← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Μαρίνου Χατζηαντώνη, Αρ. Υπόθ.: 7670/14, 8/2/2016

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Μαρίνου Χατζηαντώνη, Αρ. Υπόθ.: 7670/14, 8/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2016:6 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 7670/14 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Μαρίνου Χατζηαντώνη Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 8.2.2016 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ο. Σοφοκλέους, Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Κονναρής Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η O κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία στο αδίκημα του βιασμού κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα, κατηγορία 1 και της κατακράτησης γυναίκας χωρίς τη θέλησή της με σκοπό τη συνουσία, κατά παράβαση του άρθρου 162 του Ποινικού Κώδικα, κατηγορία 2. Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία προέκυψαν τα πιο κάτω γεγονότα: Ο κατηγορούμενος ήταν κατά τον επίδικο χρόνο 30 ετών, ήταν άνεργος και διέμενε μαζί με τους γονείς του. Ήταν διαζευγμένος και πατέρας ενός παιδιού δέκα ετών. Τα τελευταία τέσσερα έτη διατηρούσε δεσμό με κάποια κοπέλα. Η παραπονουμένη ήταν 21 ετών και ήταν και αυτή άνεργη και διέμενε με τους γονείς της. Αμφότεροι διατηρούσαν λογαριασμό στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης, facebook. Η παραπονουμένη δέχθηκε στο facebook αίτημα φιλίας από κάποιον «Marinos Hatziantonis», ήτοι τον κατηγορούμενο. Αποδέχθηκε το αίτημα του συγκεκριμένου προσώπου, παρά το γεγονός ότι δεν τον εγνώριζε. Άρχισαν να παίζουν από κοινού κάποια παιχνίδια στο διαδίκτυο και επικοινωνούσαν μέσω γραπτών μηνυμάτων στο "chat". Τα μηνύματα τους ήταν γενικού ενδιαφέροντος. Μετά από ένα περίπου μήνα, ο κατηγορούμενος της ζήτησε όπως συναντηθούν για να γνωρισθούν καλύτερα. Η παραπονουμένη αρχικά αρνήθηκε καθότι ο κατηγορούμενος της είχε αναφέρει ότι κατά τη συνάντησή τους θα έκαναν σεξ, στη συνέχεια όμως συγκατατέθηκε καθότι πείσθηκε με βάση τα ό,σα της είπε αργότερα ο κατηγορούμενος ότι θα συναντιόντουσαν απλώς για να γνωρισθούν μεταξύ τους. Διευθετήθηκε συνάντηση μεταξύ τους. Ο κατηγορούμενος πήγε και την πήρε με το αυτοκίνητό του από κάποιο σημείο, πλησίον της οικίας της και κατευθύνθηκαν προς τη Γερμασόγεια. Σταμάτησαν έξω από ένα πολυώροφο κτίριο που έφερε την ονομασία "Parojim Appartments", ο κατηγορούμενος της εζήτησε να κατεβεί λέγοντας της ταυτόχρονα «μην αγχώνεσαι δεν έχει τίποτα». Η παραπονουμένη επίστευε, με βάση τα ό,σα της είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος, ότι στο εν λόγω κτίριο βρισκόταν το διαμέρισμα του. Ο κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς το εσωτερικό του κτιρίου και η παραπονουμένη τον ακολούθησε. Της ζήτησε να τον περιμένει έξω από ένα διαμέρισμα και εκείνος απομακρύνθηκε και επέστρεψε μετά από λίγα λεπτά κρατώντας ένα κλειδί. Άνοιξε με το κλειδί την πόρτα και εισήλθαν εντός ενός χώρου που αποτελείτο από ένα δωμάτιο με κρεβάτια, ένα μπάνιο και μπαλκόνι. Κάθησαν στο μπαλκόνι και συζήτησαν για «γενικά» θέματα, καπνίζοντας τσιγάρο και πίνοντας τους καφέδες που είχαν αγοράσει προηγουμένως από κάποιο περίπτερο. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος της ζήτησε να εισέλθουν εντός του δωματίου, αυτή όμως αρνήθηκε. Επανέλαβε το αίτημα του, αυτή συνέχιζε να αρνείται και τότε αυτός την άρπαξε από το χέρι, την τράβησε και την οδήγησε εντός του δωματίου. Κάθησαν πάνω σε ένα από τα δύο κρεβάτια και αυτός άρχισε να τη χαϊδεύει σε διάφορα σημεία του σώματός της. Η παραπονουμένη αντιστάθηκε και τον έσπρωξε με τα χέρια της για να τον αναγκάσει να σταματήσει. Ο κατηγορούμενος συνέχιζε και η παραπονουμένη του είπε «κανεί, δεν νοιώθω άνετα μαζί σου» και του ζήτησε να φύγουν. Αυτός σηκώθηκε τότε από το κρεβάτι, κλείδωσε την πόρτα, πήρε τα κλειδιά και τα κουνούσε κοροϊδευτικά, λέγοντας της ότι δεν μπορούσε να φύγει. Η παραπονουμένη προσπαθούσε να πάρει τα κλειδιά, αυτός όμως την εμπόδιζε σπρώχνοντας την. Ας σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος είναι σωματώδης και αρκετά ευτραφής σε αντίθεση με την παραπονουμένη που είναι χαμηλού αναστήματος και πολύ λεπτής σωματικής διάπλασης. Στη συνέχεια τον απείλησε ότι αν δεν την άφηνε να φύγει θα έβγαινε στο μπαλκόνι και θα πηδούσε. Ο κατηγορούμενος δεν υπέκυψε στην πιο πάνω απειλή. Προσπάθησε επίσης να τον εκφοβίσει λέγοντας του ότι θα τηλεφωνούσε στην Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος επιχείρησε τότε να της πάρει το κινητό της, δεν τα κατάφερε όμως. Της ζήτησε να κάνουν σεξ και της είπε ότι αν αυτή συγκατατίθετο και έκαναν σεξ τότε θα την άφηνε να φύγει. Αυτή αρνήθηκε. Στη συνέχεια της τηλεφώνησε η αδελφή της, Χριστιάνα. Η παραπονουμένη απάντησε την κλήση και της ζήτησε να πάνε για ψώνια. Ο κατηγορούμενος της άρπαξε το τηλέφωνο και έκλεισε την κλήση. Η αδελφή της της ξανατηλεφώνησε και της ζήτησε να της επιστρέψει την τσάντα της που κρατούσε. Η παραπονουμένη της είπε ότι θα της την έπαιρνε και έκλεισε το τηλέφωνο. Ο κατηγορούμενος την παρακάλεσε εκ νέου να κάνουν σεξ, αυτή αρνήθηκε και του ζήτησε να την πάρει στο σπίτι της. Αυτός τότε την έσπρωξε και εκείνη έπεσε πάνω στο κρεβάτι, τον κλώτσησε, αυτός όμως δεν πτοήθηκε. Ανέβηκε από πάνω της, εκείνη τον κτυπούσε από τους ώμους, αυτός όμως παρέμεινε από πάνω της. Της έβγαλε τα ρούχα της με τη βία και στη συνέχεια άνοιξε το φερμουάρ του παντελονιού του και έβγαλε έξω το πέος του που ήταν σε στύση. Η παραπονουμένη τον έσπρωχνε και του ζητούσε να την αφήσει να φύγει αλλά αυτός την αγνόησε. Έβαλε το πέος του μέσα στο γεννητικό της όργανο ενώ εκείνη του φώναζε «φύε, φύε». Ακολούθως την άρπαξε από τα μαλλιά και της είπε «αρέσκει σου σκατοπουτανάκι μου;». Η παραπονουμένη συνέχιζε να του λέει ότι «δεν ήθελε» και του ζητούσε να φύγει. Κάποια στιγμή έβγαλε το πέος του από το γεννητικό της όργανο και εκσπερμάτωσε πάνω στο πόδι της. Μετά την πράξη σηκώθηκε από το κρεβάτι και κάπνισε ένα τσιγάρο. Η παραπονουμένη άρχισε τότε να κλαίει, πήγε στην τουαλέτα σκούπισε τα υγρά από το πόδι της και ντύθηκε. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου προέκυψε επίσης ότι μετά το συμβάν ο κατηγορούμενος οδήγησε την παραπονουμένη πίσω στην οικία της. Ο συνήγορος υπεράσπισης αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου επικαλέστηκε τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου, το λευκό ποινικό μητρώο του, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, το χρόνο που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, την αλλαγή των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών του κατηγορουμένου έκτοτε ως και το γεγονός ότι η παραπονουμένη «έχει αποκατασταθεί, έχει αρραβωνιαστεί και είναι χαρούμενη και ευτυχισμένη». Ζήτησε επίσης να ληφθεί υπόψη «η ψυχολογική κατάσταση του κατηγορουμένου κατά τη διάπραξη των αδικημάτων και η αντίληψη του ότι δεν διέπραττε αδίκημα υπό τις περιστάσεις εκείνη την ώρα». Σε σχέση με την τελευταία εισήγηση ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο η ψυχολογική κατάσταση του κατηγορουμένου ήταν τόσο φορτισμένη που δεν αποφάσιζε σύμφωνα με το χαρακτήρα του αλλά «. ήταν της στιγμής» και ήταν « . δύσκολη η εγκράτεια στην ηλικία των 30 χρόνων, ανδρός διαζευγμένου, σε χώρο κλειστό με νεαρά 21 χρονών». Αναφερόμενος στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων ο συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε ότι το αδίκημα δεν «σχεδιάστηκε εν ψυχρώ» και δεν υπήρξε οποιοσδήποτε προσχεδιασμός, ανέφερε δε ότι « . υπήρξε αρχικά κοινή πρόθεση σεξουαλικής συνευρέσεως ή έστω κάτι τέτοιο αφέθηκε να εννοηθεί από την όλη συμπεριφορά». Η συμπεριφορά του κατηγορουμένου, σύμφωνα πάντα με το συνήγορο, δεικνύει «. την έμπρακτη ουσιαστική μεταμέλεια του». Σε κάποιο άλλο στάδιο της αγόρευσης του ο συνήγορος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος « . από τη μια αναγνώρισε και απολογήθηκε για τη συμπεριφορά του και από την άλλη υπήρχε μια έμμεση άρνηση και αυτό ήταν αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της ιδίας της παραπονουμένης». Εξετάσαμε τις πιο πάνω θέσεις του συνηγόρου υπεράσπισης περί μεταμέλειας του κατηγορουμένου και δηλώνουμε ότι αδυνατούμε να αντιληφθούμε το συλλογισμό του, έχοντας υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τα αδικήματα που αντιμετώπιζε αλλά κρίθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία. Ο συνήγορος μας κάλεσε να λάβουμε υπόψη την «έμπρακτη ουσιαστική μεταμέλεια» του κατηγορουμένου ενώ αυτός αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες και συνεχίζει να τις αρνείται μέχρι σήμερα. Παρατηρούμε δε ότι στην Εκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε προ ολίγων ημερών, μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου, περιέχεται δήλωση του ότι είναι αθώος. Σε σχέση με την εισήγηση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε ότι βίασε την παραπονουμένη επισημαίνουμε ότι το θέμα αυτό εξετάσθηκε στα πλαίσια της κυρίως δίκης, αποφασίσαμε ήδη επί τούτου, το απορρίψαμε και δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε ο,τιδήποτε άλλο. Απορρίπτουμε επίσης τη θέση που προβλήθηκε από την υπεράσπιση ότι υπήρξε «κοινή πρόθεση σεξουαλικής συνευρέσεως». Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προέκυψε ότι μόνο ο κατηγορούμενος είχε τη συγκεκριμένη πρόθεση και αυτός ήταν προφανώς και ο λόγος που οδήγησε την παραπονουμένη στο εν λόγω δωμάτιο. Απέκρυψε από την παραπονουμένη ότι ήταν δωμάτιο κάποιου ξενοδοχείου και την παραπλάνησε λέγοντας της ότι θα πήγαιναν στο διαμέρισμα του, γεγονός που δεικνύει ότι δεν ήταν απόφαση της «στιγμής». Η υπεράσπιση είχε προβάλει και κατά την ακρόαση τη θέση ότι η παραπονουμένη γνώριζε ότι ο σκοπός της συνάντησης τους ήταν το σεξ. Απορρίψαμε την πιο πάνω θέση, οι λόγοι της απόρριψης παρατίθενται εκτενώς στην απόφαση μας και δεν κρίνουμε σκόπιμο να τους επαναλάβουμε. Τα αδικήματα στα οποία έχει κριθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, ιδιαίτερα το αδίκημα του βιασμού είναι από τα πλέον σοβαρά αδικήματα του Ποινικού Κώδικα. Επισημαίνουμε ότι για το αδίκημα του βιασμού προβλέπεται ποινή φυλάκισης δια βίου ενώ για το αδίκημα της παράνομης κατακράτησης ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε έτη. Η μέγιστη ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα του βιασμού αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδει ο νομοθέτης στο συγκεκριμένο αδίκημα και αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του. Τέτοιας φύσης αδικήματα και γενικά αδικήματα σεξουαλικής φύσεως βρίσκονται σε έξαρση, όπως καταδεικνύει η δικαστική μας γνώση, γεγονός που καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η αποτροπή στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει δύο παραμέτρους, την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων[1]. Θα πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη ότι τέτοιας φύσης αδικήματα δεν στρέφονται μόνο κατά της έννομης τάξης, των ηθών και της κοινωνίας γενικά, αλλά προσβάλλουν βάναυσα την προσωπικότητα του θύματος. Ο βιασμός είναι ίσως η πιο ακραία μορφή σεξουαλικής κακοποίησης που μπορεί να υποστεί ένα άτομο. Πρόκειται για τραυματική εμπειρία, τόσο συναισθηματική όσο και σωματική. Η απώλεια της αυτονομίας, η αίσθηση της αδυναμίας, της ντροπής, του φόβου και του εξευτελισμού είναι κάποια από τα συναισθήματα που δυνατό να βιώσει το θύμα. Οι αρνητικές επιπτώσεις στη ζωή του θύματος μπορεί να είναι μακροπρόθεσμες και μπορεί να το οδηγήσουν σε εγκατάλειψη δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένης και της εργασίας, στην αποφυγή σύναψης διαπροσωπικών σχέσεων και στην κοινωνική απομόνωση. Η ποινή που θα επιβληθεί είναι αλληλένδετη με τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή ποινής σε τέτοιας φύσης υποθέσεις λαμβάνει υπόψη διαφόρους παράγοντες όπως είναι η χρήση βίας για εκφοβισμό ή η πρόκληση βλάβης στο θύμα, ο προσεκτικός προσχεδιασμός της έκνομης ενέργειας, η υποβολή του θύματος σε επιπρόσθετες σεξουαλικές προσβολές ή διαστροφές, η ηλικία του θύματος και η ηλικία του δράστη, ως και η διαφορά της ηλικίας μεταξύ τους και οι επιπτώσεις σωματικές και ή ψυχολογικές που είχε ο βιασμός στο θύμα[2]. Κατά πόσο ο παραβάτης χρησιμοποίησε ή όχι προφυλακτικό[3] ή κατά πόσο είχε εκσπερματώσει στον κόλπο του θύματος είναι επίσης παράγοντες που λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο καθότι η παράλειψη λήψης προφυλακτικών μέτρων δυνατό να έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης ή τη μετάδοση νοσημάτων. Στρεφόμενοι στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, παρατηρούμε ότι το θύμα ήταν μια νεαρή κοπέλα 21 ετών ενώ ο κατηγορούμενος ένας ώριμος άνδρας 30 ετών. Γνωρίσθηκαν μέσω facebook λίγες εβδομάδες προηγουμένως και συναντήθηκαν για πρώτη και τελευταία φορά την ημέρα που έλαβε χώρα το συμβάν. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα συνοψίζονται πιο πάνω και ως εκ τούτου δεν κρίνουμε σκόπιμο να τις επαναλάβουμε, εκείνο που θέλουμε να τονίσουμε όμως και που κατά την κρίση μας αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα, είναι το γεγονός ότι όταν η παραπονούμενη αρνήθηκε τα χάδια και τα φιλιά του κατηγορουμένου και του κατέστησε σαφές ότι δεν ήθελε να έχει οποιαδήποτε σεξουαλική επαφή μαζί του, αυτός κλείδωσε την πόρτα του δωματίου και την εμπόδιζε από του να φύγει μέχρι να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορέξεις. Χρησιμοποίησε τη σωματική του υπεροχή και όση βία χρειαζόταν για να πετύχει τον παράνομο σκοπό του. Δεν παραγνωρίζουμε όμως ότι η βία που ασκήθηκε κατά το βιασμό δεν ήταν υπερβολικού βαθμού και δεν είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικής βλάβης στην παραπονουμένη. Λαμβάνουμε υπόψη ως επιβαρυντικό παράγοντα το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν φόρεσε προφυλακτικό χωρίς βέβαια να παραβλέπουμε ότι τελικά εκσπερμάτωσε εκτός του κόλπου της, πάνω στο πόδι της. Οι επιπτώσεις που είχε ο βιασμός στην παραπονουμένη ήταν κυρίως ψυχολογικές. Μετά το βιασμό το θύμα ένοιωθε φόβο αλλά κυρίως ντροπή ενώ αναγκάσθηκε να βιώσει και στο Δικαστήριο, για μια ακόμη φορά, την τραυματική αυτή εμπειρία. Ο συνήγορος υπεράσπισης μας ζήτησε να λάβουμε υπόψη, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι η παραπονουμένη μετά το συμβάν έχει αρραβωνιασθεί και ότι είναι «χαρούμενη και ευτυχισμένη». Είναι γεγονός ότι μετά το συμβάν αυτή έχει αρραβωνιαστεί, αυτό ανέφερε η ίδια, καμιά μαρτυρία έχει τεθεί όμως ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτή είναι 'χαρούμενη και ευτυχισμένη' ή έστω ότι παρέμεινε αλώβητη από το συμβάν. Σε σχέση με τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου θα θέλαμε επίσης να παρατηρήσουμε ότι δεν πρόκειται για την περίπτωση ενός ψυχρού και πορωμένου εγκληματία. Επισημαίνουμε ότι αυτός κατά την ανακριτική κατάθεση του στην αστυνομία παραδέχθηκε τα πλείστα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν, παραδέχθηκε μεταξύ άλλων ότι είχε κλειδώσει την παραπονουμένη εντός του δωματίου και συνευρέθηκαν παρά τη θέληση της. Τα πιο πάνω δεικνύουν τη μεταμέλεια του. Στη συνέχεια όμως, για λόγους που παρέμειναν αδιευκρίνιστοι, ο κατηγορούμενος άλλαξε τη θέση του και αρνήθηκε τη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων. Η άρνηση των κατηγοριών είναι βέβαια απόλυτο και αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου, το αναφέρουμε όμως για να καταδείξουμε ότι η παραδοχή θα μπορούσε εν προκειμένω να έχει ιδιαίτερη σημασία λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της υπόθεσης. Ο συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ως μετριαστικό παράγοντα, ότι είναι « . δύσκολη η εγκράτεια στην ηλικία των 30 χρόνων, ανδρός διαζευγμένου, σε χώρο με νεαρά 21 χρονών». Οι σεξουαλικές ορμές ενός προσώπου σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν μετριαστικό παράγοντα σε τέτοιας φύσης υποθέσεις. Ο άνθρωπος έχει προικισθεί, μεταξύ άλλων, με διανοητικές ικανότητες τις οποίες αναμένεται να χρησιμοποιεί σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του και να μην παρασύρεται από τις ορμές και τα πάθη του. Πέραν τούτου όμως παρατηρούμε ότι ο κατηγορούμενος ήταν τριάντα ετών, δεν επρόκειτο για ένα ανώριμο έφηβο αλλά για άτομο έμπειρο που διατηρούσε κατά τον επίδικο χρόνο σταθερή σχέση με κάποια άλλη κοπέλα. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, στην οποία παρατίθενται οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου. Τις συνοψίζουμε. Ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 32 ετών και προέρχεται από οικογένεια μέτριας οικονομικής κατάστασης. Φοίτησε μέχρι τη Β τάξη του γυμνασίου και στη συνέχεια διέκοψε τη φοίτηση του λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος. Στην Εθνική Φρουρά υπηρέτησε μόνο για εννιά μήνες, απολύθηκε με την αιτιολογία ότι ήταν «Ι 5». Νυμφεύθηκε στην ηλικία των δεκαεννιά ετών, χώρισε όμως τρία χρόνια αργότερα. Από το γάμο του απέκτησε ένα παιδί που είναι σήμερα δώδεκα ετών και διαμένει με τη μητέρα του. Τα τελευταία έξι έτη είναι αρραβωνιασμένος με μια κοπέλα με την οποία απέκτησε πρόσφατα ένα παιδί. Το παιδί είναι σήμερα εννιά μηνών και διαμένει με τη μητέρα του. Κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ο κατηγορούμενος ήταν άνεργος, τους τελευταίους επτά όμως μήνες εργοδοτήθηκε σε εταιρεία καθαρισμού. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου, ιδιαίτερα το γεγονός ότι είναι πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών, δώδεκα ετών και εννιά μηνών, λαμβάνονται υπόψη δεν είναι όμως δεσπόζουσας σημασίας, ιδιαίτερα σε σχέση με τη φύση της ποινής. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του παραβάτη σε τέτοιας φύσης υποθέσεις όπως είναι ο βιασμός λαμβάνονται υπόψη δεν είναι όμως καθοριστικής σημασίας καθότι πρόκειται για πολύ σοβαρό αδίκημα το οποίο, ως αναφέραμε και πιο πάνω βρίσκεται σε έξαρση και είναι επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Λόγω της έξαρσης που παρατηρείται σε τέτοιας φύσης υποθέσεις, υπάρχει πλούσια νομολογία επί του θέματος. Οι προηγούμενες αποφάσεις δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα καθότι κάθε υπόθεση πρέπει να κρίνεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, είναι όμως ενδεικτικές του μέτρου της τιμωρίας εγκλημάτων παρομοίας φύσης και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής[4]. Η όποια αναφορά σε νομολογία γίνεται για να υπάρχει όσο είναι δυνατό κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών. Στην υπόθεση Sammy J.L. Trussler και Κυπριακής Δημοκρατίας[5] ο κατηγορούμενος και η παραπονουμένη γνωρίσθηκαν σε κλαμπ στην Αγία Νάπα. Ενώ ο κατηγορούμενος συνόδευε την παραπονουμένη στην οικία της προσπάθησε να τη φιλήσει, εκείνη τον απέτρεψε και τότε αυτός την άρπαξε από το λαιμό, την τράβησε σε παρακείμενη αυλή και αφού την κτύπησε για να μη στριγγλίζει και τη δάγκωσε στο πρόσωπο, τη βίασε. Το κακουργιοδικείο επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο. Το Εφετείο έκρινε την ποινή επιεική όχι όμως έκδηλα ανεπαρκή. Παρόμοια ήταν τα γεγονότα και στην υπόθεση Σάββας Jeffrey Davis κ.α. v Δημοκρατίας[6] με τη διαφορά ότι οι δράστες ήταν δύο και το θύμα ήταν δεκαπέντε ετών. Το Κακουργιδικείο επέβαλε στους δύο δράστες ποινή φυλάκισης 5 ετών. Σχετική είναι και η απόφαση Χαράλαμπος Λοίζου κ.α. ν Δημοκρατίας[7] όπου οι δύο κατηγορούμενοι καταδικάσθηκαν, μεταξύ άλλων, για τα αδικήματα της απαγωγής γυναίκας με σκοπό τη συνουσία, της παράνομης κατακράτησης και του βιασμού. Οι κατηγορούμενοι και η παραπονουμένη ήσαν γνωστοί. Στο παρελθόν η παραπονουμένη είχε ερωτική σχέση και με τους δύο, σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Οι κατηγορούμενοι απήγαγαν την παραπονουμένη και στη συνέχεια αφού την κατέβασαν από το όχημα, όπου επέβαιναν και οι τρεις, την βίασαν διαδοχικά. Την έσπρωξαν στην πόρτα του οδηγού και τη βίασαν ενώ το πρόσωπο της ήταν στραμμένο προς το αυτοκίνητο. Επιβλήθηκε και στους δύο κατηγορουμένους ποινή φυλάκισης δύο ετών, η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους παράγοντες, κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή είναι αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης. Επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: Πρώτη κατηγορία: 4 ετών. Δεύτερη κατηγορία: 1 έτους. Οι ποινές θα συντρέχουν. Στο χρόνο φυλάκισης να συνυπολογισθεί ο χρόνος που ο κατηγορούμενος παρέμεινε υπό κράτηση. €60.- έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής να πληρωθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) .............. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά: Βιασμός και παράνομη κατακράτηση γυναίκας χωρίς τη θέλησή της. [1] Βλέπετε σχετικά Πισκόπου και Δημοκρατία

(1999)2 ΑΑΔ 342, 351. [2] Βλέπετε σχετικά R. v Keith Billam
(1986)1 All. E.R.
  1. [3] Βλέπετε σχετικά R. v Xhelollari 2007 E.W.C.A Crim
  2. [4] Βλέπετε σχετικά Σαμπής ν Δημοκρατίας Π.Ε 124/10, ημερομηνίας 22.02.2012 και Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123. [5] Π.Ε. 65/2012 ημερομηνίας 16.01.2013 [6]
(2006)2 ΑΑΔ 198. [7]
(2009)2 ΑΑΔ 469. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.