Αναφορικά με την Αιτήτρια Εταιρεία CH & G EMPORIUM CARS LTD, Αρ. Αίτησης 424/14, 22/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B53 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 424/14 Αναφορικά με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 12.11.14, που εκδόθηκε στα πλαίσια της Μονομερούς Αίτησης υπ' αρ. 424/14 που καταχωρήθηκε από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού, με βάση την οποία διατάχθηκε η κατακράτηση δύο αυτοκινήτων μάρκας Range Rover και Αναφορικά με τα άρθρα 25, 26, 27, 32 και 170 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και Αναφορικά με τα άρθρα 23, 30, 33, 34 και 35 του Συντάγματος και Αναφορικά με την Αίτηση της Εταιρείας CH & G EMPORIUM CARS LTD για ακύρωση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 12.11.14 και/ή επιστροφή ή παράδοση των επίδικων αυτοκινήτων και Αναφορικά με την Αιτήτρια Εταιρεία CH & G EMPORIUM CARS LTD Ημερομηνία: 22.3.2016 Για την Αιτήτρια: κ. Α. Χαραλάμπους. Για τoν Καθ' oυ η αίτηση: κα Γ. Ιωαννίδου. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 12.11.14, μετά από μονομερή αίτηση, η οποία υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση του Α/Αστ.2854 Κλείτου Σωκράτους, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα κατακράτησης από την Αστυνομία των οχημάτων που αναφέρονται κατωτέρω, μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά. Το διάταγμα θα είχε ισχύ από την ίδια ημέρα νοουμένου ότι θα επιδιδόταν εντός 7 ημερών. Στις 18.11.14 η εταιρεία CH & G EMPORIUM CARS LTD (στο εξής η Αιτήτρια) καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε την ακύρωση του πιο πάνω διατάγματος και όπως διαταχθεί ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού (στο εξής ο Καθ' ου η αίτηση) να επιστρέψει την κατοχή των επίδικων οχημάτων στην Αιτήτρια. Μετά από την καταχώρηση ένστασης από πλευράς του Καθ' ου η αίτηση και αφού άκουσε και τις δύο πλευρές, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση στις 19.1.15, για τους λόγους που εξηγούνται αναλυτικά στην απόφαση του. Στις 30.4.15 η Αιτήτρια καταχώρησε δεύτερη αίτηση με την οποία ζητούσε την ακύρωση και/ή τροποποίηση του πιο πάνω διατάγματος και/ή όπως διαταχθεί ο Καθ' ου η αίτηση να επιστρέψει την κατοχή και/ή παραδώσει τα επίδικα οχήματα στην Αιτήτρια. Μετά από την καταχώρηση ένστασης από πλευράς του Καθ' ου η αίτηση και αφού άκουσε και τις δύο πλευρές, το Δικαστήριο απέρριψε και πάλι την αίτηση στις 21.7.15, για τους λόγους που εξηγούνται αναλυτικά στην απόφαση του. Με την παρούσα, η οποία αποτελεί την τρίτη κατά σειρά αίτηση και καταχωρήθηκε στις 30.10.15, η Αιτήτρια ζητά: Α. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ' ου η αίτηση, να της επιστρέψει την κατοχή και/ή παραδώσει τα οχήματα με αριθμό πλαισίου SALWA2KFEA321693 και/ή SALWA2KF4EA389837 και/ή SALWA2KFXEA367065 και/ή SALWA2KF1EA400529, ως την νόμιμη ιδιοκτήτρια και/ή δικαιούχο και/ή κάτοχο τους άµεσα µε την έκδοση και/ή επίδοση του αιτούµενου διατάγματος και/ή υπό προϋποθέσεις που το Δικαστήριο θα επιβάλει στον Καθ' ου η Αίτηση, και/ή Β. Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 12.11.14, και/ή Γ. Διάταγμα με το οποίο να τροποποιείται το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 12.11.14 με τρόπο που το Δικαστήριο θεωρήσει ορθό. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή. Ε. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερ. 30.10.15 του Ανδρέα Αντωνίου, ιδιοκτήτη και διευθυντή της Αιτήτριας, όπου αναφέρει ότι ο βασικότερος λόγος που η Αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα στηρίζεται στην υπερβολική καθυστέρηση στην προώθηση ποινικής υπόθεσης, την κατάχρηση εξουσίας, την κατάχρηση διαδικασίας και την κακοπιστία από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση. Πιο συγκεκριμένα αναφέρει ότι: Στην ένορκη του δήλωση ημερ. 27.5.15, που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης στην δεύτερη αίτηση, ο Α/Αστ.2854 Κλείτος Σωκράτους έδωσε τις εξηγήσεις του σε απάντηση στον ισχυρισμό του Αντωνίου ότι μέχρι τις 30.4.15 που ορκίστηκε, κανένα κατηγορητήριο δεν του επιδόθηκε. Ήταν η θέση του Α/Αστ.2854 ότι στις 15.5.15 ο Γενικός Εισαγγελέας έδωσε οδηγίες για άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον αυτού και της Αιτήτριας για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και ότι δήθεν το κατηγορητήριο αναμενόταν να καταχωρηθεί το συντομότερο δυνατό. Σύμφωνα πάντα με τον Αντωνίου η αναγκαιότητα κράτησης των οχημάτων σε συνάρτηση µε τα εν λόγω αδικήματα ήταν και είναι ασύνδετη. Επομένως δεν δικαιολογείτο η κράτηση τους. Όμως το Δικαστήριο στην απόφαση του επί της δεύτερης αίτησης, μετά από αξιολόγηση της μαρτυρίας του εν λόγω αστυνομικού, κατέληξε ότι, λαμβάνοντας υπόψην όλους τους σχετικούς παράγοντες της υπόθεσης, ο χρόνος που παρήλθε από την κατάσχεση από την Αστυνομία των επίδικων οχημάτων, μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης, κάτι που είχε πλέον τροχιοδρομηθεί με την προώθηση στις 9.6.15 σχετικού κατηγορητηρίου προς έγκριση και καταχώρηση στο Δικαστήριο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ιδιαίτερα μεγάλος αλλά ούτε και μη εύλογος ή αδικαιολόγητος, ως ισχυρίζεται η Αιτήτρια και μάλιστα σε βαθμό που σύμφωνα με την σχετική νομολογία να μπορεί να γίνεται λόγος για κατάχρηση διαδικασίας εκ μέρους της Αστυνομίας. Πέραν των πιο πάνω µέχρι και σήµερα καµία επίδοση κατηγορητηρίου δεν έγινε είτε στον Αντωνίου προσωπικά είτε στην Αιτήτρια. Επισυνάπτει ως τεκμήριο 5 έρευνα του Εφόρου Εταιρειών για το εγγεγραµµένο γραφείο της Αιτήτριας, που είναι στην Διαγόρου 9, στην Λεµεσό, όπου βρίσκεται η οικία των γονιών του, οι οποίοι διαµένουν καθηµερινά και αδιαλείπτως εκεί για χρόνια. Περαιτέρω ο ίδιος εργάζεται στον χώρο που βρίσκεται στην γωνία Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού και Οµονοίας, ο οποίος αποτελεί αποθήκη τελωνειακής αποταµίευσης κατόπιν άδειας του Τελωνείου και χρησιµοποιείται για την πώληση των οχηµάτων της Αιτήτριας. Πρόκειται για χώρο που είναι γνωστός Παγκυπρίως καθότι η Αιτήτρια διαφηµίζει σε όλα τα µέσα μαζικής ενηµέρωσης και έτσι πολύ εύκολα εντοπίζεται. Αν όντως ο Καθ' ου η Αίτηση καταχωρούσε κατηγορητήριο εναντίον του Αντωνίου και της Αιτήτριας δεν είχε κανένα κώλυμα στο να το επιδώσει είτε σε αυτόν είτε στην εταιρεία του. Μέχρι σήµερα κανένας επιδότης δεν τον ενόχλησε ούτε επισκέφθηκε το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας για να επιδώσει οποιοδήποτε κατηγορητήριο. Ενόψει όλων των πιο πάνω οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του Α/Αστ.2854 στην ένορκη του δήλωση ημερ. 27.5.15 και αυτοί που έθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο κατά την αντεξέταση του στα πλαίσια της δεύτερης αίτησης, περί οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα στις 15.5.15 καθώς και περί καταχώρησης ή προώθησης κατηγορητηρίου στις 19.6.15, προβλήθηκαν µόνο και µόνο για να εξασφαλιστεί η παράταση της ισχύος του επίδικου διατάγµατος χωρίς αυτό να ευσταθεί. Είναι αδιανόητο από τη µια η Αιτήτρια να εξασκεί τόση πίεση στον Καθ' ου η Αίτηση µέσω των δύο προηγούμενων αιτήσεων ακύρωσης και από την άλλη ο Καθ' ου η Αίτηση να επιδεικνύει τόση αµέλεια ή αδιαφορία και να µην καταχωρεί ποινική υπόθεση ή να µεριµνά για την επίδοση του κατηγορητηρίου µέχρι σήµερα. Τίποτε δεν έχει αλλάξει από τη πρώτη µέρα που τα οχήµατα κατασχέθηκαν και καµία ουσιαστική ενέργεια δεν έγινε από την Αστυνοµία ειδικά σε ότι αφορά την καταχώρηση και επίδοση κατηγορητηρίου. Η περίοδος του ενός χρόνου που έχει περάσει µέχρι σήµερα από την έκδοση του επίδικου µονοµερούς διατάγματος ήταν υπέρ αρκετή για την Αστυνομία να διερευνήσει την υπόθεση καταχωρώντας το κατηγορητήριο. Από την άλλη εάν υποθέσουμε ότι όντως στις 9.6.15 καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο για να εγκριθεί από το Δικαστήριο, η περίοδος των 5 µηνών περίπου για επίδοση του είναι υπερβολική και αδικαιολόγητη. Ως εκ των άνω η Αστυνομία απέκρυψε την αλήθεια από το Δικαστήριο αναφορικά µε το κατά πόσο καταχωρήθηκε και προωθήθηκε κατηγορητήριο, ενήργησε εντελώς κακόβουλα, κακόπιστα και καταχρηστικά και βολεύτηκε πίσω από την ισχύ του διατάγµατος, το οποίο δυστυχώς δεν έχει χρονικό περιορισµό, µε αποτέλεσµα να έχει παραβιάσει πλήρως τα συνταγµατικά δικαιώµατα της Αιτήτριας. Η αξία των οχημάτων ήδη έχει μειωθεί αρκετά και επιπρόσθετα το γεγονός ότι βρίσκονται σε αχρησία, προσθέτει στην μείωση της αξίας τους και στην πρόκληση ζηµιών. Οι πιο πάνω λόγοι αποτελούν, σύμφωνα με την νομολογία, ισχυρούς λόγους ακύρωσης του επίδικου διατάγματος γιατί η Αστυνοµία επέδειξε υπέρµετρη καθυστέρηση στην διερεύνηση της υπόθεσης με αποτέλεσµα να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων μόνο και μόνο για αυτό το λόγο. Ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε στις 16.12.15 ένσταση στην αίτηση στην οποία προβάλλονται τα ακόλουθα: Κατ' αρχήν εγείρει προδικαστική ένσταση, σύμφωνα με την οποία η παρούσα αίτηση δεν γίνεται καλή τη πίστη αλλά κακόπιστα και για εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών, αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας και εν πάση περιπτώσει γίνεται για σκοπούς που εκφεύγουν αυτών του Νόµου καθότι με αυτήν ζητούνται οι ίδιες ακριβώς θεραπείες που ζητήθηκαν και στις δύο προηγούμενες αιτήσεις της Αιτήτριας για το ίδιο διάταγμα, οι οποίες αιτήσεις έχουν περατωθεί με την έκδοση αποφάσεων, οι οποίες έχουν εφεσιβληθεί. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω προδικαστική ένσταση ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται για τους πιο κάτω λόγους:
- Το επίδικο διάταγµα κατακράτησης εκδόθηκε καθόλα νόµιµα και είναι ισχυρό.
- Η αίτηση είναι γενική, αόριστη, αβάσιµη και/ή ασκείται καταχρηστικά.
- Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει λόγους και/ή επαρκείς λόγους για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και η έκδοση των αιτούµενων διατάγµατων θα ήταν υπό τις περιστάσεις µέτρο καταπιεστικό το οποίο δεν θα υποβοηθούσε την ορθή απονοµή της Δικαιοσύνης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δηλωση του Α/Αστ.2854 Κλείτου Σωκράτους, ο οποίος αναφέρει βασικά τα ακόλουθα: Λαμβάνει μέρος στις εξετάσεις της υπόθεσης για την οποία καταχωρήθηκε η παρούσα και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Υιοθετεί όσα έχει αναφέρει στις ένορκες δηλώσεις του ημερομηνίας 12.11.14, 15.12.14, 27.5.15 και στην ένορκη μαρτυρία του στο Δικαστήριο στις 19.6.
- Επίσης επαναλαμβάνει ουσιαστικά την προδικαστική ένσταση του Καθ' ου η αίτηση και υποστηρίζει ότι ενόψει αυτής η παρούσα θα πρέπει να απορριφθεί. Ανεξάρτητα της προδικαστικής ένστασης, σε απάντηση στους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα προς υποστήριξη της αίτησης, αναφέρει τα ακόλουθα: Δεν αποδέχεται και δεν συμφωνεί με τους ισχυρισμούς για υπερβολική καθυστέρηση στην προώθηση ποινικής υπόθεσης. Επαναλαμβάνει ότι στις 15.5.15 ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας γνωμάτευσε για την άσκηση ποινικής δίωξης (η σχετική συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Έγγραφο Α). Άμεσα καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση με αρ.12363/15 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με κατηγορούμενους την Αιτήτρια, τον Αντωνίου και άλλο πρόσωπο για αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος δηλαδή πλαστογραφίας εγγράφου, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, εξασφάλισης πιστοποιητικού με ψευδείς παραστάσεις κ.α. (κατηγορητήριο επισυνάπτεται ως Έγγραφο Β). Συνεπώς από τις 15.5.15 μέχρι και τις 22.6.15 που καταχωρήθηκε η υπόθεση δεν υπήρξε καμία καθυστέρηση και δη υπερβολική ως ο Αντωνίου αβάσιμα και αδικαιολόγητα επικαλείται. Η εν λόγω υπόθεση ορίστηκε για 1η εμφάνιση στις 6.8.15 και στη συνέχεια αφού τα κατηγορητήρια της υπόθεσης δεν επιδόθηκαν στους κατηγορούμενους, κατόπιν προσπαθειών των επιδοτών σε διάφορες διευθύνσεις, η υπόθεση αναβλήθηκε για επίδοση 2 φορές, δηλαδή στις 22.9.15 και 21.10.15 και τελικά στις 21.10.15 διακόπηκε η ποινική δίωξη λόγω μη επίδοσης του κατηγορητηρίου στους κατηγορούμενους (σχετικές ένορκες δηλώσεις επισυνάπτονται ως Έγγραφο Γ). Αφού λήφθηκε νέα συγκατάθεση από τον Γενικό Εισαγγελέα στις 4.11.15 επανακαταχωρήθηκε η ίδια υπόθεση με νέο αριθμό 22101/15 (η σχετική συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα επισυνάπτεται ως Έγγραφο Δ και το κατηγορητήριο ως Έγγραφο Ε). Αυτή ορίστηκε στις 18.11.15 για εμφάνιση και αφού οι κατηγορούμενοι παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο για άλλη Αίτηση και έγινε κατορθωτή η επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτούς, η υπόθεση αναβλήθηκε για ακρόαση στις 22.3.
- Δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να υπάρχει ήδη καταχωρημένο το κατηγορητήριο και ο Καθ' ου η Αίτηση να μη προβαίνει στην επίδοση, η οποία γίνεται μέσω ιδιωτών επιδοτών. Επιπλέον ο Καθ' ου η Αίτηση δεν μπορεί να γνωρίζει γιατί ο Αντωνίου δεν ανευρισκόταν για να του επιδοθούν τα κατηγορητήρια. Ο Καθ' ου η Αίτηση σε καμία περίπτωση δεν επέδειξε ούτε αμέλεια, ούτε αδιαφορία στην προώθηση της υπόθεσης τόσο προς τον Γενικό Εισαγγελέα όσο και προς το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού όπου αυτή προωθήθηκε όχι μόνο μια φορά. Εν πάση περιπτώσει δεν είναι υπερβολικός ο χρόνος που παρήλθε από την ημερομηνία κατάσχεσης των επίδικων οχημάτων μέχρι και την 22.6.15 (που καταχωρήθηκε η πρώτη υπόθεση) ούτε και μέχρι την 4.11.15 (που καταχωρήθηκε η δεύτερη υπόθεση). Περαιτέρω δεν αποδέχεται τον ισχυρισμό περί μείωσης της αξίας των οχημάτων. Η Αστυνομία δεν επέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην διερεύνηση της υπόθεσης, αντίθετα παρά τη σοβαρότητα της προχώρησε και διεξήγαγε έγκαιρα τις ανακριτικές εξετάσεις, συλλέγοντας μαρτυρία και στοιχεία από την Κύπρο και το εξωτερικό και προωθώντας την στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού τον lούνιο του 2015 σε χρόνο που δεν ήταν υπερβολικός. Εν όψει των πιο πάνω ο Καθ' ου η αίτηση ζητά όπως το Δικαστήριο απορρίψει την αίτηση στην ολότητα της, ως νόµο και ουσία αβάσιµη, µε έξοδα υπέρ του. Μετά δε από την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης του Α/Αστ.2854, αυτός αντεξετάσθηκε στις 10.2.16 από τον συνήγορο της Αιτήτριας αναφορικά με την καταχώρηση των ποινικών υποθέσεων υπ' αρ. 12363/15 και 22101/
- Έτσι ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω τα ακόλουθα: Δεν είναι ο εξεταστής της υπόθεσης αλλά ένα από τα μέλη της ομάδας που την διερεύνησε. Αφού τελείωσε η διερεύνηση της υπόθεσης, στις 10.3.15 ο φάκελος στάλθηκε για οδηγίες στη Νομική Υπηρεσία και στις 15.5.15 δόθηκαν οι οδηγίες από τον Γενικό Εισαγγελέα. Στον φάκελο που στάλθηκε στη Νομική Υπηρεσία υποβλήθηκε από την Αστυνομία συνοπτική έκθεση, με συγκεκριμένη εισήγηση προς τον Γενικό Εισαγγελέα, στη βάση της μαρτυρίας που υπήρχε. Στην εν λόγω έκθεση υπήρχε και εισήγηση της Αστυνομία προς ποινική δίωξη των κατηγορουμένων και για το αδίκημα της κλεπταποδοχής. Σε ερώτηση εάν ο Γενικός Εισαγγελέας ενέκρινε τελικά την καταχώρηση κατηγορητηρίου πλην του αδικήματος της κλεπταποδοχής, αφού συμβουλεύθηκε το ανακριτικό φάκελο της υπόθεσης, απάντησε ότι εξ όσων βλέπει από τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα δεν δόθηκαν οδηγίες για δίωξη για το αδίκημα της κλεπταποδοχής. Όταν ρωτήθηκε εάν η κράτηση των δύο αυτοκινήτων είναι αναγκαία για τους σκοπούς της ποινικής υπόθεσης, ως τεκμήρια για τις κατηγορίες που σχετίζονται άμεσα όχι έμμεσα με αυτά, είπε ότι είναι τεκμήρια για την υπόθεση για τα αδικήματα τα οποία συμπεριλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Το κατηγορητήριο της υπόθεσης ετοιμάσθηκε από την Εισαγγελία, με βάση τις οδηγίες που δόθηκαν από τη Νομική Υπηρεσία. Διευκρίνισε ότι στην ένσταση παρουσίασε την συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα και όχι τις οδηγίες αυτού. Συμφώνησε ότι οι οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας δίδονται στην βάση της συγκατάθεσης που έχει δώσει ο Γενικός Εισαγγελέας. Συμφώνησε επίσης ότι οι δύο συγκαταθέσεις του Γενικού Εισαγγελέα (Έγγραφο Α και Έγγραφο Δ) διαφέρουν μόνο ως προς την ημερομηνία. Όταν του τέθηκαν τα κατηγορητήρια των δύο υποθέσεων που καταχωρήθηκαν και του ζητήθηκε να δει τις κατηγορίες 7, 8 και 9 και να δει το άρθρο 305 και να πει εάν αυτό συμπεριλαμβάνεται στις συγκαταθέσεις του Γενικού Εισαγγελέα απάντησε ότι το συγκεκριμένο άρθρο δεν συμπεριλαμβάνεται γιατί δεν χρειάζεται συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα. Πρόσθεσε όμως ότι βάσει των οδηγιών που δόθηκαν από τον Γενικό Εισαγγελέα αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι να διωχθούν και εκτός από τα αδικήματα που δόθηκε η συγκατάθεση. Διευκρίνισε δε ότι αυτό το οποίο διάβαζε από τον φάκελο το έγραψε δικηγόρος της Δημοκρατίας. Όταν ουσιαστικά ρωτήθηκε με ποιου οδηγίες και γιατί συμπεριλήφθηκε στο κατηγορητήριο της υπόθεσης η κατηγορία της κλεπταποδοχής ενώ ο Γενικός Εισαγγελέας δεν έδωσε τέτοια οδηγία, αφού είδε και πάλι από τον φάκελο και την ένορκη του δήλωση ημερ. 12.11.14 στην βάση της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα κατακράτησης είπε ότι με βάση τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα, όπως τις διαβάζει από τον φάκελο της υπόθεσης συμπεριλαμβανόταν και το αδίκημα της κλεπταποδοχής και ότι αυτό που ανέφερε στην ένορκη του δήλωση ημερ. 27.5.15 προς υποστήριξη της ένστασης του Καθ' ου η αίτηση στην δεύτερη αίτηση δηλ. ότι δόθηκαν οδηγίες πλην του αδικήματος της κλεπταποδοχής, το ανέφερε εκ λάθους, ίσως από απροσεξία. Όταν στην συνέχεια ρωτήθηκε εάν υπάρχουν γραπτές οδηγίες που συμπεριλαμβάνουν και την κλεπταποδοχή απάντησε καταφατικά και πρόσθεσε ότι οι οδηγίες είναι ξεκάθαρες, συμπεριλαμβάνονται τα αδικήματα που αναγράφονται στη γραπτή συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα και επιπλέον τα υπόλοιπα αδικήματα για τα οποία ζήτησε η Αστυνομία την ποινική δίωξη των κατηγορουμένων, ένα εκ των οποίων και η κλεπταποδοχή. Δεν δέχθηκε ότι κατά την αντεξέταση του στα πλαίσια της δεύτερης αίτησης ανέφερε ότι δεν υπήρχε μαρτυρία που να στοιχειοθετεί την κλεπταποδοχή εναντίον των κατηγορουμένων και πρόσθεσε ότι εκ λάθους ανέφερε ότι δεν δόθηκαν οδηγίες για το εν λόγω αδίκημα κάτι που όπως συμβουλεύεται τώρα από τον φάκελο της υπόθεσης θέλει να το διορθώσει και να αναφέρει ότι δόθηκαν τέτοιες οδηγίες από την δικηγόρο της Δημοκρατίας στις 15.5.
- Στη συνέχεια το συγκεκριμένο έγγραφο κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Σε υποβολή ότι τέτοιες οδηγίες για συμπερίληψη του αδικήματος της κλεπταποδοχής δεν συμπεριλαμβάνονται στο τεκμήριο 1 δεν το δέχθηκε και είπε ότι οι οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα αναφέρονται στα άρθρα του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένου Νόμου, τα οποία χρειάζονται την γραπτή συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα για συνοπτική δίκη και πέραν τούτων αναφέρει και για τα υπόλοιπα αδικήματα περιλαμβανομένης της κλεπταποδοχής, για τα οποία αιτήθηκε η Αστυνομία την ποινική δίωξη των κατηγορουμένων τα οποία δεν απαιτούν συγκατάθεση. Δεν δέχθηκε ότι η Αστυνομία ενήργησε με κατάχρηση εξουσίας και κατά παράβαση των ρητών οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα γιατί συμπεριέλαβε κατηγορίες για τις οποίες δεν είχε τέτοιες οδηγίες και πρόσθεσε ότι μπορεί να παρουσιάσει τα αδικήματα που αιτήθηκε η Αστυνομία προς τον Γενικό Εισαγγελέα για να συγκριθούν με τη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα. Τέλος ουσιαστικά δεν δέχθηκε ούτε ότι ο μόνος τρόπος να δικαιολογήσει η Αστυνομία την κατακράτηση των οχημάτων ήταν με το να συμπεριλάβει κατηγορία για κλεπταποδοχή γιατί ελλείψει τέτοιας δεν θα προέκυπτε αναγκαιότητα κράτησης τους. Τα όσα έχουν εκθέσει οι συνήγοροι των διαδίκων προς υποστήριξη των θέσεως τους στις αγορεύσεις τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης. Νομική Πτυχή Η διαδικασία για την έκδοση διαταγμάτων κατακράτησης τεκμηρίων μετά την κατάσχεση τους, για τους σκοπούς των αστυνομικών ανακρίσεων και την προσαγωγή τους ως μαρτυρία σε ποινική δίκη, καλύπτεται από τα άρθρα 27 και 32-34 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής ο Νόμος). Ως έχει νομολογηθεί πρόκειται για πολιτική και όχι ποινική διαδικασία, εφόσον δεν αποσκοπεί στην τιμωρία προσώπου για οποιοδήποτε αδίκημα (βλ. Ησαία κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 179/11, ημερ. 22.10.13 και Παντελίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 84). Οι προαναφερόμενες διατάξεις είναι ταξινομημένες με χρονολογική σειρά, η οποία αντανακλά τα τρία ξεχωριστά στάδια που οριοθετούνται και ρυθμίζονται από το Νόμο. Το πρώτο στάδιο προβλέπεται από το άρθρο 27, το οποίο διέπει και καθορίζει την εξουσία της Aστυνομίας για την κατάσχεση αντικειμένων στο προκαταρκτικό στάδιο της έρευνας, το δεύτερο στάδιο από το άρθρο 32
(1), το οποίο διέπει την κράτηση και φύλαξή τους από τις αστυνομικές αρχές μετά την κατάσχεση τους και το τρίτο στάδιο από το άρθρο 32
(3), το οποίο προβλέπει την αποδέσμευση τους μετά την πρόσαψη κατηγορίας στο Δικαστήριο εάν η περαιτέρω κράτηση τους δεν απαιτείται για τους σκοπούς εγερθείσας ποινικής δίωξης (βλ. Concrete Mix Limited ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 360). Στο δεύτερο στάδιο κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας είναι το Δικαστήριο. Το άρθρο 32
(1)παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντος αντικειμένου από τις αστυνομικές αρχές για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας, η οποία ήθελε προκύψει από τις αστυνομικές έρευνες (βλ. Concrete Mix Limited ανωτέρω). Η απόφαση για κατακράτηση τεκμηρίων θεωρείται αυτοτελής απόφαση (βλ. Ησαία ανωτέρω). Στο τρίτο στάδιο η εξουσία, η οποία παρέχεται από το άρθρο 32
(3)για αποδέσμευση των αντικειμένων από την αστυνομική φύλαξη, συναρτάται άμεσα με την προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με τη διατύπωση κατηγορίας εναντίον του. Δηλ. η πρόσαψη κατηγορίας οριοθετεί το τρίτο στάδιο της διαδικασίας. Στο στάδιο αυτό σύμφωνα με την πιο πάνω πρόνοια παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία για επιστροφή του αντικειμένου στον κάτοχο ή ιδιοκτήτη του, νοουμένου ότι η κράτηση και φύλαξή του δεν απαιτείται για τους σκοπούς της εγερθείσας ποινικής δίωξης (βλ. Concrete Mix Limited ανωτέρω). Το Δικαστήριο στο στάδιο έκδοσης του διατάγματος κατακράτησης δεν οφείλει να θέσει χρονικό περιορισμό για την κατακράτηση των τεκμηρίων (βλ. Ησαία ανωτέρω). Αυτό γιατί, ως έχει εξηγηθεί στην εν λόγω απόφαση, είναι πολύ δύσκολο για το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο να προβλέψει την εξέλιξη των αστυνομικών ερευνών και την αποπεράτωση της ποινικής διαδικασίας. Ως όμως προκύπτει από την ίδια υπόθεση το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι η Αστυνομία ενώ δεν καταχώρησε υπόθεση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, μπορεί να συνεχίσει να κατακρατεί τα αντικείμενα επ' άπειρον. Όταν το Δικαστήριο διατάσσει την κατακράτηση των αντικειμένων «μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατόν να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά» το κάνει υπό την προϋπόθεση καταχώρησης ποινικής υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου. Από τη στιγμή που η Αστυνομία, για λόγους που η ίδια γνωρίζει καλύτερα, δεν καταχωρεί ποινική υπόθεση εντός ευλόγου χρόνου, οφείλει είτε να επιστρέψει τα αντικείμενα είτε να αποταθεί εκ νέου στο Δικαστήριο για οδηγίες. Εάν δεν πράξει αυτό η κατακράτηση των αντικειμένων για μεγάλο χρονικό διάστημα αποτελεί ενδεχομένως κατάχρηση της διαδικασίας. Βέβαια και οι ίδιοι οι Καθ' ων η αίτηση μπορούν να αποταθούν στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 32
(3)του Νόμου, αιτούμενοι την επιστροφή των τεκμηρίων (βλ. Ησαία ανωτέρω). Εξέταση των θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα Πριν προχωρήσω στην εξέταση της παρούσας θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί ότι η εξέταση αυτή θα γίνει μόνο στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία περιλαμβάνεται στις ενόρκους δηλώσεις και στα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές. Εφόσον δεν γίνεται αμφισβήτηση γεγονότων και στοιχείων που παρατίθενται στις ένορκες δηλώσεις με τον ορθό δικονομικό τρόπο, δεν επιτρέπεται τέτοια αμφισβήτηση με άλλο τρόπο. Τέλος η εξέταση της αίτησης δεν μπορεί παρά να περιορίζεται στη βάση των λόγων που εγείρονται στην ένσταση καθώς και στα θέματα που τελικά προωθούνται, ως αυτό προκύπτει από τις αγορεύσεις των διαδίκων. Προς απόδοση των αιτούμενων θεραπειών, η Αιτήτρια υποστηρίζει τα ακόλουθα:
- Υπήρξε υπερβολική καθυστέρηση στην καταχώρηση και προώθηση της ποινικής υπόθεσης. Ενώ οι οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα για καταχώρηση της δόθηκαν στις 15.5.15 αυτή καταχωρήθηκε στις 22.6.15 και δεν έγινε επίδοση της καθότι στο κατηγορητήριο της υπόθεσης 12363/15 αναγράφονται λανθασμένες διευθύνσεις που δεν έχουν σχέση με την Αιτήτρια και τον Αντωνίου (κατηγορούμενους 4 και 3) και ενώ το εγγεγραμμένο γραφείο της Αιτήτριας είναι στην Διαγόρου 9 στο κατηγορητήριο αναγράφηκε μετά την καταχώρηση του, η οδός Διαγόρα
- Περαιτέρω ενώ είναι πασίγνωστο ότι ο χώρος εργασίας της Αιτήτριας βρίσκεται σε συγκεκριμένο σημείο, δεν έγινε προσπάθεια να γίνει επίδοση εκεί. Τέλος από τις ημερομηνίες στις ένορκες δηλώσεις επιστροφής κλήσης (3.8.15, 1.9.15 και 29.9.15) φαίνεται ότι αυτές έγιναν με καθυστέρηση.
- Υπήρξε παράβαση των οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα γιατί παρά το ότι σε αυτές δεν περιλαμβανόταν η ποινική δίωξη για κλεπταποδοχή εντούτοις αντικανονικά περιλήφθηκαν και τέτοιες κατηγορίες για να δικαιολογηθεί η αναγκαιότητα κράτησης των οχημάτων. Η θέση δε αυτή στηρίζεται περαιτέρω στο ότι, σύμφωνα πάντα με την Αιτήτρια, δεν υπάρχουν άλλες κατηγορίες στην εκκρεμούσα ποινική υπόθεση που να δικαιολογούν την κράτηση αυτή, πλην δηλ. της κλεπταποδοχής. Αρχίζοντας από την αιτούμενη στην παρούσα θεραπεία για ακύρωση του διατάγματος ημερ. 12.11.14, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν τίθεται τέτοιο θέμα. Αυτό εξετάσθηκε και αποφασίσθηκε στην πρώτη αίτηση της Αιτήτριας με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 19.1.15, η οποία έχει εφεσιβληθεί. Δεν μπορεί η εγκυρότητα του διατάγματος να εγείρεται και να αποφασίζεται και σε επόμενη αίτηση, η οποία αφορά την κράτηση των επίδικων οχημάτων ανεξαρτήτως μάλιστα των λόγων στους οποίους αυτή στηρίζεται, που ως φαίνεται στην παρούσα, εδράζονται σε γεγονότα μεταγενέστερα και άσχετα με την έκδοση του διατάγματος αλλά σχετιζόμενα με την καταχώρηση των κατηγορητηρίων στις δύο ποινικές υποθέσεις. Εξετάζοντας το θέμα της καθυστέρησης στην καταχώρηση και προώθηση ποινικής υπόθεσης θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Το γεγονός ότι το κατηγορητήριο της υπόθεσης υπ' αρ. 12363/15 καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο ένα μήνα και 7 περίπου μέρες μετά τις οδηγίες που δόθηκαν από τον Γενικό Εισαγγελέα, λαμβανομένης πάντοτε υπόψην και της διαδικασίας που ακολουθείται στις περιπτώσεις καταχώρησης υποθέσεων συνοπτικής διαδικασίας, δεν καταδεικνύει την ύπαρξη καθυστέρησης και μάλιστα υπερβολικής, ως ισχυρίζεται η Αιτήτρια. Η προαναφερόμενη διαδικασία απαιτεί χρόνο εφόσον, μετά την λήψη των οδηγιών από τον Γενικό Εισαγγελέα, συντάσσεται κατηγορητήριο από την Εισαγγελία της Αστυνομίας, το οποίο στην συνέχεια αποστέλλεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο, τίθεται από το Πρωτοκολλητείο ενώπιον Δικαστή για να λάβει την απαιτούμενη από τον Νόμο έγκριση προς καταχώρηση του και στην συνέχεια καταχωρείται από το Πρωτοκολλητείο και δίδεται αριθμός υπόθεσης. Συνεπώς δεν προκύπτει οποιαδήποτε υπερβολική και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης για καταχώρηση στο Δικαστήριο. Προκύπτει δε από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, και δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι η υπόθεση υπ' αρ. 12363/15 ορίσθηκε για πρώτη εμφάνιση στις 6.8.
- Όσον αφορά τις προσπάθειες επίδοσης φαίνεται από τα έγγραφα που αποτελούν το Έγγραφο Γ, ότι έγιναν τέτοιες από συγκεκριμένη εταιρεία επίδοση, τόσο όσο αφορά την Αιτήτρια όσο και τον Αντωνίου. Συγκεκριμένα έγινε, πριν τις 6.8.15, προσπάθεια επίδοσης και για τα δύο αυτά πρόσωπα στην διεύθυνση Οδυσσέως αρ. 12, η οποία αναγραφόταν αρχικά στο κατηγορητήριο. Αυτό προκύπτει από τις δύο «ένορκες δηλώσεις - επιστροφή κλήσης» της προαναφερόμενης εταιρείας επίδοσης, ημερ. 3.8.15, από τα αναγραφόμενα στις οποίες φαίνεται ότι διαπιστώθηκε ότι εκεί ήταν παλαιότερα το σπίτι του Αντωνίου και ότι εκείνη την ημέρα ήταν ακατοίκητο. Μετά την πρώτη εμφάνιση η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για επίδοση στις 22.9.
- Στο μεσοδιάστημα έγινε εκ νέου προσπάθεια επίδοσης, ως φαίνεται και πάλι από «ένορκη δήλωση - επιστροφή κλήσης» της εταιρείας επίδοσης, ημερ. 1.9.
- Αυτή αφορούσε την διεύθυνση Διαγόρα αρ. 9, η οποία φαίνεται ότι δόθηκε μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου και δεν είχε αποτέλεσμα καθότι στην συγκεκριμένη διεύθυνση εντοπίσθηκε άλλη εταιρεία. Μετά τις 22.9.15 η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για επίδοση στις 21.10.
- Στο μεσοδιάστημα έγινε νέα προσπάθεια επίδοσης ως φαίνεται και πάλι από «ένορκη δήλωση - επιστροφή κλήσης» της εταιρείας επίδοσης, ημερ. 29.9.
- Αυτή αφορούσε την διεύθυνση Σπύρου Κυπριανού αρ. 34, η οποία φαίνεται ότι δόθηκε στη συνέχεια, χωρίς όμως και πάλι αποτέλεσμα καθότι εκεί εντοπίσθηκε άδειο οικόπεδο, που πριν ήταν μάντρα αυτοκινήτων. Έτσι στις 21.10.15 η ποινική δίωξη στην προαναφερόμενη υπόθεση διακόπηκε λόγω μη επίδοσης του κατηγορητηρίου. Αφού στις 3.11.15 δόθηκε νέα συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα για συνοπτική εκδίκαση, με σκοπό την επανακαταχώρηση υπόθεσης, τέτοια καταχωρήθηκε στις 4.11.15 και έλαβε τον αρ. 22101/
- Ορίσθηκε για πρώτη εμφάνιση στις 18.11.
- Η επίδοση του κατηγορητηρίου αυτής έγινε στους κατηγορούμενους στον χώρο του Δικαστηρίου, όταν παρουσιάσθηκαν για άλλη αίτηση. Μετά από αυτό η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 22.3.
- Το γεγονός ότι έγιναν προσπάθειες για επίδοση του κατηγορητηρίου της υπόθεσης υπ' αρ. 12363/15, σε τρεις διαφορετικές διευθύνσεις, σε τρεις διαφορετικές κατά χρονική σειρά ημερομηνίες, δείχνει κατά την κρίση μου ότι οι προσπάθειες αυτές όχι μόνο εύλογες ήταν αλλά έγιναν και χωρίς καθυστέρηση εφόσον μετά την κάθε αποτυχία επίδοσης διδόταν νέα διεύθυνση για τον σκοπό αυτό. Το ότι οι διευθύνσεις αυτές δεν ήταν οι ορθές, είναι κάτι που διαπιστώθηκε εκ του αποτελέσματος και δεν δείχνει κατά την κρίση μου οποιαδήποτε σκοπιμότητα ή πρόθεση για πρόκληση καθυστέρησης στην επίδοση ή αμέλεια ή αδιαφορία. Όσον φορά το θέμα των οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο Α/Αστ.2854 κατά την αντεξέταση του ερωτώμενος είπε αρχικά ότι παρά την εισήγηση της Αστυνομίας για ποινική δίωξη και για το αδίκημα της κλεπταποδοχής, ο Γενικός Εισαγγελέας ενέκρινε τελικά την καταχώρηση κατηγορητηρίου πλην τέτοιου αδικήματος. Αυτό το είχε αναφέρει και στην ένορκη του δήλωση ημερ. 27.5.15, προς υποστήριξη της ένστασης του Καθ' ου στην δεύτερη αίτηση. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του στην παρούσα όμως, όταν ουσιαστικά ρωτήθηκε με ποιου οδηγίες και γιατί τότε συμπεριλήφθηκε στο κατηγορητήριο η κατηγορία της κλεπταποδοχής ενώ ο Γενικός Εισαγγελέας δεν έδωσε τέτοια οδηγία, αφού συμβουλεύθηκε και τον ανακριτικό φάκελο και την ένορκη του δήλωση ημερ. 12.11.14, είπε ότι με βάση τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα, συμπεριλαμβανόταν και το αδίκημα της κλεπταποδοχής και ότι αυτό που ανέφερε στην ένορκη του δήλωση ημερ. 27.5.15, το ανέφερε εκ λάθους, ίσως από απροσεξία. Δεν μου διαφεύγει η πιο πάνω ασυνέπεια στις θέσεις του μάρτυρα. Δεν διαπιστώνεται όμως κατά την κρίση μου οποιαδήποτε πρόθεση του να ψευστεί ή να παραπλανήσει το Δικαστήριο, με σκοπό μάλιστα, ως ουσιαστικά υποστηρίζει η Αιτήτρια, να επιτευχθεί η συνέχιση της κράτησης των επίδικων οχημάτων από την Αστυνομία. Άλλωστε αποτελεί θέση της Αιτήτριας ότι η Αστυνομία έθεσε, κατά παράβαση των οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα, στο κατηγορητήριο της υπόθεσης και την κατηγορία της κλεπταποδοχής ώστε να επιτύχει την συνέχισης της κράτησης των οχημάτων, με δεδομένο ότι, πάντα σύμφωνα με την ίδια θέση, μόνο αυτή η κατηγορία δικαιολογεί τέτοια κράτηση. Εάν όμως έτσι είχαν τα πράγματα και ο σκοπός του μάρτυρα ήταν να παραπλανήσει το Δικαστήριο ώστε να επιτύχει την περαιτέρω κράτηση, τότε γιατί αυτός να μην αναφέρει στα πλαίσια της δεύτερης αίτησης ότι δόθηκαν οδηγίες για ποινική δίωξη και τέτοιου αδικήματος; Είναι προφανές κατά την κρίση μου ότι επρόκειτο για μη σκόπιμο λάθος του μάρτυρα, στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης του ημερ. 27.5.
- Να σημειωθεί επίσης ότι το Δικαστήριο με την απόφαση του ημερ. 21.7.15, παρά το ότι δεν είχε ως δεδομένο την ύπαρξη κατηγορίας κλεπταποδοχής απέρριψε την αίτηση για επιστροφή των οχημάτων. Περαιτέρω η θέση της Αιτήτριας στην παρούσα είναι ουσιαστικά ότι η Αστυνομία, αντικανονικά και καταχρηστικά παράβηκε τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα ώστε να συμπεριλάβει τις κατηγορίες της κλεπταποδοχής με σκοπό να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα κράτησης των επίδικων οχημάτων. Ο συνήγορος της Αιτήτριας υποστήριξε σχετικά ότι ο Γενικός Εισαγγελέας έδωσε συγκατάθεση και για αδικήματα που δεν απαιτούσαν τέτοια όπως για παράδειγμα αυτό του άρθρου 335 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια. Σύμφωνα πάντα με την ίδια θέση, από την στιγμή που ο Γενικός Εισαγγελέας έπραξε αυτό, έπρεπε να δώσει συγκατάθεση και για τα λοιπά αδικήματα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο και είναι μέχρι 5 χρόνια. Συνεπώς η συμπερίληψη στο κατηγορητήριο κατηγοριών χωρίς τέτοια συγκατάθεση πάσχει δηλ. υπάρχει ελάττωμα στο κατηγορητήριο, το οποίο δεν θεραπεύεται και παρά το ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είναι το εκδικάζον την υπόθεση, έχει εξουσία να το λάβει υπόψην του εφόσον είναι στη βάση του συγκεκριμένου κατηγορητήριου που στηρίζει η Αστυνομία την αναγκαιότητα κράτησης των οχημάτων. Η πιο πάνω θέση της Αιτήτριας κατά την κρίση μου δεν ευσταθεί. Αυτό γιατί κατ' αρχήν συγχέει την συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα με τις οδηγίες αυτού για την ποινική δίωξη. Η συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα είναι εκ του Νόμου απαιτούμενη ώστε να αποκτήσει δικαιοδοσία μέλος του Επαρχιακού Δικαστηρίου (σε μονομελή σύνθεση), το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία, για να εκδικάσει με συνοπτική διαδικασία, αδικήματα που τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης πέραν των 5 ετών (βλ. άρθρο 24
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60). Χωρίς δηλ. την ύπαρξη τέτοιας συγκατάθεσης το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν αποκτά τέτοια δικαιοδοσία (βλ. άρθρο 24
(1)του Νόμου 14/60). Η συγκατάθεση αυτή δίδεται λοιπόν και «απευθύνεται» προς το Δικαστήριο και δεν εξομοιώνεται με τις οποιεσδήποτε οδηγίες δίδει ο Γενικός Εισαγγελέας στην Αστυνομία, στα πλαίσια άσκησης ποινικής δίωξης. Τέτοιες οδηγίες μπορούν να αφορούν και αδικήματα για τα οποία χρειάζεται συγκατάθεση αλλά όχι μόνο τέτοια. Το κατά πόσο απαιτείται συγκατάθεση για ποινική δίωξη ενός αδικήματος είναι λοιπόν καθαρά νομικό θέμα. Η καταφατική δε απάντηση του Α/Αστ.2854 σε ερώτηση, εάν συμφωνεί ότι οι οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας, δίδονται στη βάση της συγκατάθεσης που έχει δώσει ο Γενικός Εισαγγελέας, δεν μεταβάλλει το πιο πάνω, που ως νομικό θέμα και όχι ως γεγονός, δεν απαιτεί την αξιολόγηση μαρτυρίας. Άλλωστε ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρθηκε στην συνέχεια σε οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 1 και διακρίνονται από τις συγκαταθέσεις. Ειρήσθω εν παρόδω θα πρέπει να λεχθεί ότι το δικαίωμα για έγερση ποινικών διώξεων δεν ανήκει αποκλειστικά στον Γενικό Εισαγγελέα. Τέτοιο δικαίωμα έχουν μεταξύ άλλων και οι Επαρχιακοί Αστυνομικοί Διευθυντές, όπως στην παρούσα, με βασικό σκοπό άσκησης του την προστασία του δημοσίου συμφέροντος στην εφαρμογή και επιβολή του Νόμου. Η έγερση λοιπόν τέτοιας δίωξης είναι αυτοτελής και δεν θεωρείται ως δίωξη, η οποία ασκείται από το Γενικό Εισαγγελέα. Δεν προϋποθέτει δε την έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα. Φυσικά η διαδικασία τέτοιας δίωξης παραμένει καθόλη τη διάρκεια της υπό την επιτήρηση και τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα, με βάση της εξουσίες που δίδονται σε αυτόν από το άρθρο 113
(2)του Συντάγματος (για τα πιο πάνω βλ. Loizou and Pikis,Criminal Procedure in Cyprus σελ. 63-64). Λαμβανομένης λοιπόν υπόψην και της προαναφερόμενης πρόνοιας του άρθρου 24
(2)του Νόμου 14/60, δεν είναι απαραίτητη η συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα, για κίνηση της ποινικής δίωξης για αδικήματα με προβλεπόμενη ποινή μέχρι 5 χρόνια. Το γεγονός ότι στην παρούσα ο Γενικός Εισαγγελέας συμπεριέλαβε στην συγκατάθεση του και αδικήματα για τα οποία δεν απαιτείται συγκατάθεση για συνοπτική δίκη, δεν μεταβάλει τα ρητώς προβλεπόμενα από την πιο πάνω διάταξη και δεν καθιστά απαραίτητη την συμπερίληψη και αδικημάτων για τα οποία δεν απαιτείται εκ του νόμου τέτοια συγκατάθεση, ως υποστηρίζει η Αιτήτρια. Είναι δε προφανές ότι το κατηγορητήριο της υπόθεσης έγινε στην βάση των οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα, οι οποίες ως ανέφερε ο Α/Αστ. 2854, δόθηκαν με το τεκμήριο 1, το οποίο αποτελεί μέρος «Ημερολογίου Ενεργείας» της Αστυνομίας, φέρει ημερ. 15.5.15, συντάχθηκε από δικηγόρο της Δημοκρατίας, απευθύνεται στον Αρχηγό Αστυνομίας και αναφέρει ότι «Δίδεται συγκατάθεση για την συνοπτική εκδίκαση των άρθρων 371, 331, 333, 335 και 339 του Κεφ. 154 και των άρθρων 3, 4 και 5 του Νόμου 118(Ι)/2007. Να διωχθούν και για τα υπόλοιπα αδικήματα» (η υπογράμμιση δική μου). Σύμφωνα λοιπόν με το πιο πάνω τεκμήριο οι οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα για ποινική δίωξη δεν είναι μόνο για τα αδικήματα για τα οποία δόθηκε η συγκατάθεση. Η φράση «υπόλοιπα αδικήματα» αφορά αυτά για τα οποία γίνεται λόγος στην αμέσως προηγούμενη καταχώρηση στο τεκμήριο 1, η οποία έγινε για τον Αρχηγό Αστυνομίας, στις 15.5.15 και απευθύνεται προς τον Γενικό Εισαγγελέα, αναφέροντας ότι «Η παρούσα υπόθεση σας επαναδιαβιβάζεται σύμφωνα με το προηγούμενο σημ. 19ΗΕ, παρακαλώ. Οι εξετάσεις σε συνεργασία με το Τελωνείο έχουν ολοκληρωθεί και έχει ετοιμασθεί κοινό προσχέδιο κατηγορητηρίου. Παρακαλώ όπως τύχω εκ νέου οδηγιών σας.». Αυτό συνάδει και με την θέση του Α/Αστ.2854 ότι οι οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα περιλάμβαναν και άλλα αδικήματα, για τα οποία η Αστυνομία αιτήθηκε την ποινική δίωξη των κατηγορουμένων και τα οποία δεν απαιτούν συγκατάθεση. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω δεν διαπιστώνεται παράβαση των οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα, ως υποστηρίζει η Αιτήτρια. Ούτε όμως η άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πιο πάνω θέση της Αιτήτριας ότι οι κατηγορίες της κλεπταποδοχής είναι οι μόνες που μπορούν να δικαιολογήσουν την αναγκαιότητα περαιτέρω κράτησης των επίδικων οχημάτων, ευσταθεί. Ως φαίνεται από τα κατηγορητήρια και των δύο σχετικών ποινικών υποθέσεων που καταχωρήθηκαν ήτοι των υπ' αρ. 12363/15 και 22101/15 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, τα οποία να σημειωθεί ότι είναι τα ίδια τόσο ως προς τα πρόσωπα που διώκονται όσον και ως προς τα αδικήματα, η ποινική δίωξη στρέφεται εναντίον 2 φυσικών προσώπων, ένας εκ των οποίων είναι ο Ανδρέας Αντωνίου και 2 νομικών προσώπων, μια εκ των οποίων είναι η Αιτήτρια. Η ποινική δίωξη αφορά δε τα ακόλουθα αδικήματα με τις εξής λεπτομέρειες: Πλαστογραφίας εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 και 335 του Κεφ. 154 και συγκεκριμένα αλλοίωσης του αριθμού πλαισίου που υπήρχε στα πιστοποιητικά εγγραφής των δύο επίδικων οχημάτων (κατηγορίες 2 και 3), κυκλοφορίας των εν λόγω πλαστών εγγράφων, κατά παράβαση των άρθρων 335 και 339 του Κεφ. 154 (κατηγορίες 5 και 6), εξασφάλισης των εν λόγω πιστοποιητικών εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 305 του Κεφ. 154 (κατηγορίες 8 και 9), κλεπταποδοχής των δύο οχημάτων, κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Κεφ. 154 (κατηγορίες 11 και 12), νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 5 του Νόμου 188(Ι)/07, με τα δύο οχήματα να αποτελούν το έσοδο από την διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος (κατηγορίες 14 και 15), αποφυγής καταβολής φόρων κατανάλωσης για το ίδια αυτοκίνητα, κατά παράβαση των άρθρων 140
(2)και 141
(1)του Νόμου 91(Ι)/04 (κατηγορίες 16 και 18), κατοχής αφορολόγητου εμπορεύματος ήτοι των δύο αυτοκινήτων, κατά παράβαση των άρθρων 140
(3)και 141
(1)του Νόμου 91(Ι)/04 (κατηγορίες 17 και 19) και απάτης, που είχε ως αντικείμενο απόκτησης τα δύο αυτοκίνητα (κατηγορίες 21 και 22). Τέλος περιλαμβάνονται κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, οι οποίες αντιστοιχούν στα προαναφερόμενα αδικήματα (η κατηγορία 1 για τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3, η κατηγορία 4 για τα αδικήματα των κατηγοριών 5 και 6, η κατηγορία 7 για τα αδικήματα των κατηγοριών 8 και 9, η κατηγορία 10 για τα αδικήματα των κατηγοριών 11 και 12, η κατηγορία 13 για τα αδικήματα των κατηγοριών 14 και 15 και η κατηγορία 20 για τα αδικήματα των κατηγοριών 21 και 22). Είναι σαφές από τα όσα έχουν αναφερθεί στην παράθεση της νομικής πτυχής ανωτέρω, ότι στο στάδιο μετά τη πρόσαψη κατηγορίας, στο οποίο βρισκόμαστε στην παρούσα, παρέχεται εξουσία από το άρθρο 32
(3)του Κεφ. 155 για αποδέσμευση των κατακρατηθέντων οχημάτων και επιστροφή τους στον κάτοχο ή ιδιοκτήτη τους. Αυτό όμως τελεί υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι η κράτηση και φύλαξή τους δεν απαιτείται πλέον για τους σκοπούς εγερθείσας ποινικής δίωξης. Όσον αφορά την αναγκαιότητα κράτησης τους, είναι σαφές από τα αδικήματα που αφορά η εκκρεμούσα ποινική υπόθεση υπ' αρ. 22101/15, ότι τα επίδικα αυτοκίνητα αποτελούν τα ίδια τα αντικείμενα, σε σχέση με τα οποία, υπάρχει μαρτυρία ότι διαπράχθηκαν όλα τα πιο πάνω σοβαρά αδικήματα. Δεν ευσταθεί δε η θέση ότι αυτό ισχύει μόνο για το αδίκημα της κλεπταποδοχής, ως ισχυρίζεται η Αιτήτρια. Πέραν του ότι οι λοιπές κατηγορίες αφορούν έμμεσα τα δύο οχήματα, υπάρχουν και οι κατηγορίες 14 και 15, όπου αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος ότι αυτά αποτελούν το ίδιο το έσοδο από την διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, οι κατηγορίες 21 και 22 όπου αναφέρεται ότι η απάτη είχε ως αντικείμενο την απόκτηση των δύο οχημάτων αλλά και οι κατηγορίες 17 και 19, που είναι ουσιαστικά για κατοχή των δύο οχημάτων ως αφορολόγητου εμπορεύματος. Τα επίδικα οχήματα είναι λοιπόν βασικά και αναγκαία για την εγερθείσα ποινική υπόθεση και σίγουρα δεν μπορεί να γίνεται λόγος ότι «δεν απαιτείται πλέον για οποιαδήποτε ποινική διαδικασία» ως ορίζει το άρθρο 32
(3)του Νόμου. Το κατά πόσο αυτά θα προσκομισθούν ως τεκμήρια στο Δικαστήριο, ενόψει και των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, δεν αποτελεί από μόνο του στοιχείο, το οποίο τα καθιστά μη αναγκαία. Άλλωστε η αποδέσμευση των οχημάτων σε αυτό το στάδιο θα ακύρωνε κατά την κρίση μου τους σκοπούς του άρθρου 32 του Κεφ. 155 και θα οδηγούσε ενδεχομένως σε αποστέρηση των δικαιωμάτων όχι μόνο της κατηγορούσας αρχής αλλά και των ίδιων των κατηγορουμένων, σε σχέση με την παρουσίαση της υπόθεσης τους εφόσον είναι κεντρική προς τούτο η διατήρηση ουσιώδους αλλά και άλλης σχετικής προς την υπόθεση μαρτυρίας. Αναφέρομαι δε στα δικαιώματα όλων των κατηγορουμένων, παρά το ότι τέτοια αντικείμενα συνήθως διατάσσεται όπως παραμείνουν στην φύλαξη της Αστυνομίας, να ζητήσουν όπως τα οχήματα τύχουν σχετικής επιθεώρησης ή και εξέτασης για σκοπούς προώθησης της υπεράσπισης τους. Η κράτηση τους λοιπόν μέχρι την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη όχι απλά με την απονομή της Δικαιοσύνης αλλά με την ορθή και δίκαιη απονομή αυτής, στα πλαίσια πάντα και της συνταγματικά επιβαλλόμενης υποχρέωσης της Πολιτείας, να εξασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη, η οποία περιλαμβάνει και την διασφάλιση της αρχής της ισότητας των όπλων. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ του Καθ' ου η αίτηση, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Αίτηση ακύρωσης διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων και/ή επιστροφής τους). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο