← Κύπρος

Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού ν. Ιάκωβου Θεμιστοκλέους, Αριθμός Υπόθεσης: 7130/16, 31/3/2016

Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού ν. Ιάκωβου Θεμιστοκλέους, Αριθμός Υπόθεσης: 7130/16, 31/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B60 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αριθμός Υπόθεσης: 7130/16 Μεταξύ:- Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού εναντίον Ιάκωβου Θεμιστοκλέους Κατηγορούμενος Αίτηση Παραπομπής Ημερομηνία: 31/03/2016 Εμφανίσεις:- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χατζηλοίζου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex - Tempore) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 4 κατηγορίες οι οποίες αφορούν αδικήματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού κατά παράβαση του Ν.91(Ι)/2014 και άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας κατά παράβαση του αρ. 151 του Κεφ.

  1. Η παθούσα σύμφωνα με το κατηγορητήριο είναι ανήλικη, ηλικίας 12 ετών. Ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε σε απευθείας δίκη στο Κακουργιοδικείο Λεμεσού το οποίο συνεδριάζει στη Λεμεσό στις 18/05/2016 και ώρα 09:
  2. Η κατηγορούσα αρχή ζήτησε όπως διαταχθεί η κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την έναρξη της δίκης του στο Κακουργιοδικείο, αίτημα που προσέκρουσε στην ένσταση του συνηγόρου του κατηγορούμενου. Προς υποστήριξη του αιτήματος της η κατηγορούσα αρχή επικαλέστηκε μόνο την πιθανότητα / κίνδυνο μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του ένεκα: Α) Της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζει (με έμφαση στην πρώτη κατηγορία). Β) Την πιθανότητα καταδίκης με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία και Γ) Το ύψος των προβλεπόμενων ποινών σε περίπτωση καταδίκης. Προς υποστήριξη τούτου, ο συνήγορος ανέφερε ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά όπως φαίνεται και από τις προβλεπόμενες στη σχετική Νομοθεσία ποινές και η πιθανότητα καταδίκης του είναι πολύ ψηλή δεδομένης της μαρτυρίας της παθούσας, η οποία είναι ανήλικη, της μαρτυρίας τρίτων προσώπων, του φιλικού και οικογενειακού περιβάλλοντος της παθούσας, στους οποίους η παθούσα εξιστόρησε το όλο συμβάν καθώς και των παραδοχών στις οποίες προέβη ο κατηγορούμενος κατά την ανάκριση του από την αστυνομία. Υποστήριξε περαιτέρω ο κ. Μανώλη ότι, σύμφωνα με τη Νομολογία, όσο σοβαρότερα είναι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος και μεγαλύτερη η πιθανότητα καταδίκης του, τόσο μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του να φυγοδικήσει. Στην περίπτωση του κατηγορούμενου, υποστήριξε ο συνήγορος, τέτοιος κίνδυνος είναι ακόμη μεγαλύτερος ενόψει της εναντίον του μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, ο συνήγορος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν τίθεται θέμα κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων εξ' ου και το αίτημα του περιορίζεται μόνο στον κίνδυνο φυγοδικίας. Τέλος, ο συνήγορος αιτήθηκε όπως, σε περίπτωση που το δικαστήριο αποφασίσει να απολύσει τον κατηγορούμενο με όρους, να εκδοθεί διάταγμα αποκλεισμού του κατηγορούμενου σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ.34 του Ν.91(Ι)/
  3. Ο συνήγορος παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική Νομολογία προς υποστήριξη του αιτήματος του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου στη δική του αγόρευση προς υποστήριξη της ένστασης του, επικαλούμενος τη γενική αρχή ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου ως επίσης και του γενικού κανόνα που φέρει τον κάθε κατηγορούμενο να δικαιούται να μένει ελεύθερος εκτός εάν συντρέχουν οι εξαιρέσεις της Νομολογίας, στήριξε τη θέση του στα εξής: Ο κατηγορούμενος έχει δεσμούς με την Κύπρο, είναι 73 χρονών, έγγαμος οικογενειάρχης με παιδιά. Πάσχει δε από καρδιοπάθεια και παρακολουθείται από ιατρό ενώ πριν από δύο χρόνια υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο. Σήμερα, ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τον συνήγορο του πάσχει και από κατάθλιψη ενώ όπως αναφέρθηκε και από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, πάσχει από κλειστοφοβία η οποία όμως δεν είναι τέτοια που να χρήζει νοσηλείας. Εισηγήθηκε τέλος, ο κ. Χατζηλοίζου, όπως ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος με τους εξής όρους: Α) Να καταβάλει προσωπική εγγύηση και με αξιόχρεο εγγυητή ύψους €100.
  4. Β) Να υπογράφει καθημερινά στον πλησιέστερο του αστυνομικό σταθμό του Αγ. Ιωάννη. Γ) Να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα στην Αστυνομία Τέλος ο συνήγορος δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος αποδέχεται την έκδοση του διατάγματος αποκλεισμού του ως το αίτημα της κατηγορούσας αρχής. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις, το πλήρες κείμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στο πρακτικό του Δικαστηρίου. Η Νομολογία που διέπει την κράτηση ενός κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη του είναι καλά γνωστή και δεν θεωρώ σκόπιμο να την επαναλάβω. Πολύ πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Καλλής Αντωνίου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 319/2015, 21/12/2015) ανέφερε τα εξής: «Το πρώτιστο στοιχείο και ταυτοχρόνως το υπέρτερο, είναι η προστασία του ανθρωπίνου δικαιώματος της ελευθερίας οποιουδήποτε κατηγορουμένου, αρχή η οποία κάμπτεται εφόσον οποιοιδήποτε, ενδεχομένως τεθέντες όροι δεν θα είναι αρκετοί, ούτε θα συμβάλουν ώστε ένας κατηγορούμενος να αποφύγει να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου. Η απόλυση του υποδίκου με εγγύηση αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας του Άρθρου 12.4 του Συντάγματος. Δικαιολογείται εφόσον το συμφέρον της δικαιοσύνης, συναρτώμενο με τα περιστατικά της υπόθεσης το επιβάλλουν. (Βλ. Ψύλλας ν. Δημοκρατίας (Αρ. 3)

(2002)2 Α.Α.Δ. 388). Όπως, με επάρκεια παρατίθεται, η νομολογία που αφορά κράτηση, στην πρωτόδικη απόφαση, το ενδεχόμενο κράτησης εξετάζεται με αναφορά σε τρεις παραμέτρους ήτοι, (α) τον κίνδυνο μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του, (β) την πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος σε περίπτωση απόλυσης ενός κατηγορουμένου και (γ) την πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Οι πιο πάνω παράγοντες εξετάζονται ξεχωριστά και ο σεβασμός της προσωπικής ελευθερίας υποχωρεί μόνο μπροστά στο δημόσιο συμφέρον. Η Κατηγορούσα Αρχή πρωτοδίκως επικαλέστηκε την πιθανότητα μη προσέλευσης του εφεσείοντα κατά την επικείμενη δικάσιμο. Τούτο το ενδεχόμενο εξετάζεται στη βάση: (α) Της σοβαρότητας του αδικήματος. . (β) Της πιθανότητας καταδίκης στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων. Στο σημείο αυτό υπήρξε διαφωνία του συνηγόρου του εφεσείοντα, ο οποίος υποστήριξε ότι ο πρωτόδικος δικαστής αναφέρθηκε σε πιθανότητα καταδίκης, ενώ, ταυτοχρόνως, προσδιόρισε ότι υπάρχει και προσδοκία αθώωσης. Η μαρτυρία, υποστήριξε ο κ. Πολυχρόνης, είναι πολύ αδύνατη και η πιθανότητα καταδίκης μειωμένη. Από την άλλη πλευρά η ευπαίδευτη συνήγορος της Δημοκρατίας υποστήριξε την πρωτόδικη απόφαση επί του προκειμένου, και έκαμε αναφορά στα έγγραφα, που χαρακτηρίστηκαν πρωτοδίκως ως ″Α″, και αποτελούν τη δέσμη του συνόλου του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου. Το πρωτόδικο δικαστήριο, είπε, έκαμε αναφορά σε συγκεκριμένους μάρτυρες και την αντιστοιχία σε «κυανούν», το οποίο καταδεικνύει τη μαρτυρία που έλαβε υπόψη του. Η νομολογία στην οποία αναφέρθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο είναι αρκετή για να προσδιορίσει τον τρόπο αντίκρισης του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του, και τη δυνατότητα σύνδεσης του με τον κατηγορούμενο. Πλην, όμως, πρέπει να σημειώσουμε ότι η απλή αναφορά σε ονόματα μαρτύρων, χωρίς την αναφορά στο σημείο επί του οποίου το πρωτόδικο δικαστήριο εστιάζει την προσοχή του για να καταδείξει την πιθανότητα καταδίκης, δεν είναι αρκετή. Θα πρέπει σε συντομία και με αναφορά στο εύρος και το είδος της μαρτυρίας, να καταφαίνεται πού εστίασε την προσοχή του το πρωτόδικο δικαστήριο. Βεβαίως, στην υπό κρίση περίπτωση, το μαρτυρικό υλικό στο οποίο αναφέρθηκε το δικαστήριο είναι πολύ περιορισμένο και εύλογα καταδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο το αντιμετώπισε. Είχε ως επίκεντρο τη δήλωση του θύματος που έκαμε σε τρία διαφορετικά άτομα ότι «τον έπαιξε ο Καλλής Αντωνίου». Υπό τις συνθήκες αυτές ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε με βάση το μαρτυρικό υλικό ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης. (γ) Της ποινής που ενδεχομένως θα επιβληθεί στον εφεσείοντα. Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν κάμνει αναφορά, και επίσης δεν γίνεται οποιαδήποτε επίκληση της (δ) προϋπόθεσης, η οποία έχει σχέση με την προηγούμενη προσέλευση ή μη του εφεσείοντα. Στο σημείο αυτό σημειώνουμε ότι ο συνήγορος του εφεσείοντα είχε αναφέρει στο πρωτόδικο δικαστήριο και εντοπίστηκε στα πρακτικά της διαδικασίας, ότι ο εφεσείων είχε οικειοθελώς προσέλθει στον αστυνομικό σταθμό όταν πληροφορήθηκε ότι υπήρχε αυτή η υπόθεση εναντίον του. Το στοιχείο αυτό δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, συνεπώς θεωρούμε ότι έγινε αποδεκτό. Όπως, όμως, σημειώσαμε πιο πάνω, αυτό το στοιχείο δεν επισημαίνεται καθόλου από το πρωτόδικο δικαστήριο και ούτε σχολιάζεται έτσι ώστε να συνεκτιμηθεί με τα άλλα στοιχεία τα οποία τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου. ... Το πρώτιστο στοιχείο και το επίκεντρο όλων των θεμάτων που τίθενται είναι, κατά πόσο, συνεκτιμώντας όλα τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, η πιθανότητα μη προσέλευσης του εφεσείοντα στη δίκη του έχει τεκμηριωθεί.» Έχω διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό με βάση το οποίο έχει παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές αναφέρω τα εξής. Κρίνω ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι δεδομένη και αυτό ενόψει και των προβλεπόμενων από το Νόμο ποινών. Οι κατηγορίες της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού και άσεμνης επίθεσης επιφέρουν πολυετή ποινή φυλάκισης σε περίπτωση καταδίκης. Άλλωστε, ούτε ο συνήγορος του κατηγορουμένου αμφισβήτησε τη σοβαρή φύση των αδικημάτων που ο τελευταίος αντιμετωπίζει. Από το μαρτυρικό υλικό κρίνω επίσης ότι υπάρχει πιθανότητα και μόνο, καταδίκης του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που θα αντιμετωπίσει, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση. Σημειώνω την ύπαρξη μαρτυρίας από την ίδια την παθούσα καθώς και των προσώπων του φιλικού και οικογενειακού περιβάλλοντος της στους οποίους κατήγγειλε και εξιστόρησε πρώτα το συμβάν. Υπενθυμίζω ότι η μαρτυρία στο στάδιο που το Δικαστήριο εξετάζει αίτημα αυτής της φύσης δεν εξετάζεται αναλυτικά αλλά μόνο κατά πόσο παρέχει ενδεικτικά εκείνο το υπόβαθρο που παραπέμπει σε ενδεχόμενο καταδίκης. (Νικολάου
(2008)2 Α.Α.Δ. 790, Κουννάς
(2007)2 Α.Α.Δ. 423, Ευριπίδου )
(2007)2 Α.Α.Δ.
  1. Σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος είναι 73 ετών, μόνιμα εγκατεστημένος στην Κύπρο με οικογένεια και παιδιά. Αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και δη καρδιολογικά ενώ έχει υποστεί και εγκεφαλικό επεισόδιο προ 2 ετών. Σημειώνω επίσης το γεγονός ότι πάσχει από κλειστοφοβία αν και η έκταση της δεν είναι τέτοια που να χρήζει νοσηλείας. Τέλος σημειώνω το γεγονός ότι σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε η μέχρι σήμερα συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές. Αντλώντας καθοδήγηση από την Καλλής Αντωνίου ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη τόσο των εισηγήσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον κατηγορούμενο αναφορικά με όρους που δύναται να του επιβληθούν σε περίπτωση απόλυσης του ως επίσης και την αποδοχή του στην έκδοση σχετικού διατάγματος αποκλεισμού κρίνω ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος μέχρι τη δίκη του στις 18/5/16 0900 υπό όρους και εκδίδω ανάλογη διαταγή ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος να αφεθεί ελεύθερος υπό τους κάτωθι όρους για να εμφανιστεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λεμεσό στις 18 Μαίου 2016 και ώρα 0900: (α) Να υπογράψει εγγύηση ύψους €100.000 με έναν αξιόχρεο εγγυητή. (β) Να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα. (γ) Να τεθεί το όνομα του στον κατάλογο των προσώπων, των οποίων η έξοδος από την Κύπρο απαγορεύεται και (δ) Να παρουσιάζεται καθημερινά στον αστυνομικό σταθμό Αγ. Ιωάννη στη Λεμεσό μεταξύ των ωρών 1000-
  2. Επιπρόσθετα των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα σύμφωνα με το αρ. 34.
(1)του Ν.91(Ι)/14 με το οποίο απαγορεύεται στον κατηγορούμενο από του να πλησιάζει σε απόσταση 30 μέτρων από το θύμα Μαρία Μαρίνα Καρμιώτη εκ Λεμεσού ή να εισέρχεται ή να παραμένει στην κατοικία ή το χώρο διαμονής της Μαρίας Μαρίνας Καρμιώτη ή σε χώρους όπου συχνάζουν παιδιά μέχρι τις 19/5/16. Το εν λόγω διάταγμα ορίζεται στις 18/5/16 και η ώρα 0900 για να εξεταστεί το ενδεχόμενο παράτασης ή διαφοροποίησης του συμφώνως των προνοιών του αρ. 34
(2)του Ν. 91(Ι)/14. (Υπ). ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.