← Κύπρος

Alfred von der Hoech ν. Στήβεν Στυλιανού, Αρ. Υπόθεσης: 28670/13, 16/2/2016

Alfred von der Hoech ν. Στήβεν Στυλιανού, Αρ. Υπόθεσης: 28670/13, 16/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΑΝΑΓΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 28670/13 Μεταξύ: Alfred von der Hoech ν. Στήβεν Στυλιανού -------------------------------------------- Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα. Γιατρού Για τον Κατηγορούμενο: κος. Καιμακλιώτης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 18/12/

  1. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ως αυτό είχε τροποποιηθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία των ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 297, 298, 20 και 26 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Ο κατηγορούμενος αφού του προσάχθηκαν οι κατηγορίες σύμφωνα με το τροποποιημένο κατηγορητήριο καταχώρησε μή παραδοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση με την παρουσίαση των μαρτύρων κατηγορίας. Η παρούσα απόφαση αντικείμενο έχει την κατάληξη του Δικαστηρίου για το κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως ενοχή του κατηγορούμενου στο αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι με ψευδείς παραστάσεις, ήτοι ότι τα εξαρτήματα για επισκευή του αυτοκινήτου μάρκας Mercedes Benz 380 SL, τύπου 107, με αριθμό εγγραφής Α223, ιδιοκτησίας του παραπονούμενου ήταν δύσκολο να βρεθούν και ότι ήταν πολύ ακριβά, γνωρίζοντας πως ήταν ψευδείς και με σκοπό να καταδολιεύσει τον παραπονούμενο, κατάφερε να αποσπάσει απο τον παραπονούμενο περί τα τέλη του 2012, αρχές και μέσα του 2013 το συνολικό ποσό των €17.700= για επισκευή και συντήρηση του ως άνω αυτοκινήτου ενώ στην πραγματικότητα τα εξαρτήματα τα οποία πραγματικά χρησιμοποιήθηκαν ήταν εύκολο να βρεθούν και ήταν πολύ μικρότερης αξίας πράγμα που γνώριζε ο κατηγορούμενος. Πριν από την παρουσίαση των μαρτύρων κατηγορίας αλλά και κατά την διάρκεια της παρουσίασης της υπόθεσης του κατήγορου δηλώθηκαν τα κάτωθι παραδεκτά γεγονότα και τα κάτωθι παραδεκτά έγγραφα τα οποία εγκρίθηκαν ως τέτοια απο το Δικαστήριο: - Ο παραπονούμενος κατέβαλε στον κατηγορούμενο συνολικά το ποσό των €15.000= πλέον ο Φ.Π.Α., σε 3 διαφορετικές περιπτώσεις εκ €5.000= έκαστη, πλέον ο Φ.Π.Α, ποσό το οποίο συμποσούται στο ποσό των €2.700=. - Τα Τεκμήρια με αριθμούς 3 - 6 (αμφότερων συμπεριλαμβανομένων) και το Τεκμήριο 12 κατατέθησαν απο κοινού απο τους συνηγόρους των διαδίκων και αποτελούνται από: Τεκμήριο 3: Κατάσταση λογαριασμού του παραπονούμενου ημερ.2/10/
  3. Τεκμήριο 4: Αντίγραφο επιταγής με εκδότη τον παραπονούμενο και δικαιούχο τον κατηγορούμενο για ποσό €5.000= και αρ.97951833 ημερ.20/10/
  4. Τεκμήριο 5: Κατάσταση λογαριασμού του παραπονούμενου ημερ.10/6/2013 Τεκμήριο 6: Επιστολή ημερ.3/8/2013 από Steves Garage με επισυνημμένο τιμολόγιο με αρ.
