Αστυνομικoύ Διευθυντή Λεμεσού ν. Κώστα Γεωργίου, Aρ. Υπόθεσης:18694/12, 18/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B49 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Λουκίδου Βασιλείου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης:18694/12 Αστυνομικoύ Διευθυντή Λεμεσού ΚΑΙ Κώστα Γεωργίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 18.3.16 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Μανώλη Για τους κατηγορούμενους: κα. Γ. Αργυρού Κατηγορούμενος Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Με βάση το κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 30.10.2010 στη Λεμεσό, παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στον Αντρέα Λιμνατίτη από τη Λεμεσό. Για την απόδειξη της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τέσσερεις συνολικά μάρτυρες. Μετά δε την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία αυτός επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως και ακολούθως κάλεσε τρείς μάρτυρες υπεράσπισης. Η μαρτυρία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο της. Γι αυτό δεν θεωρώ σκόπιμο να την επαναλάβω στην ολότητα της αλλά αναφορά θα γίνει εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγηση της και εξέτασης των επί μέρους θεμάτων που εγείρονται. (Χρυσούλα Καννάουρου κ.ά. v. Α. Σταθκιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ.). Σημειώνεται πως από το σύνολο της μαρτυρίας παρέμεινε αναντίλεκτο ότι το επίδικο επεισόδιο έλαβε χώρα στο νέο λιμάνι Λεμεσού. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος ήταν οδηγοί ταξί και βρίσκονταν στο χώρο άφιξης επιβατών μαζί και με άλλους οδηγούς για να παραλάβουν επιβάτες. Προκύπτει επίσης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος ήταν κάτοχος οχήματος ταξί με έξι θέσεις ενώ ο παραπονούμενος διέθετε ταξί με τέσσερις θέσεις. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω αυτοί έδιναν μαρτυρία ενώπιο μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 ). Θεωρώ σκόπιμο όπως αναφερθώ πρώτα στη μαρτυρία των άμεσα εμπλεκόμενων προσώπων που είναι ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος οι οποίοι ο καθένας με τη σειρά του έδωσε τη δική του εκδοχή. Σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου κατά τον επίδικο χρόνο μετά από κάποια συζήτηση μεταξύ των οδηγών ταξί ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε με τα χέρια του με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να τραυματισθεί. Αντίθετα σύμφωνα με την εκδοχή του κατηγορούμενου επειδή ο παραπονούμενος φώναζε τον άγγιξε με τα δύο του δάκτυλα στο στήθος λέγοντας του να σταματήσει να φωνάζει και αυτός σκόπιμα έπεσε στο έδαφος χωρίς όμως να υποστεί οποιοδήποτε τραυματισμό. Ο παραπονούμενος Ανδρέας Λιμνατίτης (ΜΚ1.) ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη μέρα ο ίδιος καθώς και άλλοι οδηγοί ταξί βρίσκονταν στο αναφερόμενο χώρο του λιμανιού και ανέμεναν να παραλάβουν επιβάτες. Εκεί προηγήθηκε μία παρεξήγηση μεταξύ ενός από τους οδηγούς ταξί και μίας γυναίκας που οδηγούσε μικρό λεωφορείο η οποία προσπάθησε να του πάρει τους πελάτες. Όταν μετά από την παρέμβαση τρίτων το επεισόδιο αυτό έληξε, ο ίδιος πήγε στο αυτοκίνητο του να πάρει ένα τουριστικό οδηγό. Επιστρέφοντας πίσω απευθυνόμενος στους υπόλοιπους οδηγούς τους είπε ότι «αυτό που σας έκαναν τα μικρά λεωφορεία είναι αυτό που κάνετε εσείς σε εμάς», εννοώντας όπως εξήγησε ότι οι οδηγοί που έχουν ταξί με έξι θέσεις παίρνουν τους πελάτες από τους οδηγούς των μικρότερων ταξί. Τότε ο κατηγορούμενος άρχισε να του φωνάζει και αφού τον πλησίασε τον έσπρωξε από μπροστά με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος, να τραυματιστεί και να μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Από το κτύπημα ένοιωσε πόνο στο δεξί του χέρι καθώς επίσης και στο δεξί του πόδι στο οποίο είχε τραυματιστεί στο παρελθόν και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Ο παραπονούμενος κρίνω ότι σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα είπε την αλήθεια στο δικαστήριο. Σε όλη τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης του απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν χωρίς κανένα δισταγμό. Παρά το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της μακράς αντεξέτασης του σε κάποιες περιπτώσεις υπήρξε κάπως ειρωνικός, εντούτοις παρακολουθώντας τον να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα και παρατηρώντας τη γενικότερη στάση και τον τρόπο που απαντούσε θεωρώ ότι ήταν άμεσος και τα όσα περιέγραψε σε σχέση με το επεισόδιο αντικατοπτρίζουν τα όσα πραγματικά έγιναν. Η διαφορά που υπάρχει στη γραπτή κατάθεση του με την ένορκη του μαρτυρία όπου ερωτηθείς σχετικά κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι το σπρώξιμο που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο ήταν βίαιο δεν οφείλεται στη πρόθεση του να παραποιήσει την αλήθεια, αλλά σε ελλιπή περιγραφή των γεγονότων. Άλλωστε όπως αναφέρει στη γραπτή κατάθεση του και επανέλαβε και κατά την προφορική του μαρτυρία το σπρώξιμο που δέχθηκε είχε ως αποτέλεσμα τη πτώση του στο έδαφος και το τραυματισμό του κάτι που λογικά οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτό έγινε με τη χρήση κάποιας βίας. Παράλληλα η θέση του ότι έπεσε στο έδαφος δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης η οποία βέβαια πρόβαλε τη δική της εκδοχή σε σχέση με την αιτία της πτώσης του αυτής. Τα όσα ανέφερε ο παραπονούμενος για το τραυματισμό που υπέστη υποστηρίζονται και από την ιατρική μαρτυρία αναφορά στην οποία γίνεται στη συνέχεια. Αυτό χωρίς να μου διαφεύγει πως ο παραπονούμενος υπήρξε κάπως υπερβολικός σε σχέση με την έκταση του τραυματισμού του αφού, η θέση του πως για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα χρειάστηκε να τον μετακινούν τρίτοι σε αναπηρικό καροτσάκι, δεν συνάδει με την υπόλοιπη προσκομισθείσα μαρτυρία και συνεπώς δεν γίνεται αποδεκτή. Παράλληλα όμως υπήρξε ειλικρινής λέγοντας πως εκτός από το σπρώξιμο που είχε ως αποτέλεσμα την πτώση του στο έδαφος δεν δέχθηκε οποιοδήποτε άλλο κτύπημα από τον κατηγορούμενο. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις και υποβολές παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε με τα χέρια του στο στήθος. Ακόμα και εδώ παρά τη διαφορετική εκδοχή που προέβαλε ο κατηγορούμενος για τα γεγονότα αποτελεί κοινό έδαφος ότι το σημείο που ήρθε σε επαφή με το παραπονούμενο ήταν το στήθος του. Ο παραπονούμενος έστω και με τον κάπως ιδιαίτερο τρόπο που σε πολλές περιπτώσεις απαντούσε στις σχετικές υποβολές της υπεράσπισης, αρνήθηκε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος απλά τον άγγιξε με τα δύο του δάκτυλα και ο ίδιος έπεσε σκόπιμα στο έδαφος. Κάποιες ανακολουθίες και μικροαντιφάσεις σε σχέση με επουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας του και το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψει λεπτομερώς πως ακριβώς έπεσε και ποιο ακριβώς μέρος του σώματος του ήρθε πρώτο σε επαφή με το έδαφος δεν κρίνονται ικανά να κλονίσουν τη αξιοπιστία του. Η μαρτυρία δεν πρέπει να απομονώνεται και να σχολιάζονται χωριστά αποσπάσματα της. Ακόμη, οι μικροαντιφάσεις, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που τα γεγονότα βιώνονται έντονα από τους μάρτυρες και έχει παρέλθει κάποιο χρονικό διάστημα, όχι απλώς δεν είναι επιλήψιμες αλλά αναμένονται (βλ. Παπακοκκίνου κα ν. Σμυρλή κα
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653). Στη προκειμένη δε περίπτωση όπου ο παραπονούμενος δεν δέχθηκε συγκεκριμένα κτυπήματα αλλά σπρώξιμο που επέφερε την πτώση του στο έδαφος ήταν αναμενόμενο να μην είναι σε θέση να δώσει τις λεπτομέρειες που του ζητήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την εκδοχή του παραπονούμενου. Ο κατηγορούμενος σε όλη τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης του απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν προσχεδιασμένα και ήταν έντονη η προσπάθεια του να πείσει για την αλήθεια της δικής του εκδοχής. Ο ισχυρισμός του ότι το μόνο που έκανε ήταν απλά να αγγίξει τον παραπονούμενο με τα δύο του δάκτυλα για να σταματήσει να φωνάζει καταρρίπτεται από την μαρτυρία του παραπονούμενου η οποία έχει γίνει αποδεκτή καθώς και από το αναντίλεκτο γεγονός της πτώσης του παραπονούμενου στο έδαφος αλλά και την έκταση των τραυμάτων που αυτός είχε υποστεί. Η θέση του πως ο παραπονούμενος έπεσε στο έδαφος σκόπιμα για να εκδικηθεί τους οδηγούς ταξί που κατείχαν όχημα με έξι θέσεις αντιστρατεύεται τη λογική και δεν αποτελεί πειστικό λόγο για τον οποίο ο παραπονούμενος θα έπεφτε στο έδαφος σκόπιμα και με τρόπο μάλιστα που να τραυμάτιζε τον εαυτό του. Ο κατηγορούμενος με σκοπό να υποστηρίξει τη δική του εκδοχή χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση και σε αντίφαση με τη μαρτυρία των γιατρών που εξέτασαν τον παραπονούμενο ισχυρίσθηκε πως ο παραπονούμενος από τη πτώση του στο έδαφος δεν είχε τραυματιστεί δηλώνοντας μάλιστα πως κανένας δεν έδωσε σημασία στον παραπονούμενο που φώναζε πως πονούσε διότι ήταν «ψεύτης». Περαιτέρω διαπιστώνεται πως με τα λεγόμενα του επισφράγισε ακόμα και τον ισχυρισμό που ο παραπονούμενος προέβαλε ομολογουμένως για πρώτη φορά στο στάδιο της αντεξέτασης του και σύμφωνα με τον οποίο ο κατηγορούμενος απέτρεψε παρευρισκόμενο πρόσωπο από του να τον σηκώσει από το έδαφος μετά την πτώση του. Παρά το ότι το ζήτημα αυτό δεν αφορά άμεσα τα επίδικα θέματα εντούτοις καταδεικνύει ότι ο παραπονούμενος έστω και με τον ιδιόμορφο τρόπο με τον οποίο περιέγραψε τα γεγονότα είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αυτό σε αντίθεση με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου που σε πολλά σημεία ήταν επιτηδευμένη, όπως για παράδειγμα όταν ανέφερε ότι ο παραπονούμενος «φώναζε για 2 τουλάχιστο λεπτά με το ρολόι 3» αλλά κυρίως όταν περιέγραψε με λεπτομέρεια τον τρόπο που ο παραπονούμενος έπεσε στο έδαφος αφήνοντας την εντύπωση ότι είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει το συμβάν σε αργή κίνηση. Και αυτό μάλιστα ενώ σύμφωνα με τη δική του περιγραφή η πτώση του παραπονούμενου έγινε την ώρα που ο ίδιος γύρισε για να φύγει. Ακόμα κάτι που καταδεικνύει πιστεύω τον προσχεδιασμό στη μαρτυρία του είναι και ο ισχυρισμός του πως το πρόσωπο που τελικά σήκωσε τον παραπονούμενο από το έδαφος τον τράβηξε από το δεξί χέρι στο οποίο βέβαια όπως προκύπτει από την ιατρική μαρτυρία ο παραπονούμενος είχε τραυματιστεί. Ενώ αρχικά δήλωσε πως δεν γνώριζε πολύ καλά τον παραπονούμενο σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης του υποστήριξε ότι ήταν γνωστό πως ο παραπονούμενος « με το παραμικρό αν τον αγγίξεις πέφτει κάτω και λαχταρά» και αυτός είναι και ο λόγος που τον αποκαλούν με το παρατσούκλι «λάχταρος». Εάν αυτά που ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος για τον παραπονούμενο ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα εύλογα διερωτάται κάποιος γιατί τότε ο ίδιος διακινδύνεψε να αγγίξει τον παραπονούμενο έστω και με τα δύο του δάκτυλα ως ήταν βέβαια η δική του εκδοχή. Ακόμα κάτι για το οποίο δεν έπεισε ο κατηγορούμενος ότι έλεγε την αλήθεια είναι όταν ισχυρίσθηκε πως στη γραπτή κατάθεση του παρέλειψε να κατονομάσει τα 3-4 πρόσωπα που αναφέρει ότι ήταν παρόντες στο επεισόδιο αλλά στη συνέχεια ανέφερε τα ονόματα τους στον αστυνομικό που του έλαβε την κατάθεση ο οποίος και τα κατέγραψε σε ξεχωριστή κόλλα χαρτιού. Εκτός του ότι δεν έδωσε οποιαδήποτε λογική εξήγηση γιατί δεν ανέφερε τα ονόματα των προσώπων αυτών από την αρχή όταν έδινε την κατάθεση του, η θέση του αυτή ουδέποτε υποβλήθηκε στον ίδιο τον αστυνομικό, ΜΚ3, που έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει και τη δική του εκδοχή για το ζήτημα αυτό. Η θέση μάλιστα του ΜΚ3 ότι όταν μετέβηκε στη σκηνή του επεισοδίου κανένας από τους παρευρισκόμενους δεν θέλησε να του αναφέρει τι έγινε κατά κάποιο τρόπο επιβεβαιώνεται και από τα ίδια τα λεγόμενα του κατηγορούμενου ο οποίος βέβαια προβάλλοντας τη δική του εκδοχή ισχυρίσθηκε πως οι παρευρισκόμενοι όταν ρωτήθηκαν από τους αστυνομικούς δεν έδωσαν καμία απάντηση επειδή, όπως ισχυρίσθηκε, στη πραγματικότητα δεν συνέβηκε τίποτα. Τέλος ενώ αρχικά υποστήριξε πως δεν είχε οποιεσδήποτε διαφορές με τον παραπονούμενο σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του αποκάλυψε ότι υπήρχαν επαγγελματικές διαφορές μεταξύ των οδηγών ταξί. Όπως δε διαφαίνεται αμέσως στη συνέχεια η μαρτυρία του κατηγορούμενου σε πολλά σημεία βρίσκεται σε αντίφαση ακόμα και με τη μαρτυρία των μαρτύρων που κάλεσε ως μάρτυρες υπεράσπισης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η εκδοχή του δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Ως πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε ο Τάσος Κομωδρόμου ΜΥ 1, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο κάτοχος της καντίνας του λιμανιού. Αναφερόμενος στο επίδικο επεισόδιο κατά το οποίο όπως ισχυρίσθηκε ήταν παρών περιέγραψε τα γεγονότα διαφορετικά από ότι ο κατηγορούμενος αφού τοποθέτησε τον παραπονούμενο να συμμετέχει βρίζοντας μάλιστα στη συζήτηση που έγινε μεταξύ του οδηγού του ταξί και της γυναίκας οδηγού του μικρού λεωφορείου. Μεταξύ άλλων ισχυρίσθηκε πως αρχικά είδε τον κατηγορούμενο να πλησιάζει κάποια πρόσωπα που φώναζαν και τους είπε να σταματήσουν. Στη συνέχεια όπως ισχυρίσθηκε ζήτησε και ο ίδιος από τα πρόσωπα αυτά να πάψουν να φωνάζουν και ενώ γινόταν η συζήτηση αυτή είδε τον παραπονούμενο να γέρνει και να πέφτει κάτω. Ακολούθως αφού τον βοήθησαν να σηκωθεί πήγε στο αυτοκίνητο του και στη συνέχεια ήρθε ασθενοφόρο και τον μετέφερε στο νοσοκομείο. Ο μάρτυρας αυτός θέλοντας να αποφύγει να πει την αλήθεια σε σχέση με τον πραγματικό λόγο που προκάλεσε τη πτώση του παραπονούμενου στο έδαφος κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης του έδωσε διάφορες αντιφατικές μεταξύ τους εκδοχές. Πρώτα ισχυρίσθηκε ότι ο κατηγορούμενος άπλωσε μόνο το χέρι του προς το μέρος του παραπονούμενου για να σταματήσει αυτός να φωνάζει. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του σε αντίφαση με την εκδοχή του κατηγορούμενου ισχυρίσθηκε ότι ο τελευταίος άγγιξε τον παραπονούμενο με τη παλάμη του χεριού του πάνω στο στήθος, ενώ ακολούθως ανέφερε πως ο κατηγορούμενος «άγγιξε και δεν άγγιξε» τον παραπονούμενο. Καθιστώντας μάλιστα το εαυτό του εμπειρογνώμονα ισχυρίσθηκε πως αν ο κατηγορούμενος έσπρωχνε με βία τον παραπονούμενο τότε αυτός θα έπεφτε προς τα πίσω και όχι πλάγια. Ενώ στη συνέχεια και σε αντίφαση με το ισχυρισμό του ότι ο παραπονούμενος έπεσε στο έδαφος σιγά-σιγά βάζοντας μάλιστα πρώτα το χέρι του συμφώνησε πως αν αυτός έπεφτε σιγά- σιγά δεν θα τραυματιζόταν. Ακόμα ένα στοιχείο που υποδεικνύει ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν αντικειμενικός είναι και το γεγονός ότι κατά την ένορκη κατάθεση του μιλούσε αρνητικά και υποτιμητικά για το πρόσωπο του παραπονούμενου, ενώ αντίθετα, όταν αναφερόταν στο πρόσωπο του κατηγορούμενου ήταν προσεκτικός και τα λεγόμενα του ήταν προσεγμένα και επιτηδευμένα. Δεν ήταν κατά την άποψη μου τυχαίο ότι ενώ αποδέχθηκε πως στο χώρο του λιμανιού γίνονταν συχνά παρεξηγήσεις και επεισόδια μεταξύ των οδηγών των ταξί ισχυρίσθηκε πως ο κατηγορούμενος ουδέποτε συμμετείχε στα επεισόδια αυτά σε αντίθεση με τον παραπονούμενο που, όπως ανέφερε, ήταν πάντα πρωταγωνιστής. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι υπήρξαν πολλές περιπτώσεις όπου ο παραπονούμενος μόλις τον άγγιζε κάποιος έπεφτε κάτω σκόπιμα για να ζητά αποζημιώσεις. Ο ισχυρισμός αυτός του μάρτυρα τέθηκε αόριστα και χωρίς τεκμηρίωση αφού κατά την αντεξέταση του δήλωσε ότι δεν είχε προσωπική γνώση για αυτά που ανέφερε αλλά τα άκουσε από τρίτους. Επιπρόσθετα ουδέποτε η θέση αυτή τέθηκε στον παραπονούμενο έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει και τη δική του εκδοχή. Όπως είναι γνωστό παράλειψη της υπεράσπισης να θέσει τα θέματα που είχε υπόψη στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε αυτοί να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως και να εκθέσουν τη δική τους εκδοχή μετρά εις βάρος των κατηγορουμένων (βλ. Tekinder PAL, v Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 551). Παράλληλα υπενθυμίζεται πως ο κατηγορούμενος πρόβαλε μία άλλη εκδοχή λέγοντας πως ο παραπονούμενος έπεσε σκόπιμα στο έδαφος για να εκδικηθεί τους οδηγούς που διαθέτουν ταξί με έξι θέσεις. Ο ΜΥ1 ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι κατά την άφιξη της αστυνομίας στη σκηνή ο ίδιος μίλησε με τους αστυνομικούς για το επεισόδιο και τους είπε αυτά που ανέφερε και στο Δικαστήριο. Ο ισχυρισμός του αυτός βρίσκεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία του ΜΚ3 αστυφ. Μ. Περικλέους. Ο ΜΚ 3 ήταν αντικειμενικός μάρτυρας και δεν έχω διαπιστώσει ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο για αυτό και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ανέφερε ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση και κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ενώ μετέβηκε στη σκηνή του επεισοδίου κανένας από τους παραβρισκόμενους δεν θέλησε να του μιλήσει και να του πει τι είχε συμβεί. Σημειώνεται δε πως ουδέποτε του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι ο ΜΥ1 του μίλησε και του περιέγραψε πως εξελίχθηκε το επεισόδιο. Ο Σπύρος Μαραγκός που κατέθεσε ως ΜΥ3 ήταν ο οδηγός ταξί ο οποίος πριν από το επίδικο επεισόδιο είχε διαπληκτιστεί με την οδηγό του μικρού λεωφορείου. Και αυτός με τη σειρά παρουσιάζοντας διάφορες εκδοχές σε σχέση με τα γεγονότα αρχικά ανέφερε πως ο παραπονούμενος έπεσε στο έδαφος μόλις ο κατηγορούμενος του ζήτησε να μην φωνάζει και να μιλά πιο σιγά. Στη συνέχεια ισχυρίσθηκε πως ο κατηγορούμενος άγγιξε τον παραπονούμενο στο στήθος με το ένα δάκτυλο ενώ στο στάδιο της αντεξέτασης ανέφερε πως δεν ξέρει αν ο κατηγορούμενος άγγιξε καθόλου τον παραπονούμενο. Σε αντίφαση δε με τη μαρτυρία του ΜΥ1 ο οποίος ανέφερε ότι ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο, ο ΜΥ3 ισχυρίσθηκε ότι ο ίδιος σήκωσε τον παραπονούμενο από το έδαφος και ακολούθως αυτός μπήκε στο αυτοκίνητο του και έφυγε. Κατά την αντεξέταση του απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε ότι ήταν παρών όταν έφθασαν στην σκηνή μέλη της αστυνομίας λέγοντας μάλιστα ότι τον ρώτησαν τι έγινε και όταν τους είπε ότι είναι ο «λάχταρος», όπως τον αποκάλεσε, οι αστυνομικοί έφυγαν. Σε αντίφαση με τη θέση του αυτή σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης του ισχυρίσθηκε πως δεν ανέφερε στους αστυνομικούς τι έγινε επειδή δεν τον ρώτησαν, για να πει στη συνέχεια, ότι δεν μίλησε καθόλου με τους αστυνομικούς αφού μετά το επεισόδιο πήρε το ταξί του και έφυγε. Και αυτός όπως και ο ΜΥ1 ισχυρίσθηκε αόριστα και αφηρημένα πως ο παραπονούμενος συνηθίζει μόλις τον αγγίζει κάποιος να πέφτει κάτω για να ζητά αποζημιώσεις αποδεχόμενος όμως στη συνέχεια ότι δεν έχει προσωπική γνώση για αυτά που ανέφερε και ότι στηρίζει τον ισχυρισμό του σε φήμες και κουτσομπολιά. Κάτι που επίσης καταδεικνύει προσχεδιασμό στην μαρτυρία που έδωσαν οι μάρτυρες υπεράσπισης είναι ότι και οι δύο περιγράφοντας την πτώση του παραπονούμενου στο έδαφος ισχυρίσθηκαν ότι αυτός έπεσε με την αριστερή πλευρά του σώματος του. Είναι εμφανές ότι με τον τρόπο αυτό προσπάθησαν να ανατρέψουν τον ισχυρισμό του παραπονούμενου ότι από τη πτώση του υπέστη τραυματισμό στο δεξί χέρι και στο δεξί πόδι . Όλα όσα ενδεικτικά καταγράφονται πιο πάνω δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία των ΜΥ1 και 3. Επιπρόσθετα παρακολουθώντας τους να καταθέτουν από το εδώλιο του μάρτυρα, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά τους, το ύφος και τον τρόπο που απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν ήταν καθόλου ειλικρινείς προς το Δικαστήριο. Δεν με έπεισαν ότι έλεγαν την αλήθεια και ήταν εμφανής η προσπάθεια τους να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου η μαρτυρία τους απορρίπτεται. Σε σχέση με τις σωματικές βλάβες του παραπονούμενου η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ως ΜΚ2 τη γιατρό Βεατρίκη Δημητρίου η οποία εξέτασε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Νοσοκομείου Λεμεσού τον παραπονούμενο μετά το επίδικο επεισόδιο. Πως πρέπει να προσεγγίζεται η μαρτυρία των ιατρών, προσδιορίσθηκε στην υπόθεση Σπύρου V. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ
- Κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Η ΜΚ2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της ιατρικής έκθεσης που ετοίμασε Τεκμ.2 στην οποία κάνει αναφορά στην εξέταση του παραπονούμενου, τα ευρήματα και τα συμπεράσματα της. Αναφέρει ότι μετά από ακτινολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο παραπονούμενος έφερε κάταγμα κεφαλής του δεξιού βραχιονίου (ώμος) και κάκωση δεξιού ισχίου όπου είχε εγχειριστεί στο παρελθόν. Έγινε εισαγωγή του παραπονούμενου στο νοσοκομείο για περαιτέρω διερεύνηση από γιατρό ορθοπεδικό. Κατά την αντεξέταση της απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις περιέγραψε τα τραύματα που έφερε ο παραπονούμενος. Ερωτηθείσα σχετικά απάντησε πως το είδος του κατάγματος που έφερε ο παραπονούμενος στο δεξιό βραχιόνιο μπορεί να προκληθεί από πτώση όπου υπάρχει ισχυρή πίεση σε σκληρή επιφάνεια και ότι αυτό είναι επώδυνο. Σε σχέση με τη κάκωση που έφερε στο ισχίο εξήγησε πως δεν ήταν κάταγμα αλλά μώλωπας που προκλήθηκε από κτύπημα. Η ΜΚ2 μου έκαμε καλή εντύπωση ως επιστήμονας που μαρτύρησε μόνο την αλήθεια και για το λόγο αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία της. Κατέθεσε επίσης ως ΜΚ 4 ο γιατρός Κυριάκος Ανδρέου, ο οποίος είναι χειρούργος ορθοπεδικός, τραυματολόγος και ασκεί το επάγγελμα από το έτος
- Εξέτασε τον παραπονούμενο λίγες μέρες μετά από το επεισόδιο και συγκεκριμένα την 2.11.
