Αστυνομικoύ Διευθυντή Λεμεσού ν. Σοφία Μιχαήλ κ.α., Aρ. Υπόθεσης:21643/13, 31/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B61 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Λουκίδου Βασιλείου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης:21643/13 Αστυνομικoύ Διευθυντή Λεμεσού ΚΑΙ Σοφία Μιχαήλ Γεωργία Αρέστη Κατηγορούμενες Ημερομηνία: 31.3.16 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για τους κατηγορούμενους: κα. Α. Ιωάννου Κατηγορούμενες παρούσες ΑΠΟΦΑΣΗ Με βάση το κατηγορητήριο οι κατηγορούμενες αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες της συνομωσίας και της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση των άρθρων 371 και 231 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενες στις 12.1.13 στην Ερήμη της επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα δηλαδή βαριά σωματική βλάβη και κατά τον ίδιο πιο πάνω χρόνο και τόπο παράνομα προκάλεσαν βαριά σωματική βλάβη στην Μαρία Ανδρέου από τη Λεμεσό. Για την απόδειξη της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο συνολικά μάρτυρες. Κατατέθηκαν επίσης 7 τεκμήρια και δηλώθηκε παραδεκτό γεγονός ότι από τις κατηγορούμενες λήφθηκαν ανακριτικές καταθέσεις οι οποίες και κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμ.6 και 7. Μετά δε την κλήση των κατηγορούμενων σε απολογία η κατηγορούμενη 1 επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής ενώ η κατηγορούμενη 2 επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Η μαρτυρία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο της. Γι αυτό δεν θεωρώ σκόπιμο να την επαναλάβω στην ολότητα της αλλά αναφορά θα γίνει εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγηση της και εξέτασης των επί μέρους θεμάτων που εγείρονται. (Χρυσούλα Καννάουρου κ.ά. v. Α. Σταθκιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ.). Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί έδιναν μαρτυρία ενώπιο μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 ). Ως ΜΚ1 κατέθεσε η παραπονούμενη, Μαρία Ανδρέου, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεσης της (Τεκμ. 1). Η ΜΚ1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διαζευγμένη και από το γάμο της είχε αποκτήσει τέσσερα παιδιά. Με τον πρώην σύζυγο της διέμεναν σε διπλοκατοικία στο χωριό Ερήμη και συγκεκριμένα η ίδια διέμενε στην ισόγειο κατοικία και ο πρώην σύζυγος της στην ανώγειο. Το συγκεκριμένο βράδυ η ΜΚ1 αναζητούσε τον πρώην σύζυγο της και προς τούτο περί η ώρα 03.30 τα ξημερώματα της 12ης Ιανουαρίου 2013 κατευθύνθηκε με το αυτοκίνητο της σε ένα δρόμο που βρίσκεται στην είσοδο του χωριού Ερήμη και τον περίμενε. Πράγματι τον είδε να εισέρχεται στο χωριό οδηγώντας το αυτοκίνητο του και διαπίστωσε ότι ακολουθούσε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης 2 για την οποία είχε υποψίες ότι διατηρούσε δεσμό με τον πρώην σύζυγο της. Στη συνέχεια οδήγησε το αυτοκίνητο της στην ίδια πορεία με το αυτοκίνητο που οδηγούσε η κατηγορούμενη 2 και όταν σε κάποιο σημείο αυτή σταμάτησε και έσβησε τα φώτα του αυτοκινήτου της, η ΜΚ1 πλησίασε με το δικό της αυτοκίνητο και αφού άνοιξε το παράθυρο διαπίστωσε ότι μαζί με την κατηγορούμενη 2, στη θέση του συνοδηγού, βρισκόταν και η κατηγορούμενη 1 η οποία διέμενε σε κατοικία πλησίον της διπλοκατοικίας που διέμενε η ίδια και ο πρώην σύζυγος της. Σε συζήτηση που ακολούθησε η κατηγορούμενη 2 η οποία ήταν νυμφευμένη παραδέχθηκε στην ΜΚ1 ότι διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον πρώην σύζυγο της. Τότε η ΜΚ1 δήλωσε στην κατηγορούμενη 2 ότι θα αποκαλύψει στο σύζυγο της τον παράνομο δεσμό της και έφυγε. Πρώτα πήγε στο σπίτι του πρώην συζύγου της και του ανέφερε πως έμαθε για τη σχέση του με την κατηγορούμενη
- Εκεί βρίσκονταν ακόμα δύο άντρες τους οποίους γνώριζε και ήταν όπως ανέφερε ο Στέφανος Πανάρετος και ο Ζαχαρίας. Ακολούθως μπήκε ξανά στο αυτοκίνητο της με σκοπό να πάει να συναντήσει τον σύζυγο της κατηγορούμενης
- Κατευθύνθηκε προς την οδό Νίκου Γεωργίου που είναι κάθετος με την οδό στην οποία διέμενε και συγκεκριμένα απέναντι από την κατοικία της. Σε κάποιο σημείο του δρόμου συνάντησε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης 2 το οποίο ήταν σταθμευμένο κατά τρόπο που την εμπόδιζε να συνεχίσει την πορεία της με αποτέλεσμα να σταματήσει. Οι δύο κατηγορούμενες βγήκαν έξω από το αυτοκίνητο και της ζήτησαν να κατεβεί και η ίδια για να μιλήσουν. Αφού άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου της πριν προλάβει να αντιδράσει την τράβηξαν έξω από το αυτοκίνητο και αφού την άρπαξαν από τα μαλλιά την έριξαν στο έδαφος και ενώ την πίεζαν προς τα κάτω άρχισαν να την κτυπούν με κλωτσιές στο σώμα το πρόσωπο και το κεφάλι. Σε κάποια στιγμή είδε τον πρώην σύζυγος της να πλησιάζει μαζί με τα δύο πρόσωπα που προηγουμένως βρίσκονταν στο σπίτι του και ο ένας από αυτούς, συγκεκριμένα ο Ζαχαρίας που ήταν ο φίλος της κατηγορούμενης 1, είπε στις κατηγορούμενες να φύγουν από το μέρος. Ακολούθως ο πρώην σύζυγος της με τη βοήθεια ενός από τα δύο πρόσωπα την μετέφεραν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Εκεί εξετάσθηκε από γιατρό και διαπιστώθηκε ότι έφερε τραύμα στο πιγούνι και τα χείλη και είχαν σπάσει δύο από τα μπροστινά της δόντια. Η ΜΚ1 έδωσε και δεύτερη συμπληρωματική κατάθεση (Τεκμ. 2) στην οποία αναφέρει, όπως υποστήριξε και κατά την προφορική της μαρτυρία, ότι τα κτυπήματα στο πρόσωπο της προκλήθηκαν από τις κλωτσιές που δέχθηκε από τις κατηγορούμενες με τα τακούνια που έφεραν οι μπότες που φορούσαν. Κατέθεσε επίσης φωτογραφίες που λήφθηκαν από τον πρώην σύζυγο της κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο νοσοκομείο οι οποίες απεικονίζουν τα τραύματα που είχε υποστεί. Η ΜΚ1 μου άφησε την εντύπωση ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και σε όλη τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης της παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Παρά την έντονη συναισθηματική φόρτιση στην οποία βρισκόταν η οποία και ήταν εμφανής μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, εντούτοις, από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο κατέθεσε με έπεισε για την ειλικρίνεια και την φιλαλήθειά της και η αξιοπιστία της δεν κλονίσθηκε σε κανένα σημείο της μακράς αντεξέτασης της. Κάποιες ανακολουθίες και μικροαντιφάσεις σε σχέση με επουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας της όπως για παράδειγμα αν προπορευόταν το όχημα της κατηγορούμενης 2 ή αυτό του συζύγου της όταν τους εντόπισε σε δρόμο στην είσοδο του χωριού, δεν κρίθηκαν ικανά να κλονίσουν τη αξιοπιστία της. Η μαρτυρία δεν πρέπει να απομονώνεται και να σχολιάζονται χωριστά αποσπάσματα της. Ακόμη, οι μικροαντιφάσεις, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που τα γεγονότα βιώνονται έντονα από τους μάρτυρες και έχει παρέλθει κάποιο χρονικό διάστημα, όχι απλώς δεν είναι επιλήψιμες αλλά αναμένονται (βλ. Παπακοκκίνου κα ν. Σμυρλή κα
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653). Στη προκειμένη δε περίπτωση όπου η παραπονούμενη δέχτηκε πολλαπλά κτυπήματα και όπως μάλιστα ανέφερε έγιναν όλα πολύ γρήγορα και είχαν ως αποτέλεσμα σε κάποια στιγμή να απολέσει και τις αισθήσεις της ήταν αναμενόμενο να μην είναι σε θέση να δώσει κάποιες από τις λεπτομέρειες που της ζητήθηκαν κατά την αντεξέταση της. Το μόνο σημείο που δεν έπεισε για τη αλήθεια του ισχυρισμού της είναι ότι το συγκεκριμένο βράδυ αναζητούσε τον πρώην σύζυγο της για να της επιδιορθώσει το αυτοκίνητο αφού έπρεπε να μεταβεί σε διανυκτερεύον φαρμακείο για να πάρει φάρμακα για το παιδί της που ήταν άρρωστο. Αντίθετα μέσα από σύνολο της μαρτυρίας της ήταν εμφανής η άρνηση της να αποδεχθεί ότι ο πρώην σύζυγος της διατηρούσε διάφορους ερωτικούς δεσμούς με άλλες γυναίκες μία από τις οποίες στο παρελθόν όπως ανέφερε ήταν και η αδελφή της κατηγορούμενης
- Αυτό όμως δεν κρίθηκε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία της σε σχέση με την αλήθεια της υπόλοιπης μαρτυρίας της αναφορικά με το επίδικο επεισόδιο. Ο ισχυρισμός της ότι ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο της αποκόπηκε η πορεία της από το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν οι κατηγορούμενες επιβεβαιώθηκε και μέσα από την αντεξέταση της, αφού, της ζητήθηκε και έκανε σχετικό σχεδιάγραμμα το οποίο και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμ.
- Οι θέσεις της σε σχέση με το που βρίσκονταν τα δύο αυτοκίνητα σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμ. 4 δεν αμφισβητήθηκαν και παρέμειναν αναντίλεκτες. Οι σωματικές βλάβες που ισχυρίσθηκε ότι είχε υποστεί ταυτίζονται απόλυτα με τη ιατρική μαρτυρία που περιγράφεται στη συνέχεια. Συγκεκριμένα η μαρτυρία του Μ.Κ.2 σε σχέση με τα τραύματα που έφερε η παραπονούμενη όχι μόνο δεν διαψεύδει τη μαρτυρία της αλλά αντίθετα συνάδει με την εκδοχή της. Η αξιοπιστία του ισχυρισμού της ότι κάποια από τα τραύματα της προκλήθηκαν από τα τακούνια που έφεραν οι μπότες που φορούσαν οι κατηγορούμενες δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση της. Παράλληλα σημειώνεται πως οι κατηγορούμενες στην ανακριτική κατάθεση τους αναφέρουν και οι ίδιες ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο φορούσαν μπότες με τακούνια. Επίσης ο ισχυρισμός της ότι τα τραύματα που έφερε ήταν επώδυνα και ένεκα αυτών νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο παρέμεινε αναντίλεκτος. Χωρίς να μου διαφεύγει ότι απαντώντας στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν κυρίως κατά την αντεξέταση της αναφερόταν σε έκταση και επί γεγονότων άσχετων με τα επίδικα θέματα, εντούτοις, παρέμεινε σταθερή και άμεση στις θέσεις της σε σχέση με τον τρόπο που δέχθηκε την επίθεση που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό της. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι εκδοχές που της υποβλήθηκαν από την πλευρά της υπεράσπιση αναφορικά με το πως διαδραματίσθηκαν τα γεγονότα παρέμειναν ατεκμηρίωτες. Εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας, το γεγονός ότι η ΜΚ1 απαντώντας σε σχετική ερώτηση αποδέχθηκε πως στο παρελθόν σε μία με δύο περιπτώσεις κατά τη διάρκεια καβγά με τον πρώην σύζυγο της αυτός χειροδίκησε εναντίον της, δεν έχει δημιουργήσει καμία αμφιβολία για την αλήθεια των ισχυρισμών της αναφορικά με το επίδικο επεισόδιο. Στη βάση συνεπώς των πιο πάνω η μαρτυρία της ΜΚ1 γίνεται αποδεκτή. Ο Μ.Κ.2 Πλουγαρλής Τραϊανός ήταν ο ιατρός, ο οποίος εξέτασε την παραπονούμενη στις 12.1.13 στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και εξέδωσε το σχετικό πιστοποιητικό τεκμήριο
- Ο μάρτυρας αυτός εξήγησε με σαφήνεια και απλότητα τα όσα διαπίστωσε κατά την εξέταση της παραπονούμενης και με τον ίδιο τρόπο απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Δεν άφησε στο Δικαστήριο καμία αμφιβολία ως προς την αντικειμενικότητα και την ανεξαρτησία του, ούτε φυσικά ως προς τα προσόντα, τις γνώσεις και την πείρα του αλλά και τα όσα διαπίστωσε κατά την εξέταση της ΜΚ
- Άλλωστε τίποτα από όλα αυτά δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του τεκμ 5 η ΜΚ1 ανέφερε ζάλη, κεφαλαλγία, πλευροδυνία αριστερά και κάκωση κεφαλής. Παρουσίαζε θλαστικό τραύμα στην έσω πλευρά του κάτω χείλους, θλαστικό τραύμα στο πηγούνι αριστερά, κάταγμα οδόντων, στοιχεία αίματος στους ρώθωνες και εκδορές στο τριχωτό της κεφαλής. Της έγινε συρραφή των θλαστικών τραυμάτων και χορήγηση αναλγητικών. Οι κατηγορούμενες, ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγαν καμία μαρτυρία. Περιορίστηκαν η μεν κατηγορούμενη 1 στη σιωπή η δε κατηγορούμενη 2 να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή τους αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα τους και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον τους. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία, η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Η κατηγορούμενη 2 προέβη στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: «Εκείνο το βράδυ δεν κτυπήσαμε τη Μαρία. Πιστεύω ότι είναι ο σύζυγος της, ο πρώην σύζυγος της Γιώργος Χαραλάμπους, γιατί έγινε πάρα πολλές φορές τούτο το γεγονός να την κτυπήσει μπροστά στα μάτια μου. Την τραβούσε που τα μαλλιά, την κωλόσυρνε, την κλώτσαγε. Μια φορά έπιασε το σσιηπέτο να την παίξει μες τα μούτρα μπροστά μου τξε λαλώ του Γιώρκου «μεν κάμνεις έτσι πράγματα εν και τα μωρά σπίτι». Πιστεύκω ότι εν ο πρώην σύζυγος της που την κτύπησε και χρησιμοποίησε η Μαρία Ανδρέου τα τραύματα της για να μας κατηγορήσει εμάς γιατί πάντα εμισούσε μας, ειδικά εμένα. Τζιε ελάλε μου το και ο σύζυγος της. Τούτο έχω να πω είμαστε αθώες». Σημειώνεται ότι οι κατηγορούμενες στις ανακριτικές καταθέσεις τους δεν αρνούνται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο συνάντησαν την παραπονούμενη. Περαιτέρω δίνοντας η κάθε μία την δική της, σε πολλά σημεία διαφορετική εκδοχή, η κατηγορούμενη 1 μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι η παραπονούμενη σε κάποιο στάδιο κτυπούσε το κεφάλι της στην άσφαλτο, ενώ η κατηγορούμενη 2 ισχυρίζεται ότι η παραπονούμενη σε κάποιο στάδιο κτυπούσε το κεφάλι και τα χέρια της πάνω στο αυτοκίνητο της. Με την πιο πάνω ανώμοτη δήλωση της η κατηγορούμενη 2 προέβαλε μια διαζευκτική πιθανότητα. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Σωτήρης Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, σε σχέση με τις «διαζευκτικές πιθανότητες» που είναι δυνατό να αφήνουν αμφιβολία: "Οι δε διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιόν τους και αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου". Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση ΣΑΒΒΑΣ ΠΛΑΣΤΗΡΑ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
(2001)2 Α.Α.Δ 195 από την οποία παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η αναφορά του Κακουργιοδικείου στις εξηγήσεις που έδωσαν οι εφεσείοντες πρέπει να προσεγγιστεί μέσα σ΄αυτό το πλαίσιο, όπως άλλωστε το κατέστησε σαφές και το Κακουργιοδικείο στη συνέχεια. Εξήγησε γιατί θεωρούσε αόριστες τις εξηγήσεις των εφεσειόντων για να καταλήξει πως ήταν απλές εκδοχές που δεν υποστηρίζονταν από ίχνος μαρτυρίας και που δεν θα ήταν δυνατό να "δημιουργήσουν αμφιβολίες για την ενοχή τους". Περί αμφιβολιών, λοιπόν, ο λόγος και το επανέλαβε και στη συνέχεια το Κακουργιοδικείο. Διευκρίνισε ρητά πως οι παρατηρήσεις του ως προς την ποιότητα ή το περιεχόμενο των εξηγήσεων που έδωσαν οι εφεσείοντες, δεν θα έπρεπε να εκληφθεί ως εναπόθεση σ΄αυτούς του βάρους της απόδειξης της αθωότητάς τους. Τόνισε κατ΄επανάληψη πως το συμπέρασμα ενοχής στο οποίο κατέληξε στηρίχθηκε στη μαρτυρία που προσάχθηκε, που δεν άφηνε περιθώριο για άλλο ενδεχόμενο, και εξήγησε, με παραπομπή στην Anastassiades (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα Απόδειξη του Γ. Κακογιάννη σελ. 253, πως "οι ανώμοτες δηλώσεις έχουν κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξεταστεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία". Αφού έλαβα συνεπώς υπόψη το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης της κατηγορούμενης 2 σε συνάρτηση με τη δοθείσα μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας και ιδιαίτερα αυτήν της παραπονούμενης, την οποία έχω κάνει δεκτή μετά από τη σχετική αξιολόγηση και είναι αντίθετη με την εν λόγω ανώμοτη δήλωση, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να δοθεί στη δήλωση αυτή καμία βαρύτητα. Κρίνω κατάλληλο το στάδιο αυτό για να εξετάσω την εισήγηση της υπεράσπισης ότι η απουσία άλλων μαρτύρων κατηγορίας στη παρούσα υπόθεση ήταν καταλυτική σε βαθμό που θα πρέπει να δημιουργήσει αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή των κατηγορουμένων. Συγκεκριμένα η θέση αυτή της πλευράς της υπεράσπισης αναφερόταν στον πρώην σύζυγο της ΜΚ1 και τα δύο άλλα πρόσωπα που κατονομάζει η ΜΚ1 στη κατάθεση της λέγοντας ότι σε κάποιο στάδιο βρέθηκαν στη σκηνή του επεισοδίου και βοήθησαν μάλιστα στη μεταφορά της στο νοσοκομείο. Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22,λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όσον αφορά τη μη κλήτευση του Κώστα Μακαρίτη, ελεγκτή στο Κτηματολόγιο, που κατά την Υπεράσπιση ήταν ουσιαστικός μάρτυρας αναφορικά με το περιεχόμενο του επίδικου φακέλου, παραπέμπουμε στην υπόθεση Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 657 στη σελ. 668 όπου αναφέρονται οι κατευθυντήριες γραμμές για την κλήση ή μη ενός μάρτυρας κατηγορίας. Η Κατηγορούσα Αρχή είναι ο κατ' εξοχήν κριτής κατά πόσο ένας μάρτυρας για κύρια γεγονότα είναι ανάξιος να γίνει πιστευτός. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν είναι υποχρεωμένη να προσφέρει ένα μάρτυρα πάνω στη μαρτυρία του οποίου δεν πρόκειται να βασιστεί για να δώσει την ευχέρεια στην Υπεράσπιση να τον χρησιμοποιήσει για να επιτεθεί εναντίον της αξιοπιστίας των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας. Η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής είναι να έχει τέτοιους μάρτυρες στη διάθεση της Υπεράσπισης, ή να δώσει την ευχέρεια στην Υπεράσπιση να τους καλέσει αν αυτή το κρίνει σκόπιμο». Στη παρούσα υπόθεση, χωρίς με κανένα τρόπο να εναποθέτω το αποδεικτικό βάρος στους ώμους τους, οι κατηγορούμενες είχαν κάθε εύλογη ευκαιρία να παρουσιάσουν την υπόθεση τους στο Δικαστήριο τόσο πάνω στο Νόμο όσο και πάνω στα γεγονότα περιλαμβανομένης δηλαδή και μαρτυρίας. Με άλλα λόγια δεν στερήθηκαν του δικαιώματος να δώσουν τη δική τους εκδοχή ως προς τα γεγονότα αλλά και να καλέσουν μάρτυρες που ήταν παρόντες ανεξαρτήτως αν λήφθηκε κατάθεση από αυτούς. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι η πιο πάνω θέση της υπεράσπισης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας καταλήγω συνεπώς στα ανάλογα ευρήματα ότι δηλαδή κατά το επίδικο χρόνο έγινε η πιο πάνω αναφερόμενη συνάντηση μεταξύ της ΜΚ1 και των δύο κατηγορούμενων όπου η κατηγορούμενη 2 παραδέχθηκε στην ΜΚ1 ότι διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον πρώην σύζυγο της. Τότε η ΜΚ1 δήλωσε στην κατηγορούμενη 2 ότι θα αποκαλύψει στο σύζυγο της τον παράνομο δεσμό της και έφυγε. Αρχικά πήγε στο σπίτι του πρώην συζύγου της και του ανέφερε πως έμαθε για τη σχέση του με την κατηγορούμενη
- Διαπίστωσε ότι εκεί βρίσκονταν ακόμα δύο άντρες και συγκεκριμένα ο Στέφανος Πανάρετος και ο Ζαχαρίας. Ακολούθως μπήκε ξανά στο αυτοκίνητο της με σκοπό να πάει να συναντήσει τον σύζυγο της κατηγορούμενης
- Κατευθύνθηκε προς την οδό Νίκου Γεωργίου που είναι κάθετος με την οδό στην οποία διέμενε και συγκεκριμένα απέναντι από τη κατοικία της. Σε κάποιο σημείο του δρόμου συνάντησε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης 2 το οποίο ήταν σταθμευμένο κατά τρόπο που την εμπόδιζε να συνεχίσει την πορεία της με αποτέλεσμα να σταματήσει. Οι δύο κατηγορούμενες βγήκαν έξω από το αυτοκίνητο και της ζήτησαν να κατεβεί και η ίδια για να μιλήσουν. Αφού άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου της πριν προλάβει να αντιδράσει την τράβηξαν έξω από το αυτοκίνητο και αφού την άρπαξαν από τα μαλλιά την έριξαν στο έδαφος και αφού την πίεζαν προς τα κάτω άρχισαν, ενώ φορούσαν μπότες που έφεραν τακούνια, να την κτυπούν με κλωτσιές στο σώμα το πρόσωπο και το κεφάλι. Σε κάποια στιγμή είδε τον πρώην σύζυγος της να πλησιάζει μαζί με τα δύο πρόσωπα που προηγουμένως βρίσκονταν στο σπίτι του, ένας εκ των οποίων και συγκεκριμένα ο Ζαχαρίας που ήταν ο φίλος της κατηγορούμενης 1 είπε στις κατηγορούμενες να φύγουν από το μέρος. Ακολούθως ο πρώην σύζυγος της με τη βοήθεια ενός από τα δύο πρόσωπα την μετέφεραν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Εκεί εξετάσθηκε από τον ΜΚ
- Η ίδια ανέφερε ζάλη, κεφαλαλγία, πλευροδυνία αριστερά και κάκωση κεφαλής και διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε θλαστικό τραύμα στην έσω πλευρά του κάτω χείλους, θλαστικό τραύμα στο πηγούνι αριστερά, κάταγμα οδόντων, στοιχεία αίματος στους ρώθωνες και εκδορές στο τριχωτό της κεφαλής. Της έγινε συρραφή των θλαστικών τραυμάτων με χορήγηση αναλγητικών και νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο. Παρέμεινε συνεπώς να εξεταστεί στη συνέχεια εάν με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενες. Θα προχωρήσω πρώτα να εξετάσω εάν έχει αποδειχθεί το αδίκημα της 2ης κατηγορίας το οποίο βασίζεται το άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 που προνοεί ότι: «Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές». Συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι η παράνομη ενέργεια και το αποτέλεσμα της, η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Σύμφωνα με την ερμηνεία του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, «βαριά σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη μόνιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης. Παρόλα αυτά δεν είναι αναγκαίο η σωματική βλάβη να είναι μόνιμης φύσης. Αρκεί να είναι βαριάς μορφής και να αποτελεί όντως σοβαρή βλάβη στην υγεία του θύματος ( Archbold Criminal Evidence & Practice 2001 p.1703 par.19-206). Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 39η έκδοση, στην παρ. 19-206, σελ. 2657, ως βαριά σωματική βλάβη χαρακτηρίζεται η πραγματικά σοβαρή σωματική βλάβη και υποδεικνύεται ότι είναι ανεπιθύμητο να επιχειρηθεί οποιοσδήποτε άλλος ορισμός της. Δεν είναι αναγκαίο, τονίζεται, η βλάβη αυτή να είναι συνεχής, διαρκής ή επικίνδυνη. Στην υπόθεση Evripides Christou ν. The Police
(1972)2 C.L.R 38, κρίθηκε ότι το κάταγμα πλευράς για το οποίο κρατήθηκε στο νοσοκομείο ο παραπονούμενος, συνιστά βαριά σωματική βλάβη στα πλαίσια του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα. Επιπλέον στις υποθέσεις Αντρέας Αεροπόρος ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 275 και Γεώργιος Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 463, το κάταγμα ρινικών οστών κρίθηκε μεταξύ άλλων ότι συνιστά βαριά σωματική βλάβη. Το συγκεκριμένο αδίκημα δεν εμπεριέχει ως συστατικό στοιχείο την πρόθεση πρόκλησης βαριά σωματικής βλάβης. Αρκεί το κατηγορούμενο πρόσωπο να διενήργησε συνειδητά την πράξη που επέφερε την βλάβη. Το αδίκημα συντελείται επίσης αν η πρόκληση της βλάβης μπορούσε λογικά να προβλεφθεί από τον κατηγορούμενο (Blackstone's Criminal Practice 2003, p.177). Πρέπει περαιτέρω η πράξη του κατηγορουμένου να είναι παράνομη να μην υπάρχει δηλαδή νόμιμη δικαιολογία για την τέλεση της όπως π.χ αυτοάμυνα ή προστασία τρίτων προσώπων και περιουσίας (Βλ. Archbold 2001 ανωτέρω, παρ. 19 - 210). Στην υπό εξέταση περίπτωση με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει χωρίς αμφιβολία πως οι κατηγορούμενες συνειδητά κτύπησαν την ΜΚ1 και την τραυμάτισαν. Δεν υπάρχει επίσης καμιά αμφιβολία ότι οι ενέργειες των κατηγορούμενων ήταν παράνομες πράξεις αφού όπως έχω αποδεχθεί τα γεγονότα δεν υπήρχε νόμιμη δικαιολογία για τη τέλεση τους. Επιπλέον το θλαστικό τραύμα στην έσω πλευρά του κάτω χείλους, το θλαστικό τραύμα στο πηγούνι στα οποία και έγινε συρραφή και το κάταγμα οδόντων αποτελούν βαριά σωματική βλάβη όπως ο όρος έχει αναλυθεί από την νομολογία. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω συνεπώς ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης κατηγορίας. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω εάν έχει αποδειχθεί το αδίκημα της 1ης κατηγορίας το οποίο βασίζεται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στην συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη. Είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά η οποία αποτελεί την βάση της κατηγορίας και συνίσταται στην συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Δεν υπάρχει αδίκημα ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει μόνο στο στάδιο της πρόθεσης και είναι χωρίς σημασία εάν αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά τα οποία είχαν συμφωνηθεί. Επιπρόσθετα κάποιος συνωμότης, δεν απαλλάσσεται της ευθύνης που συμφώνησε να παίξει ρόλο στη συνωμοσία, αλλά αδιαφόρησε ως προς την τελική επιτυχία της συμφωνίας από την στιγμή που η συμφωνία ήταν ολοκληρωμένη. Στην υπόθεση Abdebraouf Ben Abdallah Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «....Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνοιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο (βλ. Mulcany v. R.
(1868)L.R. 34 H.L., 328, O´Connelli v. R.
(1844)5 St.Tr.(N.S.) 1, R. V. Aspinall
(1876)2 Q.B.D.48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035, παρ. 28-4». Στην σελίδα 144 της ίδιας απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα : «Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και επομένως ούτε συνωμοσία. Το πότε συνβαίνει το ένα και πότε ο άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (βλ. R. V. King and King
(1966)Crim. L.R. 280, R. V. Mills, 47 Cr. App. R.49, R. V. Walker
(1962)Crim. L.R. 458, R. V. O´Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παραγρ. 28-9». Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη του αδικήματος της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης δεν αποδεικνύεται μόνο και μόνο από το γεγονός ότι οι κατηγορούμενες διέπραξαν αυτό καθαυτό το αδίκημα. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι οι δύο κατηγορούμενες κατήρτισαν μεταξύ τους συμφωνία να διαπράξουν αυτό με πρόθεση την υλοποίηση του. Πρέπει δηλ. να αποδειχθεί η προώθηση της πρόθεσης, την οποία η καθεμιά είχε συλλάβει στο μυαλό της και η οποία να μετατράπηκε από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία πραγματοποίησης του εγκληματικού τους σχεδίου. Δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι επιδίωκαν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού. Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία που να αποδεικνύει το αδίκημα της συνομωσίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το γεγονός ότι οι δύο κατηγορούμενες τον ουσιώδη χρόνο βρέθηκαν στον ίδιο συγκεκριμένο τόπο δεν είναι στοιχεία κατά την κρίση μου που αποδεικνύουν, χωρίς αμφιβολία, ότι μεταξύ των κατηγορούμενων υπήρξε «καταρτισμός συμφωνίας» (ως η έννοια έχει εξηγηθεί πιο πάνω) να διαπράξουν το εν λόγω αδίκημα. Καταληκτικά οι κατηγορούμενες κρίνονται ένοχες στη 2η κατηγορία ενώ αθωώνονται και απαλλάσσονται στην 1η κατηγορία. (Υπ.)........... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal / General / Final Αναφορά: Βαριά σωματική βλάβη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο