη όφειλε να στείλει με φαξ στην Λευκωσία την απόδειξη είσπραξης για να ενημερωθούν και με την πρώτη ευκαιρία όταν θα προέβαινε στην κατάθεση των αντίστοιχων χρημάτων στην τράπεζα να έστελνε και το έντυπο κατάθεσης. Η Γεωργία, μετά που απέλυσε την κατηγορούμενη ζήτησε από την μάρτυρα να δουν τι εκκρεμότητα υπάρχει και διαπιστώθηκε ότι δεν έγινε κατάθεση για τα €955 κάτι που επιβεβαιώθηκε από την Μαραθεύτη στο κατάστημα της Λευκωσίας. Όσον αφορά τις διαδικασίες που ακολουθούνται στα καταστήματα της παραπονούμενης για τις εισπράξεις και τις καταθέσεις είπε ότι: Όσον αφορά την Λεμεσό όταν πήγαινε κάποιος πελάτης αφού έκλεινε την παραγγελία και έδινε προκαταβολή, ο υπάλληλος περνούσε το ποσό που είσπραξε στον λογαριασμό του πελάτη στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, έβγαινε αυτόματα απόδειξη και ενημερωνόταν το σύστημα. Αυτά τα χρήματα είναι υπό την ευθύνη της Γεωργίας, του Μάριου και του Σταύρου. Τα χρήματα δίνονταν στην κατηγορούμενη για να γίνει η κατάθεση. Γινόταν ξεχωριστή κατάθεση στην τράπεζα για κάθε πελάτη. Σε περίπτωση που η τράπεζα ήταν κλειστή, τα χρήματα φυλάγονταν από τη Γεωργία, τον Μάριο και τον Σταύρο και τα έδιναν στη κατηγορούμενη την επόμενη το πρωί για να γίνει η κατάθεση. Ενώ όσον αφορά την Λευκωσία η διαδικασία ήταν διαφορετική. Εάν κάποιος πελάτης προέβαινε σε πληρωμή στο κατάστημα στη Λεμεσό, εκεί του εκδιδόταν χειρόγραφη απόδειξη, γινόταν κατάθεση των χρημάτων και είχε εντολή η κατηγορούμενη να στείλει με φαξ την κατάθεση και την απόδειξη για να περαστούν από την Λευκωσία στο λογισμικό της εταιρείας. Η μάρτυρας έκανε έλεγχο στα ταμεία για την κάθε κοπέλα ξεχωριστά. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Σταύρος Κωνσταντίνου, υπεύθυνος του καταστήματος όπου εργαζόταν η κατηγορούμενη, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Εργάζεται στο επίδικο κατάστημα στην Λεμεσό, ως υπεύθυνος αυτού. Ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι να εξυπηρετεί τους πελάτες, να ετοιμάζει παραγγελίες, να ετοιμάζει και να παρουσιάζει σχέδια στους πελάτες σε ηλεκτρονική μορφή και να επιλαμβάνεται συνήθως των εισπράξεων του καταστήματος κάτι το οποίο μπορούσε να κάνει και η κατηγορούμενη. Η κατηγορούμενη επίσης εξυπηρετούσε ενώ είχε και την αρμοδιότητα να προβαίνει στις καταθέσεις των χρημάτων της εταιρείας στην τράπεζα. Στις 17.2.11 πήγε στο κατάστημα η Ελένη Χ'Γεωργίου, η οποία διαμένει στην Πάφο και ήθελε να δώσει προκαταβολή σχετικά με παραγγελία που έκανε στο κατάστημα της εταιρείας στην Λευκωσία. Συγκεκριμένα η παραγγελία ήταν για €14.500 και η Χ'Γεωργίου θα έδινε προκαταβολή το ποσό των €7.500 σε μετρητά. Εκείνη την ημέρα στο κατάστημα ήταν ο ίδιος και η Γεωργία καθώς η κατηγορούμενη απουσίαζε λόγω άδειας ασθενείας. Ο μάρτυρας εισέπραξε τα χρήματα στην παρουσία της Γεωργίας και έκδωσε στην Χ'Γεωργίου μία χειρόγραφη απόδειξη είσπραξης της εταιρείας με αρ.
  13. Την ίδια ημέρα ο μάρτυρας ενημέρωσε την Μαραθεύτη, στο κατάστημα στην Λευκωσία και τα χρήματα τα φύλαξε μαζί με την απόδειξη στο κατάστημα. Για συναλλαγές που αφορά το κατάστημα στην Λευκωσία δεν ενημερώνεται το λογιστήριο της εταιρείας αφού διατηρούν ξεχωριστούς λογαριασμούς σε Λεμεσό και Λευκωσία. Όταν θα γινόταν η κατάθεση στην τράπεζα τότε η Στέλλα θα προχωρούσε στην ενημέρωση του λογισμικού και θα ενημέρωνε σχετικά την Λευκωσία. Η Στέλλα δεν ενημερώθηκε αυθημερόν για την είσπραξη των χρημάτων. Την επομένη 18.2.11 όταν πήγε η κατηγορούμενη δουλειά, η Γεωργία της έκανε παρατήρηση για το γεγονός ότι είχε στην κατοχή της χρήματα της εταιρείας που αφορούσαν εισπράξεις προηγούμενων ημερών και δεν προέβη στην έγκαιρη κατάθεση τους. Η Γεωργία ζήτησε από την κατηγορούμενη να μην επαναληφθεί τέτοιο περιστατικό. Εκείνη την ημέρα στην παρουσία της Γεωργίας ο μάρτυρας έδωσε στην κατηγορούμενη τις €7.500 μαζί με την απόδειξη είσπραξης για να γνωρίζει το ποσό της κατάθεσης που έπρεπε να κάνει. Η κατηγορούμενη όφειλε μετά που έκανε τις καταθέσεις να ετοιμάσει τα έντυπα καταθέσεων που έκανε ανάλογα με τα ποσά που είχε στην κατοχή της και τις αποδείξεις εισπράξεων και να τα παραδώσει στην Στέλλα για ενημέρωση. Για τις €7.500 έγινε ξανά θέμα στις 9.5.11 όταν η Χ'Γεωργίου ενημερώθηκε για το ότι ήταν έτοιμη η παραγγελία της για παράδοση. Όταν από την Λευκωσία της ανέφεραν ότι όφειλε το ποσό των €14.500 αυτή τους είπε ότι έχει στην κατοχή της απόδειξη είσπραξης της εταιρείας για €7.500 τα οποία έδωσε στην Λεμεσό. Η Γεωργία όταν είδε την απόδειξη (τεκμήριο 8) που έστειλε μέσω φαξ η Χ'Γεωργίου θυμήθηκε ότι τα χρήματα τα εισέπραξε ο μάρτυρας και την επόμενη ημέρα στην παρουσία της ιδίας τα έδωσε στην κατηγορούμενη Βαλεντίνα να προχωρήσει στην κατάθεσή τους. Όταν ενημερώθηκε για αυτό η κατηγορούμενη ανέφερε ότι δεν παρέλαβε το πιο πάνω ποσό. Όσον αφορά την απόδειξη που έκδωσε στην Χ'Γεωργίου, είπε ότι στο μπλοκ αποδείξεων υπήρχε μια άσπρη απόδειξη, την οποία έδιναν στον πελάτη και από κάτω έβγαινε αντίτυπη απόδειξη για να είναι ενημερωμένοι τι εισέπραξαν από κάθε πελάτη. Αυτή την απόδειξη την έβαζαν μαζί με τα λεφτά που εισέπρατταν και τα έδιναν στην κατηγορούμενη όταν θα πήγαινε να κάνει κατάθεση για να γνωρίζει το ποσό που έπρεπε να κάνει κατάθεση για το κατάστημα της Λευκωσίας. Από ότι ενημερώθηκε μετά, το μπλοκ αποδείξεων από το οποίο έκδωσε την πιο πάνω απόδειξη, δεν το βρήκαν στο κατάστημα. Όσον αφορά το ποσό των €955 είπε ότι οι παραδόσεις πελατών της Λευκωσίας συντονίζονταν από το κατάστημα της Λευκωσίας και ο άνθρωπος που έκανε την παράδοση μπορούσε να περάσει από το κατάστημα ανάλογα με την περιοχή εκείνη την ώρα. Αν δεν προλάβαινε το κατάστημα, τα λεφτά παραδίδονταν στο κατάστημα στη Λεμεσό. Έτσι στις 15.4.11 ο Singh, ο υπάλληλος που μεταφέρει τα εμπορεύματα στα σπίτια των πελατών, εισέπραξε το ποσό των €955 από μια πελάτισσα στην Λευκωσία. Επειδή όμως ήταν αργά, τα χρήματα μαζί με την απόδειξη είσπραξης τα παρέδωσε στην κατηγορούμενη στην Λεμεσό την επόμενη μέρα. Κατά την παράδοση των χρημάτων ήταν παρών τόσο ο μάρτυρας όσο και η Στέλλα. Αναγνώρισε δε το τεκμήριο 9 ως την απόδειξη που παραδόθηκε σε σχέση με το πιο πάνω ποσό μαζί με το ποσό. Για αυτήν την περίπτωση ενημερώθηκε η Λευκωσία και τους στάλθηκε η απόδειξη για ενημέρωση. Από ότι ο μάρτυρας πληροφορήθηκε αργότερα η κατηγορούμενη δεν προέβη σε κατάθεση των χρήματων. Δεν γνωρίζει που βρίσκεται το μπλοκ των αποδείξεων της συγκεκριμένης απόδειξης αλλά είπε ότι την πρωτότυπη απόδειξη την δίνουν στον πελάτη και την κίτρινη την έχουν αυτοί. Τόσο ο μάρτυρας όσο και η Γεωργία πολλές φορές ζήτησαν από την κατηγορούμενη να είναι πιο συνεπής όσον αφορά τις καταθέσεις των εισπράξεων της εταιρείας για να ενημερώνεται έγκαιρα το λογιστήριο. Η κατηγορούμενη όμως αργούσε να κάνει τις καταθέσεις παρά το γεγονός ότι κατά την συνομιλία τους ανέφερε ότι έχουν δίκαιο και θα προσπαθούσε να μην το επαναλάβει. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Μάριος Σίσσαμος, διευθυντής και μοναδικός μέτοχος της παραπονούμενης εταιρείας PROLIX LTD, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Η εταιρεία είναι περιορισμένης ευθύνης και ιδιοκτήτρια του επίδικου καταστήματος με την εμπορική επωνυμία «SALT & PEPPER». Στο κατάστημα εργαζόταν κατά τους επίδικους χρόνους ο ίδιος, η γυναίκα του Γεωργία Σίσσαμου, η κατηγορούμενη ως πωλήτρια και υπεύθυνη του ταμείου, η Στέλλα Ιορδάνους ως λογίστρια και ο Σταύρος Κωνσταντίνου ως υπεύθυνος καταστήματος. Ο ρόλος της κατηγορούμενης ήταν η εξυπηρέτηση των πελατών ενώ είχε και την ευθύνη για την κατάθεση των χρημάτων που αφορούσαν τις εισπράξεις του καταστήματος. Κατάθεση εκ μέρους της γινόταν οποιαδήποτε ημέρα της εβδομάδας εφόσον υπήρχαν εισπράξεις στο κατάστημα και σε συνεργασία με τον Σταύρο γινόταν έλεγχος των χρημάτων με τις αποδείξεις εισπράξεων και αφού έπιανε τα χρήματα τα έπαιρνε για κατάθεση. Ενημερώθηκε δε από τους συνεργάτες του ότι η κατηγορούμενη ορισμένες φορές μέσα σε διάστημα 3-4 μηνών πριν την καταγγελία ενώ έπιανε τα χρήματα για να κάνει κατάθεση δεν το έπραττε την ίδια ημέρα αλλά περνούσαν 2-3 μέρες και μετά. Της έγιναν σχετικές παρατηρήσεις αλλά επειδή πάντα προέβαινε στις καταθέσεις δεν δημιουργείτο οποιοδήποτε πρόβλημα. Παρατήρηση της έγινε και από τον μάρτυρα και εκείνη τον διαβεβαίωσε ότι θα σταματούσε να καθυστερεί και έτσι συνέχισαν με την ίδια διαδικασία. Η κατηγορούμενη ήταν άνθρωπος που ο μάρτυρας της είχε εμπιστοσύνη. Όσον αφορά τα επίδικα στην παρούσα ποσά ο μάρτυρας δεν ήταν παρών αλλά ενημερώθηκε για το τι έγινε από τους συνεργάτες του Σταύρο, Στέλλα και τη σύζυγο του Γεωργία και προέβηκε στις καταγγελίες. Συγκεκριμένα ενημερώθηκε ότι: Στις 16.4.11 ημέρα Σάββατο το κατάστημα είχε εισπράξεις ύψους €2.955 σε μετρητά και άλλες με επιταγές. Το ποσό των €2.955 προερχόταν από δυο εισπράξεις €2.000 και €955 αντίστοιχα. Σύμφωνα με την Στέλλα, η κατηγορούμενη δεν προέβη σε κατάθεση του πιο πάνω ποσού τις επόμενες μέρες αλλά στις 27.4.11 παρουσίασε έντυπο κατάθεσης των χρημάτων για €1.950 δηλαδή υπολείπετο το ποσό των €
  14. Δεν γνωρίζει ο μάρτυρας εάν η κατηγορούμενη πήρε τα χρήματα από το Σάββατο 16.4.11 ή τη Δευτέρα 18.4.
  15. Επίσης δεν γνωρίζει τι καταθέσεις έκανε η κατηγορούμενη από τις 18.4.11 μέχρι τις 27.4.11 και τι ποσό αφορούσαν. Αυτές τις λεπτομέρειες τις γνωρίζει η λογίστρια η Στέλλα. Ερωτηθείσα η κατηγορούμενη για αυτή την χρηματική διαφορά ισχυρίστηκε ότι στην κατοχή της είχε το ποσό των €1.950 μόνο, το οποίο απώλεσε χωρίς να αναφέρει περισσότερες λεπτομέρειες και ότι δανείστηκε το ποσό των €1.950 από τον πατέρα της. Για τα υπόλοιπα €955 αρνήθηκε ότι τα πήρε και δήλωσε πλήρη άγνοια. Για το ποσό των €955 το οποίο αφορούσε είσπραξη του καταστήματος στη Λευκωσία, μπορεί να επιβεβαιώσει η υπεύθυνη του καταστήματος Γεωργία Μαραθεύτου ότι η κατηγορούμενη σε επικοινωνία μαζί της την ενημέρωσε ότι έχει στην κατοχή της το ποσό αυτό το οποίο θα το κατέθετε την ίδια ημέρα. Στις 28.4.11 η κατηγορούμενη σταμάτησε να εργάζεται για την παραπονούμενη εταιρεία κατόπιν εισήγησης τους. Περαιτέρω στις 11.5.11 ο υπεύθυνος του καταστήματος στην Λευκωσία, Μάριος επικοινώνησε με την πελάτισσα Ελένη Χ'Γεωργίου, η οποία διαμένει στην Πάφο, με σκοπό να την ενημερώσει ότι τα προϊόντα της παραγγελίας της ήταν έτοιμα για παράδοση. Ο Μάριος ενημέρωσε την πελάτισσα ότι το ποσό της παραγγελίας είναι €14.
  16. Τότε εκείνη του ανάφερε ότι είχε δώσει σαν προκαταβολή το χρηματικό ποσό των €7.500 σε μετρητά σε υπάλληλο του καταστήματος στην Λεμεσό και για τούτο είχε απόδειξη είσπραξης στην κατοχή της. Στην συνέχεια η πελάτισσα μέσω fax τους έστειλε την απόδειξη είσπραξης της εταιρεία με αρ. 02498 και ημερομηνία 17.2.
  17. Όντως επρόκειτο για απόδειξη της εταιρείας συμπληρωμένη από τον Σταύρο Κωνσταντίνου. Ο μάρτυρας μίλησε με τον Σταύρο, ο οποίος αναγνώρισε τα γράμματα του και επιβεβαίωσε ότι τη συγκεκριμένη μέρα είσπραξε το ποσό των €7.500 από την εν λόγω πελάτισσα έναντι του ποσού των €14.
  18. Παρούσα ήταν και η Γεωργία. Λόγω του ότι η προκαταβολή αφορούσε πωλήσεις του καταστήματος στην Λευκωσία, στην Λεμεσό δεν έγινε οποιαδήποτε εγγραφή στα βιβλία παρά μόνο στο μπλοκ αποδείξεων είσπραξης. Όπως ο Σταύρος ανάφερε περαιτέρω στον μάρτυρα, την επόμενη ημέρα παρέδωσε τα χρήματα αυτά στην κατηγορούμενη με σκοπό να τα κάνει κατάθεση. Από έλεγχο μέσω της τράπεζας διαπιστώθηκε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα δεν έγινε κατάθεση για το ποσό των €7.500 αλλά έγιναν άλλες καταθέσεις που αφορούσαν το κατάστημα της Λεμεσού. Σε συνομιλία του μάρτυρα με τον υπεύθυνο του καταστήματος στη Λευκωσία, ο τελευταίος του επιβεβαίωσε ότι δεν υπάρχει τραπεζικό έντυπο κατάθεσης για το ποσό των €7.
  19. Το συγκεκριμένο μπλοκ αποδείξεως είσπραξης της εταιρείας από το οποίο εκδόθηκε η απόδειξη αρ. 02498, όπως ενημερώθηκε χάθηκε. Με αυτό το μπλοκ είχε επαφή τόσο η κατηγορούμενη όσο και οι άλλοι υπάλληλοι του. Στο κατάστημα εργαζόταν και καθαρίστρια η οποία καθάριζε 1-2 φορές την εβδομάδα. Επίσης στο κατάστημα για κάποιους μήνες που δεν θυμάται εάν περιλάμβανε και τους επίδικους στην παρούσα χρόνους, βρίσκονταν για εκπαίδευση άλλα δύο άτομα ονόματι Χρίστος και Αγγελίνα, τα οποία εργοδοτούνταν από άλλη εταιρεία του. Η κατηγορούμενη ξεκίνησε την εργασία της στο κατάστημα τον Σεπτέμβριο του
  20. Σταμάτησε την εργασία της εκεί το 2011 αλλά δεν θυμάται ακριβώς την ημερομηνία. Γνωρίζει ότι κατά καιρούς, συμπεριλαμβανομένων των επίδικων στην παρούσα, φυλάγονταν χρήματα από εισπράξεις του καταστήματος στην αποθήκη σε συγκεκριμένο χάρτινο κουτί. Το έκαναν αυτό για λόγους ασφάλειας εφόσον έκριναν αυτό ως προτιμότερο από ένα χρηματοκιβώτιο καθότι θα ήταν αδύνατο ή δύσκολο κάποιος κλέφτης να ψάξει τα 1.000 και πλέον κουτιά που υπήρχαν εκεί και να εντοπίσει σε ποιο φυλάγονταν τα χρήματα. Η εν λόγω αποθήκη δεν ήταν κλειδωμένη και εκεί είχε πρόσβαση, κατά τις ώρες εργασίας, όλο το μόνιμο προσωπικό του καταστήματος αλλά όχι οι πελάτες. Έκανε την καταγγελία εφόσον από τα όσα του ανέφεραν οι συνεργάτες του τα χρήματα παραδόθηκαν στην κατηγορούμενη και μετά χάθηκαν. Μετά που έγινε αντιληπτή η απώλεια των €7.500 και πριν κάνει την καταγγελία ο μάρτυρας είχε επικοινωνία με την κατηγορούμενη και τον πατέρα της με τον οποίο είχε και συνάντηση για να ξεκαθαρίσουν την υπόθεση, να επιστρέψει τα λεφτά χωρίς να χρειαστεί να κάνει καταγγελία. Ενημέρωσε τον πατέρα της για το τι συνέβη και του εξήγησε ότι πρέπει να βρεθεί κάποια λύση για να μην πάνε στα Δικαστήρια. Έκαναν και μια προφορική συμφωνία. Συγκεκριμένα ως ένδειξη καλής θέλησης αφαίρεσε το μισό ποσό για να το επιστρέψουν, ο πατέρας της κατηγορούμενης συμφώνησε να τους φέρει τα λεφτά και να κλείσει η υπόθεση αλλά η συμφωνία δεν τηρήθηκε από πλευράς της κατηγορούμενης. Δεν θυμόταν όμως πότε έγινε αυτή η συμφωνία. Δέχθηκε ότι στις 11.5.11 καταχωρήθηκε εναντίον της εταιρείας του στο Δικαστήριο Εργατικών Διάφορων αίτηση που αφορά τον παράνομο τερματισμό της εργασίας της κατηγορούμενης. Στη συνάντηση που είχε με τον πατέρα της κατηγορούμενης του ανέφερε ότι σε περίπτωση που επέλθει διακανονισμός μεταξύ τους και η κατηγορούμενη έδινε και τα λεφτά θα απέσυρε και αυτός τις κατηγορίες εναντίον της και εκείνη τις όποιες κατηγορίες εναντίον του μάρτυρα. Δεν είπε κατά την συνάντηση τους στον πατέρα της κατηγορούμενης «Δεν είπα εγώ ότι τα έκλεψε η Βαλεντίνα». Συνάντηση είχε και με τον σύζυγο της κατηγορούμενης στην οποία επίσης συζήτησαν το θέμα. Δεν είπε στον σύζυγο της «Δεν ξέρω αν τα έπιασε η Βαλεντίνα». Σε επικοινωνία που είχε με την κατηγορούμενη τόσο μετά που ανακάλυψαν το θέμα με το πρώτο ποσό όσο και μετά που ανακάλυψαν για το δεύτερο ποσό εκείνη είπε ότι δεν πήρε τα χρήματα. Δεν δέχθηκε ότι όσον αφορά τις €7.500 πήρε τηλέφωνο την κατηγορουμένη και τη ρώτησε εάν έχει κάτι υπόψη της και εκείνη του απάντησε «Εγώ ήμουν με άδεια έλειπα» και αυτός της απάντησε «Αφού έλειπες αλλάζει το πράμα». Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε η Γεωργία Σίσσαμου, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Είναι ιδιοκτήτρια, με τον σύζυγο της Μάριο, του καταστήματος με την επωνυμία Salt & Pepper που βρίσκεται στην οδό Γρίβα Διγενή αρ. 91 στον Άγιο Νικόλαο στην Λεμεσό. Το κατάστημα ασχολείται με πώληση ειδών κατοικίας και επίπλων. Στο κατάστημα είναι κυρίως υπεύθυνη η ίδια ενώ εκεί εργάζονται ο Σταύρος Κωνσταντίνου, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την εξυπηρέτηση πελατών και η Στέλλα Ιορδάνους, η οποία είναι η λογίστρια. Επίσης για τις παραδόσεις των επίπλων κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ο Singh από την Ινδία. Από το 2009 περίπου εργαζόταν στο κατάστημα και η κατηγορούμενη, η οποία ασχολείτο με την εξυπηρέτηση πελατών ενώ προέβαινε και στις καταθέσεις των εισπράξεων του καταστήματος, στην τράπεζα. Η κατηγορούμενη σταμάτησε από την εργασία της στις 27.4.
  21. Από τον Μάρτιο του 2011 περίπου παρατηρήθηκε από την κατηγορούμενη κάποια καθυστέρηση στην κατάθεση χρημάτων των εισπράξεων του καταστήματος. Όταν η μάρτυρας της ζητούσε τον λόγο για την καθυστέρηση των καταθέσεων η κατηγορούμενη της έλεγε διάφορες δικαιολογίες ότι καθυστέρησε να πάει στην τράπεζα ή ότι κάποιος τραπεζικός ήταν ενοχλητικός μαζί της και έπρεπε να αλλάζει υποκατάστημα. Όταν η κατηγορούμενη δεν έκαμνε τις καταθέσεις έγκαιρα, είχε τα χρήματα της εταιρείας στην κατοχή της πράγμα για το οποίο η μάρτυρας δεν συμφωνούσε και πολλές φορές τις έκαμνε παρατηρήσεις. Στις 17.2.11 πήγε στο κατάστημα τους η Ελένη X"Γεωργίου και τους έδωσε σε μετρητά το ποσό των €7.500, το οποίο αφορούσε προκαταβολή για το ποσό των €14.500 από αγορά στο κατάστημα τους στη Λευκωσία. Η Ελένη παρέδωσε το πιο πάνω ποσό στην μάρτυρα και στον Σταύρο που ήταν παρών. Στην Ελένη εκδόθηκε χειρόγραφη απόδειξη της εταιρείας από μπλοκ το οποίο αργότερα χάθηκε. Η κατηγορούμενη εκείνη την ημέρα απουσίαζε λόγω ασθενείας και πήγε στην δουλειά την επόμενη μέρα δηλαδή 18.2.
  22. Τα χρήματα όταν εισπράχθηκαν τα έβαλε η μάρτυρας σε χάρτινο κιβώτιο στην αποθήκη του καταστήματος όπως συνήθιζαν να κάνουν με τις εισπράξεις της κάθε ημέρας. Την επόμενη ημέρα η κατηγορούμενη πήγε στην εργασία και λόγω του ότι κρατούσε ήδη εισπράξεις από τις προηγούμενες ημέρες μάρτυρας της ζήτησε να πάει να τις κάνει κατάθεση. Προτού όμως πάει, ο Σταύρος έδωσε στην κατηγορούμενη στην παρουσία της μάρτυρος τον φάκελο των εισπράξεων της προηγούμενης ημέρας που μέσα ήταν οι προαναφερόμενες €7.500 και της εξήγησε τι αφορούσε. Τα χρήματα ήταν μέσα στο φάκελο και φαίνονται αφού αυτός είναι διάφανος. Η κατηγορούμενη έφυγε και όταν επέστρεψε, ο Σταύρος την ρώτησε εάν έκανε τις καταθέσεις. Εκείνη του απάντησε ότι έκανε αρκετές καταθέσεις και ήταν συγχυσμένη και ότι θα πήγαινε στην Στέλλα την λογίστρια για να τα ξεκαθαρίσει. Έτσι η μάρτυρας έμεινε ήσυχη ότι οι καταθέσεις έγιναν κανονικά. Αρχές Μαΐου 2011, λίγες μέρες μετά που απολύθηκε η κατηγορούμενη, πληροφορήθηκαν από το γραφείο τους στην Λευκωσία ότι η κατάθεση των προαναφερόμενων €7.500 δεν έγινε. Δηλαδή παρέμεινε το αρχικό υπόλοιπο των €14.500 παρά το γεγονός ότι η πελάτης τους πλήρωσε τις €7.
  23. Συγκεκριμένα τότε η υπάλληλος της Λευκωσίας τηλεφώνησε στην πελάτισσα για να καταχωρήσει την παράδοση της και της είπε το υπόλοιπο του που πρέπει να πληρώσει όπως συνήθιζαν. Η υπάλληλος της Λευκωσίας είδε ότι μέσα στο σύστημα της δεν είχε προκαταβολή και είπε στην πελάτισσα ότι χρωστά €14.
  24. Η πελάτισσα της είπε ότι είχε πάει στην Λεμεσό και πήρε τα λεφτά και είχε και την απόδειξη. Τότε η υπάλληλος της Λευκωσίας τους τηλεφώνησε και τους είπε τι έγινε. Ζήτησαν από την πελάτισσα να τους στείλει στο fax την απόδειξη (τεκμήριο 8). Όταν τους έστειλε την απόδειξη, επειδή η μάρτυρας ήταν μπροστά στην είσπραξη των λεφτών, θυμήθηκε την πελάτισσα και ότι αυτή η είσπραξη. Έτσι άρχισαν να ψάχνουν να δουν τι είχε γίνει και τότε συνειδητοποίησαν ότι η κατάθεση δεν είχε γίνει ποτέ. Επίσης μετά τις διακοπές του Πάσχα του 2011, όταν η μάρτυρας πήγε στη δουλειά ενημερώθηκε από τον Σταύρο και την Στέλλα ότι η κατηγορούμενη είχε στην κατοχή της χρήματα από εισπράξεις προηγούμενων ημερών και δεν τα έκανε κατάθεση. Όταν μίλησαν μαζί της ο Σταύρος και η Στέλλα, η κατηγορούμενη τους έλεγε και πάλι διάφορες δικαιολογίες. Την 27.4.11 όταν η μάρτυρας ήταν στη δουλειά, συνομίλησε με την κατηγορούμενη και της ζήτησε εξηγήσεις για το λόγο που δεν έκανε τις καταθέσεις των χρημάτων. Η κατηγορούμενη της είπε ότι έχασε το φάκελο των χρημάτων και αναγκάστηκε να δανειστεί από τον πατέρα της το ποσό των €2.000 για να κάνει την κατάθεση. Αργότερα διαπιστώθηκε ότι δεν έγινε κατάθεση ούτε ενός ποσού των €955 που είχε στην κατοχή της η κατηγορούμενη. Όσον αφορά το ποσό αυτό η μάρτυρας ήταν απούσα όταν παραδόθηκε στην κατηγορούμενη. H εκδοχή της κατηγορούμενης ήταν η ακόλουθη: Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν αρραβωνιασμένη και διέμεναν με τους γονείς της. Τον Σεπτέμβριο του 2008 έπιασε δουλειά στο κατάστημα Salt & Pepper στη Λεμεσό, το οποίο πουλά έπιπλα και διακοσμητικά σπιτιού. Εργαζόταν στο κατάστημα ως διακοσμήτρια και παράλληλα μαζί με τους άλλους υπαλλήλους χειριζόταν και χρήματα της εταιρείας από εισπράξεις ενώ ήταν ορισμένη για να κάνει τις καταθέσεις του καταστήματος. Στο κατάστημα εκτός από αυτήν και τους ιδιοκτήτες Μάριο και Γεωργία, εργάζονταν ο Σταύρος Κωνσταντίνου, ως υπεύθυνος του καταστήματος, η λογίστρια Στέλλα Ιορδάνους, ο Χρίστος που άρχισε δουλειά τον Ιανουάριο του 2011 και η Αγγελίνα που ήταν διακοσμήτρια. Ο Χρίστος και η Αγγελίνα εργάζονταν για την προετοιμασία του δεύτερου καταστήματος σχετικά με πώληση κουζινών. Σχετικά με το ποσό των €7.500 ούτε τα έκλεψε ούτε είχε να κάνει κάτι με αυτό το θέμα. Άκουσε για πρώτη φορά αυτό το ποσό περί τις αρχές Μαΐου 2011, όταν η Στέλλα της τηλεφώνησε και τη ρωτούσε σχετικά με ένα μπλοκ αποδείξεων είσπραξης της εταιρείας. Η Στέλλα της ανάφερε ότι στις 17.2.11 μια κοπέλα από την Πάφο πήγε στο κατάστημα και αφού έδωσε κάποια χρήματα της δόθηκε μια απόδειξη από το μπλοκ και έψαχναν το μπλοκ. Η κατηγορούμενη είπε στην Στέλλα ότι από τις 14-17.2.11 αυτή έλειπε αφού ήταν άρρωστη και πήγε στη δουλειά στις 18.2.
  25. Η Στέλλα δεν της ανάφερε οτιδήποτε σχετικά με τα χρήματα. Την επόμενη ημέρα, της τηλεφώνησε ο Μάριος και την ρωτούσε σχετικά με τις €7.500 και εάν ήταν παρούσα στην είσπραξη των χρημάτων ή εάν γνωρίζει κάτι διότι είχε χαθεί ολόκληρο το ποσό. Αυτή του ανάφερε ότι την μέρα που έφερε τα χρήματα η κοπέλα, η ίδια έλειπε από την δουλειά με άδεια. Ο Μάριος της είπε ότι αφού έλειπε αλλάζει η κατάσταση. Δεν της έδωσε στις 18.2.11 ο Σταύρος, στην παρουσία της Γεωργίας, τις €7.500 για να τις κάνει κατάθεση στην τράπεζα με άλλα χρήματα. Σχετικά με το ποσό των €955 δεν της το έδωσε στις 16.4.11 ο μεταφορέας του καταστήματος ο Singh. Ουδέποτε της έδωσε αυτός αυτό το ποσό και επίσης η μέρα αυτή είναι Σάββατο και ο Singh δεν εργαζόταν το Σάββατο ούτε πήγαινε στο κατάστημα. Δεν ενημερώθηκε από κανένα ότι έλειπε το συγκεκριμένο ποσό. Αυτή ήταν ορισμένη για να κάνει τις καταθέσεις στη τράπεζα. Όταν είχε μεγάλα ποσά σε μετρητά τα ετοίμαζε και τα κατέθετε την επόμενη ημέρα. Τις καταθέσεις του καταστήματος δεν τις έκανε σε συγκεκριμένο κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας αλλά εξαρτάτο σε ποια περιοχή βρισκόταν. Στο κατάστημα είχαν έξι φακέλους για την κάθε μέρα της εβδομάδας στους οποίους έβαζαν τις εισπράξεις για την κάθε ημέρα μαζί με τα report δηλ. τα έντυπα για το είδος της είσπραξης όπως μετρητά, επιταγές ή visa. Εάν υπήρχαν μεγάλα ποσά συνήθιζαν όλοι να τα βάζουν σε συγκεκριμένο χάρτινο κιβώτιο στο χώρο της αποθήκης του καταστήματος. Στον χώρο αυτό είχαν πρόσβαση όλοι οι υπάλληλοι της εταιρείας. Η κατηγορούμενη πήγαινε για κατάθεση χρημάτων μετά από οδηγίες είτε του Σταύρου είτε της Γεωργίας. Υπήρχαν περιπτώσεις που όταν έβγαινε η κατηγορούμενη έξω σε πελάτες για να εισπράξει χρήματα της εταιρείας και έκλειναν οι τράπεζες τα χρήματα τα είχε στην κατοχή της και ενημέρωνε τον Μάριο. Αυτό έγινε μια δυο φορές. Μια φορά τον Απρίλιο του 2011 χάθηκε ένας φάκελος με €2.000 από εισπράξεις του καταστήματος του οποίου την ευθύνη είχε η κατηγορούμενη. Για αυτό το λόγο δανείστηκε τα χρήματα από τον πατέρα της και τα έβαλε πίσω στην εταιρεία. Αυτά τα χρήματα δεν τα είχε στην κατοχή της αλλά ήταν στο χώρο που τα φύλαγαν στην αποθήκη. Επειδή όμως είχε γίνει κάποιος λάθος στις μέρες που έκανε η κατηγορούμενη τις καταθέσεις και αφού παρέλειψε να καταθέσει το πιο πάνω ποσό, από τη στιγμή που δεν το έβρισκε ένιωθε την ευθύνη τη δική της και έβαλε τα χρήματα από τον πατέρα της. Από τις 27.4.11 η Γεωργία την σταμάτησε από την δουλειά και ο λόγος ήταν ότι τη συγκεκριμένη ημέρα άργησε να επιστρέψει από την τράπεζα. Μόνο αυτόν τον λόγο πληροφορήθηκε και δεν γνωρίζει εάν έγινε κάτι άλλο. Η Γεωργία γνώριζε ότι η κατηγορούμενη ήταν έγκυος από τον Μάρτιο του 2011 και από διάφορες κουβέντες που της έλεγε φαινόταν ότι δεν της άρεσε. Η αποθήκη στην οποία βρισκόταν το χάρτινο κιβώτιο όπου έβαζαν τις εισπράξεις ήταν ένας χώρος που δεν είχε μέσα πόρτες, χρησιμοποιείτο ένα μέρος της ως κουζίνα και μπορούσε να μπει οποιοσδήποτε. Για το εν λόγω χάρτινο κιβώτιο γνώριζαν μόνο η κατηγορούμενη, ο Σταύρος, η Γεωργία και ο Μάριος. Η δουλειά της κατηγορούμενης ήταν την επόμενη μέρα το πρωί αν υπήρχαν πολλά μετρητά να πηγαίνει στην τράπεζα να τα κάνει κατάθεση. Εάν τα μετρητά ήταν λίγα ή έλειπε η Γεωργία, για να μην αφήσει τον Σταύρο μόνο του στο κατάστημα ή εάν είχαν πολλούς πελάτες, μπορεί να μην γίνονταν οι καταθέσεις την ημέρα εκείνη. Όσον αφορά τις €2.000 που χάθηκαν τον Απρίλιο του 2011 είπε ότι στις 16.4.11 πήγε στο κατάστημα η Άννα Παπαμιχαήλ, παράγγειλε έπιπλα και έδωσε στην κατηγορούμενη €2.000 σε μετρητά στην παρουσία του Σταύρου. Ήταν Σάββατο και δούλευε μισή ημέρα. Η ώρα 14:00 αυτή έκλεισε το ταμείο, έβαλε το report και τα μετρητά, έγραψε με πάνω ότι είναι €2.000, τα έβαλε στον διάφανο φάκελο με την απόδειξη και τα έβαλε η ίδια πίσω στο χαρτοκιβώτιο. Ξέχασαν τον φάκελο εκεί και αφού πέρασαν 2‑3 μέρες, είχαν μαζευτεί κάποια λεφτά μετρητά και έπρεπε να πάει τράπεζα, γιατί ο Μάριος της είπε να κάνει μετρητά, της έβγαλε επιταγή στο όνομα της για να την εξαργυρώσει, να επιστρέψει, να του δώσει τα χρήματα για να τα δώσει στους υπαλλήλου που δούλευαν στις κουζίνες στο άλλο κατάστημα, όπως ο Μάριος συνήθιζε. Έτσι η κατηγορούμενη την Πέμπτη πήγε στην τράπεζα, έκανε κάποιες καταθέσεις που είχε της Τρίτης, της Τετάρτης δεν θυμάται ακριβώς, εξαργύρωσε την επιταγή και όταν πήγε πίσω στο κατάστημα είπε στον Σταύρο ότι περιμένει τον Μάριο να του δώσει τα λεφτά. Πήγε πίσω να τα βάλει στο συγκεκριμένο χαρτοκιβώτιο, γιατί ήταν €1.500 και βρήκε τις €2.000 και του είπε ότι ξέχασαν να τις κάνουν προτού κλείσουν και ο Σταύρος της είπε εντάξει. Την επόμενη μέρα το πρωί, πήγε ο Μάριος στο κατάστημα. Πήγε η κατηγορούμενη να πάρει τα €1.500 του Μάριου και να πάρει τις €2.000 να τα κάνει κατάθεση και βρήκε μόνο τα €1.
  26. Έδωσε στον Μάριο τα €1.500 και είπε στον Σταύρο ότι δεν βρίσκει τις €2.
  27. Πήγε και η Στέλλα κάτω, της είπαν τι έγινε. Έψαξαν παντού, σχεδόν όλα τα χαρτοκιβώτια που υπήρχαν αλλά δεν τα βρήκαν και ο Σταύρος της είπε όταν θα επιστρέψουν από τις διακοπές να ξαναελέγξουν και αν δεν τα βρουν να δουν τι να κάνουν. Η κατηγορούμενη τους είπε ότι επειδή είναι δική της ευθύνη θα δανειστεί από τον πατέρα της μέχρι να τα βρουν. Έτσι και έγινε. Επέστρεψαν στις 27.4.11, δεν τα βρήκαν, η κατηγορούμενη έφυγε και πήγε στον πατέρα της, του ζήτησε λεφτά, εκείνος της έδωσε μία επιταγή (τεκμήριο 17), πήγε και την εξαργύρωσε στην Τράπεζα Κύπρου και πήγε και έκανε κατάθεση στον λογαριασμό του Salt & Pepper. Αυτό δεν το ήξεραν οι εργοδότες της. Όταν επέστρεψε στο κατάστημα, εκεί βρισκόταν η Γεωργία, η οποία της είπε «Γιατί άργησες; Πού ήσουν; Πόσες ώρες στην τράπεζα; Θέλεις 40 λεπτά; Φύγε, φύγε, φύγε». Η Γεωργία έμαθε ότι έδωσε στην κατηγορούμενη λεφτά ο πατέρας της, από τον πατέρα της την ίδια ημέρα, όταν αφού η κατηγορούμενη τον ενημέρωσε τι έγινε, εκείνος τηλεφώνησε στην Γεωργία και την ρώτησε γιατί έδιωξε την κατηγορούμενη. Η Γεωργία του είπε ότι αργούσε συνέχεια στην τράπεζα τον τελευταίο καιρό, έκλεινε τα φώτα στους πελάτες για να φεύγουν πιο γρήγορα. Ο πατέρας της είπε στην Γεωργία ότι ο λόγος που άργησε η κατηγορούμενη ήταν γιατί πήγε σε αυτόν να πάρει λεφτά, γιατί χάθηκαν λεφτά και τότε η Γεωργία του είπε «Προς Θεού κύριε Φυλακτή να τα ψάξουμε να τα βρούμε να σας τα επιστρέψουμε». Τότε ο πατέρας της ρώτησε την Γεωργία εάν γνωρίζει ότι η κατηγορούμενη είναι έγκυος και εκείνη του απάντησε καταφατικά. Την επόμενη μέρα η κατηγορούμενη και ο πατέρας της πήγαν και έκανε αγωγή στο Εργατικό Δικαστήριο για παράνομη απόλυση. Όσον αφορά τα μπλοκ υπήρχαν δύο. Το ένα ήταν της Λεμεσού, το οποίο έπαιρνε η κατηγορούμενη αν έβγαινε έξω να εισπράξει από πελάτες. Από αυτό ποτέ δεν έβγαινε απόδειξη όταν υπήρχε πελάτης στο κατάστημα. Σε τέτοια περίπτωση η απόδειξη έβγαινε απευθείας από το σύστημα. Το δεύτερο μπλοκ ήταν της Λευκωσίας. Εάν κάποιος πελάτης ήταν στη Λεμεσό και είδε κάποια έπιπλα από τη Λευκωσία τότε η κατηγορούμενη έβγαζε απόδειξη από το μπλοκ της Λευκωσία. Για να περαστεί στο σύστημα της Λευκωσία έπρεπε να ενημερώσουν τους υπαλλήλους στη Λευκωσία ότι ήρθαν οι τάδε πελάτες. Την ευθύνη για την ενημέρωση αυτή δεν την είχε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο. Η εν λόγω απόδειξη ήταν χειρόγραφη και δεν την περνούσαν στο σύστημα αλλά ενημέρωναν την Λευκωσία. Το μπλοκ αυτό ήταν σε συρτάρι του γραφείου και μπορούσε ο οποιοσδήποτε να βγάλει απόδειξη. Δεν είχε κάποιος συγκεκριμένα την ευθύνη για να αποστείλει τις αποδείξεις στη Λευκωσία. Δεν δέχθηκε ότι το τελευταίο καιρό της εργοδότησης της αυτή καθυστερούσε στην κατάθεση χρημάτων των εισπράξεων της εταιρίας και όταν η Γεωργία της ζητούσε τον λόγο για την καθυστέρηση αυτή έδινε διάφορες δικαιολογίες. Όσον αφορά το κατά πόσο όταν δεν έκανε τις καταθέσεις έγκαιρα κρατούσε μαζί της τα χρήματα, κάτι στο οποίο η Γεωργία δεν συναινούσε και τις έκανε παρατηρήσεις, είπε ότι μερικές φορές όταν έβγαινε έξω για να εισπράξει από πελάτες πήγαινε μεσημέρι και ενημέρωνε τον Μάριο ότι είσπραξε τα λεφτά. Οι τράπεζες είχαν κλείσει και εκείνος της έλεγε εντάξει πήγαινε σπίτι και αύριο τα κάνεις. Όμως ήταν μετρημένες οι φορές αυτές. Κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της οι σχέσεις της με τη Γεωργία ήταν πάρα πολύ καλές. Ήταν σαν την μεγάλη της αδελφή, πήγαινε και σπίτι της, έτρωγαν μαζί, πήγαινε και έφερνε το μωρό της Γεωργίας από το σχολείο, αντάλλασαν ρούχα μέχρι και αυτοκίνητα. Οι γονείς της Γεωργίας με τους γονείς της κατηγορούμενης είχαν κοινούς φίλους και επίσης έκαναν παρέα. Η Γεωργία έμαθε ότι η κατηγορούμενη ήταν έγκυος αρχές του Μάρτη. Όταν το έμαθε αυτό η στάση της απέναντι στην κατηγορούμενη άλλαξε πάρα πολύ. Της έλεγε να μην λέει σε κανένα, ούτε σε πελάτη ότι ήταν έγκυος, επίσης έφτασε σε σημείο να της πει να το υιοθετήσει ο αδελφός της και ότι είναι μικρή για να κάνει μωρό και έκανε βλακεία που έμεινε έγκυος και της ασκούσε λίγο πίεση, δεν της συμπεριφερόταν καλά, απ' ό,τι κατάλαβε για να φύγει η κατηγορούμενη από μόνη της, να παραιτηθεί. Μετά τον τερματισμό της απασχόλησης της, τον Ιούλιο της τηλεφωνούσε η Γεωργία. Η κατηγορούμενη δεν της το απαντούσε και η Γεωργία της έστειλε μήνυμα «Τώρα που ήμαστε και οι δύο πιο ήρεμες να βρεθούμε να μιλήσουμε». Η κατηγορούμενη δεν της απάντησε και μετά από περίπου ένα μήνα πήρε τηλέφωνο ο Μάριος τον πατέρα της να βρεθούν να μιλήσουν. Πήγε ο πατέρας της χωρίς να το γνωρίζει η κατηγορούμενη. Ο Μάριος του είπε «Δεν είπα ότι τα έκλεψε η Βαλεντίνα. Δεν ξέρουμε ποιος τα έπιασε. Να αποσύρεις την αγωγή και να τα βρούμε για να μην πάμε δικαστικώς». Ο πατέρας της του είπε «Εντάξει όλοι ευθύνονται, θα τα κάνεις δια 3 δηλαδή θα βάλει και η γυναίκα σου λεφτά και ο Σταύρος και η Βαλεντίνα» και συμφώνησαν. Επίσης ο πατέρας της του είπε να κάνει ένα χαρτί ότι δεν του έκλεψε η κόρη του και είπαν εντάξει και μετά σε λίγες μέρες τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη ο αδελφός της Γεωργίας και την ρώτησε πότε θα πάρει τα λεφτά ο πατέρας της. Η κατηγορούμενη του είπε ότι δεν γνωρίζει κάτι γι' αυτό το θέμα και δεν πρόκειται να του πάρει λεφτά ο πατέρας της και θα μιλήσουν στο Δικαστήριο. Και μετά συναντήθηκε και με τον σύζυγο της κατηγορούμενης και του είπε ακριβώς το ίδιο πράγμα «Δεν είπα ότι τα έκλεψε η Βαλεντίνα. Δεν ξέρω ποιος τα έκλεψε». Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο πατέρας της κατηγορούμενης, Φυλακτής Κρόκου, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Την επιταγή τεκμήριο 17 την έκδωσε στην κόρη του διότι είχε πρόβλημα το ταμείο της εταιρείας που εργαζόταν και συγκεκριμένα έλλειμα €1.
  28. Η κόρη του του τηλεφώνησε και του είπε ότι έχουν αυτό το έλλειμα στο ταμείο. Αυτός την ρώτησε «Γιατί, πού χάθηκαν τα λεφτά;» και εν τω μεταξύ άκουγε από το τηλέφωνο άλλες ομιλίες «Πες στον παπά σου να σου τα δώσει, να μας τα δώσει και μόλις τα βρούμε να του τα επιστρέψουμε». Πήγε η κόρη του στο γραφείο του, της έδωσε την εν λόγω επιταγή και μέχρι το απόγευμα να του τα επιστρέψουν. Όταν πήγαν στο σπίτι για φαγητό το μεσημέρι πήγε η κόρη του κλαμένη και του είπε «Παπά απολύσαν με που την εργασία μου» και όταν την ρώτησε για ποιο λόγο την απέλυσαν του «Δεν ξέρω ακριβώς γιατί». Λόγω της καλής σχέσης που είχε ο μάρτυρας με τους εργοδότες της κόρης του τηλεφώνησε στην Γεωργία να ζητήσει το λόγο. Όταν την ρώτησε «Γιατί απολύσατε την Βαλεντίνα;» εκείνη του απάντησε «Επήε τράπεζα και έφαεν όλο το πρωϊνό». Ο μάρτυρας την ρώτησε εάν ήξερε γιατί η κόρη του καθυστέρησε στην τράπεζα και όταν εκείνη του απάντησε «Όχι, γιατί;» της είπε «Έψαχνε να βρουν τα λεφτά για να συμπληρώσουν το ταμείο τους και αποτάθηκαν κοντά μου και η καθυστέρηση ήταν αυτή. Ήρτε στο γραφείο μου να πάρει λεφτά, επιταγή για να συμπληρώσουν το ταμείο που είχαν έλλειμα οι υπάλληλοι». Η Γεωργία δεν γνώριζε ότι έλειπε το ποσό των €2.000 και είπε στον μάρτυρα «Εντάξει θα τα βρούμε τα λεφτά να σου τα επιστρέψουμε». Μετά από λίγες ημέρες ο μάρτυρας έμαθε ότι κινήθηκαν εναντίον της κόρης του με αγωγή ότι είναι κλέφτρα. Μετά που την κάλεσαν για κατάθεση στην Αστυνομία ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ότι τα πράγματα είναι σοβαρά και έτσι είχε μια συνάντηση με τον Μάριο Σίσσαμο στο γραφείο του. Ρώτησε τον Μάριο να του πει τι έγινε και γιατί δόθηκε η υπόθεση στην Αστυνομία και σύρεται το όνομα της κόρης του ως κλέφτρας και εκείνος του είπε «Ούτε εγώ δεν ξέρω ακριβώς τι έγινε. Εγώ δεν ήμουν εκεί». Τότε ο μάρτυρας του είπε «Για να κλείσει αυτή η υπόθεση Μάριε νομίζω έχουν όλοι μερίδιο ευθύνης και η γυναίκα σου μαζί εφόσον εργάζεται στο κατάστημα και όλοι οι υπάλληλοι και για να κλείσει αυτή η υπόθεση προτιμώ να πληρώσω το μερίδιο ευθύνης που φέρει η κόρη μου και να μου υπογράψεις ένα χαρτί ότι δεν έχεις κανένα παράπονο». Δέχθηκε ο Μάριος και είπε στον μάρτυρα «Μόλις πάρω τα λεφτά να σου υπογράψω το χαρτί που θέλεις και να αποσύρετε και την άλλη υπόθεση από το Εργατικό Δικαστήριο». Δεν είπαν όμως πότε και πού να του δώσει τα λεφτά. Αυτό έγινε χωρίς να έχει γνώση η κόρη του. Μετά από λίγες μέρες πήγε η κόρη του και του είπε «Παπά τι έκανες; Έκανες συμφωνίες με τον Σίσσαμο; Εγώ δεν έκλεψα ούτε γρόσι έτσι δεν θα τους δώσεις τίποτε, δεν έχω μερίδιο ευθύνης καθόλου διότι εγώ έλειπα όταν εισπράξαν τα λεφτά». Του είπε δε ότι της τηλεφώνησε ο Γιάννης, ο αδερφός της Γεωργίας, που είναι αστυνομικός και της είπε «Πότε έννα φέρετε τα λεφτά;» με τρόπο απειλητικό. Έτσι έμαθε η κόρη του για την συνάντηση και την συμφωνία που έκανε με τον Σίσσαμο. Από τότε ο μάρτυρας δεν τους ξαναείδε και δεν του επέστρεψαν το ποσό των €1.
  29. Η κόρη του αν χρειαζόταν λεφτά θα απευθυνόταν κοντά του όχι να κλέψει. Της είχε λογαριασμό με κάρτα €10.000 το όριο. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 εξεταστής της υπόθεσης αναφέρθηκε κατά την μαρτυρία του στις ενέργειες και εξετάσεις που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Απάντησε δε με ειλικρίνεια για ποια θέμα και γιατί δεν προχώρησε σε άλλες εξετάσεις ή ενέργειες. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι οι όποιες παραλείψεις του στα πλαίσια αυτά δεν φαίνεται να επηρέασαν την κατηγορούμενη στην υπεράσπιση της αλλά μάλλον στέρησαν από την κατηγορούσα αρχή σχετικής μαρτυρίας όπως για παράδειγμα το ότι ως ανέφερε ο Μ.Κ.4, η υπεύθυνη του καταστήματος της Λευκωσίας μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι η κατηγορούμενη την ενημέρωσε ότι είχε στην κατοχή της και το ποσό των €
  30. Συνεπώς η μαρτυρία του, αναφορικά με όσες ενέργειες έκανε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, γίνεται δεκτή. Όσον αφορά τον Μ.Κ.4, από την μαρτυρία του προκύπτει ότι, πλείστα τα όσα κατήγγειλε στην Αστυνομία και είπε στο Δικαστήριο, για τα επίδικα γεγονότα και ιδιαίτερα τις συνθήκες που αφορούσαν την απώλεια των δύο χρηματικών ποσών αλλά και για τον λόγο που η κατηγορούμενη σταμάτησε να εργάζεται στο κατάστημα, δεν προέρχονταν από προσωπική του γνώση αλλά τον ενημέρωσαν σχετικά οι Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και η σύζυγος του, Μ.Κ.
  31. Όλα δε όσα ανέφερε για την διαδικασία που ακολουθείτο σε σχέση με τις εισπράξεις και τις καταθέσεις των καταστημάτων στις τράπεζες επίσης δεν ήταν από προσωπική του γνώση αλλά από τα όσα γνώριζε σε γενικές γραμμές για τη διαδικασία που προβλέπονταν. Για τα θέμα αυτά είπε υπεύθυνοι ήταν οι Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.
  32. Ο ίδιος δε δεν επικαλέστηκε ότι είχε για τα πιο πάνω άμεση γνώση αλλά αντίθετα διευκρίνισε από πού προερχόταν η σχετική πληροφόρηση του. Το κατά πόσο λοιπόν ευσταθούν τα ανωτέρω θέματα θα εξετασθούν στην βάση της μαρτυρίας των προαναφερόμενων προσώπων. Όσον αφορά τα λοιπά μέρη της μαρτυρίας του για τα οποία είχε προσωπική γνώση, θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Απάντησε με αμεσότητα και χωρίς περιστροφές σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, δεν διαγνώσθηκε δε οποιαδήποτε προσπάθεια του να αποκρύψει κάτι, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και γενικά μου άφησε την εικόνα ενός ειλικρινούς μάρτυρα, η οποία δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί όσον αφορά την συμφωνία που ανέφερε ότι έκανε με τον πατέρα της κατηγορούμενης μετά την διαπίστωση της απώλειας των επίδικων ποσών, ότι από όλα όσα είπε δεν προέκυψε ότι η κατηγορούμενη γνώριζε και συμφωνούσε με αυτήν και σίγουρα δεν μπορεί από το γεγονός αυτό να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα παραδοχής της σε κλοπή των ποσών. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του για τα θέματα που γνώριζε προσωπικά, με την πιο πάνω διευκρίνιση, γίνεται δεκτή. Όσον αφορά τους Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.5 η μαρτυρία τους θα πρέπει να κριθεί όχι μόνο χωριστά για τον καθένα αλλά και στο σύνολο της εφόσον αυτοί είναι που γνώριζαν τα γεγονότα που περιβάλλουν την απώλεια των δύο ποσών, που η κατηγορούσα αρχή αποδίδει στην κατηγορούμενη ότι έκλεψε. Θα πρέπει δε κατά την κρίση μου η κάθε περίπτωση να εξετασθεί ξεχωριστά. Έτσι αρχίζοντας από το ποσό των €7.500 πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατ' αρχήν η Μ.Κ.2 δεν είχε προσωπική γνώση αναφορικά με την είσπραξη του εν λόγω ποσού και την παράδοση του για κατάθεση. Αυτά που γνώριζε θετικά ήταν ότι η κατηγορούμενη ενώ απουσίαζε με άδεια τις προηγούμενες μέρες είχε στην κατοχή της εισπράξεις του καταστήματος, τις οποίες δεν είχε κάνει κατάθεση καθώς και ότι στις 18.2.11 δεν έγινε κατάθεση για το ποσό των €7.
  33. Εδώ να σημειωθεί ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι στις 17.2.11 η κατηγορούμενη απουσίαζε από την εργασία της με άδεια ασθενείας ενώ η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι το ποσό των €7.500 καταβλήθηκε και εισπράχθηκε εκείνη την ημέρα στο κατάστημα της Λεμεσού αλλά αφορούσε προκαταβολή έναντι παραγγελίας που έγινε στο κατάστημα της παραπονούμενης εταιρείας στην Λευκωσία. Εκείνο που αμφισβητήθηκε και θα πρέπει να εξετασθεί, αφού κρίνεται βασικό και ουσιώδες, είναι το τι έγινε από την στιγμή είσπραξης του μέχρι και την επόμενη ημέρα καθώς και το κατά πόσο αυτό παραδόθηκε στην κατηγορούμενη για να προβεί σε κατάθεση του με τις άλλες καταθέσεις. Για το θέμα αυτό ουσιώδης ήταν η μαρτυρία των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.5 στην οποία και θα γίνει αναφορά στην συνέχεια. Όσον αφορά το ποιος εισέπραξε το εν λόγω ποσό, ο Μ.Κ.3 στην κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι στις 17.2.11 αυτός στο κατάστημα της Λεμεσού, στην παρουσία της Μ.Κ.5, εισέπραξε το ποσό των €7.500 σε μετρητά και έκδωσε στην πελάτισσα χειρόγραφη απόδειξη είσπραξης της εταιρείας με αρ.
  34. Την ίδια ημέρα ο Μ.Κ.3 ενημέρωσε σχετικά την Μαραθεύτη, στο κατάστημα στην Λευκωσία και τα χρήματα τα φύλαξε μαζί με την απόδειξη στο κατάστημα. Στην αντεξέταση του είπε ότι όταν εισέπραξε τα χρήματα ήταν απόγευμα και χρησιμοποιώντας πληθυντικό αριθμό, πρόσθεσε ότι, τα έβαλαν στο κατάστημα. Όταν του ζητήθηκε να προσδιορίσει σε πιο χώρο του καταστήματος είπε ότι όταν εισέπραξε το ποσό το έβαλε στην ταμειακή μηχανή και για πρώτη φορά ανέφερε ότι, όπως συνήθιζαν το βράδυ όταν έκλειναν το ταμείο, έβαζαν σε φάκελο που υπήρχε για κάθε ημέρα, τα μετρητά, το report και τις αποδείξεις των εισπράξεων και τοποθετούσαν τον φάκελο σε ένα χάρτινο κιβώτιο πίσω στην αποθήκη. Αυτό έγινε και για τις €7.500 και η Μ.Κ.5 ήταν ενήμερη. Τα πιο πάνω έμεναν στο κατάστημα εκτός εάν οι ιδιοκτήτες για κάποιο λόγο όπως π.χ. επειδή ήταν σαββατοκύριακο τα έπαιρναν μαζί τους και τα έφερναν την επόμενη εργάσιμο. Στην αποθήκη αυτή υπήρχε πρόσβαση μόνο από το κατάστημα μπροστά. Συγκεκριμένα υπήρχε πόρτα στο κατάστημα που άνοιγε στην αποθήκη, η οποία ήταν ανοικτός χώρος και συγκεκριμένα στο ίδιο χώρο βρίσκονταν δύο αποθήκες. Στην εν λόγω αποθήκη είχαν πρόσβαση όλοι οι υπάλληλοι αλλά δεν γνώριζαν για το εν λόγω κουτί, παρά μόνο ο ίδιος, η κατηγορούμενη και η Μ.Κ.
  35. Ενώ όμως θυμόταν σαφώς ότι όταν έκλεισε το ταμείο στις 17.2.11 εκεί βρίσκονταν οι €7.500 δεν θυμόταν εάν είχε και άλλο ποσό. Είπε όμως ότι ήταν με την Μ.Κ.5 εκείνη την ώρα και ότι αυτός έβαλε το ποσό στον φάκελο και τον πήρε πίσω στην αποθήκη στο χάρτινο κιβώτιο ενώ το κατάστημα το κλείδωσε ο ίδιος. Η δε Μ.Κ.5 στην κατάθεση της, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, είπε ότι στις 17.2.11 η πελάτισσα παρέδωσε σε εκείνην το ποσό των €7.500 και στον Μ.Κ.
  36. Είπε δε ότι αυτό ήταν σε 8 πεντακοσάρικά, κάτι που στην αντεξέταση της είπε ότι ήταν προφανώς λάθος. Σε αντίθεση όμως με τον Μ.Κ.3 είπε ότι το εν λόγω ποσό το έβαλε η ίδια στο χάρτινο κιβώτιο στην αποθήκη του καταστήματος όπως συνήθιζαν να κάνουν με τις εισπράξεις της κάθε ημέρας. Στην αντεξέταση της είπε ότι τις €7.500 τις εισέπραξε ο Μ.Κ.3 στην παρουσία της. Αυτά μπήκαν με την απόδειξη στον φάκελο, ο οποίος φυλάχτηκε στην αποθήκη σε χαρτοκιβώτιο το βράδυ όταν έκλεισαν το ταμείο. Όταν ρωτήθηκε γιατί στην κατάθεση της είπε ότι η πελάτισσα παρέδωσε το ποσό στην ίδια και στον Μ.Κ.3, για να δώσει μια δικαιολογία για αυτήν την προφανώς εσκεμμένη ασάφεια είπε ότι αυτή είναι η ιδιοκτήτρια και δεν μετρά χρήματα και να εκδίδει απόδειξη και ότι η πελάτισσα τα έδωσε στην ίδια και αυτή τα έδωσε στον Μ.Κ.3 που έκανε την διαδικασία να τα μετρήσει και να εκδώσει την απόδειξη. Όταν ρωτήθηκε ποιος πήρε το ποσό από την ταμειακή μηχανή είπε ότι ο Μ.Κ.3 κάνει το report και τα κανονίζει και τα βγάζει. Σε επόμενη ερώτηση ότι άρα τα έβγαλε ο Μ.Κ.3 απάντησε καταφατικά και είπε ότι αυτή τα έλεγξε, τα έβαλε με τα κλιπάκια και, αυτή τη φορά χρησιμοποιώντας πληθυντικό αριθμό είπε ότι, τα έβαλαν μέσα στο κιβώτιο. Όταν δε εύλογα ρωτήθηκε γιατί χρησιμοποιεί πληθυντικό είπε ότι το έκανε γιατί ήταν μαζί και άρα είναι κάτι που έκαναν. Από την άλλη επέμενε ότι ήταν αυτή που τα πήρε στην αποθήκη. Ανέφερε δε ότι το εν λόγω χάρτινο κιβώτιο ήταν σε συγκεκριμένο χώρο στην αποθήκη και εκεί τοποθετούσαν πάντοτε τις εισπράξεις. Στην αποθήκη είχαν πρόσβαση όλοι οι υπάλληλοι για να κάνουν τον καφέ και η αποθήκη είχε πόρτα αλλά ήταν ανοικτή. Παρά λοιπόν το ότι ως λέχθηκε δεν αμφισβητήθηκε ότι το προαναφερόμενο ποσό εισπράχθηκε, εντούτοις με δεδομένη την θέση της κατηγορούμενης ότι αυτό δεν της παραδόθηκε την επόμενη μέρα, κρίνεται ουσιώδης η προαναφερόμενη σαφής αντίθεση στην μαρτυρία των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.5, ως προς το ποιος έλαβε το ποσό και ποιος το φύλαξε στην αποθήκη. Το δεύτερο σκέλος της μαρτυρίας των πιο πάνω αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες ισχυρίζονται ότι το ποσό παραδόθηκε στην κατηγορούμενη την επόμενη μέρα. Ως προς τούτο ο Μ.Κ.3 στην κατάθεση του είπε ότι στις 18.2.11 όταν πήγε η κατηγορούμενη δουλειά, η Μ.Κ.5 της έκανε παρατήρηση γιατί είχε στην κατοχή της χρήματα της εταιρείας που αφορούσαν εισπράξεις προηγούμενων ημερών και δεν προέβη στην έγκαιρη κατάθεση τους και της ζήτησε να μην επαναληφθεί κάτι τέτοιο. Εκείνη την ημέρα στην παρουσία της Μ.Κ.5, ο Μ.Κ.3 έδωσε στην κατηγορούμενη τις €7.500 μαζί με την απόδειξη είσπραξης για να γνωρίζει το ποσό της κατάθεσης που έπρεπε να κάνει. Στην κυρίως εξέταση του πρόσθεσε, σε σχέση με την διαδικασία παραλαβής των εισπράξεων από την κατηγορούμενη για κατάθεση, ότι μετά που της έδινε τα χρήματα και τις αποδείξεις είσπραξης δεν έκανε κάτι άλλο και ότι αφού έβλεπαν μαζί με την κατηγορούμενη το πρωί τι εισπράξεις είχαν στο κατάστημα την προηγούμενη, η κατηγορούμενη πήγαινε έκανε την κατάθεση και μετά έπαιρνε τα reports με τις αποδείξεις και τις καταθέσεις στο λογιστήριο για έλεγχο. Όσον αφορά την διαδικασία παράδοσης των εισπράξεων είπε ότι αυτό που έκαναν συνήθως ήταν το επόμενο πρωί να παίρνουν τα λεφτά από το χάρτινο κιβώτιο, να τα παίρνουν μπροστά, να τα ελέγχουν με βάση τα reports και τις αποδείξεις που υπήρχαν μέσα και να τα δίνουν στην κατηγορούμενη για κατάθεση. Σε ερώτηση δε εάν αυτός εκείνη την μέρα πήρε τα λεφτά και τα έλεγξε και τα έδωσε στην κατηγορούμενη αρχικά είπε ότι δεν θυμάται στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όταν όμως στη συνέχεια αμέσως μετά ρωτήθηκε εάν αυτό έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση είπε ότι απ' ότι θυμάται ναι. Στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε ποιος άνοιξε την επόμενη μέρα το κατάστημα είπε ότι υπό κανονικές συνθήκες το άνοιξε η Μ.Κ.2 εφόσον το λογιστήριο πήγαινε πιο νωρίς. Όταν ρωτήθηκε εάν από το άνοιγμα του καταστήματος μέχρι να πάνε οι υπόλοιποι υπάλληλοι μπορούσε να πάει η καθαρίστρια να καθαρίσει είπε ότι νομίζει πως όχι ενώ όταν ρωτήθηκε εάν το αποκλείει αυτό είπε ότι 99% αυτό γινόταν μετά που άνοιγαν το κατάστημα. Δέχθηκε δε ότι και η καθαρίστρια μπορούσε να μπει στην αποθήκη αλλά ήταν η θέση του ότι αυτή δεν γνώριζε για το χάρτινο κιβώτιο. Όταν ρωτήθηκε γιατί το αποκλείει είπε ότι εννοούσε ότι η καθαρίστρια δεν το έμαθε αυτό από κάποιον από αυτούς που το γνώριζαν. Στην αποθήκη έμπαιναν οι υπάλληλοι και για καφέ. Εκτός από τον ίδιο στο κατάστημα κατά τον επίδικο χρόνο εργάζονταν η κατηγορούμενη, η Μ.Κ.5, η Μ.Κ.2 και η Αγγελίνα και ο Χρίστος. Περαιτέρω, στην αντεξέταση του όταν του ζητήθηκε να περιγράψει την παράδοση του εν λόγω ποσού στην κατηγορούμενη είπε ότι την επόμενη πήγε ο ίδιος και έφερε τον φάκελο μπροστά, έβγαλε το report με τις καταθέσεις και τα παρέδωσε στην κατηγορούμενη για να κάνει κατάθεση. Της παρέδωσε και τα χρήματα. Όταν ρωτήθηκε εάν αυτά ήταν μέσα στο φάκελο είπε ότι αυτός τα έβγαλε έξω και πρόσθεσε ότι αυτό πάντα το έκαναν, έβγαζαν τα χρήματα και σημείωναν τι λεφτά έπρεπε να κατατεθούν για να ξέρει η κατηγορούμενη. Ήταν δε η θέση του ότι εκείνη την ημέρα η κατηγορούμενη είδε τις €7.500 αφού αυτός της τις παρέδωσε. Μόνο όμως όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση του, εάν της τα μέτρησε, είπε για πρώτη φορά ότι της τα μέτρησε για να προσθέσει όμως, κάτι που δείχνει ότι δεν ήταν βέβαιος, ότι και η κατηγορούμενη έπρεπε να τα μετρήσει για να ξέρει τι θα κάνει κατάθεση. Όταν ρωτήθηκε εάν αυτό το ανέφερε στην κατάθεση του είπε ότι δεν θυμάται. Όταν του τέθηκε τι ανέφερε στην κατάθεση του και ότι εάν τα μετρούσε δεν θα είχε ανάγκη να δώσει την απόδειξη για να ξέρει η κατηγορούμενη τι ποσό να κάνει κατάθεση, δεν το δέχθηκε και είπε ότι πάντα έδιναν την απόδειξη μαζί με τα χρήματα. Προς ενίσχυση δε της θέσης του είπε στη συνέχεια, κάτι που δεν είχε αναφέρει πριν, και συγκεκριμένα ότι κάθε πρωί μετρούσαν τα λεφτά, προς επιβεβαίωση αυτών που εισέπραξαν την προηγούμενη και πήγαινε η κατηγορούμενη στην τράπεζα. Από την όλη μαρτυρία προκύπτει όμως ότι δεν γίνονταν πάντα καταθέσεις την επόμενη μέρα. Όταν ρωτήθηκε πολύ εύλογα εάν υπήρχε κάποια σκοπιμότητα για το ότι δεν ανέφερε στην κατάθεση του για την διαδικασία που έκλεινε το ταμείο, για το χάρτινο κιβώτιο όπου φυλάγονταν τα λεφτά, για την ταμειακή μηχανή, για τους φακέλους με τα διάφορα χρώματα κ.λ.π., απάντησε αρνητικά. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε γιατί τότε δεν τα ανέφερε είπε απλά ότι δεν τα ανέφερε. Όταν ρωτήθηκε εάν δεν έκρινε σημαντικό να πει στην κατάθεση του για το που φυλάγονταν τα χρήματα είπε ότι από την στιγμή που τα παρέδωσε ή θα τα πήρε για κατάθεση, δεν θεώρησε ότι έπρεπε να αναφέρει ότι ήταν στην αποθήκη. Η θέση του αυτή όμως δεν κρίνεται πειστική εφόσον τα πιο πάνω δεν αφορούν περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς γεγονότα που ανέφερε στην κατάθεση του αλλά ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα αναμένετο να αποκαλύψει στην κατάθεση του. Η μη αναφορά λοιπόν στην κατάθεση του των πιο πάνω και ιδιαίτερα το ότι οι εισπράξεις φυλάγονταν σε χάρτινο κουτί στην αποθήκη δεν μπορεί κατά την κρίση μου να θεωρηθεί τυχαία παράλειψη του. Η δε Μ.Κ.5 στην κατάθεση της είπε σχετικά ότι την επόμενη ημέρα η κατηγορούμενη πήγε στην εργασία και λόγω του ότι κρατούσε ήδη εισπράξεις από τις προηγούμενες ημέρες η μάρτυρας της ζήτησε να πάει να τις κάνει κατάθεση. Προτού όμως πάει, ο Μ.Κ.3 έδωσε στην κατηγορούμενη στην παρουσία της τον φάκελο των εισπράξεων της προηγούμενης ημέρας που μέσα ήταν οι προαναφερόμενες €7.500 και της εξήγησε τι αφορούσε. Τα χρήματα ήταν μέσα στο φάκελο και φαίνονται αφού αυτός είναι διάφανος. Η κατηγορούμενη έφυγε και όταν επέστρεψε, ο Μ.Κ.3 την ρώτησε εάν έκανε τις καταθέσεις. Εκείνη του απάντησε ότι έκανε αρκετές καταθέσεις και ήταν συγχυσμένη και ότι θα πήγαινε στην Στέλλα για να τα ξεκαθαρίσει. Στην κυρίως εξέταση της, σε σχέση με την διαδικασία που ακολουθούσαν όταν έδιναν χρήματα στην κατηγορούμενη για να κάνει κατάθεση, είπε ότι είχαν ένα φάκελο για κάθε μέρα, στους οποίους έμπαιναν τα λεφτά των καταθέσεων. Είπε δε για πρώτη φορά ότι ο Μ.Κ.3 έπαιρνε τα λεφτά, τα έπαιρνε στο γραφείο μπροστά, άνοιγαν οι φάκελοι, έβλεπαν μέσα ότι για την τάδε μέρα υπήρχε το συγκεκριμένο ποσό, έλεγχαν κάθε μέρα το ποσό που έπρεπε να γίνει κατάθεση, το συμφωνούσαν και το έδιναν στην κατηγορούμενη για να πάει για κατάθεση. Ήταν δε η θέση της ότι αυτή η διαδικασία έγινε και για το ποσό των €7.
  37. Στην αντεξέταση της όμως όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει την διαδικασία που ανέφερε στην κατάθεση της, είπε για πρώτη φορά ότι κάθε πρωί όταν ο Μ.Κ.3 έπαιρνε τα χρήματα μπροστά και τα έβαζε πάνω στο ταμείο, αυτά έβγαιναν κιόλας από τον φάκελο και ότι ο Μ.Κ.3 τα εξηγούσε στην κατηγορούμενη, με τα «κλιπούθκια» τους λογαριασμούς και ακολούθως η κατηγορούμενη τα έπαιρνε για κατάθεση. Είπε δε ότι το κάθε ποσό είχε πάνω «κλιπάκι» και σημείωση. Όταν δε εύλογα ρωτήθηκε, τότε για πιο λόγο ο Μ.Κ.3 να εξηγήσει, είπε μη πειστικά ότι το έκανε για να μην πάει στο ταμείο στην τράπεζα με άγνωστο ποσό να κάνει τις καταθέσεις. Επέμενε δε ότι στην προκειμένη ο Μ.Κ.3 έδωσε τον φάκελο με τις €7.500 στην παρουσία της και εξήγησε στην κατηγορούμενη τι αφορούσε. Όταν ρωτήθηκε και πάλι πολύ εύλογα εάν η διαδικασία έγινε έτσι τότε γιατί στην κατάθεση της είπε ότι τα χρήματα ήταν μέσα στον φάκελο αφού αυτός είναι διάφανος και φαίνονταν, κάτι που κατά τον συνήγορο σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να βγουν, να χωριστούν και να εξηγηθούν, υπεκφεύγοντας περιορίσθηκε να πει ότι έτσι κάνουν. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν το είπε στην κατάθεση της είπε ότι δεν έκανε πολλές καταθέσεις για να ξέρει. Όπως όμως λέχθηκε και για τον Μ.Κ.3 τα πιο πάνω θα αναμενόταν να τα αναφέρει στην κατάθεση της καθότι δεν αποτελούν απλά περαιτέρω λεπτομέρειες αλλά είναι ουσιώδη. Όταν ρωτήθηκε αμέσως μετά εάν ο Μ.Κ.3 έκανε και κάτι άλλο από την ώρα που έβγαλε τα χρήματα από τον φάκελο μέχρι να τα παραδώσει στην κατηγορούμενη απάντησε αρνητικά. Όταν ρωτήθηκε εάν είχε και άλλες καταθέσεις εκείνη την ημέρα μέσα στον φάκελο, απάντησε όπως και ο Μ.Κ.3, δηλ. χωρίς να είναι βέβαιη ότι πρέπει να είχε και καταθέσεις της Λεμεσού για τις 17.2.
  38. Δεν ήξερε όμως για πιο ποσό ήταν οι άλλες καταθέσεις. Και αυτή όπως και ο Μ.Κ.3 μόνο όταν ρωτήθηκε ρητά στην αντεξέταση εάν ο Μ.Κ.3 μέτρησε τα χρήματα πριν τα δώσει στην κατηγορούμενη απάντησε, για πρώτη φορά, καταφατικά. Ήταν μάλιστα η θέση της ότι ο Μ.Κ.3 πριν τα παραδώσει στην κατηγορούμενη μέτρησε και τις υπόλοιπες εισπράξεις της Λεμεσού, για τις οποίες όμως ως προαναφέρθηκε, δεν ήταν σίγουρη εάν υπήρχαν. Όταν πολύ εύλογα ρωτήθηκε πως και θυμάται για τις €7.500 αλλά όχι για τα υπόλοιπα καθόρισε αυτή την φορά το ύψος των υπολοίπων σε €100 ‑ €
  39. Όταν ρωτήθηκε ποιος της είπε ότι εκείνη την ημέρα η κατηγορούμενη, όταν επέστρεψε και την ρώτησε ο Μ.Κ.3 εάν έκανε τις καταθέσεις, απάντησε ότι έκανε αρκετές καταθέσεις και ήταν συγχυσμένη και ότι θα πήγαινε στην Μ.Κ.2 για να τα ξεκαθαρίσει, είπε ότι ήταν παρούσα. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι ο Μ.Κ.3 στην δική του μαρτυρία δεν ανέφερε κάτι τέτοιο, το οποίο είναι επίσης σημαντικό. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω κρίνω ότι η υπό αναφορά μαρτυρία των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.5 στερείτο της απαιτούμενης βεβαιότητας, συνοχής και πειστικότητας και για αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι γίνεται δεκτό εφόσον αποτελεί και θέση της υπεράσπισης ότι τα χρήματα από τις εισπράξεις του καταστήματος τοποθετούνταν σε πλαστικούς φακέλους, ένα για κάθε μέρα και το βράδυ μετά που έκλεινε το ταμείο συνήθως φυλάγονταν σε συγκεκριμένο χάρτινο κιβώτιο το οποίο βρισκόταν στην αποθήκη. Περαιτέρω γίνεται δεκτό ότι στην εν λόγω αποθήκη είχαν ελεύθερη πρόσβαση όλοι οι υπάλληλοι και οι ιδιοκτήτες του καταστήματος καθώς και ότι κατά τον επίδικο χρόνο εκεί εργάζονταν οι Μ.Κ.2, Μ.Κ.3, Μ.Κ.5, η κατηγορούμενη, δύο άλλα πρόσωπα ονόματι Χρίστος και Αγγελίνα ενώ το υποστατικό το καθάριζε καθαρίστρια, η οποία το επισκεπτόταν για τον σκοπό αυτό τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι ως προκύπτει από όλα όσα τέθηκαν αλλά και τα όσα είπε η ίδια η κατηγορούμενη, για το χάρτινο κιβώτιο γνώριζαν οι Μ.Κ.3, Μ.Κ.4, Μ.Κ.5 καθώς και η κατηγορούμενη αλλά όχι και η Μ.Κ.
  40. Συνεπώς η Μ.Κ.2 δεν έλεγε ψέματα όταν είπε ότι οι εισπράξεις δεν φυλάσσονταν εκεί. Ένα άλλο δε σημείο από την μαρτυρία των Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.5 που γίνεται δεκτό είναι και το ότι η κατηγορούμενη κατά την απουσία της από την εργασία της μεταξύ των ημερομηνιών 14.2.11 και 17.2.11, είχε στην κατοχή της εισπράξεις του καταστήματος, οι οποίες αφορούσαν προηγούμενες ημέρες και τις οποίες δεν κατέθεσε παρά μόνο στις 18.2.
  41. Αυτό προκύπτει ως το μόνο λογικό συμπέρασμα από μαρτυρία που δεν έχει αμφισβητηθεί και εξηγώ. Από το τεκμήριο 13 που είναι τραπεζική κατάσταση κίνησης λογαριασμού για το κατάστημα της παραπονούμενης εταιρείας στην Λεμεσό, φαίνεται ότι στις 18.2.11, που ως δέχεται και η κατηγορούμενη αυτή έκανε τις καταθέσεις, κατατέθηκαν σε μετρητά το συνολικό ποσό των €2.642 τα οποία, σύμφωνα με την Μ.Κ.2 (και επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο 14) αφορούσαν εισπράξεις του καταστήματος για τις ημερομηνίες 22.1.11, 1.2.11, 2.2.11, 8.2.11, 10.2.11 και 11.2.11 (για €8, €100, €681, €270, €144 και €1.439 αντίστοιχα). Από το τεκμήριο 13 προκύπτει επίσης ότι κατά την προαναφερόμενη περίοδο (14-17.2.11) που η κατηγορούμενη έλειπε, έγιναν καταθέσεις στην τράπεζα που αντιστοιχούν στις εν λόγω ημερομηνίες, γεγονός που οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι κάποιος άλλος έκανε τις εν λόγω καταθέσεις. Τούτου δεδομένου, θα ήταν λογικό ότι, εάν οι εισπράξεις των προγενέστερων ημερομηνιών (δηλ. 22.1.11, 1.2.11, 2.2.11, 8.2.11, 10.2.11 και 11.2.11) βρίσκονταν στο κατάστημα, θα κατατίθεντο και αυτές στην τράπεζα από κάποιον άλλο και δεν θα ανέμεναν την κατηγορούμενη να επιστρέψει. Κατ' επέκταση δέχομαι και την θέση των προαναφερόμενων μαρτύρων ότι τις προηγούμενες ημέρες τηλεφωνούσαν στην κατηγορούμενη για να κάνει τις εν λόγω καταθέσεις ή να τους τις δώσει να τις κάνουν αυτοί και εκείνη έβρισκε δικαιολογία καθώς και ότι στις 18.2.11 που η κατηγορούμενη επέστρεψε της έγινε σχετική παρατήρηση. Ταυτόχρονα αυτό διαψεύδει την αντίθετη προς τούτο θέση της κατηγορούμενης. Όσον δε αφορά την απώλεια του ποσού των €2.000 και του ποσού των €955, η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι δεν ήταν παρούσα και ότι ενημερώθηκε αργότερα ότι χάθηκε κάποιο ποσό καθώς και στον λόγο που απόλυσε την κατηγορούμενη στις 27.4.
  42. Όσον αφορά το ποσό των €955 τόσο η Μ.Κ.2 όσο και ο Μ.Κ.3 ανέφεραν ότι αυτό το παρέλαβε η κατηγορούμενη μαζί με σχετική απόδειξη, στο κατάστημα στην Λεμεσό, στις 16.4.11, ημέρα Σάββατο, από τον Singh, ο οποίος ήταν υπάλληλος της παραπονούμενης εταιρείας που μετέφερε εμπορεύματα στα σπίτια των πελατών. Σύμφωνα με τους εν λόγω μάρτυρες το ποσό αυτό αφορούσε αγορές από το κατάστημα στην Λευκωσία από την πελάτισσα Τόνια Κυριάκου, η οποία πλήρωσε στις 15.4.11 τον Singh και της εκδόθηκε χειρόγραφη απόδειξη είσπραξης με αρ.
  43. Επειδή η είσπραξη του ποσού έγινε αργά ο Singh δεν μπορούσε να το παραδώσει στο κατάστημα στην Λευκωσία και έτσι το παρέδωσε μαζί με την απόδειξη είσπραξης (τεκμήριο 9Α), την επομένη στην κατηγορούμενη, στην παρουσία των εν λόγω μαρτύρων. Ως ανέφερε ο Μ.Κ.3 η παραλαβή έγινε από την κατηγορούμενη ενόψει του ότι εκείνη την στιγμή ο ίδιος εξυπηρετούσε κάποιον άλλο πελάτη. Όσον δε αφορά το πώς γνώριζε το ύψος του ποσού που παραδόθηκε είπε ότι ήταν ουσιαστικά δίπλα από την κατηγορούμενη, βρισκόμενος παρά το ταμείο και ότι τα λεφτά μετρήθηκαν όπως έκαναν πάντα δηλ. όταν τους έδειχναν την απόδειξη επιβεβαίωναν ότι τα λεφτά που τους έδιναν συμφωνούσαν με την απόδειξη. Σύμφωνα δε με τον Μ.Κ.3 το ποσό το παρέλαβε η κατηγορούμενη με την απόδειξη και έκανε έλεγχο. Για την είσπραξη του εν λόγω ποσού ενημερώθηκε η Λευκωσία, όπου την ίδια ημέρα στάλθηκε με φαξ και η απόδειξη και ταυτόχρονα ενημερώθηκε το λογισμικό. Αυτά δεν έγιναν από τον Μ.Κ.3 ενώ η Μ.Κ.2 δεν μπορούσε να πει ποιος το έκανε. Η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι το εν λόγω ποσό εισπράχθηκε από τον Singh (αυτό άλλωστε προκύπτει και από την σχετική απόδειξη τεκμήριο 9Α). Ήταν όμως η θέση της κατηγορούμενης ότι τέτοιο ποσό δεν της παραδόθηκε. Εδώ θα πρέπει σημειωθεί ότι κατατέθηκε σχετικά και η κατάθεση του Singh Joga (τεκμήριο 6Α-6Β), όπου αναφέρεται ότι το εν λόγω ποσό παραδόθηκε από τον Singh στην κατηγορούμενη στις 16.4.11 ημέρα Σάββατο μαζί με την απόδειξη. Αυτό αποτελεί αναμφίβολα εξ ακοής μαρτυρία. Το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει και να αντεξετασθεί. Φαίνεται όμως ότι αυτό δεν ήταν δυνατό καθότι αυτό εγκατέλειψε την Δημοκρατία. Δεν μου διαφεύγει ότι ενόψει αυτού το Δικαστήριο δεν είχε την ευχέρεια να εξετάσει την εν λόγω μαρτυρία, κατόπιν σχετικής αντεξέτασης από την υπεράσπιση. Αυτή όμως η μαρτυρία δεν μπορεί να αποκλειστεί μόνο εκ του ότι είναι εξ ακοής. Άλλωστε επιβεβαιώνεται σε όλα τα σημεία της από τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 που ήταν παρόντες κατά την παράδοση του ποσού και της απόδειξης στην κατηγορούμενη. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψην όλα τα ανωτέρω και το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, κρίνεται ότι θα πρέπει να δοθεί πλήρης βαρύτητα στην εν λόγω μαρτυρία. Η σχετική λοιπόν θέση των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 κρίνεται, στην βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα εφόσον πέραν των άλλων βρίσκει έρεισμα και στην λογική ενώ ουσιαστικά επιβεβαιώνεται και από το τεκμήριο 6Α-6Β, για το οποίο έγινε αναφορά αμέσως πιο πάνω. Αντίθετα η θέση της κατηγορούμενης ότι δεν εισέπραξε το ποσό αυτό δεν είναι πειστική. Επικαλέστηκε προς τούτο ότι δεν μπορεί να το παρέλαβε καθότι ο Singh, δεν εργαζόταν ημέρα Σάββατο και δεν πήγαινε τέτοια μέρα στο κατάστημα. Όμως οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 δεν επικαλέστηκαν ότι εκείνος εργαζόταν την ημέρα που το παρέδωσε αλλά ότι σε περιπτώσεις, όπως την συγκεκριμένη, που η είσπραξη γινόταν από αυτόν και δεν προλάβαινε να την παραδώσει στην Λευκωσία, τα παρέδιδε την άλλη ημέρα στην Λεμεσό, κάτι που είναι λογικό. Όπως λογική είναι και η θέση του Μ.Κ.3 ότι, με δεδομένο ότι έγινε παράδοση του ποσού σε μετρητά με την απόδειξη, η κατηγορούμενη που το παρέλαβε το μέτρησε ώστε να επιβεβαιώσει ότι πράγματι πρόκειται για το ποσό που αναγράφεται στην απόδειξη. Ενόψει δε του ότι ενημερώθηκε σχετικά η Λευκωσία, κατά την ημέρα παραλαβής του ποσού στην Λεμεσό και με αποστολή της σχετικής απόδειξης μέσω φαξ και του ότι αυτό δεν έγινε από την Μ.Κ.2 ή τον Μ.Κ.3 ενώ η Μ.Κ.5 ήταν απούσα, το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η μόνη που θα μπορούσε να το κάνει αυτό ήταν η κατηγορούμενη. Ως εκ των άνω η θέση των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ως προς το πιο πάνω γίνεται δεκτή και κατ' επέκταση η αντίθετη θέση της κατηγορούμενης απορρίπτεται. Όσον αφορά το ποσό των €2.000, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι αυτό εισπράχθηκε στις 16.4.11 στο κατάστημα στην Λεμεσό και αφορούσε αγορές που έκανε η Άννα Παπαμιχαήλ από το εν λόγω κατάστημα την ίδια ημέρα. Για τον σκοπό αυτό εκδόθηκε στην πελάτισσα απόδειξη με αρ. 50003001 από τον υπολογιστή. Δεν γνώριζε η Μ.Κ.2 ποιος το εισέπραξε. Εδώ θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η ίδια η κατηγορούμενη παραδέχεται ότι εισέπραξε το ποσό αυτό. Περαιτέρω η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι στις 21.4.11 η κατηγορούμενη έκανε 4 καταθέσεις για ποσά που αφορούσαν άλλες εισπράξεις αλλά όχι του ποσού των €2.
  44. Η κατηγορούμενη της ανέφερε ότι σε μία κατάθεση υπήρχαν €50 περισσότερα από την είσπραξη και δεν γνώριζε από πού προήλθαν. Όταν η Μ.Κ.2 έκανε έλεγχο διαπίστωσε ότι τα €50 προέρχονταν από τις €2.
  45. Η Μ.Κ.2 είπε στην κατηγορούμενη ότι υπολείπεται η κατάθεση για τα €1.950 και ότι έπρεπε να της την παρουσιάσει. Η κατηγορούμενη της είπε ότι έκανε την κατάθεση αλλά δεν την είχε στην κατοχή της. Η Μ.Κ.2 της ζήτησε επιτακτικά να της την παρουσιάσει μετά τις εορτές του Πάσχα δηλαδή στις 27.4.
  46. Η Μ.Κ.2 τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη πριν πάει δουλειά στις 27.4.11 να της παρουσιάσει την κατάθεση των €
  47. Εκείνη της είπε ότι θα τα κάνει μετά. Η Μ.Κ.2 δεν δέχθηκε και της είπε να μην πάει στην δουλειά εάν δεν κάνει την κατάθεση. Η Μ.Κ.2 ενημέρωσε τον Μ.Κ.3, εκείνος έκανε αυστηρή παρατήρηση στην κατηγορούμενη και της ζήτησε να διευθετήσει την εκκρεμότητα εντός της ημέρας. Μέχρι να πάει η κατηγορούμενη στο κατάστημα πήγε εκεί η Μ.Κ.5 και ενημερώθηκε για το τι είχε γίνει. Την ίδια μέρα αργότερα η κατηγορούμενη παρουσίασε στην Μ.Κ.2 κατάθεση για €1.
  48. Η κατηγορούμενη ανέφερε ότι τα χρήματα τα είχε στην κατοχή της και τα έχασε και αναγκαστικά δανείστηκε το πιο πάνω ποσό από τον πατέρα της με σκοπό να κάνει την κατάθεση. Η Μ.Κ.5 θύμωσε όταν το άκουσε αυτό, δεν δέχθηκε την δικαιολογία και μετά από συζήτηση που είχαν με την κατηγορούμενη της ζήτησε να φύγει από την εργασία. Στην συνέχεια η Μ.Κ.5 ζήτησε από την Μ.Κ.2 να δουν τι εκκρεμότητα υπάρχει και διαπιστώθηκε ότι δεν έγινε κατάθεση για τα €955 κάτι που επιβεβαιώθηκε από την Μαραθεύτη στο κατάστημα της Λευκωσίας. Αργότερα όταν εντόπισαν την μη κατάθεση των €955 η Μ.Κ.2 τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη και όταν την ρώτησε σχετικά εκείνη της είπε ότι δεν έχει τίποτε. Η Μ.Κ.5 ανέφερε σχετικά ότι στις 27.4.11 όταν αυτή πήγε στο κατάστημα, η κατηγορούμενη απουσίαζε και οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 την ενημέρωσαν ότι υπήρξε ένα πρόβλημα τις μέρες που απουσίαζε για το Πάσχα και συγκεκριμένα ότι η κατηγορούμενη κρατούσε λεφτά στην κατοχή της από εισπράξεις προηγούμενων ημερών, πριν το Πάσχα, δεν τα έκανε κατάθεση και τους έλεγε διάφορες δικαιολογίες. Η Μ.Κ.2 είπε στην Μ.Κ.5 ότι έλεγξε και δεν είχε γίνει κατάθεση και ζήτησαν από την κατηγορούμενη μόλις επιστρέψει μετά το Πάσχα να γίνουν οι καταθέσεις. Είπαν επίσης στην Μ.Κ.5 ότι δεν την ενημέρωσαν προηγουμένως για να καλύψουν την κατηγορούμενη εφόσον, ως της είπαν, υποσχέθηκε ότι θα το κάνει και έτσι δεν ήταν ανάγκη να το μάθει αυτή και να θυμώσει. Της είπαν επίσης ότι η κατηγορούμενη είχε πάει να κάνει την κατάθεση εκείνη την ημέρα και ήταν 11:00 ‑ 12:00 το πρωί και δεν είχε πάει στο κατάστημα. Η κατηγορούμενη τηλεφώνησε στην Μ.Κ.5 εκείνη την μέρα για να της πει ότι καθυστέρησε γιατί είχε χάσει τον φάκελο με τις καταθέσεις και πήγε στον πατέρα της και δανείστηκε τα λεφτά. Μετά η κατηγορούμενη πήγε στο κατάστημα περί ώρα 12:00, η Μ.Κ.5 της ζήτησε εξηγήσεις και εκείνη της είπε ότι έχασε τον φάκελο των χρημάτων και αναγκάστηκε να δανειστεί από τον πατέρα της για να κάνει την κατάθεση. Τότε η Μ.Κ.5 την απέλυσε γιατί της είχε δώσει πολλές προειδοποιήσεις να μην κρατά τα λεφτά ποτέ πάνω της. Η κατηγορούμενη έφυγε κλαίγοντας. Εκείνη την ώρα δεν γνώριζε η Μ.Κ.5 τι ακριβώς ποσό υπήρχε στον φάκελο που έχασε η κατηγορούμενη. Δέχθηκε ότι μετά που την απέλυσε της τηλεφώνησε ο πατέρας της κατηγορούμενης για να την ρωτήσει γιατί την απέλυσε αλλά είπε ότι δεν ήταν τότε που έμαθε ότι χάθηκαν τα λεφτά αλλά πριν. Περαιτέρω δεν δέχθηκε ότι εκείνη την ημέρα όταν πήγε η κατηγορούμενη στο κατάστημα, όταν την είδε άρχισε να της φωνάζει «Πού ήσουν; Γιατί άργησες; Θέλεις 40 λεπτά να κάνεις κατάθεση; Φύε φύε». Όταν ρωτήθηκε ποιος ήταν παρών κατά την συνομιλία αυτή είπε ότι σίγουρα ήταν ο Μ.Κ.
  49. Δεν δέχθηκε επίσης ότι κατά την συνομιλία της αργότερα την ίδια ημέρα με τον πατέρα της κατηγορούμενης εκείνος της είπε ότι τα λεφτά που χάθηκαν τα έψαχναν μαζί με τον Σταύρο και τη Στέλλα για να τα βρουν μέσα στο κατάστημα ούτε ότι αυτή του απάντησε «Αφού είναι έτσι κύριε Φυλακτή, θα ψάξουμε να έβρουμε τα λεφτά και θα σας τα επιστρέψουμε». Είπε ότι της έλεγε «Εν γίνεται η κόρη μου να έκλεψε γιατί όσα λεφτά ήθελε έπαιρνε τα που μένα». Στη συνέχεια την ίδια ημέρα ή την επόμενη ανακάλυψαν ότι η κατηγορούμενη δεν κατέθεσε τα €955 όταν τους τηλεφώνησε η Μαραθεύτη από την Λευκωσία και έψαχνε την κατάθεση του ποσού αυτού. Γνώριζε στις 27.4.11 ότι η κατηγορούμενη ήταν έγκυος. Δεν είχε οποιανδήποτε αντίδραση για αυτό. Σε υποβολή ότι ο λόγος που την έδιωξε ήταν ότι ήταν έγκυος απάντησε ότι αυτό είναι παράλογο. Ανέφερε επίσης, όπως και οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, ότι το τελευταίο χρονικό διάστημα πριν τις 27.4.11 η κατηγορούμενη καθυστερούσε στην κατάθεση χρημάτων των εισπράξεων του καταστήματος τις οποίες είχε στην κατοχή της και όταν της ζητούσε τον λόγο εκείνη της έλεγε διάφορες δικαιολογίες. Η Μ.Κ.5 δεν συμφωνούσε και πολλές φορές τις έκανε παρατηρήσεις. Είπε δε ότι παρά ταύτα επειδή το μυαλό της δεν πήγαινε ποτέ στο πονηρό το θεωρούσαν σαν αμέλεια και έτσι δικαιολογούσαν την κατηγορούμενη και την άφηναν. Αρχίζοντας από το τελευταίο θα πρέπει να λεχθεί, ότι αυτό προφανώς συνέβαινε, κάτι που ως προαναφέρθηκε και κατά την εξέταση του θέματος του ποσού των €7.500 προκύπτει ως λογικό συμπέρασμα από τα τεκμήρια 13 και
  50. Εδώ να σημειωθεί ότι η θέση της κατηγορούμενης περί του ότι ποτέ δεν συνέβηκε κάτι τέτοιο, προφανώς διαψεύδεται. Το γεγονός δε ότι η Μ.Κ.5 αλλά και οι υπόλοιποι περιορίζονταν σε παρατηρήσεις στην κατηγορούμενη δεν διαψεύδει την δική τους θέση εφόσον ως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας αυτών, είχαν εμπιστοσύνη στην κατηγορούμενη και με δεδομένο ότι έστω και αργότερα γίνονταν οι καταθέσεις των εισπράξεων, δεν έκαναν οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες. Όσον αφορά το θέμα των €2.000 θα πρέπει να λεχθεί ότι τα όσα ανέφεραν σχετικά οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.5 συνάδουν στα ουσιώδη μεταξύ τους. Το μόνο σημείο όπου υπάρχει διαφορά στην μαρτυρία τους είναι ότι κατά το χρόνο που η Μ.Κ.5 απόλυσε την κατηγορούμενη στις 24.7.11 ήταν παρούσα και η Μ.Κ.2 εφόσον η πρώτη δεν την τοποθέτησε στο ισόγειο ενώ η Μ.Κ.2 είπε ότι μετά που άκουσε τις δύο να συζητούν κατέβηκε κάτω. Αυτό όμως κατά την κρίση μου συνιστά μικροαντίφαση σε μια επουσιώδη ως προς το συγκεκριμένο επίδικο θέμα λεπτομέρεια. Τέτοιες ως έχουν νομολογηθεί ενδυναμώνουν την αξιοπιστία των μαρτύρων και προβάλλουν το φυσικό τρόπο με τον οποίο διατύπωσαν τα σχετικά γεγονότα που είχαν στη μνήμη τους (βλ. Ξυδιάς ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174) ενώ δείχνουν και την έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τί θα κατέθεταν (βλ. Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 143). Λαμβάνοντας όμως υπόψην το σύνολο της μαρτυρίας των δύο αυτών μαρτύρων επί του συγκεκριμένου θέματος κρίνω ότι αυτές ήταν ειλικρινείς. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου διαφεύγει ότι η Μ.Κ.5 κατά την μαρτυρία της στο Δικαστήριο, στην αντεξέταση της, ανέφερε ουσιαστικά ότι έδωσε δύο καταθέσεις στην Αστυνομία σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες και ότι μετά η Αστυνομία ένωσε αυτές σε μια, στην οποία έβαλαν την ημερομηνία που φέρει η κατάθεση της τεκμήριο 16 δηλ. 7.9.
  1. Είπε επίσης ότι την πρώτη την έδωσε μάλλον λίγο μετά που πήγε ο σύζυγος της για κατάθεση την πρώτη φορά αλλά δεν θυμόταν πότε ακριβώς. Δεν θυμόταν επίσης κατά πόσο εκείνη την κατάθεση της την έδωσε ο αστυνομικός να την διαβάσει ή εάν την υπέγραψε. Ανέφερε επίσης ότι η πρώτη της κατάθεση λέει ουσιαστικά τα μισά που αναφέρει το τεκμήριο
  2. Σε σχέση με τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου δεν προκύπτει η ύπαρξη και άλλης κατάθεσης της Μ.Κ.
  3. Το όλο θέμα όμως κρίνεται επουσιώδες εφόσον δεν ήταν η θέση της μάρτυρος ότι στην κατάθεση τεκμήριο 16 δεν περιλαμβάνεται κάτι το οποίο ανέφερε σε άλλη κατάθεση αλλά αντίθετα ότι ουσιαστικά στο τεκμήριο 16 περιλαμβάνονται όλα όσα ανέφερε στην Αστυνομία για την υπόθεση. Συνεπώς το πιο πάνω δεν θεωρώ ότι είναι τέτοιο ώστε να καθιστά την μαρτυρία της Μ.Κ.5 αναξιόπιστη και μάλιστα στο σύνολο της. Σε σχέση τώρα με το θέμα των €2.000 ο Μ.Κ.3 δεν έκανε αναφορά ούτε στην κατάθεση του αλλά ούτε και στην υπόλοιπη κυρίως εξέταση του. Μόνο όταν ρωτήθηκε σχετικά στην αντεξέταση του είπε ότι είχε υπόψην του για ένα ποσό €2.000 από κάποια Άννα Παπαμιχαήλ για αγορές που έκανε από το κατάστημα στις 16.4.11 ενώ όταν ρωτήθηκε εάν ξέρει κάτι άλλο για το θέμα είπε ότι δεν θυμάται και ρώτησε τον συνήγορο εάν εννοεί ότι λείπουν λεφτά και δεν έγιναν κατάθεση. Είπε δε ότι απ' ό,τι γνωρίζει και απ' ό,τι ενημερώθηκε οι καταθέσεις της Λεμεσού δεν είχαν κάποιο πρόβλημα δηλ. να λείπουν κάποια λεφτά. Όταν του τέθηκε ότι χάθηκαν €1.950 ρώτησε τον συνήγορο τι εννοεί ότι χάθηκαν και μετά διερωτήθηκε πως έγιναν κατάθεση. Όταν του τέθηκε ότι η κατηγορούμενη πήγε και τα ζήτησε από τον πατέρα της ρώτησε και πάλι τον συνήγορο γιατί. Όταν στην συνέχεια ρωτήθηκε εάν έχει κάτι υπόψη του για τα πιο πάνω ότι χάθηκαν τα λεφτά αυτά είπε ότι ως υπεύθυνος του καταστήματος ξέρει ότι δεν είχαν πρόβλημα. Όταν ρωτήθηκε εάν έγινε κάποιο περιστατικό είπε ότι δεν θυμάται. Σε ερώτηση στην συνέχεια εάν έγιναν κατάθεση τα πιο πάνω λεφτά είπε ότι απ' ό,τι ξέρει έγιναν κατάθεση από την κατηγορούμενη και δεν υπάρχει πρόβλημα. Όταν ρωτήθηκε πότε έγιναν κατάθεση είπε ότι δεν θυμάται συγκεκριμένη μέρα. Όταν δε ρωτήθηκε που το ξέρει ότι έκανε η κατηγορούμενη κατάθεση τις €2.000 είπε ότι το ξέρει επειδή δεν υπάρχει διαφορά στο ταμείο της Λεμεσού με τις καταθέσεις. Είναι δε εμφανές από τα πιο πάνω ότι ο Μ.Κ.3 δεν ήθελε να κάνει σχετική αναφορά στο θέμα παρά το ότι προφανώς είχε γνώση αυτού, κάτι που προκύπτει τόσο από τα όσα ανέφεραν οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.5 αλλά και η ίδια η κατηγορούμενη. Αυτό όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν διαψεύδει την θέση των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.5 αλλά φαίνεται ότι ο λόγος που ο Μ.Κ.3 είχε αυτή την στάση είναι ότι, ως υπεύθυνος του καταστήματος της Λεμεσού, απέκρυψε από την Μ.Κ.5 που ήταν εκ των ιδιοκτητών, ότι το εν λόγω ποσό απωλέσθηκε, πριν δηλ. αυτή ενημερωθεί στις 27.4.
  4. Από την άλλη θα πρέπει να λεχθεί η κατηγορούμενη ούτε όσον αφορά το θέμα των €2.000 μου έκανε καλή εντύπωση. Στην κατάθεση της είπε ότι μια φορά τον Απρίλιο του 2011 χάθηκε ένας φάκελος με €2.000 από εισπράξεις του καταστήματος, του οποίου την ευθύνη είχε η ίδια και για αυτό δανείστηκε τα χρήματα από τον πατέρα της και τα έβαλε πίσω στην εταιρεία. Αυτά τα χρήματα δεν τα είχε στην κατοχή της αλλά ήταν στο χώρο που τα φύλαγαν στην αποθήκη. Επειδή όμως είχε γίνει κάποιος λάθος στις μέρες που έκανε τις καταθέσεις και αφού παρέλειψε να καταθέσει το πιο πάνω ποσό, από τη στιγμή που δεν το έβρισκε ένιωθε την ευθύνη δική της και έβαλε τα χρήματα από τον πατέρα της. Από τις 27.4.11 η Γεωργία την σταμάτησε από την δουλειά και ο λόγος ήταν ότι τη συγκεκριμένη ημέρα άργησε να επιστρέψει από την τράπεζα. Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι αυτή εισέπραξε το ποσό των €2.000 από την Άννα Παπαμιχαήλ στις 16.4.11 και μετά που έκλεισε το ταμείο το έβαλε σε φάκελο και μετά τοποθέτησε αυτόν στο χαρτοκιβώτιο. Όσον αφορά τη απώλεια του ποσού είπε ότι ξέχασαν τον φάκελο στο χαρτοκιβώτιο και αφού πέρασαν 2‑3 μέρες, είχαν μαζευτεί κάποια μετρητά και επειδή έπρεπε να πάει στην τράπεζα γιατί ο Μ.Κ.4 της έβγαλε επιταγή στο όνομα της για να την εξαργυρώσει, να επιστρέψει και να του δώσει τα χρήματα, αυτή την Πέμπτη πήγε στην Τράπεζα, έκανε κάποιες καταθέσεις που είχε της Τρίτης, της Τετάρτης δεν θυμάται ακριβώς, εξαργύρωσε την επιταγή και όταν πήγε πίσω στο κατάστημα είπε στον Μ.Κ.3 ότι περιμένει τον Μ.Κ.4 να του δώσει τα λεφτά. Πήγε πίσω να τα βάλει στο συγκεκριμένο χαρτοκιβώτιο και βρήκε τις €2.000 και του είπε ότι ξέχασαν να τις κάνουν προτού κλείσουν και ο Μ.Κ.3 της είπε εντάξει. Την επόμενη μέρα το πρωί, αυτή πήγε να πάρει τα χρήματα που θα έδινε στον Μ.Κ.4 και τις €2.000 να τα κάνει κατάθεση και βρήκε μόνο τα πρώτα. Έδωσε στον Μ.Κ.4 τα χρήματα και είπε στον Μ.Κ.3 ότι δεν βρίσκει τις €2.
  5. Πήγε και η Μ.Κ.2 κάτω και της είπαν τι έγινε. Έψαξαν παντού αλλά δεν βρήκαν τα χρήματα και ο Μ.Κ.3 της είπε όταν θα επιστρέψουν από τις διακοπές να ξαναελέγξουν και αν δεν τα βρουν να δουν τι να κάνουν. Η κατηγορούμενη τους είπε ότι επειδή είναι δική της ευθύνη θα δανειστεί από τον πατέρα της μέχρι να τα βρουν, όπως και έκανε. Επέστρεψαν στις 27.4.11, δεν τα βρήκαν, η κατηγορούμενη έφυγε και πήγε στον πατέρα της, του ζήτησε λεφτά, εκείνος της έδωσε μία επιταγή (τεκμήριο 17), πήγε και την εξαργύρωσε στην τράπεζα και πήγε και έκανε κατάθεση. Όταν επέστρεψε στο κατάστημα, εκεί βρισκόταν η Μ.Κ.5, η οποία της είπε «Γιατί άργησες; Πού ήσουν; Πόσες ώρες στην Τράπεζα; Θέλεις 40 λεπτά; Φύγε, φύγε, φύγε». Είπε επίσης ότι κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της οι σχέσεις της με τη Μ.Κ.5 ήταν πάρα πολύ καλές καθώς και ότι όταν η Μ.Κ.5 έμαθε ότι η κατηγορούμενη ήταν έγκυος, αρχές του Μάρτη, η στάση της απέναντι στην κατηγορούμενη άλλαξε πάρα πολύ. Συγκεκριμένα της έλεγε να μην λέει σε κανένα, ούτε σε πελάτη ότι ήταν έγκυος, επίσης έφτασε σε σημείο να της πει να το υιοθετήσει ο αδελφός της και ότι είναι μικρή για να κάνει μωρό και ότι έκανε βλακεία που έμεινε έγκυος και ασκούσε λίγο πίεση, δεν της συμπεριφερόταν καλά, απ' ό,τι κατάλαβε για να φύγει η κατηγορούμενη από μόνη της, να παραιτηθεί. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι τα πιο πάνω αποτελούν προφανώς εκ των υστέρων σκέψεις της κατηγορούμενης. Αυτό γιατί στην κατάθεση της όπου θα αναμενόταν να πει έστω σε γενικές γραμμές τα πιο πάνω, δεν έπραξε κάτι τέτοιο. Επίσης πέραν μιας υποβολής στην Μ.Κ.2 ότι έψαχναν μαζί με την κατηγορούμενη και τον Μ.Κ.3 τα εν λόγω χρήματα στο κατάστημα, καμία άλλη υποβολή ως προς το υπόλοιπο της εκδοχής της έγινε στους μάρτυρες κατηγορίας και ιδιαίτερα στον Μ.Κ.3, που σύμφωνα με την κατηγορούμενη ενημερώθηκε ότι το ποσό χάθηκε ενώ ήταν στην αποθήκη αλλά ούτε και στον Μ.Κ.4 για το ότι εκείνη την ημέρα του παρέδωσε άλλο ποσό, ούτως ώστε το Δικαστήριο να ακούσει τις θέσεις τους και να τις αξιολογήσει. Η θέση της λοιπόν αυτή ούσα βασική για την εκδοχή της δεν τέθηκε στους εν λόγω μάρτυρες, χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση, και συναφώς είναι έκθετη σε απόρριψη (βλ. Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383). Δεν τέθηκε επίσης στους μάρτυρες κατηγορίας ούτε η θέση της στην αντεξέταση ότι έψαξαν για το συγκεκριμένο ποσό και στις 27.4.11 όταν, σύμφωνα με αυτήν, πήγε στο κατάστημα, πριν πάει στον πατέρα της. Δεν είναι δε λογικό να διαπίστωσε ότι τα λεφτά χάθηκαν και ενώ το γνώριζε κατά την παράδοση άλλου ποσού που ήταν τον ίδιο χώρο, στον Μ.Κ.4 ιδιοκτήτη του καταστήματος, να μην του αναφέρει το γεγονός ή έστω να δώσει κάποια δικαιολογία γιατί δεν του το ανέφερε. Όπως μη λογικό κρίνεται και το ότι παρά το ότι προφανώς με βάση τα όσα η ίδια ανέφερε δεν είχε ευθύνη για την απώλεια του ποσού, εφόσον σύμφωνα με την εκδοχή της χάθηκε ενώ δεν ήταν στην κατοχή της, θεώρησε ότι είχε ευθύνη γιατί εκείνη το εισέπραξε και το τοποθέτησε στο χάρτινο κιβώτιο στην αποθήκη και ζήτησε από τον πατέρα της να της δώσει το αντίστοιχο ποσό για να το καταθέσει στον λογαριασμό της εταιρείας. Περαιτέρω ως στερούμενη λογικής κρίνεται και η θέση της ότι παρά τις καλές σχέσεις της με την Μ.Κ.5 εκείνη την απέλυσε με την μόνη δικαιολογία ότι εκείνη την ημέρα καθυστέρηση στην τράπεζα, μη γνωρίζοντας μάλιστα για την απώλεια του ποσού. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι ούτε τα όσα ανέφερε συγκεκριμένα για την όλη στάση της Μ.Κ.5 μετά που πληροφορήθηκε ότι η κατηγορούμενη ήταν έγκυος, τέθηκαν στην Μ.Κ.5 κατά την αντεξέταση της. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η κατηγορούμενη δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς η μαρτυρία της απορρίπτεται. Ούτε ο πατέρας της κατηγορούμενης όμως (Μ.Υ.1) μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν εμφανές ότι δεν ήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά για να πείσει ότι η κόρη του δεν έκανε οτιδήποτε το μεμπτό και ότι παράνομα απολύθηκε γιατί ήταν έγκυος. Μάλιστα ήταν η θέση του ότι το ποσό των €1.950 ήταν έλλειμα του ταμείου και ότι ουσιαστικά το δάνεισε με σκοπό να του το επιστρέψουν. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι πέραν του ότι έδωσε στην κατηγορούμενη το τεκμήριο 17 δηλ. την επιταγή για το ποσό των €1.950 ώστε να κάνει κατάθεση στον λογαριασμό της εταιρείας, τα πλείστα όσα ανέφερε σχετικά δεν συνάδουν με αυτά που είπε η κατηγορούμενη ενώ κάποια ουσιώδη εξ αυτών δεν τέθηκαν καν στους μάρτυρες κατηγορίας. Συγκεκριμένα: Ανέφερε ότι την συγκεκριμένη ημέρα του τηλεφώνησε η κόρη του και του είπε ότι έχουν το συγκεκριμένο έλλειμα στο ταμείο. Η κατηγορούμενη όμως σε κανένα σημείο δεν μίλησε για έλλειμα στο ταμείο. Η θέση της ήταν ότι χάθηκε από το χάρτινο κιβώτιο της αποθήκης το ποσό των €2.000 που αυτή είχε τοποθετήσει εκεί. Περαιτέρω ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι μετά που η κόρη του του είπε το πιο πάνω αυτός την ρώτησε «Γιατί, πού χάθηκαν τα λεφτά;» και ότι μάλιστα εν τω μεταξύ άκουγε από το τηλέφωνο άλλες ομιλίες «Πες στον παπά σου να σου τα δώσει, να μας τα δώσει και μόλις τα βρούμε να του τα επιστρέψουμε». Ήταν δε η θέση του ότι αποτάθηκαν όλοι οι υπάλληλοι σε αυτόν γιατί κρατούσε λεφτά. Μάλιστα στην αντεξέταση του ανέφερε ότι άκουσε να λένε στην κόρη του να του πει ότι θα κανόνιζαν να του επιστρέψουν τα λεφτά το απόγευμα. Πήγε η κόρη του και της έδωσε την επιταγή νοούμενου ότι θα του επέστρεφαν τα λεφτά το απόγευμα εφόσον εκείνη του είπε ότι θα έψαχναν το απόγευμα να τα βρουν. Τα πιο πάνω δεν τα ισχυρίσθηκε καν η κατηγορούμενη στην μαρτυρία της. Περαιτέρω αυτά δεν τέθηκε καν στους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, που ήταν οι μόνοι που θα μπορούσαν να ήταν παρόντες, ώστε να το σχολιάσουν και να αξιολογηθεί η θέση τους. Ανέφερε επίσης ότι η κόρη του αν χρειαζόταν λεφτά θα απευθυνόταν κοντά του όχι να κλέψει. Της είχε λογαριασμό με κάρτα με όριο €10.000 και μπορούσε να τραβήξει όσα λεφτά ήθελε ανά πάσα στιγμή. Όταν ρωτήθηκε γιατί τότε δεν είπε στην κόρη του να πάει να πάρει λεφτά από μόνη της, έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι έπρεπε να ξέρει και ο ίδιος γιατί όταν η κόρη του τραβούσε λεφτά τον ειδοποιούσε η τράπεζα ενώ στη συνέχεια ουσιαστικά συμφώνησε ότι η κόρη του μπορούσε να το πράξει χωρίς να τον ενημερώσει. Είπε δε ότι η Μ.Κ.5 όταν μίλησαν μαζί εκείνη την ημέρα δεν γνώριζε ότι έλειπε το ποσό και του είπε «Εντάξει θα τα βρούμε τα λεφτά να σου τα επιστρέψουμε». Όταν δε του τέθηκε στην αντεξέταση πολύ λογικά η ερώτηση, πως αφού η Μ.Κ.5 δεν γνώριζε ότι έλειπε το ποσό, του είπε ότι θα του το επιστρέψουν, απάντησε μη λογικά, κάνοντας ουσιαστικά υπόθεση ότι θα μίλησε με το υπόλοιπο προσωπικό. Ενώ δε ήταν η θέση του ότι ουσιαστικά δάνεισε το πιο πάνω ποσό και ότι η Μ.Κ.5 του είπε ότι θα του το επιστρέψουν εντούτοις στην κυρίως εξέταση του δεν ανέφερε ότι το αξίωσε στη συνέχεια. Για πρώτη δε φορά στην αντεξέταση του είπε ότι αργότερα στη συζήτηση με τον Μ.Κ.4 του είπε ότι θέλει το ποσό των €1.950 αλλά και ένα άλλο ποσό €800 για κάποιο αυτοκίνητο που του είχε πουλήσει, για το οποίο όμως δεν θυμόταν πότε έγινε η πώληση. Μάλιστα στη συνέχεια είπε ότι αξίωσε τα πιο πάνω 2-3 φορές μετά που ο αδελφός της Μ.Κ.5 τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη. Όταν όμως ρωτήθηκε εάν κινήθηκε νομικά για αυτό ή απέστειλε οποιαδήποτε επιστολή, κάτι που θα ήταν λογικό να κάνει ενόψει της υπό αναφορά θέσης του, απάντησε αρνητικά. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Μ.Υ.1 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή και απορρίπτεται. Νομική πτυχή Το αδίκημα της κλοπής υπό υπηρέτη προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 255 και 268 του Ποινικού κώδικα. Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος, ως συνάγονται από το λεκτικό των πιο πάνω άρθρων, είναι τα εξής: 1. Ο κατηγορούμενος να είναι γραµµατέας ή υπηρέτης, 2. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία του εργοδότη του ή πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του για λογαριασμό του εργοδότη του, 3. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του εργοδότη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του εργοδότη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση. 4. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο, 5. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και 6. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον εργοδότη του μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Η σχετική με το προαναφερόμενο αδίκημα νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί με αναφορά και σε αγγλική νομολογία και συγγράμματα στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, από την οποία προκύπτουν τα ακόλουθα: · Η φράση «με δόλιο τρόπο» («fraudulently») σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα βρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. · Αναφορικά δε με την έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), αυτή περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. · Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε πράγμα που έχει αξία και ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3). Η έννοια της λέξης «περιουσία» («property») είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας (βλ. και άρθρο 4 του Κεφ. 154). · Δεν είναι αναγκαία δε η φυσική αποκόμιση της περιουσίας. Περαιτέρω στην Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14 λέχθηκε ότι η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο της κλοπής, ενδιαφέρει ως συστατικό του αδικήματος εφόσον υπήρχε κατά το χρόνο λήψης του αντικειμένου ή όταν η περίπτωση εμπίπτει στην επιφύλαξη στο άρθρο 255 του Κεφ. 154, εφόσον συνοδεύει την "ιδιοποίησή" του. Όσον αφορά την έννοια του υπηρέτη στο σύγγραμμα Archbold 33η έκδοση σελ. 636 η ερώτηση που χρήζει απάντησης είναι: «Was he under the control of and bound to obey his alleged master?». Η ερώτηση απαντάται ως εξής: «Prove, therefore, that the prisoner, at the time when he receive the chattel money of valuable security, was clerk or servant to JN, or employed for the purpose or in the capacity of a clerk or servant as stated in the indictment, acting under and bound to obey the orders of his master, or employer. This may be proved by evidence that he acted as such.» Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή στην παρούσα, πέραν των παραδεκτών γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα: Η εταιρεία PROLIX LTD (στο εξής η παραπονούμενη) είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και κατά τους επίδικους για την παρούσα χρόνους διατηρούσε καταστήματα με την εμπορική επωνυμία «SALT & PEPPER», τα οποία ασχολούνταν με την πώληση ειδών κατοικίας και επίπλων. Συγκεκριμένα διατηρούσε ένα κατάστημα στην Λεμεσό (στο εξής το επίδικο), όπου βρισκόταν και το λογιστήριο και ένα στην Λευκωσία. Διευθυντές της εταιρείας ήταν οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.
  1. Ο πρώτος ήταν και ο μοναδικός μέτοχος της εταιρείας. Στο εν λόγω κατάστημα εργάζονταν κατά τους επίδικους χρόνους, πέραν του Μ.Κ.4 και της Μ.Κ.5, ο Μ.Κ.3, ως υπεύθυνος του καταστήματος, η Μ.Κ.2, ως λογίστρια της εταιρείας, η κατηγορούμενη ως πωλήτρια και σύμβουλος σε θέματα διακόσμησης και δύο άλλα πρόσωπα ονόματι Χρίστος και Αγγελίνα, οι οποίοι ήταν για την προετοιμασία ενός νέου καταστήματος που θα ασχολείτο με κουζίνες. Περαιτέρω το κατάστημα το καθάριζε καθαρίστρια, η οποία το επισκεπτόταν για τον σκοπό αυτό τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα. Πέραν των πιο πάνω καθηκόντων της η κατηγορούμενη ήταν υπεύθυνη και για την κατάθεση στην τράπεζα, των εισπράξεων που γίνονταν στο επίδικο κατάστημα. Η διαδικασία που ακολουθείτο για τις εισπράξεις και καταθέσεις που γίνονταν στο κατάστημα της Λεμεσού, διέφερε ανάλογα με το εάν αφορούσε παραγγελία του καταστήματος της Λεμεσού ή της Λευκωσίας. Συγκεκριμένα όταν η παραγγελία αφορούσε το κατάστημα στην Λεμεσό, όταν πλήρωνε κάποιος πελάτης, ο υπάλληλος που έκανε την είσπραξη περνούσε το ποσό στον λογαριασμό του πελάτη στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, από όπου εκδιδόταν αυτόματα απόδειξη και ενημερωνόταν το λογισμικό σύστημα. Όταν αφορούσε παραγγελία του καταστήματος της Λευκωσίας, δεν γινόταν καταχώρηση στο λογισμικό του καταστήματος από την Λεμεσό αλλά ο υπάλληλος που εισέπραττε από πελάτη στο κατάστημα της Λεμεσού, έκδιδε χειρόγραφη απόδειξη και το λογισμικό της εταιρείας ενημερωνόταν αργότερα, από το κατάστημα της Λευκωσίας, συνήθως αφού γινόταν κατάθεση των χρημάτων στην τράπεζα (σε λογαριασμό για το εν λόγω κατάστημα) και στελνόταν για τον σκοπό αυτό, με φαξ στο κατάστημα της Λευκωσίας, η απόδειξη της κατάθεσης. Η Μ.Κ.2 έλεγχε σχετικά το λογισμικό ξεχωριστά για κάθε κατάστημα. Τα χρήματα από τις εισπράξεις του καταστήματος, το βράδυ μετά το κλείσιμο του ταμείου, τοποθετούνταν, μαζί με το report που εκδιδόταν από το σύστημα και τις σχετικές αποδείξεις, τις επιταγές κ.λ.π. σε πλαστικούς φακέλους, ένα για κάθε μέρα. Αυτοί δε στη συνέχεια συνήθως τοποθετούνταν σε συγκεκριμένο χάρτινο κιβώτιο, το οποίο βρισκόταν στην αποθήκη του επίδικου καταστήματος στο ισόγειο. Για να εισέλθει κάποιος στην αποθήκη υπήρχε πόρτα στο κατάστημα πίσω από το ταμείο, η οποία δεν ήταν κλειδωμένη. Ο συγκεκριμένος χώρος ήταν ανοικτός χώρος και εκεί βρίσκονταν ουσιαστικά δύο αποθήκες χωρίς πόρτες. Στην εν λόγω αποθήκη είχαν ελεύθερη πρόσβαση όλοι οι υπάλληλοι καθώς και οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.
  2. Για το εν λόγω χάρτινο κιβώτιο γνώριζαν οι Μ.Κ.3, Μ.Κ.4, Μ.Κ.5 καθώς και η κατηγορούμενη. Καταθέσεις των εισπράξεων δεν γίνονται πάντα κάθε μέρα. Περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2011 η Ελένη Χ'Γεωργίου, μετέβη στο κατάστημα της παραπονούμενης στην Λευκωσία και προέβη σε παραγγελία για το ποσό των €14.
  3. Για να προχωρήσει η παραγγελία η Χ'Γεωργίου πήγε στο επίδικο κατάστημα στην Λεμεσό, στις 17.2.11 και έδωσε σαν προκαταβολή το ποσό των €7.500 σε μετρητά. Το ποσό εισπράχθηκε εκεί στο κατάστημα. Ο Μ.Κ.3 έκδωσε στην πελάτισσα χειρόγραφη απόδειξη είσπραξης της παραπονούμενης με αρ. 02498 (τεκμήριο 8). Επειδή τα χρήματα αφορούσαν το κατάστημα στην Λευκωσία δεν έγινε οποιαδήποτε καταχώρηση στο λογισμικό από το κατάστημα της Λεμεσού. Η απόδειξη είσπραξης δεν στάληκε με φαξ στην Λευκωσία. Ο Μ.Κ.3 ενημέρωσε για την είσπραξη του ποσού, την κοπέλα, στο κατάστημα στην Λευκωσία αλλά δεν έγινε οποιαδήποτε καταχώρηση στο λογισμικό από εκεί. Η κατηγορούμενη απουσίαζε από την εργασία της εκείνη την ημέρα. Συγκεκριμένα απουσίαζε από τις 14.2.11 λόγω ασθενείας. Κατά την απουσία της η κατηγορούμενη είχε στην κατοχή της εισπράξεις της παραπονούμενης που αφορούσαν προηγούμενες ημέρες και συγκεκριμένα για τις ημερομηνίες 22.1.11, 1.2.11, 2.2.11, 8.2.11, 10.2.11 και 11.2.11 τα ποσά των €8, €100, €681, €270, €144 και €1.439 αντίστοιχα. Για τον λόγο αυτό τόσο η Μ.Κ.2 όσο και οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.5 επικοινώνησαν μαζί της αρκετές φορές με σκοπό είτε να κάνει τις εν λόγω καταθέσεις είτε να τους τις δώσει να τις κάνουν αυτοί αλλά η κατηγορούμενη έβρισκε δικαιολογίες. Η κατηγορούμενη συνήθιζε τον τελευταίο καιρό να έχει στην κατοχή της τέτοιες εισπράξεις και να μην τις καταθέτει έγκαιρα. Όταν της ζητούσαν τον λόγο εκείνη έλεγε διάφορες δικαιολογίες. Για αυτό τις γίνονταν επανειλημμένα παρατηρήσεις να μην κρατά στην κατοχή της τις εισπράξεις. Ενόψει όμως του ότι μετά την πάροδο λίγων ημερών έκανε τις καταθέσεις δεν γίνονταν οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες. Στις 18.2.11 το κατάστημα δεν το άνοιξε ο Μ.Κ.3 ή η Μ.Κ.
  4. Συνήθως το άνοιγε η Μ.Κ.2 εφόσον πήγαινε πιο νωρίς. Οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.5 πήγαν μετά που άνοιξε το κατάστημα, όπως και η κατηγορούμενη, η οποία επέστρεψε από την άδεια της. Η Μ.Κ.5 έκανε παρατήρηση στην κατηγορούμενη για το γεγονός ότι είχε στην κατοχή τις εισπράξεις της εταιρείας και δεν προέβη στην έγκαιρη κατάθεση τους. Της ζήτησε δε να μην επαναληφθεί κάτι τέτοιο. Εκείνη την ημέρα η κατηγορούμενη προχώρησε σε κατάθεση στην τράπεζα του ποσού των εισπράξεων που είχε στην κατοχή της καθώς και ενός ποσού €137 και μετά παρέδωσε στην Μ.Κ.2 τα σχετικά έντυπα κατάθεσης. Η Μ.Κ.2 έκανε έλεγχο στο λογισμικό και είδε ότι, όσον αφορούσε τις συναλλαγές του καταστήματος στην Λεμεσό, οι καταθέσεις ήταν ορθές. Στις 9.5.11 η Χ'Γεωργίου ενημερώθηκε από το κατάστημα στην Λευκωσία ότι ήταν έτοιμη η παραγγελία της για παράδοση και ότι, ως φαινόταν από το λογισμικό, όφειλε ολόκληρο το ποσό των €14.
  5. Αυτή τους είπε ότι είχε πληρώσει στο κατάστημα στην Λεμεσό το ποσό των €7.500 και ότι είχε στην κατοχή της την σχετική απόδειξη είσπραξης, την οποία και τους έστειλε με φαξ (τεκμήριο 8). Τότε διαπιστώθηκε ότι δεν έγινε κατάθεση του εν λόγω ποσού στον λογαριασμό που διατηρείτο για το εν λόγω κατάστημα και ότι η μόνη κατάθεση που έγινε στον λογαριασμό, στις 18.2.11, ήταν μέσω visa της JCC δηλ. όχι μετρητά και για €19.
  6. Όταν ενημερώθηκε για αυτό η κατηγορούμενη ανέφερε ότι δεν παρέλαβε το πιο πάνω ποσό. Το μπλοκ αποδείξεων από το οποίο εκδόθηκε η απόδειξη τεκμήριο 8, μετά από έλεγχο που έγινε στο κατάστημα, δεν εντοπίσθηκε. Αυτό βρισκόταν στον χώρο του καταστήματος και με αυτό δεν είχε επαφή μόνο η κατηγορούμενη αλλά και οι άλλοι υπάλληλοι. Στις 15.4.11, ο Singh, υπάλληλος της παραπονούμενης, ο οποίος μετέφερε εμπορεύματα στα σπίτια των πελατών, παρέλαβε από την Τόνια Κυριάκου, το ποσό των €955, για παραγγελία που αφορούσε το κατάστημα της Λευκωσίας και έκδωσε στην πελάτισσα την χειρόγραφη απόδειξη είσπραξης με αρ. 02610 (τεκμήριο 9Α). Επειδή η είσπραξη του ποσού έγινε αργά, ο Singh δεν μπορούσε να το παραδώσει στο κατάστημα στην Λευκωσία και έτσι την επόμενη ημέρα δηλ. 16.4.11 ημέρα Σάββατο, το παρέδωσε μαζί με την απόδειξη είσπραξης, στην κατηγορούμενη, στο κατάστημα της Λεμεσού, στην παρουσία των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.
  7. Η κατηγορούμενη έλεγξε το ποσό αυτό κατά την παραλαβή του ώστε να διαπιστώσει εάν συμφωνεί με την απόδειξη. Την ίδια ημέρα η κατηγορούμενη ενημέρωσε το κατάστημα της Λευκωσίας για το εν λόγω ποσό και έστειλε με φαξ την υπό αναφορά απόδειξη. Ταυτόχρονα ενημερώθηκε σχετικά και το λογισμικό. Την ίδια ημέρα δηλ. 16.4.11, η κατηγορούμενη εισέπραξε στο επίδικο κατάστημα το ποσό των €2.000, το οποίο αφορούσε αγορές που έκανε η Άννα Παπαμιχαήλ από το εν λόγω κατάστημα την ίδια ημέρα. Για τον σκοπό αυτό εκδόθηκε στην πελάτισσα απόδειξη με αρ. 50003001 από τον υπολογιστή. Σύμφωνα με την κατηγορούμενη η ίδια έκλεισε το ταμείο το μεσημέρι της ίδιας ημέρας (ήταν Σάββατο και δεν εργάζονταν το απόγευμα) και έβαλε το report και τα μετρητά στον διάφανο φάκελο, τον οποίο τοποθέτησε στην συνέχεια στο συγκεκριμένο χάρτινο κιβώτιο στην αποθήκη. Σε σχέση με το ποσό των €2.000, στην συνέχεια η κατηγορούμενη, αρχικά είπε στην Μ.Κ.2 ότι έκανε τις καταθέσεις και η Μ.Κ.2 της είπε ότι έκανε έλεγχο μέσω του προγράμματος στην τράπεζα και δεν έγιναν οι καταθέσεις. Η κατηγορούμενη απολογήθηκε αναφέροντας ότι θα τις κάνει το συντομότερο καθώς τα ξέχασε σε άλλη τσάντα της. Στις 21.4.11 η κατηγορούμενη έκανε 4 καταθέσεις για ποσά που αφορούσαν εισπράξεις προηγούμενων ημερών αλλά όχι του ποσού των €2.
  8. Η κατηγορούμενη ανέφερε στην Μ.Κ.2 ότι σε μία κατάθεση υπήρχαν €50 περισσότερα από την είσπραξη και δεν γνώριζε από πού προήλθαν. Όταν η Μ.Κ.2 έκανε έλεγχο διαπίστωσε ότι τα €50 προέρχονταν από τις υπό αναφορά €2.
  9. Η Μ.Κ.2 είπε στην κατηγορούμενη ότι υπολείπεται η κατάθεση για τα €1.950 και ότι έπρεπε να της την παρουσιάσει. Της ζήτησε δε επιτακτικά να της την παρουσιάσει μετά τις εορτές του Πάσχα δηλαδή στις 27.4.
  10. Η Μ.Κ.2 τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη πριν πάει δουλειά στις 27.4.11 να της παρουσιάσει την κατάθεση των €1.
  11. Εκείνη της είπε ότι θα τα κάνει μετά. Η Μ.Κ.2 δεν δέχθηκε και της είπε να μην πάει στην δουλειά εάν δεν κάνει την κατάθεση. Η Μ.Κ.2 ενημέρωσε τον Μ.Κ.3 και εκείνος έκανε παρατήρηση στην κατηγορούμενη και της ζήτησε να διευθετήσει την εκκρεμότητα εντός της ημέρας. Την ίδια ημέρα η κατηγορούμενη ζήτησε από τον πατέρα της το ποσό των €1.
  12. Εκείνος της έκδωσε σχετική επιταγή, την οποία αφού αυτή εξαργύρωσε, στη συνέχεια κατάθεσε το ποσό στον λογαριασμό της παραπονούμενης, την ίδια ημέρα δηλ. στις 27.4.
  13. Μέχρι να πάει η κατηγορούμενη στο κατάστημα πήγε εκεί η Μ.Κ.
  14. Οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 την ενημέρωσαν ότι υπήρξε ένα πρόβλημα τις μέρες που απουσίαζε για το Πάσχα και συγκεκριμένα ότι η κατηγορούμενη κρατούσε λεφτά στην κατοχή της από εισπράξεις προηγούμενων ημερών, πριν το Πάσχα, δεν τα έκανε κατάθεση και τους έλεγε διάφορες δικαιολογίες. Η Μ.Κ.2 είπε στην Μ.Κ.5 ότι έλεγξε και δεν είχε γίνει κατάθεση και ζήτησαν από την κατηγορούμενη μόλις επιστρέψει μετά το Πάσχα να γίνουν οι καταθέσεις. Είπαν επίσης στην Μ.Κ.5 ότι δεν την ενημέρωσαν προηγουμένως για να καλύψουν την κατηγορούμενη εφόσον, ως της είπαν, υποσχέθηκε ότι θα το κάνει και έτσι δεν ήταν ανάγκη να το μάθει αυτή και να θυμώσει. Της είπαν επίσης ότι η κατηγορούμενη είχε πάει να κάνει την κατάθεση εκείνη την ημέρα και δεν είχε πάει στο κατάστημα. Στην συνέχεια η κατηγορούμενη τηλεφώνησε στην Μ.Κ.5 για να της πει ότι καθυστέρησε γιατί είχε χάσει τον φάκελο με τις καταθέσεις και πήγε στον πατέρα της και δανείστηκε τα λεφτά. Μετά η κατηγορούμενη πήγε στο κατάστημα περί ώρα 12:00 και παρουσίασε απόδειξη κατάθεσης για €1.
  15. Η Μ.Κ.5 της ζήτησε εξηγήσεις και εκείνη της είπε ότι είχε στην κατοχή της τα χρήματα και τα έχασε και έτσι αναγκάστηκε να δανειστεί από τον πατέρα της για να κάνει κατάθεση. Τότε η Μ.Κ.5 την απέλυσε γιατί της είχε δώσει πολλές προειδοποιήσεις να μην κρατά εισπράξεις της παραπονούμενης ποτέ πάνω της. Η κατηγορούμενη έφυγε. Στην συνέχεια η Μ.Κ.5 ζήτησε από την Μ.Κ.2 να δουν τι εκκρεμότητα υπάρχει και διαπιστώθηκε ότι δεν έγινε κατάθεση για τα €955, όταν τους τηλεφώνησε η κοπέλα από το κατάστημα της Λευκωσίας και έψαχνε την συγκεκριμένη κατάθεση. Όταν στην συνέχεια η Μ.Κ.2 τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη και την ρώτησε σχετικά με το εν λόγω ποσό εκείνη της είπε ότι δεν έχει τίποτε. Συμπεράσματα Από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου έχει αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη κατά τους επίδικους χρόνους ήταν υπάλληλος της παραπονούμενης εταιρείας και ότι τα δύο ποσά ήταν περιουσία που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Στοιχειοθετούνται λοιπόν δύο από τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος. Αυτά άλλωστε δεν ήταν ποτέ αμφισβητούμενα. Όσον αφορά τα λοιπά συστατικά στοιχεία, και για τα δύο ποσά που αποδίδεται στην κατηγορούμενη ότι έκλεψε, η μαρτυρία που υπάρχει είναι περιστατική. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97 και Γεωργίου v. Aστυνoµίας
(2010)2 Α.Α.Δ 485). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36). Στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 αναφέρθηκε ότι οι διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου. Εκεί δε όπου χρειάζεται κάποια εξήγηση αυτή επίσης πρέπει να προκύπτει από τη μαρτυρία και όχι από απλές υποθέσεις (βλ. R. v. Mary Ann Ash
(1911)6 Cr.App.Rep. 225). Ξεκινώντας από την περίπτωση των €7.500, από την μαρτυρία που έγινε δεκτή προκύπτουν τα ακόλουθα:
  1. Το εν λόγω ποσό εισπράχθηκε στο κατάστημα στην Λεμεσό στις 17.2.11 αλλά αφορούσε παραγγελία του καταστήματος της παραπονούμενης στην Λευκωσία.
  2. Η κατηγορούμενη, η οποία ήταν υπεύθυνη για τις καταθέσεις των εισπράξεων του επίδικου καταστήματος, απουσίαζε από την εργασία της εκείνη την ημέρα.
  3. Ο Μ.Κ.3 έκδωσε στην πελάτισσα σχετική απόδειξη είσπραξης (τεκμήριο 8).
  4. Επειδή τα χρήματα αφορούσαν το κατάστημα στην Λευκωσία δεν έγινε οποιαδήποτε καταχώρηση στο λογισμικό από το κατάστημα της Λεμεσού. Η απόδειξη είσπραξης δεν στάληκε με φαξ στην Λευκωσία. Ο Μ.Κ.3 ενημέρωσε για την είσπραξη του ποσού, την κοπέλα, στο κατάστημα στην Λευκωσία. Δεν έγινε όμως οποιαδήποτε καταχώρηση στο λογισμικό.
  5. Τα χρήματα από τις εισπράξεις του καταστήματος, το βράδυ μετά το κλείσιμο του ταμείου, τοποθετούνταν μαζί τα άλλα σχετικά σε πλαστικούς φακέλους, ένα για κάθε μέρα. Αυτοί δε στη συνέχεια συνήθως τοποθετούνταν σε συγκεκριμένο χάρτινο κιβώτιο, το οποίο βρισκόταν στην αποθήκη του επίδικου καταστήματος στο ισόγειο. Στην αποθήκη, η οποία δεν ήταν κλειδωμένη, είχαν ελεύθερη πρόσβαση όλοι οι υπάλληλοι της παραπονούμενης, η καθαρίστρια καθώς και οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.
  6. Για το εν λόγω χάρτινο κιβώτιο γνώριζαν οι Μ.Κ.3, Μ.Κ.4, Μ.Κ.5 καθώς και η κατηγορούμενη.
  7. Στις 18.2.11 το κατάστημα δεν το άνοιξε ο Μ.Κ.3 ή η Μ.Κ.
  8. Συνήθως το άνοιγε η Μ.Κ.2 εφόσον πήγαινε πιο νωρίς. Οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.5 πήγαν μετά που άνοιξε το κατάστημα, όπως και η κατηγορούμενη, η οποία επέστρεψε στην εργασία της. Η Μ.Κ.5 της έκανε παρατήρηση για το γεγονός ότι είχε στην κατοχή τις εισπράξεις της εταιρείας και δεν προέβη στην έγκαιρη κατάθεση τους. Της ζήτησε δε να μην επαναληφθεί κάτι τέτοιο.
  9. Την ίδια ημέρα η κατηγορούμενη μετέβηκε στην τράπεζα και προέβη σε κατάθεση των εισπράξεων που είχε στην κατοχή της καθώς και ενός ποσού €
  10. Τα έντυπα των εισπράξεων παραδόθηκαν μετά στην Μ.Κ.2, η οποία από έλεγχο στο λογισμικό διαπίστωσε ότι, όσον αφορούσε τις συναλλαγές του καταστήματος στην Λεμεσό, οι καταθέσεις ήταν ορθές.
  11. Στις 9.5.11 διαπιστώθηκε ότι δεν έγινε κατάθεση του ποσού των €7.500 στον λογαριασμό που διατηρείτο για το κατάστημα της Λευκωσίας. Η μόνη κατάθεση που έγινε στον εν λόγω λογαριασμό στις 18.2.11, ήταν μέσω visa της JCC δηλ. όχι μετρητά και για ποσό €19.
  12. Όταν ενημερώθηκε για αυτό η κατηγορούμενη ανέφερε ότι δεν παρέλαβε το εν λόγω ποσό.
  13. Το μπλοκ αποδείξεων από το οποίο εκδόθηκε η απόδειξη είσπραξης με αρ. 02498, μετά από έλεγχο που έγινε στο κατάστημα, δεν εντοπίσθηκε. Αυτό βρισκόταν στον χώρο του καταστήματος και με αυτό δεν είχε επαφή μόνο η κατηγορούμενη αλλά και οι άλλοι υπάλληλοι. Ως έχει προαναφερθεί η θέση της υπεράσπισης είναι ότι το ποσό των €7.500 ουδέποτε περιήλθε στην κατοχή της κατηγορούμενης και άρα δεν μπορεί να το έκλεψε, ως της αποδίδεται. Η κατηγορούμενη κατά την ημέρα είσπραξης του ποσού απουσίαζε από την εργασία της. Συνεπώς δεν ήταν καν ενήμερη για τη είσπραξη του. Σε σχέση με το ποιος εισέπραξε το ποσό στις 17.2.11, ποιος το φύλαξε μετά το κλείσιμο του ταμείου και ιδιαίτερα ως προς το ότι αυτό παραδόθηκε την επόμενη μέρα στην κατηγορούμενη για να το κάνει κατάθεση, η μαρτυρία των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.5, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έγινε δεκτή. Ενόψει λοιπόν των πιο πάνω καταλήγω ότι τα στοιχεία της προαναφερόμενης περιστατικής μαρτυρίας δεν έχουν τον ειρμό, την συνοχή και την αποδεικτική δύναμη ούτως ώστε να οδηγήσουν χωρίς αμφιβολία στο μοναδικό συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη έλαβε έστω κατοχή του εν λόγω ποσού στις 18.2.11 και κατ' επέκταση ότι εφόσον δεν το έκανε κατάθεση, το οικειοποιήθηκε, ως της αποδίδεται. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε υπόθεση και μόνο. Η απόδειξη όμως της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνουν εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι από τα γεγονότα της υπόθεσης. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Εξετάζοντας τέλος την περίπτωση των €955, από την μαρτυρία που έγινε δεκτή προκύπτουν τα ακόλουθα:
  1. Το εν λόγω ποσό παραδόθηκε στην κατηγορούμενη μαζί με την χειρόγραφη απόδειξη είσπραξης (τεκμήριο 9Α), από τον υπάλληλο της παραπονούμενης Singh, στις 16.4.11, στο κατάστημα της Λεμεσού. Αφορούσε δε είσπραξη για παραγγελία του καταστήματος της Λευκωσίας.
  2. Η κατηγορούμενη έλεγξε το ποσό αυτό κατά την παραλαβή του ώστε να διαπιστώσει εάν συμφωνεί με την απόδειξη. Την ίδια ημέρα η κατηγορούμενη ενημέρωσε το κατάστημα της Λευκωσίας για το εν λόγω ποσό και έστειλε με φαξ την υπό αναφορά απόδειξη. Ταυτόχρονα ενημερώθηκε σχετικά και το λογισμικό.
  3. Την ίδια ημέρα δηλ. 16.4.11, η κατηγορούμενη εισέπραξε στο επίδικο κατάστημα το ποσό των €2.000, το οποίο αφορούσε αγορές που έγιναν από το εν λόγω κατάστημα την ίδια ημέρα. Για τον σκοπό αυτό εκδόθηκε απόδειξη με αρ. 50003001 από τον υπολογιστή.
  4. Σύμφωνα με την ίδια την κατηγορούμενη εκείνη έκλεισε το ταμείο το μεσημέρι της ίδιας ημέρας (ήταν Σάββατο και δεν εργάζονταν το απόγευμα) και έβαλε το report και τα μετρητά στον διάφανο φάκελο, τον οποίο τοποθέτησε στην συνέχεια στο συγκεκριμένο χάρτινο κιβώτιο στην αποθήκη.
  5. Ως προς την φύλαξη των εισπράξεων ισχύει το υπ' αριθμό 5, αναφερόμενο ανωτέρω σε σχέση με το ποσό των €7.500, γεγονός.
  6. Σε σχέση με το ποσό των €2.000 αρχικά η κατηγορούμενη είπε στην Μ.Κ.2 ότι έκανε τις καταθέσεις και η Μ.Κ.2 της είπε ότι έκανε έλεγχο μέσω του προγράμματος στην τράπεζα και δεν έγιναν οι καταθέσεις. Η κατηγορούμενη απολογήθηκε αναφέροντας ότι θα τις κάνει το συντομότερο καθώς τα ξέχασε σε άλλη τσάντα της.
  7. Στις 21.4.11 η κατηγορούμενη έκανε 4 καταθέσεις για ποσά που αφορούσαν εισπράξεις προηγούμενων ημερών αλλά όχι του ποσού των €2.
  8. Η κατηγορούμενη ανέφερε στην Μ.Κ.2 ότι σε μία κατάθεση υπήρχαν €50 περισσότερα από την είσπραξη και δεν γνώριζε από πού προήλθαν. Όταν η Μ.Κ.2 έκανε έλεγχο διαπίστωσε ότι τα €50 προέρχονταν από τις υπό αναφορά €2.
  9. Η Μ.Κ.2 είπε στην κατηγορούμενη ότι υπολείπεται η κατάθεση για τα €1.950 και ότι έπρεπε να της την παρουσιάσει. Της ζήτησε δε επιτακτικά να της την παρουσιάσει μετά τις εορτές του Πάσχα δηλαδή στις 27.4.
  10. Στις 27.4.11 η Μ.Κ.2 τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη πριν πάει δουλειά να της παρουσιάσει την κατάθεση των €1.
  11. Εκείνη της είπε ότι θα τα κάνει μετά. Η Μ.Κ.2 δεν δέχθηκε και της είπε να μην πάει στην δουλειά εάν δεν κάνει την κατάθεση. Η Μ.Κ.2 ενημέρωσε τον Μ.Κ.3 και εκείνος έκανε παρατήρηση στην κατηγορούμενη και της ζήτησε να διευθετήσει την εκκρεμότητα εντός της ημέρας.
  12. Την ίδια ημέρα η κατηγορούμενη ζήτησε από τον πατέρα της το ποσό των €1.
  13. Εκείνος της έκδωσε σχετική επιταγή, την οποία αφού αυτή εξαργύρωσε, στη συνέχεια κατάθεσε το ποσό στον λογαριασμό της παραπονούμενης την ίδια ημέρα.
  14. Στη συνέχεια η κατηγορούμενη τηλεφώνησε στην Μ.Κ.5, η οποία εν τω μεταξύ είχε πάει στο κατάστημα, για να της πει ότι καθυστέρησε γιατί είχε χάσει τον φάκελο με τις καταθέσεις και πήγε στον πατέρα της και δανείστηκε τα λεφτά.
  15. Μετά η κατηγορούμενη πήγε στο κατάστημα περί ώρα 12:00 και παρουσίασε απόδειξη κατάθεσης για €1.
  16. Η Μ.Κ.5 της ζήτησε εξηγήσεις και εκείνη της είπε ότι είχε στην κατοχή της τα χρήματα και τα έχασε και έτσι αναγκάστηκε να δανειστεί από τον πατέρα της για να κάνει την κατάθεση. Τότε η Μ.Κ.5 την απέλυσε γιατί της είχε δώσει πολλές προειδοποιήσεις να μην κρατά εισπράξεις της παραπονούμενης ποτέ πάνω της.
  17. Στη συνέχεια η Μ.Κ.5 ζήτησε από την Μ.Κ.2 να δουν τι εκκρεμότητα υπάρχει και όταν τους τηλεφώνησε η κοπέλα από το κατάστημα της Λευκωσίας και έψαχνε την κατάθεση των €955 διαπιστώθηκε ότι δεν έγινε τέτοια κατάθεση.
  18. Όταν στην συνέχεια η Μ.Κ.2 τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη και την ρώτησε σχετικά με το εν λόγω ποσό εκείνη της είπε ότι δεν έχει τίποτε. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η κατηγορούμενη παρέλαβε τόσο το ποσό των €2.000 όσο και το ποσό των €
  19. Την ίδια ημέρα αυτή ενημέρωσε σχετικά το κατάστημα της Λευκωσίας, έστειλε με φαξ την απόδειξη είσπραξης του ποσού των €955 και αυτό καταχωρήθηκε στο λογισμικό. Με δεδομένο ότι οι εισπράξεις της ίδιας ημέρας φυλάγονταν στον ίδιο φάκελο αποτελεί μόνο λογικό συμπέρασμα ότι στον φάκελο έβαλε και το ποσό των €955 πριν τον φυλάξει στο χάρτινο κιβώτιο στην αποθήκη. Περαιτέρω στις 21.4.11 η κατηγορούμενη έκανε 4 καταθέσεις για ποσά που αφορούσαν εισπράξεις προηγούμενων ημερών αλλά όχι του ποσού των €2.
  20. Η κατηγορούμενη ανέφερε στην Μ.Κ.2 ότι σε μία κατάθεση υπήρχαν €50 περισσότερα από την είσπραξη και δεν γνώριζε από πού προήλθαν. Όταν η Μ.Κ.2 έκανε έλεγχο διαπίστωσε ότι τα €50 προέρχονταν από τις €2.
  21. Στις 27.4.11 η κατηγορούμενη ζήτησε και έλαβε από τον πατέρα της το ποσό των €1.950 ώστε να το κάνει κατάθεση, γιατί ως η ίδια παραδέχθηκε είχε χάσει τον φάκελο. Εκείνο που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι το ποσό των €955 όταν εισπράχθηκε φυλάχθηκε στον ίδιο φάκελο με το ποσό των €2.000 και ότι η κατηγορούμενη έχασε αργότερα τον φάκελο. Όμως δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς το υπό ποιες συνθήκες και πότε ο φάκελος ήλθε ξανά στην κατοχή της, μετά που τον φύλαξε στο χάρτινο κιβώτιο, ούτε πότε έλαβε κατοχή των άλλων εισπράξεων, που προφανώς θα βρίσκονταν σε άλλους φακέλους, και τι ακριβώς ποσά αφορούσαν αυτές. Δεν μου διαφεύγει ότι κατά την μαρτυρία της ισχυρίσθηκε ότι ουδέποτε έλαβε κατοχή του εν λόγω ποσού. Από την άλλη όμως εάν κατά τον επίδικο χρόνο είχε πρόθεση να το οικειοποιηθεί, γιατί να ενημερώσει την Λευκωσία και να στείλει εκεί με φαξ την απόδειξη είσπραξης την ίδια ημέρα ενώ κάλλιστα μπορούσε να μην το κάνει εφόσον, σύμφωνα με τον Μ.Κ.3 και την Μ.Κ.5, αυτό δεν ήταν υποχρεωτικό αλλά υποχρεωτική ήταν μόνο η αποστολή της απόδειξης κατάθεσης στην τράπεζα. Δεν απέκρυψε λοιπόν την παραλαβή του ποσού, κάτι για το οποίο άλλωστε είχε ενημερωθεί και το λογισμικό και άρα μπορούσε να εξακριβωθεί και από το κατάστημα της Λεμεσού και συγκεκριμένα από την Μ.Κ.
  22. Να σημειωθεί δε ότι η τελευταία κατά την μαρτυρία της ανέφερε ότι έκανε έλεγχο των υπολοίπων που είχε στο λογισμικό κάθε μέρα και ότι όταν ανέφερε στην κατηγορούμενη για τις €2.000 έκανε έλεγχο για την Λεμεσό και δεν θυμήθηκε τα €955, στων οποίων μάλιστα την παραλαβή ήταν παρούσα, για να τα ζητήσει από την κατηγορούμενη. Περαιτέρω εάν η κατηγορούμενη γνώριζε ότι ανάμεσα στα άλλα είχε χάσει και το ποσό των €955 που δεν είναι πολύ μεγάλο ποσό γιατί να μην ζητούσε από τον πατέρα της να της δώσει και αυτό το ποσό; Δεν μπορεί δε να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να έχασε και αυτό το ποσό, όντας στον φάκελο που ήταν οι €2.000, αλλά ενόψει και του ότι μεσολάβησαν κάποιες ημέρες και άλλες καταθέσεις στις οποίες έκανε και κάποιο λάθος να μην αντιλήφθηκε την απώλεια και αυτού, με δεδομένο μάλιστα ότι η Μ.Κ.2 της ζητούσε μόνο τις €2.
  23. Όλα τα πιο πάνω είναι τέτοια ώστε δημιουργούν εύλογη αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου τόσο ως προς το ότι η κατηγορούμενη έλαβε κατοχή, μετά δηλ. την φύλαξη του στην αποθήκη, και του ποσού των €955 αλλά κυρίως ως προς το ότι είχε πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του κατά την απόκτηση του ή αργότερα προχώρησε σε δόλιο σφετερισμό του και ότι το οικειοποιήθηκε ενεργώντας με δόλιο τρόπο. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η μαρτυρία που έγινε δεκτή δεν είναι τέτοια ώστε να οδηγεί αναμφίβολα σε συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη έκλεψε το ποσό των €
  24. Συνεπώς λόγω εύλογων αμφιβολιών η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Κλοπή υπό υπηρέτη). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.