- Στο ιατρικό πιστοποιητικό που ετοίμασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμ. 8 αναφέρει πως ο παραπονούμενος είχε εισαχθεί προηγουμένως στο νοσοκομείο όπου του παρασχέθηκε η δέουσα θεραπεία. Σύμφωνα και με τα δικά του ευρήματα ο παραπονούμενος έφερε υποκεφαλικό κάταγμα δεξιού βραχιονίου και θλάση μαλακών μορίων του δεξιού ισχίου. Περιέγραψε και ανέλυσε την εξέταση στην οποία υπέβαλε τον παραπονούμενο και κατέθεσε ως Τεκμ.9Β και 9Γ τις ακτινογραφίες που του έλαβε ο ίδιος στις 2.11.2010 και στις 9.6.2015 αντίστοιχα. Ακολούθως επί της ακτινογραφίας που λήφθηκε στις 2.11.2010 υπέδειξε στο Δικαστήριο το κάταγμα που σύμφωνα με τα ευρήματα του έφερε ο παραπονούμενος στο δεξιό βραχίονα. Επίσης υπέδειξε στην ακτινογραφία που έλαβε στις 9.6.2015 την πώρωση του κατάγματος που όπως εξήγησε σύμφωνα με τα ευρήματα του έγινε με εμφανή γωνίωση και μετατόπιση του βραχιονίου. Κατά την αντεξέταση του απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι ο παραπονούμενος τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του τέσσερεις φορές. Όταν τον επισκέφθηκε για πρώτη φορά στις 2.11.2010 ο ώμος του ήταν ακινητοποιημένος σε νάρθηκα που του χορηγήθηκε από το νοσοκομείο και παραπονείτο για έντονο πόνο. Ανέφερε επίσης ότι ο παραπονούμενος μετά την αφαίρεση του νάρθηκα υποβλήθηκε σε εντατική φυσιοθεραπεία στο νοσοκομείο Λεμεσού για να επανέλθει η κινητικότητα του βραχίονα. Η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του ΜΚ4 υπέβαλε σε αυτόν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν κατείχε, ως όφειλε σύμφωνα με το νόμο, άδεια από το τμήμα ακτινοπροστασίας έτσι ώστε τα μηχανήματα που χρησιμοποιεί για τη λήψη ακτινογραφιών στο ιατρείο του να υποβάλλονται στον απαιτούμενο έλεγχο. Αποκλειστικά στο ζήτημα αυτό περιστράφηκε και η μαρτυρία του Κώστα Ζερβίδη που κλήθηκε από την υπεράσπιση και κατέθεσε ως ΜΥ
- Ο μάρτυρας αυτός τα προσόντα του οποίου δεν αμφισβητήθηκαν, ανέφερε πως είναι φυσικός ιατρικής και κατέχει άδεια από το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας ως εμπειρογνώμονας σε θέματα ιονίζουσας ακτινοβολίας με καθήκοντα την αξιολόγηση ακτινολογικών συσκευών. Κατά την ένορκη κατάθεση του έκανε κυρίως αναφορά στον Περί Προστασίας από Ιονίζουσες Ακτινοβολίες και Πυρηνικής Ασφάλειας Νόμο 115
(1)/2002 που προνοεί για την προστασία της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων, κατά κινδύνων που προκύπτουν από ιονίζουσες ακτινοβολίες. Παρέπεμψε επίσης στις νομοθετικές διατάξεις που προνοούν τη χορήγηση αδειών για τη διεξαγωγή πρακτικής ή οποιαδήποτε άλλης ενέργειας που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του αναφερόμενου Νόμου. Υποστήριξε πως μία ακτινογραφία για να είναι «έγκυρη» όπως την χαρακτήρισε πρέπει να φέρει στοιχεία που να υποδεικνύουν ποιό χρόνο και από ποιό ασθενή λήφθηκε. Ακολούθως αφού του υποδειχτήκαν οι ακτινογραφίες Τεκμ. 9Β και 9Γ ανέφερε πως δεν εμπίπτει στην ειδικότητα του να αναφέρει τι απεικονίζουν αυτές αλλά όπως τις χαρακτήρισε πρόκειται για ακτινογραφίες κακής ποιότητας. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν τεκμηριώθηκε από το μάρτυρα αφού στη συνέχεια ανέφερε πως για να είναι σε θέση να πει αν οι αναφερόμενες ακτινογραφίες παρουσιάζουν οποιεσδήποτε αλλοιώσεις και λανθασμένα αποτελέσματα θα έπρεπε να ελέγξει το μηχάνημα από το οποίο αυτές λήφθηκαν. Ο ίδιος δεν γνώριζε από ποιο μηχάνημα λήφθηκαν οι ακτινογραφίες τεκμ. 9Β και 9Γ και ουδέποτε έλεγξε το μηχάνημα αυτό. Εξετάζοντας τις θέσεις που προσπάθησε να υποστηρίξει ο ΜΥ2, κατ' αρχήν θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση διαπιστώνεται πως στις ακτινογραφίες που κατέθεσε ο ΜΚ4 τεκμήρια στο Δικαστήριο αναγράφεται χειρόγραφα η ημερομηνία λήψης τους και το όνομα του παραπονούμενου. Παράλληλα διαπιστώνεται πως σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε ότι οι ακτινογραφίες αυτές ανήκουν στον παραπονούμενο και ότι λήφθηκαν τις συγκεκριμένες ημερομηνίας. Επίσης ο ΜΥ2 δεν γνώριζε και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιο συγκεκριμένο μηχάνημα χρησιμοποίησε ο ΜΚ4 έτσι ώστε να διαπιστωθεί εάν η χρήση του εμπίπτει στις πρόνοιες του αναφερόμενου Νόμου. Το σημαντικό όμως είναι πως ουδέποτε υποβλήθηκε στον ΜΚ4 ότι οι ακτινογραφίες Τεκμ.9Β και 9Γ δεν είναι καλής ποιότητας ή ότι αυτές παρουσιάζουν λανθασμένα αποτελέσματα έτσι ώστε ο μάρτυρας να απαντήσει και να εκθέσει τη δική του εκδοχή για το ζήτημα αυτό. Αντίθετα μάλιστα κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης του υπέδειξε επί των Τεκμηρίων 9Β και 9Γ τα ευρήματα του όπως αυτά περιγράφονται στο ιατρικό του πιστοποιητικό τεκμ.8 και πλην της γενικής υποβολής ότι το περιεχόμενο αυτού είναι κατασκευασμένο σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του δεν αμφισβητήθηκε με συγκεκριμένο τρόπο η ορθότητα των ευρημάτων του, τα οποία εν πάση περιπτώσει, συνάδουν απόλυτα με τα ευρήματα της ΜΚ2 η μαρτυρία της οποίας έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ακόμα διαπιστώνεται πως διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκα από τη πλευρά της υπεράσπισης είχαν στη βάση τους ως δεδομένο τους συγκεκριμένους τραυματισμούς που σύμφωνα με τα ευρήματα του έφερε ο παραπονούμενος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν έχει κλονίσει με οποιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του ΜΚ4 και την ορθότητα των ευρημάτων του. Συνακόλουθα δεν γίνεται αποδεκτή η εισήγηση της υπεράσπισης ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να κάνει αποδεκτό το περιεχόμενο των ακτινογραφιών που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Ο ΜΚ4 σε όλη τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης του παρέμεινε σταθερός, άμεσος και επεξηγηματικός χωρίς να έχει υποδειχθεί οποιοσδήποτε συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο θα παρουσίαζε μία κατασκευασμένη εικόνα σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του παραπονούμενου. Αυτός έκανε καλή εντύπωση ως επιστήμονας που μαρτύρησε μόνο την αλήθεια και για το λόγο αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Καταλήγω λοιπόν, με βάση τη μαρτυρία όπως την έχω αποδεχθεί στα ακόλουθα συμπεράσματα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος ήταν οδηγοί οχημάτων ταξί. Ο κατηγορούμενος διέθετε ταξί με έξι θέσεις ενώ ο παραπονούμενος με τέσσερις θέσεις. Στις 30.10.2010 βρίσκονταν και οι δύο στο χώρο άφιξης επιβατών στο νέο λιμάνι Λεμεσού και μαζί με άλλους οδηγούς ανέμεναν για να παραλάβουν επιβάτες. Εκεί προηγήθηκε μία παρεξήγηση μεταξύ ενός από τους οδηγούς ταξί και μίας γυναίκας οδηγού μικρού λεωφορείου η οποία προσπάθησε να του πάρει τους πελάτες. Όταν μετά από την παρέμβαση τρίτων το επεισόδιο αυτό έληξε, ο κατηγορούμενος πήγε στο αυτοκίνητο του να πάρει ένα τουριστικό οδηγό. Επιστρέφοντας πίσω απευθυνόμενος στους υπόλοιπους οδηγούς των ταξί τους είπε «αυτό που σας έκαναν τα μικρά λεωφορεία είναι αυτό που κάνετε εσείς σε εμάς». Τότε ο κατηγορούμενος αφού πλησίασε τον παραπονούμενο τον έσπρωξε με τα χέρια του με αποτέλεσμα αυτός να πέσει στο έδαφος και να υποστεί σωματικές βλάβες που συνίσταντο σε κάταγμα κεφαλής του δεξιού βραχιονίου και θλάση μαλακών μορίων του δεξιού ισχίου. Πριν προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος θα εξετάσω τη θέση της υπεράσπισης ότι παραβιάσθηκε το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Συγκεκριμένα ήταν η θέση του κ. Αργυρού ότι ο κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιας δίκης επειδή κλήθηκε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ο γιατρός ΜΚ4 το όνομα του οποίου δεν συμπεριλαμβανόταν στο κατηγορητήριο και δεν είχε δοθεί στην υπεράσπιση εκ των προτέρων το ιατρικό πιστοποιητικό τεκμ.8. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Alan Ford κ.ά. (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232 έχει αναφερθεί ότι τα δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται από το άρθρο 30 του Συντάγματος αποτελούν εχέγγυα για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης προς διαπίστωση της ενοχής του κατηγορουμένου. Εισήγηση για παραβίαση τους εντάσσεται μέσα στη διαδικασία για τη διακρίβωση της ευθύνης του κατηγορουμένου στην κατηγορία και όχι έξω από αυτή. Συνεπώς το κατά πόσο η δίκη είναι δίκαιη δεν αποφασίζεται με τρόπο αφηρημένο αλλά αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης. Παρομοίως στην Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Το κατά πόσο η δίκη ήταν δίκαιη αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης (Δημοκρατία ν. Alan Ford κ.ά. (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, 234). Ισχυρισμός περί μη δίκαιης δίκης δεν αποφασίζεται με τρόπο αφηρημένο (βλ. απόφαση Τριανταφυλλίδη, Π. στην Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R. 361, 388). Ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει ότι πράγματι έχει επηρεαστεί δυσμενώς (actually prejudiced) ( D.J. Harris, M. O' Boyle C. Warrick, Law of the European Convention on Human Rights, σελ. 255 και Re Κορέλλης
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1718).» Τέλος διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Parris ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186: «Το δικαίωμα για δίκαιη δίκη αποτελεί θεμελιώδη στοιχείο του άρθρου
- Η απαίτηση "για δίκαιη δίκη" καλύπτει τη διαδικασία στο σύνολο της και όχι μόνο την ακρόαση στο ακροατήριο (Eur. Court H.R. Monnell and Morris 2.3.1987 Series A No. 115, pp. 21-25, paras. 55-70). Έτσι το κατά πόσο ένα πρόσωπο έτυχε δίκαιης δίκης προσεγγίζεται με το να εξετάζεται ολόκληρη η διαδικασία αν και ένα συγκεκριμένο περιστατικό μπορεί να έχει αποφασιστική επίδραση (App. No. 7945/77 X. ν. Norway, Dec. 4.7.78, D.R. 14 p. 228)». Εξετάζοντας το θέμα όπως έχει εγερθεί θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν έχει εξηγηθεί συγκεκριμένα πως η κλήση του ΜΚ4 κατέστησε τη δίκη μη δίκαιη. Όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία το θέμα δεν μπορεί να αποφασίζεται κατά τρόπο αφηρημένο. Αντίθετα πρέπει ο κατηγορούμενος να αποδείξει ότι έχει επηρεαστεί δυσμενώς. Κάτι τέτοιο όμως λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της διαδικασίας δεν έχει αποδειχθεί στη παρούσα υπόθεση. Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα θα πρέπει να λεχθεί ότι στη συνοπτική δίκη όπως στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει καθήκον αναφοράς στο κατηγορητήριο των μαρτύρων κατηγορίας. Το ζήτημα του περιεχομένου του κατηγορητηρίου σε συνοπτική δίκη ρυθμίζεται από το άρθρο 38 του Κεφ. 155 και τέτοια υποχρέωση δεν επιβάλλεται. Σε σχέση με το δεύτερο ζήτημα, ο κατηγορούμενος γνώριζε τη μαρτυρία που υπήρχε εναντίον του αναφορικά με τις σωματικές βλάβες που προκάλεσε στον παραπονούμενο αφού αυτές περιγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου Τεκμ.
- Η μαρτυρία του ΜΚ4 επιβεβαίωσε τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο παραπονούμενος σύμφωνα και με τη μαρτυρία της ΜΚ2 και δεν έχει προσθέσει τίποτε περισσότερο σε σχέση με αυτές έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να βρεθεί σε δυσμενή θέση. Επιπρόσθετα το δικαίωμα της δίκαιης δίκης συναρτάται και με το δικαίωμα του κάθε διαδίκου να αντεξετάσει τους μάρτυρες που καταθέτουν εναντίον του. Εδώ ο κατηγορούμενος είχε την ευκαιρία να αντεξετάσει τον ΜΚ4 αλλά ακόμα όπως φαίνεται και από τα πρακτικά της δίκης, του δόθηκε το δικαίωμα στη περίπτωση που έκρινε τούτο αναγκαίο να εξετάσει στο χώρο του Δικαστηρίου στη παρουσία του πρωτοκολλητή τις ακτινογραφίες που κατατέθηκαν ως τεκμήρια μαζί με δικό του εμπειρογνώμονα κάτι που δεν έπραξε. Ούτε το γεγονός ότι η πλευρά της υπεράσπισης δεν είχε από την αρχή στη κατοχή της το ιατρικό πιστοποιητικό Τεκμ.8 επέφερε παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου αφού ο συντάκτης του, ΜΚ4, παρουσιάσθηκε και κατέθεσε στο Δικαστήριο και με αυτό τον τρόπο δόθηκε στην υπεράσπιση η ευκαιρία να τον αντεξετάσει επί του περιεχομένου του. Συνεπώς αξιολογώντας όλα τα δεδομένα και αποτιμώντας αυτά μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης κρίνω ότι η θέση της υπεράσπισης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Παρέμεινε συνεπώς να εξεταστεί στη συνέχεια εάν με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. To άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, προνοεί ότι: «Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές». Συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι η παράνομη ενέργεια και το αποτέλεσμα της, η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Σύμφωνα με την ερμηνεία του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, «βαριά σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη μόνιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης. Παρόλα αυτά δεν είναι αναγκαίο η σωματική βλάβη να είναι μόνιμης φύσης. Αρκεί να είναι βαριάς μορφής και να αποτελεί όντως σοβαρή βλάβη στην υγεία του θύματος ( Archbold Criminal Evidence & Practice 2001 p.1703 par.19-206). Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 39η έκδοση, στην παρ. 19-206, σελ. 2657, ως βαριά σωματική βλάβη χαρακτηρίζεται η πραγματικά σοβαρή σωματική βλάβη και υποδεικνύεται ότι είναι ανεπιθύμητο να επιχειρηθεί οποιοσδήποτε άλλος ορισμός της. Δεν είναι αναγκαίο, τονίζεται, η βλάβη αυτή να είναι συνεχής, διαρκής ή επικίνδυνη. Στην υπόθεση Evripides Christou ν. The Police
(1972)2 C.L.R 38, κρίθηκε ότι το κάταγμα πλευράς για το οποίο κρατήθηκε στο νοσοκομείο ο παραπονούμενος, συνιστά βαριά σωματική βλάβη στα πλαίσια του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα. Επιπλέον στις υποθέσεις Αντρέας Αεροπόρος ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 275 και Γεώργιος Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 463, το κάταγμα ρινικών οστών κρίθηκε μεταξύ άλλων ότι συνιστά βαριά σωματική βλάβη. Το συγκεκριμένο αδίκημα δεν εμπεριέχει ως συστατικό στοιχείο την πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Αρκεί το κατηγορούμενο πρόσωπο να διενήργησε συνειδητά την πράξη που επέφερε την βλάβη. Το αδίκημα συντελείται επίσης αν η πρόκληση της βλάβης μπορούσε λογικά να προβλεφθεί από τον κατηγορούμενο (Blackstone's Criminal Practice 2003, p.177). Πρέπει περαιτέρω η πράξη του κατηγορουμένου να είναι παράνομη να μην υπάρχει δηλαδή νόμιμη δικαιολογία για την τέλεση της όπως π.χ αυτοάμυνα ή προστασία τρίτων προσώπων και περιουσίας (Βλ. Archbold 2001 ανωτέρω, παρ. 19 - 210). Στην υπό εξέταση περίπτωση με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει χωρίς αμφιβολία πως ο κατηγορούμενος συνειδητά έσπρωξε με τα χέρια του τον παραπονούμενο και το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα την πτώση του στο έδαφος. Η πράξη αυτή του κατηγορούμενου ήταν η αιτία που οδήγησε στον τραυματισμό του παραπονούμενου. Δεν υπάρχει επίσης καμιά αμφιβολία ότι η ενέργεια του κατηγορούμενου ήταν παράνομη πράξη αφού όπως έχω αποδεχθεί τα γεγονότα δεν υπήρχε νόμιμη δικαιολογία για τη τέλεση της και ο κατηγορούμενος αδιαφόρησε για τις συνέπειες της πράξης του ενώ όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ότι η πράξη του ενείχε σοβαρό κίνδυνο για την σωματική ακεραιότητα του παραπονούμενου. Επιπλέον, το υποκεφαλικό κάταγμα δεξιού βραχιονίου που υπέστη ο παραπονούμενος, αποτελεί βαριά σωματική βλάβη όπως ο όρος έχει αναλυθεί από την νομολογία. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)........... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal / General / Final Αναφορά: Βαριά σωματική βλάβη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο