← Κύπρος

Γιαννάκη Γεωργίου κ.α. ν. Φαίδωνα Ιωάννου κ.α., Υπόθεση αρ.: 25233/14, 10/2/2016

Γιαννάκη Γεωργίου κ.α. ν. Φαίδωνα Ιωάννου κ.α., Υπόθεση αρ.: 25233/14, 10/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 25233/14

  1. Γιαννάκη Γεωργίου, από τη Λεμεσό
  2. Άννα Γεωργίου, από τη Λεμεσό και
  3. Φαίδωνα Ιωάννου, από τη Λεμεσό
  4. Ευδοκία Ιωάννου, από τη Λεμεσό Κατηγορουμένων 10 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τους παραπονούμενους: κα. Ε. Σωκράτους για Π. Κλεοβούλου Δ.Ε.Π.Ε. Για κατηγορούμενους 1 και 2: κα. Στ. Ευριπίδου Κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2, παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η --------------------------------------------------- Το παρόν κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 08/10/2014 και περιλαμβάνει 2 κατηγορίες εναντίον των κατηγορουμένων 1 και
  5. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος 1 με βάση την 1η κατηγορία κατηγορείται για πράξη καταδολίευσης εξ' αποφάσεως οφειλέτη δια της μεταβίβασης ακινήτων σε τρίτο πρόσωπο κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας ήτοι των άρθρων 84

(1), 87
(1), 90
(1), 91Α
(3)και 91Β
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  1. Η κατηγορούμενη 2 με βάση την 2η κατηγορία κατηγορείται για το αδίκημα της αποδοχής καταδολιευτικής επ΄ ονόματι της μεταβίβασης ακινήτων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος 1 την 21/6/2007, ενώ ήταν εξ' αποφάσεως οφειλέτης δυνάμει δικαστικής αποφάσεως στην αίτηση με αριθμό Ε190/2006 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου στη Λεμεσό και με σκοπό την καταδολίευση των εξ' αποφάσεως πιστωτών του, Γιαννάκη Γεωργίου και Άννας Γεωργίου, μεταβίβασε ως δωρεά στο όνομα της κατηγορούμενης 2 το όλο μερίδιο επί των κάτωθι ακινήτων: α) Διαμέρισμα αρ.620, Estia House, στην οδό Τζών Κέννεντυ, στη Νεάπολη, με αρ. Εγγραφής 4/57157, β)Ακίνητο στο χωριό Άγιος Νικόλαος στην Πάφο με αρ. Εγγραφής 9441, γ)Ακίνητα στο χωριό Τρείς Ελιές με αρ. Εγγραφής 2557, 3302, 3303 και
  2. Αναφορικά με την κατηγορούμενη 2 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη 2 ενώ γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν εξ' αποφάσεως οφειλέτης δυνάμει δικαστικής απόφασης αποδέχθηκε την επ΄ ονόματι της μεταβίβαση των ακινήτων αυτών. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι καταχώρησαν κατά την εμφάνιση τους στο Δικαστήριο μη παραδοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η πλευρά των παραπονούμενων για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε συνολικά 3 μάρτυρες κατηγορίας. Πριν την παρουσίαση μαρτύρων κατηγορίας αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν απο κοινού παραδεκτά έγγραφα και γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως τέτοια ως ακολούθως: Παραδεκτά Έγγραφα: - Απόφαση ημερ. 21/06/2007 του Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως Λεμεσού - Πάφου στην αίτηση Ε190/2006, απόφαση εναντίον του κατηγορούμενου 1 - Τεκμήριο
  3. - Απόφαση ημερ.15/10/2007 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου για την έκδοση διατάγματος ανάκτησης κατοχής ακινήτων και κατάσχεση και εκποίηση κινητής περιουσίας τους κατηγορούμενου 1 - Τεκμήριο
  4. - Ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας και ανάκτησης κατοχής ακίνητης ημερ.13/11/2007 - Τεκμήριο
  5. - Πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης περιουσίας με αρ.07143 και ημερ. Έκδοσης 27/08/2008 - Τεκμήριο
  6. Παραδεκτά γεγονότα: - Τα Τεκμήρια 1 - 4 αποτελούν παραδεκτά έγγραφα. - Κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, Τεκμήριο 1, υπήρχε εγγεγραμμένη επ' ονόματι του κατηγορύμενου 1, Φαίδωνα Ιωάννου, η ακόλουθη περιουσία: Α) Ακίνητο στο χωριό Άγιος Νικόλαος στην Πάφο μερ αρ. Εγγραφής
  7. Β) 4 ακίνητα στο χωριό Τρείς Ελιές με αρ. Εγγραφής 2557, 3302, 3303 και 3567 στην Επαρχία Λεμεσού. - Τα ακίνητα στον Άγιο Νικόλαο και στο χωριό τρείς Ελιές μετά την έκδοση της απόφασης, Τεκμήριο 1, μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι της κατηγορούμενης
  8. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον αμφότερων των κατηγορουμένων, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος 1 κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ η κατηγορούμενη 2 προέβη σε ανώμοτη δήλωση ενώ κάλεσαν 2 μάρτυρες υπεράσπισης. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων που ενώπιον μου κατέθεσαν βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Όλα όσα έχουν αναφέρει βρίσκονται καταγεγραμμένα στο πρακτικό του Δικαστηρίου, έχουν μελετηθεί δεόντως και λήφθηκαν υπόψη για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν αυτολεξεί ή να παρατεθούν αυτούσια. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας (ΜΚ1) κατέθεσε ο εκ των παραπονούμενων Γιαννάκης Γεωργίου ο οποίος αναφέρθηκε στο τεκμήριο 1 την απόφαση και σε ένα διαμέρισμα επιπλέον την παραδεκτής περιουσίας που σύμφωνα με τον ίδιο ο κατηγορούμενος 1 το μεταβίβασε στον αδελφό του και δεν γνωρίζει εάν μετά μεταβιβάστηκε αλλού. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 αναφέρθηκε στην έκδοση της απόφασης Τεκμήριο 1 και στις λεπτομέρειες της απόφασης αυτής με αναφορά στα όσα δηλώθηκαν. Αναφορικά με τον χρόνο που παρήλθε από το 2007 που εκδόθηκε η απόφαση μέχρι το 2014 που καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση ο ΜΚ1 δήλωσε ότι συνέχισαν να οφείλονται ενοίκια. Αναφορικά με το διαμέρισμα και στην ερώτηση εάν αυτό μπορεί και να αγοράστηκε από τον αδελφό του κατηγορούμενου 1 δήλωσε ότι μπορεί να είναι και έτσι και δεν μπορεί να γνωρίζει ενώ παράλληλα δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο που καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση για την οποία έδωσε οδηγίες να καταχωρηθεί. Στην υποβολή ότι όλα τα ακίνητα μεταβιβάστηκαν δυνάμει νόμιμου και καλού ανταλλάγματος ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει ενώ ανέφερε ότι αυτό που γνωρίζει είναι ότι όταν κάποιος οφείλει χρήματα και έχει περιουσία την μεταβιβάζει για να μην του την πάρουν. Από το Δικαστήριο ζητά τα λεφτά που του οφείλονται ενώ ανέφερε ότι μετά την έκδοση της απόφασης δεν πληρώθηκε κανένα ποσό. Στο στάδιο της επανεξέτασης ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος 1 μετά την έκδοση της απόφασης εξαφανίστηκε. Ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση κυρίως σε σχέση με τα κίνητρα του. Αναμφίβολα η ύπαρξη της απόφασης εναντίον του κατηγορούμενου 1 και η οφειλή κάποιου ποσού είναι αναντίλεκτη όμως η θέση του ΜΚ1 είναι ότι με την παρούσα διαδικασία προωθεί αίτημα για πληρωμή των ισχυριζόμενων υπολοίπων σκοπός ο οποίος δεν δύναται να επιτευχθεί με την προώθηση αυτής της φύσης της ιδιωτικής δίωξης. Η αναφορά του σε ένα διαμέρισμα είναι γενική και ασαφής ενώ δηλώνει παράλληλα άγνοια για το κατά πόσο το εν λόγω διαμέρισμα πωλήθηκε στον αδελφό του κατηγορούμενου 1 ο οποίος σημειώνω ως ο αρχικός και πρώτος ιδιοκτήτης δυνάμει δωρεάς δεν βρίσκεται στο κατηγορητήριο. Περαιτέρω ο ίδιος δεν αποκλείει η επίδικη περιουσία να μεταβιβάστηκε με αντάλλαγμα. Ιδιαίτερη μνεία κρίνω ότι πρέπει να γίνει και στο ζήτημα των δικών του υποχρεώσεων που φαίνεται να απέρρεαν από τον κανόνα Δικαστηρίου στην απόφαση του Δικαστηρίου ελέγχου ενοικιάσεων όπου οι απαντήσεις του ήταν γενικές, ασαφείς και αόριστες. Αναφορικά δε με το κρίσιμο ζήτημα του δόλου αμφότερων των κατηγορούμενων ουδεμία μαρτυρία δόθηκε από τον ΜΚ1 πέραν της γενικής αναφοράς ότι όταν κάποιος οφείλει χρήματα και έχει περιουσία την μεταβιβάζει για να μην του την πάρουν. Η μαρτυρία γενικά του ΜΚ1 ήταν ασαφής και αόριστη σε σχέση πάντοτε με τα επίδικα ζητήματα που άπτονται των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων συνεπώς πέρα από τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα η μαρτυρία του κρίνεται αναξιόπιστη. Ως ΜΚ2 παρουσιάστηκε η παραπονούμενη Άννα Γεωργίου η οποία για σκοπούς κυρίως εξέτασης της κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α). Η ΜΚ2 αναφέρθηκε στην ενοικίαση του καταστήματος της από τον κατηγορούμενο 1 και στην έκδοση απόφασης εναντίον του Τεκμήριο
  1. Αναφέρθηκε στην φυγή του κατηγορούμενου 1 στην Αγγλία από το 2007 και στις έρευνες στο Κτηματολόγιο για εντοπισμό περιουσίας τον Νοέμβριο του 2007 που ήταν αρνητικές. Η ίδια και ο σύζυγος της (ΜΚ1) γνώριζαν ότι είχε περιουσία γιατί τους το ανέφερε ο ίδιος. Σε σχέση με την κατηγορούμενη 2, η ΜΚ2 ανέφερε ότι πολλές φορές αναζήτησαν τον κατηγορούμενο 1 στην οικία της για να εισπράξουν ενοίκια αλλά η ίδια τον συγκάλυπτε ενώ γνώριζε ότι ο γιός της όφειλε ενοίκια και δεν αποκάλυπτε στην ίδια τα στοιχεία επικοινωνίας του. Σύμφωνα με την ΜΚ2 τόσο η κατηγορούμενη 2 όσο και η αδελφή του κατηγορούμενου 1 τον συγκάλυπταν και δεν τους ανέφεραν που ήταν. Από το 2007 μέχρι και το 2014 έχασαν τα ίχνη του κατηγορημένου 1 ενώ το καλοκαίρι του 2014 η ΜΚ2 τον είδε στον δρόμο και κατόπιν νομικής συμβουλής καταχώρησαν την παρούσα υπόθεση αφού με βάση πιστοποιητικό έρευνας ανακάλυψαν ότι αυτός μεταβίβασε την περιουσία του στην κατηγορούμενη
  2. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης περιουσίας ημερ.6/10/15 ενώ δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος 1 ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι του χρέους του το οποίο καθόρισε στις 20.000Λ.Κ. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 αναφέρθηκε επίσης στην ενοικίαση του ακινήτου της από τον κατηγορούμενο 1 και στην εκδοθείσα απόφαση σε σχέση με τον κανόνα δικαστηρίου που αυτός περιελάμβανε. Μεγάλο μέρος της αντεξέταση αναλώθηκε στον τρόπο πληρωμής των ενοικίων αλλά και στο εξ' αποφάσεως χρέος και το υπόλοιπο τούτου. Συγκεκριμένα η ΜΚ2 ανέφερε ότι μετά την έκδοση της απόφασης κανένα ποσό δεν πληρώθηκε ενώ αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο απόδειξης κατάθεσης επ' ονόματι των παραπονούμενων με ημερ.05/7/2007 ποσού ύψους 1880ΛΚ. Η ΜΚ2 αντεξετάστηκε επίσης αναφορικά με την γνωριμία της με την κατηγορούμενη 2 και την ισχυριζόμενη επίσκεψη στο σπίτι της για να εντοπίσει τον κατηγορούμενο 1, επίσκεψη την οποία χρονικά τοποθέτησε πριν την καταχώρηση της αίτησης στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Αναφέρθηκε επίσης σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε τόσο με την κατηγορούμενη 2 όσο και με την αδελφή του κατηγορούμενου
  3. Αρνήθηκε δε την υποβολή ότι η κατηγορούμενη 2 δεν γνώριζε για την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1 η ΜΚ2 ανέφερε ότι αυτός εγκατέλειψε την Κύπρο πριν την έκδοση της απόφασης ενώ δεν ήταν παρών στο Δικαστήριο την ημέρα εκείνη. Με την παρούσα υπόθεση η ΜΚ2 ζητά τα ενοίκια που της οφείλονται. Αναφορικά με το υπόλοιπο η ΜΚ2 επέμεινε ότι αυτό ανέρχεται στις 20.000ΛΚ παρά το ότι η απόφαση ήταν για 10.000ΛΚ καθότι οφείλονται και κοινόχρηστα τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην απόφαση. Σε σχέση με την μεταβίβαση των ακινήτων η ΜΚ2 ανέφερε ότι γνωρίζει ότι το διαμέρισμα πρώτα μεταβιβάστηκε στον αδελφό του και μετά στην κατηγορούμενη 2 ενώ δεν γνωρίζει αν ο αδελφός του κατηγορούμενου 1 το απόκτησε δυνάμει αγοράς ενώ την άποψη της ότι η μεταβίβαση έγινε για να μην πληρώσει ενοίκια την στηρίζει στα όσα της είπε ο δικηγόρος της. Ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος έφυγε λόγω προβλημάτων υγείας στο εξωτερικό ενώ δεν γνώριζε επίσης εάν το ακίνητο στον Άγιο Νικόλαο Πάφου με αρ. Εγγρ. 9441 απαλλοτριώθηκε το 1995 από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η ΜΚ2 έδωσε εκτενέστερη μαρτυρία από τον ΜΚ1 κατά την οποία όμως η ΜΚ2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Το μεγαλύτερο μέρος της κυρίως εξέτασης της αναλώθηκε στα ποσά τα οποία της οφείλονται τα οποία η ίδια καθορίζει αλλού στις €20.000= και σε άλλο σημείο στις ΛΚ.20.000= χωρίς να δικαιολογεί πως προκύπτουν αυτά τα ποσά. Περαιτέρω επιμένει και ισχυρίζεται ότι ουδέν ποσό καταβλήθηκε έναντι της εν λόγω απόφαση ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζει απόδειξη κατάθεσης ποσού ύψους ΛΚ.1880= στον δικό της λογαριασμό από τον κατηγορούμενο 1 μετά την έκδοσης της επίδικης απόφασης (Τεκμήριο 6). Ουδεμία μαρτυρία δόθηκε από την ΜΚ2 όπως επίσης και από τον ΜΚ1 για το πραγματικό υπόλοιπο της εν λόγω απόφασης κατά την έκδοση της οποίας η ΜΚ2 επιμένει ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν απών ενώ στο ίδιο το έγγραφο της απόφαση Τεκμήριο 1, ο κατηγορούμενος 1 φαίνεται να ήταν παρών. Περαιτέρω και σε σχέση με την κατηγορούμενη 2 επιμένει ότι γνώριζε για τα οφειλόμενα ενοίκια χωρίς όμως να αναφέρει κατά πόσο η κατηγορούμενη γνώριζε για την ύπαρξη κάποιων οφειλών ή για την ύπαρξη έκδοσης απόφασης ενώ ταυτόχρονα ως τον χρόνο της επίσκεψης της στην οικία της κατηγορούμενης 2 θέτει χρόνο προγενέστερο της έκδοσης της απόφασης. Την δε πεποίθηση της ότι η κατηγορούμενη 2 γνώριζε για την ύπαρξη των διαφορών την βασίζει στο ότι η ίδια η κατηγορούμενη 2 της είπε ότι ο γιός της δεν της χρωστά τίποτα. Στην οικία δε της κατηγορούμενης 2 πήγε μόνη της, ενώ αλλού ισχυρίζεται ότι η ίδια δεν οδηγεί. Στις υποβολές ότι οι μεταβιβάσεις έγιναν με αντάλλαγμα και ιδιαίτερα το διαμέρισμα στον αδελφό του κατηγορούμενου 1 με πώληση η ΜΚ2 απαντά ότι δεν το γνωρίζει αν ο αδελφός του το αγόρασε αυτή γνωρίζει ότι πλέον ήταν στο όνομα του και η ίδια έμαθε από τον δικηγόρο της ότι αυτό το κατηγορούμενος 1 το έκανε για να μην πληρώσει τα ενοίκια ενώ άγνοια δήλωσε και για την υποβολή ότι η μετέπειτα μεταβίβαση του διαμερίσματος στην κατηγορούμενη 2 έγινε λόγω πώλησης. Η μαρτυρία της ΜΚ2 διακατέχεται από έντονες αντιφάσεις και ασάφειες οι οποίες είναι τέτοιες που δεν δικαιολογούνται μόνο από την μεγάλη πάροδο χρόνου. Η μαρτυρία της ΜΚ2 ενέχει αντιφάσεις σε τέτοιο βαθμό και γενικότητες που πλην των μη αμφισβητούμενων γεγονότων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία της αλήθειας και συνεπώς απορρίπτεται. Ως ΜΚ3 και τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά των παραπονούμενων κλήθηκε η κα. Μέλπω Παρμάτζια από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. Η ΜΚ3 εργάζεται στο τμήμα αυτό τα τελευταία 20 χρόνια με καθήκοντα στον κλάδο εγγραφής, στις μισθώσεις και στον αναδασμό. Η ΜΚ3 κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 έγγραφο το οποίο παρουσιάζει τα ακίνητα που ήταν εγγεγραμμένα απ' ονόματι του κατηγορούμενου 1 και μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι της κατηγορούμενης 2 δυνάμει δωρεάς. Αναγνώρισε το τεκμήριο 5 και δήλωσε ότι το διαμέρισμα στην Νεάπολη στις 17/8/2007 μεταβιβάστηκε δυνάμει δωρεάς με αρ. 3214/07 στον αδελφό του κατηγορούμενου
  4. Κατέθεσε ως Τεκμ. 8 πιστοποιητικό για το ακίνητο με αρ. Εγγραφής 9441 στην Πάφο το οποίο μεταβιβάστηκε με δωρεά 1560/07 στην κατηγορούμενη 2 από τον κατηγορούμενο
  5. Η ΜΚ3 αναφέρθηκε και στις αξίες των επίδικων ακινήτων ενώ παράλληλα κατέθεσε ως τεκμήριο 9 πιστοποιητικό έρευνας ότι σήμερα απ' ονόματι του κατηγορούμενου 1 δεν υπάρχει εγγεγραμμένη καμία ακίνητη περιουσία και ως τεκμήριο 10 έρευνα αναφορικά με τα ακίνητα του Τεκμηρίου
  6. Ως χρόνο μεταβίβασης όλων των ακινήτων προς την κατηγορούμενη 2 η ΜΚ3 ανέφερε την 10/8/
  7. Σε σχέση με το διαμέρισμα η ΜΚ3 ανέφερε ότι αυτό δηλώθηκε ως δωρεά δηλαδή χωρίς αντάλλαγμα ενώ δεν μπορεί να ξέρει αν υπήρχε όντως αντάλλαγμα και δεν δηλώθηκε όμως κατά την μεταβίβαση μεταξύ αδελφών ερωτούνται τα πρόσωπα αν υπήρξε αντάλλαγμα και δήλωσαν ότι είναι δωρεά χωρίς αντάλλαγμα και παρέπεμψε σε σχετική δήλωση που υπάρχει στην μεταβίβαση. Η ΜΚ3 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και κρίνω ότι η μαρτυρία της δόθηκε με γνώμονα τα όσα περιλαμβάνονται στα επίσημα αρχεία του Κτηματολογίου συνεπώς αυτή γίνεται αποδεκτή ως μάρτυρας της αλήθειας. Περαιτέρω η ΜΚ3 δεν μου δημιούργησε την εντύπωση ότι ήρθε ενώπιον μου για να καταθέσει οτιδήποτε άλλο πέραν της αλήθειας αναφέροντας με ειλικρίνεια ότι δεν γνωρίζει αν εδόθησαν ανταλλάγματα για τις μεταβιβάσεις των ακινήτων δυνάμει δωρεάς και δεν μπορεί να γνωρίζει κάτι τέτοιο. Ερχόμενος τώρα στον κατηγορούμενο 1, ο οποίος όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε γενικές γραμμές άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν αμέσως, με ευθύτητα, φυσικότητα και χωρίς δισταγμό. Εν πάση περιπτώσει δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του προσπάθεια από πλευράς του να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια, ούτε και έχει κρίνω κλονιστεί η αξιοπιστία του μέσα από την αντεξέταση του. Ο κατηγορούμενος 1 κατέθεσε για σκοπούς κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση, Έγγραφο Α, όπου και αναφέρεται στο ιστορικό της ενοικίασης αλλά και στις άδειες λειτουργίας του υποστατικού μέχρι το 2004 ως κέντρου αναψυχής. Περαιτέρω στην αλλαγή της νομοθεσίας του Νόμου Περί Κέντρων Αναψυχής του 2005 και στην ανάγκη υποβολής τροποποιημένων σχεδίων για την έκδοση άδειας λειτουργίας. Σύμφωνα με τον ίδιο οι παραπονούμενοι ως ιδιοκτήτες με τους οποίους μέχρι τότε δεν είχε καμία διαφορά αρνούντο να υποβάλουν τα αρχιτεκτονικά σχέδια και τις αιτήσεις τις απαραίτητες με αποτέλεσμα να καταχωρούνται εναντίον του ποινικές υποθέσεις για λειτουργία κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια. Ενόψει της άρνησης τους αυτής ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τον ίδιο σταμάτησε να καταβάλλει τα ενοίκια αφού κατάλαβε ότι οι παραπονούμενοι επιθυμούσαν να ενοικιάσουν σε άλλο το υποστατικό εφόσον και η αίτηση τους για αύξηση του ενοικίου απορρίφθηκε και το ενοίκιο καθορίστηκε στις ΛΚ.800= ως ήταν ήδη. Ακολούθησε η αίτηση για είσπραξη των ενοικίων και έξωση στην οποία εκδόθηκε απόφαση, Τεκμ. 1, η οποία περιλάμβανε και κανόνα Δικαστηρίου ότι οι παραπονούμενοι θα υπέγραφαν οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο για την έκδοση αδειών. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 1 αυτό ουδέποτε έγινε ενώ αυτός άρχισε να καταβάλλει τα ενοίκια ως η απόφαση, Τεκμ.
  8. Τον Οκτώβριο του 2007 ο ίδιος αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα υγείας με την λειτουργία της καρδίας του και μετέβηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου νοσηλεύτηκε σε διάφορα νοσοκομεία, κατέθεσε δε ως Τεκμήρια δέσμη ιατρικών πιστοποιητικών από τα νοσηλευτικά αυτά ιδρύματα - Τεκμ.
  9. Πληροφορήθηκε δε από το οικογενειακό του περιβάλλον ότι κατά την παραμονή του στο Ηνωμένο Βασίλειο οι παραπονούμενοι έλαβαν την κατοχή του υποστατικού. Αναφορικά με τις μεταβιβάσεις της περιουσίας του ο κατηγορούμενος 1 ισχυρίζεται ότι το διαμέρισμα αγοράστηκε από τον ίδιο με πωλητήριο έγγραφο Τεκ.17 και με δάνειο από την τότε Λαϊκή Τράπεζα το οποίο λόγω του προβλήματος υγείας δεν μπορούσε να αποπληρώσει έτσι ο αδελφός του προσφέρθηκε να το αγοράσει και προς τούτο σύνηψε ο ίδιος δάνειο με την Λαϊκή και εξόφλησε το δάνειο του κατηγορούμενου και ακολούθως του μεταβίβασε την κυριότητα. Κατέθεσε δε ως Τεκμήριο την δανειακή σύμβαση του αδελφού του και το έγγραφο υποθήκης του διαμερίσματος όπως επίσης και τις επιταγές που αντηλλάγησαν στην πράξη αυτή κατά το έτος
  10. Το 2011 ο αδελφός του δεν επιθυμούσε την διατήρηση του διαμερίσματος αυτού και η μητέρα του κατηγορούμενη 2 ξόφλησε το δάνειο του άλλου της γιού και της μεταβιβάστηκε η κυριότητα του ακινήτου. Σύμφωνα με τον ίδιο τον κατηγορούμενο 1 κατά τον χρόνο εκείνο της μεταβίβασης του ακινήτου στον αδελφό του καμία πρόθεση δεν είχε για την καταδολίευση των παραπονούμενων εφόσον ο λόγος μη πληρωμής των ενοικίων σύμφωνα με την απόφαση ήταν η μη τήρηση από πλευράς των ιδίων του κανόνα δικαστηρίου. Σε σχέση με τα άλλα ακίνητα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει ότι λόγω της μακράς του διαμονής στην Αγγλία προέβηκε σε συμφωνία με την μητέρα του να του αποστέλλει χρήματα και εις αντάλλαγμα θα της μεταβίβαζε τα κτήματα αυτά ενώ επίσης η μητέρα του θα έδιδε χρήματα στα ανήλικα τέκνα του που είχαν παραμείνει στην Κύπρο. Ανέφερε δε περαιτέρω την ανικανότητα του να συντηρήσει την οικία που ευρίσκεται σε ένα από αυτά τα κτήματα για την συντήρηση της οποίας η κατηγορούμενη 2 προέβηκε και σε έξοδα. Σύμφωνα με τον ίδιο η μεταβίβαση των ακινήτων στην μητέρα του έγινε με αντάλλαγμα την οικονομική βοήθεια που του παρείχε κατά το στάδιο της νοσηλείας τους στο Ηνωμένο Βασίλειο καλόπιστα και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης των παραπονούμενων. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος 1 αναφέρθηκε στα έξοδα ανακαίνισης που έκανε αναμένοντας υλοποίηση της δικαστικής απόφασης και της έκδοση των αδειών που ουδέποτε έλαβε χώρα, περαιτέρω αναφέρθηκε στις λεπτομέρειες των ισχυρισμών του για εξόφληση του δανείου του από τον αδελφό του και τα όσα έλαβαν χώρα μεταγενέστερα. Καθ' όλη την διάρκεια της αντεξέτασης του επέμεινε στις θέσεις του αναφορικά με τις άδειες λειτουργίας του υποστατικού αλλά και την πεποίθηση του ότι ουσιαστικά αποδεσμεύτηκε από τους όρους της απόφασης εφόσον οι παραπονούμενοι δεν τήρησαν τις δικές του υποχρεώσεις με βάση τον κανόνα Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου 1 διέπεται από συνοχή και κρίνω ότι αυτός δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις διατηρώντας ακλόνητες τις θέσεις και ισχυρισμούς του, ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αληθή. Η κατηγορούμενη 2 ως ανωτέρω ανέφερα προέβηκε στο ανώμοτη δήλωση η οποία και κατατέθηκε γραπτώς ως Τεκμήριο
  11. Η δήλωση της κατηγορούμενης 2 ενόψει του μεγέθους της δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθεί στην παρούσα απόφαση εφόσον αυτή έχει ήδη κατατεθεί εγγράφως στον φάκελο του Δικαστηρίου. Συνοπτικά η θέση της κατηγορούμενης 2 ήταν ότι δεν είχε καμία γνώση για τις δικαστικές και/ή άλλες διαφορές του γιού της με τους παραπονούμενους ενώ επιβεβαίωσε τα όσα ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε για την οικονομική βοήθεια που του προσέφερε με αντάλλαγμα την μεταβίβαση επ' ονόματι της, της περιουσίας του. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκε η κατηγορούμενη 2 λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Στην R. v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11, λέχθηκε στη σελ. 17 το εξής (σε ελεύθερη μετάφραση): «Αυτό που λέγεται σε μια κατάθεση, δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα, με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους, μπορεί όμως να κάμει τους ενόρκους να δουν τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως.» Παραπέμπω επίσης, στην Πολύβιος Σίφουνας κ.α. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91 όπου επαναδιατυπώθηκε ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου είναι μάλλον περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές, θεωρώ ότι μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στο μέρος της ανώμοτης δήλωσης της κατηγορούμενης 2 που αναφέρεται στην άγνοια της για τις διαφορές του κατηγορούμενου 1 γιού της με τους παραπονούμενους σε συνδυασμό και με το ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε για την γνώση αυτή ήταν όχι απλά ανεπαρκής αλλά και αναξιόπιστη. Πέραν τούτου, η κατηγορούμενη 2 στην ανώμοτη δήλωση της δίνει την δική της εξήγηση για τις μεταβιβάσεις της περιουσίας και τα χρήματα που αυτή έδωσε στον γιό της. Αυτά που αναφέρει θα πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα και των υπόλοιπων γεγονότων όπως έχουν προκύψει ενώπιον του Δικαστηρίου και από την λοιπή αποδεκτή μαρτυρία. Θεωρώ ότι εν όψει όλων των ανωτέρω, θα μπορούσα να κάνω αποδεκτή την ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης 2 και να την εντάξω στα πλαίσια των υπόλοιπων γεγονότων με τα οποία δεν συγκρούεται αλλά τείνει να τα συμπληρώσει. Ως πρώτη μάρτυρας υπεράσπισης (ΜΥ1) κατέθεσε η κα. Αφροδίτη Οσκή, αδελφή του 1ου κατηγορούμενου και κόρη της 2ης. Η ΜΥ1 δήλωσε άγνοια για τις οποιεσδήποτε διαφορές του κατηγορούμενου 1 με τους παραπονούμενους. Κατέθεσε έγγραφα ως Τεκμήρια που αποτελούν τραπεζιτικά στοιχεία λογαριασμών κοινών με την κατηγορούμενη 2και εξήγησε τις αναλήψεις που φαίνονται σε αυτά τα βιβλιάρια επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά τα όσα ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε στην μαρτυρία του για τα χρήματα που η μητέρα του, του απέστελλε κατά την νοσηλεία του στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σύμφωνα με την ΜΥ1 οι λογαριασμοί της μητέρας της είναι κοινοί με την ίδια καθότι λόγω της ηλικίας της μητέρας της θα έπρεπε να μπορεί η ίδια να μεταβαίνει για τις τραπεζιτικές της εργασίες. Αναφέρθηκε στην εξόφληση του δανείου του άλλου της αδελφού από την μητέρα της αλλά και στην μετέπειτα αγορά του διαμερίσματος. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ1 επέμεινε στις θέσεις της ενώ αρνήθηκε ότι τα χρήματα στους λογαριασμούς της μητέρας της άνηκαν στον κατηγορούμενο 1 ενώ περαιτέρω αρνήθηκε ότι επικοινώνησε μαζί της η παραπονούμενη 2 αναφορικά με τις διαφορές με τον αδελφό της. Η μαρτυρία της ΜΥ1 έκανε γενικά καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η όλη της μαρτυρία δόθηκε σε ένα κλίμα ηρεμίας, χωρίς εντάσεις από πλευράς της και χωρίς να υποπέσει σε οιεσδήποτε αντιφάσεις. Παρά την πολύ στενή συγγενική της σχέση με τους κατηγορούμενους δεν κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο με μοναδικό γνώμονα να τους προστατεύσει αλλά για να πει την αλήθεια και τα γεγονότα ως αυτή τα γνωρίζει. Τα γεγονότα δε που αναφέρει ταυτίζονται και με το περιεχόμενο των εγγράφων που κατέθεσε ως τεκμήρια. Ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΥ1 στην ολότητα της ως αληθή. Τελευταία μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε η κα. Χρύσω Αντόρκα (ΜΥ2), λειτουργός επιθεώρησης του ΚΟΤ. Η ΜΥ2 κατέθεσε με ευθύτητα, αμεσότητα και καταλήγω ειλικρίνεια τα όσα η ίδια γνωρίζει χωρίς να δώσει και το παραμικρό δείγμα αλλότριων κινήτρων. Αναφέρθηκε στο εστιατόριο που ο κατηγορούμενος 1 διατηρούσε και στην αλλαγή της νομοθεσίας που επέβαλλε την υποβολή αρχιτεκτονικών σχεδίων για την λήψη άδειας λειτουργίας. Σύμφωνα με την ΜΥ2 για το υπό αναφορά ακίνητο υποβλήθηκε αίτηση για λήψη άδειας οικοδομής και αλλαγής χρήσης από τον ιδιοκτήτη Γιαννάκη Γεωργίου τον Οκτώβριο του 2008 και τελικά αυτή εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2010. Την άδεια την κατέθεσε και ως Τεκμήριο. Περαιτέρω αναφέρθηκε στα δικαστικά μέτρα που ο οργανισμός της έλαβε εναντίον του κατηγορούμενου 1 ενώ δήλωσε ότι το επίδικο κέντρο αναψυχής είχε άδεια μέχρι το 2003. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ2 ανέφερε ότι υποβολή σχεδίων για λήψη άδειας από πολεοδομική αρχή γίνεται μόνο από ιδιοκτήτη και όχι από ενοικιαστή ενώ την άδεια αλλαγής χρήσης από κατάστημα σε κέντρο αναψυχής το επίδικο υποστατικό την έλαβε το 2008. Η μαρτυρία της ΜΥ1 ως έχω αναφέρει γίνεται αποδεκτή και περαιτέρω οφείλω να πω ότι αυτή εξετάστηκε και υπό το πρίσμα των όσων ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε από άποψη γεγονότων τα οποία και ουσιαστικά η ΜΥ2 επιβεβαίωσε. Νομική Πτυχή: Με βάση τα άρθρα 91Α
(1)και
(2)και 91Β
(2)ο εξ αποφάσεως οφειλέτης διαπράττει το αδίκημα εάν προβαίνει σε δωρεάν, μεταβίβαση ή επιβάρυνση περιουσιακού του στοιχείου προς όφελος τρίτου, με σκοπό την παρεμπόδιση ή την καθυστέρηση της ικανοποίησης των εξ αποφάσεως χρεών του. Μέσα από το άρθρο 91Α
(2)είναι προφανές ότι καθιερώνεται μαχητό τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο οι αναφερόμενες στο άρθρο 91Α
(1)ενέργειες, μεταξύ των οποίων και η δωρεά, μεταβίβαση ή επιβάρυνση περιουσιακών στοιχείων του εξ αποφάσεως οφειλέτη προς όφελος τρίτου, «τεκμαίρονται, μέχρις απόδειξης του αντιθέτου, ότι έγιναν με σκοπό την καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή, ανεξαρτήτως εάν έγιναν πριν ή μετά την καταχώρηση της αγωγής δυνάμει της οποίας εκδόθηκε απόφαση την εκτέλεση της οποίας επιδιώκει ο ειρημένος πιστωτής». Περαιτέρω διαπράττει το αδίκημα του άρθρου 91Β
(2)του Κεφ. 6 και ο οιοσδήποτε τρίτος ο οποίος «αποδέχεται δωρεά, πώληση, μεταβίβαση, παράδοση ή φύλαξη οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει ότι είναι οφειλέτης και ότι σκοπός των πιο πάνω ενεργειών του είναι η καταδολίευση των δανειστών του κατά την έννοια του άρθρου 91Α...». Από την διατύπωση των ίδιων των άρθρων και μόνο καθίσταται πασιφανές ότι τα επίδικα αδικήματα είναι αδικήματα που διαπράττονται με πρόθεση. Δεν αρκεί να εντοπιστεί και να διαπραχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) αλλά η πράξη αυτή να καλύπτεται και με την ανάλογη πρόθεση - ένοχη διανοία (mens rea). Στις περιπτώσεις αδικημάτων πρόθεσης ως τα υπό εξέταση, ότι απαιτείται να αποδειχθεί για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης τους είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Μέσα στην νομοθεσία κατ' εξαίρεση του κανόνα περί ανάγκης αυστηρής απόδειξης των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων υπάρχουν περιπτώσεις που προνοούνται Νομικά Τεκμήρια. Τα τεκμήρια αυτά δύναται να είναι μαχητά ή αμάχητα ανάλογα με την περίπτωση. Αμάχητο τεκμήριο αποτελεί αυτό το οποίο αφού αποδειχθεί ένα πρώτο γεγονός τεκμαίρεται και θεωρείται ότι υπάρχει και ένα δεύτερο χωρίς αμφιβολία. Από την άλλη όμως υπάρχουν και τα μαχητά τεκμήρια όπου δίδεται η δυνατότητα στην άλλη πλευρά, επί το προκειμένω, την πλευρά της υπεράσπισης, να παρουσιάσει μαρτυρία με σκοπό να ανατρέψει και/ή αντικρούσει το τεκμήριο αυτό. Είναι βέβαια αυτονόητο ότι η ύπαρξη ενός μαχητού τεκμηρίου δεν απαλλάσσει την κατηγορούσα αρχή από την ανάγκη απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όμως η ύπαρξη μαχητού τεκμηρίου μετατοπίζει το βάρος απόδειξης μιας αμφιβολίας για το τεκμήριο αυτό στους ώμους της υπεράσπισης. Τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι ως αυτά διατυπώνονται στην νομοθεσία προνοούν για την απόδειξη τους τα κάτωθι συστατικά στοιχεία: - μεταβίβαση και/ή με άλλο τρόπο αποξένωση περιουσίας - ύπαρξη εξ' αποφάσεως χρέους - ύπαρξη γνώσης και πρόθεσης Οφείλω να αναφέρω αρχικά ότι με βάση τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία κατατέθηκαν ενεργοποιείται το μαχητό τεκμήριο της ύπαρξης πρόθεσης αναφορικά με τις μεταβιβάσεις για την καταδολίευση των παραπονούμενων - εξ' αποφάσεως οφειλετών εναντίον του κατηγορούμενου
  1. Το κατά πόσο τώρα ο κατηγορούμενος 1 κατάφερε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων μέσα από την υπεράσπιση του να ανατρέψει αυτό το τεκμήριο θα εξεταστεί κάτωθι. Αντίθετη όμως είναι σε αυτό το στάδιο η κατάληξη μου σε σχέση με την κατηγορούμενη
  2. Μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία που έχει προκύψει απουσιάζει παντελώς αξιόπιστη και αποδεχτή μαρτυρία αναφορικά με την γνώση της κατηγορούμενης 2 τόσο για την ύπαρξη δικαστικής απόφασης όσο και για την ύπαρξη οιασδήποτε διαφοράς μεταξύ των παραπονούμενων και του γιού της κατηγορούμενου
  3. Η μοναδική μαρτυρία που παρουσιάστηκε για το ζήτημα αυτό δεν έχει γίνει αποδεκτή για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Ειδικότερα δε η μαρτυρία αυτή ήταν γενική, αόριστη χωρίς καμία σύνδεση με τον ουσιώδη χρόνο, ως εκ τούτου και ελλείψει αυτού του σημαντικού συστατικού στοιχείου, η κατάληξη μου για την κατηγορούμενη 2 δεν μπορεί να είναι άλλη από την απαλλαγή και αθώωση. Σημειώνω βέβαια, ότι και σε συσχετισμό με τις λεπτομέρειες του αδικήματος , ως αυτές περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο και σε σχέση με το διαμέρισμα που αναφέρεται σε αυτές, η κατηγορούμενη 2 δεν ήταν η άμεση και η 1η δικαιούχος αλλά ο αδελφός του κατηγορούμενου 1, γιός της κατηγορούμενης
  4. Ερχόμενη τώρα στον κατηγορούμενο
  5. Το κρίσιμο προς εξέταση ζήτημα είναι το κατά πόσο μέσα από την μαρτυρία του και τους μάρτυρες υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος 1 κατάφερε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων να ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο που ενεργοποιήθηκε εναντίον του. Μέσα από την μαρτυρία του κατηγορούμενου 1 κρίνω ότι η υπεράσπιση κατάφερε να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό και να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν για σκοπό άλλο από την καταδολίευση των παραπονούμενων. Καταρχήν τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος 1 σε σχέση με τις απαραίτητες άδειες του υποστατικού ταυτίζονται με την μαρτυρία της ΜΚ3 η οποία κατέθεσε προς τούτο και σχετικά έγγραφα ως τεκμήρια. Επιπλέον η όλη θέση του κατηγορούμενου με τον τρόπο που παρουσιάστηκε και βασιζόμενη σε έγγραφη μαρτυρία βρίσκει έρεισμα στην λογική λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη μου ότι οι παραπονούμενοι φαίνεται να μην τήρησαν τον κανόνα Δικαστηρίου που τους επέβαλλε κάποιες υποχρεώσεις. Περαιτέρω οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου 1 για τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε παρέμειναν αναντίλεκτα και στηρίζονται στα σχετικά τεκμήρια ενώ τα χρήματα που εισέπραξε από την μητέρα του αλλά και τον αδελφό του δεν αμφισβητήθηκε ότι δόθηκαν με σκοπό την νοσοκομειακή και/ή άλλη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος 1 κατάφερε μέσα από την μαρτυρία του τόσο την προφορική όσο και την έγγραφη αλλά και μέσα από την μαρτυρία των ΜΥ 1 και 2 να αποσείσει το βάρος απόδειξης που του αναλογεί και να πείσει περί του ότι οι μεταβιβάσεις της επίδικης περιουσίας έγιναν για άλλο σκοπό από την καταδολίευση των παραπονούμενων. Συνεκτιμώντας όλα όσα ανωτέρω ανέφερα και προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι όλες οι κατηγορίες εναντίον αμφότερων των κατηγορουμένων θα πρέπει να απορριφθούν και δια του παρόντος απορρίπτονται. Συνεπακόλουθα οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάσσονται και αθωώνονται σε όλες τις κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα της διαδικασίας όπως αυτά θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν από τον Πρωτοκολλητή επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων 1 και 2 και εναντίον των παραπονούμενων. (Υπ.) ............................................. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.