Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Yaser Mehrez, Αρ. Υπόθεσης:5369/13, 19/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:5369/13 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Yaser Mehrez Κατηγορούμενου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 19/2/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Δ. Ναπολέοντος Για τον κατηγορούμενο: κ. Π. Γιάννακας Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει έξη κατηγορίες, της επίθεσης με σκοπό την ματαίωση της νόμιμης σύλληψης (1ηΚατηγ.), της παρακώλυσης οργάνου τήρησης της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του (2ηΚατηγ.), των ψευδών πληροφοριών σε αστυνομικό (3ηΚατηγ.), της παροχής συνδρομής στη διάπραξη ποινικού αδικήματος (4ηΚατηγ.), της ελευθέρωσης κρατουμένου (5ηΚατηγ.) και της διέγερσης προς διάπραξη ποινικού αδικήματος (6ηΚατηγ.). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 2Α και 2Β η γραπτή κατηγορία και το περιεχόμενο της δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1Β και 2Βαποτελούν πιστή μετάφραση του περιεχομένου των Τεκμηρίων 1Α και 2Α αντίστοιχα. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, ο Α/Αστυφ. 1322 Πέτρος Γεωργιάδης(Μ.Κ.1), ο Αστυφ. 3788 Αντώνης Σωφρονίου (Μ.Κ.2) και ο Α/Αστυφ. 1634 Λάμπρος Λάμπρου (M.K.3). Μετά δε την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως και κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης τον Mizar Mehrez. H μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της, παραθέτοντας πολύ περιληπτικά το τι ανάφερε o καθένας. Οι Μ.Κ. 1, 2 και 3 και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης και στη συνέχεια οι Μ.Κ.2 και 3, όχι όμως και ο Μ.Κ.1, αντεξετάσθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου. Ο Μ.Κ.1 ήταν ο αστυφύλακας ο οποίος συνέλαβε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της επίθεσης εναντίον του αστυφ. 3778 Α. Σωφρονίου (Μ.Κ.2) και το πρόσωπο που έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση και τον κατηγόρησε γραπτώς για το ίδιο αδίκημα. Hμαρτυρία του Μ.Κ.1 η οποία καθόλου δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση γίνεται πλήρως αποδεκτή. Ουσιαστικότερος μάρτυρας για την υπόθεση ήταν ο Μ.Κ.2, ο αστυφύλακας Σωφρονίου. Αυτός ισχυρίσθηκε ότι μετά από καταδίωξη κάποιου αυτοκινήτου, ο οδηγός του οποίου είχε διαπράξει τροχαίες παραβάσεις, τόσο ο οδηγός όσο και ο συνοδηγός του αυτοκινήτου αυτού που ήταν ο κατηγορούμενος, το εγκατέλειψαν τρέχοντας. Καταδιώκοντας τους ο μάρτυρας, κατάφερε και ακινητοποίησε τον οδηγό στο έδαφος, ενώ ο συνοδηγός παρέμενε στο μέρος. Ενόσω είχε ακινητοποιημένο τον οδηγό στο έδαφος και αφού του είχε επιστήσει την προσοχή στο Νόμο, χωρίς όμως να προλάβει να του τοποθετήσει χειροπέδες, ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε, με αποτέλεσμα ο οδηγός να καταφέρει να διαφύγει και να συλληφθεί μόνο ο κατηγορούμενος. Ο μάρτυρας και αφού του υποδείχθηκε από την ΥΑΜ μία φωτογραφία κάποιου Mizar Mehrez, αναγνώρισε στο πρόσωπο της φωτογραφίας τον οδηγό του αυτοκινήτου. Ο Μ.Κ.2 δεν με έπεισε για την αλήθεια των όσων ανάφερε. Και αυτό γιατί δεν ήταν σταθερός στις απαντήσεις του. Εκτός από κάποιες αντιφάσεις που εντοπίζονται, κάποιες από τις απαντήσεις του, δημιουργούν ερωτηματικά και αμφιβολίες ως προς την αλήθεια της μαρτυρίας του. Στο Τεκμήριο Β που είναι η γραπτή του κατάθεση, αναφέρει ότι όταν ο κατηγορούμενος και ο οδηγός του αυτοκινήτου στο οποίο τα άτομα αυτά επέβαιναν ακινητοποιήθηκε, τότε και τα δύο αυτά πρόσωπα το εγκατέλειψαν τρέχοντας. Και ο ίδιος τους ακολούθησε μέχρι που ανέκοψε τον οδηγό και τον ακινητοποίησε στο έδαφος. Αντεξεταζόμενος όμως, είπε ότι ο κατηγορούμενος δεν αντιστάθηκε στη σύλληψη του. Περιγράφοντας τις ενέργειες του κατηγορούμενου είπε ότι όταν ακινητοποίησε τον οδηγό στο έδαφος ζητώντας του τα στοιχεία του κ.λ.π., ο κατηγορούμενος τον «πλησίασε» και τον έσπρωξε δυνατά. Αντίθετα όμως με τα πιο πάνω, αντεξεταζόμενος προέβαλε ότι ο κατηγορούμενος σταμάτησε να τρέχει, στάθηκε σε απόσταση 10 περίπου μέτρων και «έτρεξε» από την απόσταση αυτή και τον έσπρωξε. Ενώ αρχικά ισχυρίσθηκε ότι δεν προχώρησε σε διερεύνηση για να εντοπίσει τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, στη συνέχεια διαφοροποίησε την απάντηση του, λέγοντας ότι την ημέρα του επεισοδίου τύπωσε από το ηλεκτρονικό σύστημα έντυπο του οχήματος και έτσι πληροφορήθηκε τον ιδιοκτήτη του. Από τις πιο πάνω απαντήσεις του και εκτός της αντίφασης που προκύπτει, δημιουργούνται και ερωτηματικά για τις ενέργειες που έγιναν από την αστυνομία. Και αυτό γιατί εύλογο θα ήταν αλλά και αναμενόμενο να ζητήσουν ως αστυνομικές αρχές να πληροφορηθούν το όνομα του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου στην προσπάθεια τους έστω να εντοπίσουν τον οδηγό του κατά τον επίδικο χρόνο και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα αποτελέσματα της διερεύνησης αυτής. Ερωτώμενος πόση ώρα διήρκησε η διαδικασία από την στιγμή που ακινητοποίησε τον κατηγορούμενο, μέχρι που αυτός κατάφερε να διαφύγει, απάντησε αρχικά ότι ήταν μόνο κάποια δευτερόλεπτα, συνεχίζοντας αμέσως λέγοντας ότι ήταν ένα λεπτό. Είναι όμως απορίας άξιο αν μέσα σε ένα λεπτό πρόλαβαν να γίνουν όλα όσα περιγράφει στο Τεκμήριο Β. Να ακινητοποιήσει δηλαδή τον οδηγό στο έδαφος, να του ζητήσει να του παραδώσει την ταυτότητα του ή άλλα έγγραφα, να καταλάβει ότι επρόκειτο για αλλοδαπό, ο αλλοδαπός αυτός να του αναφέρει ότι είναι παράνομος, ο Μ.Κ.2 να του επεστήσει την προσοχή του στο Νόμο, ο αλλοδαπός να του απαντήσει μιλώντας του στην Ελληνική γλώσσα και να του ζητήσει να τον αφήσει να φύγει, αλλά πριν ο μάρτυρας να προλάβει να του τοποθετήσει χειροπέδες ο κατηγορούμενος να τον σπρώξει και έτσι ο οδηγός του αυτοκινήτου να καταφέρει να διαφύγει. Αναφορικά με την αναγνώριση του Mizar Mehrez που έγινε από φωτογραφία δεν μπορώ επίσης να την αποδεχθώ ως ορθή και αληθινή και να εξαγάγω από αυτήν ασφαλή συμπεράσματα. Καθοδηγητικά για την κατάληξη μου αυτή είναι τα όσα αποφασίσθηκαν σχετικά με την αναγνώριση προσώπου από φωτογραφία στην υπόθεση Γεώργιος Θεοδώρου Θεοδωρίδης v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 160 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «1.Στην προκείμενη υπόθεση το Κακουργιοδικείο, παρά την απουσία μαρτυρίας η οποία τείνει να ενισχύσει το αξιόπιστο της αναγνώρισης του εφεσείοντος, και παρά τη διαπίστωση σφάλματος στη διαδικασία αναγνώρισης λόγω της πρότερης επίδειξης φωτογραφίας του εφεσείοντος στον παραπονούμενο, έκρινε ασφαλές να βασιστεί στη μαρτυρία του. Το Κακουργιοδικείο λειτούργησε κάτω από νομικό σφάλμα.
- Το θεμέλιο της αναγνώρισης του εφεσείοντος είναι ακροσφαλές και για τον πρόσθετο λόγο, την καθοδήγηση, έστω έμμεση, του παραπονουμένου από τα αστυνομικά όργανα για το πρόσωπο του υπόπτου.
- Η διαδικασία αναγνώρισης μέσω φωτογραφιών ήταν αντίθετη προς τον ίδιο τον αστυνομικό κώδικα που διέπει την αναγνώριση υπόπτων μέσω φωτογραφιών αφού απουσίαζε ολοσχερώς το στοιχείο της σύγκρισης που θα μπορούσε να προσδώσει αξιοπιστία στην αναγνώριση.
- Αγνοήθηκε ή υποτιμήθηκε η αδυναμία του παραπονουμένου να δώσει σαφή περιγραφή του δράστη που τελικά εκλήφθηκε ότι ήταν ο εφεσείων». Στην προκειμένη περίπτωση δεν μου διαφεύγει ότι το πρόσωπο που έχει αναγνωρισθεί δεν είναι ο κατηγορούμενος αλλά άλλο πρόσωπο, αυτό δηλαδή που φέρεται να βοήθησε ο κατηγορούμενος. Όμως η αναγνώριση του προσώπου αυτού δεν έγινε με τρόπο που να διασφαλίζει με βεβαιότητα ότι είναι και ορθή. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Στον Μ.Κ.2 επιδείχθηκε μία μόνο φωτογραφία με αποτέλεσμα να ελλείπει ολοσχερώς το στοιχείο της σύγκρισης. Ο Μ.Κ.2 είχε δει από κοντά το πρόσωπο που αναγνώρισε μόνο για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, όταν τον καταδίωκε και όταν τον είχε ακινητοποιημένο κάτω στο έδαφος. Ο χρόνος που το πρόσωπο αυτό βρισκόταν ακινητοποιημένο στο έδαφος, δεν διήρκεσε όπως ο ίδιος ο μάρτυρας είπε αντεξεταζόμενος περισσότερο από ένα λεπτό. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα, να δημιουργούνται αμφιβολίες πόσο καλά μπορούσε να τον θυμηθεί και να τον αναγνωρίσει. Δεν έχει επίσης διαφανεί η ποιότητα της φωτογραφίας έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί και το στοιχείο της ακριβούς απεικόνισης του εικονιζόμενου προσώπου. Σχετικά είναι επίσης τα όσα εκτίθενται στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των κ.κ. Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Γ. Σάντη και συγκεκριμένα στις σελίδες 429, 432, 433, 434 και
- Σε σχέση με την παραμονή του Mizar Mehrez στην Κύπρο κατά την επίδικη ημερομηνία, κατάθεσε ο Μ.Κ.3, ο οποίος είπε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που διατηρεί η ΥΑΜ τα στοιχεία του προσώπου αυτού, εντοπίζονται στον κατάλογο Στοπ-Λιστ ως απαγορευμένου μετανάστη καθότι απελάθηκε από την Κύπρο δυνάμει διαταγμάτων κράτησης και απέλασης και ότι τα στοιχεία αυτού δεν εντοπίζονται στο σύστημα αφιξοαναχωρήσεων. Είπε ακόμα αντεξεταζόμενος ότι εάν ο Mizar Mehrez βρισκόταν στην Κύπρο την επίδικη ημερομηνία αυτό σημαίνει ότι θα είχε εισέλθει παράνομα. Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 δεν αποδέχομαι μόνο το σημείο που αναφέρει στο Τεκμήριο Γ ότι ο Mizar Mehrez και επειδή τα στοιχεία του δεν εντοπίζονται στο σύστημα αφιξοαναχωρήσεων, αφίχθηκε στην Κύπρο παράνομα και παρέμεινε παράνομα. Και αυτό γιατί ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι αυτό ήταν απλώς μια εικασία και ένα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε και ως τέτοιο βέβαια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Όπως προαναφέρεται ο κατηγορούμενος και μετά την κλήση του σε απολογία επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως, δίδοντας τη δική του εκδοχή. Αυτός υποστήριξε ότι μαζί με κάποιο γνωστό του, επέβαινε ως συνοδηγός σε αυτοκίνητο για να πάνε να εργασθούν. Όταν εμφανίσθηκε η αστυνομία ο οδηγός του αυτοκινήτου του ανάφερε ότι επειδή βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία θα προσπαθούσε να το σκάσει, κάτι που έπραξε με επιτυχία. Όταν ο οδηγός σταμάτησε το αυτοκίνητο και διέφυγε, ο ίδιος παρέμεινε μέσα στο αυτοκίνητο χωρίς να πράξει οτιδήποτε γιατί δεν είχε κανένα λόγο να φοβηθεί αφού βρισκόταν νόμιμα στην Κύπρο. Τότε ο αστυφύλακας τον πλησίασε και άρχισε να τον ανακρίνει και να τον ρωτά για τον οδηγό. Στη συνέχεια και αφού του τοποθετήθηκαν χειροπέδες, μεταφέρθηκε σε αστυνομικό σταθμό. Σε πολλές υποβολές που του έγιναν ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο αδελφός του, Μ.Υ.1 έδωσε αρνητική απάντηση εμμένοντας στη θέση ότι ο αδελφός του βρισκόταν εκείνη την περίοδο στη Συρία και ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου ήταν κάποιος Γιαννίκας από τη Μπαγκλαντές του οποίου όμως δεν γνώριζε περισσότερα στοιχεία γιατί και του ιδίου του τον είχε συστήσει απλώς κάποιος φίλος του και πήγαιναν μαζί για δουλειά. Παρακολουθώντας τον κατηγορούμενο να καταθέτει, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του θεωρώ ότι μαρτύρησε την αλήθεια και για αυτό η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Και αυτό γιατί κατάθεσε με αμεσότητα, σταθερότητα και ευθύτητα χωρίς σε κανένα σημείο να διακρίνω οτιδήποτε, ικανό να κλονίσει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα για αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας. Πέρα από τα πιο πάνω, πρέπει να λεχθεί ότι η εκδοχή του συνάδει και με τη λογική γιατί πράγματι εφόσον βρισκόταν νόμιμα στη Δημοκρατία δεν είχε κανένα λόγο να φοβηθεί, να τρέξει για να διαφύγει ενώ περαιτέρω η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο αδελφός του βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία και έτσι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τον βοηθήσει για να μη συλληφθεί, παρέμεινε εντελώς μετέωρος και ατεκμηρίωτος και στην περίπτωση που αυτή γινόταν αποδεκτή θα ήταν αποτέλεσμα υποθέσεων και μόνο, πράγμα εντελώς ανεπίτρεπτο. Ως Μ.Υ.1 κατάθεσε ο αδελφός του κατηγορούμενου Miraz Mehrez, το πρόσωπο δηλαδή που σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή προσπάθησε να βοηθήσει ο κατηγορούμενος με αποτέλεσμα να διαπράξει τα αδικήματα της 1ης, 3ης , 4ης , 5ης και 6ηςκατηγορίας. Αυτός προέβαλε ότι κατά την επίδικη ημερομηνία βρισκόταν στη Συρία αφού προηγουμένως είχε απελαθεί το
- Στην Κύπρο επέστρεψε μετά το επεισόδιο οπόταν και αιτήθηκε πολιτικό άσυλο και προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του αυτών, κατάθεσε τα Τεκμήρια 3 και
- Ισχυρίσθηκε ακόμα ότι πριν από δύο μήνες περίπου κλήθηκε και μετέβη σε αστυνομικό σταθμό. Εκεί του ζήτησαν να παραδώσει τα έγγραφα του κάτι που έπραξε και του επέτρεψαν να φύγει. Για τη συγκεκριμένη υπόθεση ουδέποτε κατηγορήθηκε, ούτε και έχει ανακριθεί από την αστυνομία. Τα όσα προέβαλε για τις χρονικές περιόδους παραμονής του στην Κύπρο γίνονται αποδεκτά λόγω της θετικής εντύπωσης που σχημάτισα για αυτόν. Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 27/1/2012 και όταν ο Μ.Κ.2 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία εντόπισε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΑΒΚ 407 να οδηγείται ενόσω δεν υπήρχε σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλειας, άδεια κυκλοφορίας και πιστοποιητικό καταλληλότητας. Όταν έκαμε σήμα στον οδηγό του αυτοκινήτου να σταματήσει ο οδηγός του αντί να συμμορφωθεί ανέπτυξε ταχύτητα. Μετά από καταδίωξη ο οδηγός του αυτοκινήτου το σταμάτησε και το εγκατέλειψε τρέχοντας, ενώ ο κατηγορούμενος παρέμεινε στη θέση του. Ο Μ.Κ.2 συνέλαβε τον κατηγορούμενο πληροφορώντας τον ότι διέπραξε το αδίκημα της επίθεσης. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι ο οδηγός είναι φίλος του. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 μετέφερε τον κατηγορούμενο στον αστυνομικό σταθμό Πολεμιδίων όπου εκεί και με τη βοήθεια μελών της ΥΑΜ διαπίστωσε την ταυτότητα του. Την ίδια ημερομηνία ο Μ.Κ.1 συνέλαβε με δικαστικό ένταλμα τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της επίθεσης εναντίον του Αστ. 3778 Α. Σοφρωνίου και στη συνέχεια έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση και τον κατηγόρησε γραπτώς. Ο Μ.Κ.3 στις 27/1/2012 διενήργησε έλεγχο σε σχέση με τον Mizar Mehrez από τη Συρία. Τα στοιχεία του εντοπίσθηκαν στον κατάλογο Στοπ-Λιστ ως απαγορευμένου μετανάστη με την ένδειξη ότι η είσοδος του στην Κύπρο απαγορεύεται καθότι είχε προηγουμένως απελαθεί δυνάμει διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Τα στοιχεία του δεν εντοπίσθηκαν στο σύστημα αφιξοαναχωρήσεων. Όπως είναι νομολογημένο, η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζουv. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Είναι προφανές ότι από τη στιγμή που η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν έγινε αποδεκτή, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)............ Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον, Πρωτοκολλητής 78 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο