EASY LIFE SOLUTIONS LIMITED LIABILITY COMPANY ν. Harpford Limited κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7409/2015, 10/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7409/2015 EASY LIFE SOLUTIONS LIMITED LIABILITY COMPANY από Ηνωμένο Βασίλειο Παραπονούμενη - ν -
- Harpford Limited από Γκέρνσεϋ (Αρ. Εγγρ.58990)
- Jean Marc Colaianni από Γαλλία (Αρ. Ιταλικού Διαβατηρίου ΥΑ5055436) και τώρα κάτοικος Λεμεσού Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κος Ιωσήφ - κα Ι. Ιωσηφάκη για να ακούσει απόφαση Για Κατηγορουμένη 1: Καμία εμφάνιση - δεν έχει επιδοθεί Για Κατηγορούμενο 2: κος Α. Μελάς ---------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η πιο πάνω ιδιωτική ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε την 17/04/2015 από την εξ' Ηνωμένου Βασιλείου παραπονούμενη εταιρεία, στρέφεται εναντίον της κατηγορούμενης 1 εταιρείας από τη νήσο Γκέρνσεϋ και του κατηγορούμενου 2, Γάλλου υπηκόου και αφορά στα αδικήματα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των Αρ. 297 και 298 του Κεφ. 154 και της απάτης κατά παράβαση του Αρ. 300 του Ποινικού Κώδικα. Αναφορά γίνεται επίσης και στο αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του αρ.301(α) Κεφ.
- Η 1η και 4η κατηγορία καταλογίζουν στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και απάτη αντίστοιχα, ύψους €1.562.997,58, ενώ στον κατηγορούμενο 2, προσάπτονται στη βάση του άρθρου 20, κατηγορίες για συμμετοχή του στα κατ' ισχυρισμό αδικήματα της κατηγορούμενης 1, «υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή και/ή αντιπρόσωπου» της τελευταίας (2η και 5η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει δύο επιπλέον κατηγορίες - την 3η και 6η - οι οποίες του καταλογίζουν εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και απάτη ύψους €833.000,
- Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων είναι εκτενείς και σε κάποιο βαθμό πολύπλοκες και αναφέρονται σε διάφορες πράξεις και παραλείψεις των εμπλεκομένων. Ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να τις παραθέσω αυτούσιες. Σύμφωνα όμως με το σύνολο των λεπτομερειών των αδικημάτων, αυτό που ουσιαστικά αποδίδεται στους δύο αλλοδαπούς κατηγορούμενους από την επίσης αλλοδαπή παραπονούμενη εταιρεία, είναι ότι, τον Οκτώβριο 2014, στα πλαίσια μιας εμπορικής συνεργασίας που οι εμπλεκόμενοι φέρονται να είχαν μεταξύ τους στο τομέα του διεθνούς διαδικτυακού marketing, οι κατηγορούμενοι, με διάφορους τρόπους, ενήργησαν ψευδώς και δολίως σε βάρος της παραπονούμενης, αποκομίζοντας έτσι τα ποσά που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Το κατηγορητήριο επιδόθηκε στον κατηγορούμενο 2, ο οποίος αφού εμφανίστηκε με δικηγόρο καταχώρησε μη παραδοχή οπόταν και η υπόθεση, στον βαθμό και την έκταση που τον αφορούσε, ορίστηκε για ακρόαση, στις 11/01/
- Στην κατηγορούμενη 1, μέχρι σήμερα, δεν έχει ακόμη καταστεί δυνατό να επιδοθεί το κατηγορητήριο, (βλ. σχ. ενδιάμεση απόφαση ημερ. 18/12/15). Την 11/01/16, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2, υπέβαλε, γραπτώς, αίτημα για απόρριψη της υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου 2 και/ή των κατηγοριών που αυτός αντιμετωπίζει, στη βάση τεσσάρων λόγων, (Α1 - Α4). Συγκεκριμένα ο κ. Μελάς υποστήριξε ότι, οι κατηγορίες πάσχουν από πολλαπλότητα, δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αδίκημα, είναι καταδικασμένες σε αποτυχία και τέλος ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την υπόθεση. Ζήτησε επίσης, στη βάση των προνοιών του αρ.45 Κεφ. 155, άδεια όπως το Δικαστήριο απαλλάξει τον κατηγορούμενο 2 της υποχρέωσης του να παρουσιάζεται στο Δικαστήριο, εφόσον αυτός κατηγορείται υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής, μέχρι αποπεράτωσης της εκδίκασης των προδικαστικών θεμάτων που εγέρθηκαν. Στο αίτημα του συγκατατέθηκε και ο συνήγορος για την παραπονούμενη οπόταν τα μόνα θέματα που οδηγήθηκαν σε ακρόαση και που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας απόφασης, ήταν τα όσα προβλήθηκαν προς απόρριψη του κατηγορητηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέθεσαν τις θέσεις τους γραπτώς ενώ συμπλήρωσαν την επιχειρηματολογία τους και με προφορικές αγορεύσεις. Η επιχειρηματολογία τους είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν θεωρώ σκόπιμο να την επαναλάβω ολόκληρη. Αναφορά στις θέσεις των δύο μερών γίνεται πιο κάτω στην απόφαση μου όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Κατ' αρχάς θα πρέπει να επισημάνω τα εξής. Ο κατηγορούμενος 2 ήγειρε το θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, μετά που κατηγορήθηκε και απάντησε στο κατηγορητήριο. Η παράλειψη του να εγείρει το συγκεκριμένο θέμα πριν να απαντήσει στο κατηγορητήριο, επιβάλλει, ενόψει της σχετικής, με τις πρόνοιες του αρ.69 Κεφ.155, νομολογίας, απόσυρσης της απάντησης του και αντικατάστασης της με ειδική απολογία στη βάση των συγκεκριμένων νομοθετικών προνοιών και ακολούθως, την εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας πριν την εξέταση οποιασδήποτε άλλης εισήγησης. Εξ' άλλου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να ενστεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου πριν απαντήσει στο κατηγορητήριο δεν καθιστά έγκυρη την τυχόν άκυρη διαδικασία λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Άλλωστε το θέμα της δικαιοδοσίας, ως θέμα που αφορά «στη ρίζα της διαδικασίας» (goes to the root of the proceedings) μπορεί να εγερθεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (ex proprio motu) σε οποιοδήποτε στάδιο αλλά και κατ' έφεση. (βλ. Yerakas αnd Another ν. Police,
(1984)2 CLR. 5, Komurgu another ν. Δημοκρατίας,
(1991)2 Α.Α.Δ. 83, R v Reis and Others, 12 C.L.R. 8, Mouyios and Others ν The Police
(1974)2 C.L.R.23, Λαυρέντης Α. Δημητρίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 256 και R.C.K. Sports Ltd (Αρ.2),
(1993)1 Α.Α.Δ. 622, Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.7),
(1993)1 Α.Α.Δ. 793, Criminal Procedure in Cyprus, by A. N. Loizou and G. M. Pikis at p. 91). Συνεπώς, κατ' εφαρμογή των πιο πάνω αρχών, (Mouyios και Yerakas) η απάντηση που έχει καταχωρήσει ο κατηγορούμενος 2 αποσύρεται (withdrawn) και αντικαθίσταται με ειδική απολογία για έλλειψη δικαιοδοσίας.. Προχωρώ τώρα να εξετάσω πρώτα το θέμα της δικαιοδοσίας το οποίο να σημειωθεί δεν περιορίζεται στην κατά τόπο δικαιοδοσία αλλά επεκτείνεται και στη γενικότερη δικαιοδοσία των κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα. Άλλωστε τυχόν επιτυχία της συγκεκριμένης εισήγησης, αποκλείει την ενασχόληση με οποιοδήποτε άλλο διαδικαστικό θέμα και δίδει τέρμα στην όλη διαδικασία (Yerakas και Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.7),
(1993)1 Α.Α.Δ. 793). Δεν παραγνωρίζω τις εξουσίες που παρέχει το αρ.69(α) σε περίπτωση που διαπιστωθεί απλά τοπική αναρμοδιότητα όμως με το θέμα αυτό θα ασχοληθώ εάν και εφόσον τα κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν την υπόθεση. Κεντρικό της επί του προκειμένου θέσης του κατηγορούμενου 2 άξονα, συνιστά η θέση ότι, από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου, απουσιάζει παντελώς η οποιαδήποτε αναφορά που να συνδέει είτε τους εμπλεκόμενους, είτε τις κατ' ισχυρισμό αξιόποινες πράξεις τους με την Κύπρο. Δεν υπάρχει, σύμφωνα με τον κ. Μελά, οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου, είτε που να συνδέει την παρούσα υπόθεση με την Κύπρο είτε που να προσδίδει ή να εξηγεί γιατί τα κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν την υπόθεση. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος για την παραπονούμενη, υπεραμύνθηκε της δικαιοδοσίας των κυπριακών Δικαστηρίων και μάλιστα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού να εκδικάσουν την υπόθεση. Υποστήριξε ο κ Ιωσήφ, ότι θέματα δικαιοδοσίας μπορούν να εγείρονται μόνο ως ειδική απολογία δυνάμει του αρ.69 Κεφ.155 και προτού να απαντήσει ο κατηγορούμενος. Από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος 2 απάντησε στις κατηγορίες δεν μπορεί, σύμφωνα με τον συνήγορο, να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα πάντα με τον κ. Ιωσήφ, η παραπονούμενη, μπορεί να είναι αλλοδαπός υπήκοος, όμως είναι προφανές ότι πρόκειται για εταιρεία ξένων συμφερόντων που δραστηριοποιείται και στην Κύπρο αν και κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται οπουδήποτε στο κατηγορητήριο. Εισηγήθηκε περαιτέρω ο συνήγορος, ότι, αν και δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο κατηγορητήριο ότι τα αδικήματα έγιναν στην Κύπρο, θα μπορούσε εύλογα να εξαχθεί αυτό το συμπέρασμα και μάλιστα ότι αυτά έγιναν στην επαρχία Λεμεσού και κάλεσε το Δικαστήριο να καταλήξει στο εν λόγω συμπέρασμα και να αναλάβει δικαιοδοσία. Τέλος, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι το κατηγορητήριο πάσχει λόγω των προαναφερόμενων ελλείψεων, τότε θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν οι εξουσίες τροποποίησης που παρέχονται στο αρ.83 Κεφ.155 προς θεραπεία του κατηγορητηρίου. Σε σχέση με την τελευταία αυτή εισήγηση του συνηγόρου, ο κ. Ιωσήφ, διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν επιθυμεί την οποιαδήποτε τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Υποστήριξε όμως ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία όπως, ενεργώντας αυτεπάγγελτα, τροποποιήσει το κατηγορητήριο με όποιο τρόπο το Δικαστήριο θεωρεί ότι θα ανταποκρίνεται στην εκδοχή που η πλευρά της παραπονούμενης είχε υπόψη της όταν ετοίμαζε το κατηγορητήριο και που σκοπεύει να προωθήσει κατά την ακρόαση. Εξέτασα με προσοχή τις θέσεις των δύο μερών ως επίσης και την εκατέρωθεν προβληθείσα επιχειρηματολογία. Αναφορικά με τη θέση του κ. Ιωσήφ ότι η εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας περιορίζεται αποκλειστικά στην προβολή ειδικής απολογίας με βάση το αρ.69 Κεφ.155 και ότι με την απάντηση στο κατηγορητήριο, το Δικαστήριο εμποδίζεται από του να εξετάσει τέτοιο θέμα, η νομολογία που έχω παραθέσει ανωτέρω καταδεικνύει το ανεδαφικό της εν λόγω εισήγησης (βλ. Yerakas αnd Another ν. Police,
(1984)2 CLR. 5, Komurgu another ν. Δημοκρατίας,
(1991)2 Α.Α.Δ. 83, και Mouyios and Others ν The Police
(1974)2 C.L.R.23). Εν πάσει περιπτώσει, η απάντηση του κατηγορούμενου έχει ήδη αποσυρθεί και αντικατασταθεί κατ' εφαρμογή της προαναφερόμενης νομολογίας και επομένως το θέμα δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Σε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων και δη των ποινικών Δικαστηρίων, είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ τόσο σε προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση μου στην παρούσα υπόθεση όσο και σε άλλες υποθέσεις. (βλ. σχ. Easy Life Solutions Limited Liability Company ν Harpford Limited κ.α, Αρ.Υπ.7409/15, Ε.Δ. Λ/σου, απόφαση ημερ. 18/12/15, Alexander Gorbachev ν Evgeny Evgenievich Mariashin, κ.α, Αρ.Υπ. 9240/15 Ε.Δ. Λ/σου, απόφαση ημερ. 28/915, Alexander Gorbachev κ.α v Andrei Guryev κ.α, Αρ. Υπ. Ε.Δ. Λ/σου 22743/15, απόφαση ημερ. 11/1/16). Σύμφωνα με τη νομολογία και τα νομικά συγγράμματα που είχα την ευκαιρία να εξετάσω στις προαναφερόμενες αποφάσεις, προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι, η άσκηση δικαιοδοσίας και δη ποινικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων επί αλλοδαπών πολιτών και αδικημάτων θα πρέπει, και να ασκείται με φειδώ αλλά και να βρίσκει έρεισμα σε νομοθετικές πρόνοιες. Οι αρχές της αμοιβαιότητας και του σεβασμού μεταξύ ανεξάρτητων και κυρίαρχων χωρών, ως επίσης και οι αρχές του Διεθνούς Δικαίου, επιβάλλουν όπως η δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της κάθε χώρας ασκείται με γνώμονα την υπηκοότητα των εμπλεκομένων και/ή τον τόπο διάπραξης του αδικήματος εκτός εάν συμβάσεις μεταξύ των χωρών προνοούν για μια πιο ειδική ρύθμιση. Η πληθώρα των συμβάσεων που έχει υπογράψει η Κυπριακή Δημοκρατία τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε διεθνές επίπεδο καταδεικνύει του λόγου το ασφαλές. Η πιο πάνω αρχή έχει αναγνωρισθεί και υιοθετηθεί τόσο στο κοινοδίκαιο όσο και στη σχετική νομοθεσία. Ενδεικτικά, στην παλιά αγγλική υπόθεση The Queen v. Jameson And Others [1896] 2 Q.B. 425, η οποία αφορούσε, όπως και η παρούσα, αίτημα για απόρριψη του κατηγορητηρίου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Αγγλικών Δικαστηρίων, ο Λόρδος Russell ανέφερε χαρακτηριστικά τα εξής: «...an Act will not be construed as applying to foreigners in respect to acts done by them outside the dominions of the sovereign power enacting. That is a rule based on international law by which one sovereign power is bound to respect the subjects and the rights of all other sovereign powers outside its own territory.» Σε ελεύθερη μετάφραση « ...ένας Νόμος δεν θα ερμηνευτεί ως να εφαρμόζεται σε αλλοδαπούς σε σχέση με πράξεις τους που έγιναν εκτός της επικράτειας της κυρίαρχης δύναμης που νομοθετεί. Αυτός είναι κανόνας που βασίζεται στο Διεθνές Δίκαιο σύμφωνα με τον οποίο μια κυρίαρχη δύναμη δεσμεύεται να σέβεται τους υπηκόους και τα δικαιώματα όλων των άλλων κυρίαρχων δυνάμεων που ευρίσκονται εκτός της επικρατείας της.» Καταλήγει δε ο Λόρδος Russell στην απόφαση του, ότι η ποινική δικαιοδοσία των Αγγλικών Δικαστηρίων περιορίζεται σε οποιοδήποτε Άγγλο υπήκοο ανεξάρτητα που έγινε το αδίκημα και σε όλα τα πρόσωπα ανεξαρτήτως υπηκοότητας, αν το αδίκημα διαπράχθηκε εντός της αγγλικής επικράτειας. Όσον αφορά την ποινική δικαιοδοσία των Δικαστηρίων, όταν ασκείται με βάση τον τόπο όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, η αγγλική νομολογία, έχει χαλαρώσει ελαφρώς τον πιο πάνω κανόνα, επεκτείνοντας τη δικαιοδοσία και σε σχέση με αδικήματα, των οποίων, ουσιαστικό μέρος έλαβε χώρα εντός της αγγλικής επικράτειας. (βλ. The Queen v. Ellis. - [1899] 1 Q.B. 230, R v Smith (Wallace Duncan) (No 4) [2004] EWCA Crim 631, R v Whittle and Sheppard [2010] EWCA Crim 65, R (on the application of Purdy) v DPP [2009] UKHL 45, c.f R v Manning [1999] QB 980, [1998] 2 Cr App Rep 461, CA το σκεπτικό της οποίας δεν ακολουθήθηκε στη μεταγενέστερη νομολογία). Την ίδια στιγμή όμως, το κοινοδίκαιο, με εξαίρεση κάποιες νομοθετικές περιπτώσεις, δεν αναγνωρίζει οποιαδήποτε επέκταση της ποινικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων, πέραν του γενικού κανόνα που ανέφερα ανωτέρω. (βλ. σχ. Halsbury's Laws of England/CRIMINAL PROCEDURE (VOLUME 27
(2015), PARAS 1-434; VOLUME 28
(2015), PARAS 435-957)/1. INTRODUCTION/
(4)JURISDICTIONAL AMBIT OF ENGLISH CRIMINAL LAW, Pars. 11-17, ηλεκτρονική έκδοση). Στην υπόθεση Ellis, η οποία αφορούσε, όπως και η παρούσα, αδικήματα εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, το αγγλικό Δικαστήριο, έκρινε ότι από τη στιγμή που το ουσιαστικό μέρος του αδικήματος ήτοι η «εξασφάλιση των χρημάτων», έγινε εντός της Αγγλικής επικράτειας, τα αγγλικά Δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπόθεση, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι ψευδείς παραστάσεις έλαβαν χώρα στη Σκωτία. Αναφορικά με τη σημασία που έχει η τοποθέτηση του αδικήματος εντός του τόπου που το Δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, ο Wills J, στην Ellis, συμφωνώντας με την απόφαση του Byles J στην υπόθεση Reg. v. Debruiel
(1861)11 Cox 207, ανέφερε τα εξής: «... transactions which may be larceny by English law may not be so by the law of Guernsey; and it would be strange if (without express legislation) that which might not be an offence in the country where it took place should be made the foundation of a crime in England which consists essentially in being an accessory to the principal transaction. This is a good illustration of the inconvenience of holding a receiving to be a crime in England where the principal offence has been committed abroad.» Σε ελεύθερη μετάφραση «...συναλλαγές που μπορεί να συνιστούν κλοπή σύμφωνα με το Αγγλικό δίκαιο μπορεί να μην συνιστούν κάτι τέτοιο σύμφωνα με το δίκαιο του Γκέρνσεϋ; και θα ήταν παράξενο (χωρίς ρητή νομοθεσία) αυτό που μπορεί να μην είναι αδίκημα στη χώρα που έγινε να αποτελεί το υπόβαθρο ενός αδικήματος στην Αγγλία συνιστάμενο ουσιαστικά στην συμμετοχή στην κυρίως συναλλαγή. Αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα της δυσκολίας να θεωρηθεί η παραλαβή αδίκημα στην Αγγλία όταν το κυρίως αδίκημα έγινε στο εξωτερικό» Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά από τον Wills J: «A crime in English jurisprudence means a crime by English law, and cognizable by an English Court; and if there was no such crime established, the receiver could not be convicted.» Σε ελεύθερη μετάφραση «Αδίκημα στην αγγλική νομολογία σημαίνει αδίκημα σύμφωνα με το Αγγλικό δίκαιο και αναγνωρίσιμο από τα Αγγλικά Δικαστήρια; και αν δεν υπήρχε τέτοιο αδίκημα ο παραλήπτης δεν μπορούσε να καταδικαστεί.» Οι ίδιες ουσιαστικά αρχές φαίνεται να ισχύουν και σε σχέση με την ποινική δικαιοδοσία των κυπριακών Δικαστηρίων, με το θέμα να έχει τύχει νομοθετικής ρύθμισης, η οποία ουσιαστικά, και σε μεγάλο βαθμό, κωδικοποιεί τις προαναφερόμενες αρχές του κοινοδικαίου. Το αρ.5 Κεφ. 154, αναφέρεται στις περιπτώσεις που μπορεί να εφαρμοστεί ο Ποινικός Κώδικας Κεφ.154. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες τις εν λόγω πρόνοιες ως αυτές ίσχυαν κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο (Οκτώβριος 2014): 5.-
(1)Ο Ποινικός Κώδικας και οποιοσδήποτε άλλος νόμος που συνιστά αδίκημα, εφαρμόζονται σε όλα τα αδικήματα τα οποία διαπράχτηκαν- (α) εντός του εδάφους της Δημοκρατίας, ή (β) εντός των Κυρίαρχων Περιοχών των Βάσεων, από Κύπριο εναντίον ή σε σχέση με Κύπριο, ή (γ) σε οποιαδήποτε ξένη χώρα από πολίτη της Δημοκρατίας ενόσω αυτός είναι στην υπηρεσία της Δημοκρατίας, ή (δ) σε οποιαδήποτε ξένη χώρα από πολίτη της Δημοκρατίας, αν το αδίκημα τιμωρείται στη Δημοκρατία με φυλάκιση που υπερβαίνει τα δύο χρόνια και η πράξη ή η παράλειψη που συνιστά το αδίκημα, είναι επίσης αξιόποινη πράξη σύμφωνα με το νόμο της χώρας όπου αυτό διαπράχτηκε, ή (ε) σε οποιαδήποτε ξένη χώρα από οποιοδήποτε πρόσωπο αν το αδίκημα- (
- i)είναι προδοσία ή αδίκημα εναντίον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της Συνταγματικής Τάξης, ή (
- ii)είναι πειρατεία, ή (iii) συνδέεται με το νόμισμα ή το χαρτονόμισμα της Δημοκρατίας, ή (
- iv)αφορά παράνομη εμπορία επικίνδυνων φαρμάκων, ή (
- v)είναι ένα από τα αδικήματα για τα οποία, δυνάμει οποιασδήποτε Διεθνής Συνθήκης ή Σύμβασης που δεσμεύει τη Δημοκρατία, εφαρμόζεται ο νόμος της Δημοκρατίας, ή (
- vi)έχει ως ένα από τα συστατικά του στοιχεία πράξη ή παράλειψη, το αντικείμενο της οποίας είναι ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στη Δημοκρατία, περιλαμβανομένης και συνομωσίας, ή απόπειρας ή διέγερσης ή απόπειρας υποκίνησης άλλου προς διάπραξη αδικήματος που έχει ως ένα από τα συστατικά του στοιχεία πράξη ή παράλειψη το αντικείμενο της οποίας είναι ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στη Δημοκρατία, ή (vii) προκάλεσε βλάβη ή ζημία σε περιουσία ή αποστέρησε ή κατακρατεί περιουσία που βρίσκεται εκτός της Δημοκρατίας και που ανήκει άμεσα ή έμμεσα στη Δημοκρατία ή σε πρόσωπο που έχει τη μόνιμη διαμονή του στη Δημοκρατία ή σε εταιρεία που έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στη Δημοκρατία ή σε εμπίστευμα, που διέπεται από το κυπριακό δίκαιο.
(2)Ποινική δίωξη δεν θα διεξάγεται στη Δημοκρατία σε σχέση με αδίκημα που διαπράχτηκε σε ξένη χώρα, αν ο κατηγορούμενος αφού δικάστηκε σε τέτοια χώρα για τέτοιο αδίκημα καταδικάστηκε ή αθωώθηκε. Στις 16/7/15, προστέθηκε με νομοθετική τροποποίηση, ακόμα μία περίπτωση στην υποπαράγραφο (ε) του εδαφίου 5
(1), η οποία αφορά στην παράνομη κατακράτηση ανηλίκου εκτός των ορίων της Δημοκρατίας, η οποία όμως, ούτως ή άλλως δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση. Στην παρούσα υπόθεση αυτό που προβάλλει η πλευρά του κατηγορούμενου 2 είναι ότι, από το κατηγορητήριο δεν προκύπτει καμιά σύνδεση, είτε των εμπλεκομένων, οι οποίοι είναι όλοι αλλοδαποί πολίτες, είτε των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων με την Κύπρο πόσο μάλλον με την επαρχία Λεμεσού. Επομένως, είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου για τον κατηγορούμενο 2 ότι, ούτε το Ε.Δ. Λεμεσού αλλά ούτε και κανένα άλλο κυπριακό Δικαστήριο, μπορεί, ως έχει το κατηγορητήριο, να ασκήσει δικαιοδοσία επί των αλλοδαπών κατηγορούμενων σε σχέση με τα αδικήματα που κατηγορούνται. Συνιστά κοινό έδαφος ότι το κατηγορητήριο δεν κάμνει οποιαδήποτε αναφορά στην Κύπρο ή σε Κύπριους πολίτες αλλά αντίθετα ότι οι κατηγορίες στρέφονται εναντίον αλλοδαπών πολιτών. Συνιστά επίσης κοινό έδαφος ότι πουθενά στο κατηγορητήριο δεν αποδίδεται ρητά στους αλλοδαπούς κατηγορούμενους η διάπραξη στην Κύπρο ποινικών αδικημάτων ή μέρους αυτών εναντίον της επίσης αλλοδαπής παραπονούμενης εταιρείας. Ο κ. Ιωσήφ κάλεσε το Δικαστήριο να συμπεράνει ότι τα αδικήματα έγιναν στην Κύπρο επειδή η παραπονούμενη, «πρόκειται προφανώς περί εταιρείας ξένων συμφερόντων που δραστηριοποιείται στην Κύπρο» και ακολούθως να δεχτεί ότι έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση. Με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο για την παραπονούμενη δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή την εισήγηση. Πρόκειται περί ποινικής υπόθεσης στην οποία δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες κι' αν είναι (βλ. σχ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σάκκος Δημήτρης Π. ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). Κάτι τέτοιο θα καταστρατηγούσε το ίδιο το θεμέλιο της δίκαιης δίκης ιδιαίτερα όταν αυτό που εξετάζεται είναι το κατά πόσο ένα ποινικό δικαστήριο μπορεί να ασκήσει δικαιοδοσία επί ενός αλλοδαπού κατηγορούμενου, με όλες τις δραστικές συνέπειες που κάτι τέτοιο συνεπάγεται. Σε κάθε περίπτωση όμως, ούτε το συμπέρασμα που ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να εξάγει δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου και τα οποία περιορίζονται στα όσα αναφέρει το κατηγορητήριο. Εκείνο που προκύπτει ξεκάθαρα από τα ενώπιον μου γεγονότα, είναι ότι, ένας Άγγλος υπήκοος έχει, για άγνωστο λόγο, καταφύγει στην κυπριακή ποινική δικαιοσύνη, εναντίον ενός Γάλλου υπηκόου και ενός υπηκόου της νήσου Γκέρνσεϋ, καταλογίζοντας τους αξιόποινη συμπεριφορά, η οποία, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, έλαβε χώρα σε κάποιο άγνωστο τόπο, στα πλαίσια μιας εμπορικής συνεργασίας στον τομέα του διεθνούς διαδικτυακού marketing. Η φύση της ίδιας της ισχυριζόμενης συνεργασίας των μερών, ήτοι το διεθνές διαδικτυακό marketing, θα ήταν από μόνη της αρκετή, εν τη απουσία προσδιορισμού της χώρας όπου έλαβαν χώρα τα ισχυριζόμενα αδικήματα, να εγείρει ερωτηματικά σε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας πόσο μάλλον όταν όλοι οι εμπλεκόμενοι είναι αλλοδαποί πολίτες και το θέμα έχει εγερθεί ρητά από την υπεράσπιση. Σε κάποιες περιπτώσεις ο τόπος που έγινε ένα αδίκημα μπορεί να μην είναι ανάγκη να προσδιοριστεί (βλ. σχ. Archbold "Criminal Pleading, Evidence and Practice"
(2007)σελ. 87-89, παρ. 1-125 έως 1-132), εκτός όμως άν αυτό είναι αναγκαίο για την κατηγορία. (R. v. Wallwork 42 Cr.App.R. 153 και Σ.Π. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 207/2013, 25/6/2014). Στην παρούσα περίπτωση όμως, το θέμα του προσδιορισμού του τόπου λαμβάνει δικαιοδοτικό χαρακτήρα και επομένως θα έπρεπε να προσδιοριστεί, αν όχι η επαρχία, τουλάχιστο, αν τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα διεπράχθησαν στην Κύπρο (βλ. JAMESON και ELLIS ανωτέρω). Άλλωστε το θέμα ηγέρθει ρητά υπό τη μορφή προδικαστικής ένστασης από την άλλη πλευρά. Αλλά ούτε και οι πρόνοιες του αρ.6 Κεφ.154 σύμφωνα με τις οποίες αν ένα αδίκημα για το οποίο μπορεί να εφαρμοστεί ο Ποινικός Κώδικας, διαπράχθηκε σε ξένη χώρα, αρμόδιο Δικαστήριο να του επιληφθεί είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, μπορούν να αγνοηθούν. Η τροποποίηση του αρ.6 Κεφ.154 έγινε το 2008 και ενώσω ήταν σε ισχύ ο περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμος του 1974 (N. 43/1974)με τον οποίο δόθηκε δικαιοδοσία σε κάθε επαρχιακό δικαστήριο να εκδικάζει οποιοδήποτε αδίκημα, ανεξαρτήτως σε ποια επαρχία αυτό έχει διαπραχθεί. (βλ. Διαχειριστική Επιτροπή ΚΥΠΑ Κωρτ 4 ν. Ανδρέα Σιαπάνη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 644 και ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ κ.α. ν. ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 189/2012, 11/9/2013.). Είναι ξεκάθαρη επομένως, η πρόθεση του Νομοθέτη όπως, για την εκδίκαση συγκεκριμένων αδικημάτων, το θέμα της αρμοδιότητας να διέπεται από την ειδική ρύθμιση του αρ.6 Κεφ.154 και όχι από τις γενικότερες δικαιοδοτικές πρόνοιες του N. 43/
- Ο προσδιορισμός επομένως, τουλάχιστο της χώρας, που έγιναν τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα στην παρούσα υπόθεση, ενόψει και της υπηκοότητας των εμπλεκομένων μερών αλλά και της φύσης των μεταξύ των επίμαχων διαφορών, ήταν ακόμη πιο επιβεβλημένος ούτως ώστε να μπορεί να εξακριβωθεί με ασφάλεια και το κατά πόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, αν βέβαια τα κυπριακά Δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία, ήταν το κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει τα ισχυριζόμενα αδικήματα. Υπενθυμίζω, ότι δόθηκε η ευκαιρία στον συνήγορο της παραπονούμενης, ενόψει της απουσίας οποιουδήποτε δικαιοδοτικού χαρακτηριστικού στην υπόθεση, να αναφέρει κατά πόσο επιθυμούσε να υποβάλει οποιοδήποτε αίτημα τροποποίησης, όμως αυτός δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση. Κάλεσε όμως το Δικαστήριο, αν το θεωρήσει ορθό, να τροποποιήσει από μόνο του το κατηγορητήριο, στη βάση του αρ.83 Κεφ.155, με οποιοδήποτε τρόπο το Δικαστήριο θα θεωρούσε ότι ανταποκρίνεται καλύτερα στο τι ήταν αυτό που η πλευρά της παραπονούμενης είχε υπόψη της όταν συνέτασσε το κατηγορητήριο. Με κάθε σεβασμό και πάλι προς τον συνήγορο κάτι τέτοιο θα ήταν όχι μόνο ανεπίτρεπτο αλλά και έκδηλα αντινομικό. Πέραν του ότι οι εξουσίες του αρ.83, όπως έχει πάμπολλες φορές νομολογηθεί, δεν είναι με αυτό τον τρόπο που εξασκούνται, δεν είναι καθήκον του Δικαστηρίου, να διεξέρχεται ένα κατηγορητήριο και να προβαίνει το ίδιο σε εντοπισμό, πιθανών νομοθετικών προνοιών ή γεγονότων που μπορεί να είχε κατά νου η κατηγορούσα αρχή κατά τη σύνταξη του Κατηγορητηρίου με βάση τη μαρτυρία που είχε ενώπιον της. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, διαπιστώνω περαιτέρω ότι η απουσία προσδιορισμού του τόπου που τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα έλαβαν χώρα, εμποδίζει το Δικαστήριο και από του να εξετάσει κατά πόσο μπορεί όντως η υπόθεση να προχωρήσει στη βάση των προνοιών του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 στις οποίες στηρίζονται και οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Και αυτό, λόγω ακριβώς των ρητών δικαιοδοτικών προνοιών του αρ. 5 που έχω αναφέρει ανωτέρω. Πρόκειται για αλλοδαπούς κατηγορούμενους οι οποίοι κατηγορούνται για παραβάσεις του Κεφ.
- Θα έπρεπε επομένως να ενταχθούν πρώτα σε μια από τις κατηγορίες του αρ.
- Η Κύπρος δεν προσδιορίζεται ως ο τόπος του αδικήματος (Αρ.5
(1)(α)), οι ίδιοι είναι αλλοδαποί και το ισχυριζόμενο αδίκημα δεν έγινε εναντίον Κύπριου ή κυπριακής εταιρείας ή της Δημοκρατίας (Αρ.5
(1)(β), 5
(1)(γ), 5
(1)(δ), 5
(1)(ε)(vii), δεν πρόκειται περί αδικήματος προδοσίας ή αδικήματος εναντίον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της Συνταγματικής τάξης ή πειρατείας ή αδικήματος που συνδέεται με το νόμισμα ή το χαρτονόμισμα της Δημοκρατίας ή που αφορά σε παράνομη εμπορία επικίνδυνων φαρμάκων (Αρ. 5
(1)(ε)(i-iv)), και δεν αφορά σε ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στη Δημοκρατία (Αρ.5
(1)(ε)(vi)). Τέλος δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να κατατάσσει τα ισχυριζόμενα αδικήματα ως «αδικήματα για τα οποία, δυνάμει οποιασδήποτε Διεθνής Συνθήκης ή Σύμβασης που δεσμεύει τη Δημοκρατία, εφαρμόζεται ο νόμος της Δημοκρατίας» (Αρ.5
(1)(ε)(v). Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η θέση της Υπεράσπισης ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση ευσταθεί. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, η διαδικασία καθίσταται άκυρη και ως τέτοια θα πρέπει να τερματιστεί και ο κατηγορούμενος 2 να απαλλαγεί. (βλ. Yerakas και Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.7),
(1993)1 Α.Α.Δ. 793). Εφόσον, η διαδικασία έχει καταστεί άκυρη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας αυτή τερματίζεται. Αναπόφευκτα αυτό συμπαρασύρει και την υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 1 στην οποία εν πάσει περιπτώσει το κατηγορητήριο δεν έχει επιδοθεί. Ως εκ τούτου η υπόθεση απορρίπτεται και οι δύο κατηγορούμενοι απαλλάττονται. (Υπ.).................................... Λ. Πασχαλίδης Προσ.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Έλλειψη Δικαιοδοσίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο