P.T.A. FOOD LAB & NUTRITIONAL ν. ZENELIACO LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12896/14, 15/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12896/14 Μεταξύ: P.T.A. FOOD LAB & NUTRITIONAL Κατηγορούσα Αρχή v.
- ZENELIACO LIMITED
- ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ
- ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορούμενους --------------------------------------------- Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα Μακρή Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2 : κα Κούσιου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε αρχικά εναντίον των τριών πιο πάνω φυσικών και νομικών προσώπων και οδηγήθηκε, μετά την καταχώρηση μη παραδοχής, σε ακρόαση. Εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας, η Κατηγορούσα Αρχή απέσυρε τις κατηγορίες εναντίον του Κατηγορούμενου 3, ο οποίος αθωώθηκε και απαλλάγηκε των Κατηγοριών 3, 6, 9, 12 και 15 τις οποίες αντιμετώπιζε. Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε συνολικά τρεις μάρτυρες κατηγορίας, καταθέτοντας επίσης αρκετά τεκμήρια. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 2 προέβηκε σε εισήγηση αναφορικά με την μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των πελατών της. Προς τούτο αγόρευσε προφορικά, ενώ προφορική αγόρευση έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και η ευπαίδευτη συνήγορος των Παραπονούμενων. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τους Κατηγορούμενους 1 και 2, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Στην παρούσα υπόθεση οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν με βάση το κατηγορητήριο, ως έχει τροποποιηθεί, πέντε κατηγορίες έκαστος (1η, 2η, 4η, 5η, 7η, 8η, 10η, 11η, 13η και 14η), όλες για πρόκληση μη εξόφλησης πέντε επιταγών κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154. Ας σημειωθεί εδώ η Κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει πέντε κατηγορίες για συμμετοχή στο κατ' ισχυρισμό αδίκημα, με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης, που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (βλ.Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου Ποινική Έφεση 94/2005 ημερομηνίας 24.3.06) που αντιμετωπίζουν oι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο. (β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του, πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής έδωσαν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου τρείς μάρτυρες κατηγορίας και πιο συγκεκριμένα η Ξένια Γρηγοριάδη, τραπεζιτική υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου (ΜΚ1), ο Παύλος Ασπρής, Διευθυντής της Παραπονούμενης Εταιρείας (ΜΚ2) και ο Χαράλαμπος Πετσίδης, υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας (ΜΚ3). Περαιτέρω κατατέθηκαν συνολικά 22 τεκμήρια. Οι επίδικες επιταγές σημειώνω είναι το τεκμήριο
- Διεξήλθα με προσοχή τη μαρτυρία που έχει δοθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και θα επικεντρωθώ μόνο στα σημεία της μαρτυρίας που σχετίζονται με την απόδειξη των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι. Η ΜΚ1 ανέφερε εν σχέση με τις επίδικες επιταγές ότι αυτές παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην τράπεζα της, που είναι η τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν αυτές και αυτές επεστράφησαν λόγω ανάκλησης της πληρωμής τους από τον εκδότη τους. Αναφέρθηκε στο λόγο ανάκλησης, σύμφωνα με το σχετικό έντυπο που επίσης κατατέθηκε, όπως επίσης και στην υπογραφή των επιταγών από την Κατηγορούμενη 2, συμπέρασμα στο οποίο προέβηκε μετά από έλεγχο των δειγμάτων υπογραφής για τον επίδικο λογαριασμό που υπάρχει στο αρχείο της τράπεζας. Σημειώνω ότι στο στάδιο αυτό η ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 αντίγραφα των επίδικων επιταγών τα οποία λήφθηκαν κατά το στάδιο της κατάθεσης τους στην τράπεζα και στα οποία φαίνεται διαφοροποίηση στο όνομα του δικαιούχου και συγκεκριμένα φαίνεται αρχικά να αναγραφόταν στην θέση του δικαιούχου μέρος της επωνυμίας της Παραπονούμενης Εταιρείας, σε αντίθεση με το Τεκμήριο 17, όπου στη θέση δικαιούχου αναγράφεται ολόκληρη η επωνυμία. Κατά τη ΜΚ1, τα Τεκμήρια 7 και 17 είναι ταυτόσημα. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι είναι Διευθυντής της Παραπονούμενης Εταιρείας από το 1993, ενώ αναφέρθηκε περαιτέρω στις υπηρεσίες που παρέχει η εταιρεία του, αλλά και στη συνεργασία τους με την Κατηγορούμενη
- Ο ΜΚ2 ανέφερε με λεπτομέρεια τις συνθήκες κάτω από τις οποίες παρέλαβε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήριο 17 και αναφέρθηκε στα υπόλοιπα που εκκρεμούσαν δυνάμει κατάστασης λογαριασμού, για τα οποία και λήφθηκαν οι επιταγές. Ανέφερε ότι τις επίδικες επιταγές τις υπέγραψε ενώπιον του η Κατηγορούμενη 2 και τις συμπλήρωσε, πλην του ονόματος του δικαιούχου, που το συμπλήρωσε ο ίδιος. Σύμφωνα με τον ίδιο, του παραδόθηκαν συνολικά οκτώ επιταγές τις οποίες κατέθεσε στην τράπεζα που διατηρεί λογαριασμό η Παραπονούμενη και κατέθεσε προς τούτο τις αποδείξεις κατάθεσης τους. Κανένα παράπονο δεν εισέπραξαν από τους Κατηγορούμενους, είτε για τις χρεώσεις, είτε για τις επιταγές και αναφέρθηκε επίσης στην επιστροφή όλων των επίδικων επιταγών με την αιτιολογία ότι η πληρωμή τους ανακλήθηκε από τον εκδότη. Ο ΜΚ3 είναι υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας για περίοδο 30 ετών. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην Παραπονούμενη Εταιρεία, η οποία διατηρεί λογαριασμό στην τράπεζά τους και αναγνώρισε τις επίδικες επιταγές ως επιταγές που κατατέθηκαν στο λογαριασμό της Παραπονούμενης και οι οποίες επιστράφηκαν απλήρωτες, λόγω ανάκλησης της πληρωμής τους. Ο ΜΚ3 αναφέρθηκε περαιτέρω στην επωνυμία της Παραπονούμενης Εταιρείας ως αυτή αναφέρεται στις επιταγές Τεκμήριο 7, ως αυτές αρχικά φαίνεται να κατατέθηκαν, ήτοι φερόμενες να παρουσιάζουν ως δικαιούχο την PTA και PTA Food Lab και ειδικότερα στο ότι οι συναλλαγές από μέρους της παραπονούμενης γίνονταν αποδεκτές, ακόμη και με την αναφορά μόνο στα αρχικά της καθότι δεν υπήρχε αμφιβολία αλλά υπήρχε βεβαιότητα για την ταυτότητα του δικαιούχου. Περαιτέρω ανέφερε ότι ουδέν παράπονο υποβλήθηκε από οποιονδήποτε εν σχέση με τις επίδικες επιταγές. Τα πιο πάνω αναφερθέντα είναι ουσιαστικά το κύριο μέρος της κατάθεσης των μαρτύρων κατηγορίας. Μέσα από την μαρτυρία αυτή και χωρίς να δύναμαι σε αυτό το στάδιο να προχωρήσω σε αξιολόγηση της δοθείσα μαρτυρίας είτε της προφορικής είτε της έγγραφης ήτοι των Τεκμηρίων, κρίνω και καταλήγω ότι στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Δεν φαίνεται να απουσιάζει σε αυτό το στάδιο οιοδήποτε εκ των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων ή η μαρτυρία να είναι αντινομική η να στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό που να οδηγεί σε αθώωση από αυτό το στάδιο. Τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος των κατηγορουμένων ανέφερε προς στήριξη του αιτήματος της για απαλλαγή από το στάδιο αυτό, εδράζονται και βασίζονται κατά κύριο λόγο στην εμφάνιση διαφοράς επί των Τεκμηρίων 7 και 17 ήτοι των πρωτότυπων επιταγών και των αντιγράφων που λήφθηκαν κατά την κατάθεση τους. Καταρχήν να αναφέρω ότι η οποιαδήποτε αλλοίωση επ' αυτών φαίνεται να έχει γίνει μεταγενέστερα της κατάθεσης και επιστροφής των επιταγών, έχει δε δοθεί και αιτιολογία για την αλλαγή αυτή από τον ΜΚ
- Σε κάθε περίπτωση όμως στο στάδιο αυτό η αξιολόγηση αυτής της μαρτυρίας δεν δύναται να λάβει χώρα. Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι η οιαδήποτε ενασχόληση μου στα πλαίσια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης με το ζήτημα αυτό θα συνιστούσε αξιολόγηση έγγραφης μαρτυρίας. Περαιτέρω οφείλω να παραπέμψω και στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση με αρ. 184/14, IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD v. ACTION CONSTRUCTION AND DEVELOPMENTS LTD κ.α, ημερ. 10/02/2016, στην οποία εξετάστηκε το ζήτημα της λανθασμένης αναγραφής ως δικαιούχου επί της επιταγής της επωνυμίας των εφεσειόντων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε ενόψει του λάθους αυτού την υπόθεση από το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Το Εφετείο ανατρέποντας την απόφαση αυτή ανέφερε ότι: «Στη βάση λοιπόν του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε αντικειμενικά να προσεγγίσει τη μαρτυρία και θα έπρεπε να προβληματιστεί για το ότι ενδεχομένως να επρόκειτο για απλή λανθασμένη περιγραφή νομικής οντότητας με βάση τη λοιπή υπάρχουσα μαρτυρία η οποία και συνέδεε, όπως εύστοχα παρατηρεί η πλευρά των εφεσειόντων, τη συγκεκριμένη παραπονούμενη εταιρεία με τη συναλλαγή που αφορούσε την πληρωμή δια των επίδικων επιταγών. Με βάση τη μαρτυρία ειδικά του ΜΚ4 Αναστάσιου Κωνσταντίνου υπήρξε θέση αλλά και κατάθεση σχετικών τεκμηρίων που αφορούσαν στο ότι ο δικαιούχος δεν μπορούσε να είναι άλλο πρόσωπο εκτός από την παραπονούμενη εταιρεία. Αναφέρθηκε ότι ο ΄Ομιλος Εταιρειών Ιακώβου περιλαμβάνει 15 εταιρείες εκ των οποίων μόνο 2 είχαν συναλλαγές με τους εφεσίβλητους οι Iacovou Brothers (Beton) LTD και η παραπονούμενη εταιρεία. Η πρώτη εταιρεία με βάση το μάρτυρα έχει εξοφληθεί. Σχετικό επίσης είναι το τεκμ.15 το οποίο περιλαμβάνει σύνολο δηλώσεων από τις υπόλοιπες εταιρείες του Ομίλου ότι δεν είχαν συναλλαγές με τους εφεσίβλητους. Προσθέτως δε, έχει αντικειμενικά τουλάχιστον σημασία το γεγονός ότι κατατέθηκαν σχετικά τιμολόγια και ή βεβαιώσεις παραλαβής που αφορούσαν εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον την επίδικη συναλλαγή." Ορθά επίσης θα έπρεπε να γίνει συσχετισμός με σχετικά άρθρα που περιλαμβάνονται στον περί Συναλλαγματικών Νόμο, Κεφ.262 και ειδικότερα το άρθρο 6
(1)του Κεφ.262, σύμφωνα με το οποίο «ο αποδέκτης πρέπει να κατονομάζεται ή άλλως πώς να δηλώνεται σε συναλλαγματική με εύλογη βεβαιότητα». Σχετικό επίσης είναι το άρθρο 73 του ιδίου Κεφαλαίου το οποίο ορίζει ότι η επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 3
(1)του ιδίου Κεφαλαίου καθορίζεται το τι είναι συναλλαγματική. Τα πιο πάνω άρθρα δεν έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, ανωτέρω, οπότε και θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στον καθορισμό της γενικότερης έννοιας της επιταγής. Συνεπώς θα έπρεπε να έχει σημασία για το πρωτόδικο Δικαστήριο στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, το ζήτημα που εισάγεται από το άρθρο 6
(1)ανωτέρω ως προς την εύλογη βεβαιότητα που θα έπρεπε να καλύπτει το θέμα του δικαιούχου. Με δεδομένο πάντα ότι στο στάδιο στο οποίο βρισκόμαστε η μαρτυρία κρίνεται αντικειμενικά». Βεβαίως η πιο πάνω υπόθεση διαφοροποιείται από την παρούσα στο ότι εδώ οι πρωτότυπες επιταγές φαίνεται να έχουν υποστεί αλλοίωση με την συμπλήρωση στο όνομα των δικαιούχων, της πλήρους επωνυμίας, εκ των υστέρων της κατάθεσης και της σφράγισης από το Τραπεζικό ίδρυμα. Αυτή δε, είναι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου αντικειμενικά κρινόμενη σε αυτό στάδιο και χωρίς να αξιολογείται. Πέραν όμως της διαφοροποίησης τούτης κρίνω όμως ότι το ουσιαστικό ζήτημα πλέον είναι εάν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε εύλογη βεβαιότητα για την ταυτότητα του δικαιούχου, ζήτημα που θα εξεταστεί στο τέλος της δίκης. Στο παρών στάδιο και με βάση την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία κρίνω ότι δεν ελλείπει οιοδήποτε εκ των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων, η δε μαρτυρία ως έχει τεθεί δεν είναι αντινομική η να στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό που να δικαιολογεί ή να επιτρέπει αθώωση από αυτό το στάδιο, συνεπώς αμφότεροι οι κατηγορούμενοι καλούνται σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν. (Εξηγούνται στους κατηγορούμενους τα δικαιώματα τους). (Υπ.) ................ Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο