← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. JULIO ALEJANDRO MONREAL HIJAR, Αρ. Υπόθεσης: 14518/15, 1/3/2016

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. JULIO ALEJANDRO MONREAL HIJAR, Αρ. Υπόθεσης: 14518/15, 1/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B41 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14518/15 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. JULIO ALEJANDRO MONREAL HIJAR Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 1η Μαρτίου, 2016 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού, κα. Αναξαγόρα και κα. Μενελάου. Για τον Κατηγορούμενο: Δρ. Δ. Σορβατζιώτη (κα) και κ. Θ. Κατσικίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης μη αναγόμενης σε υπαίτια αμέλεια, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και των άρθρων 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος: «Ο κατηγορούμενος στις 25/7/2015 στον κύριο δρόμο Πέρα Πεδί - Σαïττά, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΜΗΕ307 λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο της Ηλιούς Δημητρίου τέως από τη Λεμεσό.» Ενώπιον μου κατέθεσαν από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής 7 μάρτυρες, ο Αστ. 392 Λούκας Αθανασίου (ΜΚ 1), ο Αστ. 2368 Χριστόφορος Γρηγορίου (ΜΚ 2), η Milena Mihaylova (ΜΚ 3), ο Κυριάκος Μαρκουλλή (ΜΚ 4), η Χριστίνα Δωρίτου Βύρωνος (ΜΚ 5), η Erandi Chanika (ΜΚ 6) και η Δρ. Αγγελική Παπέττα (ΜΚ 7). Από πλευράς της Υπεράσπισης ο κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Παρουσίασε επίσης ως μάρτυρες την Δρ. Luisa Bernad Perez (ΜΥ 1), τον Daniel Espinosa Puertolas (MY 2) και την Ruth Toribio Lopez Carlo (MY 3). Η Μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής Αστ. 392 Λούκας Αθανασίου (ΜΚ1) Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης τη γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 27/7/15. Όπως ανέφερε στην εν λόγω κατάθεση αλλά και προφορικά είναι αστυνομικός φωτογράφος, σχεδιαστής σκηνών τροχαίων δυστυχημάτων, ειδικός στην εύρεση της ταχύτητας από τα ίχνη τροχοπέδησης και πλαγιολίσθησης και χειριστής συσκευών προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης αλκοόλης. Είναι τοποθετημένος στην Τροχαία Λεμεσού στο Τμήμα Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Ανέφερε ότι έχει εικοσαετή πείρα στη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων μεταξύ των οποίων και θανατηφόρων. Στις 25/7/15 και ώρα 18:00 επισκέφθηκε μαζί με τον Αν. Λοχία 2759 και τον Αστ. 3100 τη σκηνή θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος που συνέβηκε την ίδια μέρα και περί ώρα 16:30 στο δρόμο Σαϊττά - Πέρα Πεδί στη Λεμεσό. Κατά την άφιξη τους στη σκηνή βρήκαν τα ενεχόμενα οχήματα με αρ. εγγραφής ΜΗΕ 307 και ΚΗΗ 099 ακινητοποιημένα στις τελικές τους θέσεις. Εκεί βρήκαν επίσης τον Αστ. 2368 (ΜΚ 2) που είχε προφυλάξει τη σκηνή. Οι επιβαίνοντες των οχημάτων είχαν μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ετοίμασε με τη βοήθεια του Αν. Λοχία 2759 και Αστ. 3100 πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 2). Έλαβε επίσης αριθμό φωτογραφιών της σκηνής (Τεκμήριο 8, φωτογραφίες 1-31). Το Τεκμήριο 2 υπεγράφη από τον κατηγορούμενο και την ΜΚ 6, αφού προηγουμένως τους εξηγήθηκε. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 το σχέδιο επί κλίμακος που ετοίμασε με βάση το πρόχειρο. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 4 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο στα Ισπανικά, ημερομηνίας 27/7/15 και την Ελληνική μετάφραση ως Τεκμήριο 5. Στην εν λόγω κατάθεση ο κατηγορούμενος ως προς τις περιστάσεις του δυστυχήματος ανέφερε: «Γύρω στις 16:00 ξεκινήσαμε για να επιστρέψουμε στη Λευκωσία. Οδηγούσα εγώ και συνοδηγός ήταν η Milena. Ήμασταν προσδεμένοι και οι δύο με τις ζώνες ασφαλείας μας. Από το χωριό Όμοδος πήγαμε στο χωριό Πέρα Πεδί. Οδηγούσα πάντοτε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Η Milena μου έλεγε διαρκώς να οδηγώ στην αριστερή λωρίδα. Στη χώρα μου οδηγούμε στη δεξιά λωρίδα. Καθόλη τη διαδρομή συμβουλευόμασταν το GPS το οποίο είχε στο Ipad της η Milena. Σε κάποια στιγμή μπήκαμε σε λάθος ασφαλτοστρωμένο δρόμο και βρήκα ένα σημείο και έστριψα. Στο δρόμο αυτό προχώρησα περίπου γύρω στα 200 μέτρα. Αφού επέστρεψα πίσω μπήκα ξανά στη σωστή πορεία, αλλά κατά λάθος μπήκα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Δεν θυμούμαι να είχε άλλα οχήματα μπροστά μου. Πίσω μου δεν έρχονταν άλλα οχήματα. Η ταχύτητα μου ήταν περίπου γύρω στα 60-70 ΧΑΩ. Δεν έβλεπα το χιλιομετρητή του αυτοκινήτου μου. Από απέναντι μου δεν έρχονταν άλλα οχήματα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου υπήρχε δεξιά στροφή ως προς την πορεία μου και ενώ οδηγούσα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας είδα ξαφνικά μπροστά μου ένα αυτοκίνητο να οδηγείται εξ αντιθέτου μου στη σωστή πορεία. Πριν προλάβω να κάνω οτιδήποτε συγκρούστηκα βίαια με το αυτοκίνητο αυτό. Δευτερόλεπτα προηγουμένως η Milena μου φώναξε αυτοκίνητο από απέναντι και τότε κατάλαβα ότι οδηγούσα λάθος.» Ακολούθως ως προς το πρόχειρο σχέδιο ανέφερε: «Όπως μου δείχνεις και εξηγάς το πρόχειρο σχέδιάγραμμα συμφωνώ και το υπογράφω και δεν θέλω να πάω εκ νέου στη σκηνή. Το μόνο πράγμα που θέλω να κάνεις είναι να αλλάξεις τα τόξα της πορείας μου και να τα σημειώσεις στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας πράγμα το οποίο έκανες και συμφωνώ. Επίσης ακύρωσες τα τόξα της πορείας που τοποθέτησες αρχικά και τα υπογράψαμε και οι δυο. Το αυτοκίνητο που οδηγούσα υπέστηκε ζημιές σοβαρές στο μπροστινό μέρος. Επίσης άνοιξαν οι αερόσακκοι του οδηγού και της συνοδηγού. Εκεί που σου ανέφερα ότι η Milena μου έλεγε διαρκώς να οδηγώ στην αριστερή λωρίδα θέλω να το διορθώσω και να σου αναφέρω ότι απλώς μου υπενθύμιζε να οδηγώ στην αριστερή λωρίδα.» Ως προς τις ζημιές που υπέστηκαν τα ενεχόμενα οχήματα, κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 έντυπο καταγραφής ζημιών του οχήματος Mazda, MHE 307, και ως Τεκμήριο 7 έντυπο καταγραφής των ζημιών του οχήματος Renault Clio, KHH 099. Το ΜΗΕ 307 υπέστη ζημιά στο μπροστινό μέρος δεξιά στον προφυλακτήρα, φανάρι, καπό και φτερό. Ενεργοποιήθηκαν επίσης οι αερόσακοι του οδηγού και του συνοδηγού. Το ΚΗΗ 099 υπέστη ζημιά στο μπροστινό μέρος δεξιά στο καπό, προφυλακτήρα, γρίλια, δεξιό φτερό, φανάρι και τροχό. Επίσης ενεργοποιήθηκαν οι αερόσακοι του οδηγού και συνοδηγού. Στην αστυνομική κατάθεση του, όσον αφορά το KHH 099, αναφέρεται και ζημιά στον μπροστινό ανεμοθώρακα και στον πισινό προφυλακτήρα στην αριστερή γωνιά. Εξηγώντας το Τεκμήριο 3 ανέφερε ότι το όχημα ΜΗΕ 307 που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο είχε κατεύθυνση από το χωριό Πέρα Πεδί προς Μονιάτη. Το όχημα ΚΗΗ 099 ερχόταν από αντίθετη κατεύθυνση. Ο δρόμος είναι πλάτους 6,5 μέτρων. Διαχωρίζεται στη μέση με συνεχή άσπρη γραμμή και στις άκριες υπάρχει ασφαλτοστρωμένο παγκέτο. Ο δρόμος είναι μονής κυκλοφορίας, δηλαδή υπάρχουν δύο λωρίδες αντίθετης κατεύθυνσης. Από το αριστερό νότιο παγκέτο μέχρι τη μέση του δρόμου η απόσταση είναι 3,20 μέτρα και μέχρι το βόρειο είναι 6,50 μέτρα. Στο νότιο μέρος του δρόμου υπάρχει μεταλλικό κιγκλίδωμα. Το σημείο «Χ» απεικονίζει το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων και το σημείο «Χ1» το σημείο σύγκρουσης του οχήματος ΚΗΗ 099 με το μεταλλικό κιγκλίδωμα. Η πορεία του οχήματος ΜΗΕ 307 σημειώνεται με το σημείο «Α» και η τελική του θέση με «Α1». Η πορεία του οχήματος ΚΗΗ 099 σημειώνεται με το σημείο «Β» και η τελική του θέση με «Β1». Το σημείο «Χ» βρίσκεται εντός της λωρίδας πορείας του ΚΗΗ 099. Απέχει 1,40 μέτρα από την αριστερή νότια πλευρά του δρόμου και 1,80 μέτρα από τη μεσαία συνεχόμενη άσπρη γραμμή. Δεν υπήρχαν σημεία τροχοπέδησης. Δεν έγινε οποιοδήποτε τεστ ταχύτητας. Δεν αμφισβήτησε τα όσα του ανέφεραν ο κατηγορούμενος οδηγός και η ΜΚ 6, σε σχέση με τις ταχύτητες που οδηγούσαν. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι οδηγούσε με ταχύτητα 60-70 ΧΑΩ και η ΜΚ 6 με ταχύτητα 50-60 ΧΑΩ. Με αναφορά στις φωτογραφίες 30 και 31, Τεκμήριο 8, η θέση του ήταν ότι η ΜΚ6 και το θύμα που επέβαιναν του οχήματος ΚΗΗ 099 φορούσαν τις ζώνες ασφαλείας τους. Εξήγαγε το εν λόγω συμπέρασμα από το γεγονός ότι ενεργοποιήθηκε το σύστημα συγκράτησης της ζώνης ασφαλείας. Στο όχημα του κατηγορούμενου επέβαινε ακόμη ένα άτομο. Στο όχημα ΚΗΗ 099 επέβαιναν εκτός από την ΜΚ 6 και το θύμα, ο σύζυγος του θύματος και ένα πεντάχρονο αγοράκι. Με αναφορά στη φωτογραφία 3 του Τεκμηρίου 8, ανέφερε ότι στα 13,70 μέτρα της βασικής γραμμής μέχρι το σημείο της σύγκρουσης ήταν 43,80. Η ΜΚ6 είχε ορατότητα προς το σημείο σύγκρουσης 32 μέτρα (φωτογραφία 17). Διευκρίνισε ότι αν ο κατηγορούμενος βρισκόταν στη σωστή λωρίδα πορείας η ορατότητα του ήταν από τα 13,7 μέτρα της βασικής γραμμής μέχρι το σημείο των 57,80 δηλαδή 43,80 μέτρα. Ο δρόμος στην πορεία του κατηγορούμενου ήταν κατηφορικός, ο καιρός αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό. Υπήρχε φως της ημέρας και ο δρόμος ήταν καθαρός. Η συνεχής άσπρη γραμμή καλύπτει ολόκληρο το δρόμο από το Πέρα Πεδί μέχρι το σημείο εισόδου στον κύριο δρόμο Λεμεσού - Πλατρών. Δεν μπορούσε να πει την απόσταση σίγουρα, όμως ήταν 200 μέτρα πριν και μετά το σημείο «Χ». Η σύγκρουση ήταν μετωπική. Στηριζόμενος στη φωτογραφία 11 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος όταν αντιλήφθηκε το άλλο όχημα επιχείρησε να κάνει ενέργεια αποφυγής, αλλά λόγω της κοντινής απόστασης που είχαν τα δύο οχήματα δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την πράξη του. Γι' αυτό οι ζημιές των οχημάτων είναι μπροστά στο κέντρο και δεξιά. Ανέφερε επίσης ότι σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, αυτός ήταν στο αντίθετο ρεύμα για 50 μέτρα περίπου. Αυτό δικαιολογείται από τις ταχύτητες που αναφέρθηκαν. Η ΜΚ 6 δεν είχε περιθώρια αντίδρασης. Έγινε έλεγχος αλκοόλης στον κατηγορούμενο και την ΜΚ 6 με μηδενική ένδειξη. Συμπέρανε ότι η αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος ήταν η οδήγηση του οχήματος από τον κατηγορούμενο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν κατέχει οποιοδήποτε δίπλωμα στη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων, ούτε μηχανικής. Η μόνη εκπαίδευση που έλαβε ήταν αυτή της Αστυνομικής Ακαδημίας. Όσον αφορά τη λειτουργία ζωνών ασφαλείας ανέφερε ότι η γνώση του ήταν εμπειρική. Διευκρίνισε, ότι σημείωσε την πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου στο πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο 2, μετά τη λήψη της κατάθεσης του κατηγορούμενου. Την αρχική πορεία που σημείωσε την σημείωσε ακολούθως ως άκυρη. Η σύγκρουση ήταν πλαγιομετωπική λόγω της κίνησης αποφυγής που επιχείρησε ο κατηγορούμενος. Δέχθηκε ότι οι τροχοί του οχήματος του κατηγορούμενου ήταν σε ευθεία γραμμή. Το κάθισμα της συνοδηγού του οχήματος ΚΗΗ 099, ήταν γερμένο προς τα εμπρός. Δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Δεν γνώριζε σε ποιο ύψος φορούσε τη ζώνη της ή αν είχε ρυθμίσει τη ζώνη αναλόγως του ύψους της. Το όχημα είχε ρυθμιστή ζώνης, δεν θεώρησε όμως απαραίτητο να τον φωτογραφήσει. Το κατά πόσο η ζώνη αποτυπώνεται στο σώμα μετά από μια σύγκρουση εξαρτάται από τη σύγκρουση. Δεν γνώριζε την ταχύτητα πρόσκρουσης του κάθε οχήματος. Ανέφερε ότι άτομο που φοράει τη ζώνη του κανονικά το σώμα του πάει εμπρός. Αν δεν την φορέσει καθόλου ή μόνο σε δύο σημεία μπορεί να κινηθεί δεξιά ή αριστερά. Το να φορεθεί σε δύο σημεία είναι επικίνδυνο. Δεν γνώριζε αν οι επιβάτες στο πισινό κάθισμα του οχήματος που οδηγούσε η ΜΚ 6 φορούσαν ζώνες, ούτε αν υπήρχε παιδικό κάθισμα. Απέδωσε το χτύπημα στον ανεμοθώρακα του οχήματος της ΜΚ 6 στον αερόσακο. Αστ. 2368 Χριστόφορος Γρηγορίου (ΜΚ2) Υιοθέτησε αστυνομική κατάθεση που έδωσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 12). Όπως ανέφερε στην εν λόγω κατάθεση, σταθμεύει στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Πλατρών. Στις 25/07/2015 ανέλαβε καθήκον περί ώρα 07:15 για συνεχόμενη υπηρεσία μέχρι η ώρα 19:30 της ιδίας ημέρας. Περί ώρα 16:34 ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία έλαβε πληροφορία από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας της ΑΔΕ Λεμεσού ότι στον κύριο δρόμο μεταξύ του χωριού Πέρα Πεδί και Σαïττά έγινε σοβαρό τροχαίο δυστύχημα. Αμέσως μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος. Κατά την άφιξη του στη σκηνή του δυστυχήματος διαπίστωσε ότι αυτό είχε γίνει πράγματι στον κύριο δρόμο Πέρα Πεδίου — Σαïττά και στο δυστύχημα ενέχονταν δύο αυτοκίνητα τύπου σαλούν με αριθμούς εγγραφής ΜΗΕ 307 και ΚΗΗ 099 τα οποία κατά την άφιξη του στη σκηνή του δυστυχήματος ήταν στις τελικές τους θέσεις. Όλοι οι ενεχόμενοι στο δυστύχημα βρίσκοντο στη σκηνή του δυστυχήματος έξω από τα οχήματα τα οποία επέβαιναν εκτός από τη συνοδηγό στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΗΗ 099 η οποία ήταν αναίσθητη. Με τη βοήθεια του μέλους ενός εκ των δύο ασθενοφόρων που έφτασαν στη σκηνή την έβγαλαν από το όχημα. Οι άλλοι ενεχόμενοι παραληφθήκαν από τα ασθενοφόρα που έφθασαν στο μέρος και τους μετέφεραν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Κατά την παραμονή του στη σκηνή του δυστυχήματος διαπίστωσε ότι στο όχημα ΜΗΕ 307 το οποίο ήταν ενοικιάσεως, επέβαιναν ως οδηγός o κατηγορούμενος και ως συνοδηγός του η Milena Mihaylova (ΜΚ 3). Στο όχημα ΚΗΗ 099 επέβαινε ως οδηγός η Erandi Chanika Kalubovilaga Dona (ΜΚ 6), ως συνοδηγός η Ηλιού Δημητρίου και επιβάτες στα πισινά καθίσματα ο σύζυγος της και ένα πεντάχρονο αγόρι. Στη σκηνή του δυστυχήματος τον πλησίασε η Χριστίνα Δωρίτου Βύρωνος (ΜΚ 5), η οποία του ανέφερε ότι ήταν μάρτυρας του δυστυχήματος αφού πριν γίνει το δυστύχημα ακολουθούσε το αυτοκίνητο ΚΗΗ 099 με την ίδια κατεύθυνση και εκεί που έγινε το δυστύχημα είδε το εξ αντιθέτου διερχόμενο όχημα ΜΗΕ 307 ξαφνικά να παρεκκλίνει της πορείας του προς τα δεξιά, να εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρούεται μετωπικά με το προπορευόμενο της αυτοκίνητο ΚΗΗ 099. Ο κατηγορούμενος του ανέφερε επανειλημμένα τη φράση στα αγγλικά «ιt was my fault». Στη συνέχεια απέκλεισε τη σκηνή του δυστυχήματος. Έφθασε στη σκηνή του δυστυχήματος ο Αν. Λοχίας 2759 μαζί με τον Αστυφ. 392, Λούκα Αθανασίου (ΜΚ 1), και άλλους συναδέλφους τους. Τους ενημέρωσε και ανέλαβαν τη διερεύνηση της υπόθεσης. Προφορικά, αναγνώρισε τα εμπλεκόμενα οχήματα όπως αυτά απεικονίζονται στο Τεκμήριο 8. Η σύγκρουση, σύμφωνα με τον ίδιο ήταν μετωπική, με ελαφρά κλίση του οχήματος του κατηγορούμενου. Ουδείς από τους μάρτυρες του ανέφερε το χρόνο που βρισκόταν ο κατηγορούμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Το θύμα δεν ανταποκρινόταν, φαινόταν ότι πονούσε και βογκούσε. Η συνοδηγός του κατηγορούμενου κρατούσε το πεντάχρονο αγόρι και καθόταν σε παρακείμενο παγκέτο του δρόμου. Ο πρώην διευθυντής των Πρώτων Βοηθειών, κ. Κουρέας, που ήταν περαστικός, παρέσχε τις πρώτες βοήθειες στο θύμα και το σύζυγό της. Με τη βοήθεια Δασοπυροσβεστών, που επίσης περνούσαν, απεγκλώβισαν το θύμα. Ο κατηγορούμενος πέραν της αναφοράς «it was my fault» δεν είχε άλλη συνομιλία μαζί του. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος απλά του ανέφερε ότι ήταν οδηγός του άλλου οχήματος. Αναφερόμενος στη στροφή που έγινε το δυστύχημα, είπε ότι λόγω της μορφολογίας του εδάφους δεν μπορείς να βλέπεις σε μεγάλη απόσταση τα εξ αντιθέτου οχήματα στην εν λόγω στροφή. Δεν μπορούσε όμως να αναφερθεί σε συγκεκριμένη απόσταση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν πρόσεξε αν υπήρχε παιδικό κάθισμα στο όχημα που επέβαινε η θανούσα. Ανέφερε ότι σύμφωνα με την κυρία Δωρίτου (ΜΚ 5), το όχημα του κατηγορουμένου ξαφνικά άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε μετωπικά με το όχημα του θύματος. Milena Mihaylova (ΜΚ 3) Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 25/7/15 (Τεκμήριο 13 στη Βουλγαρική γλώσσα και Τεκμήριο 14 η μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα). Στην κατάθεση ανέφερε ότι διέμενε μόνιμα στη Λεμεσό. Τον κατηγορούμενο τον γνώρισε ένα έτος περίπου πριν το συμβάν ενώ ήταν διακοπές στη Βαρκελώνη. Διατήρησαν επαφή. Ο κατηγορούμενος κατέφθασε στην Κύπρο στις 22/7/15 και διέμενε στο ξενοδοχείο «Hilton». Στις 23/7/15 τον συνάντησε στη Λευκωσία οπότε και μαζί επισκέφθηκαν οδικώς διάφορα μέρη της Κύπρου. Οδηγούσε πάντα ο κατηγορούμενος. Στις 24/7/15 ο Κατηγορούμενος ενοικίασε άλλο αυτοκίνητο. Ανέφερε επίσης τα ακόλουθα στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία: «...Κατά την διάρκεια των ταξιδιών μας στους δρόμους της Κύπρου οδηγούσε ο Julio και σε κάποιες περιπτώσεις αυτός άρχισε να κινείται προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας γιατί στη χώρα του οδηγούν στην δεξιά πλευρά του δρόμου και εγώ του έλεγα να παραμείνει στην αριστερή λωρίδα. Αυτό έγινε δύο φορές αλλά εγώ τον σταμάτησα.» Ως προς τα γεγονότα που οδήγησαν στο επίδικο δυστύχημα ανέφερε (διατηρείται η ορθογραφία): «...Σήμερα 25.7.15 και κατά η ώρα 16:15 περίπου βρισκόμασταν στο ΄Ομοδος και φύγαμαι από εκεί για να κατευθυνθούμαι από το Τρόοδος προς Λευκωσία. Εντός του αυτοκινήτου είχα το IPAD μου και μέσω αυτού αφού είχα εγκατεστημένο GPS NAVIGATOR έλεγα στον JULIO την πορεία που έπρεπε να ακολουθήσουμε. Τότε ενώ κατευθυνόμασταν σε δρόμο που δεν γνωρίζω, εγώ κοίταξα το GPS και ενώ κοίταξα για μια στιγμή πάνω, είδα ότι το αυτοκίνητο μας είχε μπει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας πάνω σε μια στροφή και ταυτόχρονα είδα να έρχεται κατά πάνω μας ένα σαλούν αυτοκίνητο χρώματος μπλε και χωρίς να προλάβει ο Julio να αντιδράσει καθόλου συγκρουστήκαμε μετωπικά. Εγώ φορούσα την ζώνη μου και άνοιξαν οι αερόσακοι του αυτοκινήτου μας. Τόσο το αυτοκίνητο μας, όσο και το άλλο αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκαν στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της πορείας μας, δηλαδή στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.» Η ίδια τραυματίστηκε ελαφρά, κατέβηκε από το όχημα και είδε ότι στο άλλο όχημα επέβαιναν 4 άτομα. Η οδηγός ήταν σε κατάσταση σοκ και οι δύο ηλικιωμένοι επιβαίνοντες φαίνονταν να είναι σοβαρά τραυματισμένοι. Η ίδια φρόντισε το μικρό αγοράκι που επέβαινε του οχήματος. Προφορικά, κατά την κυρίως εξέταση, εξήγησε την αναφορά της για την οδήγηση του κατηγορούμενου τις προηγούμενες μέρες ως εξής: «Όσον είμαστε στα φώτα ή στο σταυροδρόμι, όταν σταματούσαμε στα φώτα ή σε σταυροδρόμι η αντίδραση του ήταν όταν ξεκινούσε να πηγαίνει στο αντίθετο ρεύμα. Και κάθε φορά εγώ τον σταματούσα και του έκαμνα παρατήρηση να προσέχει που πηγαίνει, να προσέχει το δρόμο.» Λίγο πριν τη σύγκρουση έβλεπε το GPS από το ipad της, κοίταξε πάνω και αντιλήφθηκε ότι ήταν στη λανθασμένη λωρίδα σε απόσταση 10-15 μέτρα από το άλλο όχημα. Ο κατηγορούμενος δεν αντέδρασε και επήλθε η σύγκρουση. Αναγνώρισε από το Τεκμήριο 8 τα εμπλεκόμενα οχήματα και εξήγησε ότι η σύγκρουση ήταν μετωπική. Μετά τη σύγκρουση ο κατηγορούμενος έλεγε «τι έκανα, τι έκανα». Η συνοδηγός του άλλου οχήματος, το θύμα, καθόταν στο μπροστινό κάθισμα δίπλα από την οδηγό, μιλούσε και ζητούσε νερό και ήταν σε άσχημη κατάσταση. Τις σχέσεις της με τον κατηγορούμενο τις χαρακτήρισε ως φιλικές. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι η αναφορά της ότι ο κατηγορούμενος κινήθηκε προς το αντίθετο ρεύμα σε προηγούμενες περιπτώσεις αφορούσε δύο περιπτώσεις. Δεν είχε εισέλθει στις περιπτώσεις αυτές στο αντίθετο ρεύμα, άρχισε να κινείται προς το αντίθετο ρεύμα και τον σταματούσε. Ο κατηγορούμενος έστριβε το τιμόνι, για να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα και τον σταματούσε. Πρόσθεσε ότι ένιωσε ότι είχε έρθει σε κίνδυνο εκείνες τις μέρες. Ένιωθε είπε αγωνία, φορούσε τη ζώνη της γιατί φοβόταν. Είχαν συζητήσεις και φοβόταν, ήταν όμως φιλοξενούμενος της. Λίγο πριν το δυστύχημα, το όχημα τους ήταν στη σωστή πλευρά του δρόμου. Είχε προηγηθεί επαναστροφή γιατί είχαν ακολουθήσει λάθος κατεύθυνση. Ενώ κινούντο για 2 με 4 λεπτά στη σωστή λωρίδα, η ίδια κοίταξε κάτω στο GPS, ακολούθως σήκωσε τα μάτια της και είδε το άλλο όχημα να έρχεται από απέναντι. Ήταν σε απόσταση 10-15 μέτρων. Εξήγησε ότι η σύγκρουση ήταν με ελαφριά κλίση του δικού τους οχήματος με το άλλο και συγκρούστηκε το δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματος τους με το μπροστινό δεξιό μέρος του άλλου. Ακολούθως κατέθεσε πρόχειρο δικό της σχέδιο ως Τεκμήριο 16. Δεν γνώριζε για πόσο χρόνο κινούντο στη λανθασμένη λωρίδα προτού γίνει το δυστύχημα. Ακολούθησαν ερωτήσεις επί ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που είχε με τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 17 - μόνο για σκοπούς απόδειξης της ηλεκτρονικής διεύθυνσης). Μεταξύ τους προφορικά επικοινωνούσαν με απλά Αγγλικά, ηλεκτρονικά χρησιμοποιούσε το Google Translate. Δέχθηκε ότι από το Σεπτέμβριο του 2014 είναι άνεργη. Δέχθηκε ότι έλαβε χρήματα από τον Κατηγορούμενο, για εισιτήρια για θέατρο. Αρνήθηκε ότι ζήτησε χρήματα από τον κατηγορούμενο αλλιώς θα κατέθετε εναντίον του. Αρνήθηκε ότι είχε ηλεκτρονική αλληλογραφία με τον κατηγορούμενο (Έγγραφο προς Αναγνώριση 1, σελ. 1-17) και ισχυρίστηκε ότι αυτός επενέβηκε στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της. Δέχθηκε ότι πριν το δυστύχημα έλαβε €300 από τον κατηγορούμενο ως βοήθεια για τη γιαγιά της στη Βουλγαρία. Ο κατηγορούμενος της ζήτησε χρήματα για την εγγύηση αλλά δεν του έδωσε επειδή δεν είχε τη δυνατότητα. Όταν βγήκε με εγγύηση της είπε ότι του απαγόρευσαν να τη βλέπει, συνέχισε όμως να τις στέλνει φωτογραφίες μέσω Facebook και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Ο κατηγορούμενος ήθελε, όπως είπε, μια πιο στενή σχέση μαζί της. κ. Κυριάκος Μαρκουλλή (ΜΚ4) Ανέφερε ότι υπηρετεί στην Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία Λεμεσού. Μέρος των καθηκόντων του είναι ο μηχανικός έλεγχος οχημάτων - μηχανημάτων. Μέχρι σήμερα εξέτασε πέραν των 200 οχημάτων στα οποία περιλαμβάνοντο οχήματα που είχαν εμπλακεί σε δυστυχήματα. Υιοθέτησε έκθεση που ετοίμασε σε σχέση με τα εμπλεκόμενα οχήματα (Τεκμήριο 19), στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα (διατηρείται η σύνταξη): «Στις 27 Ιουλίου, 2015 μετέβηκα στον Αστυνομικό Σταθμό Λάνιας όπου επιθεώρησα τα πιο κάτω οχήματα: 1. Όχημα με αριθμό εγγραφής ΜΗΕ 307 (Mazda Axela) Το σύστημα πέδησης και διεύθυνσης είναι σε καλή κατάσταση. Όλες οι υπόλοιπες μηχανικές βλάβες προέρχονται από το δυστύχημα. 2. Όχημα με αριθμό εγγραφής ΚΗΗ 099 (Renault Clio) Το σύστημα διεύθυνσης δεν αντιμετωπίζει κανένα μηχανικό πρόβλημα ενώ το σύστημα πεδήσεως καταστράφηκε λόγω της μετωπικής σύγκρουσης που είχε όχημα κατά το δυστύχημα.» Με αναφορά στις φωτογραφίες 8 και 22, του Τεκμηρίου 8, αναγνώρισε τα εμπλεκόμενα οχήματα. Διευκρίνισε ότι η ζημιά στο σύστημα πέδησης του οχήματος ΚΗΗ 099, οφειλόταν στο δυστύχημα. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι το πατίδι του φρένου του ΚΗΗ 099 έμεινε κάτω (πατημένο). Η θέση του ήταν ότι τα φρένα εφαρμόστηκαν από την οδηγό του KHH 099 και ακολούθως το πατίδι έμεινε πατημένο λόγω της σύγκρουσης. Δεν υπήρξε απώλεια υγρών. Εξήγησε ότι το σύστημα διεύθυνσης του οχήματος του κατηγορούμενου λειτουργούσε κανονικά. Εξήγησε επίσης ότι όταν ένα όχημα είναι σε κίνηση το τιμόνι είναι πιο ελαφρύ παρά όταν είναι ακινητοποιημένο. Αρνήθηκε ότι το πόρισμα δεν είναι ακριβές γιατί ο έλεγχος έγινε επί ακινητοποιημένων οχημάτων χωρίς τη λειτουργία της μηχανής. κα Χριστίνα Δωρίτου Βύρωνος (ΜΚ5) Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της δύο καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία, ημερομηνίας 25/7/15 (Τεκμήριο 20) και 29/7/15 (Τεκμήριο 21). Στην κατάθεση Τεκμήριο 20 ανέφερε ότι, στις 25/7/15 περί ώρα 16:20, οδηγούσε το όχημα της με κατεύθυνση προς Πέρα Πεδί. Στο όχημα της βρισκόταν ο γιος της και η θυγατέρα της. Κινείτο πίσω από το Renault Clio με αρ. εγγραφής ΚΗΗ 099. Το ΚΗΗ 099 κινείτο με ταχύτητα περίπου 40-50 ΧΑΩ. Ως προς τη σύγκρουση των οχημάτων αναφέρονται τα ακόλουθα στο Τεκμήριο 20: «Αφού προχωρήσαμε 2-3 km από το σημείο που στρίψαμε αριστερά προς το Πέρα Πεδί και υπήρχε μικρή αριστερή στροφή σύμφωνα με την πορεία μου είδα ένα αυτοκίνητο ενοικιάσεως μάρκας MAZDA σκούρου χρώματος το οποίο οδηγείτο από απέναντι μου να εισέρχεται στη δική μου λωρίδα κυκλοφορίας και να κτυπά μετωπικά με το προπορευόμενο μας αυτοκίνητο που σου ανέφερα πιο πάνω. Μετά τη σύγκρουση το αυτοκίνητο RENAULT ακινητοποιήθηκε στο προστατευτικό μεταλλικό κιγκλίδωμα το οποίο εβρισκόταν στα αριστερά του δρόμου όπως οδηγούσαμε. Το αυτοκίνητο ενοικιάσεως παρέμεινε ακινητοποιημένο στο μπροστινό μέρος του RENAULT.» Κατέβηκε από το όχημα της και κατευθύνθηκε στο σημείο της σύγκρουσης. Είδε την οδηγό του οχήματος να εξέρχεται του οχήματος και να ανοίγει τη δεξιά πίσω πόρτα όπου καθόταν το πεντάχρονο παιδί. Η θανούσα ήταν στη θέση του συνοδηγού και γερμένη προς το κάθισμα της οδηγού. Ο ηλικιωμένος άντρας (σύζυγος της θανούσης), μετακινήθηκε σιγά- σιγά στη δεξιά πλευρά. Από το άλλο όχημα εξήλθε ο κατηγορούμενος και η συνοδηγός του. Στην κατάθεση της ημερομηνίας 29/7/15, Τεκμήριο 21, ανέφερε συμπληρωματικά τα εξής: «Σχετικά με την κατάθεση που έδωσα στην Αστυνομία στις 25/7/15 και αφορούσε Θανατηφόρο Τροχαίο δυστύχημα το οποίο έγινε στις 25/7/15 περί ώρα 1630 εις τον Κύριο Δρόμο Πέρα Πεδίου - Σαϊττά θέλω να διευκρινίσω ότι όπως σας ανάφερα ακολουθούσα το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΗΗ 099 και όταν είδα για πρώτη φορά το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΜΗΕ 307 το οποίο ερχόταν από απέναντι μας το είδα σε απόσταση 15-20 μέτρων περίπου να κινείται κανονικά εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα της πορείας που κινείτο και αμέσως μόλις το αντιλήφθηκα από απέναντι ξαφνικά σε κλάσματα δευτερολέπτου έστριψε δεξιά και χτύπησε μετωπικά πάνω στο προπορευόμενο αυτοκίνητο ΚΗΗ 099 διανύοντας περίπου από τη στιγμή που κινήθηκε δεξιά μέχρι που χτύπησε πάνω στο αυτοκίνητο ΜΗΕ 307 περίπου γύρω στα 7-8 μέτρα.» Προφορικά ανέφερε ότι το όχημα ΚΗΗ 099 είχε απόσταση δύο αυτοκινήτων από το δικό της όχημα. Με αναφορά στη φωτογραφία 5 του Τεκμηρίου 8, είπε ότι είδε το όχημα του κατηγορούμενου να εισέρχεται στη λωρίδα πορείας του οχήματος ΚΗΗ 099 στο ύψος των κυπαρισσιών μεταξύ δύο μικρών πασσάλων στο σημείο περίπου που υπήρχε σταθμευμένος εκσκαφέας. Το όχημα του κατηγορούμενου όπως υπέδειξε έστριψε απότομα και συγκρούστηκε το δεξί του μπροστινό μέρος με το δεξί μπροστινό μέρος του οχήματος που επέβαινε η θανούσα. Στο δρόμο δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο. Η απόσταση που διένυσε το όχημα του κατηγορούμενου μέχρι τη σύγκρουση ήταν 7-8 μέτρα (υπέδειξε ενδεικτικά το μήκος της αίθουσας). Ο κατηγορούμενος ήταν σοκαρισμένος. Δεν είδε την θανούσα να κινείται, ούτε την άκουσε να μιλά. Ήταν γερμένη προς το κάθισμα της οδηγού. Μεταξύ του δικού της οχήματος και του ΚΗΗ 099 δεν υπήρχε άλλο όχημα. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι όταν είδε το όχημα του κατηγορούμενου ήταν στην σωστή λωρίδα. Έκανε απότομη μανούβρα προς τη λωρίδα του άλλου οχήματος. Δεν είδε αν η θανούσα φορούσε ζώνη ασφαλείας. Erandi Chanika (ΜΚ6) Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ημερομηνίας 27/7/15 ως Τεκμήριο 22 και μετάφραση στα Ελληνικά ως Τεκμήριο 23. Αναφέρει στην εν λόγω κατάθεση, ότι ήταν στην υπηρεσία της θανούσης και του συζύγου της. Μεταξύ άλλων, οδηγούσε το όχημα ΚΗΗ 099 για τις ανάγκες του ζευγαριού. Την επίδικη ημερομηνία κατευθύνονταν προς τα Μαντριά. Η θανούσα καθόταν στη θέση του συνοδηγού. Στα πισινά καθίσματα κάθονταν ένα πεντάχρονο αγόρι και ο σύζυγος της θανούσης. Ως προς τις περιστάσεις του δυστυχήματος ανέφερε τα ακόλουθα στην αστυνομική της κατάθεση: «Σε κάποιο σημείο του δρόμου έστριψα αριστερά και εισήλθα στο δρόμο που οδηγεί στο χωριό Πέρα Πεδί. Η ταχύτητα μου ήταν γύρω στα 30-40 km επειδή είχα και το μωρό στο αυτοκίνητο ενώ και ο δρόμος είχε αρκετές στροφές. Σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου υπήρχε μεγάλη αριστερή στροφή σύμφωνα με την πορεία μου και μπροστά μου δεν υπήρχαν άλλα οχήματα ενώ πίσω μου με ακολουθούσε ένα αυτοκίνητο αντιλήφθηκα ξαφνικά ένα αυτοκίνητο σαλούν χρώματος γκρίζου το οποίο οδηγείτο εξ αντιθέτου μου να εισέρχεται στη λωρίδα μου και να έρχεται προς το μέρος που οδηγούσα εγώ. Εγώ δεν μπόρεσα καθόλου να αντιδράσω γιατί ήταν τόσο ξαφνικά και ο δρόμος ήταν στροφή με αποτέλεσμα το εν λόγω όχημα να μου κτυπήσει στο μπροστινό μέρος του οχήματος μου. Μετά τη σύγκρουση το όχημα μου σπρώχτηκε λίγο προς τα πίσω κτυπώντας σε μεταλλικό προστατευτικό κιγκλίδωμα όπου ακινητοποιήθηκε.» Μετά τη σύγκρουση η θανούσα είχε γύρει προς την πλευρά του οδηγού. Της έβγαλε τη ζώνη ασφαλείας και της πρόσφερε νερό. Ακολούθως έβγαλε και το παιδί από το όχημα. Γιατρός που ήταν περαστικός έδωσε πρώτες βοήθειες στη θανούσα, το σύζυγο της θανούσης και στο αγόρι. Προφορικά, αναγνώρισε από τις φωτογραφίες 10 και 13 του Τεκμηρίου 8 τα εμπλεκόμενα οχήματα. Με αναφορά στη φωτογραφία 3, ανέφερε ότι είδε το όχημα του κατηγορούμενου να εισέρχεται στο σημείο μεταξύ του μεσαίου και τελευταίου πασσάλου. Η απόσταση που διένυσε στη λωρίδα της ο κατηγορούμενος επιδείχθηκε ως απόσταση από το εδώλιο του μάρτυρα μέχρι το σημείο που καθόταν ο συνήγορος υπεράσπισης, περίπου 4,5 μέτρα. Εξήγησε ότι το μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος του κατηγορουμένου συγκρούστηκε με το μπροστινό δεξιό μέρος του δικού της οχήματος. Υπέδειξε στο Τεκμήριο 2 (πρόχειρο σχέδιο) την υπογραφή της. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι είχε διεθνή άδεια οδήγησης. Την ημέρα του δυστυχήματος φορούσε ζώνη η ίδια ως επίσης και όλοι οι επιβαίνοντες. Το παιδί δεν καθόταν σε ειδικό κάθισμα. Προτού ξεκινήσει το όχημα διαβεβαιώθηκε ότι όλοι φορούσαν τις ζώνες τους. Η ίδια κατά τη σύγκρουση χτύπησε στο τιμόνι και υπέστη μώλωπα. Θυμόταν ότι οι αερόσακοι είχαν ανοίξει. Ο αερόσακος της άνοιξε μετά που χτύπησε στο τιμόνι. Δεν απέκλεισε ο μώλωπας της να προέκυψε από τη ζώνη ασφαλείας. Η θανούσα κατά τη σύγκρουση έσκυψε απότομα μπροστά σε γωνία περίπου 45 μοιρών. Αγγελική Παπέττα (ΜΚ7) Ανέφερε ότι είναι ιατρός - ιατροδικαστής και εργάζεται στο Υπουργείο Υγείας στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία από το 2014, με πείρα στην διενέργεια νεκροτομών και νεκροψιών στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Διενήργησε μέχρι σήμερα 1500-2000 νεκροτομές, αρκετές ατόμων που απεβίωσαν σε θανατηφόρα δυστυχήματα. Εξ αυτών αρκετά περιστατικά αφορούσαν θύματα, άνδρες και γυναίκες, άνω των 70 ετών. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 25, την Ιατροδικαστική Έκθεση που ετοίμασε μετά τη διενέργεια νεκροψίας - νεκροτομής στις 26/7/15, της θανούσας, Ηλιούς Δημητρίου και ως Τεκμήριο 26, το ιατρικό πιστοποιητικό αιτιών θανάτου, το οποίο επίσης ετοίμασε η ίδια. Η γνώμη της ήταν ότι ο θάνατος προήλθε από πλήρη διατομή της σπονδυλικής στήλης (Τεκμήρια 25 και 26) και ρήξη κοιλιακής αορτής (Τεκμήριο 25), συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Με αναφορά στη φωτογραφία 25 του Τεκμηρίου 15, υπέδειξε στο Δικαστήριο τη διατομή της σπονδυλικής στήλης. Στην ίδια φωτογραφία υπέδειξε και εξήγησε τη διάγνωση της για ρήξη της αορτής. Επίσης, με αναφορά στις φωτογραφίες 2, 3, 4, 5 και 8, εξήγησε τα ευρήματα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 25, ότι δηλαδή η θανούσα είχε εκτεταμένες εκχυμώσεις στην πρόσθια και δεξιά πλάγια κοιλιακή χώρα, δύο εκχυμώσεις στην αριστερή λαγόνια χώρα, πολλαπλές εκχυμώσεις στην αριστερή μηριαία χώρα, εκχυμώσεις στο αριστερό γόνατο και εκχυμώσεις στη ράχη της ρινός. Η ίδια δεν επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος, ούτε θέλησε να τοποθετηθεί όσον αφορά την ταχύτητα των οχημάτων. Ανέφερε ότι οι κακώσεις που βρήκε δικαιολογούσαν σύγκρουση δύο οχημάτων όπου το θύμα φορούσε ζώνη ασφαλείας και είχε ανοίξει ο αερόσακος. Η φύση των τραυμάτων δικαιολογείτο από μετωπική σύγκρουση χωρίς να αποκλείεται πλαγιομετωπική. Το κατά πόσον έπαιξε ρόλο η ηλικία της θανούσης έκρινε ότι είναι σχετικό, ανάλογα της βιαιότητας της σύγκρουσης. Μια γυναίκα ηλικίας 80 ετών όμως είναι πιο ευάλωτη. Η πιθανότητα επιβίωσης της θανούσης, μετά από πλήρη διατομή της σπονδυλικής στήλης και ρήξη της κοιλιακής αορτής, ήταν ανύπαρκτη αφού και τα δύο είναι εξίσου θανατηφόρα. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η εκχύμωση φαίνεται να προήλθε από τον οριζόντιο (πυελικό) ιμάντα (φωτογραφία 4 του Τεκμηρίου 15). Δεν διέκρινε εκχύμωση εξωτερική από το διαγώνιο (θωρακικό) ιμάντα. Το κατά πόσο θα αποτυπωνόταν ή όχι εξαρτάτο από τη σφοδρότητα σύγκρουσης. Θα ανέμενε όμως αποτύπωση στη θωρακική περιοχή. Απέκλεισε ότι τα μελανά σημεία που εντοπίζονταν κάτω από τον αριστερό μαστό (φωτογραφίες 5, 6 και 7 του Τεκμηρίου 15), ήταν εκχυμώσεις. Έκρινε ότι ήταν πτωματική υπόσταση, ενδεχομένως λόγω της τοποθέτησης του θύματος μετά το θάνατο σε ψυγείο. Δεν απέκλεισε να είχε τοποθετηθεί με κάποια κλίση. Σύμφωνα με την ίδια δεν ήταν εκχυμώσεις γιατί δεν είχαν το ίδιο χρώμα με άλλες εκχυμώσεις. Δεν μπορούσε να τοποθετηθεί αν η διαγώνιος που αποτυπωνόταν στο σώμα της θανούσης (φωτογραφίες 3 και 4), ήταν αποτύπωση ιμάντα ζώνης ασφαλείας που δεν φοριόταν σωστά, το θεωρούσε όμως απίθανο. Εξωτερικά όμως δεν εντόπισε εκχύμωση από το διαγώνιο ιμάντα της ζώνης ασφαλείας. Δέχθηκε με αναφορά τη φωτογραφία 21 (δεξιό πλευρό), ότι η αιμορραγική διήθηση που παρατηρείτο μπορούσε να δικαιολογηθεί εάν περνούσε η ζώνη κάτω από τη μασχάλη. Τα τοιχώματα της αορτής της θανούσης ήταν πολύ εύθραυστα. Θα μπορούσαν πολύ εύκολα να ραγούν από τέντωμα και τράνταγμα. Θα μπορούσε να υπάρξει και ρήξη στο σημείο που διετμήθη ο σπόνδυλος, όμως δεν μπόρεσε να εντοπίσει κάτι τέτοιο, το αγγείο είχε τελείως διαλυθεί. Σίγουρη ρήξη εντόπισε στην κοιλιακή χώρα. Η ρήξη αυτή μπορούσε να προκληθεί από την πίεση του ιμάντα της ζώνης ασφαλείας. Στο στέρνο δεν υπήρχε κάταγμα. Δεν ήταν σε θέση να πει εάν η θανούσα θα ζούσε μετά το δυστύχημα για κάποια δευτερόλεπτα. Να μιλήσει, το θεωρούσε δύσκολο, το να πιει νερό απίθανο. Αν η ζώνη ασφαλείας δεν προσδεθεί σωστά, τότε η κίνηση του σώματος επηρεάζεται. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η θανούσα να μην φορούσε ορθά τη ζώνη ασφαλείας της. Δεν μπορούσε όμως να πει εάν θα άλλαζε το αποτέλεσμα, δηλαδή εάν δεν θα προκαλείτο θάνατος. Η Μαρτυρία της Υπεράσπισης Julio Alejandro Monreal Hijar - Ανώμοτη Δήλωση Ο κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Ανέφερε ότι ζει και εργάζεται στο Παρίσι. Συμβιεί με την σύντροφο του για 25 έτη και τη θυγατέρα τους ηλικίας 17 ετών. Ήρθε στην Κύπρο 22/7 για να επισκεφθεί την Κύπρο και τη φίλη του Milena Mihaylova (MK 3). Ανέφερε ότι είχε αλλάξει το πρώτο αυτοκίνητο που του δόθηκε και περιέγραψε τα ταξίδια που έκανε στην Κύπρο οδικώς πριν το δυστύχημα από το ξενοδοχείο που διέμενε στη Λευκωσία στο Κάβο Γκρέκο, την Πάφο και στο Τρόοδος. Ως προς τις περιστάσεις του δυστυχήματος ανέφερε (παραθέτω αυτούσιο το πρακτικό): «Την επόμενη ημέρα μετά που είχαμε διατρέξει 200 Km πήγαμε να επισκεφθούμε το Τρόοδος και συγκεκριμένα το χωριό Όμοδος. Μέχρι το σημείο εκείνο διατρέξαμε 100 Km, στο Όμοδος φάγαμε, επισκεφτήκαμε το χωριό και γύρω στις 4:15 αποφασίσαμε να πάμε στη Λευκωσία, γιατί την επόμενη ημέρα είχαμε αποφασίσει να επισκεφθούμε τον αρχαιολογικό χώρο του Κουρείου από το Όμοδος και σε 10 και μισό Km περίπου βρέθηκα σε ένα διχάλι, σε σχήμα υψηλό. Όπως έλεγα στα 10 και μισό Km από το Όμοδος, υπήρχε ένα διχάλι σε σχήμα ύψιλον. Και εγώ κατά λάθος πήρα την κατεύθυνση προς τα αριστερά και μόλις αντιλήφθηκα ότι δεν βρισκόμουν σωστά στο High Way και έψαξα, πήγα και έψαξα έναν τρόπο όπου θα μπορούσα να επιστρέψω με ασφαλή τρόπο. Βρήκα μία περιοχή όπου μπορούσα χωρίς κανένα κίνδυνο να στρίψω και επέστρεψα στον κύριο δρόμο μέχρι το stop και στο stop γύρισα στα αριστερά στον κύριο δρόμο και θέλω να πω τώρα και διαβεβαιώνω ότι πήρα την αριστερή πλευρά της και οδηγούσα στην αριστερή λωρίδα από το stop μέχρι την περιοχή της σύγκρουσης. Είναι 225 μέτρα, αυτό αντιστοιχεί περίπου σε 20 δευτερόλεπτα με το αυτοκίνητό μου. Ξαφνικά βρέθηκα με ένα αυτοκίνητο μπροστά μου και δεν είχα τον χρόνο για να αντιδράσω, την ίδια στιγμή χωρίς να μπορώ να αντιδράσω συνέβη η σύγκρουση και την ίδια στιγμή της σύγκρουσης αντιλήφθηκα ότι το αυτοκίνητό μου είχε παρεκτραπεί στην άλλη πλευρά. Δεν μπορώ να το εξηγήσω και δεν θυμάμαι πώς και γιατί το αυτοκίνητό μου παρεκτράπη προς τα αριστερά, αυτό που μπορώ όμως να πω είναι ότι ήταν μία στιγμή δευτερολέπτου που συνέβηκαν όλα χωρίς να μου αφήσουν τον χρόνο να αντιδράσω. Μετά από τη σύγκρουση το πρώτο που πήγα να δω ήταν η κατάσταση των ατόμων πρώτα τη φίλη μου Μιλένα που ήταν δίπλα μου, καθόταν δίπλα μου, που ήταν καλά και βγήκαμε και οι δύο από το αυτοκίνητο. Βγήκαμε από το αυτοκίνητο χωρίς καμία, κανένα άλλο τραυματισμό εκτός από έντονο πόνο στο στήθος. Είδα επίσης ότι η οδηγός του άλλου αυτοκινήτου είχε βγει όπως και εμείς και πήγα να τη δω. Επίσης είδα μέσα στο αυτοκίνητο την κυρία Δημητρίου που καθόταν και είχε γύρει προς τα δεξιά. Και πίσω ο σύζυγός της ο κύριος Δημητρίου και στο πλάι του ένα μικρό παιδί που το είχε πιάσει η δεσποινίς Τσιάνικα η οδηγός του αυτοκινήτου, οπότε το παιδί ήταν μέσα στην αγκαλιά της. Και θέλω να πω αυτήν τη στιγμή ότι νιώθω βαθιά θλίψη και βάρος και λυπάμαι πάρα πολύ για την απώλεια της κυρίας Ηλιούς Δημητρίου. Είναι κάτι που με έκανε να είμαι σε κατάσταση σοκ επί μέρες με αυτό που έτυχε να μου συμβεί στη ζωή μου, ως πατέρας, γιος και σύζυγος αντιλαμβάνομαι την απώλεια του ατόμου μιας οικογένειας. Σε αυτήν την απόφαση θέλω να πω και να διαβεβαιώσω ότι είμαι ένας συνετός οδηγός, δεν πίνω, δεν καπνίζω, δεν παίρνω ναρκωτικά, κάνω σπορ και προσπαθώ να διατηρούμαι σε καλή φυσική και επαγγελματική κατάσταση. Και αυτή ήταν η κατάστασή μου την ημέρα της σύγκρουσης.» Ανέφερε επίσης ότι δεν αντιμετώπισε ποτέ πρόβλημα στο να οδηγεί δεξιά αφού οδήγησε και στην Αγγλία όπου βρέθηκε πολλές φορές για επαγγελματικούς λόγους. Οδηγεί, όπως είπε, από το 1980. Αναφέρθηκε επίσης στη σχέση του με την Milena Mihaylova (ΜΚ 3). Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στα όσα λέχθηκαν. Η θέση του ήταν ότι σε κάποιο στάδιο μετά το δυστύχημα του ζήτησε με ηλεκτρονικό μήνυμα χρήματα αλλιώς θα κατέθετε εναντίον του. Ως προς τα αναφερθέντα στην κατάθεση του στην αστυνομία είπε: «Αναφορικά με την κατάθεσή μου στην Αστυνομία με ημερομηνία 26 Ιουλίου και 27 Ιουλίου στις 10 ήμουν στην τροχαία δίνοντας κατάθεση, δηλαδή 42ώρες μετά από το ατύχημα. Είχα περάσει δύο μέρες, χωρίς να κοιμηθώ, στο κελί της Αστυνομίας, της κεντρικής της Λεμεσού. Δεν μπόρεσα να κοιμηθώ γιατί ήμουν υπό την επήρεια του σοκ, η κατάστασή μου ήταν πολύ άσχημη ψυχολογικά και συναισθηματικά. Εδώ θέλω να πω ότι όλοι οι αστυνομικοί, όλα τα μέλη της Αστυνομίας μου συμπεριφέρθηκαν πάρα πολύ καλά. Ήταν η πρώτη φορά που έδινα κατάθεση στην Αστυνομία. Δυστυχώς ο δικηγόρος που είχα εκείνο το διάστημα δεν ήρθε να με δει ούτε πριν, ούτε κατά τη διάρκεια, ούτε μετά από την κατάθεσή μου. Και ως εκ τούτου εγώ ήμουν σε μία κατάστασή που δεν μπορούσα να αντιληφθώ πλήρως τις συνέπειες της κατάθεσης.[1] .όταν μου έκαναν αυτήν την ερώτηση όπως είπα θυμόμουν μόνο ότι έστριψα για να επιστρέψω στον κύριο δρόμο και μετά είδα ένα αυτοκίνητο μπροστά μου χωρίς να μπορώ να αντιδράσω, επειδή σκέφτομαι πολύ ορθολογικά και επειδή εκείνη τη στιγμή που έδινα κατάθεση νόμιζα ότι η ροπή και η σύγκρουση ήταν δύο γεγονότα πολύ κοντινά, επειδή δεν θυμόμουν καλά. Σκέφτηκα, νόμισα ότι ίσως είχα κάνει λάθος και μπήκα στη λάθος λωρίδα, τη στιγμή που έμπαιναν στον κύριο δρόμο, εντούτοις πηγαίνοντας στο σημείο του ατυχήματος μπόρεσα να θυμηθώ. Και να είμαι σίγουρος ότι όταν εγώ έστριψα στο αλτ στα αριστερά το αυτοκίνητό μου το έστριψα στην αριστερή λωρίδα, όπως και έπρεπε να κάνω. Επαναλαμβάνω ότι μεταξύ, ανάμεσα στο stop και το σημείο σύγκρουσης υπάρχουν 225 μέτρα, που αντιστοιχούν σε 20 δευτερόλεπτα με το αυτοκίνητό μου. Αυτοί οι αριθμοί έχουν καταμετρηθεί και υπολογιστεί. Και ως εκ τούτου επαναλαμβάνω ότι στο τέλος αυτής της διαδρομής που εγώ την έκανα οδηγώντας στα αριστερά σε περίπου ένα δευτερόλεπτο βρέθηκε το αυτοκίνητό μου απέναντι από άλλο αυτοκίνητο και σε μία σύγκρουση, που εγώ δεν μπόρεσα να αποφύγω και που εγώ δεν την αντιλήφθηκα ακριβώς την ακριβή σύγκρουση. Επίσης πήγα για δεύτερη φορά στον τόπο του ατυχήματος όπου έκανα κάποιες μετρήσεις και αντιλήφθηκα ότι υπάρχουν διάφορα δέντρα στο πλάι του κύριου δρόμου στην περιοχή στην εσωτερική πλευρά της στροφής ακριβώς στην άκρη του κύριου δρόμου υπάρχουν δέντρα και η ορατότητα είναι κάπως περιορισμένη. Αυτό που θα μπορούσα να εξηγήσω η αντίδραση που εγώ δεν μπόρεσα να κάνω είναι ότι είδα το αυτοκίνητο πάρα πολύ κοντά. Θέλω να τελειώσω λέγοντας ότι, διαβεβαιώνω ότι, οδήγησα στην Κύπρο 650 Km σεβόμενος τους κανονισμούς της τροχαίας της Κύπρου και οδηγώντας πάνω στα αριστερά. Τη στιγμή που συνέβη η σύγκρουση, έτσι όπως εγώ το έζησα, ήταν ένα δευτερόλεπτο κατά το οποίο εγώ δεν μπόρεσα να αποφύγω τη σύγκρουση. Και στο τέλος αντιλήφθηκα ότι το αυτοκίνητό μου είχε παρεκτραπεί προς τα δεξιά.» Luisa Bernad Perez (ΜΥ1) Η μάρτυρας ανέφερε ότι είναι ιατρός με ειδικότητα ιατροδικαστικής και στην αξιολόγηση σωματικών βλαβών. Είναι λέκτορας ιατροδικαστικής στο Πανεπιστήμιο της Σαραγόζα στην Ισπανία. Έλαβε το πτυχίο της από το Πανεπιστήμιο της Σαραγόζα το 1982 και διδακτορικό τίτλο το 1988. Την ειδικότητα αξιολόγησης σωματικών βλαβών την απέκτησε στο Πανεπιστήμιο Complutense στη Μαδρίτη. Ιατροδικαστική διδάσκει από το 1985. Εργάζεται από το Πανεπιστήμιο της Σαραγόζα και έχει ετοιμάσει γνωμοδοτήσεις σε σχέση με θανατηφόρα δυστυχήματα. Όπως ανέφερε, παρέστη σε 500-600 δίκες. Αναφορικά με την παρούσα υπόθεση έλαβε το φωτογραφικό υλικό της νεκροψίας του θύματος, το φωτογραφικό υλικό από τη σκηνή του δυστυχήματος, την έκθεση νεκροψίας και μια αναφορά - έκθεση από το Κέντρο Μηχανικής της Σαραγόζα και ετοίμασε έκθεση την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 27. (Σημειώνεται Α η μετάφραση στα Ελληνικά και Β το Ισπανικό κείμενο.) Το Τεκμήριο 27 αποτελείται από 23 σελίδες. Στις σελίδες 18-20 καταγράφονται τα συμπεράσματα της. Τα παραθέτω αυτούσια για σκοπούς πληρότητας: «ΠΡΩΤΟΝ H ιατροδικαστική έκθεση της παρούσας υπόθεσης εκπονήθηκε κυρίως με βάση την φωτογραφική έρευνα και την έκθεση νεκροψίας που μας προσκομήθηκαν. ΔΕΥΤΕΡΟΝ Πρόκειται για μια γυναίκα 82 ετών, ευρισκόμενη στη μπροστινή θέση ενός αυτοκινήτου μάρκας Renault Clio που πέθανε μετά από τροχαίο ατύχημα πλαγιομετωπικής σύγκρουσης με άλλο όχημα μάρκας Mazda Axela που κινείτο στην αντίθετη κατεύθυνση και με οδηγό τον κ. Julio Monreal Hijar. Το ατύχημα συνέβη στις 25 Ιουλίου 2015 στον δρόμο που ενώνει τα χωριά Σαïττάς και Πέρα Πεδί, κοντά στο χιλιόμετρο 1,800 (Κύπρος). ΤΡΙΤΟΝ Μετά την ανάλυση της φωτογραφικής έρευνας και της περιγραφικής μελέτης των ευρημάτων που διαπιστώθηκαν στο πτώμα, -τα οποία αντανακλώνται στην έκθεση της νεκροψίας-, συμπεραίνεται ότι η αιτία θανάτου πρέπει να προκλήθηκε ως συνέπεια Υποβολαιμικού ή Αιμορραγικού Σοκ με σημαντικότατη απώλεια αίματος, όπως μπορεί να διαπιστωθεί και στις αντίστοιχες φωτογραφίες. ΤΕΤΑΡΤΟΝ Οι κύριες και πιο σημαντικές εσωτερικές κακώσεις που παρατηρούνται στο πτώμα και οι οποίες συνέβαλαν άμεσα στην αιτία του θανάτου αποτελούνται από: ρήξη της αρτηρίας αορτής, καθώς και ρήξη της σπλήνας και μικρή διάσπαση του συκωτιού, ευρισκόμενα αμφότερα όργανα δίχως αίμα. Επίσης, συνέβαλαν στην άφθονη αφαίμαξη και οι αμφισβητούμενες κακώσεις σε έντερο, επίπλουν και νεφρά. Οι εν λόγω κακώσεις στο σύνολο τους, αλλά κυρίως και κατ' ουσίαν, η ρήξη της αορτής, προκάλεσαν μια τεράστια αιμορραγία με το επακόλουθο αποτέλεσμα να μην μπορεί η καρδιά να αντλήσει το αίμα κι αυτά με τη σειρά του να μην μπορεί να φτάσει στα διάφορα όργανα προκαλώντας έτσι το θάνατο. Αυτή η κάκωση συγκεκριμένα θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι από μόνη της θανατηφόρα κατ' ανάγκη. ΠΕΜΠΤΟΝ Στις εσωτερικές κακώσεις που περιεγράφηκαν προηγουμένως θα πρέπει να προσθέσουμε κι άλλες, που αν και δεν μπορούν να προκαλέσουν τόσο άμεσες συνέπειες όπως οι προηγούμενες, είναι επίσης άκρως σημαντικές, και θα μπορούσαν να συμβάλλουν στο μοιραίο γεγονός. Αναφερόμαστε στη ρήξη ή στην πλήρη διάρρηξη του σπόνδυλου D10 καθώς και του υπερκείμενου σπόνδυλου, τις οποίες επακολούθησε η διατομή νωτιαίου μυελού στο εν λόγω ύψος. ΕΚΤΟΝ Οι εσωτερικές κακώσεις που περιεγράφηκαν προηγουμένως συνδυάζονται με άλλες εξωτερικού χαρακτήρα που δεν κάνουν τίποτα παραπάνω από το να δείχνουν συμβολικά ποιος ήταν ο μηχανισμός συγκράτησης του σώματος κατά την πρόσκρουση. Αναφερόμαστε στα σημάδια της ζώνης ασφαλείας που παρατηρούνται στην κάτω περιοχή της κοιλιάς. Σε υπομφάλιο ύψος (κάτω από τον ομφαλό) υπάρχουν σημάδια που αναπαράγουν το σχέδιο της ζώνης ασφαλείας. Δεδομένου ότι έχει γίνει ήδη μια ευρεία περιγραφή, στην παράγραφο των ιατροδικαστικών ζητημάτων, για τη σημασία αυτών των σημαδιών, σημείων στο κάτω μέρος της κοιλιάς, θα πούμε απλώς εδώ ότι θεωρούμε ότι πρόκειται για σημάδια που αναλογούν σε μία εσφαλμένη χρήση της ζώνης ασφαλείας 3 σημείων, μηχανισμού ασφαλείας, εξάλλου υποχρεωτικού. Το σχέδιο και τα ίχνη αυτών των εξωτερικών σημαδιών ή σημείων, στον αριθμό τρία: -ένα εγκάρσιο, που αντιστοιχεί στον πυελικό ιμάντα, ένα άλλο, -το αμέσως από πάνω από το προηγούμενο- μ' ένα ίχνος ελαφρά πιο ανοδικό που θα αντανακλούσε την κίνηση ανόδου του πάνω ιμάντα τη στιγμή που προκαλείται η βίαιη επιβράδυνση, και ένα τρίτο που θα άνηκε στον ιμάντα συγκράτησης του θώρακα, με πιο διαγώνια τροχιά σε σχέση με τις προηγούμενες και που βρισκόταν αντί για πάνω από τον ώμο, από κάτω-, και ευρισκόμενα στο κάτω μέρος της κοιλιάς. Αυτά τα τρία περιγραφόμενα σημάδια ή σημεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την εσφαλμένη θέση της ζώνης ασφαλείας, συγκεκριμένα, με την τοποθέτηση του εν λόγω μηχανισμού κάτω από τον βραχίονα. ΕΒΔΟΜΟΝ Οι ιμάντες της ζώνης ασφαλείας τριών σημείων πρόσδεσης ενήργησαν, από κάθε άποψη, σαν να επρόκειτο για μηχανισμό 2 σημείων πρόσδεσης, προκαλώντας τις κλασικές και τυπικές κακώσεις αυτού του τύπου των μηχανισμών συγκράτησης ("Seat Belt Syndrome"), που στις μέρες μας δεν χρησιμοποιούνται καθόλου λόγω των δυσμενών επιπτώσεων που έχουν. ΟΓΔΟΟΝ Είναι, ακριβώς, η εσφαλμένη τοποθέτηση της ζώνης ασφαλείας μ' ένα μόνο σταθερό σημείο πρόσδεσης που βρίσκεται στην πυελό, το οποίο προκαλεί, από τη μια μεριά, το «καλούμενο φαινόμενο του σουγιά» με τις κακώσεις των εσωτερικών Οργάνων που έχουμε ήδη περιγράψει στην παρούσα έκθεση και, εντός αυτών, κυρίως, τη ρήξη της αορτής και των συμπαγών οργάνων όπως η σπλήνα και το συκώτι, και, από την άλλη, τη συγκράτηση της πυελού από τον μοναδικό ιμάντα της ζώνης ασφαλείας που κρατάει το σώμα στο κάθισμα («φαινόμενο μεντεσέ») και το εμποδίζει να έχει ώθηση προς τα εμπρός, ενώ αντίθετα προκαλεί άλλες κακώσεις, σ' αυτή την περίπτωση τυπικές, όπως είναι το κάταγμα τύπου Chance που σχετίζεται με μια διατομή νωτιαίου μυελού. Οι περιγραφόμενες κακώσεις, πρωτίστως η ρήξη της αορτής, οι οποίες προκλήθηκαν όλες από την εσφαλμένη θέση της ζώνης ασφαλείας, είναι η αιτία θανάτου. ΕΝΑΤΟΝ Ωστόσο, η προηγούμενη περιγραφή όλων αυτών των κακώσεων που βρίσκονται στο πτώμα και που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την εσφαλμένη χρήση της ζώνης ασφαλείας, μας φαίνεται εξίσου σημαντική για να τονίσουμε την απουσία τυπικών κακώσεων από την πίεση που ασκεί στον θώρακα και τον λαιμό η ζώνη ασφαλείας τριών σημείων πρόσδεσης όταν είναι σωστά δεμένη. H μη ύπαρξη των εν λόγω εξωτερικών και εσωτερικών κακώσεων, καθώς και των σημαδιών που θα άφηνε ο μηχανισμός πάνω στην επιφάνεια του δέρματος, θα επιβεβαίωναν επιπλέον τη δική μας θεώρηση σχετικά με μια εσφαλμένη τοποθέτηση της ζώνης ασφαλείας. ΔΕΚΑΤΟΝ Όπως αναφέραμε και στην αρχή της έκθεσης, μπορούμε να σκεφτούμε ότι η ύπαρξη μιας προηγούμενης παθολογικής κατάστασης αποτελούμενης από πολύ σημαντικές κακώσεις αθηρωμάτωσης στην αρτηρία αορτή οι οποίες περιγράφονται στην έκθεση της νεκροψίας, μαζί με την προχωρημένη ηλικία της θανούσας, θα μπορούσαν να είναι παράγοντες που συνέβαλαν στην ρήξη αυτής. ΕΝΔΕΚΑΤΟΝ Οι ζώνες ασφαλείας, που χρησιμοποιούνται με σωστά τρόπο, είναι μέτρα που προλαμβάνουν από σοβαρές κακώσεις, αλλά, όμως, η εσφαλμένη χρήση τους, όπως για παράδειγμα, η απουσία τοποθέτησης του ιμάντα συγκράτησης του ώμου, όπως είναι η περίπτωση που μελετάμε στην παρούσα έκθεση, μπορεί να έχει τραγικές συνέπειες. ΔΩΔΕΚΑΤΟΝ Από την ανάλυση και μελέτη της έκθεσης νεκροψίας καθώς και της φωτογραφικής έρευνας, μπορεί να καθοριστεί, από ιατροδικαστικής απόψεως, ότι η θανούσα -τη στιγμή της πρόσκρουσης-, δεν έκανε σωστή χρήση της ζώνης ασφαλείας σύμφωνα με τον ισχύοντα κανονισμό εξαλείφοντας λειτουργικά την πάνω πρόσδεση της ζώνης. ΔΕΚΑΤΟΝ ΤΡΙΤΟΝ Από ιατροδικαστικής απόψεως, στην υποθετική περίπτωση της σωστής χρήσης της ζώνης ασφαλείας, όπως υποχρεώνει ο ισχύων κανονισμός, οι κακώσεις θα ήταν πολύ πιο ελαφριές ή μέτριου χαρακτήρα.» Προφορικά επανέλαβε τις πιο πάνω θέσεις. Με αναφορά στις φωτογραφίες 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 8 του Τεκμηρίου 15 ανέφερε ότι δεν φαίνονται σοβαρές εξωτερικές κακώσεις στη θανούσα, δηλαδή ακρωτηριασμοί ή κατάγματα που να υποδεικνύουν ότι το δυστύχημα έγινε με μεγάλη ταχύτητα. Επανέλαβε τις απόψεις της (με βάση τη φωτογραφία 3 του Τεκμηρίου 15), ότι η θανούσα δεν φορούσε ορθά τη ζώνη της αφού στο θώρακα δεν αποτυπώθηκε σημάδι της ζώνης ασφαλείας. Το σώμα της θανούσας, σύμφωνα με το «φαινόμενο του υποβρυχίου», γλίστρησε κάτω από τον πυελικό ιμάντα γιατί δεν συγκρατείτο με τον ενδεικνυόμενο τρόπο. Υποστήριξε τη θέση ότι (φωτογραφία 6), τα σημάδια κάτω από τον βραχίονα δεν ήταν πτωματικά. Ήταν αποτέλεσμα του τρόπου που φορούσε το θύμα τη ζώνη της κάτω από τον αριστερό βραχίονα και της πίεσης που δέχθηκε κατά τη σύγκρουση. Τα αιματώματα επίσης στις φάλαγγες των τεσσάρων δακτύλων, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη φάλαγγα (φωτογραφία 4), ήταν αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο το θύμα συγκρατούσε τη ζώνη κάτω από τη μασχάλη. Η θέση της ήταν ότι η ρήξη της κοιλιακής αορτής συνδεόταν με τη μη ορθή πρόσδεση της ζώνης. Η πρόσδεση της ζώνης με τρία σημεία πρόσδεσης ωσάν να ήταν δύο σημείων πρόσδεσης προκαλεί το «φαινόμενο μαχαίρι» ή «σουγιά». Η ρήξη της κοιλιακής αορτής ήταν η βασική αιτία θανάτου γιατί αυτή προκαλεί τεράστια αιμορραγία που είναι ασυμβίβαστη με τη ζωή. Εάν η ζώνη ασφαλείας είχε τοποθετηθεί σωστά δεν θα προκαλείτο ρήξη της κοιλιακής αορτής. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ικανότητα της ιατροδικαστού που πραγματοποίησε τη νεκροψία. Εξήγησε ότι δεν διαφωνεί με τα ευρήματα της ως προς την αιτία θανάτου. Η διαφορά, όπως εξήγησε, είναι ότι η ίδια έκρινε ως βασική αιτία θανάτου την ρήξη της κοιλιακής αορτής ενώ την πλήρη διατομή του σπονδύλου ως έμμεση. Ως προς την άποψη που εξέφρασε για χαμηλή ταχύτητα των οχημάτων (50 ΧΑΩ), ανέφερε ότι την πληροφόρηση την έλαβε από το Κέντρο Μηχανικής της Σαραγόζα. Η ίδια δεν επισκέφθηκε τη σκηνή ή επιθεώρησε τα οχήματα. Ούτε εξέτασε τη θανούσα. Δεν είχε οποιαδήποτε γνώση αν οι υπόλοιποι επιβαίνοντες έφεραν ζώνη ασφαλείας, ούτε τι σωματικές βλάβες έπαθαν. Ήταν όμως με την εντύπωση ότι δεν ήταν σοβαρά. Η ρήξη της αορτής, σύμφωνα με την ίδια, δεν προκλήθηκε από τη διατομή της σπονδυλικής στήλης αλλά από τον πυελικό ιμάντα της ζώνης. Αρνήθηκε ότι τη διατομή του σπονδύλου και τη ρήξη της κοιλιακής αορτής προκάλεσε η σφοδρότητα της σύγκρουσης. Με αναφορά στις φωτογραφίες 5, 6 και 7 του Τεκμηρίου 8, υποστήριξε ότι η σύγκρουση ήταν πλαγιομετωπική. Η θανούσα συγκρατούσε με το αριστερό της χέρι τον θωρακικό ιμάντα που τον είχε περάσει κάτω από την μασχάλη της. Έτσι εξηγούνται οι μώλωπες της αριστερής παλάμης. Το γεγονός ότι δεν επηρεάστηκαν οι πρόσθιες φάλαγγες δείχνει ότι συγκρατούσε τον ιμάντα με δύναμη. Υποστήριξε τη θέση ότι κάτω από τον βραχίονα υπάρχει και γδάρσιμο που καταδεικνύει ότι το δέρμα ήρθε σε επαφή με επιφάνεια που δεν είναι τελείως λεία, όπως η ζώνη ασφαλείας. Daniel Espinosa Puertolas (ΜΥ2) Ανέφερε ότι είναι πτυχιούχος τεχνικής - μηχανικής βιομηχανίας του Πανεπιστημίου της Σαραγόζα στην Ισπανία (Τεκμήριο 28, (Α) Ισπανικό Κείμενο Πτυχίου, (Β) Ελληνική Μετάφραση). Κατέθεσε το βιογραφικό του σημείωμα ως Τεκμήριο 29, (Α) κείμενο στα Ισπανικά και (Β) μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα. Εργάζεται στο τμήμα διερεύνησης τροχαίων ατυχημάτων και οδικής ασφάλειας του «Κέντρου Σαραγόζα» (Centro Zaragoza). Το εν λόγω κέντρο έχει ετοιμάσει τα τελευταία 20 έτη πέραν των 1.800 εκθέσεων στις οποίες αναλύονται, αναπαρίστανται και εξηγούνται οι συνθήκες ατυχημάτων. Μέρος των καθηκόντων του είναι η διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων και η εκπαίδευση άλλων εμπειρογνωμόνων και δυνάμεων ασφαλείας (Τεκμήριο 30, (Α) κείμενο στα Ισπανικά και (Β) μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα κειμένου (Brochure) των δραστηριοτήτων του Κέντρου). Η Υπεράσπιση τους ανέθεσε την ετοιμασία έκθεσης. Στην ετοιμασία ασχολήθηκε ο ίδιος ως κύριος εξεταστής, ο Διευθυντής του Τμήματος και ο Υποδιευθυντής. Κατέθεσε τρεις εκθέσεις που ετοιμάστηκαν: - Τεκμήριο 31, έκθεση, (Α) μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα και (Β) κείμενο στα Αγγλικά, ημερομηνίας 9/9/15. - Τεκμήριο 32, έκθεση, (Α) μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα και (Β) κείμενο στην Αγγλική γλώσσα, ημερομηνίας 16/11/15. - Τεκμήριο 33, έκθεση, (Α) μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα και (Β) κείμενο στην Αγγλική γλώσσα, ημερομηνίας 20/12/15. Στις εκθέσεις που ετοίμασαν έλαβαν υπόψη τους τις φωτογραφίες, Τεκμήριο 8 και το σχέδιο επί κλίμακας, Τεκμήριο 3. Ανέφερε επίσης ότι διάβασε τις καταθέσεις των εμπλεκομένων μαρτύρων. Την ημέρα πριν την ακρόαση (δηλαδή στις 14/12/15), επισκέφθηκε και τη σκηνή για να επιβεβαιώσει τις μετρήσεις της Αστυνομίας, οι οποίες ήταν σωστές. Η έκθεση στο Τεκμήριο 31, αφορά μελέτη των παραμορφώσεων των οχημάτων. Με βάση τον τρόπο παραμόρφωσης καθορίστηκε η ταχύτητα της σύγκρουσης η οποία υπολογίστηκε περίπου στα 95 ΧΑΩ, δηλαδή το Δν (delta-
  2. v)για το όχημα Renault ήταν 50 ΧΑΩ και για το Mazda 45 ΧΑΩ. Στην έκθεση Τεκμήριο 33, χρησιμοποιήθηκε το πρόγραμμα Virtual Crash, το οποίο χρησιμοποιείται στην έρευνα τροχαίων ατυχημάτων. Σ' αυτή την έκθεση το Δν υπολογίστηκε στα 93,96 ΧΑΩ, για το Mazda 54,26 ΧΑΩ και για το Renault 39,70 ΧΑΩ. Στο Τεκμήριο 33 καταγράφονται τα ακόλουθα συμπεράσματα: «8. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 1. Με βάση την ανάλυση του ατυχήματος με το λογισμικό Εικονικής Σύγκρουσης, ανευρέθηκε ότι οι τελικές θέσεις που πήραν τα οχήματα μετά την πρόσκρουση, αντιστοιχούν με ταχύτητα προς τα εμπρός των 54,26 km/h για το όχημα Mazda και 39,70 km/h για το όχημα Renault. Η σχετική ταχύτητα ανάμεσα στα δυο οχήματα που ενεπλάκησαν στην σύγκρουση, κατά τη στιγμή της πρόσκρουσης, ήταν γύρω στα 93,96 km/h (54,26 + 39,70). 2. Με βάση την ανάλυση του ατυχήματος με το λογισμικό Εικονικής Σύγκρουσης, ανευρέθηκε ότι η «αντίστοιχη Delta-speed» (η πραγματική ταχύτητα σύγκρουσης έναντι σταθερού φράγματος) για το όχημα Mazda ήταν γύρω στα 39,10 km/h (54,27 - 15,17). λειτουργώντας με τον ίδιο τρόπο, δηλώθηκε ότι η «αντίστοιχη Delta-speed» του οχήματος Renault ήταν γύρω στα 53,27 km/h. 3. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης του ατυχήματος συνάδουν με τις καταθέσεις των μαρτύρων, συνεπώς σε κάποια στιγμή (δηλαδή περίπου ένα δευτερόλεπτο πριν από την σύγκρουση και λιγότερα από 20 μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης), το όχημα Mazda αρχίζει να καταλαμβάνει την δεξιά λωρίδα τον δρόμου συναντώντας το όχημα Renault στην αντίθετη κατεύθυνση στην αριστερή λωρίδα τον δρόμου (δεξιά λωρίδα όταν την βλέπουμε από το όχημα Mazda). Πιστεύουμε ότι τα γεγονότα που δηλώθηκαν στην παρούσα τεχνική έκθεση πραγματογνώμονα είναι αληθή.» Στην έκθεση, Τεκμήριο 32, χρησιμοποιήθηκε το λογισμικό πρόγραμμα MADYMO με το οποίο υπολογίζονται οι δυνάμεις που ασκούνται στο ανθρώπινο σώμα. Στη μελέτη περιλαμβάνονται διάφορα σενάρια αναλόγως του εάν φορούσε η συνοδηγός (και το άτομο που κάθεται πίσω) ζώνη ασφαλείας κανονικά, καθόλου ή λανθασμένα και τις ενδεχόμενες παραμέτρους. Συμπερασματικά, κατά την κυρίως του εξέταση ανέφερε (παραθέτω αυτούσιο απόσπασμα από τα πρακτικά): «Σε σχέση με τον τρόπο που προκλήθηκε το ατύχημα, αυτό που έχουμε ελέγξει και αποδείξει στις εκθέσεις μας και χτες όταν επισκέφθηκα τον τόπο του ατυχήματος, μπόρεσα να παρατηρήσω ότι περίπου τη στιγμή που μπόρεσε να μπει στο αντίθετο ρεύμα το Mazda, υπάρχει μια μικρή διαφορά στην κλίση και σύμφωνα με τη γνώμη μου, μια πιθανή εξήγηση που αποτελεί μόνο μια υπόθεση, ο οδηγός του οχήματος Mazda, μπόρεσε να στρέψει το τιμόνι προς τα δεξιά για να αντισταθμίσει αυτήν τη διαφορά στην κλίση και το έκανε υπερβολικά, γι' αυτό εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα. Αυτή η διαφορά κλίσης, υπάρχει ακριβώς στο σημείο τού ατυχήματος. Εάν όμως απομακρυνθούμε περίπου 50 μέτρα και παρατηρείται μια ελαφρότατη αλλαγή, που μπορεί να είναι μια εξήγηση, αλλά όπως λέω, είναι απλώς μια υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει, εγώ πήρα μια φωτογραφία, δεν ξέρω αν είναι δυνατόν, αν μπορώ να τη δείξω, για να προσπαθήσω να δω τι είχε συμβεί και όπως λέω δεν είναι εξήγηση ακριβής αυτή, που συνέβη, αλλά είναι μόνο μια υπόθεση. Τώρα, όσο για τον τρόπο που προκλήθηκε το ατύχημα, που όπως λέω κατά τη γνώμη μας, ήταν ένα λάθος δευτερολέπτου που και τελικά κατέληξε στο ατύχημα, χωρίς οι δύο οδηγοί να έχουν τη δυνατότητα να αντιδράσουν και όσον αφορά τις συνέπειες του ατυχήματος, η μη ορθή χρήση της ζώνης ασφαλείας, προκάλεσε σε ορισμένα μέρη του σώματος της επιβαίνουσας, συγκεκριμένα στην κοιλιακή χώρα, πιέσεις 12 φορές ανώτερες, από αυτές που θα είχαν προκληθεί, αν είχε κάνει ορθή χρήση. Και αυτός είναι ένας από τους λόγους, που μπορούμε να υποθέσουμε ότι το ατύχημα είχε μια συγκεκριμένη σοβαρότητα, γιατί αυτή η ταχύτητα δεν ήταν τέτοια, ούτως ώστε να υπάρχουν θύματα και ακόμα επίσης ήταν λιγότερο πιθανόν να συμβεί αυτό, σε ζώνες που δεν ήταν άμεσα στη σύγκρουση. H μη ορθή χρήση της ζώνης, θα εξηγούσε την εμφάνιση τραυμάτων πολύ σοβαρών, ως τον θάνατο του θύματος.» Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι χρησιμοποιούνται ανδρείκελα στα Crash Test τα οποία αναπαριστούν το ανθρώπινο σώμα. Εξήγησε ότι αυτό που αναλύεται είναι οι πιέσεις που ασκούνται στο ανθρώπινο σώμα. Ως προς την κατανόηση τραυμάτων, ανέφερε ότι παρακολούθησε σειρά μαθημάτων αλλά δεν είναι ειδικός. Δεν γνώριζε την κα Luisa Bernad Perez (ΜΥ 1), ούτε συζήτησε καθόλου με την Υπεράσπιση οτιδήποτε σε σχέση με αυτήν. Τις πληροφορίες για το δυστύχημα τις έλαβε από τον προϊστάμενο του Juan Luis De Miguel, ο οποίος έλαβε την πληροφόρηση από την Υπεράσπιση. Δεν είχε κανένα λόγο να αμφισβητήσει τις πληροφορίες που του δόθηκαν. Δεν ανεγνώρισε τις καταθέσεις μαρτύρων στην Ελληνική γλώσσα. Διευκρίνισε όμως ότι είχε δει μεταφράσεις στα Ισπανικά των καταθέσεων της κας Δωρίτου και της οδηγού του οχήματος της θανούσης. Δεν μπορούσε να γνωρίζει εάν οι μεταφράσεις ήταν ακριβείς. Είχε επίσης δει τις φωτογραφίες, Τεκμήριο 8. Δεν εξέτασε τις ιατροδικαστικές εκθέσεις γιατί δεν τον αφορούσαν. Αναφέρθηκε σε επίσκεψη του στο χώρο του δυστυχήματος και ήταν σίγουρος για την ορθότητα του χώρου γιατί συνέπιπτε με το φωτογραφικό υλικό. Έλεγξε τις μετρήσεις με ειδικό όργανο επί τόπου. Το γεγονός ότι προέβη σε μετρήσεις στο χώρο μετά, δεν επηρέαζε καθόλου τις εκθέσεις που ετοιμάστηκαν. Αρνήθηκε ότι η επιτόπια εξέταση ήταν προαπαιτούμενο. Αρνήθηκε ότι το crash test που αναφέρεται στο Τεκμήριο 31, στηρίχθηκε σε ανόμοια με το δυστύχημα στοιχεία. Αντίθετα έφτασαν σε πολύ όμοιο αποτέλεσμα. Η θέση του ήταν ότι ο χρόνος που κινήθηκε ο κατηγορούμενος στην άλλη λωρίδα ήταν περίπου 1 δευτερόλεπτο. Κατέληξε στο συμπέρασμα, σύμφωνα με την ανάλυση των πορειών, τις παραμορφώσεις που παρατηρούνται στα οχήματα και τις τελικές τους θέσεις, σύμφωνα με την περιγραφή της Αστυνομίας. Αρνήθηκε ότι το συμπέρασμα αυτό συγκρούεται με τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου για δευτερόλεπτα. Ο κατηγορούμενος διένυσε απόσταση λιγότερα των 20 μέτρων στην αντίθετη λωρίδα. Κατέληξε στο συμπέρασμα με βάση το αστυνομικό σχέδιο. Αρνήθηκε ότι τα ευρήματα των εκθέσεων Τεκμήριο 31 και Τεκμήριο 33 είναι συγκρουόμενα. Ο υπολογισμός ταχύτητας στο Τεκμήριο 31, έγινε με βάση τις παραμορφώσεις των οχημάτων και υπολογίστηκε μεταξύ 90-110 ΧΑΩ. Στο Τεκμήριο 33, ο υπολογισμός στα 93,96 ΧΑΩ είναι ακριβέστερος αφού υπολογίστηκε με ειδικό λογισμικό. Αρνήθηκε ότι οι εκθέσεις ετοιμάστηκαν επί σκοπώ για να καταδειχθεί ότι η θανούσα δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Δε γνώριζε τη μηχανική κατάσταση των οχημάτων πριν τη σύγκρουση, δεν είχε ενημέρωση για βλάβη. Ανέλυσαν μόνο τη σύγκρουση. Ανέφερε τέλος ότι αν η θανούσα δεν φορούσε ζώνη σωστά, η πίεση που θα ασκείτο σε αυτήν θα ήταν 12 φορές περισσότερη με αυξημένο όριο τραυμάτων. Ruth Toribio Lopez Carlo (ΜΥ3) Υιοθέτησε γραπτή δήλωση της (Τεκμήριο 34), ως μέρος της κυρίως εξέτασης. Στην εν λόγω δήλωση αναφέρει ότι κατάγεται από την Ισπανία. Είναι πτυχιούχος Κλασσικής Φιλολογίας του Αυτόνομου Πανεπιστημίου της Μαδρίτης (Τεκμήριο 35, αντίγραφο του πτυχίου της με μετάφραση). Συνεργάζεται από το 2007 με τον κλάδο μεταφράσεων του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών και από το 2009 το όνομα της συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο συνεργατών/μεταφραστών του Γραφείου. Κατέθεσε πιστοποιητικό του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ημερομηνίας 7/8/2006 (Τεκμήριο 36), ότι παρακάθισε με επιτυχία στη γραπτή και προφορική εξέταση για διαπίστωση της πολύ καλής γνώσης της Ελληνικής γλώσσας, επιστολή ημερομηνίας 7/10/2009 (Τεκμήριο 37), του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών για τη συμπερίληψή της στον κατάλογο συνεργατών /μεταφραστών του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών και βεβαίωση του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών ημερομηνίας 8/7/15(Τεκμήριο 38), ότι έχει εξουσιοδότηση να μεταφράζει από Ισπανικά στα Ελληνικά και Αγγλικά και αντίστροφα. Ο κατηγορούμενος της ζήτησε να μεταφράσει διάφορα έγγραφα από τα Ελληνικά στα Ισπανικά, μεταξύ των οποίων η κατάθεση της Χριστίνας Δωρίτου Βύρωνος (Τεκμήριο 39, ένορκη δήλωση με επισυνημμένη μετάφραση στα Ισπανικά (Τεκμήριο Α) και αντίγραφο της κατάθεσης στα Ελληνικά (Τεκμήριο Β) και της Erandi Chanika (Τεκμήριο 40, ένορκη δήλωση με επισυνημμένη μετάφραση στα Ισπανικά (Τεκμήριο Α) και αντίγραφο σε πιστή μετάφραση, δηλαδή απέδωσε στην Ισπανική γλώσσα το περιεχόμενο της Ελληνικής. Δεν αντεξετάστηκε. Οι Εισηγήσεις των Συνηγόρων Και οι δύο συνήγοροι αγόρευσαν εκτενώς. Θα συνοψίσω τις θέσεις τους προσπαθώντας να τις αποδώσω όσον το δυνατόν καλύτερα. Η συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος που προβλέπεται από το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Με αναφορά στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ζυπιτής ν Αστυνομίας

(2003)2 ΑΑΔ 220, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409 και Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 ως επίσης και τις Αγγλικές Αποφάσεις R. v. Gosney [1971] 55 Cr. App R. 502 και R. v Lawrence [1981] 1 All ER 974, ανέλυσε τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και συγκεκριμένα τη φύση της ένοχης διάνοιας (mens rea) που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Η θέση της ήταν ότι απλή αμέλεια δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (παρέπεμψε στην R. v. Hundal [1993] 1 S.C.R. 867 και στην R. v. Beatty [2008] 1 S.C.R. 49, αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά). Περαιτέρω ανέφερε αντικείμενο εξέτασης είναι ο τρόπος οδήγησης και όχι η πρόκληση του θανάτου (βλ. R. v. Anderson [1990] 1 S.C.R. 265). Υποστήριξε ότι με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία φαίνεται ότι η οδήγηση του κατηγορούμενου στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ήταν για ελάχιστο χρόνο και δεν συνδεόταν με άλλο παράγοντα που να την καθιστά αλόγιστη, επικίνδυνη απερίσκεπτη. Το γεγονός ότι η θανούσα δεν είχε προσδέσει σωστά τη ζώνη της επίσης θέτει εν αμφιβόλω αν ο θάνατος της προέκυψε από την οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αναφέρει στην τελευταία σελίδα της αγόρευσης της τα ακόλουθα (σελ. 46 -47): «
  1. Ως προς τα ερωτήματα που αφορούν την νομική πτυχή της υπόθεσης, δεν έχει αποδειχτεί πέρα λογικής αμφιβολίας από την Κατηγορούσα Αρχή, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε σύμφωνα με το απαιτούμενο actus reus και mens rea του α.210 ΠΚ. Αλλά ακόμη και εάν θεωρηθεί (εσφαλμένως) ότι οδηγούσε έτσι, τότε δεν έχει αποδειχθεί πέρα κάθε λογικής αμφιβολίας α.] ότι ο κατηγορούμενος αντελήφθη τον τρόπο οδήγησης του, β.] ενώ είχε χρόνο αντίδρασης δεν άλλαξε την συμπεριφορά τον και γ.] ότι η σύγκρουση εξαιτίας αυτού του τρόπου οδήγησης, θα επέφερε το αποτέλεσμα του θανάτου ακόμη και εάν το θύμα φορούσε την ζώνη ασφαλείας σωστά και στα τρία σημεία πρόσδεσης, ως εκ του νόμου και της λειτουργίας της προβλέπεται.
  2. Ως εκ τούτων, δέον όπως ο κατηγορούμενος κ. Monreal Julio, απαλλαγεί της κατηγορίας του άρθρου 210 ΠΚ (Κεφ. 154).» Ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, ανέφερε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα. Ο μόνος λόγος που προκλήθηκε ο θάνατος της θανούσης ήταν γιατί ο κατηγορούμενος εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε το λάθος του. Η οδηγός του οχήματος που επέβαινε η θανούσα δεν έκανε οποιοδήποτε λάθος. Παρέπεμψε στο σύγγραμμα του αδελφού Δικαστή κ. Κ. Σατολιά, Στοιχεία Ποινικού Δικαίου και Δικονομίας, σελ. 166 -171, σε σχέση με τις προϋποθέσεις απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Το δυστύχημα ανέφερε, δεν προκλήθηκε από στιγμιαία αμέλεια του κατηγορουμένου αφού δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης. Αν ο κατηγορούμενος οδηγούσε στη σωστή λωρίδα πορείας είχε ορατότητα 43.80 μέτρων. Ανέφερε επίσης ότι ως προς τα ζητήματα ορθής ή μη πρόσδεσης της ζώνης ασφαλείας δεν τέθηκαν σε ουσιώδεις μάρτυρες όπως τον ΜΚ1 και την ΜΚ 6 την οδηγό του οχήματος που επέβαινε η θανούσα (βλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551). Επίσης βασικές πτυχές της έκθεσης της κας Perez (MY1) δεν τέθηκαν στην κα. Παπέττα (ΜΚ 7). Με αναφορά στις αποφάσεις Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 120, Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 841, Σιμιλλίδης ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 152, Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού
(2009)2 ΑΑΔ 543, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473 και Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409 εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί η κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου. Κοινές Θέσεις των Μαρτύρων Από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία προκύπτουν οι ακόλουθες κοινές θέσεις μεταξύ των μαρτύρων: - Το δυστύχημα συνέβη στις 25/7/2015 περί ώρα 16:30 στο δρόμο Σαïττά - Πέρα Πεδί με αποτέλεσμα το θάνατο της Ηλιούς Δημητρίου. - Ο δρόμος είναι μονής κυκλοφορίας, υπάρχουν δηλαδή δύο λωρίδες αντίθετης κατεύθυνσης. - Ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα τύπου Mazda Axela, με αρ. εγγραφής ΜΗΕ 307 με συνοδηγό την Milena Mihaylova (ΜΚ 3) με κατεύθυνση Πέρα Πεδί προς Μονιάτη. - Η θανούσα, επέβαινε του οχήματος τύπου Renault Clio, με αρ. εγγραφής ΚΗΗ
  1. Το όχημα οδηγείτο από την Erandi Chanika (ΜΚ 6). Η θανούσα ήταν στην θέση του συνοδηγού. Ο σύζυγος της θανούσης καθόταν πίσω της και δίπλα του ένα πεντάχρονο αγόρι. Η κατεύθυνση που ακολουθούσε το όχημα ήταν από Μονιάτη προς Πέρα Πεδί. - Οι φωτογραφίες της σκηνής του Τεκμηρίου 8 επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι απεικονίζουν τα εμπλεκόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις. Αξιολόγηση Αξιολόγηση Αστ. 392 Λούκα Αθανασίου (ΜΚ 1) Ο εν λόγω μάρτυρας προέβη σε αριθμό μετρήσεων και σε καταγραφή ευρημάτων στη σκηνή του δυστυχήματος. Ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) και το σχέδιο επί κλίμακας (Τεκμήριο 3). Έλαβε επίσης αριθμό φωτογραφιών της σκηνής και των οχημάτων (Τεκμήριο 8). Οι υπολογισμοί του και η καταγραφή των ευρημάτων δεν έχει αμφισβητηθεί. Δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ή να αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς των ενεχομένων οδηγών για την ταχύτητα τους. Μου έδωσε την εντύπωση ότι παρέθεσε με αντικειμενικότητα τις θέσεις του. Δέχομαι τα προσόντα του και τον κρίνω αξιόπιστο μάρτυρα. Από τη μαρτυρία του δέχομαι τις μετρήσεις στις οποίες προέβη και αποτύπωσε στα σχέδια που ετοίμασε, την καταγραφή των σημείων σύγκρουσης, των ζημιών στα οχήματα, ως επίσης τη φύση, περιγραφή και κατάσταση του οδοστρώματος και την ορατότητα. Δέχομαι επίσης ότι είχαν ενεργοποιηθεί οι μπροστινοί αερόσακοι των δύο οχημάτων και ότι είχαν ενεργοποιηθεί το σύστημα συγκράτησης των ζωνών ασφαλείας της θέσης του οδηγού και συνοδηγού στο όχημα ΚΗΗ
  2. Δέχομαι επίσης ότι προέβη σε καταγραφή των πορειών των οχημάτων των εμπλεκόμενων οδηγών όπως αυτές του είχαν εξηγηθεί. Από την άλλη η αναφορά του για οδήγηση του κατηγορούμενου περί των 50 μέτρων στην αντίθετη λωρίδα πορείας δεν αποτελεί αντικειμενικό εύρημα του αλλά εκτίμηση με βάση τα λεχθέντα του κατηγορούμενου τα οποία δεν επιβεβαιώνονται από άλλη μαρτυρία. Δεν θα δώσω επομένως οποιαδήποτε βαρύτητα στην αναφορά αυτή. Δεν δέχομαι επίσης ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε προσπάθεια αποφυγής της σύγκρουσης. Η θέση του αυτή δεν επεξηγήθηκε πειστικά από τον μάρτυρα σε σχέση με την τελική θέση του οχήματος του κατηγορουμένου (τροχοί σε ευθεία γραμμή) ή το χρόνο πορείας του κατηγορούμενου στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Αξιολόγηση Αστ. 2368 Χριστόφορου Γρηγορίου (ΜΚ 2) Η μαρτυρία του εν λόγω αστυφύλακα δεν αμφισβητήθηκε. Οι αναφορές του αφορούσαν τις ενέργειες στις οποίες προέβη αφού κατέφθασε στη σκηνή του δυστυχήματος, την οποία και προφύλαξε. Τον κρίνω αξιόπιστο και δέχομαι τη μαρτυρία του. Δέχομαι ότι ο κατηγορούμενος του είπε «it's my fault». Αξιολόγηση της Milena Mihaylova (ΜΚ 3) Η μάρτυρας αυτή ήταν η συνοδηγός του κατηγορούμενου. Πέραν της μαρτυρίας που έδωσε σε σχέση με τις περιστάσεις του δυστυχήματος κατέθεσε και σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου τις αμέσως προηγούμενες μέρες. Δεν ηγέρθη ένσταση από την υπεράσπιση ως προς τη σχετικότητα της μαρτυρίας αυτής. Μάλιστα αντεξετάστηκε εκτενώς επί των όσων ανέφερε. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς τη σχέση της με τον κατηγορούμενο. Ως προς τις περιστάσεις του δυστυχήματος δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητική. Δεν φαίνεται να αντιλήφθηκε για πόσο χρόνο το όχημα του κατηγορούμενου ήταν στην αντίθετη λωρίδα. Όταν το αντιλήφθηκε, ανέφερε ότι υπήρχε απόσταση 10 - 15 μέτρων μεταξύ τους και του οχήματος ΚΗΗ
  3. Δεν ήταν όμως καθόλου συγκεκριμένη. Με προβλημάτισε επίσης η σημασία των αναφορών της σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου τις προηγούμενες του δυστυχήματος ημέρες. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα σε δύο περιπτώσεις όπου «απέτρεψε» τον κατηγορούμενο από το να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας μετά από στάση σε φώτα τροχαίας ή σταυροδρόμι. Στην R v. McKenzie [2008] EWCA Crim 758, το Αγγλικό Εφετείο έκρινε ότι μαρτυρία σε σχέση με προηγούμενες οδικές παραβάσεις ή συμπεριφορά και δη για παραβάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε καταδίκη πρέπει να προσεγγίζονται με ιδιαίτερη προσοχή. Όπου γίνεται δεκτή τέτοια μαρτυρία ο Δικαστής θα πρέπει να καθοδηγεί τους ενόρκους ώστε να μην της προσδώσουν υπερβολική σημασία. Ο Toulson LJ ανέφερε χαρακτηριστικά: «
  4. It has also to be borne in mind that if the allegations of prior misconduct have not given rise to any previous investigation, the evidence is liable to be stale and incomplete. The defendant may also be prejudiced in trying to meet it, for lapse of time and inability to pinpoint details (e.g. of time and place) may result in such allegations being hard to repel and the jury may be left thinking that there is no smoke without fire.
  5. For all these reasons applications of the kind made by the prosecution in the present case need to be approached with considerable caution. If a judge decides to admit such evidence, he must also consider how to deal with it in his summing up in a way which is fair and does not give undue prominence to the bad character evidence.» Στις τοποθετήσεις της, σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου, διέκρινα κάποια υπερβολή. Από τη μια δέχθηκε ότι οι περιπτώσεις ήταν μόνο δύο, και μάλιστα ο κατηγορούμενος δεν είχε εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα, από την άλλη ανέφερε ότι ένιωθε να κινδυνεύει. Δεν έχω πεισθεί, ότι τα όσα ανέφερε περί της προηγούμενης οδικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, καταδεικνύουν οποιαδήποτε σχετικότητα με τις συνθήκες του επίδικου δυστυχήματος. Αφορούν ανόμοια περιστατικά, ενδεχόμενη αλλαγή λωρίδας σε σταυροδρόμια ή φώτα τροχαίας, ενώ το δυστύχημα έγινε σε στροφή. Ως προς τη σχέση της με τον κατηγορούμενο η αντεξέταση δεν κατέδειξε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο από πλευράς της. Δεν κρίνω όμως τη μάρτυρα αξιόπιστη λόγω των στοιχείων υπερβολής και ανακριβειών που διαπίστωσα στη μαρτυρία της. Αξιολόγηση Κυριάκου Μαρκουλλή (ΜΚ 4) Τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν και κρίνω τον μάρτυρα ως ειδικό σε σχέση με τα θέματα για τα οποία κατέθεσε. Διαπίστωσε ότι τα συστήματα πέδησης και διεύθυνσης των δύο οχημάτων δεν είχαν οποιοδήποτε πρόβλημα πριν το δυστύχημα. Παρά τη γραμμή της αντεξέτασης δεν καταδείχθηκε οποιοδήποτε σφάλμα στα ευρήματα του. Κρίνω τον μάρτυρα αξιόπιστο και δέχομαι τη μαρτυρία του. Αξιολόγηση Χριστίνας Δωρίτου Βύρωνος (ΜΚ 5) Η εν λόγω μάρτυρας ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος. Κατέθεσε με σαφήνεια και ανεξάρτητα αφού δεν συνδεόταν με οποιοδήποτε από τα μέρη. Η μάρτυρας μου έκαμε εξαιρετική εντύπωση και δέχομαι τη μαρτυρία της ως προς τις περιστάσεις του δυστυχήματος στην ολότητα της. Αξιολόγηση Erandi Chanika (ΜΚ 6) Με προβλημάτισε η θέση του κ. Αργυρού ότι η μάρτυρας αυτή δεν αντεξετάστηκε επί ουσιωδών θεμάτων που αφορούσαν την ορθή πρόσδεση της ζώνης ασφαλείας της θανούσης. Κατά την κυρίως εξέταση της ερωτήθηκε από τον κ. Αργυρού (σελ. 26 του πρακτικού εκείνης της ημέρας): «Ε. Και ακολούθως μετά τη σύγκρουση τι έγινε; Α. Βγήκα έξω από το αυτοκίνητο, πήγα στη γιαγιά, της έβγαλα τη ζώνη ασφαλείας και την έβαλα να ξαπλώσει στο κάθισμα.» Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε στη μάρτυρα η ακόλουθη γραμμή ερωτήσεων (σελ. 30 - 31 των πρακτικών της ημέρας): «Ε. Öïñïýóáí æþíåò áóöáëåßáò ïé óõíåðéâÜôåò óáò; Á. Íáé óßãïõñá, üëïé öïñïýóáí. Å. Êáé ôï ðáéäß; Á. Íáé. Å. ÎÝñåôå áí ìðïñïýóå íá öïñÝóåé Ýíá ðáéäß æþíç áóöáëåßáò óôçí çëéêßá ôïõ Þ áí Ýðñåðå íá åß÷å Üëëïí ôñüðï íá ôï äÝóïõí óôï áõôïêßíçôï; Á. Åãþ Ýâáëá ôç æþíç áóöáëåßáò óôï ðáéäß. Å. Ãíùñßæåôå áí ôá ðáéäéÜ ðñÝðåé íá Ý÷ïõí åéäéêü êÜèéóìá ãéá ôçí áóöÜëåéá ôïõò; Á. Åêåßíç ôç ÷ñïíéêÞ óôéãìÞ äåí õðÞñ÷å åéäéêü êÜèéóìá ãéá ôï ðáéäß. Å. Ãíùñßæåôå åðßóçò åÜí üëåò ïé æþíåò áóöáëåßáò, äçëáäÞ ôçò óõíïäçãïý óáò êáé ôïõ êýñéïõ ðïõ Þôáí ðßóù áðü ôç óõíïäçãü óáò Þôáí öïñåìÝíåò óùóôÜ Þ ëÜèïò; Á. Ðñéí îåêéíÞóù ôï áõôïêßíçôï ñþôçóá, äéáâåâáéþèçêá áí öïñïýí ôéò æþíåò ôïõò. H ãéáãéÜ ðïõ Þôáí óõíïäçãüò Ýâëåðá ðïëý êáëÜ ôç æþíç ôçò, åãþ Ýâáëá ôç æþíç óôï ìùñü êáé ôçí þñá ðïõ Ýâáæá ôç æþíç óôï ðáéäß ðßóù åßäá êáé ôïí ðáððïý ðïõ êáèüôáí ðßóù ðïõ Ýâáæå êáé ôçí äéêÞ ôïõ. Å. Áõôü åííïåßôå äçëáäÞ üôé ôçí Ýâáëáí óùóôÜ, üôé åßäáôå íá ìðáßíåé ç æþíç; Á. Íáé.» Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς Υπεράσπισης και τη γραμμή αντεξέτασης που ακολουθήθηκε σε σχέση με τη ΜΚ 7, αποτελεί βασική θέση της Υπεράσπισης ότι η θανούσα δεν φορούσε κανονικά τη ζώνη ασφαλείας της όταν έγινε το δυστύχημα. Τη φορούσε ως ζώνη πρόσδεσης δύο σημείων αντί τριών με αποτέλεσμα οι τραυματισμοί που προέκυψαν, και επομένως η πρόκληση του θανάτου, να είναι δυσανάλογοι της φύσης του δυστυχήματος. Σημειώνω ότι η Υπεράσπιση δεν με κάλεσε κατά την τελική της αγόρευση να κρίνω την ΜΚ 6 αναξιόπιστη. Αντίθετα με κάλεσε να δεχθώ τις αναφορές της σε σχέση με το χρόνο και τρόπο που εισήλθε το όχημα του κατηγορουμένου στη λωρίδα κυκλοφορίας της. Προκύπτει επομένως ζήτημα κατά πόσο η αντεξέταση που έγινε κάλυψε την προβαλλόμενη Υπεράσπιση, αν δηλαδή έγινε άμεσα ή έμμεσα εισήγηση στη ΜΚ 6 ότι κατά τη σύγκρουση η θανούσα δεν είχε προσδέσει κατά τον προβλεπόμενο τρόπο την ζώνη ασφαλείας της. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2013, αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 2471-2472, παρ. F7.8 - F7.9 όσον αφορά την ανάγκη υποβολής σε μάρτυρα θέσης από την πλευρά που την ισχυρίζεται: «In Wood Green Crown Court, ex parte Taylor [1995] Crim LR 879, the Divisional Court approved the following principle as stated in the 1995 edition of this work: a party who fails to cross-examine a witness upon a particular matter in respect of which it is proposed to contradict him or impeach his credit by calling other witnesses, tacitly accepts the truth of the witness's evidence in chief on that matter, and will not thereafter be entitled to invite the jury to disbelieve him in that regard. The proper course is to challenge the witness while he is in the witness-box or, at any rate, to make it plain to him at that stage that his evidence is not accepted (Hart
(1932)23 Cr App R 202). Thus in Bircham [1972] Crim LR 430, counsel for the accused was not permitted to suggest to the jury in his closing speech that the co-accused and a prosecution witness had committed the offence charged, where the allegation had not been put to either in cross-examination. . nothing would be more absolutely unjust than not to cross-examine witnesses upon evidence which they have given, so as to give them notice, and to give them an opportunity of explanation, and an opportunity very often to defend their own character, and, not having given them such an opportunity, to ask the jury afterwards to disbelieve what they have said, although not one question has been directed either to their credit or to the accuracy of the facts they have deposed to. (Browne v Dunn
(1893)6 R 67, per Lord Halsbury at pp. 76-7, followed in Fenlon
(1980)71 Cr App R 307.) .. The rule under discussion is not hard-and-fast or inflexible. Thus where it is proposed to invite the jury to disbelieve a witness on a particular matter, it will not always be necessary to put to him explicitly that he is lying, provided that the overall tenor of the cross-examination is designed to show that his account is incapable of belief (Lovelock [1997] Crim LR 821). Indeed in some cases it may be that the point upon which the witness is to be impeached is manifest, as when the story he tells is incredible, and it is unnecessary to cross-examine him upon it at all: the most effective cross-examination would be to ask him to leave the box (Browne v Dunn, per Lords Herschell LC and Morris). Application of the rule may also be unnecessary in the case of a witness whose evidence is purely corroborative of the evidence of another witness whose evidence-in-chief has already been challenged in cross-examination. It is a sensible practice, however, to secure the assurance of the trial judge, and the agreement of the party calling the witness, that failure to cross-examine in such circumstances will not be taken as a tacit acceptance of the witness's evidence.» (Υπογράμμιση δική μου) Στην Adidas Sportsshuhfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Limited
(1987)1 CLR 383, υπογραμμίστηκε ότι η ελευθερία αμφισβήτησης της θέσης της άλλης πλευράς βρίσκεται στον πυρήνα του δικαιïκού μας συστήματος της αντιπαράθεσης που βασίζεται στη διασαφήνιση της αλήθειας, με τη διαδικασία της αμφισβήτησης του αντιδίκου με όλες τις βασικές θέσεις της άλλης πλευράς. Στην απουσία τέτοιας αμφισβήτησης, το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μόνο τη θέση της μιας πλευράς και μπορεί για αυτό το λόγο να την αγνοήσει ως μονόπλευρη και ασυμβίβαστη με το δικαίωμα του αντιδίκου να παρουσιάσει τη θέση του σχετικώς με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, σελ. 721). Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων (βλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551). Η ΜΚ 6 κατά την κυρίως της εξέταση τοποθετήθηκε πολύ συγκεκριμένα, ότι η θανούσα φορούσε τη ζώνη της. Μάλιστα ήταν αυτή που της αφαίρεσε τη ζώνη μετά το δυστύχημα. Ρωτήθηκε αν γνώριζε αν τη φορούσε ορθά και απάντησε ότι προτού ξεκινήσει το όχημα ρώτησε και διαβεβαιώθηκε ότι όλοι φορούσαν τις ζώνες τους. Για τη συνοδηγό, τη θανούσα, ανέφερε μάλιστα ότι έβλεπε πολύ καλά τη ζώνη της. Από το πρακτικό που παρέθεσα δεν διαπιστώνεται αμφισβήτηση των θέσεων της. Δεν διαπιστώνω επίσης οποιαδήποτε υποβολή σε σχέση με τον τρόπο που η Υπεράσπιση ισχυρίζετο ότι είχε προσδεθεί η ζώνη, έστω, και την ώρα της σύγκρουσης. Αντίς αυτού η συνήγορος της Υπεράσπισης επέλεξε να θέσει όλα αυτά τα ζητήματα στην ιατροδικαστή, ΜΚ 7 (κα Παπέττα), και να παρουσιάσει δικό της πραγματογνώμονα, ΜΥ 1 (κα Perez), προσπαθώντας προφανώς να τεκμηριώσει επιστημονικά τη θέση. Εξέτασα επομένως κατά πόσο διαπίστωση πραγματικού γεγονότος ότι η θανούσα δεν φορούσε ορθά τη ζώνη της εξυπακούει τη μη αποδοχή θέσης της ΜΚ 6 χωρίς να της είχε δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί επί της αλήθειας των δηλώσεων της. Σημειώνω ότι η γραμμή της αντεξέτασης, ο τόνος και η φύση των ερωτήσεων, δεν ήταν τέτοια που να δίδουν την εντύπωση ότι τα όσα ανέφερε η ΜΚ 6 δεν ήταν ικανά να γίνουν πιστευτά. Υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι το ζήτημα της ορθής ή μη πρόσδεσης της ζώνης ασφαλείας της θανούσης κατά το χρόνο της σύγκρουσης ήταν θέμα το οποίο έπρεπε να της είχε τεθεί ειδικά για να τοποθετηθεί αφού η ΜΚ 6 αναφέρθηκε πολύ συγκεκριμένα ως προς τον αρχικό τρόπο πρόσδεσης και ότι αποσυνέδεσε τη ζώνη της θανούσας μετά το δυστύχημα. Ακολούθως η Υπεράσπιση θα μπορούσε να διαψεύσει, στην απουσία άλλου αυτόπτη μάρτυρα, επιστημονικά την οποιαδήποτε εκφρασθείσα θέση. Ως προς το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της, δηλαδή τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος δεν αμφισβητήθηκε. Ήταν σαφής και χωρίς ίχνος υπερβολής περιέγραψε τις περιστάσεις του δυστυχήματος. Η μάρτυρας μου έκαμε καλή εντύπωση. Κρίνω τη μάρτυρα αξιόπιστη και δέχομαι τη μαρτυρία της ως προς τις περιστάσεις του δυστυχήματος στην ολότητα της. Δέχομαι επίσης ότι η θανούσα όταν ξεκίνησε το ταξίδι της φορούσε την ζώνη ασφαλείας της σωστά. Αξιολόγηση Δρ. Αγγελικής Παπέττα (ΜΚ 7) και της Δρ. Luisa Bernad Perez (ΜΥ 1) Τυγχάνει εξεταστέο κατά πόσο οι μάρτυρες ΜΚ 7 και ΜΥ 1 είναι εμπειρογνώμονες στον τομέα της ιατρικής - ιατροδικαστικής. Η ΜΥ 1 ανέφερε ότι είναι επίσης ειδικός στην αξιολόγηση σωματικών βλαβών. Αφού έλαβα υπόψη τα προσόντα - που δεν έχουν αμφισβητηθεί - και την πείρα τους σε συνάρτηση με τη νομική πλευρά του θέματος (βλ. Evangelou and Another v. Ambizas and Another
(1982)1 CLR 41, κρίνω ότι αυτές είναι εμπειρογνώμονες μάρτυρες σε θέματα της ειδικότητάς τους. Από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι τα ακόλουθα αποτελούν κοινές θέσεις τους: - Η θανούσα υπέστη πλήρη διατομή της σπονδυλικής στήλης - Η θανούσα υπέστη ρήξη της κοιλιακής αορτής. - Δεν υφίσταται επίσης διαφωνία ως προς τις λοιπές εσωτερικές κακώσεις που υπέστη η θανούσα. Η διαφωνία μεταξύ των δύο εμπειρογνωμόνων ήταν κατά πόσο, τα μελανά σημεία που εντοπίζονταν κάτω από τον αριστερό μαστό (φωτογραφίες 5, 6 και 7 του Τεκμηρίου 15), ήταν εκχυμώσεις ή πτωματική υπόσταση. Η ΜΚ 7 είχε την άποψη ότι ήταν πτωματική υπόσταση που δημιουργήθηκε ενδεχομένως λόγω της τοποθέτησης της θανούσης μετά το θάνατο σε ψυγείο. Σύμφωνα με την ίδια δεν ήταν εκχυμώσεις γιατί δεν είχαν το ίδιο χρώμα με άλλες εκχυμώσεις. Η ΜΥ1 από την άλλη, αντέτεινε ότι ήταν εκχύμωση, που προκλήθηκε από τον τρόπο πρόσδεσης της ζώνης ασφαλείας από τη θανούσα. Η θανούσα, εισηγήθηκε, πέρασε τον θωρακικό ιμάντα κάτω από την αριστερή της μασχάλη. Άλλη διαφωνία, ήταν κατά πόσο η πλήρης διατομή του σπονδύλου που είχε υποστεί η θανούσα ήταν εξίσου θανατηφόρα με την ρήξη της κοιλιακής αορτής. Η ΜΚ 7 ανέφερε ότι είναι εξίσου θανατηφόρα, η ΜΥ 1 ανέφερε ότι η ρήξη της κοιλιακής αορτής ήταν η κύρια αιτία θανάτου χωρίς βέβαια να αποκλείει τη συμβολή του στο μοιραίο γεγονός (βλ. συμπέρασμα πέμπτο του Τεκμηρίου 27, σελ. 18). Ως προς τους μώλωπες - σημάδια που παρατηρήθηκαν στο κάτω μέρος της κοιλιάς υπήρξε κάποια διαφορά κατά πόσο αυτοί προέκυψαν από τον πυελικό ιμάντα της ζώνης ασφαλείας μόνο (ΜΚ 7) ή και τον διαγώνιο (ΜΥ 1). Η ΜΚ 7 μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν δίσταζε να δεχθεί αν είχε άγνοια για κάποιο ζήτημα. Η εξέταση στην οποία προέβη βέβαια αφορούσε τη διαπίστωση των αιτιών θανάτου συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος. Ήταν φανερό ότι δεν επέκτεινε την έρευνα της στο να εξετάσει κατά πόσο τα τραύματα της θανούσης προέκυψαν από μη ορθή πρόσδεση της ζώνης ασφαλείας της. Διαφάνηκε αυτό και από την τελική απάντηση της ότι δεν απέκλειε το ενδεχόμενο η ζώνη να μην είχε προσδεθεί σωστά. Σημειώνω ότι η εν λόγω ιατροδικαστής ήταν αυτή που εξέτασε τη θανούσα. Η ΜΥ 1 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν σταθερή στις θέσεις της και μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια. Τούτων λεχθέντων, κρίνω ότι το ζήτημα της ορθής ή μη πρόσδεσης της ζώνης ασφαλείας της θανούσης κατά το χρόνο της σύγκρουσης ήταν θέμα το οποίο, ως εκτενώς ανέλυσα πιο πάνω, έπρεπε να είχε τεθεί ειδικά για να τοποθετηθεί στην ΜΚ 6 η οποία ήταν μάρτυρας που κατέθεσε περί του θέματος της πρόσδεσης χωρίς να αντεξεταστεί. Για τους λόγους που προανέφερα κατά την αξιολόγηση της ΜΚ 6, κρίνω ότι η μαρτυρία της ΜΥ 1 όσον αφορά την ορθή πρόσδεση της ζώνης από τη θανούσα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Παραμένει επομένως προς εξέταση μόνο κατά πόσο η βασική αιτία θανάτου ήταν η ρήξη της κοιλιακής αορτής. Ενόψει της μη αποδοχής των θέσεων για τη μη ορθή πρόσδεση της ζώνης, το γεγονός αν ο θάνατος προκλήθηκε πρωτίστως από την ρήξη της κοιλιακής αορτής και κατά δευτερεύοντα ή συμπληρωματικό τρόπο από την πλήρη διατομή του σπονδύλου είναι μάλλον ακαδημαϊκής σημασίας. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι σύμφωνα με τις δύο μάρτυρες η θανούσα υπέστη τους συγκεκριμένους τραυματισμούς συνεπεία του δυστυχήματος και μόνο. Δεν κρίνω σκόπιμο επομένως να διαχωρίσω τις αιτίες θανάτου σε άμεσες ή έμμεσες. Αξιολόγηση Daniel Espinosa Puertolas (MY 2) Η μαρτυρία του ουσιαστικά αφορούσε τα ακόλουθα θέματα:
  1. Την ταχύτητα πρόσκρουσης,
  2. Την διάρκεια οδήγησης του κατηγορουμένου στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, και
  3. Η φύση των τραυμάτων της θανούσης σε συνάρτηση με την ορθή ή μη πρόσδεση της ζώνης ασφαλείας. Ως προς τα προσόντα του έχω ικανοποιηθεί, και δεν έχει καταδειχθεί το αντίθετο, ότι είναι ειδικός στην διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων. Στις εκθέσεις που ετοίμασε έχει αναλυθεί το υπόβαθρο πληροφοριών που έχουν ληφθεί υπόψη και διαφαίνεται ότι πέραν της αστυνομικής κατάθεσης του κατηγορουμένου λήφθηκαν υπόψη αυτές της ΜΚ 6 (οδηγού του ΚΗΗ 099) και της πρώτης κατάθεσης της ΜΚ 5 (οδηγού οχήματος που ακολουθούσε). Λήφθηκε υπόψη ως ακριβές και το συμμετρικό σχέδιο που ετοίμασε ο ΜΚ1 (Τεκμήριο 3). Δεν αμφισβητείται δηλαδή η ορθότητα των μετρήσεων ή των αναφορών των μαρτύρων κατηγορίας. Ο εν λόγω μάρτυρας μου έκανε γενικά καλή εντύπωση και τον κρίνω αξιόπιστο. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις ή υπερβολές. Παρέθεσε τα ευρήματα των ερευνών που έγιναν αντικειμενικά. Δεν μου δόθηκε η εντύπωση ότι οι εν λόγω εκθέσεις ετοιμάστηκαν για να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο. Αντίθετα διαφάνηκε ότι αποτελούν προϊόν σοβαρής μελέτης και επιστημονικής αξιολόγησης. Από τη μαρτυρία του δέχομαι τα ευρήματα του σε σχέση με την ταχύτητα πρόσκρουσης των δύο οχημάτων και όσον αφορά την απόσταση και χρόνο που ο κατηγορούμενος οδήγησε στην αντίθετη λωρίδα. Δέχομαι επίσης τα όσα ανέφερε σε σχέση με τις αυξημένες πιέσεις (δύναμη) που δέχεται το σώμα προσώπου που δεν έχει προσδέσει σωστά τη ζώνη ασφαλείας του. Τα αποτελέσματα όμως και οι ενδεχόμενοι τραυματισμοί αποτελούν πιθανότητες ενώ όπως ο ίδιος αποδέχθηκε δεν είναι ειδικός σε θέματα τραυμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση ενόψει και της μη αποδοχής της θέσης, για τους λόγους που προανέφερα, ότι η θανούσα δεν φορούσε κανονικά τη ζώνη της δεν λαμβάνονται υπόψη οι αναφορές του που τείνουν να καταδείξουν ότι η θανούσα δεν φορούσε ορθά τη ζώνη της. Από τη μαρτυρία του δεν δέχομαι επίσης τα όσα ανέφερε ως προς τον τρόπο που κατηγορούμενος οδήγησε επί της στροφής, ότι δηλαδή έστριψε υπερβολικά απότομα προσπαθώντας να αντισταθμίσει την κλίση του δρόμου. Αποτελεί δική του υπόθεση, όπως και ο ίδιος ανέφερε, ένα ενδεχόμενο, το οποίο όμως δεν υποστηρίχθηκε με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Αξιολόγηση Ruth Toribio Lopez Carlo (MY 3) Η μαρτυρία της και τα προσόντα της δεν αμφισβητήθηκαν. Δέχομαι τα προσόντα της ως μεταφραστή και ότι προέβη σε πιστή μετάφραση των καταθέσεων που επισυνάπτονται στα Τεκμήρια 39 και 40 από τα Ελληνικά στα Ισπανικά. Ανώμοτη Δήλωση Κατηγορούμενου Οι αρχές με τις οποίες εξετάζει και αξιολογεί το Δικαστήριο ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου συνοψίστηκαν στην Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 110/12, 18/7/2013, στην οποία αναφέρθηκε ότι μια ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν συνιστά μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, εντούτοις, δεν είναι χωρίς καμιά απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ. Μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας υπό κάποια διαφορετική σκοπιά. Μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία. Στην εν λόγω απόφαση γίνεται αναφορά στην R. v. Cambell
(1979)69 Cr. App. R. 221 από την οποία παρατίθεται σε μετάφραση το ακόλουθο απόσπασμα: «... μια ανώμοτη κατάθεση του κατηγορούμενου, με την πρακτική που επικρατεί σήμερα, φαίνεται να πήρε κάπως σκιερό χαρακτήρα που βρίσκεται στο μισό δρόμο, σε ότι αφορά αξία και βάρος, ανάμεσα σε ένορκη κατάθεση και απλή εξ' ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί να λέγεται στους ενόρκους ότι οφείλουν να την αγνοήσουν εξ' ολοκλήρου. Πρέπει να τους λέγεται ότι μπορούν να της δώσουν το βάρος που νομίζουν ότι της αξίζει, αλλά ότι δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία, όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση.» (βλ. επίσης Anastassiades v. Republic
(1977)2 CLR 97, Khadar v Republic
(1978)2 CLR 152, Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 515, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 22, Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 385 και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2014:B288, Ποιν. Έφ. 134/13, 2/5/2014) Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση με την οποία ουσιαστικά εξέφρασε τη θέση ότι η παρεκτροπή του στην αντίθετη λωρίδα πορείας ήταν ζήτημα δευτερολέπτου και δεν είχε δυνατότητα αντίδρασης. Εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα για άγνωστο λόγο. Σε σχέση με την κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία είπε ότι είχε αναφέρει ότι πρέπει να είχε εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα μετά από επαναστροφή που έκανε γιατί αρχικά δεν θυμόταν πότε εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα οπότε και υπέθεσε ότι το έκανε κατά την επαναστροφή. Εξέτασα το περιεχόμενο της ανώμοτης κατάθεσης του σε συνάρτηση με την γραμμή της υπεράσπισης, ότι δηλαδή η σύγκρουση συνέβη αφού εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας για μικρή απόσταση και για διάρκεια περίπου ενός δευτερολέπτου. Καταλήγω ότι η θέση του συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία, ότι δηλαδή επρόκειτο περί στιγμιαίας παρεκτροπής του οχήματος του στην αντίθετη λωρίδα. Σημειώνω ότι κανείς από τους αυτόπτες μάρτυρες κατηγορίας δεν αναφέρθηκε σε παρατεταμένη οδήγηση του κατηγορουμένου στο αντίθετο ρεύμα αλλά περί ξαφνικής παρεκτροπής στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Ευρήματα Καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: - Το δυστύχημα συνέβη στις 25/7/2015 περί ώρα 16:30 στο δρόμο Σαïττά - Πέρα Πεδί με αποτέλεσμα το θάνατο της Ηλιούς Δημητρίου. - Ο δρόμος είναι μονής κυκλοφορίας, υπάρχουν δηλαδή δύο λωρίδες αντίθετης κατεύθυνσης. - Ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα τύπου Mazda Axela, με αρ. εγγραφής ΜΗΕ 307 με συνοδηγό την Milena Mihaylova (ΜΚ 3) με κατεύθυνση Πέρα Πεδί προς Μονιάτη. - Η θανούσα, επέβαινε του οχήματος τύπου Renault Clio, με αρ. εγγραφής ΚΗΗ
  1. Το όχημα οδηγείτο από την Erandi Chanika (ΜΚ 6). Η θανούσα ήταν στην θέση του συνοδηγού. Ο σύζυγος της θανούσης καθόταν πίσω της και δίπλα του ένα πεντάχρονο αγόρι. Η κατεύθυνση που ακολουθούσε το όχημα ήταν από Μονιάτη προς Πέρα Πεδί. - Το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων (Χ) βρίσκεται εντός της λωρίδας πορείας του ΚΗΗ
  2. Απέχει 1,40 μέτρα από την αριστερή νότια πλευρά του δρόμου και 1,80 μέτρα από τη μεσαία συνεχόμενη άσπρη γραμμή. Από το αριστερό νότιο παγκέτο μέχρι τη μέση του δρόμου η απόσταση είναι 3,20 μέτρα και μέχρι το βόρειο είναι 6,50 μέτρα. Στο νότιο μέρος του δρόμου υπάρχει μεταλλικό κιγκλίδωμα. - Στο σημείο που έγινε η σύγκρουση οι λωρίδες κυκλοφορίας διαχωρίζονται από συνεχή άσπρη γραμμή η οποία καλύπτει ολόκληρο το δρόμο από το Πέρα Πεδί μέχρι το σημείο εισόδου στον κύριο δρόμο Λεμεσού - Πλατρών. - Από τη σύγκρουση το ΚΗΗ 09 μετακινήθηκε προς τα πίσω και συγκρούστηκε στο μεταλλικό κιγκλίδωμα αριστερά του δρόμου (Χ1). - Το ΜΗΕ 307 υπέστη ζημιά στο μπροστινό μέρος δεξιά στον προφυλακτήρα, φανάρι, καπό και φτερό. Ενεργοποιήθηκαν επίσης οι αερόσακοι του οδηγού και του συνοδηγού. - Το ΚΗΗ 099 υπέστη ζημιά στο μπροστινό μέρος δεξιά στο καπό, προφυλακτήρα, γρίλια, δεξιό φτερό, φανάρι και τροχό, στον μπροστινό ανεμοθώρακα και στον πισινό προφυλακτήρα στην αριστερή γωνιά. Επίσης ενεργοποιήθηκαν οι αερόσακοι του οδηγού και συνοδηγού και το σύστημα συγκράτησης των ζωνών ασφαλείας τους. - Το σύστημα πέδησης και διεύθυνσης του οχήματος με αρ. εγγραφής ΜΗΕ 307 ήταν σε καλή κατάσταση. Οι μηχανικές βλάβες που εντοπίστηκαν προήλθαν από το δυστύχημα. - Το σύστημα διεύθυνσης του οχήματος με αρ. εγγραφής ΚΗΗ 099 δεν αντιμετώπιζε κανένα μηχανικό πρόβλημα. Το σύστημα πέδησης καταστράφηκε λόγω της σύγκρουσης. Η οδηγός του ΚΗΗ 099 εφάρμοσε τα φρένα κατά τη σύγκρουση. Το πατίδι του φρένου του έμεινε κάτω (πατημένο) λόγω της σύγκρουσης. - Η ΜΚ 6 είχε ορατότητα προς το σημείο σύγκρουσης 32 μέτρα σύμφωνα με την πορεία της. - Αν ο κατηγορούμενος ήταν στη σωστή λωρίδα πορείας η ορατότητα του ήταν από τα 13,7 μέτρα της βασικής γραμμής μέχρι το σημείο των 57,80 δηλαδή 43,80 μέτρα. - Ο δρόμος στην πορεία του κατηγορούμενου ήταν κατηφορικός, ο καιρός αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό. Υπήρχε φως της ημέρας και ο δρόμος ήταν καθαρός, δεν υπήρχαν εμπόδια δηλαδή. - Το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ενώ κινείτο σε απόσταση 15-20 μέτρων περίπου από το όχημα της ΜΚ 5 κινείτο κανονικά εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, ξαφνικά έστριψε δεξιά και χτύπησε μετωπικά πάνω στο προπορευόμενο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΗΗ 099 που οδηγείτο από την ΜΚ 6 διανύοντας περίπου από τη στιγμή που κινήθηκε δεξιά μέχρι που χτύπησε πάνω στο αυτοκίνητο ΜΗΕ 307 περίπου γύρω στα 7-8 μέτρα. Ο κατηγορούμενος εισήλθε στη λωρίδα πορείας του οχήματος ΚΗΗ 099 σε σημείο της στροφής, μεταξύ δύο μικρών πασσάλων, όπου υπήρχαν κυπαρίσσια και σταθμευμένος εκσκαφέας. - Ç ó÷åôéêÞ ôá÷ýôçôá óýãêñïõóçò (Delta-v) áíÜìåóá óôá äõï ï÷Þìáôá ðïõ åíåðëÜêçóáí óôçí óýãêñïõóç, êáôÜ ôç óôéãìÞ ôçò ðñüóêñïõóçò, Þôáí ãýñù óôá 93,96 km/h (54,26 ãéá ôï Mazda êáé 39,70 ãéá ôï Renault). Äåí ôÝèçêå æÞôçìá õðÝñâáóçò ôïõ ïñßïõ ôá÷ýôçôáò áðü ôïí êáôçãïñïýìåíï. - Ο χρόνος που κινήθηκε ο κατηγορούμενος στην άλλη λωρίδα ήταν περίπου 1 δευτερόλεπτο. - Η ΜΚ 6 και ο κατηγορούμενος δεν είχαν χρόνο να αποφύγουν τη σύγκρουση. Ο κατηγορούμενος δεν επιχείρησε ενέργεια αποφυγής. - Από τη σύγκρουση τραυματίστηκε θανάσιμα η Ηλιού Δημητρίου, η οποία, μεταξύ άλλων υπέστη ρήξη της κοιλιακής αορτής και πλήρη διατομή του σπονδύλου της. Δεν έχει καταδειχθεί ότι κατά την ώρα της σύγκρουσης η θανούσα δεν φορούσε ορθά τη ζώνη ασφαλείας της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα με βάση το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 («ΠΚ») προβλέπει: «
  3. Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα με αποτέλεσμα να προκαλέσει το θάνατο του θύματος. Η αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά δεν πρέπει να ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια (culpable negligence). Ο τρόπος οδήγησης δεν χρειάζεται να είναι ουσιαστικός λόγος (substantial cause) ή μείζων (major cause) λόγος πρόκλησης του θανάτου αλλά αιτία (a cause), κάτι περισσότερο από de minimis (βλ. R. v. Hennigan
(1971)55 Cr. App. R. 262[2], 264-265). Στην R. v. L [2011] R.T.R. 19, o Toulson L.J συνόψισε την νομολογία επί του θέματος ως ακολούθως, στη σελ. 240, παρ. 9: «Those authorities establish or recognise these principles: first, the defendant's driving must have played a part not simply in creating the occasion for the fatal accident, i.e. causation in the "but for" sense, but in bringing it about; secondly, no particular degree of contribution is required beyond a negligible one; thirdly, there may be cases in which the judge should rule that the driving is too remote from the later event to have been the cause of it, and should accordingly withdraw the case from the jury. Περαιτέρω εάν ο τρόπος οδήγησης ήταν αλόγιστος, απερίσκεπτος ή επικίνδυνος ο κατηγορούμενος θα κριθεί ένοχος έστω και αν η πράξη ή παράλειψη ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας αβλεψίας (momentary inattention) ή αν ενήργησε στο ανεπαρκές μέγιστο των δυνατοτήτων του (did his incompetent best) (βλ. R. ν. Evans [1962] 3 All E.R. 1086, 1088[3]) Οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220,230), δεν ορίζονται όμως από τον ίδιο το νόμο. Οι εν λόγω όροι έχουν ερμηνευθεί όμως από το Ανώτατο Δικαστήριο. Σημειώνω ότι το άρθρο τροποποιήθηκε με τον Ν. 111/89[4] και οι φράσεις «έλλειψη προφύλαξης» (want of precaution) και «απρόσεκτη πράξη» (careless act) έχουν αντικατασταθεί με τις φράσεις «απερίσκεπτη» και «επικίνδυνη πράξη». Έτσι, για να βρεθεί τώρα κάποιος ένοχος πρέπει η πρόκληση θανάτου να οφειλόταν σε αλόγιστη (rash), απερίσκεπτη (reckless) ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, 238). Ανάλογη φρασεολογία χρησιμοποιείται και στο άρθρο 7[5] του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, (Ν.86/72)σε σχέση με το αδίκημα της «αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης» η οποία διακρίνεται σε σοβαρότητα από το αδίκημα της «αμελούς οδήγησης» με βάση το άρθρο 8[6] του ιδίου Νόμου. Επικίνδυνη Οδήγηση Στην Πέτρου, ως προς τον ορισμό της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 238 -239: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση, σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού. Στην Αγγλική υπόθεση R. v. Gosney
(1971)55 Cr. App.R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: "fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards or driving ... Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case." Στη Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, 124-125, αναφέρθηκε ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στη μία περίπτωση αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση, κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Παραθέτω από την R. v. Gosney
(1971)2 Q.D. 674 το ακόλουθο απόσπασμα σελ. 680, (Megaw L.J.): «It is not an absolute offence. In order to justify a conviction there must be, not only a situation which, viewed objectively, was dangerous, but there must also have been some fault on the part of the driver, causing that situation. "Fault" certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving. Nor does fault necessarily involve moral blame. Thus there is fault if an inexperienced or a naturally poor driver, while straining every nerve to do the right thing, falls below the standard of a competent and careful driver. Fault involves a failure, a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient. The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. It is enough if it is, looked at sensibly, a cause. Such a fault will often be sufficiently proved as an inference from the very facts of the situation.» Σε δική μου μετάφραση: «Το αδίκημα δεν είναι απόλυτο. Για να δικαιολογείται καταδίκη πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο κατάσταση η οποία, ιδωμένη αντικειμενικά, ήταν επικίνδυνη, αλλά πρέπει να υπήρξε και κάποιο σφάλμα από πλευράς του οδηγού που προκάλεσε την κατάσταση. «Σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλμα κατ' ανάγκη εμπεριέχει ηθική μομφή. Επομένως υπάρχει σφάλμα εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού. Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία. Τέτοιο σφάλμα, συχνά, μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς, ως συμπέρασμα, από τα ίδια τα γεγονότα του περιστατικού» Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού Η δε λέξη «επικίνδυνη» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτήν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Αξίζει να αναφερθεί ότι στην Αγγλία θεσμοθετήθηκε ιδιώνυμο αδίκημα σε σχέση με την πρόκληση θανάτου από επικίνδυνη οδήγηση (βλ. s. 1[7] και 2A[8] του Road Traffic Act 1988 όπως τροποποιήθηκε από το Road Traffic Act 1991). Σημειώνω ότι υπάρχει ξεχωριστό αδίκημα για την πρόκληση θανάτου από αμελή οδήγηση (βλ. s. 2Β[9] του Road Traffic Act 1988 όπως τροποποιήθηκε από το Road Traffic Act 1991). Η προσέγγιση του Αγγλικού δικαίου, είναι ενδιαφέρουσα αφού ουσιαστικά έχει εισαχθεί αντικειμενικό κριτήριο εξέτασης (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2013, σελ. 1075, παρ. C3.11). Η προβληματική προσέγγιση της απόδειξης απερίσκεπτης οδήγησης (reckless driving) έχει εγκαταλειφθεί. Σύμφωνα με το s.2 A
(1)πρόσωπο θεωρείται ότι οδηγεί επικίνδυνα αν:
(1)Ο τρόπος που οδηγεί υπολείπεται κατά πολύ αυτού που αναμένεται από ένα ικανό και προσεκτικό οδηγό, και
(2)Είναι φανερό σε ένα ικανό και προσεκτικό οδηγό ότι η οδήγηση με εκείνο τον τρόπο είναι επικίνδυνη. Ο κίνδυνος αφορά τον κίνδυνο τραυματισμού ή πρόκλησης σοβαρής ζημιάς σε περιουσία. Στην R. v. Loukes [1996] 1 Cr App R 444, αναφέρθηκε ότι το mens rea δεν παίζει κανένα ρόλο στη στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 450, (Auld L.J.): «The purpose of the 1991 amendment was to resolve that uncertainty by introducing a wholly objective test and thus an absolute offence. In our view, it has achieved that. Mens rea plays no part in the principal offence. Proof of guilt depends on an objective standard of driving, namely, what would have been obvious to a competent and careful driver. The accused driver's state of mind is relevant only if and to the extent that it attributes additional knowledge to the notional competent and careful driver. See the commentary to Woodward [1995] Crim. L.R. 487; and the commentary to Skelton [1995] Crim.L.R. 635. It should be noted too that the threshold of proof is high. ... For the reasons we have given, the actus reus of the new offence of dangerous driving is broader, its criterion being the objective one of obviousness to a competent and careful driver, whether or not supplemented by any particular knowledge of the accused driver. In the offence of reckless driving, there was scope for consideration of mens rea, however faint on the first alternative in the Lawrence test, and it was certainly an element of the second alternative. Here there is no room for it.» Οι ικανότητες του κατηγορούμενου οδηγού δεν λαμβάνονται υπόψη. Ούτε επίσης λαμβάνονται υπόψη οποιεσδήποτε ειδικές ικανότητες ή απουσία ικανοτήτων του ως οδηγού (βλ. R. v. Bannister [2010] RTR 28, [2010] 1 WLR 870 και Blackstone's Criminal Practice 2013, σελ. 1075, παρ. C3.11[10]). Διαφαίνεται συνεπώς απομάκρυνση από τις αρχές της Gosney, η οποία αποτελεί τη βάση της δικής μας νομολογίας σε σχέση με την επικίνδυνη οδήγηση. Αποφεύγεται επίσης πλέον η χρήση (και συνεπώς ερμηνεία) της έννοιας «απερισκεψία». Διαφορετική προσέγγιση φαίνεται να υπάρχει στην Καναδική Νομολογία στην οποία με παρέπεμψε η κα Σορβατσιώτη (βλ. s. 249
(4)Criminal Code R.S.C. 1985 και την Beatty v. R [2008] 1 R.C.S. 49), όπου απαιτείται η επικίνδυνη πράξη του κατηγορούμενου να αποτελεί «marked departure from the standard of care of a reasonably prudent driver». Στην ανάληψη της επικίνδυνης πράξης υπεισέρχεται και το υποκειμενικό στοιχείο (mens rea) δηλαδή η αντίληψη του κινδύνου από τον κατηγορούμενο. Αλόγιστη Οδήγηση Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας, πιο πάνω, στη σελ. 233). Και πάλι η έννοια «αλόγιστη» δεν εξισώνεται με αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη ή το βαθμό αμέλειας που απαιτείται από το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, (Ν.86/72)(βλ. Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69, σελ. 74 -75 ως προς τον απαιτούμενο βαθμό αμέλειας για τα άρθρα 236[11] και 210 του Ποινικού Κώδικα). Στη Μαυρομμάτης, η έννοια «αλόγιστη» εξισώθηκε με την έννοια «απερίσκεπτη» (βλ. σελ. 70 της Απόφασης). Απερίσκεπτη Οδήγηση Στην Πέτρου, η «απερίσκεπτη» οδήγηση ορίστηκε ως ακολούθως στη σελ. 239: Όσον αφορά την έννοια της απερίσκεπτης (reckless) οδήγησης σχετική είναι η απόφαση R. v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974, όπου αποφασίστηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea) με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (Δέστε και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961). Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα όσον αφορά τον όρο «απερίσκεπτη» στη σελ. 478: «Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από τον μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, και υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, και στην προκειμένη περίπτωση την οδήγηση.» Στην εν λόγω απόφαση γίνεται αναφορά και σε Αγγλικές αυθεντίες, την R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και την R. v. Reid [1992] 3 All ER 673. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του παρέθεσε και υιοθέτησε τα λεχθέντα του Diplock L.J. στην Lawrence. Παρατίθεται το απόσπασμα που υιοθετήθηκε (σελ.479): «In my view, an appropriate instruction to the jury on what is meant by driving recklessly would be that they must be satisfied of two things: first, that the defendant was in fact driving the vehicle in such a manner as to create an obvious and serious risk of causing physical injury to some other person who might happen to be using the road or of doing substantial damage to property; and, second, that in driving in that manner the defendant did so without having given any thought to the possibility of there being any such risk or, having recognised that there was some risk involved, had none the less gone on to take it. It is for the jury to decide whether the risk created by the manner in which the vehicle was being driven was both obvious and serious and, in deciding this, they may apply the standard of the ordinary prudent motorist as represented by themselves. If satisfied that an obvious and serious risk was created by the manner of the defendant's driving, the jury are entitled to infer that he was in one or other of the states of mind required to constitute the offence and will probably do so; but regard must be given to any explanation he gives as to his state of mind which may displace the inference. Σε μετάφραση: Κατά τη γνώμη μου, μια κατάλληλη οδηγία προς τους ενόρκους αναφορικά με την έννοια της απερίσκεπτης οδήγησης θα πρέπει να ικανοποιεί δυο πράγματα. Πρώτον, ότι ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία· και, δεύτερον, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την πιθανότητα[12] ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντάς τον. Είναι οι ένορκοι που αποφασίζουν το κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος ήταν ταυτόχρονα εμφανής και σοβαρός και, κατά την απόφαση αυτή, οι ένορκοι μπορούν να χρησιμοποιούν το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού όπως τον προσωποποιούν οι ίδιοι. Αν ικανοποιηθούν ότι είχε δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούνται να συμπεράνουν ότι είχε τη μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα και πιθανόν αυτό θα κάμουν· πρέπει όμως να εξετάζεται οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος δίδει αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συμπέρασμα.» Επιπλέον, όπως λέχθηκε στην Χρυσοστόμου, στις σελ. 479-480, σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 ΠΚ για «απερίσκεπτη» πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ' εαυτό τον τρόπο της οδήγησης. Στην απόφαση R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961, στην οποία είχαν στηριχθεί η R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και η R. v. Reid [1992] 3 All ER 673, ασκήθηκε έντονη κριτική. Εν τέλει στην R. v. G [2004] 1 AC 1034, το House of Lords ανέτρεψε ομόφωνα την Caldwell όσον αφορά τα αδικήματα πρόκλησης ζημιάς σε περιουσία (criminal damage) και το κριτήριο ελέγχου της πράξης ή παράλειψης είναι πλέον υποκειμενικό παρά αντικειμενικό. Στην εν λόγω απόφαση ο Bingham L.J. υιοθέτησε τον ακόλουθο ορισμό της απερίσκεπτης πράξης, σελ. 1057, παρ. 41: «A person acts recklessly .... with respect to—(
  1. i)a circumstance when he is aware of a risk that it exists or will exist; (
  2. ii)a result when he is aware of a risk that it will occur; and it is, in the circumstances known to him, unreasonable to take the risk.» Σε δική μου μετάφραση: «Πρόσωπο ενεργεί απερίσκεπτα... σε σχέση με - (ι) περίσταση όταν αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει ή θα υπάρξει κίνδυνος· (ιι) αποτέλεσμα όταν αντιλαμβάνεται κίνδυνο πρόκλησης του· και είναι, υπό περιστάσεις γνωστές σ' αυτόν, αδικαιολόγητη η ανάληψη του κινδύνου.» Αν και στην απόφαση R. v. G τονίστηκε στη σελ. 1054, παρ. 28, από τον Bingham L.J. ότι ο λόγος των Lawrence και Reid παρέμενε ανεπηρέαστος σε σχέση με τα αδικήματα οδήγησης, και οι δύο αποφάσεις έχουν καταστεί ακαδημαϊκής σημασίας αφού το αδίκημα σε σχέση με το οποίο αποφασίστηκαν έχει πλέον καταργηθεί και ο όρος «απερίσκεπτος» (reckless) δεν συναντάται στο νέο αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω επικίνδυνης οδήγησης (βλ. πιο πάνω τα όσα ανέφερα σχετικά με τα s. 1 και 2A του Road Traffic Act 1988 όπως τροποποιήθηκε από το Road Traffic Act 1991). Η Χρυσοστόμου και η Πέτρου όμως συνεχίζουν να αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο και ο λόγος των Lawrence και Reid παραμένουν η βάση της Κυπριακής Νομολογίας επί του θέματος, τουλάχιστον σε αδικήματα απερίσκεπτης οδήγησης με βάση το άρθρο 210 ΠΚ. Σημειώνω ότι στην Lawrence και την Reid σε αντίθεση με την Caldwell είχε εισαχθεί και το υποκειμενικό στοιχείο, αφού πέραν του αντικειμενικού ελέγχου της αντίληψης του κινδύνου υπεισέρχεται και το υποκειμενικό στοιχείο της νοητικής κατάστασης του ιδίου του κατηγορουμένου (βλ. Lawrence, σελ. 527 και την R. v. G, σελ. 1052, παρ. 21) Στην Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, έγινε εκ νέου ανάλυση των άρθρων 205 και 210 από το Ανώτατο Δικαστήριο. Σημειώνω ότι, αν και η υπόθεση δεν αφορούσε πρόκληση θανάτου από απερίσκεπτη οδήγηση, έγινε διάκριση από το Ανώτατο Δικαστήριο μεταξύ των δύο αδικημάτων σε σχέση με το βαθμό υπαιτιότητας που απαιτείται προς στοιχειοθέτηση τους. Με αναφορά στο αιτιολογικό της Rayas v. The Police 19 CLR 308, απόφασης σε σχέση με το άρθρο 204[13] του τότε ισχύοντα ποινικού κώδικα, αντίστοιχου του άρθρου 210 ΠΚ προτού γίνει η τροποποίηση του 1989. Σύμφωνα με την Μαρίνου Ιωάννου, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος, με βάση το άρθρο 210 ΠΚ, αρκεί η άνευ συνειδήσεως ή αντικειμενική αμέλεια ή αμέλεια δευτέρου βαθμού, δηλαδή η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας, χωρίς να απαιτείται υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου, όπως στην περίπτωση του άρθρου 205 ΠΚ. Σημειώνω ότι σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία και οι δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις κατηγοριοποιούνται ως απερισκεψία με υποκειμενική αντίληψη του αποτελέσματος (subjective recklessness) (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2013, σελ. 20, παρ. Α2.6, R. v. Cunningham [1957] 2 QB 396 και R v. G). Μόνο η απερισκεψία με βάση την Caldwell, κατηγοριοποιείται ως απερισκεψία με αντικειμενική αντίληψη του αποτελέσματος (objective recklessness) (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2013, σελ. 20, παρ. Α2.6[14]). Σύνοψη των αρχών της Νομολογίας Οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη» και «επικίνδυνη» πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής). Οι έννοιες «αλόγιστη» και «απερίσκεπτη» έχουν ουσιαστικά το ίδιο νόημα (βλ. Μαυρομμάτης). Επικίνδυνη Οδήγηση
(1)Στην επικίνδυνη οδήγηση, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός και Gosney). .
(2)Η λέξη «επικίνδυνη» σημαίνει αυτήν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλ. Σαζός).
(3)Η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα, όπου αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό (βλ. Σάββα).
(4)Η έννοια «σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός και Gosney). Αλόγιστη και Απερίσκεπτη Οδήγηση
(1)Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι: (α) Ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία· και, (β) ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντάς τον (βλ. Χρυσοστόμου, Μαρίνου Ιωάννου, Lawrence και Reid).
(2)Αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας («possibility») παρά πραγματικής ή ουσιαστικής πιθανότητας («probability») δεν απαιτείται δηλαδή υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου (βλ. Μαρίνου Ιωάννου).
(3)Το κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος ήταν ταυτόχρονα εμφανής και σοβαρός είναι ζήτημα γεγονότων και κριτήριο, το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού. Το κριτήριο εξέτασης είναι αντικειμενικό. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούται να συμπεράνει ότι ο κατηγορούμενος είχε τη μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα· πρέπει όμως να εξετάσει οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος δίδει αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συμπέρασμα. Εξετάζεται δηλαδή η υποκειμενική αντίληψη του κατηγορούμενου (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid).
(4)Απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ' εαυτό τον τρόπο της οδήγησης (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid). Εφαρμογή των Νομικών Αρχών επί των Ευρημάτων μου Έχοντας κατά νου τις αρχές της νομολογίας που παρέθεσα, κρίνω ότι εκ των πραγμάτων η ενέργεια του κατηγορουμένου, χωρίς οποιαδήποτε άλλη εξήγηση, να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας συνιστά επικίνδυνη πράξη. Στην R. v Attorney-General's Reference (No. 4 of 2000) [2001] 2 Cr. App. R. 22, ο πρωτόδικος Δικαστής αθώωσε στο εκ πρώτης όψεως οδηγό λεωφορείου που αντιμετώπιζε κατηγορία πρόκλησης θανάτου από επικίνδυνη οδήγηση. Ο οδηγός εφάρμοσε τον επιταχυντή αντί το φρένο με αποτέλεσμα να ανέβει το όχημα σε νησίδα τραυματίζοντας θανάσιμα δυο πεζούς. Το αιτιολογικό του πρωτόδικου Δικαστή ήταν ότι ο κατηγορούμενος για να βρεθεί ένοχος έπρεπε να ενεργούσε επιτηδευμένα και με συναίσθηση της πράξης του[15]. Το όχημα δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα. Η απόφαση κρίθηκε λανθασμένη. Ο Woolf L.J. ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 425, παρ. 21: «There is no question in this case of a retrial. The only reason that the Attorney-General has sought the opinion of this Court is for clarification of the law. We hope that we have provided that clarification by making it clear that if a driver unintentionally presses the accelerator when he means to press the brake, that is no defence to a charge of dangerous driving. Unfortunately, it is all too easy to make a mistake of that nature. The mistake can, as it did in this case, have the most tragic consequences. As we understand the offence of dangerous driving, it is intended to cover occurrences where a driver has made a mistake of this nature. The matters relied upon by the defence in this case did not go to the question of guilt or lack of guilt; they went solely to the question of what would be the appropriate penalty. As to that it is not necessary for us to say anything.» Στην προκειμένη περίπτωση το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε ο κατηγορούμενος δημιούργησε, αντικειμενικά ιδωμένων των περιστάσεων, επικίνδυνη κατάσταση η οποία ήταν και η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος. Παρά το γεγονός ότι δεν καταδείχθηκε εγωιστική συμπεριφορά, εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης από πλευράς του κατηγορούμενου, κρίνω ότι το σφάλμα του, να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα πορείας, αν και στιγμιαίο, λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη συνεχόμενης άσπρης γραμμής, τη φύση της στροφής στον δρόμο και την απουσία εμποδίων στο δρόμο, συνιστά, εκ μέρους του, αποτυχία, πτώση τέτοιου βαθμού από το αναμενόμενο επίπεδο φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού, αναγόμενης, στην απουσία άλλης εξήγησης, σε επικίνδυνη πράξη. Η πράξη του κατηγορουμένου δεν ήταν αποτέλεσμα απλής αμέλειας. Από την άλλη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αλόγιστη ή απερίσκεπτη αφού δεν καταδείχθηκε ότι το δυστύχημα προκλήθηκε γιατί ο κατηγορούμενος οδηγούσε με τέτοιο τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης συγκεκριμένου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε συγκεκριμένος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον. Ο τρόπος οδήγησης του ήταν ο αποκλειστικός λόγος πρόκλησης του δυστυχήματος και έχω ικανοποιηθεί ότι ήταν η αιτία πρόκλησης του θανάτου της θανούσης (βλ. R. v. L και Hennigan). Κρίνω ότι με την ενώπιον μου μαρτυρία η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη διάπραξη του αδικήματος. Κατάληξη Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final/ Causing Death by dangerous driving/ S. 210 Criminal Code Αναφορά: Ποινική/ Τελική/ Πρόκληση θανάτου από επικίνδυνη οδήγηση/ άρθρο 210 ΠΚ [1] Αναγράφω από το σημείο αυτό και μετά την επαναδιατυπωμένη θέση του κατηγορούμενου λόγω λάθους που έγινε στη μετάφραση. [2] 'There is nothing in section 1 o

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.