  5. Τεκμήριο 12: Πιστοποιητικό εγγραφής οχήματος, με αρ.025359 με αρ. Εγγραφής 223Α με επισυνημμένο πιστοποιητικό με αρ.048483 της Διεθνούς Ομοσπονδίας Αυτοκινήτων. Τεκμήριο 13: Πακέτο φωτογραφιών Τεκμήριο 14: Αντίγραφο κατηγορητηρίου ποινικής υπόθεσης 5516/13, Ε. Δ. Λάρνακας. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας αρχής προσήλθαν ενώπιον μου συνολικά 3 μάρτυρες κατηγορίας περιλαμβανομένου και του παραπονούμενου (ΜΚ1). Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί από το στάδιο αυτό. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής η οποία εισηγήθηκε ότι με βάσει την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και το Δικαστήριο θα πρέπει να τον καλέσει σε απολογία. Ας σημειωθεί ότι αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη των θέσεων τους καταθέτοντας αμφότεροι γραπτές αγορεύσεις οι οποίες σημειώθηκαν ως Έγγραφα Δ και Ε αντίστοιχα. Οι ομολογουμένως εμπεριστατωμένες αγορεύσεις αμφότερων των ευπαιδεύτων συνηγόρων έχουν μελετηθεί στο σύνολο τους και έχουν ληφθεί υπόψη τόσο τα όσα ανέφεραν όσο και οι παραπομπές αυτών σε νομολογία και νομικά συγγράμματα. Ως εκ τούτου δεν χρήζουν αναλυτικής αναφοράς και επανάληψης τα όσα ενώπιον μου τέθηκαν. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: " Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας ". Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Περαιτέρω των παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων τέθηκε ενώπιον μου ως ανωτέρω ανέφερα μαρτυρία από 3 πρόσωπα. ΜΚ1 Παραπονούμενος Ο παραπονούμενος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση στην αγγλική γλώσσα συνοδευόμενη απο μετάφραση της στην ελληνική γλώσσα και η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Εντόπισε στο διαδίκτυο ιστοσελίδα του γκαράζ που ο κατηγορούμενος διατηρεί στην Λάρνακα και όπου αναφέρετο ότι ο τελευταίος παρείχε εξειδικευμένες υπηρεσίες στην συντήρηση και επιδιόρωση αυτοκινήτων αντίκες. Επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο τον Σεπτέμβριο του 2012 και του ζήτησε να προβεί σε όλες τις αναγκαίες επιδιορθώσεις, συντήρηση και αποκατάσταση του οχήματος. Προς τούτο δε έδωσε στον κατηγορούμενο μια λίστα με μέρη του οχήματος που κατά τον παραπονούμενο χρειάζονταν επιδιόρθωση. Ο ίδιος ο παραπονούμενος απαντώντας σε ερώτηση του κατηγορούμενου κατά την αρχική συνομιλία τους του είπε ότι είναι διατεθειμένος να καταβάλει περί τις €10.000 - €15.000 ανάλογα και με την αξία των εξαρτημάτων που θα χρησιμοποιούσε. Σύμφωνα με τον ίδιο τον παραπονούμενο συμφώνησε όπως καταβάλει το ποσό των €5.000= και ακολούθως συμφώνησε ότι θα ενημερωνόταν για την εξέλιξη των εργασιών και ανάλογα με την αξία των εξαρτημάτων ενδεχομένως να χρειαζόταν να κατέβαλλε επιπρόσθετα ποσά τα οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν θα ξεπερνούσαν συνολικά το ποσό των €15.000=. Μετά την πρώτη αυτή συνεννόηση σύμφωνα με τον ΜΚ1 ο κατηγορούμενος επικοινώνησε μαζί του λέγοντας του ότι τα εξαρτήματα που χρειάζεται δεν κατασκευάζονται πλέον απο την Mercedes και αυτά εντοπίστηκαν μέσω διαδικτύου στο εξωτερικό σε υψηλές τιμές ενώ αρκετά ανταλλακτικά θα τα κατασκεύαζε ο ίδιος ενώ η αρχική δουλειά θα είναι πολύ μεγαλύτερη απο αυτήν που αρχικά υπολογίστηκε ζητώντας του να καταβάλει επιπλέον €5.000=. Ο παραπονούμενος κατέβαλε αυτό το ποσό. Περαιτέρω και στις 20/1/2013 μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος το οποίο παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο ο κατηγορούμενος απέστειλε διάφορες φωτογραφίες με τις εργασίες στον σκελετό του οχήματος αναφέροντας στον παραπονούμενο ότι είναι πολύ δύσκολο να εξευρεθούν ανταλλακτικά για το συγκεκριμένο μοντέλο αυτοκινήτου, όσα έχει βρεί είναι καινούργια, αρκετα αναγκάστηκε να τα φτιάξει στο χέρι και μάλιστα εντόπισε προφυλακτήρα στην Αμερική. Ακολούθως σύμφωνα με τον ΜΚ1 ο κατηγορούμενος στις 3/3/2013 επικοινώνησε πάλι μαζί του με ηλεκτρονικό μήνυμα όπου του ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η δουλειά ήταν περισσότερη απο ότι αρχικά είχε υπολογιστεί, το σαπισμένο μέταλλο έχει καθαριστεί, έχει κατασκευάσει στο χέρι πολλά ανταλακτικά γιατί δεν ήθελε να χρησιμοποιήσει μεταχειρισμένα, χρειάζεται περισσότερα χρήματα για την εξεύρευση και αποστολή ανταλλακτικών στην Κύπρο, ενώ ο προφυλακτήρας στοίχισε πάνω απο €3.000=. Ακολούθησε άλλο ηλεκτρονικό μήνυμα στις 12/3/2013 με περίπου τις ίδιες αναφορές. Μετά την επικοινωνία αυτή ο παραπονούμενος μετέβηκε στο συνεργείο του κατηγορούμενου στην Λάρνακα όπου παρατήρησε ότι δεν είχαν χρησιμοποιηθεί πολλά εξαρτήματα ενώ αυτά που χρησιμοποιήθηκαν δεν ήταν μεγάλης αξίας, ενώ ο κατηγορούμενος του υπέδειξε κιβώτια με εξαρτήματα που θα χρησιμοποιούσε. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, βασιζόμενος σε αυτές τις παραστάσεις εξέδωσε επιταγή για το ποσό των €4.000= καθότι έλαβε διαβεβαίωση ότι θα του απεστελλε λίστα με όλα τα εξαρτήματα που χρησιμοποιήθηκαν και αποδείξεις αγοράς. Λόγω του ότι δεν έλαβε αυτή την λίστα ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής στις 11/4/2013 οπότε και εναντίον του καταχωρήθηκε απο τον κατηγορούμενο ποινική υπόθεση η οποία διευθετήθηκε σύμφωνα με τον ίδιο και ως εκ τούτου δεν παρουσιάστηκε ενώπιον Δικαστηρίου. Το αυτοκίνητο παραδόθηκε στον ίδιο στις 3/8/2013 όπου παρατήρησε ότι δεν είχαν γίνει όλες οι εργασίες επ' αυτού ως είχαν συμφωνηθεί με τον κατηγορούμενο. Ακολούθως ο ΜΚ1 ανέφερε συγκεκριμένες εργασίες οι οποίες κατά τον ίδιο δεν έγιναν. Περαιτέρω ο παραπονούμενος αναφέρθηκε σε αναφορά που έλαβε απο τον Νέαρχο Παπαδόπουλο με βάση την οποία το κόστος των εργασιών που έγιναν δεν ξεπερνά τις €5.783,75σ. Σύμφωνα δε με την ίδια αναφορά όλα τα εξαρτήματα μπορούσαν να εξευρεθούν στην Mercedes Κύπρου και αυτά που όντως χρησιμοποιήθηκαν δεν ξεπερνούν το ποσό των €3.283,75σ. Ενόψει όλων όσων ανέφερε ο παραπονούμενος ζήτησε απο το Δικαστήριο την τιμωρία του κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος ανέφερε ότι πριν επισκεφθεί αρχικά τον κατηγορούμενο επισκέφθηκε άλλο γκαράζ εις το οποίο όμως δεν εξειδικεύονταν σε Mercedes και του είπαν να απευθυνθεί σε άλλους. Το αυτοκίνητο του είχε κυρίως οπτικές ατέλειες όπως σκουριά, πολλά εξαρτήματα δεν γυάλιζαν είτε έλειπαν και κάποια τεχνικά θέματα όπως ο εξαερισμός και ο κλιματισμός. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 η μηχανή, τα φώτα και το κιβώτιο ταχυτήτων ήταν εντάξει και το αυτοκίνητο χρειαζόταν αναπαλαίωση που είναι εξειδικευμένη δουλειά. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο ίδιος ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι διέθετε ποσό €10.000 - 15.000= για αναπαλαίωση ενώ αρνήθηκε την υποβολή ότι ο κατηγορούμενος μετά απο έρευνα ανέφερε στον ίδιο ότι το κόστος θα ήτο γύρω στις €10.000 - €15.000=. Συμφώνησε περαιτέρω ο Μκ1 ότι στα πλαίσια αναπαλαίωσης ουδείς μπορεί να είναι σίγουρος για το τελικό κόστος. Το αυτοκίνητο σύμφωνα με τον ΜΚ1 παραλήφθηκε εν μέρει βαμμένο. Σε σχέση με την ποινική υπόθεση ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι η ανάκληση πληρωμής είναι ποινικό αδίκημα ούτε ότι μπορούσε να εγείρει σε εκείνη την διαδικασία την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας ενώ παράλληλα ανέφερε ότι η πληρωμή της επιταγής ήταν ο συντομότερος τρόπος να του επιστραφεί το αυτοκίνητο. Με την πληρωμή του ποσού της επιταγής έλαβε απόδειξη και τιμολόγιο - Τεκμήριο 6, το οποίο και υπέγραψε. Στην ερώτηση ότι στο τεκμήριο 6 αναγράφεται η φράση «As per verbal agreement" και εάν διαφωνούσε δεν θα έπρεπε να υπογράψει, ο ΜΚ1 απάντησε ότι ήθελε να παραλάβει το αυτοκίνητο το οποίο βρισκόταν υπό την «ομηρία» του κατηγορούμενου. Στο Δικαστήριο προσέφυγε γιατί νιώθει εξαπατημένος ενώ στο ερώτημα γιατί καταχώρησε και αγωγή απάντησε ότι έτσι τον συμβούλευσαν οι Δικηγόροι του. Σύμφώνησε δε με τον συνήγορο υπεράσπισης ότι μεταξύ του ιδίου και του κατηγορούμενου εκκρεμεί ζήτημα αθέτησης συμφωνίας. Το πρόβλημα που προέκυψε και την διαφορά την αντιλήφθηκε τον Απρίλιο οπότε και ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής. Συμφώνησε ότι κατά την διάρκεια των εργασιών λάμβανε φωτογραφίες με την πρόοδο αυτών αλλά δεν είναι ειδικός για να μπορεί να κρίνει εάν η δουλειά που γινόταν ήταν καλή ή όχι. Η αναφορά του σε ποσό περί τις €10.000 - 15.000= έγινε καθότι αυτό το ποσό είχε διαθέσιμο λαμβάνοντας υπόψη ότι αγόρασε το αυτοκίνητο €9.000= και με την αναπαλαίωση θα το πωλούσε περί τις €25.000= - €30.
  1. Στην υποβολή ότι καταχώρησε την παρούσα υπόθεση για εκδικητικούς λόγους λόγω της ποινικής υπόθεσης για την επιταγή,ο ΜΚ1 απάντησε ότι καταχώρησε την παρούσα υπόθεση για αν έχει μαι ανεξάρτητη άποψη για το κατά πόσο εξαπατήθηκε ή όχι και κατά πόσο αυτά που πλήρωσε είναι η αξία των ανταλλακτικών που τοποθετήθηκαν στο αυτοκίνητο. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του ο ΜΚ1 ανέφερε ότι εκτός απο αλλαγή εξαρτημάτων στο όχημα του έγινε και χειρονακτική εργασία ενώ αφαιρέθηκε και η σκουριά, επιπλέον της μπογιάς που τοποθετήθηκε ενώ αποδέχτηκε ότι το αυτοκίνητο είναι σε καλύτερη κατάσταση απο αυτήν που το παρέδωσε στον κατηγορούμενο. ΜΚ2 Νέαρχος Παπαδόπουλος Ο ΜΚ2 κατέθεσε για σκοπούς κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση, Έγγραφο Β. Ο ΜΚ2 είναι εκτιμητής ζημιών και αποκατάστασης παλαιών αυτοκινήτων. Ανέφερε τα ακαδημαικά του προσόντα και κατέθεσε τα πιστοποιητικά που κατέχει. Ο ΜΚ1 τον επισκέφθηκε με σκοπό να εξετάσει το αυτοκίνητο του και να αναλύσει τις εργασίες που έγιναν καθώς και την αξία των εξαρτημάτων που χρησιμοποιήθηκαν. Στην μελέτη του αυτή χρησιμοποίησε και τις φωτογραφίες που ο κατηγορούμενος απέστειλε στον ΜΚ
  2. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 τα εξαρτήματα που χρησιμοποιήθηκαν μπορούσαν εύκολα να αγοραστούν απο την αντιπροσωπεία της Mercedes στην Κύπρο και με βάση τις δικές τους τιμές το κόστος τους ανέρχεται στις €3.283,75σ. Τα ίδια εξαρτήματα δε ανέφερε ότι με παραγγελία απο το διαδίκτυο μπορούν να εξευρεθούν εύκολα και με κόστος κατά περίπου 30% φθηνότερα απο τις τιμές της αντιπροσωπείας. Ανέφερε δε οτι στο σύνολο οι εργασίες και τα εξαρτήματα με βάση την πείρα του δεν ξεπερνούν τις €5.783,75σ. Γενική αναφορά έκανε και στα όσα φέρεται να ανέφερε στα ηλεκτρονικά του μηνύματα ο κατηγορούμενος. Τέλος ανέφερε ότι μετά την σύνταξη της έκθεσης του παρέπεμψε σε άλλο τεχνικό τον κατηγορούμενο ο οποίος τελείωσε τις επιδιορθώσεις. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η εργασία του είναι εκτιμητής ζημίων με πελάτες ιδιώτες και ασφαλιστικές εταιρείες ενώ με την αποκατάσταση παλαιών αυτοκινήτων ασχολείται ως χόμπυ. Για την αναφορά του σε άλλο τεχνικό ο ΜΚ2 είπε ότι παρέπεμψε τον παραπονούμενο σε κάποιον για τις ταπετσαρίες για θέματα που δεν είχαν σχέση με τον κατηγορούμενο και όχι για να τελειώσει τις επιδιορθώσεις ως ανέφερε στην κυρίως εξέταση του. Το αυτοκίνητο το είδε στις 29/8/2013 ενώ για την εκτίμηση του δεν χρέωσε οποιοδήποτε ποσό. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 μέσα απο την εμπειρία του είδε ότι δεν αλλάχθηκαν πέραν του προφυλακτήρα και τα φαναριών άλλα εξαρτήματα. Η δε μπογιά δεν μπορεί να ξεπερνά τα €1000= καθότι αφορούσε μόνο το πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Αναφορικά με την διαφορά στις τιμές των εξαρτημάτων απο την έκθεση του με αυτήν που ανέφερε στην μαρτυρία του δήλωσε ότι αυτή οφείλεται στην ετήσια αύξηση που επιβάλλεται απο το εργοστάσιο ενώ ανέφερε ότι για τον ουσιώδη χρόνο δεν γνωρίζει επακριβώς τις τιμές. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η αναπαλαίωση είναι πιο ακριβή διαδικασία απο τις επιδιορθώσεις καθότι χρειάζεται πιο πολύ χρόνο, κόπο και έξοδα ενώ δέχτηκε ότι κάποια εξαρτήματα μπορεί να χρειαστεί να κατασκευαστούν στο χέρι οπότε απαιτείται ένας καλός τεχνίτης οι χρεώσεις των οποίων διαφέρουν και στα πλαίσια ελεύθερου εμπορίου ο καθένας μπορεί να ζητήσει ότι θέλει. ΜΚ3 - Μάνος Μανώλη Ο ΜΚ3, τελευταίος μάρτυρας απο πλευράς παραπονούμενου, κατέθεσε για σκοπούς κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση, Έγγραφο Γ. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι είναι κάτοχος διπλώματος BSc Computer Science και εξειδικεύεται στην τεχνολογία πληροφοριών και ασφάλεια δικτύων ενώ εργάζεται ως διευθυντής του τμήματος πληροφορικής σε ιδιωτική εταιρεία. Τον παραπονούμενο τον γνωρίζει καθότι εργάζονται στην ίδια εταιρεία. Ο παραπονούμενος του παραχώρησε πρόσβαση στον υπολογιστή του και τους κωδικούς πρόσβασης στι ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο απο όπου διαπίστωσε ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα που κατατέθησαν ως Τεκμήρια έχουν αποσταλεί απο τις διευθύνσεις που φαίνεται σε αυτά στις ηλεκτρονικές διεθύνσεις του παραπονούμενου ενώ μπορεί να επιβεβαιώσει ότι το IP address των πιο πάνω ηλεκτρονικών μηνυμάτων ανήκει στον παροχέα ο οποίος φαίνεται στο Domain των μηνυμάτων ως εκ τούτου μπορεί να αναφέρει με ασφάλεια ότι τα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα είναι αυθεντικά και δεν έχουν γίνει παρεμβάσεις. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 ανέφερε ότι δεν μπορεί να απαντήσει με ακρίβεια εάν τα έστειλε ο κατηγορούμενος αλλά μόνο ότι στάλησαν απο την εν λόγω διεύθυνση, εάν αυτό δε ανήκει στον κατηγορούμενο δεν μπορεί να το γνωρίζει. Επειδή δε ο παροχέας είναι Κυπριακός μόνο η ΑΤΗΚ μπορεί να το επιβεβαιώσει αυτό. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΚ3 η πλευρά του ιδιώτη κατήγορου ολοκλήρωσε την υπόθεση της. Με βάση το κατηγορητήριο και ως αυτό εκκρεμεί ενώπιον μου μετά την τροποποίηση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αδίκημα δυνάμει των άρθρων 297 και 298 του Κεφ.
  3. Το άρθρο 297 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: " Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή ". Το δε άρθρο 298 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: "
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων." Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος το οποίο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι:
  1. Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα,
  2. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
  3. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης,
  4. Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αναφορικά με το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775 ανωτέρω όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί περαιτέρω ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Petrou ανωτέρω). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ΄ εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με το υπό αναφορά αδίκημα, τα συστατικά στοιχεία τούτου αλλά και τα όσα προκύπτουν μέσα από την σχετική νομολογία για την απόδειξη τους, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Στην υπό εξέταση υπόθεση και λαμβάνοντας υπόψη μου την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση τούτης προκύπτει ότι ελλείπει το απαραίτητο συστατικό της εξαρχής πρόθεσης του κατηγορούμενου να εξασφαλίσει από τον κατηγορούμενο χρήματα με ψευδείς παραστάσεις. Από την ενώπιον μου μαρτυρία ως αυτή δόθηκε από τον παραπονούμενο και εξετάζοντας αυτή με κριτήριο αντικειμενικό, παρατηρώ ότι προκύπτουν τα κάτωθι: - Ο ΜΚ1 επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο και συμφώνησαν την αναπαλαίωση από τον τελευταίο του παλαιού αυτοκινήτου του μάρκας Mercedes. - Ο ΜΚ1 ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και στον ίδιο τον κατηγορούμενο, ότι διέθετε για την αναπαλαίωση ένα ποσό περί της €10.000 με €15.000. - Η αναπαλαίωση του οχήματος ξεκίνησε και σύμφωνα με τον ΜΚ1 ενημερωνόταν για την εξέλιξη στις εργασίες με αναφορά και στα εξαρτήματα που αναζητούντο. - Η οποιαδήποτε συμφωνία επετεύχθη μεταξύ ΜΚ1 και κατηγορούμενου ήταν προφορική. - Ο ΜΚ1 αναγνώρισε ότι επί του αυτοκινήτου δεν έγινε οποιαδήποτε εργασία επισκευής αλλά αντίθετα έγιναν εργασίες αναπαλαίωσης του και δήλωσε περαιτέρω ότι παρέλαβε το αυτοκίνητο σε καλύτερη κατάσταση από ότι το είχε αρχικά παραδώσει στον κατηγορούμενο. - Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ΜΚ1 δεν υπήρξε θέση ή ισχυρισμός ότι συμφωνήθηκε το ακριβές ποσό που θα στοίχιζε η αναπαλαίωση. - Ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου για λεπτομερή ανάλυση των εξαρτημάτων κατ' όνομα και κατά είδος και πώς αυτά κατά τον ουσιώδη χρόνο παρουσιάστηκαν στον ΜΚ1, ήτοι εάν συμφωνήθηκε οποιαδήποτε τιμή η οποία μεταγενέστερα να άλλαξε. - Όλα τα ηλεκτρονικά μηνύματα, που κατ' ισχυρισμό του ΜΚ1 στάλθηκαν από τον κατηγορούμενο στον ίδιο, φαίνεται να στάλθηκαν πολύ μεταγενέστερα του ουσιώδες χρόνου, ήτοι κατά την πρώτη συνάντηση και σύναψη της προφορικής συμφωνίας. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν χαρακτηριστικά σημεία από τη μαρτυρία που δόθηκε από τον ΜΚ1 και τα οποία με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει στην έννοια του αδικήματος των ψευδών παραστάσεων, αλλά ενδεχομένως να συνιστά μια αστική διαφορά μεταξύ των μερών που προέκυψε από μία ιδιωτική συμφωνία παροχής υπηρεσιών και η οποία θα πρέπει να επιλυθεί ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων. Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευθυμίου, που παρέπεμψα ανωτέρω, «το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Η θέση και η εκδοχή του παραπονούμενου είναι ότι αρχικά συμφωνήθηκε η καταβολή €5.000- και ανάλογα με την πορεία των εργασιών και το κόστος των εξαρτημάτων, ο παραπονούμενος αν χρειαζόταν θα κατέβαλε περισσότερα χρήματα με μέγιστο ποσό €10.000- μέχρι €15.000-. Αυτή ακριβώς η θέση του παραπονούμενου που οριοθετεί την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία και το αποτέλεσμα της πληρωμής τελικά του ποσού των €17.700- συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, δείχνει ότι ελλείπει το στοιχείο της εξ υπαρχής πρόθεσης από πλευράς κατηγορούμενου και οι οποιεσδήποτε απαιτήσεις του ΜΚ1 για υπερχρεώσεις θα πρέπει να αποτελέσουν, εάν υφίστανται, αντικείμενο αστικής διαδικασίας και όχι ποινικής. Ήταν άλλωστε ξεκάθαρη η τοποθέτηση του ΜΚ1 ότι απευθύνθηκε στο παρόν Δικαστήριο για να λάβει μία ανεξάρτητη άποψη για το κατά πόσο εξαπατήθηκε ή όχι και κατά πόσο αυτά που πλήρωσε είναι η αξία των ανταλλακτικών που τοποθετήθηκαν στο αυτοκίνητο. Άξια σχολιασμού είναι επίσης η θέση του ΜΚ1, η οποία επαναλήφθηκε και από τον ΜΚ2, ότι εκτός από τα εξαρτήματα που τοποθετήθηκαν, έγινε και χειρονακτική εργασία η οποία στα πλαίσια μιας ελεύθερης αγοράς χρεώνεται κατά το δοκούν. Ζητήματα που άπτονται εύλογης χρέωσης υπηρεσιών καθώς και ζητήματα αθέτησης όρων σύμβασης, είναι αναντίλεκτο ότι δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο εξέτασης σε μια ποινική διαδικασία. Εισερχόμενη τώρα πίσω στα συστατικά στοιχεία του μοναδικού αδικήματος το οποίο αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, καταλήγω ότι δεν αποδείχθηκε η εξ υπαρχής πρόθεσή του να καταδολιεύσει τον παραπονούμενο. Αυτό που αναφέρθηκε είναι ότι στα πλαίσια μιας ιδιωτικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών χρεώθηκε ένα ποσό εντός των ορίων που αρχικά είχαν τεθεί. Ως εκ τούτου, ελλείπει παντελώς το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της εξ' υπαρχής πρόθεσης και εξ αντικειμένου δεν στοιχειοθετείται υπόθεση. Περαιτέρω δε, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε προς απόδειξη των συστατικών στοιχείων είναι ελλιπής και με βάση αυτή θα ήταν αδύνατο να καταδικάσω τον κατηγορούμενο ακόμη και μεταγενέστερα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνεπακόλουθα των πιο πάνω, η υπόθεση απορρίπτεται λόγω μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από το στάδιο αυτό. Αναφορικά με τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται υπέρ του κατηγορούμενου και εναντίον του παραπονούμενου, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα των πιο πάνω και με ευκαιρία την απόφαση αυτή, θα ήθελα να σημειώσω ότι αποτελεί πλέον φαινόμενο αστικές διαφορές να τίθενται ενώπιον Ποινικών Δικαστηρίων. Έχω ακούσει και έχω λάβει υπόψη μου την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι η παρούσα υπόθεση προωθείται εκδικητικά από τον ΜΚ1-παραπονούμενο και καταχρηστικά. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου για τη μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση δεν έκρινα σκόπιμο να εξετάσω τις εισηγήσεις αυτές, όμως θα πρέπει να τεθεί και μέσω δικαστικών αποφάσεων ότι οι ποινικές διαδικασίες δεν είναι δυνατό να προωθούνται καταχρηστικά, είτε για σκοπούς πίεσης προς διευθέτηση αστικών διαφορών. Από τη στιγμή μάλιστα που οι διαφορές αυτές έχουν ενδεχομένως ήδη τεθεί ενώπιον των αρμόδιων Δικαστηρίων. (Υπ.) ........................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.