Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Χριστάκη Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 21699/13, 12/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:21699/13 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού Και
- Χριστάκη Χριστοδούλου
- Ανδρέα Κουππή
- Αιμίλιου Χριστοδούλου Κατηγορουμένων -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 12/2/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού μαζί με κα Α. Αναξαγόρου Για τον κατηγορούμενο 2 : κ. Γ. Κονναρής Κατηγορούμενος 2 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος από τώρα και στο εξής θα καλείται ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερεις κατηγορίες για τα αδικήματα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης,της επίθεσης με σκοπό την ματαίωση της νόμιμης σύλληψης και της παροχής συνδρομής στη διάπραξη ποινικού αδικήματος (7η- 10ηκατηγ.).Οι κατηγορίες που αντιμετώπιζαν οι κατηγορούμενοι 1 και 3 διακόπηκαν σε προηγούμενο στάδιο και έτσι οι κατηγορούμενοι αυτοί, απαλλάγηκαν σε όσες κατηγορίες αντιμετώπιζαν. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, ο Ε/Αστυφ. 5492 Δημήτρης Χ΄ Γιάννης, ο Αστυφ. 4386 Κ. Εγκωμίτης, ο Α/Αστυφ. 145 Μ. Αντωνίου, ο Αστυφ. 1135 Μάμας Νικοδήμου, ο Δρ Ανδρέας Κωστής και ο Αστυφ. 328 ΚρίτωναςΕρωτοκρίτου (Μ.Κ.1-6).Μετά δε την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία αυτός επέλεξε και προέβη σε ανώμοτη δήλωση χωρίς να καλέσει κανένα μάρτυρα υπεράσπισης. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την παραθέσω. Θα αρκεστώ μόνο να αναφέρω ότι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα που του αποδίδονται, όταν μέλη της αστυνομικής δύναμης μετέβησαν σε ένα καφενείο στο οποίο βρέθηκε κάποιο αυτοκίνητο που προσπαθούσαν να εντοπίσουν και ο οδηγός του οποίου είχε προηγουμένως αρνηθεί να σταματήσει σε σήμα αστυνομικού. Η εκδοχή του κατηγορούμενου όπως προέκυψε μέσα από υποβολές που έγιναν κατά την αντεξέταση μαρτύρων κατηγορίας και την ανώμοτη του δήλωση, ήταν όλα ήταν κατασκευάσματα της αστυνομίας αφού αυτός, απλώς έτυχε να βρίσκεται στο συγκεκριμένο καφενείο κατά την άφιξη της αστυνομίας. Ο Μ.Κ.1 ήταν τυπικός μάρτυρας που δεν είχε σχέση με τα ουσιαστικά σημεία της υπόθεσης, η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση και δεν αντεξετάσθηκε και γι' αυτό και γίνεται πλήρως αποδεκτή. Αποδεκτή γίνεται επίσης και η μαρτυρία του Μ.Κ.2 ο οποίος είχε πολύ περιορισμένη εμπλοκή στην υπόθεση και οι ενέργειες του περιορίσθηκαν να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο. Οι Μ.Κ.3-5 και 7 ήταν αστυφύλακες που βρέθηκαν στο χώρο του επεισοδίου και περιέγραψαν τα γεγονότα που εξελίχθηκαν. Παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά τους και παρακολουθώντας τους με προσοχή δεν διέκρινα οτιδήποτε που να μου δημιουργήσει αμφιβολία για την αλήθεια των όσων προέβαλαν, ενώ κάποιες διαφορές που εντοπίζονται στη μαρτυρία τους δεν κρίνονται επίσης ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία τους, γι' αυτό και η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή. Ο Δρ Κωστής (Μ.Κ.6) μαρτύρησε ουσιαστικά τα όσα προέκυπταν από την ιατρική αναφορά που ετοίμασε (Τεκμήριο Στ) και στην οποία κατέγραψε τι του αναφέρθηκε από τον Μ.Κ. 3, καθώς και τα αντικειμενικά του ευρήματα, καθώς και από το Τεκμήριο 2, που είναι αντίγραφο άδειας ασθενείας που παραχώρησε στον Μ.Κ.
- Πως πρέπει να προσεγγίζεται η μαρτυρία των ιατρών, προσδιορίσθηκε στην υπόθεση Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 289. Σε αυτήν αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στον δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R. V. Lantear
(1968)1 AllE.R. 683, Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kyriakos Nicole Kouppisv. The Republic
(1977)2 CLR 361)». Αυτός μαρτύρησε με αντικειμενικότητα χωρίς να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να αλλοιώσει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν και έτσι τα όσα καταγράφει στην ιατρική του έκθεση και αποτελούν τα αντικειμενικά του ευρήματα γίνονται αποδεκτά. O κατηγορούμενος και όπως προαναφέρεται, επέλεξε να προβεί στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση. «Να πω ότι είμαι εντελώς αθώος και να το εξηγήσω, ότι εκείνο το βράδυ εγώ δέχθηκα εντελώς χωρίς κανένα έγκλημα και επίθεση, η αστυνομία νομιζόμενη ότι εγώ ήμουν εμπλεκόμενος μέσα στο αυτοκίνητο, ενώ δεν ήμουν, μου επιτέθηκε και εμένα και βρέθηκα χωρίς να το καταλάβω υπό κράτηση. Η αστυνομία όταν αντιλήφθηκε ότι δεν έκανα τίποτε μέσα στην υπό κράτηση, έχει κάμει 6 μήνες για να κάμει τις καταθέσεις τους και να τα βρουν και να με κατηγορήσουν, διότι εγώ είχα φίλο αστυνομικό και μιλώντας μαζί του μου τα έχει πει αυτά. Όταν βγήκα από την υπό κράτηση, πήγα στον Διευθυντή της Λεμεσού τον Αντρέα Κουσιουμή που ήταν υπεύθυνος στην αστυνομία και του τα ανέφερα. Εκεί στο χώρο όπου έγινε ο καυγάς άκουσα τον Λοχία της αστυνομίας να διατάσσει δύο αστυνομικούς να πάνε στο νοσοκομείο. Όταν βγήκα από την αστυνομία όταν έκανα την καταγγελία μου, πήγα στο νοσοκομείο να δω τι γίνεται, για ποιο λόγο πήγαν νοσοκομείο. Βρέθηκε ένας γιατρός που τον ήξερα και πήγαμε στο βιβλίο των Α' Βοηθειών να δει αυτά, τι είχαν οι αστυνομικοί και βρήκα ότι τη βραδιά εκείνη δεν ήταν αυτός ο αστυνομικός υπεύθυνος βάρδιας. Ήταν μια κυρία γιάτρενα των Α΄ Βοηθειών και το βρήκαμε και μου είπαν ότι ήρθαν γραφτήκαν και φύγαν, έτσι γίνεται λέει μου ως συνήθως. Σεβασμιοτάτη, αντί να κατηγορηθούν οι δύο άλλοι οι κατηγορούμενοι που είχαν κάμει έγκλημα, η αστυνομία τα έριξε πάνω μου. Μοιάσαμε της παροιμίας που λέει όποιος δεν μπορεί να δέρει τον γάδαρο, δέρνει το σαμάρι. Εμένα με χτύπησαν στο χώρο εκεί, μου τοποθέτησαν χειροπέδες ενώ οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι ο ένας πήρε το αυτοκίνητο του και πήγε στην αστυνομία και ο άλλος πήγε συνοδηγός, ενώ ήταν οι δύο ένοχοι, εμένα μου εβάλαν χειροπέδες και με οδήγησαν στην αστυνομία. Αυτή είναι η αστυνομία που έχουμε. Και στην κατάθεση μου που έδωσα μέσα ότι ηθέλανεγράφαν και εγώ από κάτω τους έγραψα λυπούμαι για την αστυνομία μας. Να σας πω ότι στο χώρο εκεί ήρθαν 30 αστυνομικοί θα είναι λίγο. Μακάρι να μπορούσα να τους χτυπούσα αλλά έτσι δύναμη δεν είχα. Να σας πω ότι εκάμαν χρήση και δακρυγόνων για να συλλάβουν ποιον; Τον Αλ Καπόνε; Και τώρα το λέω και το δηλώνω ότι η αστυνομία μας είναι ένα χάλι μαύρο. Αν είναι αυτή η αστυνομία μας! Αυτά έχω να πω». Η δήλωση αυτή έχει κάποια αξία, η οποία θα πρέπει να εξετασθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια, που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (βλ. Ονησιφόρου v. ThePolice
(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου &Συμιανόςv. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή κατάρριψη γεγονότων αλλά από το περιεχόμενο της μπορεί να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η ανώμοτη δήλωση (όπως και η σιωπή) σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Τhemistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Rebublic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). H ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (βλ. Μαυρικίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 80/06, ημερ. 4/7/2007). Στην προκείμενη περίπτωση η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου δεν έχει καμία πειστική αξία αφού παρέμεινε εντελώς γενικόλογη και αόριστη και χωρίς καμία τεκμηρίωση. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ξημερώματα της 19ης Σεπτεμβρίου 2012, ο Μ.Κ.1 έκαμε σήμα στον οδηγό του αυτοκινήτου μάρκας Audi και με αριθμούς εγγραφής ΕΥΒ 002 να σταματήσει για έλεγχο. Όταν ο οδηγός αρνήθηκε να το πράξει, ο Μ.Κ.1 έστειλε σήμα και στα υπόλοιπα περιπολικά της αστυνομίας να το ανακόψουν. Ο Μ.Κ.3 ο οποίος μαζί με τον Μ.Κ.5 βρίσκονταν σε μηχανοκίνητη περιπολία κατάφεραν να εντοπίσουν το αναζητούμενο αυτοκίνητο να βρίσκεται σταθμευμένο έξω από ένα καφενείο και κατέβηκαν από το περιπολικό της αστυνομίας στο οποίο επέβαιναν. Έξω από το καφενείο, κάθονταν δύο άνδρες από τους οποίους ο ένας και όπως διαπιστώθηκε στη συνέχεια ήταν ο κατηγορούμενος. Ο δεύτερος άντρας φορούσε καπελάκι. Ο Μ.Κ.3 τους αποκάλυψε την ιδιότητα του και τους ρώτησε αν είχαν οποιαδήποτε σχέση με το αυτοκίνητο που αναζητείτο. Και οι δύο του απάντησαν ότι δεν είχαν καμία σχέση. Όταν τους ζήτησε τα στοιχεία τους και οι δύο αρνήθηκαν να του τα δώσουν και ο κατηγορούμενος τον εξύβρισε. Αμέσως ο Μ.Κ.3 τον πληροφόρησε ότι διαπράττει το αδίκημα της εξύβρισης και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, του ανακοίνωσε ότι είναι υπό σύλληψη. Τότε ο κατηγορούμενος σηκώθηκε από την καρέκλα στην οποία καθόταν, την άρπαξε και την έριξε με δύναμη προς το μέρος του Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.3 με το αριστερό του χέρι κατάφερε να αποτρέψει κτύπημα στο κεφάλι του, αλλά κτύπησε το χέρι του. Τότε ο Μ.Κ.3 συνέλαβε τον κατηγορούμενο και τον οδήγησε σε κοντινό περιπολικό με σκοπό να τον μεταφέρει στον αστυνομικό σταθμό. Τότε ο άλλος άντρας, αυτός με το καπελάκι, πλησίασε τον Μ.Κ.3 και του έδωσε μια δυνατή γροθιά στο πάνω μέρος της κεφαλής. Ο Μ.Κ.3 ένοιωσε ζαλάδα και τότε άλλος τρίτος άντρας που φορούσε άσπρα και αιματωμένα ρούχα, άρπαξε τον Μ.Κ.3 από τα χέρια και τον τράβηξε προς τα πίσω, επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό να απαγκιστρώσει τον κατηγορούμενο από τα χέρια του Μ.Κ.
- Τότε οΜ.Κ.3προσπάθησε και πάλι να ξαναπιάσει τον κατηγορούμενο με σκοπό να τον βάλει στο περιπολικό αλλά ο άντρας με τα άσπρα ρούχα, έσπρωξε τον Μ.Κ.3με δύναμη προς τα πίσω, προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να του αποσπάσει τον κατηγορούμενο από τα χέρια του. Τότε ο Μ.Κ.5 που ήταν στο μέρος, συνέλαβε τον άντρα με τα άσπρα ρούχα για τα αυτόφωρα αδικήματα της παρεμπόδισης αστυνομικού κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του και για επίθεση εναντίον του ίδιου αστυφύλακα. Οπρώτος άντρας, αυτός με το καπελάκι, πλησίασε τον Μ.Κ.3 και του έδωσε μια δυνατή γροθιά στην αριστερή μεριά της γνάθου. Τότε οΜ.Κ.3 είπε στον άντρα αυτό ότι είναι υπό σύλληψη και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός του απάντησε ότι δεν μπορεί να του κάμει τίποτε. Ο Μ.Κ.3 ζαλίστηκε και για μερικά δευτερόλεπτα έχασε τις αισθήσεις του και τραβήχτηκε προς τα πίσω, οπόταν και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Λεμεσού. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.7 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα της απόδρασης από νόμιμη σύλληψη και μεταφέρθηκε στον κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό. Ο Μ.Κ.2 κατηγόρησε τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα της επίθεσης εναντίον του Α/Αστυφ. 145, της απόδρασης από νόμιμη κράτηση, της δημόσιας εξύβρισης εναντίον του Α/Αστυφ.145, της δημόσιας εξύβρισης εναντίον του Αστυφ. 4080 και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο αυτός απάντησε «Λυπούμαι είναι όλα ψέματα». Την ίδια ημέρα κατηγόρησε γραπτώς και τα δύο άλλα πρόσωπα που προηγουμένως ήταν συγκατηγορούμενοι του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.3 από το επεισόδιο υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εκδορές στο αριστερό αντιβραχιόνιο χωρίς περιορισμό της κινητικότητας αυτού και μώλωπα στη γωνία της αριστερής κάτω γνάθου με εμφανή ευαισθησία στο τριχωτό της κεφαλής στη βρεγματική χώρα. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποσείσει, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το οποίο βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζουv. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα αυτό εναντίον του Μ.Κ.3 (7η Κατηγ.). Επίθεση, είναι οποιαδήποτε πράξη που σκόπιμα ή απερίσκεπτα προκαλεί σε κάποιον άλλο την αντίληψη πως απειλείται με άμεση και παράνομη βία. Η έννοια της, περικλείει και την πραγματική ή σκοπούμενη χρήση βίας σε αυτόν χωρίς την συναίνεση του. Μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και χωρίς κάποιος να αγγιχθεί, όταν δε επέλθει ανεπιθύμητη σωματική επαφή, αυτή από μόνη της αρκεί όσο ανεπαίσθητη και αν είναι η βία που εξασκήθηκε. Θα πρέπει όμως πρώτα να αποδειχθεί η διάπραξη της επίθεσης αυτής καθεαυτής (βλ. D.P.P. v. Rogers
(1953)2 All E.R. 644). Θα πρέπει δηλαδή ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία εναντίον του παραπονούμενου με πρόθεση ή απερίσκεπτα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. (βλ. Archbold Pleading, Evidence & Practice, παρα 19-166 μέχρι 19-167, Georgiou ν. The Police
(1961)C.L.R, Fairclough v. Whipp
(1951)2 All E.R. 834).Άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι από την επίθεση, ο παραπονούμενος έχει υποστεί πραγματική σωματική βλάβη. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 CLR επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (Βλ., επίσης, R v. Miller
(1954)2 All ER 529, 534 και Αστυνομία ν. Ιωάννου
(1989)2 ΑΑΔ 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Στην υπό εξέταση περίπτωση και από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί τόσο η επίθεση όσο και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ο κατηγορούμενος και όταν ο Μ.Κ.3 τον είχε πληροφορήσει ότι διέπραξε το αδίκημα της εξύβρισης και αφού του είχε επιστήσει την προσοχή του στο Νόμο και του είχε ανακοινώσει ότι είναι υπό σύλληψη σηκώθηκε από την καρέκλα στην οποία καθόταν, την άρπαξε και την έριξε με δύναμη προς το μέρος του Μ.Κ.
- Η ενέργεια αυτή του κατηγορούμενου εναντίον του Μ.Κ.3, αποτελεί πραγματική βία που ο πρώτος άσκησε εναντίον του δεύτερου, χωρίς τη συγκατάθεση του και με πρόθεση, όταν ο Μ.Κ.3 του ανακοίνωσε ότι ήταν υπό σύλληψη. Αξίζει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι η ενέργεια του κατηγορούμενου να ρίξει καρέκλα προς τον Μ.Κ.3 δεν αμφισβητήθηκε ούτε καν με υποβολές αφού σε κανένα σημείο της αντεξέτασης ούτε του συγκεκριμένου, ούτε και άλλων μαρτύρων υποβλήθηκε σε αυτούς ότι ο κατηγορούμενος δεν έριξε τη συγκεκριμένη καρέκλα. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι εκδορές στο αριστερό αντιβραχιόνιο του Μ.Κ.3 προκλήθηκαν από την επίθεση. Αυτές όμως είναι οι μοναδικές βλάβες που αποδείχθηκε ότι προκλήθηκαν από την επίθεση του κατηγορούμενου όταν ο Μ.Κ.3 σηκώνοντας το αριστερό του χέρι κατάφερε να αποκρούσει την καρέκλα που ο κατηγορούμενος του είχε πετάξει. Και αυτό γιατί όπως ο ίδιος ο Μ.Κ.3 ανάφερε από την ενέργεια αυτή του κατηγορούμενου κτύπησε στο αριστερό του χέρι, αλλά κατάφερε και απέτρεψε κτύπημα στο κεφάλι. Ως εκ τούτου οι λοιπές σωματικές βλάβες που αυτός διαφάνηκε να έχει υποστεί στο επεισόδιο στο οποίο πρέπει να σημειωθεί δέχθηκε κτυπήματα και από άλλα δύο πρόσωπα δεν αποδείχθηκε ότι προκλήθηκαν από την καρέκλα που του έριξε ο κατηγορούμενος. Με βάση τα πιο πάνω, βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της 7ης κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει επίσης το αδίκημα της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης (8ηΚατηγ.), αδίκημα που προκύπτει κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Κεφ.154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα : «Όποιος- (α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του ευατού του ή άλλου για ποινικό αδίκημα ...........................................................................................................». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας αυτής, ο κατηγορούμενος επιτέθηκε εναντίον του συγκεκριμένου αστυφύλακα με σκοπό την ματαίωση της νόμιμης σύλληψης του. Η επίθεση εναντίον του Μ.Κ. 3 και η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο και του αδικήματος αυτού, έχει όπως και πιο πάνω αναφέρεται αποδειχθεί. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, όταν ο Μ.Κ.3 είπε στον κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη, τότε ο τελευταίοςσηκώθηκε από την καρέκλα στην οποία καθόταν, την άρπαξε και την έριξε με δύναμη προς το μέρος του Μ.Κ.3.Μέσα από τις συνθήκες που διαπράχθηκε η επίθεση προκύπτει και ο σκοπός του κατηγορούμενου που ήταν να ματαιώσει τη σύλληψη του. Τέλος η επίθεση διενεργήθηκε κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του Μ.Κ.3 ο οποίος κατά το χρόνο εκείνο βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία με αυτοκίνητο της αστυνομίας. Συνεπώς και το αδίκημα τούτο έχει αποδειχθεί. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τα αδικήματα της 9ηςκαι 10ηςκατηγορίας και που είναι αυτό της επίθεσης εναντίον του Μ.Κ.3, με σκοπό την ματαίωση της νόμιμης σύλληψης του 1ου κατηγορούμενου και της παροχής συνδρομής στον 1ο κατηγορούμενο για διάπραξη ποινικού αδικήματος δηλαδή της απόδρασης από νόμιμη κράτηση.Και αυτό γιατί δεν υπήρξε από πλευράς κατηγορούσας αρχής καμία μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε επίθεση είτε ότι στράφηκε εναντίον του συγκεκριμένου αστυφύλακα με οποιοδήποτε άλλο τρόπο με σκοπό να ματαιώσει την σύλληψη του κατηγορούμενου
- Με βάση λοιπόν όσα εκτίθενται πιο πάνω βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε εναντίον του κατηγορούμενου 2, την 7η και 8η κατηγορία, όχι όμως και τις κατηγορίες 9 και
- Συνακόλουθα βρίσκω τον κατηγορούμενο 2, ένοχο στις κατηγορίες 7 και
- Στις κατηγορίες 9 και 10 ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.).............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο