Δημοκρατία ν. Άδωνη Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 23390/15, 4/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2016:9 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23390/15 Δημοκρατία ν. Άδωνη Νικολάου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 4.3.2016 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ο. Σοφοκλέους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Κατηγορούμενο: κ. Στ. Βασιλακκάς Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τα πιο κάτω αδικήματα:
(1)Κατοχή 157 αρχείων με υλικό παιδικής πορνογραφίας με παιδιά κάτω των 13 ετών
(2)Απόκτηση ή κατοχή 1.949 αρχείων, σε ηλεκτρονική μορφή που απεικονίζουν υπαρκτά παιδιά να επιδίδονται σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα
(3)Κατοχή 561 αρχείων με υλικό παιδικής πορνογραφίας με παιδιά άνω των 13 ετών
(4)Αποστολή μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή φωτογραφιών παιδιού κάτω των 13 ετών
(5)Μετάδοση υλικού παιδικής πορνογραφίας μέσω του διαδικτύου
(6)Μετάδοση υλικού παιδικής πορνογραφίας μέσω του διαδικτύου Όλα τα αδικήματα εδράζονται στον περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμο του 2014. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε να απαντήσει στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει αυτός δήλωσε αδυναμία να το πράξει. Ήταν η θέση του, την οποία προώθησε μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι δεν είχε στην κατοχή του τα επίδικα αρχεία και ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση να απαντήσει στις κατηγορίες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε από το Δικαστήριο διάταγμα με το οποίο να υποχρεώνεται η Αστυνομία να του παραδώσει αντίγραφα των πιο πάνω αρχείων. Προς υποστήριξη του πιο πάνω αιτήματος του ανέφερε μεταξύ άλλων ότι αυτή ήταν η πρακτική που ακολουθείτο από την Αστυνομία σε άλλες περιπτώσεις. Στο παρελθόν εδίδονταν αντίγραφα του αρχείου με το πορνογραφικό υλικό στο συνήγορο υπεράσπισης και αυτός υπέγραφε ένα έγγραφο με το οποίο δεσμευόταν ότι δεν θα χρησιμοποιούσε το εν λόγω υλικό για οποιοδήποτε παράνομο σκοπό. Δεσμευόταν επίσης ότι δεν θα αναπαρήγαγε το υλικό αυτό και ότι είχε υποχρέωση να το επιστρέψει στην Αστυνομία με το πέρας της δίκης. Ήταν η θέση του ότι για σκοπούς δίκαιης δίκης θα έπρεπε να παραδοθούν τα πιο πάνω αρχεία τα οποία περιλαμβάνουν άνω των 2.800 φωτογραφιών. Θα ήταν «παράλογο», ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά από τον κ. Βασιλακκά να αναμένεται από αυτόν να γνωρίζει από «μνήμης» τέτοιο μεγάλο όγκο φωτογραφιών. Η ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αναγνώρισε ότι σε άλλες περιπτώσεις είχε δοθεί αντίγραφο του πορνογραφικού υλικού· ανέφερε όμως ότι δεν ακολουθείται πλέον η πιο πάνω πρακτική. Η πρακτική έχει αλλάξει κατόπιν οδηγιών της Νομικής Υπηρεσίας. Η πρακτική που ακολουθείται σήμερα είναι να παρέχεται η κάθε δυνατή βοήθεια και ή διευκόλυνση στους δικηγόρους υπεράσπισης για να επιθεωρήσουν το συγκεκριμένο υλικό στα γραφεία της ΥΠΕΓΕ. Η κα Σοφοκλέους ανέφερε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω τα οποία θεωρούμε σκόπιμο όπως καταγράψουμε αυτούσια: «. θα μπορούν να παρασχεθούν σε δικηγόρους υπεράσπισης οποιαδήποτε βοήθεια τυχόν χρειαστεί και εάν υπάρχει πρόβλημα για την ώρα ή για το οτιδήποτε, εκεί θα μπορούσα να παρέμβω σε προσωπικό επίπεδο για να βοηθήσω την υπεράσπιση, στο χρόνο που είναι κατάλληλος για την Υπεράσπιση και όχι σε χρόνο που είναι κατάλληλος για την αστυνομία να παν να κάνουν τη δουλειά τους, διότι είναι και σε εμάς ως Κατηγορούσα Αρχή είναι και εμάς η έγνοια μας το δικαίωμα του κατηγορουμένου για να προετοιμάσει την υπεράσπιση του». Προς υποστήριξη της ένστασής της ανέφερε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει ανισότητα των όπλων καθότι ούτε αυτή έχει στην κατοχή της το πιο πάνω μαρτυρικό υλικό και ότι θα αναγκαστεί και η ίδια να το επιθεωρήσει, επιτόπου, στους υπολογιστές της ΥΠΕΓΕ. Τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι τυχόν κυκλοφορία των εν λόγω αρχείων θα παραβίαζε τα δικαιώματα των εικονιζομένων παιδιών και συγκεκριμένα το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής. Τα εικονιζόμενα παιδιά ήταν ανήλικα, φωτογραφήθηκαν χωρίς τη συγκατάθεσή τους και δεν ήταν καν σε θέση να δώσουν συγκατάθεση. Η αρχή της ισότητας των όπλων είναι ενσωματωμένη στην ευρύτερη έννοια της δίκαιης δίκης που διασφαλίζεται από το άρθρο 6.3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και το άρθρο 12.5 του Συντάγματος. Η πιο πάνω αρχή προϋποθέτει επαρκείς διαδικαστικές διασφαλίσεις, προσαρμοσμένες στη φύση της υπόθεσης ώστε οι διάδικοι να μη βρίσκονται σε κανένα στάδιο σε μειονεκτική θέση. Περιλαμβάνει μεταξύ άλλων το δικαίωμα του κατηγορουμένου να λάβει γνώση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που έχει στη διάθεσή της η κατηγορούσα αρχή. Το δικαίωμα αυτό διασφαλίζεται και ρητώς με νομοθετική πρόνοια και συγκεκριμένα με το άρθρο 7
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ. 155, ως έχει πρόσφατα τροποποιηθεί, που προβλέπει τα πιο κάτω: «7.
(2)Όταν κλήση ή ένταλμα που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 44 του παρόντος Νόμου επιδοθεί στον κατηγορούμενο, αυτός δικαιούται με γραπτό αίτημά του προς την κατηγορούσα αρχή να έχει δωρεάν πρόσβαση στις καταθέσεις και τα έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα, προκειμένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και η προετοιμασία της υπεράσπισης του κατηγορουμένου: Νοείται ότι, εφόσον, περιέλθει στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής νέο υλικό, το οποίο αυτή προτίθεται να χρησιμοποιήσει στη διαδικασία, παραχωρείται στον κατηγορούμενο περαιτέρω πρόσβαση στο υλικό αυτό.» Στο ίδιο άρθρο, παράγραφος 3, γίνεται ρητή αναφορά στο δικαίωμα του κατηγορουμένου να λάβει αντίγραφο του μαρτυρικού υλικού. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «7.
(3)Σε περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος αιτείται γραπτώς την παροχή αντιγράφων τέτοιου υλικού, καταβάλλεται το τέλος, το οποίο καθορίζεται εκάστοτε από τον Αρχηγό Αστυνομίας, με την έγκριση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.» Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να έχει πρόσβαση στο μαρτυρικό υλικό δεν είναι απόλυτο. Σε ορισμένες περιπτώσεις το δικαίωμα αυτό δύναται να περιορισθεί για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος όπως είναι η εθνική ασφάλεια ή η προστασία κάποιων προσώπων, για παράδειγμα η προστασία μαρτύρων από τυχόν αντίποινα ή η διαφύλαξη της μεθόδου εργασίας αυτών. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Rowe v United Kingdom[1] όπου λέχθηκαν, στην παράγραφο 60, τα πιο κάτω: «. fundamental aspect of the right to a fair trial that criminal proceedings, including the elements of such proceedings which relate to procedure, should be adversarial and that there should be equality of arms between the prosecution and defence. The right to an adversarial trial means, in a criminal case, that both prosecution and defence must be given the opportunity to have knowledge of and comment on the observations filed and the evidence adduced by the other party. In addition Article 6
(1)requires, as indeed does English law, that the prosecution authorities should disclose to the defence all material evidence in their possession for or against the accused. .............................. However, as the applicants recognized, the entitlement to disclosure of relevant evidence is not an absolute right. In any criminal proceedings there may be competing interests, such as national security or the need to protect witnesses at risk of reprisals or keep secret police methods of investigation of crime, which must be weighed against the rights of the accused. In some cases it may be necessary to withhold certain evidence from the defence so as to preserve the fundamental rights of another individual or to safeguard an important public interest. However, only such measures restricting the rights of the defence which are strictly necessary are permissible under article 6
(1). Moreover, in order to ensure that the accused receives a fair trial, any difficulties caused to the defence by a limitation on its rights must be sufficiently counterbalanced by the procedures followed by the judicial authorities.» Η εξαίρεση αυτή από το γενικό κανόνα προβλέπεται ρητά από τον περί Ποινικής Δικονομίας ΚΕΦ. 155 και συγκεκριμένα από το άρθρο 7
(4). Παραθέτουμε την πιο πάνω πρόνοια αυτούσια: «7.
(4)Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου
(2), εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε τμήμα των καταθέσεων και των εγγράφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αν αυτή ενδέχεται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου, ή στην περίπτωση που τέτοια άρνηση θεωρείται απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, ή που η πρόσβαση ενδέχεται να διακυβεύσει τη διεξαγωγή έρευνας ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια της Δημοκρατίας.» Ως αναφέρουμε και πιο πάνω ο λόγος που η κατηγορούσα αρχή φέρει ένσταση στην παράδοση των αρχείων είναι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των εικονιζομένων, που σύμφωνα με τη θέση της πρόκειται για παιδιά. Η παιδική πορνογραφία έχει προσλάβει τα τελευταία χρόνια ανησυχητικές διαστάσεις. Η έξαρση που παρατηρήθηκε οδήγησε το νομοθέτη στη θέσπιση ειδικού νόμου επί του θέματος. Πρόκειται για το νόμο περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας Θυμάτων Νόμο του 2007 που στη συνέχεια καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμο του
- Υπενθυμίζουμε ότι οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος εδράζονται στον πιο πάνω νόμο. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω νόμου και συγκεκριμένα του άρθρου 8, όποιος κατέχει πορνογραφικό υλικό ή αποκτά πρόσβαση σε τέτοιο υλικό μέσω της τεχνολογίας της πληροφορικής και των επικοινωνιών ή διανέμει, διαδίδει ή μεταδίδει υλικό παιδικής πορνογραφίας είναι ένοχος κακουργήματος. Εν ολίγοις, η κατοχή πορνογραφικού υλικού από μόνη της αποτελεί κακούργημα. Ο πιο πάνω νόμος θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης της εθνικής νομοθεσίας με την απόφαση Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης 15.3.01, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες (2001/220/ΔΕΥ) και την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2011/93 για την Καταπολέμηση της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας και για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής των διαφόρων Συμβάσεων που αφορούν την προστασία του παιδιού. Στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 2011/93, ανωτέρω, ρητά αναφέρεται ότι η σεξουαλική εκμετάλλευση των παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της πορνογραφίας, αποτελεί σοβαρή παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του παιδιού και ιδιαίτερα του δικαιώματος του να τύχει προστασίας και φροντίδας που είναι απαραίτητο για την ευημερία αυτού, όπως καθορίζεται από τη Συνθήκη των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, του 1989 και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Παιδιού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην εν λόγω οδηγία τονίζεται επίσης ότι η προστασία και η διασφάλιση των δικαιωμάτων των παιδιών είναι πρωταρχικής σημασίας. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «
- In accordance with Article 6
(1)of the Treaty on European Union, the Union recognises the rights, freedoms and principles set out in the Charter of Fundamental Rights of the European Union, in which Article 24
(2)provides that in all actions relating to children, whether taken by public authorities or private institutions, the child΄s best interests must be a primary consideration. Moreover, the Stockholm Programme - An Open and Secure Europe Serving and Protecting Citizens[2] gives a clear priority to combating the sexual abuse and sexual exploitation of children and child pornography.» Παρόμοια πρόνοια περιλαμβάνεται και στη Συνθήκη των Ηνωμένων Εθνών για την Προστασία των Παιδιών, του 1989. Στο άρθρο 3 της Συνθήκης ρητά αναφέρεται ότι οι διάφοροι κρατικοί φορείς, νομοθέτες και τα Δικαστήρια, όταν επιλαμβάνονται θέματα που αφορούν παιδιά θα πρέπει να ενεργούν έχοντας ως γνώμονα ότι εκείνο που προέχει είναι τα συμφέροντα των παιδιών[3]. Στο άρθρο 16 της πιο πάνω Συνθήκης γίνεται πρόνοια για την προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του παιδιού και της αλληλογραφίας του. Παραθέτουμε το σχετικό άρθρο αυτούσιο: «1. No child shall be subjected to arbitrary or unlawful interference with his or her privacy, family, or correspondence, nor to unlawful attacks oh his or her honour and reputation. 2. The child has the right to the protection of the law against such interference or attacks.» Το Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση καλείται στην ουσία να σταθμίσει μεταξύ δύο θεμελιωδών δικαιωμάτων, του δικαιώματος του κατηγορουμένου να λάβει γνώση του μαρτυρικού υλικού για να προετοιμάσει την υπεράσπιση του και των δικαιωμάτων των εικονιζομένων παιδιών που σύμφωνα με τη θέση της κατηγορούσας αρχής απεικονίζονται στα εν λόγω αρχεία. Το θέμα που εγείρεται είναι πρωτότυπο, δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσουμε επί του θέματος οποιαδήποτε Κυπριακή απόφαση ή απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΕΔΔΑ) και ως εκ τούτου προσπαθήσαμε να αντλήσουμε κάποια καθοδήγηση από τη διαδικασία που ακολουθείται σε άλλες χώρες όπου εφαρμόζεται το κοινοδίκαιο και ισχύουν οι ίδιες αρχές σε σχέση με τη διασφάλιση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να λάβει γνώση του μαρτυρικού υλικού και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του πολίτη, στη συγκεκριμένη περίπτωση του παιδιού. Στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει θεσπισθεί νομοθεσία που να ρυθμίζει ειδικά το δικαίωμα της υπεράσπισης να έχει πρόσβαση σε πορνογραφικό υλικό, υπάρχουν όμως κατευθυντήριες γραμμές που ρυθμίζουν το θέμα. Το Crown Prosecution Service έχει εκδώσει τις πιο κάτω κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες δεν είναι βέβαια δεσμευτικές για το παρόν Δικαστήριο· ρίχνουν φως όμως σε σχέση με τον τρόπο που αντιμετωπίζονται τέτοιας φύσης αιτήματα σε άλλες δικαιοδοσίες: «If the defendant΄s solicitor or counsel or expert (for any reason) wishes to view the indecent photographs/pseudo-photographs or examine the defendant΄s hard drive, the prosecution should provide the defence with suitable access to the relevant material. Such access must enable the defendant to have private and confidential discussions with his legal advisers, unsupervised and unobserved by police officers or representatives of the CPS. Whenever possible, such access should take place either on police premises, or at the offices of either the defendant΄s solicitors or the offices of the defence or prosecution expert. The accused should, of course, only be permitted access whilst in the company of their legal representative. Prosecutors should remember that defence solicitors have a duty to defend their clients properly, whilst law enforcement agencies have a duty to ensure that they do not unnecessarily create more indecent images of children or compromise sensitive confidential material[4].» Στην απόφαση R v R, στην οποία μας παρέπεμψε η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, το πρωτόδικο δικαστήριο διέταξε την παράδοση αντιγράφου του πορνογραφικού υλικού που αποτελούσε το αντικείμενο της δίκης. Η κατηγορούσα αρχή εφεσίβαλε το πιο πάνω διάταγμα. Το Εφετείο αφού έλαβε υπόψη ότι δεν είχαν προσφερθεί στην υπεράσπιση άλλοι υπαλλακτικοί μέθοδοι για να διασφαλισθεί ότι ο κατηγορούμενος και οι νομικοί του εκπρόσωποι θα ελάμβαναν γνώση του μαρτυρικού υλικού επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Στη σελίδα 973 της απόφασης[5] του Αγγλικού Εφετείου αναφέρονται σχετικά τα πιο κάτω: «In the absence of any proposals made by the Crown about alternative methods of ensuring that the defendant and his legal advisors were provided with a proper opportunity for a confidential and informed discussion about the images, when such a discussion was integral to the process of a fair trial, we can find no basis for concluding that the order was inappropriate, let alone unreasonable to such a degree that interference with it by this court would be justified.» Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφοροποιούνται όμως από την απόφαση R v R (ανωτέρω), καθότι η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, κα Όλγα Σοφοκλέους και προηγουμένως η Αστυνομία πληροφόρησαν την υπεράσπιση ότι θα μπορούσε να έχει πρόσβαση στο εν λόγω αρχείο. Το θέμα αυτό, ήτοι κατά πόσο είναι θεμιτό να παραδίδεται το πορνογραφικό υλικό στον κατηγορούμενο και στους δικηγόρους του, απασχόλησε σε μεγάλη έκταση και τα Αμερικανικά Δικαστήρια και το Αμερικανικό Κογκρέσο όπου το θέμα της κατοχής παιδικού πορνογραφικού υλικού και της κυκλοφορίας του, μέσω διαδικτύου, έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Πριν τη θέσπιση του Adam Walsh Child Protection and Safety Act of 2006, 42 USC §§ 16901 - 16991, τα πλείστα δικαστήρια των Ηνωμένων Πολιτειών, αναγνωρίζοντας την πιθανή βλάβη που θα μπορούσε να προκύψει από τη διανομή πορνογραφικού υλικού, επέτρεπαν στην υπεράσπιση να έχει πρόσβαση στο πορνογραφικό υλικό, απαγόρευαν όμως την παράδοση αντιγράφου αυτού[6]. Η απόρριψη τέτοιου αιτήματος στηριζόταν στις πιο κάτω αρχές: (
- i)το πορνογραφικό υλικό αποτελεί από μόνο του παράνομο υλικό (
- ii)το πορνογραφικό υλικό αποτελεί ένα μόνιμο αρχείο της κακοποίησης του παιδιού και η συνέχιση της κυκλοφορίας του από μόνη της προκαλεί βλάβη στο εικονιζόμενο παιδί. Στην απόφαση Ashcroft v Free Speech Coal[7], Αμερικανικό Δικαστήριο παραλλήλισε την κυκλοφορία του πορνογραφικού υλικού με την επαναδημοσίευση κάποιου δυσφημιστικού υλικού. Κάθε νέα ενέργεια, σύμφωνα με το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης, θα αποτελούσε νέα βλάβη στη φήμη του παιδιού και στο ψυχικό του κόσμο. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω από την σελίδα 249 της απόφασης: «. a permanent record of a child's abuse [whose] continued circulation itself would harm the child who had participated. Like a defamatory statement, each new publication . would cause new injury to the child's reputation and emotional well being.» Ο Νόμος που θεσπίστηκε το 2006, Adam Walsh Child Protection and Safety Act στηρίχθηκε στις πιο πάνω αρχές. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά από το Κογκρέσο «. it is imperative to prohibit the reproduction of child pornography in criminal cases so as to avoid repeated violation and abuse of victims, so long as the government makes reasonable accommodations for the inspection, viewing, and examination of such material . Congress also found that "every instance of viewing images of child pornography represents a renewed violation of the privacy of victims and a repetition of their abuse". Accordingly, "child pornography constitutes prima facie contraband, and as such should not be distributed to, or copied by, child pornography defendants or their attorneys[8]."». Το Κεφάλαιο 3509(
- m)του πιο πάνω Νόμου απαγορεύει την αναπαραγωγή πορνογραφικού υλικού. Ο Νόμος καθορίζει ότι σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία οποιαδήποτε περιουσία ή υλικό που αποτελεί πορνογραφικό υλικό παραμένει στην κατοχή και στον έλεγχο της Κυβέρνησης ή του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει οποιοδήποτε αίτημα της υπεράσπισης για παράδοση αντιγράφου του πορνογραφικού υλικού νοουμένου ότι παρέχεται στην υπεράσπιση λογική πρόσβαση στο υλικό αυτό. Στο Νόμο επεξηγείται, μεταξύ άλλων, τι συνιστά λογική πρόσβαση. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «(Α), property or material shall be deemed to be reasonably available to the defendant if the Government provides ample opportunity for inspection, viewing, and examination at a Government facility of the property or material by the defendant, his or her attorney, and any individual the defendant may seek to qualify to furnish expert testimony at trial.» Είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε πλήρως τις πρακτικές δυσκολίες που πιθανόν να αντιμετωπίσει η υπεράσπιση σε περίπτωση που το αίτημα δεν εγκριθεί και αυτή δεν λάβει αντίγραφα των αρχείων. Αντιλαμβανόμαστε ότι ο αριθμός των φωτογραφιών είναι πολύ μεγάλος και η εξέταση αυτών πολύ πιθανόν να είναι χρονοβόρα. Από την άλλη, έχουμε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι στα επίδικα αρχεία υπάρχει το ενδεχόμενο, σύμφωνα πάντα με τη θέση της κατηγορούσας αρχής, να απεικονίζονται παιδιά και ότι η διάθεση/κυκλοφορία των αρχείων αυτών, έστω και σε λειτουργούς της δικαιοσύνης, όπως είναι ο συνήγορος υπεράσπισης και η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα των παιδιών. Υιοθετούμε πλήρως τις απόψεις που εξέφρασε το Αμερικάνικο Κογκρέσο επί του θέματος. Στην υπό κρίση υπόθεση επισημαίνουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αρνηθεί στην υπεράσπιση πρόσβαση στο μαρτυρικό υλικό, εκείνο που αρνήθηκε να παραδώσει είναι αντίγραφο του πορνογραφικού υλικού. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής τόνισε επανειλημμένα ότι η Αστυνομία είναι πρόθυμη να παράσχει στην υπεράσπιση πρόσβαση στο συγκεκριμένο υλικό και κάθε δυνατή διευκόλυνση, για να επιτευχθεί η εξέτασή του. Σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι η εξέταση του μαρτυρικού υλικού θα πρέπει να γίνει στα γραφεία της Αστυνομίας και συγκεκριμένα της ΥΠΕΓΕ. Δεν παραγνωρίζουμε ότι τα δικαιώματα των παιδιών δεν είναι δυνατό να προστατευθούν πλήρως καθότι τα εν λόγω αρχεία έχουν ήδη ειδωθεί από τρίτους ήτοι τους αστυνομικούς που διερεύνησαν την υπόθεση και ότι αναγκαστικά θα ειδωθούν από το συνήγορο υπεράσπισης, τον κατηγορούμενο, τυχόν εμπειρογνώμονες, την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και το Δικαστήριο. Αυτό, υπό τις περιστάσεις, είναι αναπόφευκτο καθότι σε αντίθετη περίπτωση θα ήταν αδύνατη η διερεύνηση και η δίωξη τέτοιας φύσης αδικημάτων. Το γεγονός όμως ότι στα αρχεία αυτά είχαν και θα έχουν πρόσβαση τρίτα πρόσωπα δεν εξυπακούει ότι θα πρέπει να επιτραπεί και η παράδοση/κυκλοφορία αντιγράφων των αρχείων αυτών. Ενόψει όλων των πιο πάνω, το αίτημα του κατηγορουμένου για παράδοση αντιγράφων των αρχείων με το πορνογραφικό υλικό που αποτελεί το αντικείμενο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, απορρίπτεται. Δίδονται όμως οδηγίες στην Αστυνομία όπως λάβει τα αναγκαία μέτρα και να παράσχει στην υπεράσπιση κάθε δυνατή διευκόλυνση ώστε αυτή να έχει εύλογη πρόσβαση σε όλα τα αρχεία και τις φωτογραφίες που αποτελούν αντικείμενο των κατηγοριών. (Υπ.) ................. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Subject: Criminal/Assize Court/Interim Αναφορά: παράδοση αντιγράφου αρχείου με παιδικό πορνογραφικό υλικό στην υπεράσπιση [1]
(2000)30 ΕΗRR
- [2] OJ C 115, 4.5.2010, p.
- [3] In all actions concerning children, whether undertaken by public or private social welfare institutions, courts of law, administrative authorities or legislative bodies, the best interests of the child shall be a primary consideration. [4] Βλέπετε σχετικά Crown Prosecution Service v LR [2010] EWCA Crim
- [5] R v R Note [2010] 3 All E.R.
- [6] Βλέπετε σχετικά United States v Horn, 187 F.3d 781, 792 (8th Cir. 1999), United States v Kimbrough, 69 F.3d 723, 731 (5ht Cir. 1995), United States v Husband, 246 F. Supp. 2d 467, 468-69, (E.D. Va. 2003), United States v Cox, 190 F. Supp. 2d 330, 334 (N.D.N.Y. 2002) [7] 535 U.S. 234,
(2002)[8] Act of 2006, Pub. L. No 109-248 § 502
(2)(F), 502
(2)(D) και 502
(2)(Ε), 120 Stat. at 587 and 624. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο