ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ν. F.K. DOTMATRIX SERVICES LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17438/14, 18/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17438/14 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ v.
- F.K. DOTMATRIX SERVICES LTD
- ΓΕΩΡΓΙΑ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ --------------------------------------------- Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Αυτοπροσώπως ο παραπονούμενος. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2 : κος. Χ'' Στερκώτης . Κατηγορούμενη 2 :παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ (ex- Tempore) Η παρούσα υπόθεση μετά από επανειλημμένες αναβολές ήταν σήμερα ορισμένη για έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Παρά τις δηλώσεις αμφότερων των συνηγόρων των διαδίκων σε προηγούμενο στάδιο πριν την καθορισμένη ώρα ακρόασης περί της ετοιμότητας τους, την ώρα που προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου ο συνήγορος που εκπροσωπούσε τον παραπονούμενο ζήτησε άδεια να αποσυρθεί, αίτημα με το οποίο ο ίδιος ο παραπονούμενος συμφώνησε. Μετά την απόρριψη αιτήματος του για αναβολή ο παραπονούμενος ζήτησε να επιληφθεί την υπόθεση προσωπικά και παρά τις συστάσεις του Δικαστηρίου προχώρησε και έδωσε μαρτυρία ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας. Η υπόθεση αφορά 4 κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενες 1 και 2 για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής η οποία χωρίς εύλογη αιτία ανακλήθηκε από τον εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών. Ο παραπονούμενος στην σύντομη μαρτυρία του αναφέρθηκε στον δανεισμό ποσού ύψους €140.000= προς τον αδελφό της κατηγορούμενης 2, για τον οποίον δανεισμό του δόθηκαν ως εξασφάλιση 2 επιταγές (Τεκμήρια 1 και 2) από τον ίδιο τον αδελφό της. Περαιτέρω υπογράφηκε από τον αδελφό της, φερόμενο ως εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της κατηγορούμενης 2, δήλωση ανάληψης χρέους (Τεκμήριο 3). Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στις 6/3/2014 στον χώρο του Δικαστηρίου στην παρουσία 2 δικηγόρων που αναφέρονται στο Τεκμήριο 3, παρέδωσε σε μετρητά το ποσό των €140.000= στον Μάριο Ορφανίδη με υπόσχεση το ποσό αυτό να πληρωνόταν με τις 2 επίδικες επιταγές σε 2 μήνες. Η πρώτη επιταγή πληρωτέα την 06/04/2014 ενώ η 2η στις 06/05/
- Αμφότερες τις επιταγές τις κατέθεσε κατά τον χρόνο που αυτές ήταν πληρωτέες και ενημερώθηκε από την Τράπεζα ότι αυτές δεν μπορούσαν να τιμηθούν καθότι η πληρωμή τους ανακλήθηκε καθότι το εν λόγω βιβλιάριο επιταγών είχε χαθεί και ανακλήθηκαν όλες οι επιταγές που περιλαμβάνονται σε αυτό. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 αναφέρθηκε στις λεπτομέρειες του, κατ' ισχυρισμό του, δανεισμού και επέμεινε ότι παρέδωσε αυτά τα χρήματα ενώπιον των δικηγόρων σε μετρητά. Αναφορικά με τις κατηγορούμενες 1 και 2 δήλωσε ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση μαζί τους πέραν της λήψης αυτών των 2 επιταγών. Αναφορικά με την έκδοση των επιταγών δήλωσε ότι του δόθηκαν από τον αδελφό της κατηγορούμενης 2 με την οποία συνομίλησε στο τηλέφωνο για να επιβεβαιώσει την λήψη των επιταγών. Περαιτέρω όμως δήλωσε ότι δεν γνωρίζει αν τις υπέγραψε η ίδια, κάτι τέτοιο μπορεί να φανεί από την Τράπεζα ενώ περαιτέρω δήλωσε άγνοια αν το πρόσωπο με το οποίο μίλησε στο τηλέφωνο ήταν όντως η κατηγορούμενη 2 ή αν τον εξαπάτησαν και του παρουσίασαν άλλο πρόσωπο στο τηλέφωνο ως την κατηγορούμενη
- Τα χρήματα αυτά που δάνεισε δεν γνωρίζει να τα πήρε η κατηγορούμενη 2 ενώ δεν κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία καθότι ο ίδιος παλαιότερα είχε διαφορές τόσο με την Αστυνομία όσο και με την Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ), υπηρεσίες οι οποίες στα πλαίσια μιας συνομωσίας προσπάθησαν να τον βάλουν φυλακή και να τον καταστρέψουν. Συμφώνησε με την θέση ότι ο λόγος μη πληρωμής των επιταγών ήταν η ανάκληση της πληρωμής τους ενώ συμφώνησε περαιτέρω ότι δεν μπορεί α ξέρει αν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στον επίδικο λογαριασμό και αυτή δεν είναι εν πάση περιπτώσει η θέση του. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του ανέφερε ότι μετά την ανάκληση επικοινώνησε με τον αδελφό της κατηγορούμενης 2 και όχι με την ίδια καθότι δεν επιθυμεί να ενοχλεί πρόσωπα που δεν είναι υπεύθυνα για κάτι καθότι στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο αδελφός της κατηγορούμενης
- Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΚ1 και παρά τις συστάσεις του Δικαστηρίου, όπως ο παραπονούμενος λάβει νομική συμβουλή για τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης και παρά το ότι ανέφερα στον παραπονούμενο ότι θα ήταν καλύτερα να αιτηθεί αναβολής, αίτημα το οποίο θα ενέκρινα, για να εξετάσει το ενδεχόμενο να παρουσιάσει και άλλους μάρτυρες, ο ίδιος επέμεινε ότι δεν επιθυμεί να παρουσιάσει άλλους μάρτυρες ούτε και να λάβει νομική συμβουλή και δήλωσε ότι αυτή είναι η υπόθεση του. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 2 εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, καθ' ότι όπως ανέφερε δεν έχει αποδειχθεί ποιος έχει υπογράψει τις επίδικες επιταγές και συνεπώς δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Περαιτέρω ανέφερε την διαφορά στο άρθρο των εκθέσεων των αδικημάτων (επιταγή χωρίς αντίκρισμα 305Α1) με το αδίκημα που περιγράφεται στις λεπτομέρειες αυτών (ανάκλησης πληρωμής επιταγής 305 Α2, και τέλος κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει την μαρτυρία τόσο αντινομική ώστε να απαλλάξει τους κατηγορούμενους 1 και 2 από αυτό το στάδιο. Την ακολουθητέα διαδικασία το Δικαστήριο την εξήγησε στον παραπονούμενο αλλά ο ίδιος επέλεξε να μην αγορεύσει επί της εισήγησης του κου. Χ''Στερκώτη και ζήτησε όπως το Δικαστήριο αποφασίσει με τα όσα έχει ενώπιον του. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Αναφορικά με την νομική βάση του κατηγορητηρίου αρχικά να αναφέρω ότι σαφώς φαίνεται ότι υπάρχει διάσταση στις λεπτομέρειες με την έκθεση αδικήματος. Βεβαίως το Δικαστήριο δύναται να θεραπεύσει τέτοια διάσταση με τροποποίηση εάν βεβαίως προκύψει η διάπραξη άλλου αδικήματος και νοουμένου ότι δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα των κατηγορουμένων. Εδώ το ζήτημα αυτό εγείρεται στο στάδιο αυτό και όχι προκαταρκτικά και η υπεράσπιση ήδη αντεξέτασε τον ΜΚ1 χωρίς να θέσει το ζήτημα αυτό και υποβάλλοντας ερωτήσεις με τις οποίες αμφισβητήθηκαν τα συστατικά στοιχεία αμφότερων των αδικημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 305 του Κεφ.
- Εν πάσει περιπτώσει όμως σε αυτό το στάδιο τα συστατικά στοιχεία αμφότερων των αδικημάτων του άρθρου 305 περιλαμβάνουν ως πρώτο στοιχείο καταρχήν την έκδοση μιας επιταγής. Το άρθρο 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο είναι το αδίκημα που ο ίδιος ο ΜΚ1 δέχτηκε ότι αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης, που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (ως αυτό έχει ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου Ποινική Έφεση 94/2005 ημερομηνίας 24.3.06) που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενες 1 και 2 και τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας είναι: (α) Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο. (β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του, πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Διεξήλθα με προσοχή τη μαρτυρία που έχει δοθεί και διαπιστώνω ότι η εισήγηση της Υπεράσπισης είναι πέρα για πέρα βάσιμη και προφανής. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία στο βαθμό που η Νομολογία υπαγορεύει με την οποία να αποδεικνύεται στην προκειμένη περίπτωση οιοδήποτε εκ των συστατικών στοιχείων του αδικήματος αυτού. Συγκεκριμένα απουσιάζει παντελώς μαρτυρία για τα κάτωθι: - Ότι η κατηγορούμενη 2 είναι διευθύντρια η εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος και/ή πρόσωπο που νομιμοποιείται να υπογράφει επιταγές για την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. - Ότι η υπογραφή στις επιταγές τεκμήρια 1 και 2 ανήκει στην κατηγορούμενη 2. - Ότι η κατηγορούμενη 1 μέσω της 2ης κατηγορούμενης ανακάλεσε με πράξη της, ήτοι γραπτή εντολή προς το τραπεζιτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν οι επιταγές, την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Ο ίδιος ο ΜΚ1 έδωσε περαιτέρω μια πλήρως αντινομική μαρτυρία που στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε με βάση αυτή να καταδίκαζε τις κατηγορούμενες 1 και 2 ακόμα και σε μεταγενέστερο στάδιο. Το μόνο που θα εξυπηρετούσε η κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία θα ήταν η δυνατότητα που πλέον θα διδόταν στον παραπονούμενο να διορθώσει τα σοβαρά κενά και ελλείψεις της υπόθεσης του. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ούτε και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 κατά συνέπεια τις απαλλάσσω και τις αθωώνω στις κατηγορίες που αυτές αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων 1 και 2 και εναντίον του παραπονούμενου. (Υπ.) ................ Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο